Δημοκρατία ν. Παναγιώτης Αλεξάνδρου κ.α., Αρ. Υπόθ.: 6776/2016, 13/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ/ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Σύνθεση: Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Μ. Αμπίζας, Α.Ε.Δ. Α. Κ. Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθ.: 6776/2016 Δημοκρατία -ν-
- Plamen Tsvetkov Pelov
- Daniel Yordanov Slavchev
- Παναγιώτης Αλεξάνδρου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 13.6.
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Θ. Παπανικολάου. Για τον Κατηγορούμενο 3: Ο κ. Γ. Α. Γεωργίου. Κατηγορούμενος 3: Παρών. Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος 3 κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας στις κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της Ανθρωποκτονίας, (1η κατηγορία), κατά παράβαση των άρθρων 205
(1)
(3), 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, της Συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, (2η κατηγορία), κατά παράβαση των άρθρων 371, 291, 292(α) και 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, της Διάρρηξης Κατοικίας κατά τη διάρκεια της νύκτας, (3η κατηγορία), κατά παράβαση των άρθρων 291, 292(α), 255, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, της Κλοπής από κατοικία, (4η κατηγορία), κατά παράβαση των άρθρων 255, 266(β), 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και της Περιαγωγής σε κατάσταση ανικανότητας για αντίσταση με σκοπό διάπραξης κακουργήματος ή πλημμελήματος, (5η κατηγορία), κατά παράβαση των άρθρων 226, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα εκτίθενται με λεπτομέρεια στην απόφαση μας ημερομηνίας 22.5.2017 και δεν θα τις επαναλάβουμε, παρά μόνο στο βαθμό που απαιτείται για σκοπούς ποινής. Έχουν ως ακολούθως:
- Ο ΜΚ7 κατάγεται από τη Βουλγαρία και έφτασε στην Κύπρο το
- Πριν 2-3 χρόνια γνώρισε τον κατηγορούμενο 3 στο γυμναστήριο "Kinisis" στους Αγίους Αναργύρους στη Λάρνακα, όπου κάποιες φορές τον συναντούσε μαζί με το θύμα. Όπως είχε ενημερωθεί από τον κατηγορούμενο 3, αυτός διατηρούσε ερωτική σχέση με το θύμα, αν και ήταν αρραβωνιασμένος με άλλη Κύπρια γυναίκα. Εργάστηκε κάποιες φορές για τον κατηγορούμενο 3, ξεφορτώνοντας λάδια από container.
- Τον Αύγουστο 2015, ο κατηγορούμενος 3 ενημέρωσε τον ΜΚ7 ότι είχε χωρίσει με το θύμα διότι είχε κλέψει, από το σπίτι του πατέρα του, κοσμήματα και χρήματα αξίας €25.
- Γι΄ αυτό, ο κατηγορούμενος 3 ζήτησε από τον ΜΚ7 να βρει κάποιο άτομο και να εισέλθουν μαζί στο διαμέρισμα του θύματος για να πάρουν πίσω τα κλοπιμαία. Του υποσχέθηκε επίσης, ότι θα μοιράζοντο σε τρία μερίδια τα κλοπιμαία που θα έβρισκαν στο διαμέρισμα του θύματος. Στην αρχή ο ΜΚ7 αρνήθηκε, όμως ο κατηγορούμενος 3 συνέχιζε να τον πιέζει πάρα πολύ και του τηλεφωνούσε συνεχώς, τον συναντούσε στο γυμναστήριο ως και στο χώρο στάθμευσης του δικού του σπιτιού και συνεχώς του έλεγε και τον παρότρυνε να εισέλθει στο διαμέρισμα του θύματος.
- Τελικά, ο ΜΚ7, λόγω της πίεσης που του άσκησε ο κατηγορούμενος 3, αλλά και λόγω των χρημάτων που του υποσχέθηκε, συμφώνησε να εισέλθει στο διαμέρισμα του θύματος. Έτσι, ο κατηγορούμενος 3 κάποιο βράδυ μετέφερε τον ΜΚ7 με το αυτοκίνητο του και του έδειξε την πολυκατοικία όπου διέμενε το θύμα, το χώρο στάθμευσης του οχήματος του, και του ανέφερε ότι το διαμέρισμα του θύματος, βρισκόταν στον 3ο όροφο. Ο ΜΚ7 αφού ενημέρωσε σχετικά τον πρώην κατηγορούμενο 2, με τον οποίο ήταν φίλοι, του ζήτησε να τον βοηθήσει να εισέλθει στο διαμέρισμα του θύματος, αφού του υποσχέθηκε ότι θα έπαιρνε το 1/3 μερίδιο από τα πράγματα που θα εύρισκαν στο διαμέρισμα του θύματος, όπως του είχε ήδη υποσχεθεί ο κατηγορούμενος
- Ο πρώην κατηγορούμενος 2 συμφώνησε και έτσι μαζί με τον ΜΚ7 επισκέφθηκαν μερικές φορές την περιοχή όπου βρισκόταν το διαμέρισμα του θύματος και το παρακολουθούσαν. Όμως πάντοτε το αυτοκίνητο του θύματος ήταν σταθμευμένο στο χώρο στάθμευσης και στο διαμέρισμα υπήρχε φως. Έτσι έφευγαν και ενημέρωνε τον κατηγορούμενο 3 ότι δεν κατάφερναν να εισέλθουν στο διαμέρισμα του θύματος, πράγμα που θύμωνε τον κατηγορούμενο 3 και του έλεγε ότι θα έπρεπε να βρουν τρόπο να διαρρήξουν το διαμέρισμα. Ο ΜΚ7 είχε ενημερώσει τον κατηγορούμενο 3, ότι κάποιος φίλος του θα τον βοηθούσε στη διάρρηξη, όπως του είχε ζητήσει.
