← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Παναγιώτης Αλεξάνδρου κ.α., Αρ. Υπόθ.: 6776/2016, 22/5/2017

Δημοκρατία ν. Παναγιώτης Αλεξάνδρου κ.α., Αρ. Υπόθ.: 6776/2016, 22/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ/ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Σύνθεση: Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Μ. Αμπίζας, Α.Ε.Δ. Α. Κ. Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθ.: 6776/2016 Δημοκρατία -ν-

  1. Plamen Tsvetkov Pelov
  2. Daniel Yordanov Slavchev
  3. Παναγιώτης Αλεξάνδρου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 22.5.
  4. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Θ. Παπανικολάου. Για τον Κατηγορούμενο 3: Ο κ. Γ. Α. Γεωργίου. Κατηγορούμενος 3: Παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζει συνολικά πέντε

(5)κατηγορίες οι οποίες αφορούν το αδίκημα: (α) της ανθρωποκτονίας κατά παράβαση των άρθρων 205
(1)
(3), 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία) (β) της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 291, 292(α) και 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (2η κατηγορία) (γ) της διάρρηξης κατοικίας κατά τη διάρκεια της νύκτας, κατά παράβαση των άρθρων 291, 292(α), 255, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (3η κατηγορία) (δ) της κλοπής από κατοικία, κατά παράβαση των άρθρων 255, 266(β), 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (4η κατηγορία) και (ε) της περιαγωγής σε κατάσταση ανικανότητας για αντίσταση με σκοπό διάπραξης κακουργήματος ή πλημμελήματος, κατά παράβαση των άρθρων 226, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (5η κατηγορία). Για απόδειξη των πιο πάνω κατηγοριών, η Κατηγορούσα Αρχή στηρίζεται σε από κοινού δηλωθέντα παραδεκτά γεγονότα και στη μαρτυρία οκτώ
(8)ΜΚ, ενώ ο κατηγορούμενος 3, όταν κλήθηκε σε απολογία και αφού πληροφορήθηκε τα δικαιώματα του, επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση και δεν προσκόμισε μαρτυρία. Η παράθεση της προσαχθείσας μαρτυρίας θα γίνει σε τέσσερις ενότητες. Στην πρώτη θα εκτεθούν τα παραδεκτά γεγονότα. Στη δεύτερη θα παραθέσουμε σύνοψη της μαρτυρίας των αστυνομικών, δηλαδή των Αστ. 2196 Νεόφυτου Θεοδοσίου (ΜΚ1), Αστ. 1155 Μιχάλη Στεφάνου (ΜΚ2), Λοχ. 1916 Γιώργου Χαραλάμπους (ΜΚ3), Αστ. 1766 Κυριάκου Μουττά (ΜΚ5), Αστ. 311 Στέλιου Αναστάση (ΜΚ6) και Αστ. 3967 Χρίστου Κημήτρη (ΜΚ8). Στην τρίτη θα παραθέσουμε σύνοψη της μαρτυρίας του Μάριου Μιχαήλ (ΜΚ4) και του Plamen Tsvetkvov Pelov (ΜΚ7) και στην τέταρτη την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου
  1. Τα παραδεκτά γεγονότα, τα οποία αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου, έχουν ως ακολούθως:
  2. Την 31.10.2015 και περί ώρα 03:00, η Liudmila Savva στενή φίλη της Daniela Rosca 35 ετών, τέως από τη Μολδαβία (στο εξής το θύμα), διαπίστωσε ότι, οι διαδικτυακές εφαρμογές που χρησιμοποιούσε το θύμα για επικοινωνία ήταν απενεργοποιημένες. Αυτό το γεγονός την ανησύχησε, αφού γνώριζε ότι αυτή χρησιμοποιούσε συνεχώς και επί 24ώρου βάσεως τις διαδικτυακές εφαρμογές και έτσι ενημέρωσε δύο φίλες της που διαμένουν στη Κύπρο, την Τατιάνα Baran Χαραλάμπους και την Natalia Secrier. Την 1.11.2015 και ώρα 19:45 αυτές επισκέφθηκαν το διαμέρισμα του θύματος, στην πολυκατοικία CITY WITCH 4, διαμέρισμα 303, στην οδό Τουζ Χανέ 56 στην Λάρνακα και με τη βοήθεια κλειδαρά εισήλθαν εντός του, όπου και την εντόπισαν νεκρή.
  3. Την 31.10.2015 και μεταξύ των ωρών 03:00-05:00, ένοικοι άλλων διαμερισμάτων της πολυκατοικίας που διέμενε το θύμα, ανέφεραν ότι ξύπνησαν από δυνατό θόρυβο, ο οποίος προερχόταν από το διαμέρισμα του θύματος.
  4. Το θύμα εντοπίστηκε σε ένα από τα υπνοδωμάτια του διαμερίσματος, όχι το κυρίως, στο πάτωμα δίπλα από το κρεβάτι μπρούμυτα, με το κεφάλι της να βρίσκεται πάνω σε μαξιλάρι και με τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα με κορδόνι (Τεκμήριο 88). Το κορδόνι, το οποίο χρησιμοποιήθηκε για το δέσιμο των χεριών του θύματος, είχε αφαιρεθεί από χάρτινη τσάντα του καταστήματος TIMINIS. Η τσάντα TIMINIS, εντοπίστηκε στο κυρίως υπνοδωμάτιο και εικονίζεται στις φωτογραφίες 7 και 9 του Τεκμηρίου
  5. Από εξετάσεις διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχαν ίχνη παραβίασης στην πόρτα εισόδου του διαμερίσματος ούτε στην πόρτα του μπαλκονιού. Περαιτέρω διαπιστώθηκε ότι το παράθυρο του μπάνιου (φωτογραφία 49 του Τεκμηρίου 91) το οποίο επικοινωνεί με τον φωταγωγό της πολυκατοικίας του θύματος ήταν ανοικτό. Στον τοίχο του φωταγωγού της πολυκατοικίας του θύματος και πλησίον του παραθύρου του μπάνιου, εντοπίστηκαν ίχνη μαυρίσματος από τρίψιμο παπουτσιού (φωτογραφίες 31, 32 και 33 του Τεκμηρίου 91), καθώς επίσης και ίχνη τριψίματος σχοινιού στη γωνία του τοίχου στο φωταγωγό της πολυκατοικίας του θύματος (φωτογραφίες 34, 35, 36 και 37 του Τεκμηρίου 91).
  6. Το σχοινί μήκους 12 μέτρων και 40 εκατοστών (Τεκμήριο 67) και μια ζώνη ανάρτησης που φέρει ζώνες ασφαλείας και δύο γάντζους μάρκας Sam (Τεκμήριο 68) ανήκουν στον Daniel Stoican, ο οποίος έχει παιχνίδια τραμπολίνο και τα χρησιμοποιεί για την λειτουργία τους. Η ζώνη αυτή και το σχοινί χρησιμοποιούνται για αναρρίχηση και καταρρίχηση. Αυτά είχαν δοθεί από τον Daniel Stoican κατά τον μήνα Οκτώβριο του 2015 στον Daniel Yordanov Slavchev (πρώην κατηγορούμενο 2) και χρησιμοποιήθηκαν για την διάρρηξη του διαμερίσματος του θύματος.
  7. Τόσο στο υπνοδωμάτιο όπου εντοπίστηκε το θύμα όσο και στο κυρίως, υπήρχε ακαταστασία. Στο σαλόνι εντοπίστηκαν, το τραπεζάκι του καθιστικού σπασμένο και κηλίδες αίματος στο χαλί και στους καναπέδες του καθιστικού. Από περαιτέρω επιστημονικές εξετάσεις ταυτίστηκε σε επίπεδο μοριακής γενετικής (DNA) ότι το αίμα στο χαλί, στους καναπέδες και στο μαξιλάρι (επί του οποίου ήταν τοποθετημένο το κεφάλι του θύματος) ανήκει στο θύμα.
  8. Για την παρούσα υπόθεση είχαν συλληφθεί και καταδικαστεί κατόπιν παραδοχής τους, ο Daniel Yordanov Slavchev (πρώην κατηγορούμενος 2) σε 10 χρόνια φυλάκιση και ο Plamen Tsvetkov Pelov (πρώην κατηγορούμενος 1, ΜΚ7) σε 13 χρόνια φυλάκιση.
  9. Από το σχοινί με το οποίο ήταν δεμένα τα χέρια του θύματος (Τεκμήριο 6) απομονώθηκε ποσότητα μεικτού γενετικού υλικού, με κύρια συνεισφορά το γενετικό υλικό του Daniel Yordanov Slavchev, το οποίο ταυτίστηκε επιστημονικά με τον ίδιο.
  10. Το θύμα έφερε εμφανείς κακώσεις σε όλο το σώμα του και το κεφάλι ήταν παραμορφωμένο. Ο θάνατος του θύματος προήλθε από ασφυξία συνεπεία εισρόφησης αίματος, βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση και εσωτερκή αιμορραγία. Είχε αποβιώσει οκτώ με δώδεκα ώρες προ του εντοπισμού της. Διαπιστώθηκε περαιτέρω ότι το θύμα δεν απεβίωσε αμέσως μετά τα κτυπήματα αλλά ώρες μετά (30 περίπου ώρες).
  11. Την 31.10.2015 και περί ώρα 03:00, από το διαμέρισμα του θύματος κλάπηκαν τα εξής: κινητό τηλέφωνο μάρκας Samsung Galaxy Note 4 (Τεκμήριο 76, φωτογραφίες 25 και 26 του Τεκμηρίου 95), κινητό τηλέφωνο μάρκας i-Phone (Τεκμήριο 81, φωτογραφίες 19 και 20 του Τεκμηρίου 96), i-pad (Τεκμήριο 74, φωτογραφίες 1, 2 και 3 του Τεκμηρίου 96), ιδιοκτησίας του θύματος, όλα συνολικής αξίας 1.500 ευρώ. Από το διαμέρισμα είχαν κλαπεί και τα δύο διαβατήρια και τα κλειδιά του θύματος.
  12. Μέρος των πιο πάνω κλοπιμαίων εντοπίστηκαν κατόπιν υπόδειξης του πρώην κατηγορούμενου 2 στην περιοχή όπου καταστράφηκαν από τον πρώην κατηγορούμενο 2 και ΜΚ
  13. Πρόκειται για δύο διαβατήρια, το i-pad, κινητό τηλέφωνο μάρκας i-Phone, κινητό τηλέφωνο μάρκας Samsung Galaxy Note 4, τα οποία εντοπίστηκαν καμένα. Στο ίδιο σημείο εντοπίστηκαν καμένη φανέλα και ρούχινο γάντι.
  14. Κατόπιν διατάγματος δικαστηρίου για αποκάλυψη τηλεπικοινωνιακών δεδομένων διαπιστώθηκε νομότυπα ότι: κάτοχος του αριθμού τηλεφώνου 97697244 είναι ο Plamen Tsvetkov Pelov (MK7), κάτοχος του αριθμού τηλεφώνου 99241754 είναι ο Παναγιώτης Αλεξάνδρου (Κατηγορούμενος 3), κάτοχος του αριθμού τηλεφώνου 99475922 είναι ο Μάριος Μιχαήλ (MK4) και κάτοχος του αριθμού τηλεφώνου 99293248 είναι ο πρώην κατηγορούμενος
  15. Κατόπιν διαταγμάτων του Δικαστηρίου (νομότυπα), πάρθηκαν από τους, κυρία Τασούλα Μερακληγιάννη αποτελέσματα τηλεπικοινωνιακών δεδομένων της εταιρείας CYTA (Τεκμήρια 57, 58, 63, 64 και 66) και κύριο Γιάννη Κοφτερό αποτελέσματα τηλεπικοινωνιακών δεδομένων της εταιρείας ΜΤΝ (Τεκμήρια 54, 55, 59, 60, 61, 62 και 65). Στα αποτελέσματα των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων, διαφαίνονται οι εισερχόμενες και εξερχόμενες κλήσεις, οι κλήσεις προώθησης, οι ανεπιτυχείς κλήσεις προώθησης και αναπάντητες των προσώπων που καταγράφονται στην παράγραφο 12 ανωτέρω.
  16. Η σκηνή φρουρείτο και για αυτό δεν επενέβηκε οποιοσδήποτε στην σκηνή και δεν αλλοιώθηκε με οποιοδήποτε τρόπο. Όλα τα τεκμήρια παραλήφθηκαν νομότυπα, διακινήθηκαν, εξετάστηκαν χωρίς να αλλοιωθούν μέχρι την κατάθεση τους στο Δικαστήριο. Στα τεκμήρια δεν επενέβηκε οποιοσδήποτε έτσι ώστε να αλλοιωθούν ή να μολυνθούν ή επιμολυνθούν.
  17. Το περιεχόμενο δύο εκθέσεων ημερομηνίας 30.6.2016 των Αστ. 4251 και 782 (Τεκμήριο 97) είναι αληθές και σχετίζεται με το Τεκμήριο 100 (GPS).
  18. Η αλήθεια του περιεχομένου της κατάθεσης του Πανίκου Σουτζιή ημερ. 27.6.16 (Τεκμήριο 111) είναι παραδεκτή και από τις δύο πλευρές. Ο Πανίκος Σουτζιής είναι ιδιοκτήτης του ταξιδιωτικού γραφείου Lefkothea Travel & Tours Ltd στη Λάρνακα και συνεργάζεται με το τουριστικό γραφείο Orthodoxou Travel για σκοπούς έκδοσης εισιτηρίων. Στις 3.11.15 προσήλθε στο γραφείο του κάποιο πρόσωπο το οποίο του παρουσίασε βουλγάρικο διαβατήριο στο όνομα του ΜΚ7 και του ζήτησε την έκδοση εισιτηρίου επ' ονόματι του με αναχώρηση από Λάρνακα για Βουδαπέστη την ίδια ημέρα. Μετά από ενέργειες του έκδωσε εισιτήριο επ' ονόματι του ΜΚ7 με την πτήση W62452, της αεροπορικής εταιρείας WIZZAIR με αναχώρηση η ώρα 20.15 της ίδιας ημέρας (αντίγραφο διαβατηρίου του ΜΚ7 και του εκδοθέντος εισιτηρίου επισυνάπτονται στο Τεκμήριο 111). Ακολουθεί η παράθεση της μαρτυρίας της δεύτερης ενότητας, η οποία αφορά τη μαρτυρία των αστυνομικών (ΜΚ1, ΜΚ2, ΜΚ3, ΜΚ5, ΜΚ6 και ΜΚ8). Ο ΜΚ1 υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας και είναι τοποθετημένος στο ΤΑΕ. Την 1.11.2015 και περί ώρα 20:35 μετέβηκε με τον Ανώτ. Υπαστυνόμο Χρ. Παπαδημητρίου στην σκηνή, η οποία βρισκόταν στην περιοχή Μακένζυ στη Λάρνακα, στο διαμέρισμα αρ. 303, της Πολυκατοικίας City Witch 4, στην οδό Τουζ Χανέ
  19. Εκεί ορίστηκε ως μέλος της ανακριτικής ομάδας και συγκεκριμένα ως υπεύθυνος τεκμηρίων. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε κατάλογο διακίνησης τεκμηρίων (Τεκμήριο Χ), ως και τα Τεκμήρια 1-85, με κοινή δήλωση ότι η διακίνηση όλων των τεκμηρίων, όπως παρουσιάζεται στο Τεκμήριο Χ, είναι ορθή. Το τι αντιπροσωπεύει το κάθε ένα από αυτά θα εκτεθεί, εφόσον χρειάζεται, στο κατάλληλο στάδιο. Κατέθεσε επίσης βιβλιάρια φωτογραφιών (Τεκμήρια 88 - 96). Ανέφερε περαιτέρω στη μαρτυρία του ότι μετά την άφιξη του στη σκηνή, εισήλθε στο πιο πάνω διαμέρισμα. Σ΄ ένα από τα υπνοδωμάτια, υπήρχε το πτώμα του θύματος, το οποίο είχε δεμένα τα χέρια στο πίσω μέρος του σώματος και υπήρχαν εμφανή κτυπήματα στο κεφάλι. Στο καθιστικό του διαμερίσματος υπήρχε ακαταστασία και συγκεκριμένα ένα τραπεζάκι σπασμένο και λίγα αντικείμενα πεταγμένα στο έδαφος. Υπήρχαν κηλίδες αίματος στον ένα από τους καναπέδες και στο πάτωμα. Επίσης μεγάλη ακαταστασία υπήρχε και στο κυρίως υπνοδωμάτιο του διαμερίσματος αφού υπήρχαν πολλά ρούχα πεταγμένα έξω από το ερμάρι του υπνοδωματίου. Περί ώρα 21:00 αφίχθηκε στη σκηνή ο Ιατροδικαστής Δρ Νικόλας Χαραλάμπους, ο οποίος στην παρουσία του εξέτασε το θύμα και πιστοποίησε το θάνατό της. Αυτός ανέφερε ότι λόγω της ακαμψίας του πτώματος διαπίστωσε ότι ο θάνατος της προήλθε πριν από 8-12 ώρες. Ακολούθως και περί ώρα 23:40 αφίχθηκε στην σκηνή και ο Ιατροδικαστής Δρ Σοφοκλής Σοφοκλέους. Στη συνέχεια οι εν λόγω Ιατροδικαστές, διενήργησαν αυτοψία στην σκηνή, στην παρουσία του και στην παρουσία των μελών της ΥΠ.ΕΓ.Ε.. Κατά τη διάρκεια της αυτοψίας, τα χέρια, τα πόδια και το κεφάλι του θύματος, τοποθετήθηκαν μέσα σε χάρτινους φακέλους και σφραγίστηκαν με σκοπό να προστατευθεί οποιαδήποτε μαρτυρία που τυχόν θα υπήρχε σε αυτά. Την ίδια ημέρα και περί ώρα 23:40, με τη βοήθεια των Λοχ. 1418 και Αστ. 3967, παρέλαβε από την σκηνή την σορό του θύματος, την οποία μετέφερε στο νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας και παρέδωσε στον Ιατροδικαστή Δρ Νικόλα Χαραλάμπους. Η σορός μεταφέρθηκε στη συνέχεια στο ακτινολογικό τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας, όπου διενεργήθηκε αξονική τομογραφία, στην παρουσία του και στην παρουσία των πιο πάνω Ιατροδικαστών. Ακολούθως, η σορός μεταφέρθηκε από τον ίδιο και μέλη του προσωπικού του Νοσοκομείου και στο νεκροτομείο Λάρνακας όπου οι πιο πάνω Ιατροδικαστές διενήργησαν νεκροτομή επί της σορού. Κατά τη διάρκεια της νεκροτομής αφαιρέθηκαν από την σορό διάφορα κοσμήματα που έφερε το θύμα, τα οποία και παρέλαβε για να παραδώσει στους συγγενείς. Πρόκειται για τρία δακτυλίδια και ένα σκουλαρίκι που έφερε στον ομφαλό του (Τεκμήριο 89, φ. 8,9,20). Την ίδια ημέρα και ώρα 09:20, μετέβηκε εκ νέου στην σκηνή. Η πόρτα του διαμερίσματος ήταν κλειδωμένη. Περί ώρα 09:35 αφίχθηκε και ο Ιατροδικαστής Δρ Νικόλας Χαραλάμπους. Με τα κλειδιά που είχε παραλάβει από την Αστ. 3241 ξεκλείδωσε την πόρτα του διαμερίσματος και ακολούθως και μεταξύ των ωρών 09:45-15:30 η σκηνή εξετάστηκε επιστημονικά από το κλιμάκιο της ΥΠ.ΕΓ.Ε. στην παρουσία του και στην παρουσία του Ιατροδικαστή Δρ Νικόλα Χαραλάμπους. Από το κυρίως υπνοδωμάτιο του διαμερίσματος παρέλαβε ένα νάιλον σακούλι το οποίο περιείχε διάφορα χρυσαφικά, το οποίο ήταν κρυμμένο εντός φωτιστικού, χρώματος μπλε, σε σχήμα μήλου, το οποίο βρισκόταν στο πάτωμα εντός του κυρίως υπνοδωματίου (Τεκμήρια 88, φ. 50, 95-101). Την 20.6.2016 και μεταξύ των ωρών 12:00-12:30, μαζί με τον Λοχ. 1916, ανέκριναν προφορικά τον πρώην κατηγορούμενο 2, από την Βουλγαρία, ο οποίος είχε συλληφθεί για την παρούσα υπόθεση ως ύποπτος. Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης η οποία έγινε με τη βοήθεια διερμηνέα, ο πρώην κατηγορούμενος 2 εξέφρασε την επιθυμία να προβεί σε γραπτή κατάθεση, όπως και έπραξε. Την 21.6.2016 και ώρα 10:00, μαζί με τους Α/Αστ. 1766 Κ. Κωνσταντίνου, Α/Αστ. 3138 Α. Αθανασίου και Αστ. 488 Σ. Θεοδώρου του ΤΑΕ Λάρνακας, καθώς και τη διερμηνέα, παρέλαβε από τον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου, τον πρώην κατηγορούμενο 2 με σκοπό να τους οδηγήσει και να τους υποδείξει τις περιοχές που έχουν σχέση με τη διάπραξη των αδικημάτων τα οποία παραδέχθηκε ότι διέπραξε μαζί με τον ΜΚ7, επίσης από τη Βουλγαρία. Ζήτησε από τον πρώην κατηγορούμενο 2 να τους οδηγήσει αρχικά στην περιοχή που ανέφερε στη θεληματική του κατάθεση ως την περιοχή που μαζί με τον ΜΚ7 μετέφεραν, έσπασαν, έκαψαν και στο τέλος έθαψαν σε δύο διαφορετικά σημεία τα αντικείμενα που έκλεψαν από το διαμέρισμα του θύματος. Ο πρώην κατηγορούμενος 2 τους οδήγησε σε περιοχή που βρίσκεται στην δεξιά πλευρά του παλαιού δρόμου Κόσιης - Αθηένου. Προέβηκαν σε έρευνα στην περιοχή μεταξύ των ωρών 10:15-10:45 χωρίς ωστόσο να κατορθώσουν να εντοπίσουν το ακριβές σημείο. Ζήτησε από τον πρώην κατηγορούμενο 2 να τους οδηγήσει στο δεύτερο σημείο, όπως και έπραξε. Μεταξύ των ωρών 10:58-11:13 ερεύνησαν την περιοχή, χωρίς κανένα θετικό αποτέλεσμα. Ακολούθως και μεταξύ των ωρών 10:52-12:58 ο πρώην κατηγορούμενος 2 τους οδήγησε και τους υπέδειξε 14 συνολικά σημεία που είχαν σχέση με τη διάπραξη των αδικημάτων που παραδέχθηκε. Σε κάθε περίπτωση ξεχωριστά, με τη βοήθεια της διερμηνέως, του εφιστούσε την προσοχή του στο Νόμο, έδιδε μια απάντηση την οποία η διερμηνέας έγραφε στο σχετικό έντυπο υπόδειξης σκηνών, του την διάβαζε και ως ορθή την υπέγραφε στην παρουσία του [Τεκμήριο 86
(1)
(2)]. Μεταξύ των σκηνών που τους υπέδειξε ήταν και το σημείο όπου έδεσαν τα σχοινιά στην οροφή της πολυκατοικίας. Από εξετάσεις που έκανε στο σημείο αυτό διαπίστωσε ότι υπήρχε σημείο τριψίματος του σχοινιού στη γωνία του τοίχου στον φωταγωγό της πολυκατοικίας. Επίσης υπήρχε στον τοίχο του φωταγωγού σημάδι τριψίματος παπουτσιού. (Τεκμήριο 91, φ.28, 35, 29). Την ίδια ημέρα κάλεσε στα γραφεία του ΤΑΕ Λάρνακος τον Daniel Stoican, αφού όπως του ανάφερε ο πρώην κατηγορούμενος 2, αυτός ήταν το πρόσωπο από το οποίο δανείστηκε το σχοινί και την ζώνη. Όταν ο Daniel Stoican προσήλθε στα γραφεία του ΤΑΕ του ανάφερε ότι όλο τον εξοπλισμό του τον είχε μέσα στο αυτοκίνητο του. Στη συνέχεια, στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας και μετά από σχετική γραπτή συγκατάθεση του Daniel Stoican για έρευνα του οχήματος του, διενήργησε έρευνα στο όχημα με αρ. εγγραφής ΗΤΡ277, στην παρουσία του Daniel Stoican και του πρώην κατηγορούμενου
  1. Κατά τη διάρκεια της έρευνας ο πρώην κατηγορούμενος 2 υπέδειξε ένα τεμάχιο σχοινιού και μια ζώνη ανάρτησης. Αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο απάντησε «Είναι ίδια με αυτά που δανείστηκα τον Οκτώβριο». Την 23.6.2016 και ώρα 06:00 στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου συγκροτήθηκε ομάδα έρευνας. Μαζί τους μετέφεραν και τον πρώην κατηγορούμενο 2 με σκοπό εάν εντοπιστεί συγκεκριμένο σημείο, αυτό να γίνει στην παρουσία του. Περί ώρα 06:15 ξεκίνησαν την έρευνα στην πρώτη από τις δύο περιοχές που τους είχε υποδείξει στις 21.6.