- Ένα με ενάμισι μήνα προτού εισέλθουν στο διαμέρισμα του θύματος, δηλαδή Σεπτέμβριο 2015, ο κατηγορούμενος 3 του τηλεφώνησε και του ζήτησε να συναντηθούν στο σπίτι του ΜΚ4 όπως και έπραξε. Εκεί, ο κατηγορούμενος 3, στην παρουσία του ΜΚ4, του παρέδωσε ένα GPS (Τεκμήριο 100) και τόσο ο ΜΚ4 όσο και ο κατηγορούμενος 3 του εξήγησαν τον τρόπο για να το τοποθετήσει. Με οδηγίες του κατηγορούμενου 3, τοποθέτησε το GPS στο όχημα του θύματος και έκτοτε ο κατηγορούμενος 3 και ο ΜΚ4 παρακολουθούσαν την κίνηση του GPS και τον ενημέρωναν για την κίνηση του οχήματος, ώστε να εισέλθουν στο διαμέρισμα του, όταν θα απουσίαζε από αυτό.
- Κάποιο βράδυ, ο κατηγορούμενος 3 ενημέρωσε τον ΜΚ7 ότι σύμφωνα με το GPS το θύμα βρισκόταν στη Λευκωσία. Έτσι μετέβηκε επί τόπου μαζί με τον πρώην κατηγορούμενο 2, με σκοπό να εισέλθουν στο διαμέρισμα του. Ωστόσο, ενώ ετοιμάζοντο, είδαν το θύμα να επιστρέφει με τα πόδια. Αμέσως έφυγαν και ο ΜΚ7 τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο
- Ο ΜΚ7 θύμωσε πολύ με τον κατηγορούμενο 3 και του φώναξε δυνατά και πάρα πολύ άσχημα γιατί του είχε πει ψέματα. Εκείνη την μέρα ο κατηγορούμενος 3 νευρίασε περισσότερο γιατί δεν είχαν καταφέρει να εισέλθουν στο διαμέρισμα του θύματος και είπε στον ΜΚ7 ότι αν δεν μπορούσαν να εισέλθουν στο διαμέρισμα, να περιμένουν το θύμα έξω και μπροστά από την πολυκατοικία του και όταν θα ερχόταν αμέσως να το αρπάξουν. Εάν προσπαθούσε να ξεφύγει, να το χτυπήσουν, να το δέσουν και να το μεταφέρουν στο διαμέρισμα του για να τους ανοίξει, ώστε να κλέψουν τα πράγματα, όπως ήταν η συμφωνία τους. Μάλιστα ο κατηγορούμενος 3, του είπε εκείνη την ημέρα, ότι αν ήθελαν, θα ερχόταν και αυτός μαζί τους και δεν τον ενδιέφερε αν το θύμα θα τον έβλεπε. Ο ΜΚ7 του είπε ότι δεν επιθυμούσε να ενεργήσει με αυτόν τον τρόπο, γιατί δεν ήθελε να κτυπήσουν το θύμα, όμως ο κατηγορούμενος 3 τον πίεζε να εισέλθουν στο διαμέρισμα του θύματος με οποιονδήποτε τρόπο για να πάρουν τα κλοπιμαία. Έτσι ο ΜΚ7 μαζί με τον πρώην κατηγορούμενο 2, δοκίμασαν ακόμα 2-3 φορές να εισέλθουν στο διαμέρισμα αλλά δεν τα κατάφεραν, είτε γιατί το θύμα ήταν εντός του διαμερίσματος, είτε γιατί ήταν κλειστό το παράθυρο του μπάνιου, είτε γιατί το σχοινί που πήραν μαζί τους δεν ήταν καλό.
- Το GPS παρέμεινε τοποθετημένο στο όχημα του θύματος για περίοδο περίπου μιας εβδομάδας, οπότε ο κατηγορούμενος 3 του ζήτησε να το αφαιρέσει γιατί υπήρχε το ενδεχόμενο, όπως του είχε αναφέρει, το θύμα να έπαιρνε το όχημα του για επιδιόρθωση και να εντοπιζόταν το GPS. Έτσι ο ΜΚ7 αφαίρεσε το GPS και το επέστρεψε στον ΜΚ
- Όμως ο κατηγορούμενος 3 συνέχιζε να πιέζει τον ΜΚ7 για να εισέλθει στο διαμέρισμα του θύματος και τις επόμενες μέρες του είπε ότι είχε τοποθετήσει από μόνος του ξανά το GPS στο όχημα του θύματος και συνεπώς δεν θα έπρεπε να φοβάται. Ωστόσο ο ΜΚ7 άρχισε να φοβάται γιατί ο κατηγορούμενος 3 τον πίεζε πάρα πολύ, γι΄ αυτό και μερικές μέρες προτού εισέλθουν στο διαμέρισμα του θύματος, πληροφόρησε τον κατηγορούμενο 3 ότι είχε αποφασίσει να φύγει μόνιμα με την οικογένεια του στη Βουλγαρία. Ο κατηγορούμενος όμως συνέχιζε να τον πιέζει.
- Κατά τον χρόνο που ο ΜΚ7 είχε τοποθετήσει με οδηγίες του κατηγορούμενου 3 το GPS στο όχημα του θύματος, ο κατηγορούμενος 3 του είχε ζητήσει να αγοράσει δεύτερη κάρτα τηλεφώνου με άλλο αριθμό, όπως και έπραξε. Με αυτόν τον δεύτερο αριθμό τηλεφώνου ο ΜΚ7 επικοινωνούσε με τον κατηγορούμενο 3, σχετικά με την είσοδο τους στο διαμέρισμα του θύματος, σε δεύτερο αριθμό τηλεφώνου που επίσης κατείχε ο κατηγορούμενος 3 για αυτό τον σκοπό. Ο ΜΚ7 δεν θυμάται τον δικό του δεύτερο αριθμό τηλεφώνου, ούτε και αυτόν του κατηγορούμενου
- Το επίδικο βράδυ της 30.10.2015, γύρω στις 21:00-22:00, ο κατηγορούμενος 3 τηλεφώνησε από το δεύτερο κινητό τηλέφωνο του, στο δεύτερο κινητό τηλέφωνο του ΜΚ7 και τον ενημέρωσε ότι το όχημα του θύματος όπως και το θύμα απουσίαζαν από το διαμέρισμα και θα έπρεπε να εισέλθουν σ΄ αυτό. Αφού ο ΜΚ7 επικοινώνησε με τον πρώην κατηγορούμενο 2, μετέβηκαν με το αυτοκίνητο του πρώην κατηγορούμενου 2 σε χώρο πλησίον της πολυκατοικίας του θύματος. Με τη βοήθεια του πρώην κατηγορούμενου 2, ο ΜΚ7 εισήλθε στην πολυκατοικία και μαζί ανέβηκαν στη στέγη, όπου έδεσε το σχοινί πάνω στο ντεπόζιτο. Φόρεσε την κουκούλα, τα γάντια και ειδική ζώνη για ορειβασία και κατέβηκε μέχρι το παράθυρο του μπάνιου. Τα φώτα στο διαμέρισμα ήταν σβηστά και εισήλθε στο διαμέρισμα. Επειδή έκανε θόρυβο, άναψε μια λάμπα στο διαμέρισμα και άκουσε το θύμα να φωνάζει «Police, Police". Στο διάδρομο είδε το θύμα μπροστά από την πόρτα εισόδου του διαμερίσματος, η οποία ήταν ανοικτή, να φωνάζει φοβισμένο. Έτρεξε προς την πόρτα για να φύγει, όμως επειδή φοβήθηκε ότι το θύμα θα τραβούσε τη κουκούλα, το χτύπησε με το χέρι του και το έσπρωξε. Το θύμα έπεσε στα σκαλιά της πολυκατοικίας και κτύπησε το κεφάλι του στον τοίχο. Εκείνη τη στιγμή του τηλεφώνησε ο πρώην κατηγορούμενος 2 και του είπε να ανέβει στο διαμέρισμα. Ο ΜΚ7 έβαλε το θύμα στον ώμο του και το μετέφερε μέσα στο διαμέρισμα. Όπως κρατούσε το θύμα στον ώμο του, αυτό άρχισε να κλωτσά και έτσι το έριξε κάτω, με αποτέλεσμα να κτυπήσει το κεφάλι του πάνω στο τραπεζάκι και κάτω στο πάτωμα. Έμεινε για λίγο ακίνητο και μετά άρχισε να κινείται. Ο ΜΚ7 ήταν πολύ φοβισμένος και δεν ήξερε τι να κάνει. Τηλεφώνησε ξανά στον πρώην κατηγορούμενο 2 ο οποίος σε λίγο εισήλθε στο διαμέρισμα. Τότε το θύμα σηκώθηκε και επειδή ο πρώην κατηγορούμενος 2 δεν φορούσε κουκούλα, ο Μ.Κ.7 έσπρωξε το θύμα και έπεσε στο πάτωμα. Ο ΜΚ7 πήρε ένα μαξιλάρι και το τοποθέτησε πάνω στο πρόσωπο του θύματος για να μην δει τον πρώην κατηγορούμενο