  2. Περί ώρα 07:00, ο Ε/Αστ. 5720 Δ. Θεοδώρου, του Κλάδου Πυροτεχνουργών της Μ.Μ.Α.Δ. αναγνώρισε ηχητική ένδειξη από τον ανιχνευτή μετάλλων που χρησιμοποιούσε και στο σημείο της ισχυρότερης ηχητικής κατάδειξης σταμάτησε. Του υπέδειξε σημείο και με φτυάρι που κρατούσε, μετακίνησε λίγο το χώμα και εμφανίστηκε όγκος καμένων αντικειμένων. Μερίμνησε και μεταφέρθηκε στο συγκεκριμένο σημείο ο πρώην κατηγορούμενος 2 και αφού του υπέδειξε το συγκεκριμένο σημείο και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο στην Ελληνική γλώσσα, απάντησε «Ναι νομίζω αυτό είναι το σημείο». Ακολούθως και μεταξύ των ωρών 07:30-08:25 μαζί με την ομάδα έρευνας, συνέχισαν τις έρευνες στην δεύτερη περιοχή που τους υπέδειξε ο πρώην κατηγορούμενος 2, χωρίς ωστόσο να εντοπίσουν το δεύτερο σημείο. Την 26.6.2016 πληροφορήθηκε από συναδέλφους του ότι ο ΜΚ7 κατά την προφορική του ανάκριση επέμενε ότι το κορδόνι με το οποίο ο ίδιος και ο πρώην κατηγορούμενος 2 έδεσαν τα χέρια του θύματος, το βρήκαν μέσα στο κυρίως υπνοδωμάτιο του διαμερίσματος του θύματος. Κατά την εξέταση που έκανε στο βιβλιάριο με φωτογραφίες (Τεκμήριο 88), πρόσεξε ότι στην φωτογραφία με αρ. 7 και 9 υπήρχε μια χάρτινη τσάντα χρώματος μαύρου με την επιγραφή TIMINIS. Πρόσεξε ότι στη συγκεκριμένη τσάντα, περίπου στο μέσο, υπήρχε ένα κομμάτι κορδονιού, κομμένο, όμοιο με αυτό με το οποίο ήταν δεμένο το θύμα, ενώ απουσίαζε εμφανώς το κορδόνι που υπάρχει σε τέτοιου είδους τσάντες και χρησιμοποιείται ως «χέρι» για την μεταφορά τους. Ως εκ τούτου, ζήτησε από τον ΜΚ8, όπως προβεί σε ενέργειες για να εντοπίσει μια τέτοια τσάντα (αφού αυτή από την σκηνή δεν ήταν πλέον διαθέσιμη) για σκοπούς σύγκρισης του κορδονιού της με αυτό που ήταν δεμένο το θύμα. Την 27.6.2016 και μεταξύ των ωρών 10:45-12:12 ο ΜΚ7 τον οδήγησε μαζί με τον Α/Αστ. 265 Β. Βασιλείου, τον Αστ. 1155 Μ. Στεφάνου, τον Αστ. 947 Π. Δημητρίου και την διερμηνέα και τους υπέδειξε 13 συνολικά σημεία που είχαν σχέση με τη διάπραξη των αδικημάτων που παραδέχθηκε ότι διέπραξε. Σε κάθε περίπτωση ξεχωριστά, με τη βοήθεια της διερμηνέως, του εφιστούσε την προσοχή του στο Νόμο, έδιδε μια απάντηση την οποία η διερμηνέας έγραφε στο σχετικό έντυπο υπόδειξης σκηνών, του την διάβαζε και ως ορθή την υπέγραφε στην παρουσία του [Τεκμήριο 87
(1)
(2)]. Ο ΜΚ2 υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας, είναι τοποθετημένος στο ΤΑΕ και αποτελεί μέρος της ανακριτικής ομάδας διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τα Τεκμήρια 98 - 101 και αναφορά στο τι αντιπροσωπεύει το καθένα θα γίνει στο κατάλληλο στάδιο. Στις 24.6.2016 και μεταξύ των ωρών 15:35-16:40, στα γραφεία του ΤΑΕ Λάρνακας, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 3 ο οποίος τελούσε υπό κράτηση για την παρούσα υπόθεση (Τεκμήριο 102). Μετά το τέλος της κατάθεσης, του την διάβασε και τον πληροφόρησε ότι μπορούσε εάν ήθελε να κάνει αλλαγές, προσθήκες ή αφαιρέσεις στο περιεχόμενο της. Αφού ανάφερε ότι είναι ορθή την εκτύπωσε και του την έδωσε, την ανέγνωσε και ως ορθή υπέγραψε κάθε απάντηση και κάθε σελίδα της στην παρουσία του. Ακολούθως του υπαγόρευσε και έγραψε ιδιοχείρως το σχετικό λεκτικό πιστοποίησης το οποίο επίσης υπέγραψε στην παρουσία του. Στις 26.6.2016 και μεταξύ των ωρών 15:30-18:50 μαζί με τον Λοχ. 1916 ανέκριναν προφορικά τον ΜΚ7, ο οποίος είχε συλληφθεί για την παρούσα υπόθεση ως ύποπτος. Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης η οποία έγινε με τη βοήθεια της διερμηνέως, ο ΜΚ7 ζήτησε και είχε προσωπική συνάντηση με τον Δικηγόρο του. Ακολούθως εξέφρασε την επιθυμία να δώσει κατάθεση, πρόθεση που μετέφερε ο δικηγόρος του τόσο στον ίδιο όσο και στον Λοχ.
  1. Η κατάθεση καταγράφηκε από την διερμηνέα μεταξύ των ωρών 15:30-18:
  2. Μετά το τέλος της κατάθεσης, κάλεσε την διερμηνέα και τον πληροφόρησε ότι μπορούσε να αλλάξει, να προσθέσει ή να αφαιρέσει οτιδήποτε θέλει. Είπε ότι είναι ορθή και την υπέγραψε στην παρουσία του, στην παρουσία του Λοχ. 1916 και στην παρουσία της διερμηνέως. Στη συνέχεια του υπαγόρευσε και έγραψε ιδιοχείρως το σχετικό λεκτικό πιστοποίησης το οποίο επίσης υπέγραψε στην παρουσία του, στην παρουσία του Λοχ. 1916 και στην παρουσία της διερμηνέως. Ο ΜΚ3 υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας. Είναι τοποθετημένος στο ΤΑΕ και ειδικευμένος φωτογράφος δακτυλοσκόπος της Αστυνομίας. Την 1.11.2015 και περί ώρα 21:00, αφού ενημερώθηκε για το θάνατο του θύματος, μετέβηκε στη σκηνή. Εισήλθε στο διαμέρισμα του θύματος (στην οδό Τουζ Χανέ στη Λάρνακα) και είδε ότι το θύμα βρισκόταν ξαπλωμένο μπρούμυτα στο πάτωμα σε ένα από τα υπνοδωμάτια, με δεμένα τα χέρια με κορδόνι στο πίσω μέρος του σώματος της (πισθάγκωνα). Το κεφάλι της έφερε εμφανείς κακώσεις από κτυπήματα και ήταν τοποθετημένο πάνω σε μαξιλάρι. Επίσης διαπίστωσε ότι στο σαλόνι υπήρχε σπασμένο τραπεζάκι και κηλίδες αίματος στο χαλί και στους καναπέδες του καθιστικού. Επίσης διαπίστωσε ότι υπήρχε ακαταστασία στο κυρίως υπνοδωμάτιο του διαμερίσματος. Περί ώρα 22:30 αναζήτησε μαζί με τον ΜΚ6, τον κατηγορούμενο 3 με τον οποίο το θύμα διατηρούσε ερωτικό δεσμό. Μετέβηκαν στο πατρικό του σπίτι στην οδό Εύξεινου Πόντου 23 στα Λιβάδια Λάρνακας, όπου η μητέρα του, Μιράντα Αλεξάνδρου, τους ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 3 θα επέστρεφε σπίτι σε λίγο, όπως και έγινε. Ζήτησαν από τον κατηγορούμενο 3 να τους ακολουθήσει στο Τμήμα για ανάκριση σχετικά με το θύμα, πράγμα το οποίο έκαμε. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής φαινόταν άνετος και συνομίλησε στο κινητό του τηλέφωνο με την αρραβωνιαστικιά του, πληροφορώντας την ότι θα πήγαινε στην Αστυνομία για μία κατάθεση και θα επέστρεφε. Στο ΤΑΕ Λάρνακας πληροφόρησε τον κατηγορούμενο 3 ότι το θύμα εντοπίστηκε σκοτωμένο και αυτός ξαφνιάστηκε. Επανέλαβε την φράση «σκοτωμένη» υποβάλλοντας ερώτηση και κάθισε σαστισμένος. Τις επόμενες μέρες το ΤΑΕ Λάρνακας διενεργούσε εξετάσεις και ανακρίσεις για την εξιχνίαση της υπόθεσης. Πληροφορήθηκε από την ανακριτική ομάδα ότι στις 20.11.2015 παρουσιάστηκε στο ΤΑΕ Λάρνακας, ο Μάριος Μιχαήλ (ΜΚ4), ο οποίος παρέδωσε μια συσκευή εντοπισμού και παρακολούθησης (GPS) την οποία περί τις αρχές Σεπτεμβρίου 2015 ο κατηγορούμενος 3 του ζήτησε να του δανείσει, πράγμα το οποίο έκαμε μέσω ενός φίλου του κατηγορουμένου 3 με το όνομα Plamen. Επίσης πληροφορήθηκε ότι ο ΜΚ4 βοήθησε τον κατηγορούμενο 3 στη λειτουργία της συσκευής και ότι μερικές φορές μετέβηκε μαζί του σε σημεία όπου εντοπιζόταν το στίγμα του αυτοκινήτου που παρακολουθείτο και του υπέδειξαν ένα BMW χρώματος γκρίζο στο οποίο τοποθέτησαν την συσκευή. Επίσης ενημερώθηκε ότι πιστοποιήθηκαν τα στοιχεία του εν λόγω αλλοδαπού και διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για τον ΜΚ7 ο οποίος αναζητήθηκε χωρίς να γίνει κατορθωτός ο εντοπισμός του, αφού στις 3.11.2015 αναχώρησε από την Κύπρο με τη σύζυγο και την ανήλικη κόρη του, παίρνοντας μαζί του όλη την περιουσία του. Στις αρχές Μαρτίου ενημερώθηκε ότι εκδόθηκε διάταγμα αποκάλυψης τηλεπικοινωνιακών δεδομένων του τηλεφωνικού αριθμού του ΜΚ7 και από την ανάλυση τους, διαπιστώθηκε ότι εντός του χρονικού διαστήματος που διαπράχθηκε το αδίκημα, το κινητό του τηλέφωνο, λάμβανε σήμα από κεραία της Α.ΤΗ.Κ. η οποία καλύπτει με σήμα την σκηνή του αδικήματος και είχε συχνή επικοινωνία με τηλεφωνικό αριθμό ο οποίος ανήκει στον πρώην κατηγορούμενο 2, πράγμα που επιβεβαιώθηκε και από διάταγμα αποκάλυψης τηλεπικοινωνιακών δεδομένων του πρώην κατηγορούμενου
  3. Την 7.3.2016 έλαβε μέρος σε προφορική ανάκριση του πρώην κατηγορούμενου
  4. Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 23:20-23:59 ο πρώην κατηγορούμενος 2 ζήτησε να τους υποδείξει τους χώρους που ανάφερε στην προφορική ανάκριση του, πράγμα το οποίο έκαμε. Στις 14.6.2016 ενημερώθηκε από τον υπεύθυνο ΤΑΕ ότι από την εξέταση παρειακών επιχρισμάτων που λήφθηκαν από τον πρώην κατηγορούμενο 2, αυτός συνδέθηκε σε μικτό απλότυπο Υ που απομονώθηκε σε μαύρο κορδόνι, σε σημείο κοντά στον κόμπο, με το οποίο βρέθηκε δεμένο το θύμα. Στις 16.6.2016, αφού ο πρώην κατηγορούμενος 2 συνελήφθηκε, μεταξύ των ωρών 17:40-18:20 στα γραφεία του ΤΑΕ Λάρνακας μαζί με τον Αστ. 3967, τον ανέκρινε προφορικά και αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμειξη στην υπόθεση. Τον πληροφόρησαν ότι εντοπίστηκε το DNA του στο σχοινί με το οποίο βρέθηκε δεμένο το θύμα και αφού ο Αστ. 3967 του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, αυτός απάντησε «Δεν έκαμα τίποτα, δεν είμαι φονιάς, δεν ξέρω τίποτα». Ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε πήγε στο διαμέρισμα του θύματος, ουδέποτε είχε οποιαδήποτε επαφή μαζί της και πως η πρώτη φορά που την είδε ήταν σε φωτογραφία που του υποδείχθηκε από την Αστυνομία στις 10.3.
  5. Του υπέδειξε φωτογραφία με το σχοινί που ήταν δεμένο το θύμα, του επέστησε ξανά την προσοχή του στο Νόμο και απάντησε «δεν είναι δικό μου, πρώτη φορά το βλέπω». Την 20.6.2016 μαζί με τον Αστ. 2196 ανέκρινε προφορικά τον πρώην κατηγορούμενο 2 μαζί με τη βοήθεια της διερμηνέως. Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης ο πρώην κατηγορούμενος 2 εξέφρασε την επιθυμία να προβεί σε θεληματική κατάθεση, πράγμα το οποίο έκανε μεταξύ των ωρών 12:30-18:00 στο ΤΑΕ Λάρνακας. Μετά τη θεληματική κατάθεση του πρώην κατηγορούμενου 2, προέκυψε μαρτυρία εναντίον του κατηγορουμένου 3, ο οποίος δυνάμει εντάλματος συλλήψεως, συνελήφθηκε την ίδια μέρα ως ύποπτος για την υπόθεση. Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 22:03-22:40 στο ΤΑΕ Λάρνακας, μαζί με τους Λοχ. 501 και Αστ. 3967 ανέκριναν προφορικά τον κατηγορούμενο 3 ο οποίος αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμειξη στην υπόθεση και ανάφερε ότι τον ΜΚ7 τον γνώρισε στο γυμναστήριο που πηγαίνει. Όσον αφορά την συσκευή εντοπισμού θέσης, υιοθέτησε το περιεχόμενο των προηγούμενων καταθέσεων του αναφέροντας πως είπε την αλήθεια και ότι το τοποθέτησαν για να διαπιστώσει κατά πόσο το χρηματοκιβώτιο από το σπίτι των γονιών του το έκλεψε το θύμα. Ισχυρίστηκε ότι αφού διαπίστωσε ότι δεν έγινε τίποτε, ο ΜΚ7 το έβγαλε από το όχημα του θύματος. Σχετικά με το θύμα, ανάφερε πως δεν γνωρίζει αν την σκότωσε ο ΜΚ7 και πως η τελευταία φορά που μίλησε μαζί του ήταν μετά τον εντοπισμό του θύματος. Αρνήθηκε ότι έβαλε τον ΜΚ7 να διαρρήξει το διαμέρισμα του θύματος και ισχυρίσθηκε ότι μαζί του δεν επικοινωνούσε, παρά μόνο το χρονικό διάστημα που του είπε και έβαλε το GPS στο αυτοκίνητο του θύματος. Όσον αφορά την αλλαγή του κινητού του τηλεφώνου, ανάφερε ότι το άλλαξε γιατί φοβήθηκε. Την 21.6.2016 παρουσίασε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας τον κατηγορούμενο 3 και εναντίον του εκδόθηκε διάταγμα προφυλάκισης του για περίοδο επτά
(7)ημερών. Την 24.6.2016 και μεταξύ των ωρών 15:35-16:40, στα γραφεία του ΤΑΕ Λάρνακας και στην παρουσία του ο Αστ. 1155 πήρε από τον κατηγορούμενο 3, ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 102), υποβάλλοντας του γραπτές ερωτήσεις αφού τον πληροφόρησε για την υπόθεση που διερευνούσε και του επέστησε γραπτώς την προσοχή του στο Νόμο. Στις 25.6.2016 και ώρα 20:25 έφθασε με πτήση από την Βουδαπέστη στο Αεροδρόμιο Λάρνακας ο ΜΚ7, όπου συνελήφθηκε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης που εκκρεμούσε εναντίον του. Στις 26.6.2016 παρουσίασε τον ΜΚ7 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και εναντίον του εκδόθηκε διάταγμα προσωποκράτησης πέντε
(5)ημερών. Την ίδια μέρα, μετά από συνάντηση που είχε ο ΜΚ7 με τον δικηγόρο του, εξέφρασε την επιθυμία να δώσει κατάθεση, πρόθεση που του μετέφερε ο δικηγόρος του. Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 15:30-18:50 στο ΤΑΕ Λάρνακας, ο ΜΚ7 έδωσε μία θεληματική κατάθεση στην παρουσία του και του Αστ. 1155, την οποία κατέγραψε η διερμηνέας και στη συνέχεια την μετέφρασε στον Αστ. 1155 ο οποίος την κατέγραψε σε ξεχωριστό έντυπο. Ο ΜΚ5 υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας, είναι τοποθετημένος στο ΤΑΕ και αποτελεί μέλος της ανακριτικής ομάδας. Στις 20.11.2015 έλαβε κατάθεση από τον κατηγορούμενο 3 (Τεκμήριο 104). Ο ΜΚ6 υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας και είναι τοποθετημένος στο ΤΑΕ. Στις 27.6.2015 και περί ώρα 22:00 καταγγέλθηκε από τον Πρόδρομο Αλεξάνδρου, ο οποίος διαμένει μαζί με την οικογένεια του σε μονοκατοικία στην οδό Εύξεινου Πόντου 23 στα Λειβάδια Λάρνακας, ότι την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 20:30-21:50 και ενώ απουσίαζαν από την οικία τους, άγνωστος/οι την διέρρηξε/αν και έκλεψε/αν από το μπάνιο αυτής ένα χρηματοκιβώτιο το οποίο περιείχε χρηματικό ποσό και χρυσαφικά. Ως εξεταστής της εν λόγω υπόθεσης και προς εξιχνίαση της, διενήργησε εξετάσεις και ανέκρινε διάφορους ύποπτους, χωρίς οποιοδήποτε θετικό αποτέλεσμα. Ανάμεσα στα πρόσωπα που ανέκρινε προφορικά ήταν και το θύμα από τη Μολδαβία, που ήταν η φιλενάδα του γιου του παραπονούμενου, δηλαδή του κατηγορούμενου 3, τέως κάτοικος στην οδό Τουζ Χανέ 56, City Watch 4, Διαμ. 303, Λάρνακα και κάτοχος του οχήματος με αρ. εγγραφής CUJ
  1. Εντόπισε το θύμα και το κάλεσε στα γραφεία του ΤΑΕ Λάρνακας την 4.7.2015 όπου μεταξύ των ωρών 17:00-18:15 το ανέκρινε προφορικά. Το θύμα θεωρήθηκε ύποπτο από την οικογένεια Αλεξάνδρου, καθότι ο κατηγορούμενος 3, γιος του παραπονούμενου, διατηρούσε δεσμό μαζί της και χώρισαν πρόσφατα. Σύμφωνα με τις υποψίες τόσο των γονιών του κατηγορούμενου 3, όσο και του ιδίου, το θύμα κατά διαστήματα διέμενε στην οικία τους και γνώριζε διάφορες κινήσεις και συνήθειες της οικογένειας, όπως για παράδειγμα ότι ο κατηγορούμενος 3 είχε στο ερμάρι του υπνοδωματίου του χρηματοκιβώτιο, στο οποίο ωστόσο συνήθιζε να τοποθετεί κυρίως επιταγές, ενώ τα μετρητά τα φύλαγε στο χρηματοκιβώτιο της οικογένειας, το οποίο ήταν τοποθετημένο στο ερμάρι του μπάνιου. Το χρηματοκιβώτιο του μπάνιου ήταν αυτό που κλάπηκε και το οποίο το θύμα γνώριζε, αφού κάποιες φορές χρησιμοποιούσε και το μπάνιο της οικογένειας. Στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, το βράδυ της 1.7.2015, κάλεσε στο Τμήμα τον κατηγορούμενο 3, για να του αναφέρει και επιβεβαιώσει κάποιες λεπτομέρειες γύρω από τη σχέση του με το θύμα, ώστε να την ανακρίνει σωστά ως ύποπτη. Ο κατηγορούμενος 3 του ανέφερε μεταξύ άλλων ότι με το θύμα είχαν χωρίσει πρόσφατα γιατί φοβόταν ο ίδιος να μην το μάθει τελικά η αρραβωνιαστικιά του. Λόγω ζήλειας, το θύμα δεν δέχτηκε τον χωρισμό τους, με αποτέλεσμα να του δημιουργεί προβλήματα, όπως να του τηλεφωνεί, να του στέλνει μηνύματα και να τον παρακολουθεί. Σε κάποιο σημείο της συζήτησης τους ο κατηγορούμενος 3, του ανέφερε ότι του πέρασε από το μυαλό να βάλει κάποιους να δείρουν το θύμα ή να το απειλήσουν, ώστε αυτό να σταματήσει να τον ενοχλεί γιατί θα του δημιουργούσε προβλήματα με την αρραβωνιαστικιά του, αλλά και επειδή πιθανόν να είχε ανάμειξη στη διάρρηξη της πατρικής του οικίας. Του άφησε να νοηθεί ότι είχε τις διασυνδέσεις και τον τρόπο να πραγματοποιήσει την σκέψη του, αλλά στον δεδομένο χρόνο δεν την έλαβε σοβαρά υπόψη, αφού πολλές φορές παραπονούμενοι μπορεί να εκφέρουν παρόμοιες απειλές, λόγω της έντασης και συναισθηματικής φόρτισης τους. Παρόλα αυτά, προέτρεψε τον κατηγορούμενο 3 να μην προχωρήσει σε κάτι τέτοιο, αφού θα διέπραττε ποινικά αδικήματα και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο. Κατά την προφορική ανάκριση του θύματος δεν διαπίστωσε οτιδήποτε το επιλήψιμο σε σχέση με την διάρρηξη, πέραν του γεγονότος ότι δήλωσε τόσο ερωτευμένη με τον κατηγορούμενο 3 που δεν θα του έκανε προσωπικά οποιοδήποτε κακό. Την πιο πάνω δήλωση, όπως ανέφερε, είχε κάνει και στη μητέρα του κατηγορούμενου 3, η οποία από μόνη της είχε επισκεφθεί το θύμα την ίδια νύχτα μετά τη διάρρηξη. Το βράδυ της 1.11.2015 πληροφορήθηκε ότι το ΤΑΕ Λάρνακας εξέταζε υπόθεση φόνου γυναίκας που εντοπίστηκε σε διαμέρισμα στην περιοχή Μακένζυ. Την ίδια ημέρα και ώρα 20:45 ανέλαβε καθήκον στο ΤΑΕ Λάρνακας για να λάβει μέρος στις εξετάσεις της πιο πάνω υπόθεσης. Εκεί πληροφορήθηκε ότι επρόκειτο για το θύμα. Την ίδια ημέρα και περί ώρα 22:30 μετέβηκε μαζί με τον ΜΚ3 στην οικία του κατηγορουμένου 3 στην οδό Εύξεινου Πόντου 23 στα Λειβάδια Λάρνακας με σκοπό την αναζήτηση του και να τον καλέσουν στο Τμήμα για ανάκριση. Μεταβαίνοντας εκεί, τους άνοιξε την πόρτα η μητέρα του κατηγορουμένου 3, Μιράντα Αλεξάνδρου, η οποία ερωτώμενη σχετικά τους ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 3 θα ερχόταν σπίτι όπως της ανέφερε ο ίδιος προηγουμένως και όντως μετά από πάροδο μερικών λεπτών, αυτός αφίχθηκε με την μοτοσικλέτα του στην οικία. Τον κάλεσε να έρθει μαζί τους για να ανακριθεί σχετικά με την υπόθεση και αυτός τους ακολούθησε αμέσως, χωρίς να δείξει ενόχληση ή απορία. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής ήταν άνετος και συνομίλησε στο κινητό του τηλέφωνο με την αρραβωνιαστικιά του, αναφέροντας της ότι «θα πήγαινε στην Αστυνομία για μία κατάθεση και θα επέστρεφε». Με την άφιξη τους στην ΑΔΕ και αφού ο κατηγορούμενος 3 άρχισε να κάνει επίμονα ερωτήσεις τι πραγματικά είχε συμβεί με το θύμα, τον ενημέρωσαν ότι αυτή εντοπίστηκε δολοφονημένη. Ο κατηγορούμενος 3 πάγωσε και έδειξε σαστισμένος. Αμέσως μετά όμως έδειξε και πάλι να είναι πιο άνετος και σαν να μην είχε συμβεί οτιδήποτε, οδηγώντας τη συζήτηση σε άλλα άσχετα θέματα. Στη συνέχεια έλεγξε τα χέρια του, το πάνω μέρος του σώματος και το πρόσωπο του κατά πόσο είχε οποιαδήποτε γδαρσίματα ή εμφανή σημάδια, αφού όπως πληροφορήθηκαν προκαταρκτικά είχε προηγηθεί πάλη μεταξύ θύματος και θύτη. Δεν εντόπισε οτιδήποτε το επιλήψιμο. Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 23:20 - 01:45 της επομένης, κατέγραψε κατάθεση από τον κατηγορούμενο 3 αναφορικά με την γνωριμία και την σχέση του με το θύμα (Τεκμήριο 105). Επίσης τον ρώτησε να του περιγράψει τις κινήσεις του τις τελευταίες ημέρες. Σε σχέση με την επικοινωνία του με το θύμα, αλλά και τους ισχυρισμούς του αναφορικά με τις κινήσεις του μεταξύ των ημερομηνιών 30.10.2015 - 1.11.2015, του επέστησε προφορικά την προσοχή του στο Νόμο και τον πληροφόρησε ότι η Αστυνομία μπορούσε να κάνει οποιεσδήποτε εξετάσεις προς διερεύνηση των ισχυρισμών του, ακόμη και άρση των τηλεπικοινωνιακών του δεδομένων. Ο κατηγορούμενος 3 ανέφερε ότι ήταν πρόθυμος να απαντήσει και να βοηθήσει στις έρευνες της Αστυνομίας και μάλιστα προθυμοποιήθηκε να εξεταστεί το κινητό του τηλέφωνο σε περίπτωση που του ζητείτο προς εξακρίβωση των όσων ανέφερε. Στις 3.11.2015 έλαβε ακόμα μία κατάθεση από τον κατηγορούμενο 3 (Τεκμήριο 106) και στα πλαίσια λήψης της, υπέδειξε στον κατηγορούμενο 3, δύο φωτογραφίες (Τεκμήριο 107). Ο ΜΚ8 υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας και είναι τοποθετημένος στο ΤΑΕ. Την 1.11.2015 και ώρα 20:00 ενημερώθηκε από τον Α/Λοχ. 1418 Χρ. Παναγιώτου ότι εντοπίστηκε νεκρό το θύμα στο Διαμέρισμα 303 της πολυκατοικίας Citywitch Court που βρίσκεται στην οδό Τουζ Χανέ 56 στη Λάρνακα και έλαβε οδηγίες όπως μεταβεί στην σκηνή, πράγμα το οποίο έκανε η ώρα 20:30 και η οποία κατά την άφιξη του ήταν ήδη αποκλεισμένη. Την ίδια μέρα ορίστηκε από τον Υπεύθυνο του Τμήματος του ως μέλος της ανακριτικής ομάδας μαζί με τον Α/Λοχ. 4734, τον ΜΚ1 και τον ΜΚ
  2. Έλαβε αριθμό καταθέσεων, ανέκρινε αριθμό προσώπων και διενήργησε εξετάσεις προς διάφορες κατευθύνσεις για εξασφάλιση πληροφοριών ή και μαρτυρίας που να βοηθά στην πρόοδο για εξιχνίαση της υπόθεσης. Ένα από τα πρόσωπα που ανέκρινε και με το οποίο το θύμα διατηρούσε ερωτικό δεσμό ενώ ήταν αρραβωνιασμένος, ήταν ο κατηγορούμενος
  3. Την 1.11.2015 και μετά τον εντοπισμό του θύματος, ενημερώθηκε από την ανακριτική ομάδα ότι ο κατηγορούμενος 3 στην γραπτή του κατάθεση ανάφερε ότι γνώρισε το θύμα περί τον Αύγουστο του 2014 και σύναψε μαζί της παράνομο δεσμό, ενώ αυτός ήταν αρραβωνιασμένος. Επίσης ανάφερε ότι περί τα μέσα του 2015 διέκοψε τη σχέση τους, ενώ μετέπειτα θεώρησε το θύμα ύποπτο για διάρρηξη που έγινε στο σπίτι των γονιών του στις 27.6.2015, από όπου κλάπηκε χρηματικό ποσό περί τις 25.000 ευρώ. Ανάφερε επίσης τις κινήσεις του το βράδυ της 30-31.10.2015 και αρνήθηκε κάθε ανάμειξη στο θάνατο του θύματος. Στις 17.11.2015 μελέτησε τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα του αριθμού τηλεφώνου 99241754, που ανήκει στον κατηγορούμενο 3 και διαπίστωσε ότι στις 2.11.2015 μεταξύ των ωρών 10:00-10:29, δηλαδή την επόμενη του εντοπισμού του θύματος και μετά που ο κατηγορούμενος 3 ανακρίθηκε, στα δεδομένα εμφανιζόταν αλλαγή στον καταγραμμένο αριθμό ΙΜΕΙ, πράγμα που φανέρωνε αλλαγή συσκευής κινητού τηλεφώνου με την χρήση της ίδιας κάρτας και αριθμού. Από έλεγχο που έκανε, διαπίστωσε ότι η αρχική συσκευή τηλεφώνου που κρατούσε ο κατηγορούμενος 3 την 1.11.2015 όταν βρισκόταν στα γραφεία του ΤΑΕ Λάρνακας, ήταν της ίδιας κατασκευής (ίδιο μοντέλο και ίδια μάρκα) και ίδιου χρώματος με την νέα συσκευή που εμφανιζόταν στα δεδομένα που μελέτησε. Στις 18.11.2015 κάλεσε εκ νέου στο ΤΑΕ Λάρνακας τον κατηγορούμενο 3, ο οποίος ερωτηθείς σχετικά με την αλλαγή συσκευής κινητού τηλεφώνου που εμφανιζόταν στα δεδομένα του, αρχικά ανάφερε γραπτώς ότι μετά την πρώτη κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, πήγε στο σπίτι των γονιών του όπου εκεί καυγάδισε με την αρραβωνιαστικιά του η οποία και το έσπασε. Προς το τέλος της κατάθεσης του όμως αναίρεσε τα πιο πάνω, αναφέροντας ότι του είπε ψέματα και πως ο λόγος που άλλαξε συσκευή ήταν επειδή φοβήθηκε όταν πρωτο-κλήθηκε στο ΤΑΕ πως θα ελεγχόταν το κινητό του τηλέφωνο και θα εντοπιζόταν πορνογραφικό υλικό σε video και φωτογραφίες. Ανάφερε ότι μετέβηκε σε συγκεκριμένο κατάστημα πώλησης κινητών τηλεφώνων όπου αγόρασε το ίδιο τηλέφωνο με το προηγούμενο και το παλιό το έκρυψε στο νηπιαγωγείο της αρραβωνιαστικιάς του χωρίς η ίδια να το γνωρίζει. Την ίδια μέρα, 18.11.2015 και μεταξύ των ωρών 15:56-16:25, ερεύνησε το διαμέρισμα του κατηγορουμένου 3, κατόπιν γραπτής του συγκατάθεσης, χωρίς ωστόσο να εντοπιστεί οτιδήποτε. Στη συνέχεια, την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 16:42-16:55, ερεύνησε το νηπιαγωγείο της Γαβριέλας Βασιλείου, το οποίο βρίσκεται στην οδό Λυκούργου 31 στην Αραδίππου, στην παρουσία του κατηγορουμένου 3 και της Βασιλείου. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, η ώρα 16:50, ο κατηγορούμενος 3 του παρέδωσε ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Samsung S6, χρώματος χρυσού με ΙΜΕΙ 35984506203970, χωρίς SIM Card. Του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και απάντησε «Εν τούτο το τηλέφωνο που εκράτουν και είπα σου ότι εφοήθηκα που με εκαλέσετε και άλλαξα το επειδή είχα πάνω πορνό.» Πληροφόρησε τον κατηγορούμενο 3 ότι το εν λόγω κινητό τηλέφωνο θα το παραλάμβανε ως τεκμήριο, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και απάντησε «Εντάξει». Το εν λόγω κινητό τηλέφωνο το έθεσε υπό τη φύλαξη του και στις 22.11.2015 και ώρα 11:45 το παρέδωσε πίσω στον κατηγορούμενο
  4. Την 1.3.2016 αι ώρα 12:00 παρέλαβε από την Τασούλα Μερακληγιάννη, φ/δι Α.ΤΗ.Κ., τα αποτελέσματα των Τηλεπικοινωνιακών Δεδομένων, βάσει του διατάγματος με αριθμό 5/2016 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, τόσο σε έντυπη όσο και σε ηλεκτρονική μορφή, που αφορούν τον αριθμό κινητού τηλεφώνου 97697244, που σύμφωνα με τις εξετάσεις που έκανε, διαπίστωσε ότι ανήκει στον ΜΚ
  5. Διαπίστωσε επίσης ότι στις 31.10.2015 και ώρα 03:00:33, ο πιο πάνω αριθμός δέχθηκε κλήση από τον αριθμό κινητού τηλεφώνου 99293248, (πρώην κατηγορούμενου 2) διάρκειας 11 δευτερολέπτων και λάμβανε σήμα από την κεραία της Α.ΤΗ.Κ. που βρίσκεται εγκατεστημένη στην οδό Γουίλλιαμ Σαίξπηρ 1 στη Λάρνακα, η οποία είναι σε πολύ κοντινή απόσταση από την σκηνή του εγκλήματος. Η ώρα 03:02:11 ο αριθμός 97697244 διενήργησε εξερχόμενη κλήση διάρκειας 13 δευτερολέπτων στον αριθμό 99293248 και η ώρα 03:04:48 διενήργησε εξερχόμενη κλήση προς τον ίδιο αριθμό, διάρκειας 8 δευτερολέπτων. Και στις δύο κλήσεις που διενήργησε ο αριθμός 97697244 λάμβανε σήμα από την κεραία της Α.ΤΗ.Κ. της οδού Γουίλλιαμ Σαίξπηρ στη Λάρνακα. Η ώρα 03:09:24, ενώ λάμβανε σήμα ακόμα από την κεραία της οδού Γουίλλιαμ Σαίξπηρ, διενήργησε εξερχόμενη αναπάντητη κλήση προς τον ίδιο αριθμό
(99293248). Την 3.3.2016 και ώρα 12:30, παρέλαβε από τον Γιάννη Κοφτερό, της εταιρείας ΜΤΝ, τα αποτελέσματα των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων βάσει του διατάγματος με αριθμό 6/2016, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, τόσο σε έντυπη όσο και σε ηλεκτρονική μορφή, που αφορούν τον αριθμό κινητού τηλεφώνου 99293248, που σύμφωνα με τις εξετάσεις που έκανε, ανήκει στον πρώην κατηγορούμενο
  1. Από τη μελέτη που έκανε, διαπίστωσε ότι την 31.10.2015, η ώρα 03:00:34 διενήργησε εξερχόμενη κλήση διάρκειας 11 δευτερολέπτων, προς τον αριθμό 97697244, ενώ λάμβανε σήμα από την κεραία της ΜΤΝ που βρίσκεται στην Λεωφόρο Αρτέμιδος 37 στη Λάρνακα, κεραία η οποία καλύπτει και την σκηνή του εγκλήματος. Την ίδια μέρα, 7.3.2016 και ώρα 12:50, κλήθηκε στο ΤΑΕ Λάρνακας για ανάκριση ο πρώην κατηγορούμενος 2 και στις 10.3.2015 έλαβε κατάθεση από αυτόν. Στις 16.6.2016, εναντίον των ΜΚ7 και πρώην κατηγορούμενου 2, εκδόθηκαν δικαστικά εντάλματα σύλληψης. Περί ώρα 17:15 στην οδό Χίου στη Λάρνακα, συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης τον πρώην κατηγορούμενο
  2. Αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο απάντησε «Όχι». Ακολούθως, προχώρησε σε σωματική έρευνα του συλληφθέντος και η ώρα 17:18 εντόπισε και παρέλαβε ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Iphone, χρώματος άσπρο με μαύρη θήκη. Ρώτησε τον συλληφθέντα σε ποιόν ανήκει και του απάντησε πως είναι δικό του. Τον ρώτησε τον αριθμό κλήσης της κάρτας που υπάρχει τοποθετημένη στη συγκεκριμένη συσκευή και του ανάφερε τον αριθμό
  3. Τον πληροφόρησε ότι την εν λόγω συσκευή με την κάρτα SIM θα την παραλάβει ως τεκμήριο, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και απάντησε «Εντάξει». Στις 20.6.2016 και ώρα 21:40 συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης τον κατηγορούμενο 3 στην οικία του. Αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο απάντησε «Εγιώ ίντα σχέση έχω». Ακολούθως προχώρησε σε σωματική έρευνα του κατηγορουμένου 3 και η ώρα 21:42 εντόπισε και παρέλαβε ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Samsung, χρώματος χρυσό. Τον ρώτησε σε ποιον ανήκει και αυτός του απάντησε πως είναι δικό του. Τον ρώτησε τον αριθμό κλήσης της κάρτας που υπάρχει τοποθετημένη στη συγκεκριμένη συσκευή και του ανάφερε τον αριθμό
  4. Τον πληροφόρησε ότι την εν λόγω συσκευή με την κάρτα Sim θα την παραλάβει ως τεκμήριο, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και απάντησε «Πιάστο». Στη συνέχεια, μετέφερε τον κατηγορούμενο 3 στο ΤΑΕ Λάρνακας όπου του επέδωσε τα δικαιώματα του και μεταξύ των ωρών 22:03-22:40, μαζί με τους ΜΚ3 και Α/Λοχ 501, τον ανέκριναν προφορικά. Αυτός ανάφερε ότι γνώρισε τον ΜΚ7 στο γυμναστήριο. Όσον αφορά την τοποθέτηση της συσκευής εντοπισμού θέσης GPS Tracker, υιοθέτησε το περιεχόμενο των προηγούμενων καταθέσεων του αναφέροντας πως είπε την αλήθεια και ο λόγος ήταν για να δει αν το χρηματοκιβώτιο από το σπίτι των γονιών του το έκλεψε το θύμα. Αφού είδε ότι δεν έγινε τίποτα, το αφαίρεσε από το όχημα του θύματος ο ΜΚ
  5. Αναφορικά με το θύμα, ο κατηγορούμενος 3 ανάφερε πως δεν γνωρίζει αν την σκότωσε ο ΜΚ7 και πως η τελευταία φορά που μίλησε μαζί του ήταν μετά τον εντοπισμό του θύματος. Αρνήθηκε ότι έβαλε τον ΜΚ7 να διαρρήξει το διαμέρισμα του θύματος. Επίσης ανάφερε ότι με τον ΜΚ7 δεν επικοινωνούσαν παρά μόνο το χρονικό διάστημα που του είπε και έβαλε το GPS στο αυτοκίνητο του θύματος. Όσον αφορά την αλλαγή του κινητού του τηλεφώνου, ανάφερε ότι φοβήθηκε και γι΄ αυτό το άλλαξε. Στις 21.6.2016 και ώρα 15:30, στα γραφεία του ΤΑΕ Λάρνακας, με τη βοήθεια της διερμηνέως επανα-συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης τον πρώην κατηγορούμενο 2 σε σχέση με πρόσθετα αδικήματα που προέκυψαν εναντίον του από τη διερεύνηση της υπόθεσης. Αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, απάντησε «Εντάξει». Στις 25.6.2016 και ώρα 20:25, στο χώρο αφίξεων του αεροδρομίου Λάρνακας, με τη βοήθεια της διερμηνέως, συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, τον ΜΚ
  6. Αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο απάντησε «Θέλω να μιλήσω με τον δικηγόρο μου». Στη συνέχεια του επέδωσε τα δικαιώματα του, τα οποία αφού ανέγνωσε, ανάφερε ότι τα αντιλήφθηκε, όμως δεν τα υπέγραψε λέγοντας πως δεν θα υπογράψει τίποτα πριν μιλήσει με το δικηγόρο του. Στη συνέχεια, ο ΜΚ7 οδηγήθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ Λάρνακας, όπου μεταξύ των ημερομηνιών 25-26.6.2016 και μεταξύ των ωρών 21:35-00:30, είχε προσωπική συνάντηση με τους δικηγόρους του. Στη συνέχεια, η ώρα 00:35, έδωσε εκ νέου δικαιώματα κράτησης στον ΜΚ7, ο οποίος, αφού τα ανέγνωσε, τα υπέγραψε στην παρουσία του και στην παρουσία της διερμηνέως. Έλαβε από τον κατηγορούμενο 3 δύο καταθέσεις ημερομηνίας 18.11.15 και 24.2.16 (Τεκμήρια 109 και 110 αντίστοιχα). Διευκρίνισε ότι στις 25.6.16 όταν συνέλαβε τον ΜΚ7, ο οποίος είχε αφιχθεί στην Κύπρο από την Ουγγαρία, δεν εκκρεμούσε εναντίον του ευρωπαϊκό ή διεθνές Ένταλμα Σύλληψης. Έλαβε ανοικτή κατάθεση από τον ΜΚ7 ημερ. 22.11.16 (Έγγραφο Η), όταν ενημερώθηκε από την νομική υπηρεσία ότι ο ΜΚ7, ο οποίος ήταν πλέον κατάδικος, θα κατέθετε στο Δικαστήριο εναντίον του Κατηγορούμενου
  7. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι στις 19.1.17, και ενώ ο ΜΚ7 κατέθετε στο Δικαστήριο ως μάρτυρας κατηγορίας, έλαβε οδηγίες από τον Εισαγγελέα κ. Παπανικολάου να ετοιμάσει έγγραφο επίσκεψης στις Κεντρικές Φυλακές και του ζήτησε να τον μεταφέρει στις Κεντρικές Φυλακές γιατί ήθελε να επισκεφθεί τον ΜΚ7, όπως και έπραξε. Όταν μετέβηκαν στις Κεντρικές Φυλακές, ο ίδιος απλά καλημέρισε τον ΜΚ7 και βγήκε έξω από τον ειδικό χώρο στο Φρουραρχείο, όπου ο ΜΚ7 είχε συνάντηση με τον κ. Παπανικολάου. Όπως ενημερώθηκε από τον κ. Παπανικολάου, φεύγοντας από τις Κεντρικές Φυλακές, ο ΜΚ7 είχε φύγει απογοητευμένος από το Δικαστήριο, αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα και επιθυμούσε να συναντήσει τον κ. Παπανικολάου. Όπως είχε αναφέρει στον κ. Παπανικολάου, είχε κουραστεί και ήταν θυμωμένος από τις συνεχόμενες αναβολές και πέραν τούτου, τον είχαν πλησιάσει στις Κεντρικές Φυλακές και του πρόσφεραν το ποσό των €200.000 ώστε να μην συνεχίσει τη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο ίδιος δεν γνωρίζει ποιοι τον πλησίασαν, ούτε και προέβηκε σε οποιαδήποτε ενέργεια ή καταχώριση εφόσον η Νομική Υπηρεσία ήταν ενήμερη. Αρνήθηκε ότι συνάντησε τον ΜΚ7 και του υπέδειξε πώς να απαντά ειδικά σε θέματα που αφορούσαν τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα, ως και ότι του είχε δώσει διαβεβαιώσεις ότι αν εμμείνει στη μαρτυρία του, θα τον βοηθήσει να φύγει από την Κύπρο χωρίς να εκτίσει ολόκληρη την ποινή του. Δεν ήταν παρών στη συνάντηση που είχε ο ΜΚ7 με τον κ. Παπανικολάου και ο ίδιος απλώς έκανε τον μεταφορέα. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης του ΜΚ7 με τον κ. Παπανικολάου, ο ίδιος περίμενε έξω και κάπνιζε. Προχωρούμε με την παράθεση της μαρτυρίας της Τρίτης Ενότητας η οποία αφορά την μαρτυρία των ΜΚ4 και ΜΚ
  8. Ο ΜΚ4 εργάζεται ως οδηγός βυτιοφόρων στην εταιρεία CYPOIL και είναι φίλος του κατηγορουμένου 3 από τα Λειβάδια, τα τελευταία τρία
(3)χρόνια. Στην αρχή έκαναν παρέα, αλλά σιγά-σιγά απομακρύνθηκαν κάπως χωρίς κανένα ιδιαίτερο λόγο και μιλούσαν πολύ αραιά και για γενικά θέματα. Πριν από περίπου ένα χρόνο, αγόρασε μια συσκευή εντοπισμού GPS μέσω μιας ιστοσελίδας στο διαδίκτυο (Τεκμήριο 100). Όταν την αγόρασε, συνδέθηκε σε κάποια σελίδα της εταιρείας με την επωνυμία Go ΤΕΚ 7 και με κάποιους κωδικούς που του έδωσε η εταιρεία, μπορούσε να βλέπει ανά πάσα στιγμή πού βρισκόταν η συσκευή και άρα το όχημα στο οποίο την είχε τοποθετήσει. Επεξήγησε ότι προκειμένου να συνδεθεί στην εν λόγω ιστοσελίδα, πληκτρολογεί την διεύθυνση της ιστοσελίδας, δηλαδή www.gotek7.com και κάνει σύνδεση με το κωδικό account ref 160594. Στη συνέχεια πατά το κουμπί sign in και όταν του ζητήσει κωδικό, βάζει τον κωδικό 1983 και συνδέεται. Μέσω της ιστοσελίδας αυτής μπορεί να δει σε πραγματικό χρόνο το ακριβές σημείο που βρίσκεται το αυτοκίνητο του καθώς και το ιστορικό της ημέρας, δηλαδή τη διαδρομή που ακολούθησε το αυτοκίνητο του την ημέρα που συνδέθηκε. Περίπου έξι
(6)μήνες πριν την κατάθεση του στην Αστυνομία (20.11.2015), συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο 3, του ανέφερε ότι είχε αυτήν την συσκευή και του εξήγησε τις δυνατότητες της. Τον Σεπτέμβριο του 2015, χωρίς να θυμάται ακριβώς την ημερομηνία, ο κατηγορούμενος 3 του ζήτησε να του δανείσει την συγκεκριμένη συσκευή (Τεκμήριο 100). Του ανέφερε ότι ήθελε να την χρησιμοποιήσει για να εντοπίσει κάποιο πρόσωπο που του χρωστούσε περίπου €6.