- Το θύμα προσπάθησε να σηκωθεί και τότε ο ΜΚ7 με τον πρώην κατηγορούμενο 2 πάλεψαν μαζί του, τον κτύπησαν και τον άφησαν ακίνητο. Λόγω του πανικού τους σήκωσαν το θύμα κρατώντας το και οι δυό από τα χέρια και τα πόδια και το μετέφεραν στο υπνοδωμάτιο. Το θύμα ήταν πολύ κτυπημένο και ανέπνεε βαριά. Το τοποθέτησαν με το πρόσωπο προς το πάτωμα και ο ΜΚ7 κρατούσε το θύμα με τα χέρια πίσω στις πλάτες, ενώ ο πρώην κατηγορούμενος 2 βρήκε ένα σχοινί και μαζί έδεσαν τα χέρια του θύματος. Τοποθέτησαν ένα μαξιλάρι κάτω από το πρόσωπο του θύματος, το άφησαν δεμένο, μάζεψαν τα τηλέφωνα, τα tablet και τα κλειδιά του διαμερίσματος του θύματος και έφυγαν. Όταν ξημέρωσε, μετέβηκε με τον πρώην κατηγορούμενο 2 στην περιοχή Κόσιη και έκαψαν όλα τα πράγματα που έκλεψαν από το διαμέρισμα του θύματος, την κουκούλα και τα γάντια και τα έθαψαν.
- Μια ημέρα προτού ο ΜΚ7 φύγει για Βουλγαρία, δηλαδή στις 2.11.2015, αφού του τηλεφώνησε ο ΜΚ4, συναντήθηκε με τον ΜΚ4 και τον κατηγορούμενο 3, στο σπίτι του ΜΚ
- Στην παρουσία του ΜΚ4, πληροφορήθηκε για πρώτη φορά από τον κατηγορούμενο 3, ότι το θύμα βρέθηκε νεκρό, πράγμα που τον αναστάτωσε πάρα πολύ και αρνήθηκε ότι γνώριζε οτιδήποτε σχετικό. Φεύγοντας ο κατηγορούμενος 3 τον ρώτησε ξανά στην απουσία του ΜΚ4 και τότε αυτός του ανέφερε ότι είχε εισέλθει με τον πρώην κατηγορούμενο 2 στο διαμέρισμα του θύματος, όπως ο ίδιος του είχε πει να πράξει. Τότε ο κατηγορούμενος 3 του είπε να μην πει οτιδήποτε, να φύγει από την Κύπρο και να μην του τηλεφωνά, διότι πιθανόν να τον παρακολουθούσε η αστυνομία. Στις 3.11.2015 ο ΜΚ7 έφυγε από την Κύπρο, όπως είχε προγραμματίσει.
- Το θύμα όταν εντοπίστηκε νεκρό, έφερε εμφανείς κακώσεις σε όλο το σώμα του και το κεφάλι ήταν παραμορφωμένο. Ο θάνατος του θύματος προήλθε από ασφυξία συνεπεία εισρόφησης αίματος, βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση και εσωτερική αιμορραγία. Είχε αποβιώσει οκτώ με δώδεκα ώρες προ του εντοπισμού της. Διαπιστώθηκε περαιτέρω ότι το θύμα δεν απεβίωσε αμέσως μετά τα κτυπήματα αλλά ώρες μετά (30 περίπου ώρες). Ο κατηγορούμενος 3 δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου 3, αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του τις προσωπικές του συνθήκες, όπως προκύπτουν μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα ότι αυτός είναι ηλικίας 27 ετών και κατάγεται από τη Λάρνακα. Αποφοίτησε από το Λύκειο και υπηρέτησε για μικρό χρονικό διάστημα στην Εθνική Φρουρά, απ΄ όπου αναγκάστηκε να πάρει απαλλαγή λόγω δυστυχήματος. Εργάστηκε για λίγους μήνες στο αεροδρόμιο Λάρνακας, μέχρι τη δημιουργία της δικής του επιχείρησης εισαγωγής λαδιών αυτοκινήτου, όπου απασχολείται και ο πατέρας του. Από μικρή ηλικία διατηρεί σχέση με την Γαβριέλα Βασιλείου, 27 χρόνων, νηπιαγωγό, ενώ παράλληλα διατηρούσε σχέση για μικρό διάστημα με το θύμα. Ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 3 είναι άτομο καλού χαρακτήρα και προς τούτο επικαλέστηκε Βεβαίωση από Ιερέα του Ιερού Ναού Αγίου Ιωάννου Θεολόγου στη Λάρνακα (Τεκμ. Α), ως και του Κοινοτάρχη Αγίων Αναργύρων (Τεκμ. Β). Αναφέρθηκε επίσης στους τραυματισμούς του κατηγορούμενου 3, συνεπεία τροχαίου ατυχήματος στο οποίο ενεπλάκη στις 6.3.2010 (Τεκμ. Γ), ως και στο πρόγραμμα φυσικοθεραπείας στο οποίο υποβλήθηκε και διάρκεσε 4 μήνες (Τεκμ. Δ και Ε). Τόνισε το λευκό ποινικό μητρώο του, ως και ότι μετά τη διάπραξη των αδικημάτων και συγκεκριμένα στις 21.3.2016, απέκτησε παιδί, το οποίο, λόγω της σύλληψης του παραμένει μέχρι σήμερα αβάπτιστο και ο ίδιος δεν έχει παντρευτεί ακόμα την αρραβωνιαστικιά του, αναμένοντας την έκβαση της δίκης. Τόνισε επιπρόσθετα, ότι ο κατηγορούμενος 