  1. Ο ίδιος του ανέφερε ότι θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει την συσκευή του με νόμιμο τρόπο, γιατί υπάρχει η δυνατότητα να εντοπιστεί το ιστορικό της και εάν έκανε οτιδήποτε παράνομο θα έπρεπε να λογοδοτήσει ο ίδιος. Ο κατηγορούμενος 3 του είπε να μην φοβάται και τον διαβεβαίωσε ότι δεν θα έκανε οτιδήποτε παράνομο. Έτσι δέχτηκε να του δώσει την συσκευή (Τεκμήριο 100). Την επόμενη ημέρα (Σεπτέμβριος 2015), τον επισκέφθηκε στο σπίτι του ο κατηγορούμενος 3 και μετά από λίγο έφτασε και ο MK7 (Τεκμήριο 103). Ήδη είχε δώσει το GPS (Τεκμήριο 100) στον κατηγορούμενο 3, ο οποίος στην παρουσία του το έδωσε στον ΜΚ
  2. Ο ίδιος εξήγησε στον MK7, στην παρουσία του κατηγορουμένου 3, πώς να τοποθετήσει το Τεκμήριο 100 πάνω στο αυτοκίνητο, δηλαδή πώς να τοποθετήσει τους 2 μαγνήτες κάτω από το αυτοκίνητο. Αργότερα, ο κατηγορούμενος 3 του είπε ότι είχε τοποθετήσει την συσκευή (Τεκμήριο 100) στο αυτοκίνητο του προσώπου που του χρωστούσε το λεφτά και του ζήτησε να τον βοηθήσει με την παρακολούθηση του. Συγκεκριμένα, για όσο χρόνο είχε δανείσει το GPS (Τεκμήριο 100) στον κατηγορούμενο 3, βοηθούσε στην παρακολούθηση, δηλαδή με την χρήση του τηλεφώνου του ή του laptop του, παρακολουθούσε τη διακίνηση που έκανε το όχημα BMW όπου είχε τοποθετημένο το GPS. Ο ίδιος γνώριζε τον τρόπο λειτουργίας του GPS και όσες φορές ο κατηγορούμενος 3 προσπάθησε να παρακολουθήσει τις διακινήσεις του BMW, ήταν με την δική του καθοδήγηση. Δηλαδή σε κατ΄ ιδίαν συνάντηση τους, του εξήγησε πώς να «μπει» σε συγκεκριμένες σελίδες αλλά ο κατηγορούμενος 3 δεν τα κατάφερνε. Του εξήγησε πώς να εισέρχεται από το Google, όμως δεν γνωρίζει αν τελικά το κατάφερε. Συνήθως, ο ίδιος έδιδε τις πληροφορίες στον ΜΚ
  3. Τις επόμενες δύο-τρεις ημέρες, ο κατηγορούμενος 3 του ζήτησε να συναντηθούν για να πάνε να δουν πού βρισκόταν το αυτοκίνητο όπου είχε τοποθετήσει το Τεκμήριο
  4. Συναντήθηκαν και με την βοήθεια της πιο πάνω ιστοσελίδας, μέσω του κινητού του τηλεφώνου, επισκέφθηκαν κάποιες περιοχές και ο κατηγορούμενος 3 του έδειξε το αυτοκίνητο στο οποίο είχε τοποθετήσει το Τεκμήριο 100, το οποίο ήταν μάρκας BMW, χρώματος ασημί. Οι περιοχές στις οποίες πήγαν μαζί με τον κατηγορούμενο 3 και είδαν το αυτοκίνητο αυτό, ήταν σε μια περίπτωση στα Λειβάδια και σε μια άλλα περίπτωση στην περιοχή Μακένζυ, χωρίς να θυμάται ακριβώς τα σημεία. Επισκέφθηκαν διάφορα σημεία που έδειχνε το GPS ότι βρισκόταν το αυτοκίνητο, όμως δεν θυμάται αν στην περιοχή Μακένζυ, ο κατηγορούμενος 3 συναντήθηκε με τον ΜΚ
  5. Επίσης θυμάται ότι είδε μέσω της ιστοσελίδας ότι το εν λόγω αυτοκίνητο είχε πάει και στη Λευκωσία, όμως δεν πήγαν εκεί για να το εντοπίσουν. Ο κατηγορούμενος 3 κράτησε την συσκευή (Τεκμήριο 100) για περίπου μια εβδομάδα. Μετά πάροδο 1-2 ημερών από την πιο πάνω παρακολούθηση του BMW, συναντήθηκε με τον ΜΚ7, ο οποίος του επέστρεψε την συσκευή (Τεκμήριο 100). Αφού πέρασε περίπου ένας μήνας, δηλαδή στις αρχές του Νοεμβρίου 2015, μιαν ημέρα ο κατηγορούμενος 3 τον επισκέφθηκε στο σπίτι του και ήταν κάπως ανήσυχος. Τον ρώτησε αν είχε ακούσει για τον φόνο που έγινε στη Λάρνακα και ο ίδιος απάντησε ότι είχε ακούσει από τα μέσα για τον φόνο μιας αλλοδαπής από την Μολδαβία. Ο κατηγορούμενος 3 του είπε ότι θα του έλεγε την αλήθεια για κάτι και ότι ήθελε να τον πιστέψει. Του είπε συγκεκριμένα ότι η εν λόγω αλλοδαπή ήταν φίλη του και είχε δεσμό μαζί της. Επίσης του είπε ότι την συσκευή (Τεκμήριο 100) που του είχε δώσει, την είχε τοποθετήσει στο δικό της αυτοκίνητο ο MK7 και ότι το BMW που πήγαν και είδαν μαζί, ήταν δικό της. Επίσης, ο κατηγορούμενος 3 του είπε ότι πιθανόν ο ΜΚ7 να είχε ανάμειξη στον φόνο και θα έπρεπε να βρουν τρόπο για να έρθει ο ΜΚ7 στο σπίτι του και να τον ρωτήσουν σχετικά. Ο κατηγορούμενος 3 του ορκίστηκε ότι δεν είχε κάποια σχέση με τον φόνο και δεν είχε πει στον ΜΚ7 να πάει την συγκεκριμένη μέρα και να κάνει οτιδήποτε στο θύμα. Του ζήτησε, σε περίπτωση που τον καλούσαν στην Αστυνομία για την υπόθεση του φόνου, να πει ότι την συσκευή (Τεκμήριο 100) την είχε δώσει στον ίδιο (τον κατηγορούμενο 3) και να μην αναφέρει τον ΜΚ
  6. Επίσης ο κατηγορούμενος 3 του είπε να μην αναφέρει στον ΜΚ7 ότι του είπε την αλήθεια και του ζήτησε να τηλεφωνήσουν στον ΜΚ7 για να μιλήσουν προκειμένου να καταλάβουν κατά πόσο ο ΜΚ7 είχε σχέση με τον φόνο. Ο ίδιος τηλεφώνησε στον ΜΚ7 με το δικό του τηλέφωνο με αριθμό κλήσης 99475922 για να δει την αντίδραση του, χωρίς να του δώσει να καταλάβει ότι γνώριζε πως αυτός είχε τοποθετήσει το GPS στο αυτοκίνητο του θύματος. Συνομίλησε για λίγο μαζί του και αντιλήφθηκε ότι ο ΜΚ7 ήταν πολύ άνετος και ότι δεν είχε ιδέα για τον φόνο. Είπε στον κατηγορούμενο 3 να μην ανησυχεί για οτιδήποτε, αφού δεν είχε κάποια σχέση με τον φόνο και ότι ήταν θέμα χρόνου να εντοπίσει η Αστυνομία τον ένοχο. Μετά από λίγο έφτασε στο σπίτι του ο ΜΚ7, συζήτησαν για το θύμα και ο ΜΚ7 τους είπε ότι δεν είχε ακούσει οτιδήποτε και βιαζόταν πάρα πολύ να επισκεφθεί την μητέρα του στο εξωτερικό επειδή ήταν άρρωστη. Έκτοτε δεν ξαναείδε τον ΜΚ7, ο οποίος του τηλεφώνησε μία φορά από το viber αλλά δεν του απάντησε. Κάποιες ημέρες αργότερα, δηλαδή μια εβδομάδα πριν την κατάθεση του (20.11.2015), ο κατηγορούμενος 3 τον επισκέφθηκε ξανά στο σπίτι του και του είπε και πάλι ότι εάν τον καλούσε η Αστυνομία για κατάθεση σχετικά με τον φόνο, να τους πει ότι την συσκευή Τεκμήριο 100, την είχε δώσει στον ΜΚ
  7. Ο ίδιος άρχισε να ανησυχεί ότι ήταν πιθανόν να έμπλεκε σε αυτήν την ιστορία και συζήτησε με τον κατηγορούμενο 3 (λογόφερε μαζί του) γιατί του είπε ψέματα για τον τρόπο που θα χρησιμοποιούσε την συσκευή και ήταν θυμωμένος μαζί του. Του είπε όμως ότι αν τον καλούσε η Αστυνομία θα έλεγε μόνο την αλήθεια και τίποτε άλλο. Στις 18.11.2015 πήγε στο σπίτι του κατηγορουμένου 3 και συζήτησαν ενώπιον της γυναίκας του Γαβριέλλας για τα πιο πάνω. Ο ίδιος ήταν πολύ θυμωμένος με τον κατηγορούμενο 3 γιατί χρησιμοποίησε την συσκευή του (Τεκμήριο 100) για διαφορετικό λόγο από αυτόν που του είχε πει και του είπε ότι έπρεπε να πουν ό,τι γνωρίζουν στην Αστυνομία και αφού είναι αθώος δεν έχει οτιδήποτε να φοβάται. Ο κατηγορούμενος 3 του ζήτησε να πάνε στον δικηγόρο του για να του αναφέρουν τα πιο πάνω και να τους συμβουλεύσει. Ο ίδιος του είπε ότι δεν χρειαζόταν να πάει στον δικό του δικηγόρο γιατί, πρώτον έχει δικό του δικηγόρο και δεύτερον, πίστευε ότι αυτό το θέμα δεν τον αφορούσε και από τη στιγμή που δεν είναι μπλεγμένος, δεν ήθελε να έχει προβλήματα. Στο τέλος όμως αποφάσισε να πάει στον δικηγόρο του κατηγορούμενου 3 για να σιγουρευτεί ότι θα λέγονταν τα πράγματα όπως είχαν. Τελικά στις 19.11.2015, αφού προηγουμένως μίλησε με τον κατηγορούμενο 3, πήγε στο γραφείο του δικηγόρου του, στη Λάρνακα. Μόλις μπήκε μέσα, είδε τον κατηγορούμενο 3 να μιλά μαζί του σε ένα γραφείο. Μόλις τον είδε ο δικηγόρος βγήκε έξω από το γραφείο του και τον πλησίασε, τον ρώτησε αν είχε ήδη κάποιο δικηγόρο και του απάντησε καταφατικά. Τότε, αυτός του είπε πως εφόσον είχε δικηγόρο, δεν θα ήταν σωστό να συμβουλεύεται τον ίδιο και έτσι έφυγε. Επεξήγησε ότι ο λόγος για τον οποίο δεν πήγε στην Αστυνομία ενωρίτερα, ήταν γιατί είχε ακούσει ότι η Αστυνομία είχε συλλάβει κάποιους υπόπτους, άρα ο κατηγορούμενος 3 δεν είχε σχέση. Επομένως, ήταν πιθανόν αν πήγαινε στην Αστυνομία, τα πράγματα να άλλαζαν για τον κατηγορούμενο 3 και να τον συλλάμβαναν και εάν τελικά αυτός δεν είχε σχέση, αυτός θα ήταν ο λόγος που θα καταστρεφόταν το όνομα του. Στις 20.11.2015 και ώρα 11:02 όπως είδε στο τηλέφωνο του, ο κατηγορούμενος 3 του τηλεφώνησε στο κινητό του τηλέφωνο και του είπε ότι θα ήταν σωστό να πάνε και να πουν όλη την αλήθεια στην Αστυνομία με κάθε λεπτομέρεια. Ο ίδιος του είπε ότι ήταν το καλύτερο πράγμα που είχαν να κάνουν και όταν έκλεισε το τηλέφωνο, τηλεφώνησε στην Αστυνομία και τους ανάφερε ότι είχε κάτι να τους αναφέρει σε σχέση με την υπόθεση του φόνου. Τους εξήγησε μέσω τηλεφώνου κάποια πράγματα για την συσκευή (Τεκμήριο 100) που δάνεισε στον κατηγορούμενο 3 και η Αστυνομία του ζήτησε να δώσει κατάθεση, πράγμα το οποίο έκανε. Μίλησε ξανά με τον κατηγορούμενο 3 η ώρα 14:30 στις 20.11.2015 και του ανέφερε ότι θα πήγαινε στην Αστυνομία. Ο κατηγορούμενος 3 του ανέφερε ότι θα πήγαινε και αυτός στην Αστυνομία. Δίδοντας κατάθεση στην Αστυνομία, ήθελε να ξεκαθαρίσει την θέση του για να ηρεμήσει, γιατί από την ημέρα που του είπε ο κατηγορούμενος 3 ότι είχε τοποθετήσει την συσκευή του (Τεκμήριο 100) στο αυτοκίνητο του θύματος, δεν ένοιωθε καθόλου καλά. Μετά το θάνατο του θύματος, συναντήθηκε πολλές φορές με τον κατηγορούμενο 3, ο οποίος του ορκιζόταν ότι δεν είχε καμιά σχέση με τον φόνο του. Επίσης ο κατηγορούμενος 3 του έλεγε ότι αν ο ΜΚ7 είχε κάνει οτιδήποτε που σχετιζόταν με τον φόνο του θύματος, αυτός το έκανε από μόνος του, χωρίς να του πει ο ίδιος οτιδήποτε. Ο κατηγορούμενος 3, αφού του εκμυστηρεύθηκε μετά το θάνατο του θύματος, ότι είχαν τοποθετήσει το GPS στο αυτοκίνητο του θύματος, του είπε ότι μετά που του επέστρεψαν το GPS, είχε πει στον ΜΚ7 να μην ασχοληθεί άλλο με την παρακολούθηση του θύματος. Με την χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου, ο οποίος ήταν συνδεδεμένος με το διαδίκτυο και με την χρήση των πιο πάνω κωδικών, επεξήγησε στο Δικαστήριο με βάση το ιστορικό καταγραφής, τη διαδρομή που διένυσε η συσκευή GPS (Τεκμήριο 100) σε συγκεκριμένες ημερομηνίες. Ειδικότερα, στις 9.9.2015, το όχημα επί του οποίου ήταν τοποθετημένο το GPS, η ώρα 23:06:28 βρισκόταν στην οδό Βασιλείου Βουλγαροκτόνου στη Λευκωσία. Στις 10.9.2015 βρισκόταν ακίνητο στο ίδιο σημείο και η ώρα 02:33 επέστρεψε στη Λάρνακα. Ξεκίνησε από τη Λευκωσία, η ώρα 02:19:57 από την Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ και η ώρα 02:54-02:59 έφτασε στην περιοχή Μακένζυ, οδός Τουζ Χανέ. Στις εν λόγω ημερομηνίες δεν κατείχε ο ίδιος το GPS. Δεν θυμάται σε ποιάν οδό είχε πάει με τον κατηγορούμενο 3, στην περιοχή Μακένζυ και στην περιοχή Λειβαδιών πήγε μόνος του, χωρίς τον κατηγορούμενο
  8. Στις 14.9.2015 περί ώρα 03:00 το GPS κινείτο στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λάρνακας, με κατεύθυνση τη Λάρνακα. Η ώρα 23:06 κατέληξε στην οδό Αγίου Νικολάου που είναι το δικό του σπίτι. Η ώρα 19:06 ήταν σταματημένο στα Λειβάδια, στην περιοχή Αγίου Νικολάου όπου βρίσκεται το σπίτι του. Επομένως, πιθανόν να κατείχε ο ίδιος το GPS στις 14.9.
  9. Στις 15.9.2015 το GPS ενεργοποιήθηκε στην περιοχή Λειβαδιών και το κατείχε ο ίδιος. Διευκρίνισε ότι από τις 14.9.2015 μέχρι τις 30.9.2015 και μέχρι που το παρέδωσε στην Αστυνομία στις 20.11.2015, το κατείχε ο ίδιος. Το απόγευμα της 14.9.2015 συναντήθηκε με τον ΜΚ7 στην Λεωφόρο Αιγύπτου, ο οποίος του το επέστρεψε. Μετά τις 14.9.2015 δεν έδωσε ξανά το GPS στον κατηγορούμενο
  10. Ο ΜΚ7 του το ζήτησε ξανά για δικό του λόγο, όμως δεν του το έδωσε. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 3 του είχε ζητήσει το GPS τον Σεπτέμβριο 2015, όμως δεν θυμάται ακριβή ημερομηνία, ίσως 8.9.2015-10.9.