3, σε αντίθεση με τους πρώην κατηγορούμενους 1 και 2, δεν άσκησε καμιά μορφή βίας στο θύμα και δεν συμμετείχε στη λήψη απόφασης εκ μέρους των πρώην κατηγορουμένων 1 και 2, οι οποίοι μετέτρεψαν με τις ενέργειες τους τον σκοπό της εισόδου τους στο διαμέρισμα, από κλοπή, σε πράξεις που επέφεραν το θάνατο του θύματος. Εισηγήθηκε δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος 3 δεν συμμετείχε με οποιοδήποτε τρόπο, εγκρίνοντας ή συμφωνώντας στην μετεξέλιξη της πρόθεσης των πρώην κατηγορουμένων 1 και 2, από κλοπή σε ηθελημένη ανθρωποκτονία. Γι΄ αυτό και κάλεσε το Δικαστήριο, στη βάση της αρχής της ίσης μεταχείρισης των παραβατών και της επιβολής ποινής ανάλογα με το ρόλο του κάθε συμμετέχοντος, να διαφοροποιήσει την ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο 3, σε σχέση με την ποινή που ήδη επιβλήθηκε στους πρώην κατηγορούμενους 1 και 2, ώστε να καταδειχθεί η πολύ μεγάλη διαφορά στην εγκληματική δράση τους. Προς τούτο, παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Μ. Binnington
(2008)2 A.A.Δ. 272. Κάλεσε τέλος το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του τις επιπτώσεις που θα επιφέρει η επιβολή ποινής φυλάκισης στην οικογένεια του κατηγορουμένου 3 και ειδικότερα στο ανήλικο παιδί του και στην αρραβωνιαστικιά του, ως και στην επιχείρηση του, η οποία υποχρεωτικά θα καταρρεύσει, αποστερώντας έτσι την οικογένεια του από τα εισοδήματα του. Η ανθρώπινη ζωή είναι το πολυτιμότερο αγαθό και τυγχάνει πρωταρχικής προστασίας από κάθε ευνομούμενη κοινωνία. Είναι γι΄ αυτό το λόγο που ο Ποινικός Κώδικας κατατάσσει το έγκλημα της ανθρωποκτονίας στα σοβαρότερα των αδικημάτων και προβλέπει γι΄ αυτό, κατ΄ ανώτατο όριο, την ποινή της διά βίου φυλάκισης. Είναι δε γνωστό ότι το προβλεπόμενο από το Νόμο ανώτατο όριο ποινής - που αντανακλά τη σοβαρότητα που προσδίδεται από το νομοθέτη σε ένα αδίκημα - αποτελεί και τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά για την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Evans
(2005)2 Α.Α.Δ. 639, η οποία παραπέμπει και σε προηγούμενη νομολογία). Η ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών, ανάλογα βέβαια με τις περιστάσεις διάπραξης του εγκλήματος, που αποσκοπεί, εκτός των άλλων και στην προστασία της ανθρώπινης ύπαρξης, έχει τονιστεί κατ΄ επανάληψη [βλ. Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 239, Τσιάκκας ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 349, Λάτο ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 358, Nasir Mahmoud Malik & άλλος ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 7707 και 7708 / 27.1.2006 κ.ά.]. Όπως υποδείχθηκε στην Ονησίλλου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 556, το έγκλημα της ανθρωποκτονίας καλύπτει ευρύ φάσμα εγκληματικής συμπεριφοράς με ανάλογες διακυμάνσεις στην τιμωρία των δραστών. Όπου η αφαίρεση της ζωής, είναι το αποτέλεσμα ηθελημένης πράξης, δικαιολογείται ποινή πολύχρονης φυλάκισης [βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603]. Στον καθορισμό της αρμόζουσας ποινής συνυπολογίζονται όλοι οι συνήθεις μετριαστικοί παράγοντες, όπως είναι η παραδοχή, το λευκό μητρώο, το νεαρό της ηλικίας, οι εν γένει προσωπικές περιστάσεις του δράστη και η προηγηθείσα ή όχι πρόκληση. [βλ. Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 352, Περικλή ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 524]. Άλλοι σχετικοί παράγοντες που επιδρούν στο ύψος της ποινής είναι η τυχόν βαναυσότητα που επιδεικνύεται από τον κατηγορούμενο, η αδιαφορία για τη ζωή του θύματος καθώς και το μέσο που χρησιμοποιείται για τη διάπραξη του εγκλήματος. Ανάλογα δε με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, τα πιο πάνω θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως επιβαρυντικά για τον κατηγορούμενο στοιχεία. Σημειώνουμε περαιτέρω ότι για το αδίκημα της Συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, ο Νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης 7 χρόνων, για το αδίκημα της Διάρρηξης κατοικίας κατά τη διάρκεια νύκτας, ο Νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης 10 χρόνων, για το αδίκημα της Κλοπής από κατοικία, ο Νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης 5 χρόνων και για το αδίκημα της Περιαγωγής σε ανικανότητα για αντίσταση με σκοπό διάπραξης κακουργήματος ή πλημμελήματος, ο Νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης διά βίου. Υπό τα περιστατικά της κρινόμενης περίπτωσης, ο κατηγορούμενος 3 ήταν το πρόσωπο που όχι μόνο προήγαγε τους πρώην κατηγορούμενους 1 και 2 για να διαρρήξουν το διαμέρισμα του θύματος και να το κλέψουν, αλλά τους παρότρυνε επιπρόσθετα, δίδοντας ρητές και σαφείς οδηγίες στον πρώην κατηγορούμενο 1, να αρπάξουν, κτυπήσουν και δέσουν το θύμα, αν χρειαζόταν, ώστε να επιτύχουν τον εν λόγω παράνομο σκοπό τους, αποδεχόμενος ταυτόχρονα και τις οποιεσδήποτε πιθανές συνέπειες θα επέφερε στο θύμα η υλοποίηση του σκοπού αυτού. Κατά την διάπραξη των αδικημάτων της διάρρηξης και κλοπής, οι πρώην κατηγορούμενοι 1 και 2 άρπαξαν, κτύπησαν και έδεσαν το θύμα, ως οι οδηγίες του κατηγορούμενου 3, με αποτέλεσμα όμως να επέλθει ο θάνατος του θύματος, ως συνέπεια των σοβαρών κτυπημάτων που του επέφεραν και του δεσίματος του, καθιστώντας το ανίκανο να αντιδράσει. Στη βάση αυτών των γεγονότων είναι που ο κατηγορούμενος 3 κρίθηκε ένοχος από το Δικαστήριο στο αδίκημα της ανθρωποκτονίας, με βάση το άρθρο 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, το οποίο ορίζει ως εξής: «Αν δύο ή περισσότεροι διαμορφώσουν κοινή πρόθεση για την επιδίωξη από κοινού κάποιου παράνομου σκοπού και κατά την επιδίωξη του σκοπού αυτού διαπραχτεί ποινικό αδίκημα τέτοιας φύσης, ώστε η διάπραξή του να ήταν πιθανή συνεπεία της επιδίωξης του πιο πάνω σκοπού, ο κάθε ένας από αυτούς, θεωρείται ότι διέπραξε το ποινικό αδίκημα.» Ό,τι προκύπτει από τα περιστατικά της υπόθεσης είναι ότι ο κατηγορούμενος 3, ως ο ιθύνων νους της όλης εγκληματικής ενέργειας, αφού εμπνεύστηκε και σχεδίασε την παράνομη είσοδο των πρώην κατηγορουμένων 1 και 2 στο διαμέρισμα του θύματος, ασκώντας κυρίαρχη εξουσία στη θέληση του πρώην κατηγορουμένου 1, εν τέλει κατέστησε αυτόν, ως και τον πρώην κατηγορούμενο 2, άβουλα όργανα του, τους οποίους και χρησιμοποίησε προς υλοποίηση του σκοπού του, που αρχικά ήταν η διάρρηξη και κλοπή. Όμως στο πλαίσιο υλοποίησης του σκοπού του, έδωσε τέτοιες οδηγίες σ΄ ό,τι αφορά τη μεταχείριση του θύματος - αρπαγή, κτυπήματα και δέσιμο του για εξάλειψη της οποιασδήποτε αντίδρασης του - στη βάση των οποίων, ως θέμα λογικής συνέπειας, αποδέχτηκε και τις συνέπειες που θα είχαν οι ενέργειες των πρώην κατηγορουμένων 1 και 2, στη σωματική ακεραιότητα και ζωή του θύματος. Κατά συνέπεια, δεν μας βρίσκει σύμφωνους η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου 3, ότι αυτός δεν συμμετείχε, εγκρίνοντας ή συμφωνώντας στη μετεξέλιξη της πρόθεσης των πρώην κατηγορουμένων 1 και 2, από κλοπή σε ηθελημένη ανθρωποκτονία. Και τούτο γιατί, όπως αναφέραμε πιο πάνω, το κυρίαρχο στοιχείο