  11. Το κράτησε για 5-7 μέρες περίπου και του το επέστρεψαν. Ο ΜΚ7 του το ζήτησε ξανά μετά πάροδο 10-15 ημερών, όμως δεν του το έδωσε. Ενημέρωσε σχετικά τον κατηγορούμενο 3, ο οποίος του είπε «καλά έκαμες». Γνώρισε τον ΜΚ7 μέσω του κατηγορουμένου 3, πριν 2 χρόνια περίπου. Ανέφερε ότι ο ίδιος παρακολουθούσε τις κινήσεις του αυτοκινήτου στο οποίο είχε τοποθετηθεί το GPS, διότι ο κατηγορούμενος 3 και ο ΜΚ7 δεν είχαν τις δικές του γνώσεις. Όταν εντόπιζε το αυτοκίνητο, ενημέρωνε σχετικά, κάποιες φορές τον ΜΚ7 και κάποιες φορές τον κατηγορούμενο
  12. Συγκεκριμένα, για όσο χρονικό διάστημα κρατούσε το GPS ο ΜΚ7, παρακολουθούσε ο ίδιος και ενημέρωνε τον ΜΚ7 τηλεφωνικά για τις κινήσεις του αυτοκινήτου. Ίσως μία φορά να ενημέρωσε τον κατηγορούμενο
  13. Συμφώνησε ότι στις 29.10.2015 και ώρα 19:19:10, τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο
  14. Στο χρονικό διάστημα από 4.9.2015-30.10.2015, ο ΜΚ7 του τηλεφώνησε 17 φορές, από τις οποίες στις 12 συνομίλησαν, ενώ οι 5 ήταν αναπάντητες. Επίσης, από 6.9.2015-2.11.2015 ο ίδιος τηλεφώνησε στον ΜΚ7 18 φορές, από τις οποίες στις 17 συνομίλησαν, ενώ η μία
(1)ήταν αναπάντητη. Στις 12.9.2015 και ώρα 05:39:51 ο ΜΚ7 του έστειλε ένα μήνυμα στο τηλέφωνο του, όμως δεν θυμάται το περιεχόμενο του. Μετά το θάνατο του θύματος, συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο 3 και συμφώνησαν να τηλεφωνήσει στον ΜΚ
  1. Έτσι τηλεφώνησε από το δικό του τηλέφωνο με αριθμό 99475922, στο κινητό τηλέφωνο του ΜΚ7 με αριθμό 97697244 και μίλησαν για περίπου 5 λεπτά. Την πρώτη φορά ο ΜΚ7 δεν ανταποκρίθηκε και προσπάθησε ακόμα 1-2 φορές μέχρι που συνομίλησαν. Ο σκοπός του τηλεφωνήματος του ήταν να διερευνήσει αν ο ΜΚ7 ήταν εμπλεκόμενος στο θάνατο του θύματος. Στη συνέχεια του τηλεφώνησε ξανά και του ζήτησε να συναντηθούν στο σπίτι του, όπως και έγινε, γιατί ήθελε να τον συναντήσει και να σιγουρευτεί. Στις 2.11.2015 τηλεφώνησε στον ΜΚ7 η ώρα 17:35:37, 18:02:01 και 18:26:
  2. Σίγουρα δεν συνομίλησαν για το θάνατο του θύματος αλλά για γενικά θέματα. Στις 9.9.2015 υπήρξε κίνηση του οχήματος, το οποίο ξεκίνησε από τη Λευκωσία η ώρα 23:
  3. Η ώρα 13:30:21 τηλεφώνησε στον ΜΚ7, όμως δεν συνομίλησαν για το θέμα του αυτοκινήτου. Στις 10.9.2015 η ώρα 00:47:39 το όχημα ήταν σταματημένο στη Λευκωσία και ξεκίνησε για Λάρνακα η ώρα 02:
  4. Σταμάτησε η ώρα 03:00 στην οδό Τουζ Χανέ. Η ώρα 03:27 υπήρξε κίνηση στην ίδια περιοχή όπως και η ώρα 09:
  5. Η ώρα 12:36 έφυγε από την περιοχή Τουζ Χανέ, η ώρα 12:39 κινήθηκε στον παραλιακό δρόμο και σταμάτησε στις 20:54 στην περιοχή Έγκωμης. Στις 10.9.2015 και ώρα 12:48:47, και 19:24:27 τηλεφώνησε στον ΜΚ7, όμως δεν θυμάται το περιεχόμενο της συνομιλίας τους. Ίσως να τον ενημέρωνε για την κίνηση του οχήματος. Στις 14.9.2015 κατείχε ο ίδιος το GPS, το οποίο η ώρα 23:06 βρισκόταν στην περιοχή Αγίου Νικολάου που είναι το σπίτι του. Στις 14.9.2015 και ώρα 04:38:16 τηλεφώνησε στον ΜΚ7, όμως ήταν αναπάντητη η κλήση του και δεν θυμάται το λόγο για τον οποίο του τηλεφώνησε. Στις 6.10.2015 και ώρα 18:50:50 τηλεφώνησε στον ΜΚ7, όμως δεν θυμάται το περιεχόμενο της συνομιλίας τους. Επέμενε ότι αρχικά είναι ο κατηγορούμενος 3 που του είχε ζητήσει το GPS και όχι ο ΜΚ
  6. Ο ΜΚ7 ανέφερε στη μαρτυρία του ότι είναι ο πρώην κατηγορούμενος 1 στην παρούσα υπόθεση και μετά από παραδοχή του καταδικάστηκε σε 13 χρόνια φυλάκιση. Ήρθε στην Κύπρο τον Απρίλιο του 2008 και έκανε διάφορες εργασίες. Πριν 2-3 χρόνια πήγαινε στο γυμναστήριο «Kinisis» στους Αγίους Αναργύρους στη Λάρνακα και εκεί γνώρισε τον κατηγορούμενο
  7. Κάποιες φορές έβλεπε τον κατηγορούμενο να πηγαίνει στο γυμναστήριο με το θύμα και το αυτοκίνητο που οδηγούσε το θύμα μάρκας BMW χρώματος ασημί και άλλες φορές με το όχημα του κατηγορουμένου 3 μάρκας Range Rover. Συνομιλώντας με τον κατηγορούμενο 3 στο γυμναστήριο, αυτός τον ενημέρωσε ότι πουλά λάδια για αυτοκίνητα, του πρότεινε να τον εργοδοτήσει και αυτός αποδέχθηκε. Μερικές φορές, όταν πήγαινε στο σπίτι του κατηγορουμένου 3, συναντούσε το θύμα, με το οποίο, όπως τον είχε ενημερώσει ο κατηγορούμενος 3, διατηρούσε σχέση και γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος 3 ήταν αρραβωνιασμένος με άλλη κύπρια γυναίκα. Τον Αύγουστο 2015, ο κατηγορούμενος 3 τον ενημέρωσε ότι είχε χωρίσει με το θύμα επειδή είχε κλέψει από το σπίτι του πατέρα του κοσμήματα και χρήματα, αξίας €25.
  8. Ο κατηγορούμενος 3 του ζήτησε να βρει κάποιο άτομο και να εισέλθουν στο σπίτι του θύματος για να πάρουν τα πράγματα που του είχε κλέψει. Του είπε επίσης ότι θα μοιράζοντο σε τρία μερίδια, όσα κλοπιμαία θα εύρισκαν στο διαμέρισμα του θύματος. Στην αρχή αρνήθηκε διότι αυτό που του ζητούσε ο κατηγορούμενος 3 ήταν να εισέλθει στο διαμέρισμα του θύματος «βίαια» με κάποιο άλλο άτομο που θα τον βοηθούσε. Όμως τις επόμενες μέρες στο γυμναστήριο, ο κατηγορούμενος 3 συνέχιζε να του λέει τα ίδια πράγματα, συνεχώς τον πίεζε πάρα πολύ και του έλεγε ότι θα έβγαζαν πολλά λεφτά. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος 3 του τηλεφωνούσε συνέχεια και όταν τον συναντούσε στο γυμναστήριο του έλεγε συνεχώς να εισέλθει στο διαμέρισμα του θύματος. Ο κατηγορούμενος 3 τον συναντούσε και στο χώρο στάθμευσης του δικού του σπιτιού και συνεχώς του έλεγε το ίδιο πράγμα. Ήταν το μοναδικό πράγμα που ο κατηγορούμενος 3 του έλεγε συνεχώς. Κάποια μέρα, ο κατηγορούμενος 3 του τηλεφώνησε, τον πήρε από το σπίτι του και πήγαν να φάνε σουβλάκια στα Λειβάδια. Εκεί του ζήτησε ξανά να πάνε να κλέψουν τα πράγματα από το σπίτι του θύματος. Τότε δέχθηκε να το κάνει, λόγω της πίεσης που του άσκησε αλλά και λόγω των χρημάτων που του υποσχέθηκε ότι θα έπαιρνε. Ο κατηγορούμενος 3 του είπε θα τον μετέφερνε για να δει το σπίτι του θύματος και εκεί θα του εξηγούσε τον τρόπο με τον οποίο θα έμπαινε μέσα στο σπίτι. Έτσι το επόμενο βράδυ, ο κατηγορούμενος 3 τον μετέφερε με το αυτοκίνητο του και του έδειξε την πολυκατοικία όπου διέμενε το θύμα, τον τόπο όπου στάθμευε το αυτοκίνητο του, δηλαδή στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας όπου διέμενε ή στην διπλανή πολυκατοικία και του είπε ότι το διαμέρισμα του θύματος ήταν στον τρίτο όροφο, βγαίνοντας από το ασανσέρ, η πόρτα αμέσως αριστερά. Επειδή δεν θα μπορούσε μόνος του να ενεργήσει, σκέφτηκε να ζητήσει από τον φίλο του, πρώην κατηγορούμενο 2, να τον βοηθήσει. Συναντήθηκε μαζί του και - όπως του είχε πει και ο κατηγορούμενος 3 - του εξήγησε ότι στο σπίτι του θύματος υπάρχουν πολλά λεφτά και χρυσά κοσμήματα, ως και ότι τους έστελλε ο κατηγορούμενος 3, ο οποίος ήξερε πολύ καλά αυτό που επρόκειτο να κάνουν. Του είπε επίσης ότι ο κατηγορούμενος 3 τους είχε υποσχεθεί ότι θα μοιράζοντο σε τρία μερίδια τα πράγματα που θα έβρισκαν στο σπίτι του θύματος και έτσι δέχθηκε να συνεργαστεί. Ενημέρωσε τον κατηγορούμενο 3 ότι είχε βρει κάποιον να τον βοηθήσει, όμως δεν του είπε ποιος ήταν. Πήγε μαζί με τον πρώην κατηγορούμενο 2 μερικές φορές με τα αυτοκίνητα τους στην περιοχή όπου βρισκόταν το διαμέρισμα του θύματος και το παρακολουθούσαν και προσπαθούσαν να βρουν τρόπο να εισέλθουν στο διαμέρισμα για να κάνουν τη ληστεία. Όσες φορές πήγαν στο διαμέρισμα του θύματος, το αυτοκίνητο του ήταν σταθμευμένο στον χώρο στάθμευσης και στο διαμέρισμα υπήρχε φως. Έτσι έφευγαν χωρίς να κάνουν οτιδήποτε. Ενημέρωνε τον κατηγορούμενο 3 τηλεφωνικώς και προσωπικά, ότι δεν κατάφεραν να μπουν, γιατί το θύμα ήταν σπίτι και ο κατηγορούμενος 3 νευρίαζε και του έλεγε ότι έπρεπε να βρουν τρόπο να κάνουν τη ληστεία. Ένα με ενάμιση μήνα προτού εισέλθουν στο διαμέρισμα του θύματος, δηλαδή αρχές Σεπτεμβρίου 2015, του τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος 3 και του είπε να συναντηθούν στο σπίτι του φίλου του ΜΚ4, τον οποίο είχε γνωρίσει προηγουμένως, μέσω του κατηγορούμενου
  9. Στην παρουσία του ΜΚ4, ο κατηγορούμενος 3 του έδωσε ένα GPS (Τεκμήριο 100) και του είπε ότι θα του έδειχνε ένα αυτοκίνητο που ανήκε σε κάποιον, ο οποίος του χρωστούσε χρήματα, για να τοποθετήσει το GPS και ο ΜΚ4 θα του εξηγούσε τον τρόπο για να το τοποθετήσει. Αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος 3 είχε υπόψη του να αναθέσει στον ίδιο την τοποθέτηση του GPS στο αυτοκίνητο του θύματος, για να παρακολουθεί πότε θα έλειπε από το σπίτι, ώστε να εισέλθει μαζί με τον πρώην κατηγορούμενο 2 και να κλέψουν. Τόσο ο κατηγορούμενος 3 όσο και ο ΜΚ4 του εξήγησαν πώς να το τοποθετήσει στο αυτοκίνητο του θύματος. Το επόμενο βράδυ πήγε μαζί με τον πρώην κατηγορούμενο 2 μπροστά στην πολυκατοικία του θύματος και τοποθέτησαν το GPS κάτω από το αυτοκίνητο του, το οποίο ήταν σταθμευμένο στον χώρο στάθμευσης. Ενημέρωσε σχετικά τον κατηγορούμενο 3 και από εκείνη την ημέρα ο κατηγορούμενος 3 του τηλεφωνούσε και τον ενημέρωνε πότε έλειπε το θύμα από το σπίτι του, εφόσον παρακολουθούσε την κίνηση του με το GPS και πήγαιναν μαζί με τον πρώην κατηγορούμενο 2 στην πολυκατοικία για να εισέλθουν στο διαμέρισμα και να κλέψουν. Αποφάσισαν να μην σπάσουν την πόρτα του διαμερίσματος, για να μην κάμουν πολύ θόρυβο και τους ακούσουν οι γείτονες. Αφού το συζήτησαν και με τον κατηγορούμενο 3, αποφάσισαν να κατέβουν από τη στέγη της πολυκατοικίας και να μπούν από το παράθυρο του μπάνιου. Ο ΜΚ4 και ο κατηγορούμενος 3 παρακολουθούσαν τις κινήσεις του θύματος με το GPS και τον ενημέρωναν όταν έλειπε από το σπίτι, για να εισέλθουν σ΄ αυτό. Ό,τι έκαναν σχετικά με το θύμα, το έκαναν με διαταγή του κατηγορούμενου 3, ο οποίος τον ενημέρωνε για όλα όσα επρόκειτο να πράξουν. Ένα βράδυ, όταν ο κατηγορούμενος 3 του είπε ότι το θύμα έλειπε από το σπίτι του και σύμφωνα με το GPS ήταν στη Λευκωσία, πήγε μαζί με τον πρώην κατηγορούμενο 2, για να εισέλθουν στο διαμέρισμα του. Ενώ προετοιμάζονταν, το θύμα επέστρεψε με τα πόδια. Όταν το είδαν, έφυγαν και τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο
  10. Τσακώθηκαν πάρα πολύ και φώναξε στον κατηγορούμενο 3 δυνατά και πάρα πολύ άσχημα, γιατί ο κατηγορούμενος 3 του είχε πει ψέματα και ο ίδιος θα μπορούσε να βρισκόταν μέσα στο διαμέρισμα εκείνη τη στιγμή και το θύμα να είχε εισέλθει σ΄ αυτό. Ο ίδιος φώναζε πολύ στον κατηγορούμενο 3 γιατί αυτός του είχε πει ότι το GPS έδειχνε ότι το θύμα βρισκόταν στη Λευκωσία, ενώ αυτή είχε σταθμεύσει στην διπλανή πολυκατοικία και πήγαινε στο σπίτι της περπατητή. Ο ίδιος αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος 3 του είχε πει ψέματα ότι το GPS έδειχνε ότι το θύμα βρισκόταν στη Λευκωσία, ενώ αυτό βρισκόταν στη Λάρνακα. Ο κατηγορούμενος 3 επέμενε ότι το GPS έδειχνε ότι το θύμα είναι στη Λευκωσία, όμως δεν ξέρει αν του έλεγε την αλήθεια. Εκείνη τη μέρα, ο κατηγορούμενος 3 νευρίασε πιο πολύ, διότι δεν κατάφεραν να εισέλθουν στο διαμέρισμα του θύματος και του είπε, εάν δεν μπορούσαν να εισέλθουν στο διαμέρισμα, να περιμένουν το θύμα έξω, μπροστά από την πολυκατοικία και όταν θα έρχετο, αμέσως να το αρπάξουν. Εάν προσπαθούσε να ξεφύγει, να το χτυπήσουν και να το δέσουν, να το πάρουν στο διαμέρισμα και να τους ανοίξει για να κλέψουν τα πράγματα, έτσι όπως είχαν συμφωνήσει. Ο κατηγορούμενος 3 του είχε πει εκείνη τη μέρα ότι εάν ήθελαν, θα ερχόταν και αυτός μαζί τους και δεν τον ενδιέφερε αν θα τον έβλεπε το θύμα. Θα έπαιρναν μαζί τους το θύμα πάνω στο διαμέρισμα και αυτός θα έσπαζε την πόρτα και θα εισέρχοντο σ΄ αυτό. Ο ίδιος του είπε ότι δεν θέλει να ενεργήσουν με αυτό τον τρόπο, γιατί δεν ήθελε να κτυπήσουν το θύμα. Ο κατηγορούμενος 3 όμως επέμενε και τον πίεζε να το κάνουν με οποιονδήποτε τρόπο, για να πάρουν τα λεφτά. Δοκίμασαν ακόμα 2-3 φορές να εισέλθουν στο διαμέρισμα, αλλά δεν τα κατάφεραν, γιατί είτε ήταν μέσα στο σπίτι το θύμα, είτε ήτανε κλειστό το παράθυρο του μπάνιου και ενημέρωναν τον κατηγορούμενο
  11. Επίσης μια μέρα, πήγαν ξανά να δοκιμάσουν, αλλά το σχοινί το οποίο είχαν πάρει μαζί τους για να κατέβουν, δεν ήτανε καλό. Τότε ο πρώην κατηγορούμενος 2, του είπε ότι είχε κάποιο φίλο ο οποίος έχει ειδικό εξοπλισμό για ορειβασία και θα διευθετούσε για να του τον δώσει. Όταν ο πρώην κατηγορούμενος 2 πήρε τον εξοπλισμό, συναντήθηκαν, τον δοκίμασαν και βεβαιώθηκαν ότι ήταν καλός. Εκείνες τις μέρες ο κατηγορούμενος 3 του τηλεφώνησε και του είπε να αφαιρέσει το GPS από το αυτοκίνητο του θύματος. Έτσι πήγε μαζί με τον πρώην κατηγορούμενο 2, το αφαίρεσαν από το αυτοκίνητο του θύματος και το παρέδωσε στον ΜΚ
  12. Συγκεκριμένα, κόλλησε το GPS σε ένα σήμα stop κοντά στην εκκλησία της Φανερωμένης και την επόμενη ημέρα μετέβηκε επί τόπου με τον ΜΚ4 και του το παρέδωσε. Ο ίδιος δεν γνωρίζει τον τρόπο λειτουργίας του GPS. Μετά πάροδο λίγων ημερών, ο κατηγορούμενος 3 συνέχιζε να τον πιέζει για να πάνε στο σπίτι του θύματος. Μια από αυτές τις μέρες, ο κατηγορούμενος 3 του είπε ότι πήγε μόνος του στο σπίτι του θύματος και τοποθέτησε ξανά το GPS στο αυτοκίνητο του. Έτσι θα γνώριζε όταν έλειπε το θύμα από το σπίτι και δεν θα έπρεπε να φοβούνται. Ο ίδιος όμως δεν έλεγξε αν στο αυτοκίνητο του θύματος ήταν τοποθετημένο GPS. Ο ίδιος άρχισε να αμφιβάλλει και να φοβάται, γιατί ο κατηγορούμενος 3 τον πίεζε πάρα πολύ και μερικές μέρες προτού εισέλθουν στο διαμέρισμα του θύματος, είπε στον κατηγορούμενο 3 ότι αποφάσισε να φύγει μόνιμα στη Βουλγαρία μαζί με την οικογένεια του και ότι είχε κανονίσει τη μετακόμιση των πραγμάτων του, με εταιρεία μετακομίσεων. Ο κατηγορούμενος 3 όμως, συνέχιζε να τον πιέζει για να εισέλθουν στο διαμέρισμα του θύματος. Μάλιστα ο κατηγορούμενος 3 του ζήτησε και αγόρασε άλλο αριθμό τηλεφώνου, ώστε ο ίδιος να του τηλεφωνά σε έναν άλλο αριθμό τηλεφώνου τον οποίο είχε αυτός, αλλά δεν θυμάται ούτε τον έναν αριθμό, ούτε τον άλλο. Δηλαδή ο ίδιος είχε δύο αριθμούς τηλεφώνων και 2 συσκευές, όπως και ο κατηγορούμενος
  13. Επικοινωνούσε με αυτό τον τρόπο με τον κατηγορούμενο 3, όμως τον συναντούσε και στον χώρο στάθμευσης μπροστά από το δικό του σπίτι. Νωρίς το επίδικο βράδυ, του τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος 3, χωρίς όμως να θυμάται σε ποιόν αριθμό του τηλεφώνησε και από ποιόν από τους δύο αριθμούς του που χρησιμοποιούσε και του είπε ότι το θύμα θα απουσίαζε από το σπίτι και θα έπρεπε να εισέλθουν στο σπίτι του. Του είπε επίσης ότι το αυτοκίνητο του θύματος δεν βρισκόταν στο σπίτι. Ο ίδιος του είπε ότι θα το κανόνιζε, διότι είχε βαρεθεί αυτήν την συνεχή πίεση από τον κατηγορούμενο 3 και ήθελε να κάνει μια τελευταία δοκιμή. Τηλεφώνησε στο φίλο του, πρώην κατηγορούμενο 2, ο οποίος ήταν στη δουλειά και του είπε ότι θα εισέρχοντο εκείνο το βράδυ στο διαμέρισμα του θύματος. Ο πρώην κατηγορούμενος 2 συμφώνησε να συναντηθούν στο σπίτι του όταν τελειώσει τη δουλειά και να πάνε πρώτα για να ελέγξουν εάν το θύμα βρισκόταν στο σπίτι του. Έτσι, όταν σχόλασε από τη δουλειά ο πρώην κατηγορούμενος 2, συναντήθηκαν στο σπίτι του και ξεκίνησαν με το αυτοκίνητο του πρώην κατηγορούμενου 2, μέσα στο οποίο υπήρχαν τα σχοινιά τα οποία θα χρησιμοποιούσε για να κατεβεί από τη στέγη, τα γάντια και η μάσκα (κουκούλα) την οποία θα φορούσε. Πέρασαν από την πολυκατοικία του θύματος και διαπίστωσαν ότι απουσίαζε το αυτοκίνητο του. Στάθμευσαν το αυτοκίνητο του πρώην κατηγορούμενου 2, μερικές πολυκατοικίες πιο κάτω και πήγαν με τα πόδια. Η πόρτα της εισόδου της πολυκατοικίας ήταν κλειδωμένη και έτσι ο πρώην κατηγορούμενος 2, με τη βοήθεια του, μπήκε από το παράθυρο στις σκάλες, στον διάδρομο και του άνοιξε την πισινή πόρτα απ΄ όπου ο ίδιος μπήκε στην πολυκατοικία. Αφού εισήλθαν στην πολυκατοικία, ανέβηκαν στη στέγη και εκεί έδεσε το σχοινί πάνω στο ντεπόζιτο. Έβαλε τη μάσκα (κουκούλα), τα γάντια και ειδική ζώνη για ορειβασία και κατέβηκε σιγά σιγά μέχρι το παράθυρο του μπάνιου του διαμερίσματος του θύματος. Είδε ότι όλα τα φώτα ήταν σβηστά μέσα στο διαμέρισμα και έτσι σκέφτηκε ότι δεν υπήρχε κανένας μέσα. Έτσι εισήλθε με δυσκολία μέσα στο διαμέρισμα. Έκανε θόρυβο και τότε άναψε μια λάμπα μέσα στο διαμέρισμα και άκουσε το θύμα να φωνάζει "police, police". Έβγαλε το γάντζο και βγήκε από το μπάνιο. Στον διάδρομο, είδε το θύμα όρθιο στο σαλόνι μπροστά από την πόρτα εισόδου η οποία ήταν ανοικτή και συνέχιζε να φωνάζει φοβισμένο. Ο ίδιος έτρεξε προς την πόρτα για να φύγει, αλλά το θύμα ήταν μπροστά του. Επειδή φοβήθηκε ότι θα του τραβούσε τη μάσκα (κουκούλα), χτύπησε το θύμα με το χέρι του και μετά το έσπρωξε για να περάσει πιο γρήγορα. Από το χτύπημα και το σπρώξιμο του, το θύμα έπεσε από τη σκάλα της πολυκατοικίας, η οποία είναι απέναντι από την πόρτα του διαμερίσματος του και χτύπησε το κεφάλι του πάνω στον τοίχο της σκάλας. Φοβήθηκε ότι από τον θόρυβο θα τον εντόπιζαν οι γείτονες και εκείνη τη στιγμή, του τηλεφώνησε ο πρώην κατηγορούμενος
  14. Του απάντησε και του είπε να έρθει στο διαμέρισμα. Φοβήθηκε πάρα πολύ και δεν ήξερε τι να κάνει. Από το φόβο του, έβαλε το θύμα πάνω στον ώμο του και το μετέφερε μέσα στο διαμέρισμα. Όπως κρατούσε το θύμα πάνω στον ώμο του, αυτό άρχισε να κλωτσά και έτσι το έριξε κάτω και αυτό χτύπησε το κεφάλι του πάνω στο τραπεζάκι και κάτω στο πάτωμα. Έμεινε για λίγο ακίνητο και μετά άρχισε να κινείται, όμως ο ίδιος το κρατούσε ακίνητο και ήταν πολύ φοβισμένος. Τηλεφώνησε στον πρώην κατηγορούμενο 2 γιατί αργούσε και αγχώθηκε περισσότερο. Ο πρώην κατηγορούμενος 2 του είπε ότι περίμενε κάτω και του ζήτησε να ανοίξει την είσοδο της πολυκατοικίας από το θυροτηλέφωνο του διαμερίσματος, όπως και έκανε. Όταν ο πρώην κατηγορούμενος 2 εισήλθε στο διαμέρισμα, το θύμα σηκώθηκε και επειδή ο πρώην κατηγορούμενος 2 δεν φορούσε κουκούλα, ο ίδιος έσπρωξε το θύμα και έπεσε κάτω στο πάτωμα. Πήρε ένα μαξιλάρι από τον καναπέ και το έβαλε πάνω στο πρόσωπο του θύματος για να μην δει τον πρώην κατηγορούμενο
  15. Το θύμα προσπάθησε να σηκωθεί και τότε ο ίδιος μαζί με τον πρώην κατηγορούμενο 2, πάλεψαν μαζί του, το χτύπησαν και το άφησαν ακίνητο. Λόγω του πανικού τους, σήκωσαν το θύμα, κρατώντας το και οι δύο από τα χέρια και τα πόδια και το μετέφεραν στο ένα υπνοδωμάτιο. Το θύμα ήταν πολύ χτυπημένο και ανάπνεε βαριά. Το έβαλαν με το πρόσωπο προς το πάτωμα και ζήτησε από τον πρώην κατηγορούμενο 2 να του δώσει ένα σχοινί, το οποίο κρατούσε, για να το δέσουν και να φύγουν. Ο πρώην κατηγορούμενος 2 αρνήθηκε, επειδή, όπως του είπε, θα τους «έπιαναν», αφού το σχοινί ήταν δικό του. Έτσι, ο ίδιος του είπε να βρει κάτι άλλο για να δέσουν το θύμα και συνέχισε να το κρατά με τα χέρια πίσω στην πλάτη. Ο πρώην κατηγορούμενος 2 βρήκε ένα σχοινί και γύρισε σε λίγο κρατώντας το. Ο ίδιος κρατούσε τα χέρια του θύματος και ο πρώην κατηγορούμενος 2 προσπαθούσε να το δέσει, αλλά επειδή έτρεμαν τα δικά του χέρια, ο πρώην κατηγορούμενος 2 τον βοήθησε και έδεσαν μαζί το θύμα. Αφού το έδεσαν, τοποθέτησαν ένα μαξιλάρι κάτω από το πρόσωπο του. Δεν ξέρει γιατί το έκαναν αυτό. Άφησαν δεμένο το θύμα και είπε στον πρώην κατηγορούμενο 2 να μαζέψουν τα τηλέφωνα και τα tablet και έφυγαν. Ο λόγος για τον οποίο πήραν τα πράγματα, είναι διότι φοβήθηκαν ότι όταν ξυπνούσε το θύμα θα τηλεφωνούσε και θα έκανε παράπονο. Λόγω του πανικού τους, αυτό σκέφτηκαν. Πήγαν στο σπίτι του πρώην κατηγορούμενου 2 και έκρυψαν τα ρούχα και όλα τα πράγματα τα οποία πήραν, σε ένα χωράφι απέναντι από το σπίτι του πρώην κατηγορούμενου
  16. Τα κλειδιά από το διαμέρισμα του θύματος, τα οποία πήραν φεύγοντας, τα έκρυψε σε μια μικρή τρύπα την οποία έκανε με τα χέρια του, δίπλα σε έναν κάλαθο για σκουπίδια. Όταν ξημέρωσε, πήγε στο σπίτι του πρώην κατηγορούμενου 2 με τη μοτοσικλέτα του και τοποθέτησαν τη μάσκα (κουκούλα), τα γάντια και τα πράγματα τα οποία έκλεψαν, στο αυτοκίνητο του πρώην κατηγορούμενου
  17. Πήραν εφημερίδα, αναπτήρα και πετρέλαιο από ένα περίπτερο και πήγαν στο σπίτι ενός φίλου του Ιβάν. Του ζήτησε και αυτός του έδωσε ένα φτυάρι και πήγαν στην περιοχή Κόσιη, όπου έκαψαν όλα τα πράγματα, σε 2 διαφορετικούς τόπους. Την επόμενη μέρα, ήταν πολύ αγχωμένος, γιατί εκείνο το οποίο συνέβη, δεν το είχε υπολογίσει και δεν ήξερε τι να κάνει. Μια μέρα προτού φύγει, του τηλεφώνησε ο ΜΚ4 και του ζήτησε να πάει στο σπίτι του, γιατί ήθελε να τον ρωτήσει κάτι. Όταν πήγε στο σπίτι του ΜΚ4, συνάντησε και τον κατηγορούμενο 3, με τον οποίο δεν είχε μιλήσει καθόλου μετά το επίδικο βράδυ, γιατί φοβόταν μήπως τον παρακολουθεί η Αστυνομία. Ο κατηγορούμενος 3, είπε στην παρουσία του ΜΚ4, ότι τον είχε φωνάξει η Αστυνομία για ανάκριση, γιατί είχαν βρει νεκρό το θύμα. Ο κατηγορούμενος 3 τον ρώτησε αν γνωρίζει κάτι και επειδή ήταν παρών ο ΜΚ4, του απάντησε αρνητικά. Ήταν πολύ αναστατωμένος, γιατί εκείνη τη στιγμή έμαθε ότι το θύμα ήταν νεκρό. Όταν έφυγε από το σπίτι του ΜΚ4, ο κατηγορούμενος βγήκε έξω και τον ξαναρώτησε. Του απάντησε ότι εκείνο το βράδυ, πήγαν μαζί με τον φίλο του στο σπίτι του θύματος, όπως τους είχε πει εκείνος να κάνουν. Του είπε επίσης ότι το θύμα ήταν σπίτι, του διηγήθηκε τι είχαν κάνει, ως και ότι όταν έφευγαν, το θύμα ήταν χτυπημένο και ανάπνεε βαριά και με δυσκολία. Ο κατηγορούμενος 3 του είπε να μην πει οτιδήποτε, να φύγει από την Κύπρο και να μην του τηλεφωνά, γιατί πιθανόν να τον παρακολουθεί η Αστυνομία. Την επόμενη μέρα, δηλαδή στις 2 ή 3.11.2015, έφυγε από την Κύπρο, όπως είχε σχεδιάσει. Ανέφερε ότι λυπάται γι΄ αυτό το οποίο έγινε και αναγνωρίζει το λάθος του. Δεν ήθελε να πεθάνει το θύμα και μακάρι να μπορούσε να γυρίσει τον χρόνο πίσω, όμως δυστυχώς δεν μπορεί. Σκέφτηκε πολλές φορές να γυρίσει πίσω και να φωνάξει την Αστυνομία, όμως φοβόταν μήπως τον δει κάποιος. Νιώθει πολύ απογοητευμένος με τον εαυτό του διότι άφησε τον κατηγορούμενο 3, με την πίεση που του ασκούσε, να τον επηρεάσει και να κάνει αυτό το λάθος. Είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και δεν έχει τίποτε να κερδίσει, αφού είναι πλέον καταδικασμένος σε 13 χρόνια φυλάκιση για τις πράξεις του. Το μόνο που θέλει, είναι να τον συγχωρέσει ο Θεός και οι άνθρωποι του θύματος γι΄ αυτό το οποίο έκανε. Όμως, όσες φορές και αν ζητήσει συγχώρεση, γνωρίζει ότι δεν αρκεί. Ήρθε από μόνος του στην Κύπρο για να τιμωρηθεί για τις πράξεις του, επειδή οι τύψεις του δεν του επέτρεπαν να κρύβει την αλήθεια. Όμως θα πρέπει να τιμωρηθεί και αυτός ο οποίος τους «έβαλε» να το πράξουν και ο οποίος δεν είναι άλλος, παρά ο κατηγορούμενος
  18. Σ΄ ότι αφορά τα χρυσαφικά που, όπως του είχε πει ο κατηγορούμενος 3, είχε κλέψει το θύμα, ο κατηγορούμενος 3 του είχε δείξει σε κάποια φωτογραφία στο facebook ότι το θύμα είχε χρυσά δακτυλίδια και άλλα χρυσαφικά. Ουδέποτε ζήτησε ο ίδιος το GPS από τον ΜΚ
  19. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι όταν ήρθε στην Κύπρο, εργάστηκε ως οδηγός, εργάτης και για 4 περίπου φορές εργάστηκε για τον κατηγορούμενο 3, ξεφορτώνοντας λάδια από container. Την περίοδο αυτή ήταν άνεργος. Γνώρισε τον ΜΚ4 μέσω του κατηγορούμενου 3 λίγους μήνες προτού τοποθετήσει το GPS στο αυτοκίνητο του θύματος. Αρνήθηκε ότι πήγε με τον ΜΚ4 και τον κατηγορούμενο 3 στην υπεραγορά Κούρος στα Λειβάδια για να βεβαιωθούν ότι βρισκόταν εκεί το όχημα του θύματος σύμφωνα με την ένδειξη του GPS. Μετέβηκε όμως μαζί με τον κατηγορούμενο 3 για να του δείξει (ο κατηγορούμενος 3) τον τόπο διαμονής του θύματος, προτού τοποθετήσει το GPS στο όχημα του. Μετά την τοποθέτηση του GPS, ενημερωνόταν από τον ΜΚ4 και από τον κατηγορούμενο 3, για τη θέση του οχήματος. Τοποθέτησε το GPS αρχές Σεπτεμβρίου 2015, για περίπου μια εβδομάδα. Ο αριθμός του δικού του τηλεφώνου ήταν 97697244, ενώ ο αριθμός του ΜΚ4 ήταν
  20. Τηλεφώνησε στον ΜΚ4 στις 4.9.2015 (ώρα 21:26:22), όμως δεν θυμάται το περιεχόμενο της συνομιλίας τους. Το ίδιο συμβαίνει και για τα τηλεφωνήματα που έκανε στον ΜΚ4, επίσης στις 4.9.2015 (ώρα 22:51:38), (ώρα 23:11:18), στις 5.9.2015 (ώρα 18:04:44), στις 8.9.2015 (ώρα 20:43:33), στις 12.9.2015 (ώρα 05:00 έστειλε στον ΜΚ4 μήνυμα SMS), στις 12.9.2015 (ώρα 19:21:20), (ώρα 20:21:37) και στις 14.9.2015 (ώρα 18:05:28) (ώρα 18:18:06). Ωστόσο, ανέφερε ότι τα τηλεφωνήματα που είχε εκείνη την περίοδο με τον ΜΚ4 (είτε τηλεφωνούσε ο ίδιος στον ΜΚ4, είτε ο ΜΚ4 σ΄ αυτόν), αφορούσαν και είχαν σχέση με το GPS. Διευκρίνισε, επίσης, ότι ο ΜΚ4 του τηλεφωνούσε και στο δεύτερο κινητό τηλέφωνο του, όπου είχε τοποθετήσει την κάρτα με τον δεύτερο αριθμό, που του είχε ζητήσει ο κατηγορούμενος 3, αν και τις περισσότερες φορές ο ΜΚ4 του τηλεφωνούσε στο τηλέφωνο του με αριθμό
  21. Πρόσθεσε ότι ο λόγος που είχε τόσες τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον ΜΚ4, ήταν γιατί ο ΜΚ4 του τηλεφωνούσε και γενικά τον ενημέρωνε πού βρισκόταν το GPS διότι αυτός το παρακολουθούσε. Την 1.10.2015 και όταν είχε ήδη αφαιρεθεί το GPS, τηλεφώνησε στον ΜΚ4 η ώρα 21:56:55, όμως δεν θυμάται ακριβώς το αντικείμενο της συνομιλίας τους, ίσως, είπε, να του πρότεινε να πάνε μαζί για καφέ, ή να ήθελε να του επιστρέψει κάποια κλειδιά που του είχε δώσει αρχές Σεπτεμβρίου
  22. Μετά από πάροδο πέραν του ενός χρόνου, δεν μπορεί να θυμάται ακριβώς το αντικείμενο της συζήτησης τους. Η απάντηση του είναι η ίδια και για 3 αναπάντητες κλήσεις που έκανε στον ΜΚ4 στις 2.10.2015 (ώρα 21:12:48), 4.10.2015 (ώρα 12:28:10) και 5.10.2015 (ώρα 17:09:51), ως και την κλήση που έκανε στον ΜΚ4 στις 6.10.2015 (ώρα 17:54:48), 13.10.2015 (ώρα 21:24:15) (αναπάντητη κλήση) και 30.10.2015 (ώρα 21:01:18) (αναπάντητη κλήση). Η απάντηση του είναι η ίδια και σε σχέση με τηλεφωνήματα που του έκανε ο ΜΚ4 από το τηλέφωνο του με αριθμό 99475922, στο δικό του τηλέφωνο με αριθμό
  23. Συγκεκριμένα, ο ΜΚ4 του τηλεφώνησε στις 6.9.2015 (ώρα 21:22:34) και 8.9.2015 (ώρα 18:54:53), (ώρα 19:02:27), (ώρα 20:44:26), (ώρα 22:45:41), (ώρα 22:48:53). Ίσως, είπε, ο ΜΚ4 να ήθελε να βγουν έξω για ποτό. Ο ΜΚ4 του τηλεφώνησε επίσης στις 9.9.2015 (ώρα 13:30:21), 10.9.2015 (ώρα 12:48:47), (ώρα 19:24:27), 11.9.2015 (ώρα 19:49:06), 13.9.2015 (ώρα 19:26:18), 14.9.2015 (ώρα 04:38:16, αναπάντητη κλήση), (ώρα 13:12:01). Από τις 14.9.2015 μέχρι 1.10.2015 δεν τηλεφώνησε στον ΜΚ4 και από 14.9.2015 μέχρι 6.10.2015 ο ΜΚ4 δεν του τηλεφώνησε, όμως δεν γνωρίζει γιατί δεν συνομίλησαν στην χρονική αυτή περίοδο. Στις 6.10.2015 του τηλεφώνησε ο ΜΚ4 η ώρα 17:18:
  24. Από τις 8.9.2015 μέχρι 2.10.2015 (με βάση τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα) δεν είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον πρώην κατηγορούμενο 2, όμως ίσως να είχαν συναντηθεί. Στις 2.10.2015 είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον πρώην κατηγορούμενο 2, όμως δεν θυμάται ακριβώς το αντικείμενο της συζήτησης και συνομιλίας τους. Η απάντηση του είναι η ίδια και για τις 3.10.2015, 5.10.2015, 14.10.2015, 16.10.2015, 17.10.2015, 18.10.2015, 21.10.2015, 22.10.2015, 24.10.2015, 25.10.2015 και 26.10.
  25. Όμως, διευκρίνισε ότι το αντικείμενο των πολλών τηλεφωνικών επικοινωνιών του με τον πρώην κατηγορούμενο 2 αφορούσε τη διάρρηξη του διαμερίσματος του θύματος. Στις 30.10.2015 και ώρα 23:26:27 έστειλε μήνυμα στον πρώην κατηγορούμενο 2, με το οποίο τον ρώτησε την ώρα που θα τελείωνε από την εργασία του, γιατί προηγουμένως τον είχε επισκεφθεί ο κατηγορούμενος 3 και του είχε πει ότι εκείνες τις ημέρες θα έπρεπε να γίνει η διάρρηξη. Διευκρίνισε ότι δεν θυμάται ακριβώς το περιεχόμενο των τηλεφωνικών του επικοινωνιών με τον πρώην κατηγορούμενο 2 για κάθε ημέρα που ερωτήθηκε, όμως γενικά μιλούσαν για την διάρρηξη στο διαμέρισμα του θύματος. Ισχυρίσθηκε ότι σ΄ αυτό το επίδικο χρονικό διάστημα συνομιλούσε με τον κατηγορούμενο 3 τηλεφωνικώς, με το δεύτερο κινητό που είχε τόσο ο ίδιος, όσο και ο κατηγορούμενος
  26. Δεν θυμάται τον δεύτερο αριθμό τηλεφώνου του κατηγορούμενου 3, ούτε και τον πρώτο, ούτε και τον αριθμό τηλεφώνου της εργασίας του. Δεν θυμάται ούτε και τον αριθμό της δικής του δεύτερης κάρτας τηλεφώνου. Διευκρίνισε ότι ο ίδιος απέκτησε τον δεύτερο αριθμό τηλεφώνου, προτού αφαιρεθεί το GPS από το όχημα του θύματος, όταν άρχισαν οι συζητήσεις του με τον κατηγορούμενο 3 για το επίδικο συμβάν, ο οποίος του είχε πει ότι θα έπρεπε να έχει ακόμα ένα κινητό τηλέφωνο για επικοινωνία. Δηλαδή για όσο χρόνο το GPS ήταν τοποθετημένο στο όχημα του θύματος, είχε δεύτερο αριθμό τηλεφώνου με τον οποίο συνομιλούσε με τον κατηγορούμενο
  27. Επέμενε ότι συνομιλούσε με τον κατηγορούμενο 3 για τη διάρρηξη στο διαμέρισμα του θύματος, τις πλείστες φορές στο γυμναστήριο, όμως ο κατηγορούμενος 3 τον επισκεπτόταν και στον χώρο στάθμευσης του δικού του διαμερίσματος. Όμως ο κατηγορούμενος 3, όπως και ο ίδιος, είχαν δεύτερες κάρτες τηλεφώνου με τις οποίες επικοινωνούσαν μεταξύ τους, ειδικά γι' αυτήν την υπόθεση και είναι ο κατηγορούμενος 3 που του είχε πει να αγοράσει τη δεύτερη κάρτα. Μέσω αυτών των δεύτερων καρτών τηλεφώνου, επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο 3 αρκετές φορές και ο κατηγορούμενος 3 του έδινε πληροφορίες πού βρισκόταν το θύμα ή αν χρειαζόταν να πάει στο σπίτι του κατηγορουμένου 3 για να μιλήσουν. Μάλιστα αναφέρθηκε στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος 3 του τηλεφώνησε και του είπε ότι το θύμα βρισκόταν στη Λευκωσία, ενώ αυτός με τον πρώην κατηγορούμενο 2 βρίσκονταν στην πολυκατοικία του θύματος και το είδαν να σταθμεύει σε διπλανή πολυκατοικία και να έρχεται περπατητό. Τότε τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο 3 και τσακώθηκαν γιατί αυτός του έλεγε ότι το GPS έδειχνε ότι βρισκόταν στη Λευκωσία. Στις 30.10.2015 του τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος 3 από το δεύτερο κινητό του τηλέφωνο, στο δικό του δεύτερο κινητό, γύρω στις 21:00-22:00 και του είπε ότι εκείνο το βράδυ ήταν σίγουρος ότι το θύμα δεν θα βρισκόταν στο σπίτι του και θα έπρεπε να εισέλθουν σ΄ αυτό. Έτσι, τις πρωϊνές ώρες της 31.10.2015, γύρω στις 01:00-03:00, πήγαν στο διαμέρισμα του θύματος. Δεν θυμάται γιατί στις 30.10.2015 και ώρα 21:01:08 τηλεφώνησε στον ΜΚ4, όμως η κλήση του ήταν αναπάντητη. Ο κατηγορούμενος 3 του είχε πει να αφαιρέσουν το GPS από το όχημα του θύματος, γιατί υπήρχε το ενδεχόμενο το θύμα να έπαιρνε το όχημα για επιδιόρθωση και να εντοπίζετο το GPS, όμως ο κατηγορούμενος 3 δεν του είχε πει να σταματήσουν να παρακολουθούν το θύμα. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος 3 του είχε πει προτού τοποθετήσουν το GPS, ότι το θύμα έκρυβε το αυτοκίνητο του σε διάφορους τόπους γιατί κάποιος της έσπαζε τα λάστιχα της και έκανε εκδορές στο όχημα της. Γι΄ αυτό το λόγο του ζήτησε, μετά από κάποιες μέρες, να αφαιρέσουν το GPS, όμως να μην σταματήσουν να παρακολουθούν το θύμα. Δέχθηκε ότι δεν ανέφερε στην κατάθεση του (Έγγραφο Η) τον λόγο για τον οποίο ο κατηγορούμενος 3 του ζήτησε να αφαιρέσει το GPS από το όχημα του θύματος, ούτε και ότι του είπε να μην σταματήσουν να παρακολουθούν το θύμα. Όμως επέμενε στη θέση του αυτή την οποία θυμάται. Παρόλο που στην κατάθεση του (Έγγραφο Η) αναφέρει ότι αγόρασε τον δεύτερο αριθμό τηλεφώνου, με τον οποίο επικοινωνούσε με τον κατηγορούμενο 3, μετά την αφαίρεση του GPS από το όχημα του θύματος, ενώπιον του Δικαστηρίου επέμενε ότι είχε αποκτήσει την δεύτερη κάρτα τηλεφώνου από προηγουμένως, δηλαδή πριν την τοποθέτηση του GPS στο όχημα του θύματος. Αυτός ήταν και ο λόγος που αγόρασε την δεύτερη κάρτα, όπως του ζήτησε ο κατηγορούμενος 3, στην οποία του τηλεφωνούσε και τον ενημέρωνε πού βρισκόταν το όχημα του θύματος. Ανέφερε ότι είχε προσπαθήσει, μαζί με τον πρώην κατηγορούμενο 2, για να εισέλθουν στο διαμέρισμα του θύματος άλλες τρεις φορές. Την πρώτη φορά, το GPS ήταν τοποθετημένο στο όχημα του θύματος, ενώ οι άλλες δύο φορές ήταν περί τα μέσα του Οκτωβρίου 2015 και τότε ήταν που είχε αποφασίσει να μετακομίσει στη Βουλγαρία. Ανέφερε ότι μετά την ολοκλήρωση της κυρίως εξέτασης του, τον επισκέφθηκε στις φυλακές, στις 19.1.2017, ο ανακριτής της υπόθεσης (ΜΚ8) μαζί με τον Εισαγγελέα κ. Παπανικολάου, διότι δεν ένοιωθε καλά. Ο κ. Παπανικολάου τον ρώτησε αν κάποιος ή κάτι τον ανησυχεί, ενώ ο ΜΚ8 δεν ήταν παρών. Αρνήθηκε ότι κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου λέγοντας ψέματα για να ενοχοποιήσει τον κατηγορούμενο 3 και να τύχει ευνοϊκής μεταχείρισης από την Κατηγορούσα Αρχή και το Δικαστήριο και τόνισε ότι ήδη έχει καταδικαστεί σε 13 χρόνια φυλάκιση. Αρνήθηκε υποβολή ότι λέει ψέματα γιατί με βάση τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα η τελευταία δική του κλήση προς τον κατηγορούμενο 3 ήταν στις 13.10.2015 και η τελευταία κλήση του κατηγορουμένου 3 προς τον ίδιο ήταν στις 15.10.