της συμμετοχής του κατηγορουμένου 3 στην όλη εγκληματική ενέργεια, ήταν η αποδοχή εκ μέρους του, των οποιωνδήποτε πιθανών συνεπειών θα επέφερε στο θύμα η υλοποίηση των ρητών οδηγιών του προς τον πρώην κατηγορούμενο 1, οι οποίες (συνέπειες) όπως αποκαλύπτουν τα γεγονότα, ήταν προβλεπτές σε όλη τους την έκταση και τελικά επέφεραν τον τραγικό θάνατο του θύματος. Εμφανίζεται συνεπώς, έντονο το στοιχείο της αδιαφορίας εκ μέρους του κατηγορούμενου 3, για τη ζωή του θύματος, εφόσον με δικές του οδηγίες, το άφησε ανυπεράσπιστο στα χέρια δύο ανδρών. Η πιο πάνω κατάληξη μας αναιρεί και την δεύτερη εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου 3 που αφορά την μη άσκηση βίας εκ μέρους του κατηγορούμενου 3 εναντίον του θύματος, εφόσον, όπως έχουμε ήδη επισημάνει, αυτός χρησιμοποίησε τους πρώην κατηγορούμενους 1 και 2, ως άβουλα όργανα του προς υλοποίηση του σκοπού του, εξ΄ ου και η καταδίκη του δυνάμει του άρθρου 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, το οποίο ρητά αναφέρει ότι «. ο κάθε ένας από αυτούς, θεωρείται ότι διέπραξε το ποινικό αδίκημα». Τονίζεται συναφώς ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία που έχει γίνει αποδεκτή, κατά το χρόνο που ο κατηγορούμενος 3 έδιδε τις οδηγίες στον πρώην κατηγορούμενο 1 για να αρπάξουν, κτυπήσουν και δέσουν το θύμα, δήλωσε και την προθυμία του να ήταν και ο ίδιος παρών. Συνεκτιμώντας τα πιο πάνω, καταλήγουμε ότι η εγκληματική δράση και συμπεριφορά του κατηγορούμενου 3, ουδόλως διαφοροποιείται από την εγκληματική δράση των πρώην κατηγορουμένων 1 και 2 και συνεπώς δεν δικαιολογείται η διαφοροποίηση της ποινής που θα του επιβληθεί, σε σχέση με την ποινή φυλάκισης των 13 και 10 χρόνων που επιβλήθηκε στους πρώην κατηγορούμενους 1 και 2 αντίστοιχα. Τονίζουμε στο σημείο αυτό ότι, κατά την επιβολή ποινής στους πρώην κατηγορούμενους 1 και 2, λήφθηκε μεταξύ άλλων, σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο η άμεση παραδοχή τους στην Αστυνομία και στο Δικαστήριο, η συνεργασία τους με την Αστυνομία, ως και η οικειοθελής επιστροφή του πρώην κατηγορούμενου 1 από την Βουδαπέστη στην Κύπρο και η άμεση παράδοση του στην Αστυνομία για να αντιμετωπίσει με βάση το Νόμο, τις συνέπειες των πράξεων του, στοιχεία που ελλείπουν στην περίπτωση του κατηγορούμενου 3. Σημειώνουμε ότι τα περιστατικά της υπόθεσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Μ. Binnington
(2008)2 Α.Α.Δ. 272, στην οποία μας παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 3, είναι διαφορετικά από τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. Και τούτο, γιατί στην εν λόγω υπόθεση, τονίστηκε ότι η συμμετοχή και η δράση των εφεσιβλήτων κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν δευτερεύουσα, σε αντίθεση με την δράση και την όλη συμπεριφορά του Harrington κατά τον ίδιο χρόνο, στοιχείο που εύλογα δικαιολογούσε τη διαφοροποίηση στην ποινική τους μεταχείριση. Στην παρούσα περίπτωση, όπως υποδείξαμε πιο πάνω, η συμμετοχή και η δράση του κατηγορούμενου 3, όχι μόνο δεν ήταν δευτερεύουσας σημασίας, αλλά αντίθετα, αυτός ήταν ο ιθύνων νους της όλης εγκληματικής ενέργειας. Περαιτέρω, στην εν λόγω υπόθεση Binnington, λήφθηκε υπόψη η πάροδος του χρονικού διαστήματος των 13 μηνών από την αθωωτική απόφαση του Κακουργιοδικείου μέχρι την επιβολή ποινής από το Εφετείο, ως και το νεαρό της ηλικίας των Εφεσιβλήτων, στοιχεία που απουσιάζουν στην παρούσα υπόθεση. Παρόμοια γεγονότα με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουμε εντοπίσει στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Μαγδαληνής Ελευθερίου