  28. Διευκρίνισε ότι οι τηλεφωνικές του επικοινωνίες με τον ΜΚ4 τον Σεπτέμβριο 2015 σχετίζοντο με το GPS, ενώ τον Οκτώβριο 2015 αφορούσαν κάτι άλλο που δεν το θυμάται. Στις 29.10.2015 (ώρα 19:14:22) και στις 31.10.2015 (20:05:55) τηλεφώνησε στον ΜΚ4 και στις 29.10.2015 (ώρα 19:19:10) του τηλεφώνησε ο ΜΚ4, όμως δεν θυμάται το περιεχόμενο των συνομιλιών τους. Μετά την αφαίρεση του GPS, ο κατηγορούμενος 3 του είχε πει να πηγαίνουν μέχρι το διαμέρισμα του θύματος και να ελέγχουν αν το όχημα του βρισκόταν εκεί. Έτσι πήγαιναν, έλεγχαν και όταν το όχημα του θύματος βρισκόταν εκεί, έφευγαν. Επέμενε ότι ο κατηγορούμενος 3 του τηλεφώνησε στις 30.10.2015 το βράδυ και του είπε ότι εκείνο το βράδυ ήταν σίγουρος ότι το θύμα θα έλειπε από το σπίτι του και να εισέλθουν στο διαμέρισμα του. Μάλιστα, ο κατηγορούμενος 3, αργά το απόγευμα, τον είχε επισκεφθεί στο σπίτι του, του είπε τα πιο πάνω και αργότερα του τηλεφώνησε στο δεύτερο κινητό του. Αρνήθηκε ότι είχε ζητήσει ξανά από τον ΜΚ4, (μετά την αφαίρεση του GPS), το GPS για να το τοποθετήσει στο όχημα του θύματος. Ισχυρίσθηκε ότι δύο μέρες μετά το επίδικο βράδυ, ο ΜΚ4 του τηλεφώνησε και πήγε στο σπίτι του, όπου ήταν παρών και ο κατηγορούμενος 3, ο οποίος τον ρωτούσε στην παρουσία του ΜΚ4, αν είχαν εισέλθει στο σπίτι του θύματος. Αυτός του απάντησε αρνητικά διότι ο ΜΚ4 ήταν παρών. Όταν όμως βγήκαν έξω για να φύγουν, ο κατηγορούμενος 3 τον ρώτησε ξανά και αυτός του απάντησε ότι πράγματι είχαν εισέλθει στο διαμέρισμα του θύματος. Τότε ο κατηγορούμενος 3 του είπε ότι, εφόσον έτσι κι αλλιώς θα πήγαινε στη Βουλγαρία, να μην του τηλεφωνήσει ξανά και να μην έχουν πλέον οποιαδήποτε επικοινωνία. Ισχυρίσθηκε ότι δεν θα μπορούσε να είχε προγραμματίσει το ταξίδι του στη Βουλγαρία πριν την διάρρηξη, γιατί ο κατηγορούμενος 3 του είχε πει να παρακολουθούν το θύμα και αν δεν μπορούν να εισέλθουν στο διαμέρισμα του, όταν το θύμα βγει από το αυτοκίνητο του, να το κτυπήσουν, αν αντιδράσει να το δέσουν και να το ανεβάσουν στο διαμέρισμα για να τους ανοίξει. Αυτός του είπε ότι ήθελε να σταματήσει, όμως ο κατηγορούμενος 3 συνέχιζε να τον πιέζει, πράγμα που έκανε και όταν τον συναντούσε στο γυμναστήριο. Μάλιστα, ο κατηγορούμενος 3 του είχε πει ότι αν συνέβαινε οτιδήποτε στο θύμα, η Αστυνομία πρώτα θα έψαχνε αυτόν (τον κατηγορούμενο 3). Ανέφερε ότι επέστρεψε στην Κύπρο από την Ουγγαρία, από μόνος του και δεν είχε συλληφθεί στη Βουλγαρία, δυνάμει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Όταν ήρθε στην Κύπρο στις 26.6.2016 έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία [Τεκμήρια 108 και 108(Α)]. Επεξήγησε ότι είχε δώσει δύο καταθέσεις στην Αστυνομία διότι όταν ήρθε στην Κύπρο ήταν αγχωμένος, όμως μετά την μεταφορά του στις φυλακές ηρέμησε και έδωσε κατάθεση προσθέτοντας περισσότερα γεγονότα που είχε θυμηθεί. Στην Τέταρτη Ενότητα παρατίθεται αυτούσια η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου 3 η οποία έχει ως ακολούθως: « Έντιμοι Κύριοι Δικαστές, Δηλώνω ότι για όλα τα αδικήματα που με κατηγορούν είμαι αθώος. Εγώ δεν έχω καμία σχέση ούτε με τον θάνατο, ούτε με την διάρρηξη του διαμερίσματος της Ντανιέλας Ρόσκα. Ο Πλάμεν είπε πολλά ψέματα στο Δικαστήριο φορτώνοντας μου πράξεις, που δεν έκαμα για να ελαφρύνει την θέση του και να έχει μειωμένη ποινή για αυτά που ο ίδιος παραδέχτηκε ότι έκαμε. Τον Πλάμεν τον γνώριζα αφού συναντιόμαστε στο γυμναστήριο που πηγαίναμε και οι δυο μας. Σε μερικές περιπτώσεις ήρθε στην δουλειά μου και με βοήθησε να ξεφορτώσουμε κοντέϊνερ και τον πλήρωνα για τον κόπο του. Όλη την περίοδο που τον γνώριζα ήρθε και δούλεψε για το ξεφόρτωμα κοντέϊνερ 3-4 φορές μόνο. Συνολικά πρέπει να τον πλήρωσα γύρω στα 150 ευρώ. Όταν μέσα από κουβέντες που κάμαμε του είπα ότι έγινε κλοπή χρημάτων και χρυσαφικών από το σπίτι των γονιών μου, και ότι για την κλοπή υποψιαζόμουν την Ντανιέλα Ρόσκα ο ίδιος προθυμοποιήθηκε να με βοηθήσει να μάθουμε αν η Ντανιέλα ήταν πράγματι αυτή που έκαμε την κλοπή. To να βάλουμε το GPS στο αυτοκίνητο της Ντανιέλας ήταν ιδέα του Πλάμεν. To GPS το έβαλε στο αυτοκίνητο της Ντανιέλας ο Πλάμεν. Από όσα ξέρω εγώ το GPS έμεινε στο αυτοκίνητο της Ντανιέλας για 8-10 μέρες. Όταν είδα ότι με τις παρακολουθήσεις που έκαμνε ο Πλάμεν δεν υπήρχε κάποιο αποτέλεσμα του είπα να το βγάλει και να το δώσει του Μάριου. Ο ίδιος ο Πλάμεν μου είπε ότι το έβγαλε και το έδωσε στον Μάριο. Από την ημέρα που ο Πλάμεν έβγαλε το GPS εγώ δεν ξανά ασχολήθηκα με θέματα παρακολούθησης της Ντανιέλας, ούτε και είχα άλλες συζητήσεις με τον Πλάμεν σχετικά με την Ντανιέλα. Ούτε και ο ίδιος μου είπε ποτέ ότι συνέχισε να παρακολουθεί την Ντανιέλα. Μετά που ο Πλάμεν έβγαλε το GPS από το αυτοκίνητο της Ντανιέλας για πολλές μέρες δεν είχα καμία επαφή μαζί του. Ο ίδιος μου είχε πει ότι θα πήγαινε στην Βουλγαρία για να βαφτίσει το μωρό του. Εγώ από τα μέσα Οκτωβρίου και μετά δεν είχα καμία επαφή με τον Πλάμεν. Ούτε βρέθηκα μαζί του, ούτε μίλησα μαζί του στο τηλέφωνο. Ο Πλάμεν λέει ψέματα όταν λέει ότι εγώ τον πίεζα είτε να μπει στο διαμέρισμα, είτε να κλέψει την Ντανιέλα. Ο ίδιος φαίνεται ότι μετά που του είπα και έβγαλε το GPS από το αυτοκίνητο της είχεν αποφασίσει να συνεχίσει να την παρακολουθεί και να την κλέψει. Όμως αυτό δεν έχει καμία σχέση μαζί μου. Εγώ ούτε του είπα να συνεχίσει να την παρακολουθεί, ούτε έξερα κάτι για τούτο. Από ότι μου είπε ο Μάριος ο Πλάμεν του είχε ζητήσει ξανά το GPS και ο Μάριος αρνήθηκε να του το δώσει. Όταν έμαθα ότι η Ντανιέλα βρέθηκε νεκρή μίλησα με τον Μάριο και αποφασίσαμε να τον πάρει ο Μάριος τον Πλάμεν τηλέφωνο να τον ρωτήσουμε αν έχει κάποια σχέση με τον θάνατο της Ντανιέλας. Η ιδέα να τον ρωτήσουμε αν ξέρει κάτι ήταν γιατί είχε ζητήσει από τον Μάριο το GPS. Ο ίδιος μας διαβεβαίωσε στο τηλέφωνο ότι ούτε άκουσε για τον φόνο, ούτε ξέρει κάτι. Την ίδια μέρα ήρθε ο Πλάμεν στο σπίτι του Μάριου και κουβεντιάζοντας πάλιν μας είπε ότι δεν έχει ιδέα για το τι έγινε με την Ντανιέλα και μας ανάφερε ότι θα έφευγε για την Βουλγαρία γιατί ήταν άρρωστη η μητέρα του. Εγώ δεν είχα κανένα σοβαρό λόγο να υποπτεύομαι τον Πλάμεν σχετικά με τον φόνο της Ντανιέλας. Ούτε ήξερα αν ο Πλάμεν μπήκε στο σπίτι της Ντανιέλας. Ούτε και είχα λόγο να αμφισβητήσω ότι η μητέρα του ήταν άρρωστη και για αυτό θα πήγαινε στην Βουλγαρία. Εγώ επειδή ξέρω ότι δεν είχα καμία σχέση με τον θάνατο της Ντανιέλας είπα του Μάριου ότι έπρεπε να πάμε στην αστυνομία και να τους πούμε για το GPS γιατί έκρινα ότι αυτό ήταν κάτι που έπρεπε να το ξέρουν οι ανακριτές. θέλω να επαναλάβω ότι εγώ δεν έχω καμία σχέση με ότι έκαμε ο Πλάμεν μετά που του είπα και έβγαλε το GPS από το αυτοκίνητο της Ντανιέλας. Ότι λέει για να με μπλέξει στην υπόθεση είναι ψέματα. Μετά τα μέσα του Οκτώβρη δεν είχα καμία συνάντηση ή συνομιλία με τον Πλάμεν. Είμαι αθώος.» Έχουμε παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες κατηγορίας, ιδιαίτερα τον ΜΚ7, να καταθέτουν ενώπιον μας και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νουν τα δηλωθέντα παραδεκτά γεγονότα, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, την ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου 3 και τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προώθησαν στο στάδιο των αγορεύσεων με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. Η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αντικρίζεται και αξιολογείται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και πάντοτε σε συνάρτηση και σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία. Δεν είναι ορθή μικροσκοπική εξέταση της. Πρέπει να προσεγγίζεται σφαιρικά και κάτω από το πρίσμα των περιστάσεων. Η προσαχθείσα μαρτυρία πρέπει να εξετάζεται στο σύνολο της και δεν είναι ορθό επιμέρους στοιχεία της να απομονώνονται [βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, Σιβιτανίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 166 και Ξυδάς ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 807]. Υπό το φως των αρχών αυτών προχωρούμε στην αξιολόγηση. Θα ασχοληθούμε σε πρώτο στάδιο με την αξιολόγηση της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων κατηγορίας, εκτός από την μαρτυρία του ΜΚ7, η οποία λόγω της ιδιαίτερης σημασίας της, θα αξιολογηθεί στη συνέχεια. Η μαρτυρία των ΜΚ1, ΜΚ2, ΜΚ3, ΜΚ5 και ΜΚ6 γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της, ως μαρτυρία που ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Ο ΜΚ8 κρίνεται ως αντικειμενικός και αμερόληπτος μάρτυρας και είμαστε πεπεισμένοι ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια, όχι μόνο γιατί υποκειμενικά τον κρίναμε ως αξιόπιστο μάρτυρα, αλλά και γιατί η μαρτυρία του, ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης, δεν έγινε κατορθωτό να κλονισθεί ή να προκληθεί οποιαδήποτε ρωγμή σε οποιοδήποτε ουσιώδες της σημείο. Διευκρινίζουμε ότι ουσιαστικά ο ΜΚ8 αντεξετάστηκε μόνο σε σχέση με την επίσκεψη του στις 19.1.2017 στις Κεντρικές Φυλακές μαζί με τον Εισαγγελέα κ. Παπανικολάου, όπου ο τελευταίος συνάντησε τον ΜΚ7, ενώ ο ίδιος παρέμεινε έξω από τον ειδικό χώρο όπου έγινε η εν λόγω συνάντηση και δεν συνομίλησε με τον ΜΚ7. Ο ΜΚ8 απαντούσε με ειλικρίνεια και σταθερότητα, χωρίς δισταγμό και υπεκφυγές στις σχετικές ερωτήσεις και υποβολές που του τέθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορουμένου 3 και είμαστε πεπεισμένοι ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Σημειώνουμε περαιτέρω ότι η πιο πάνω θέση του επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία του ΜΚ7 με την οποία θα ασχοληθούμε πιο κάτω. Έχοντας επισημάνει τα πιο πάνω, κρίνουμε τον ΜΚ8 καθόλα αξιόπιστο και αποδεχόμαστε εξ΄ ολοκλήρου τη μαρτυρία του. Ο ΜΚ4 κρίνεται επίσης ως αντικειμενικός και αμερόληπτος μάρτυρας και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Αυτός, με ειλικρίνεια και σταθερότητα, θετικότητα και σαφήνεια, απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβάλλοντο και η μαρτυρία του σε κανένα της σημείο κλονίσθηκε από την αντεξέταση. Διευκρινίζουμε ότι στο περιεχόμενο των αναφορών του ΜΚ4 στη μαρτυρία του, σε σχέση με τα όσα ο κατηγορούμενος 3 του είχε αναφέρει μετά το θάνατο του θύματος, θέλοντας να τον πείσει ότι δεν είχε καμιά ανάμειξη στη διάρρηξη του διαμερίσματος του θύματος ως και στο θάνατο του, δεν θα προσδώσουμε καμιά βαρύτητα, στη βάση του κανόνα του Κοινοδικαίου που αφορά το ανεπίτρεπτο της αυτοενίσχυσης, δηλαδή αποκλείει δηλώσεις, που σε τελευταία ανάλυση συνιστούν αυτοενίσχυση. Σύμφωνα με τον κανόνα, ο κατηγορούμενος ή άλλος μάρτυρας που καταθέτει ενόρκως, δεν μπορεί να παρουσιάσει με άμεση ή δευτερεύουσα μαρτυρία, προηγούμενες δηλώσεις του στις οποίες προβάλλεται ισχυρισμός ότι είναι αθώος. Ο λόγος του αποκλεισμού οφείλεται στον κίνδυνο κατασκευής μαρτυρίας, αφού μπορεί κάποιος σκόπιμα να επαναλαμβάνει την αθωωτική εκδοχή του σε αριθμό προσώπων πριν από τη δίκη, με στόχο να τους καλέσει μετά ως μάρτυρες για να πουν τι ακριβώς είναι που τους έλεγε [βλ. Δημοσθένους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129, Ratten v. R.
(1971)3 All E.R. 801, R. v. Roberts
(1942)1 All E.R. 187 και Σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, σελ. 687]. Όπως αναφέρθηκε στα παραδεκτά γεγονότα ανωτέρω, ο πρώην κατηγορούμενος 2 και ο ΜΚ7 (πρώην κατηγορούμενος 1), στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, κατόπιν παραδοχής τους, καταδικάστηκαν από το Δικαστήριο για τα επίδικα αδικήματα, σε 10 χρόνια φυλάκιση και 13 χρόνια φυλάκιση, αντίστοιχα. Σύμφωνα με τις αρχές του κοινοδικαίου, ο κατηγορούμενος δεν είναι εξαναγκάσιμος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή, ούτε και μπορεί να κληθεί από αυτήν για να καταθέσει εναντίον του συγκατηγορούμενου του. Εάν όμως η Κατηγορούσα Αρχή επιθυμεί να καλέσει συγκατηγορούμενο του κατηγορούμενου ως μάρτυρα κατηγορίας, ο συγκατηγορούμενος πρέπει να παύσει από του να είναι συγκατηγορούμενος για να δυνηθεί να καταστεί εξαναγκάσιμος μάρτυρας εναντίον του κατηγορούμενου [βλ. R. v. Pittarides (1929-1933) 13 C.L.R. 1] και να μπορέσει να αντεξεταστεί προκειμένου να καταδειχθεί η έκταση της ενοχής και ανάμειξης του στο επίδικο έγκλημα [βλ. R. v. Rowland
(1910)1 K.B. 458]. Αυτό μπορεί να γίνει, μεταξύ άλλων, με την παραδοχή του συγκατηγορούμενου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει [βλ. Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 141] και την επιβολή ποινής σε αυτόν αμέσως, όταν θα κληθεί ακολούθως ως μάρτυρας κατηγορίας [βλ. Στυλιανίδης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 158/2011, ημερ. 9.9.2013] σύμφωνα με δήλωση της Κατηγορούσας Αρχής [βλ. Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 221 και Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές (ανωτέρω), σελ. 645-646]. Το σύνολο των ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένων, αδιαμφισβήτητα συγκλίνει στο ότι η συμμετοχή του ΜΚ7 στην όλη εγκληματική συμπεριφορά που καλύπτει τα γεγονότα της υπόθεσης, τον καθιστά αυτουργό στη διάπραξη των αδικημάτων, εφόσον ήταν το πρόσωπο που μαζί με τον πρώην κατηγορούμενο 2, διενήργησαν τη διάρρηξη στο διαμέρισμα του θύματος και επέφεραν το θάνατο του. Με όσα ο ΜΚ7 καταλογίζει στον κατηγορούμενο 3, καθιστά αυτόν ως συνεργό στη διάπραξη των αδικημάτων, ως το πρόσωπο δηλαδή που τον προήγαγε στη διάπραξη τους, με βάση το άρθρο 20(δ) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Η απλή ερμηνεία του όρου συνεργός - όπως και κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 - δεικνύει πρόσωπο που αναμίχθηκε στη διάπραξη του επίδικου εγκλήματος πριν, κατά ή μετά τη διάπραξη [βλ. Ευαγγέλου ν. Αστυνομίας (Αρ. 1)
(1999)2 Α.Α.Δ. 24, Ρούσος ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 471, Demetriou v. The Republic
(1961)C.L.R. 309]. Εφόσον καταλήξαμε ότι ο ΜΚ7 είναι αυτουργός, με πλήρη επίγνωση της σπουδαιότητας αφενός του περιεχομένου των λεχθέντων από τον μάρτυρα αυτό και της ιδιότητας του αφετέρου ως συμμέτοχου στη διάπραξη των αδικημάτων, τον παρακολουθήσαμε με εξαιρετική προσοχή και επιφυλακτικότητα σε κάθε βήμα της παράθεσης της μαρτυρίας του και προσεγγίσαμε την όλη πορεία των ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρισμών του με σκεπτικισμό και καχυποψία. Βρισκόμενοι σε συνεχή εγρήγορση, θέλαμε σε κάθε στάδιο να βεβαιωθούμε ότι τα όσα ο μάρτυρας κατέθεσε δεν κηλιδώθηκαν από αλλότρια κίνητρα, ούτε μολύνθηκαν λόγω της συμμετοχής του στα επίδικα εγκλήματα. Προτού όμως προχωρήσουμε σε τελική κρίση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας του ΜΚ7 ως αυτουργού, θεωρούμε ότι είναι ορθό να εξετάσουμε πρώτα εάν υπάρχει διαθέσιμη ενισχυτική μαρτυρία, έχοντας κατά νου ότι ο σκοπός της ενισχυτικής μαρτυρίας είναι η άρση των εγγενών αδυναμιών στην ποιότητα της μαρτυρίας του ως συμμέτοχου στη διάπραξη των αδικημάτων, ο οποίος καταλογίζει στον κατηγορούμενο 3 επίσης συμμετοχή του, ως συνεργού (βλ. Γερμανός και άλλος ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 525. Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Χριστόδουλου άλλως Ρόπας και άλλων ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, η ορθολογιστική αντιμετώπιση του θέματος - μολονότι δεν υφίσταται άκαμπτος κανόνας δικαίου ή πρακτικής για τον ακριβή τρόπο προσέγγισης και αξιολόγησης τέτοιας μαρτυρίας - επιβάλλει όπως το Δικαστήριο εξετάσει πρώτα κατά πόσον υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία και μετά να προχωρήσει σε τελική κρίση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας του συνεργού. [βλ. επίσης Kondratjev v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 551]. Ακολουθώντας τον τρόπο προσέγγισης που εισηγείται η πιο πάνω απόφαση, θα εξετάσουμε πρώτα κατά πόσο υπάρχει ή όχι ενισχυτική μαρτυρία και στη συνέχεια θα προχωρήσουμε σε τελική κρίση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας του ΜΚ
  1. Η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο ΜΚ4 - ως το πρόσωπο που προμήθευσε το GPS και ενημέρωνε τον ΜΚ7 για τις κινήσεις του αυτοκινήτου - είναι συνεργός εν τη εννοία του Νόμου και συνεπώς η μαρτυρία του δεν μπορεί να αποτελέσει ενισχυτική μαρτυρία για τη μαρτυρία του ΜΚ7, δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Ο ΜΚ4 ήταν σαφής στη μαρτυρία του - ο οποίος δεν αντεξετάστηκε, ούτε και του υποβλήθηκε εκ μέρους της Υπεράσπισης οτιδήποτε το αντίθετο - ότι μέχρι και αρχές Νοεμβρίου 2015, δηλαδή μετά το θάνατο του θύματος, αυτό που είχε πληροφορηθεί από τον κατηγορούμενο 3 ήταν ότι το GPS είχε τοποθετηθεί σε κάποιο όχημα που ανήκε σε πρόσωπο που χρωστούσε στον κατηγορούμενο 3 το ποσό των €6.000 περίπου. Το ότι το GPS είχε τοποθετηθεί στο όχημα του θύματος, το πληροφορήθηκε μετά το θάνατο του θύματος, από τον κατηγορούμενο
  2. Με αυτά τα δεδομένα, είναι φανερό ότι ο ΜΚ4 δεν είχε καμιά ανάμειξη στη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων. Όπως ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω, ο όρος συνεργός εν τη εννοία του άρθρου 20 του Κεφ. 154, δεικνύει πρόσωπο που εν γνώσει του αναμείχθηκε στη διάπραξη του επίδικου εγκλήματος πριν, κατά ή μετά τη διάπραξη του. Η αδιαμφισβήτητη άγνοια του ΜΚ4 για οτιδήποτε σχετιζόταν με το θύμα και τα επίδικα αδικήματα, δεν τον καθιστά συνεργό, αλλά ούτε και δίδει οποιοδήποτε έρεισμα στις αιχμές που ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης άφησε εναντίον του κατά το στάδιο των αγορεύσεων, ότι δηλαδή ενδεχομένως να είχε διαδραματίσει κάποιο άλλο ρόλο ή να είχε κάποια σχέση με όσα διέπραξε ο ΜΚ
  3. Συγχρόνως δεν παραγνωρίζουμε τον σημαντικό και ουσιώδη ρόλο που διαδραμάτισε η κατάθεση του ΜΚ4 στην αστυνομία ημερομηνίας 20.11.2015 (Έγγραφο Δ) στη διερεύνηση και εξιχνίαση της παρούσας υπόθεσης. Στη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας την οποία έχουμε αποδεχθεί, ως και στα παραδεκτά γεγονότα που έχουμε παραθέσει πιο πάνω, εντοπίζονται, κατά την άποψη μας, αρκετά στοιχεία που τείνουν ουσιωδώς να ενισχύσουν σημεία της μαρτυρίας του ΜΚ
  4. Επισημαίνουμε τα ακόλουθα:
  5. Ο ισχυρισμός του ΜΚ7 ότι σε χρόνο 1 - 1½ μήνα προτού εισέλθει με τον πρώην κατηγορούμενο 2 στο διαμέρισμα του θύματος, δηλαδή αρχές Σεπτεμβρίου 2015, στο σπίτι και στην παρουσία του ΜΚ4, ο κατηγορούμενος 3 του παρέδωσε το GPS (Τεκμήριο 100), ενισχύεται από τη μαρτυρία του ΜΚ
  6. Ο ισχυρισμός του ΜΚ7 ότι ο ΜΚ4 στην παρουσία του κατηγορούμενου 3, του εξήγησε τον τρόπο που θα έπρεπε να τοποθετήσει το GPS στο όχημα, ενισχύεται από τη μαρτυρία του ΜΚ
  7. Ο ισχυρισμός του ΜΚ7, ότι το όχημα του θύματος, επί του οποίου, με οδηγίες του κατηγορούμενου 3, τοποθέτησε το GPS (Τεκμήριο 100), ήταν μάρκας BMW, χρώματος ασημί, ενισχύεται από τη μαρτυρία του ΜΚ4, ο οποίος ανέφερε ότι μαζί με τον κατηγορούμενο 3, επισκέφθηκαν κάποιες περιοχές και ο κατηγορούμενος 3 του έδειξε το όχημα επί του οποίου είχε τοποθετήσει το GPS και ήταν μάρκας BMW, χρώματος ασημί.