(2007)2 Α.Α.Δ. 294, στην οποία το Εφετείο, αποτιμώντας τη σοβαρότητα των πράξεων και ενεργειών της Εφεσίβλητης, έκρινε την επιβληθείσα σ΄ αυτήν ποινή φυλάκισης των 8 χρόνων, ως έκδηλα ανεπαρκή και την αύξησε σε 12 χρόνια φυλάκισης. Να τονίσουμε συναφώς ότι υπάρχει μια σημαντική ειδοποιός διαφορά στα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης, με τα γεγονότα της παρούσας. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Μ. Ελευθερίου, η Εφεσίβλητη, τυφλωμένη από ερωτικό πάθος για τον εραστή της, δεν έπραξε οτιδήποτε για να αποτρέψει την απόφαση του εραστή της να προκαλέσει σοβαρές σωματικές κακώσεις στο σύζυγο της. Στην παρούσα όμως υπόθεση, ο κατηγορούμενος 3 ήταν ο εμπνευστής του όλου σχεδίου και αυτός είναι που στρατολόγησε τους πρώην κατηγορούμενους 1 και 2 για υλοποίηση του. Ως μετριαστικούς παράγοντες θα προσμετρήσουμε προς όφελος του κατηγορούμενου 3, το λευκό ποινικό μητρώο του, σε συνδυασμό με τα στοιχεία του καλού του χαρακτήρα, όπως παρουσιάζονται μέσα από τις Βεβαιώσεις (Τεκμ. Α και Β), τα προβλήματα υγείας του, σύμφωνα με τα Ιατρικά Πιστοποιητικά (Τεκμ. Γ, Δ. και Ε), ως και τις επιπτώσεις της φυλάκισης στην οικογένεια του και ειδικότερα στο ανήλικο παιδί του και στην αρραβωνιαστικιά του, οι οποίες όμως, όπως αποφασίσθηκε στην υπόθεση Domotov κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328, σελ. 331, δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής. Τέλος, λαμβάνουμε υπόψη μας προς όφελος του κατηγορούμενου 3, τις προσωπικές του συνθήκες, τονίζοντας συγχρόνως την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων δεν παραβλέπονται, αλλά η σημασία τους είναι σαφώς μειωμένη και επηρεάζεται άμεσα από το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει να καλύπτει την ποινή. Η εξατομίκευση δεν πρέπει να εξουδετερώνει ή να αποδυναμώνει τη μέριμνα για προστασία της κοινωνίας [βλ. Redjep v. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 217, 221]. Όπως τονίστηκε και στην απόφαση Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 51, το στοιχείο της αποτροπής δεν αναφέρεται μόνο σε αποτροπή του ιδίου του κατηγορουμένου που είναι απίθανο να διαπράξει παρόμοιο αδίκημα στο μέλλον, αλλά στην αποτροπή άλλων από του να διαπράττουν παρόμοιας φύσης εγκλήματα, γνωρίζοντας ότι σε μια τέτοια περίπτωση η ποινή που θα επιβάλλεται από τα Δικαστήρια θα είναι αυστηρή, όπως αρμόζει σε ένα από τα σοβαρότερα εγκλήματα που προβλέπει ο Ποινικός Κώδικας, όπως το παρόν αδίκημα της ανθρωποκτονίας. Με αυτά τα δεδομένα και λαμβάνοντας υπόψη, αφενός μεν την σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε ο κατηγορούμενος 3 και αφετέρου τους πιο πάνω μετριαστικούς παράγοντες, επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο 3:
- Ποινή φυλάκισης 15 χρόνων στην 1η κατηγορία.
- Ποινή φυλάκισης 5 χρόνων στην 2η κατηγορία.
- Ποινή φυλάκισης 6 χρόνων στην 3η κατηγορία.
- Ποινή φυλάκισης 3 χρόνων στην 4η κατηγορία.
- Ποινή φυλάκισης 15 χρόνων στην 5η κατηγορία. Οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης να συντρέχουν και να αρχίζουν από 28.6.2016 που αυτός τελεί υπό κράτηση. Εκδίδεται Διάταγμα Κατάσχεσης και Καταστροφής του GPS (Τεκμήριο 100). (Υπ.).............. Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. (Υπ.)................ Μ. Αμπίζας, Α.Ε.Δ. (Υπ.)................ Α. Κ. Λυκούργου, Α.Ε.Δ /Πιστό Αντίγραφο /Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