  8. Ο ισχυρισμός του ΜΚ7 ότι μετά πάροδο περίπου μίας εβδομάδας, επέστρεψε το GPS στον ΜΚ4, ενισχύεται από τη μαρτυρία του ΜΚ
  9. Ο ισχυρισμός του ΜΚ7 ότι ο ΜΚ4 παρακολουθούσε τις κινήσεις του θύματος μέσω του GPS και τον ενημέρωνε σχετικά, ενισχύεται από τη μαρτυρία του ΜΚ4, ο οποίος δέχθηκε ότι βοηθούσε στην παρακολούθηση του οχήματος και συνήθως έδιδε τις πληροφορίες στον ΜΚ
  10. Οι ισχυρισμοί του ΜΚ7 για τα τηλεφωνήματα του προς τον ΜΚ4 και αντίθετα, κατά τον κρίσιμο χρόνο, δηλαδή κατά την περίοδο από 4.9.15 μέχρι 14.9.15, τα οποία αφορούσαν και σχετίζοντο με το GPS, ενισχύονται από τα αποτελέσματα τηλεπικοινωνιακών δεδομένων (Τεκμήρια 54-66), των οποίων η αλήθεια του περιεχομένου τους είναι παραδεκτή.
  11. Οι ισχυρισμοί του ΜΚ7 για τα τηλεφωνήματα του προς τον πρώην κατηγορούμενο 2 και αντίθετα, κατά την χρονική περίοδο από 2.10.2015 μέχρι και 30.10.2015, τα οποία αφορούσαν την διάρρηξη του διαμερίσματος του θύματος, επίσης ενισχύονται από τα αποτελέσματα των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων (Τεκμήρια 54-66), των οποίων η αλήθεια του περιεχομένου τους είναι παραδεκτή.
  12. Ο ισχυρισμός του ΜΚ7, ότι ο κατηγορούμενος 3 κατηγορούσε το θύμα, με το οποίο διατηρούσε ερωτικό δεσμό, για κλοπή από το πατρικό του σπίτι, χρημάτων και κοσμημάτων αξίας €25.000, ενισχύεται από τη μαρτυρία του ΜΚ6, ο οποίος ανέφερε ότι στα πλαίσια διερεύνησης της καταγγελίας που είχε γίνει από τον πατέρα του κατηγορούμενου 3 στις 27.6.2015 για διάρρηξη και κλοπή της κατοικίας του, ο κατηγορούμενος 3 την 1.7.2015 του ανέφερε για τον δεσμό του με το θύμα, το χωρισμό του με αυτό, ως και την πιθανότητα να είχε ανάμειξη στη διάρρηξη της πατρικής του οικίας.
  13. Ο ισχυρισμός του ΜΚ7, ότι ο κατηγορούμενος 3 διατηρούσε ερωτικό δεσμό με το θύμα, ενισχύεται από τη μαρτυρία των ΜΚ4 και ΜΚ6, στους οποίους ο κατηγορούμενος το είχε παραδεχθεί.
  14. Έχουμε, περαιτέρω, εντοπίσει ψέματα του κατηγορούμενου 3 εκτός Δικαστηρίου, τα οποία κατά την κρίση μας, μπορεί να θεωρηθούν ως ενισχυτική μαρτυρία εναντίον του [βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεωργίου κ.ά.
(2011)2 Α.Α.Δ. 519, Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259 και το Σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές (ανωτέρω), σελ. 505-506]. Και τούτο γιατί κρίνουμε ότι είναι σκόπιμα, αφορούν ουσιώδη ζητήματα, το κίνητρο του κατηγορουμένου 3 γι΄ αυτά ήταν η επίγνωση ενοχής και ο φόβος για την αλήθεια και αποδεικνύονται με ανεξάρτητη μαρτυρία ή και με παραδοχή του ιδίου του κατηγορούμενου
  1. Συγκεκριμένα: (α) Σύμφωνα με τον ΜΚ4, ο κατηγορούμενος 3, όταν του είχε ζητήσει να του δανείσει το GPS (Τεκμήριο 100), του είχε αναφέρει ότι ήθελε να το χρησιμοποιήσει για να εντοπίσει κάποιο πρόσωπο που του χρωστούσε περίπου €6.000 και μετά την τοποθέτηση του, τον διαβεβαίωσε ότι πράγματι έτσι είχε πράξει. Ο κατηγορούμενος 3 άφησε τον ΜΚ4 να πιστεύει καθόλη τη διάρκεια της παρακολούθησης του οχήματος, ότι το GPS είχε χρησιμοποιηθεί από αυτόν για τον πιο πάνω σκοπό. Ωστόσο, μετά το θάνατο του θύματος, αρχές Νοεμβρίου 2015, ο κατηγορούμενος 3, ανήσυχος και προφανώς λόγω φόβου για την αλήθεια, παραδέχθηκε στον ΜΚ4 ότι του είχε πει ψέματα και ότι το GPS (Τεκμήριο 100) το είχε τοποθετήσει ο ΜΚ7, στο όχημα του θύματος με το οποίο ο ίδιος διατηρούσε ερωτικό δεσμό, κάτι που θύμωσε πολύ τον ΜΚ
  2. (β) Όταν ο ΜΚ8 μελέτησε τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα του τηλεφώνου με αριθμό 99241754 που ανήκει στον κατηγορούμενο 3, διαπίστωσε ότι στις 2.11.2015 μεταξύ των ωρών 10:00-10:29, δηλαδή την επομένη του εντοπισμού του νεκρού θύματος, στα δεδομένα εμφανιζόταν αλλαγή στον καταγραμμένο αριθμό ΙΜΕΙ, πράγμα που φανέρωνε αλλαγή συσκευής κινητού τηλεφώνου με την χρήση της ίδιας κάρτας και αριθμού. Από έλεγχο που έκαμε, διαπίστωσε ότι η αρχική συσκευή τηλεφώνου που κρατούσε ο κατηγορούμενος 3 την 1.11.2015, όταν βρισκόταν στα γραφεία του ΤΑΕ Λάρνακας, ήταν της ίδιας κατασκευής (ίδιο μοντέλο και ίδια μάρκα) και ίδιου χρώματος με τη νέα συσκευή που εμφανιζόταν στα δεδομένα που μελέτησε. Όταν ο κατηγορούμενος 3 κλήθηκε στις 18.11.2015, εκ νέου στο Τ.Α.Ε. Λάρνακας για ανάκριση, ρωτήθηκε σχετικά και, ενώ έδωσε αρχικά μια εκδοχή στην κατάθεσή του (Τεκμήριο 109), ότι δηλαδή μετά από καυγά με την αρραβωνιαστικιά του αυτή το πέταξε και το έσπασε, στη συνέχεια παραδέχθηκε στον ΜΚ8 ότι όσα ανάφερε ήταν ψέματα λόγω φόβου που του προκλήθηκε από την πρώτη του ανάκριση την 1.11.2015 και πως η αλήθεια γύρω από το παλιό του κινητό τηλέφωνο ήταν ότι, το είχε κρύψει στο νηπιαγωγείο της αρραβωνιαστικιάς του διότι περιείχε πορνό βίντεο και φωτογραφίες τις οποίες δεν ήθελε να δει η αστυνομία. Το εν λόγω δεύτερο κινητό τηλέφωνο, πράγματι, εντοπίστηκε από τον ΜΚ8 στο νηπιαγωγείο της Γαβριέλλας Βασιλείου κατά τη διάρκεια έρευνας από την αστυνομία. Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι τα δύο πιο πάνω ψέματα του κατηγορούμενου 3, που έγιναν εκτός Δικαστηρίου, αφορούν ουσιώδη ζητήματα της παρούσας υπόθεσης. Και τούτο γιατί το ψέμα του προς τον ΜΚ4 σε σχέση με το GPS, σχετίζεται με την παρακολούθηση του οχήματος του θύματος, ως και τη διάρρηξη του διαμερίσματος του, ενώ το ψέμα του προς τον ΜΚ8 σε σχέση με το δεύτερο κινητό τηλέφωνο του, σχετίζεται άμεσα με τον ισχυρισμό του ΜΚ7 ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ο κατηγορούμενος 3 διατηρούσε - όπως και ο ίδιος κατόπιν αιτήματος του κατηγορούμενου 3 - δεύτερο κινητό τηλέφωνο, με δεύτερο αριθμό κάρτας, μέσω των οποίων επικοινωνούσαν για τα θέματα που αφορούσαν την παρακολούθηση του οχήματος του θύματος και τη διάρρηξη του διαμερίσματός του. Τα πιο πάνω ψέματα του κατηγορούμενου 3 προφανώς έγιναν σκόπιμα από αυτόν και αποδεικνύονται με την ανεξάρτητη μαρτυρία των ΜΚ4 και ΜΚ8, στους οποίους ο ίδιος ο κατηγορούμενος 3 παραδέχθηκε ότι είπε ψέματα, προφανώς λόγω φόβου για την αλήθεια, όπως εξάλλου και ο ίδιος ανέφερε στον ΜΚ8 κατά τη λήψη της κατάθεσης του (Τεκμήριο 109). Τα ψέματα αυτά είναι προφανές ότι συνδέονται άμεσα με τη διάρρηξη του διαμερίσματος του θύματος και έγιναν από τον κατηγορούμενο 3 προκειμένου αυτός να αποσυνδεθεί από το έγκλημα αυτό. Έχοντας κατά νου ότι η μαρτυρία που προσφέρεται για να δείξει ότι ο κατηγορούμενος είπε ψέματα, είτε εκτός, είτε εντός Δικαστηρίου, πρέπει να αποτελεί αντικείμενο ανάλογης δικαστικής αυτοπροειδοποίησης [βλ. R. v. Lucas
(1981)2 All E.R. 108 και Σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης (ανωτέρω) σελ. 507], προσεγγίσαμε τη μαρτυρία των ΜΚ4 και ΜΚ8 σε σχέση με τα πιο πάνω ψέματα του κατηγορουμένου 3 εκτός Δικαστηρίου, με σύνεση, περίσκεψη και προβληματισμό, προειδοποιώντας τον εαυτό μας για τη σημασία που έχουν στην παρούσα υπόθεση, ως και τους κινδύνους που την χαρακτηρίζουν, την οποία και αποδεχόμαστε ως ενισχυτική μαρτυρία εναντίον του κατηγορουμένου 3, επαναλαμβάνοντας και τονίζοντας συγχρόνως ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος 3 είχε παραδεχθεί στους ΜΚ4 και ΜΚ8, κάτω από τις περιστάσεις που περιγράψαμε πιο πάνω, ότι τους είχε πει ψέματα [βλ. Ξυδά ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 807, Τσεκούρα ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 563, Τεβλετιάν κ.α. ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 512, Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 388 και Σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης (ανωτέρω) σελ. 507]. Όλα τα πιο πάνω ενισχύουν, κατά την άποψή μας, κατά τρόπο πολύ ισχυρό, ουσιώδεις λεπτομέρειες της μαρτυρίας του ΜΚ7 που τείνουν να καταδείξουν ότι αυτός, μαζί με τον πρώην κατηγορούμενο 2, διέρρηξαν το διαμέρισμα του θύματος, μετά από παρότρυνση και προαγωγή τους εκ μέρους του κατηγορούμενου 3. Δεν διαφεύγει της προσοχής μας ότι με βάση τα αποτελέσματα των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων, η τελευταία κλήση του ΜΚ7 από το κινητό του τηλέφωνο με αριθμό 97697244, προς το κινητό τηλέφωνο του κατηγορούμενου 3 με αρ. 99241754, ήταν στις 15.10.2015 και ώρα 18:58:41 [Τεκμήριο 64
(2), σελ. 19]. Οι δε δύο τελευταίες κλήσεις του κατηγορούμενου 3 από το κινητό του τηλέφωνο με αριθμό 99241754 προς το κινητό τηλέφωνο του ΜΚ7 με αρ. 97697244, ήταν επίσης στις 15.10.2015 και ώρα 18:11:51 και 19:12:06 [Τεκμήριο 64
(2), σελ. 14]. Ωστόσο, κρίνουμε ότι το γεγονός αυτό ουδόλως διαψεύδει τον ΜΚ7, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι δεχόταν πολλές πιέσεις από τον κατηγορούμενο 3 μέχρι και τις 30.10.2015, σε σχέση με τη διάρρηξη του διαμερίσματος του θύματος, τόσο δια ζώσης στο γυμναστήριο και στο χώρο στάθμευσης του σπιτιού του, όσο και τηλεφωνικώς. Και τούτο, γιατί δεν έχουμε καμιά αμφιβολία ότι όσα ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου περί τηλεφωνικής του επικοινωνίας με τον κατηγορούμενο 3, μέσω δεύτερων καρτών τηλεφώνου με άλλους αριθμούς, που κατείχε τόσο ο κατηγορούμενος 3 όσο και ο ίδιος, κατόπιν αιτήματος του κατηγορούμενου 3, ανταποκρίνονται πλήρως στην αλήθεια. Ήταν έντονη η προσπάθεια της υπεράσπισης να πλήξει την αξιοπιστία του ΜΚ7, στηριζόμενη στα πιο πάνω αποτελέσματα των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων, η οποία όμως κατέστη ανεπιτυχής. Ο ΜΚ7, με ειλικρίνεια και σταθερότητα, επέμενε στην πιο πάνω θέση του και είμαστε πεπεισμένοι ότι δεν παραποίησε την αλήθεια και την πραγματικότητα. Σημειώνουμε περαιτέρω ότι, με βάση τη μαρτυρία του ΜΚ8, ανευρέθηκε στις 18.11.2015, κατά τη διάρκεια έρευνας στο νηπιαγωγείο της αρραβωνιαστικιάς του κατηγορούμενου 3, δεύτερη συσκευή τηλεφώνου η οποία, όπως ο κατηγορούμενος 3 είχε παραδεχθεί, ανήκε στον ίδιο. Επιπρόσθετα, ο κατηγορούμενος 3 στην κατάθεσή του στην αστυνομία, ημερομηνίας 18.11.2015 (Τεκμήριο 109), παραδέχθηκε ότι αγόραζε κατά καιρούς κάρτες κινητών τηλεφώνων τις οποίες, όπως ισχυρίστηκε, χρησιμοποιούσε για να παίρνει τηλέφωνα στις ροζ αγγελίες. Επισημαίνουμε περαιτέρω, ότι ενώ ο ΜΚ7 ανέφερε στην κυρίως εξέτασή του ότι ο κατηγορούμενος 3 του είχε ζητήσει να αγοράσει τη δεύτερη κάρτα τηλεφώνου, μετά από την αφαίρεση του GPS από το όχημα του θύματος, αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι είχε στην κατοχή του τη δεύτερη κάρτα τηλεφώνου, κατά το χρόνο που το GPS ήταν ήδη τοποθετημένο στο όχημα του θύματος. Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι η εν λόγω διαφοροποίηση της θέσης του ΜΚ7, ως προς τον ακριβή χρόνο που είχε προμηθευθεί τη δεύτερη κάρτα τηλεφώνου, δεν θεωρείται ουσιώδης σε βαθμό που να κλονίζει την αξιοπιστία του στο σύνολό της. Και τούτο, γιατί εκείνο που έχει σημασία για την παρούσα υπόθεση, και το αποδεχόμαστε, είναι η σταθερή θέση του ΜΚ7 ότι ο κατηγορούμενος 3 του είχε ζητήσει να προμηθευθεί δεύτερη κάρτα τηλεφώνου, όπως είχε κάνει και ο ίδιος, ώστε να επικοινωνούν μεταξύ τους για το θέμα της παρακολούθησης του οχήματος του θύματος, με σκοπό τη διάρρηξη του διαμερίσματος του και προφανώς, για να μη μπορούν με οποιοδήποτε τρόπο να εντοπιστούν τα εν λόγω τηλεφωνήματα μεταξύ τους. Όπως ο ΜΚ7 ανέφερε στη μαρτυρία του, ο κατηγορούμενος 3 μάλιστα, του είχε εκφράσει το φόβο του ότι, αν συνέβαινε οτιδήποτε στο θύμα, το πρώτο πρόσωπο που θα έψαχνε η αστυνομία θα ήταν τον ίδιο. Αυτός, προφανώς, είναι και ο λόγος που όπως αναφέραμε και πιο πάνω, μετά τις 15.10.2015 δεν υπάρχουν, με βάση τα αποτελέσματα των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων, τηλεφωνικές επικοινωνίες μεταξύ του ΜΚ7 και του κατηγορούμενου 3. Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι, είτε ο ΜΚ7 προμηθεύθηκε κατόπιν οδηγιών του κατηγορούμενου 3, την δεύτερη κάρτα τηλεφώνου προτού αφαιρέσει το GPS από το όχημα του θύματος, είτε μετά την αφαίρεση του, παραμένει σταθερή η θέση του ΜΚ7 - και αυτό είναι που έχει ουσία και σημασία - ότι ακόμα και μετά την αφαίρεση του GPS, ο κατηγορούμενος συνέχιζε να τον πιέζει για να διαρρήξει το διαμέρισμα του θύματος και επικοινωνούσαν μεταξύ τους γι΄ αυτό το θέμα, μέσω των δεύτερων καρτών τηλεφώνων που κατείχαν και οι δύο. Η θέση του ΜΚ7 ότι προμηθεύτηκε την δεύτερη κάρτα τηλεφώνου, κατά τον χρόνο που ήδη ήταν τοποθετημένο το GPS στο όχημα του θύματος, την οποία και αποδεχόμαστε, συνάδει και με τη θέση του που προέβαλε σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, ότι ο ΜΚ4 επικοινωνούσε μαζί του και στην δεύτερη κάρτα τηλεφώνου του, κατά το χρόνο που αυτός παρακολουθούσε το GPS, όταν ήταν τοποθετημένο στο όχημα του θύματος. Περαιτέρω, ο ΜΚ7 κατά την κυρίως εξέταση ισχυρίσθηκε ότι νωρίς το επίδικο βράδυ της 30.10.2015, ο κατηγορούμενος 3 του είχε τηλεφωνήσει και του είπε ότι το θύμα θα

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.