← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Ανδρέα Βρυώνη, Αρ. Υπόθεσης: 3363/14, 17/2/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Ανδρέα Βρυώνη, Αρ. Υπόθεσης: 3363/14, 17/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:B4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3363/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Ανδρέα Βρυώνη Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 17 Φεβρουαρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Κουτσόφτας. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ηλ. Στεφάνου με κ. Χρίστου. Κατηγορούμενος: παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει εικοσιτέσσερις κατηγορίες. Έξι αφορούν τον δεκασμό δημόσιου λειτουργού κατά παράβαση των άρθρων 4 και 100(α) του Ποινικού Κώδικα, έξι αφορούν δωροληψία από δημόσιο λειτουργό κατά παράβαση του άρθρου 102 του Ποινικού Κώδικα, έξι αφορούν την κατάχρηση εξουσίας κατά παράβαση του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα και οι άλλες έξι αφορούν την νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4

(1)(ιιι), 5(α) και 7 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου, Ν.188
(1)/07. Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 23/06/2012 με 26/02/2013 ενώ ήταν δημόσιος λειτουργός, ήτοι Αρχιλοχίας της Αστυνομίας, με τέτοιο τρόπο που να υποδηλώνει δεκασμό ζήτησε και πήρε από τον Χρίστο Παναγιώτου τα χρηματικά ποσά των €10.000-, των €1.396,99-, των €923,70-, των €15.000- και των €5.000- και των €418,98- προς όφελός του με αντάλλαγμα να τον βοηθήσει να αθωωθεί στην υπόθεση στην οποία ήταν κατηγορούμενος ενώ παράλληλα είχε λάβει το συνολικό ποσό ως δωροληψία και καταχρώμενος την εξουσία του λέγοντας του ότι εξαρτάτο από τον ίδιο η καταδίκη ή η αθώωση του στην υπόθεση Σ/47/2012 Υ.ΚΑ.Ν. Κλήθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή συνολικά επτά
(7)μάρτυρες. Πρώτος έδωσε μαρτυρία ο Α./Αστ.3488 Χρίστου, Μ.Κ.1, ο οποίος υιοθέτησε το περιεχόμενο των καταθέσεων του ημερομηνίας 27/06/2013 και 16/10/2013 και σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 1 και
  1. Στην κατάθεσή του, Τεκμήριο 1, κατέγραψε ότι στις 14/06/2013 είχε κληθεί από τον Βοηθό Αστυνόμο Β΄ κ. Οικονόμου για να τον βοηθήσει στην διοικητική έρευνα που διεξήγαγε σε σχέση με τον Λοχ.4341 Α. Βρυώνη της Υ.ΚΑ.Ν. Λάρνακας. Την ίδια μέρα είχε λάβει κατάθεση από τον Χρίστο Παναγιώτου, μετά από οδηγίες του Βοηθού Αστυνόμου Β΄, κ. Οικονόμου και είχε παραλάβει ως τεκμήρια την απόδειξη συναλλαγής της Marfin Laiki Bank ημερομηνίας 03/07/2012 για το ποσό των £10.000- (STG) στο όνομα της Παρασκευής Βρυώνη και το «swift customer transfer» της Marfin Laiki Bank, ημερομηνίας 03/07/2012, υπογραμμένο από τον ίδιο. Στις 20/06/2013 είχε λάβει συμπληρωματική κατάθεση από τον Χρίστο Παναγιώτου, μετά από οδηγίες κατά την οποία είχε παραλάβει αριθμό τεκμηρίων. Παράλληλα είχε μεταβεί, την ίδια μέρα, στα γραφεία της LAMDA PROCESSING LTD, στην Λεμεσό και στην εταιρεία ELECTROLINE από όπου είχε παραλάβει τεκμήρια σε σχέση με την υπόθεση. Όλα τα τεκμήρια που είχε παραλάβει τα είχε παραδώσει στον Βοηθό Αστυνόμο Β΄ κ. Οικονόμου. Στην κατάθεσή του, Τεκμήριο 2, περιγράφει την παραλαβή τεκμηρίων από την Παρασκευή Βρυώνη και από τον Αστυνόμο Β κ. Οικονόμου. Εξήγησε ότι είχε δώσει δυο καταθέσεις γιατί είχε συμμετάσχει σε δυο διαφορετικές έρευνες. Η πρώτη έρευνα αφορούσε την πειθαρχική διερεύνηση και στην συνέχεια είχε γίνει ποινική διερεύνηση, στην οποία είχε οριστεί ο Υπαστυνόμος Πάρης Παρασκευά ως ανακριτής και ο ίδιος είχε οριστεί ως βοηθός του. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 3, τον κατάλογο τεκμηρίων, ως Τεκμήριο 4 φωτοαντίγραφο της κατάστασης λογαριασμού της Lloyd's Bank που ανήκε στην Παρασκευή Βρυώνη, ως Τεκμήριο 5 ένα USB χρώματος μπλε, ως Τεκμήριο 6 δέσμη εγγράφων με το βιογραφικό σημείωμα της Παρασκευής Βρυώνη μαζί με άλλα έγγραφα που αφορούσαν τις άδειές της, ως Τεκμήριο 7 δέσμη εγγράφων που αφορούσαν σε καταστάσεις της πιστωτικής κάρτας του Χρίστου Παναγιώτου, ως Τεκμήριο 8 και 8Α δυο τιμολόγια, ως Τεκμήριο 9 δέσμη εγγράφων που αφορούσε την αποστολή του ποσού £10.000- από την LAMDA PROCESSING LTD στο λογαριασμό της Παρασκευής Βρυώνη, ως Τεκμήριο 10 ηλεκτρονικό εισιτήριο που είχε εκδοθεί στο όνομα της Αθανασίας Βρυώνη, ως Τεκμήριο 11 τιμολόγια της εταιρείας ELECTROLINE και ως Τεκμήριο 12 μια απόδειξη πληρωμής. Ο ίδιος ήταν παρόν κατά την εκτέλεση του εντάλματος έρευνας στην οικία του Κατηγορούμενου και επιπρόσθετα είχε λάβει καταθέσεις σε σχέση με την υπόθεση. Αντεξετασθείς ανέφερε ότι ο ίδιος ενεργούσε κατόπιν οδηγιών του Αστυνόμου Β' κ. Οικονόμου. Εξήγησε ότι η διοικητική έρευνα διενεργείτο από τον Βοηθό Αστυνόμο Β΄ κ. Οικονόμου και η ποινική έρευνα διενεργείτο από τον Υπαστυνόμο Παρασκευά. Ο ίδιος ενημέρωνε τα δυο αυτά πρόσωπα σε σχέση με την έρευνά του. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι ο ίδιος είχε καταγράψει τα γεγονότα ακριβώς όπως του τα είχε αναφέρει ο κ. Παναγιώτου. Παραδέχθηκε ότι σε κάποιες περιπτώσεις και ο ίδιος ρωτούσε τον Παραπονούμενο για κάποιες διευκρινήσεις. Υποστήριξε ότι δεν ήταν συνέχεια παρόν κατά την λήψη της κατάθεσης του Κατηγορούμενου αλλά θυμόταν ότι είχε αναφέρει ότι κατέγραφε τις συνομιλίες τους κατά τις συναντήσεις που είχαν. Ακολούθως δόθηκε μαρτυρία από τον Υπαστυνόμο Παρασκευά, Μ.Κ.2, ο οποίος υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  2. Στην κατάθεσή του καταγράφει ότι τον Ιούλιο 2013 του είχε ανατεθεί η εξέταση ποινικής υπόθεσης εναντίον του Α./Λοχ.4341 Α. Βρυώνη της Υ.ΚΑ.Ν Λάρνακας αναφορικά με καταγγελία που είχε υποβληθεί από τον κ. Χρίστο Παναγιώτου. Του είχε διαβιβαστεί το μαρτυρικό υλικό που είχε εξασφαλιστεί στα πλαίσια διεξαγωγής διοικητικής έρευνας από τον Βοηθό Αστυνόμο Β' Γεώργιο Οικονόμου. Είχε ενημερωθεί ότι ο Παραπονούμενος είχε συλληφθεί, τον Μάρτιο 2012, από την Υ.ΚΑ.Ν. Λάρνακας για την κατοχή 1.630 γραμμαρίων κοκαΐνης με επικεφαλή των ανακρίσεων τον Α./Λοχ. Βρυώνη. Ο Παραπονούμενος είχε αφεθεί ελεύθερος μέχρι την έναρξη της δίκης του και ο Α./Λοχ. Βρυώνης είχε επαφές μαζί του σε μια προσπάθεια σύλληψης του προμηθευτή των ναρκωτικών. Σύμφωνα με τον Παραπονούμενο σε αυτό το διάστημα ο Α./Λοχ.4341 Βρυώνης είχε εκμεταλλευτεί την δύσκολη θέση στην οποία βρισκόταν και είχε απαιτήσει την καταβολή διαφόρων χρηματικών ποσών και δώρων. Στις 30/07/2013 είχε λάβει ανακριτική κατάθεση από τον Α./Λοχ.4341 Βρυώνη και με την βοήθεια του Α/Αστ.3488 Χρίστου είχε ερευνήσει την οικία του. Του είχε παραδοθεί ένα tablet Prestigio Multipad PC μαζί με την θήκη του, ηχεία μάρκας Logitech Stereo speakers μαζί με subwoofer και ένα μηχάνημα αισθητικής Χ Lase Lit. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 14 το ένταλμα έρευνας της οικίας του Α./Λοχ. Βρυώνη, ως Τεκμήριο 15 τις φωτογραφίες των αντικειμένων που είχαν κατασχεθεί, ως Τεκμήριο 16 ένα ψηφιακό δίσκο, ως Τεκμήριο 17 την ανακριτική κατάθεση του Α./Λοχ.4341 Βρυώνη ημερομηνίας 30/07/2013, ως Τεκμήριο 18 την κατάθεση του Α./Λοχ.4341 Βρυώνη στην πειθαρχική διαδικασία, ως Τεκμήριο 19 την κατάσταση λογαριασμού της κάρτας του Παναγιώτου, ως Τεκμήριο 20 την κατάσταση λογαριασμού του Παραπονούμενου, ως Τεκμήριο 21 τις αποδείξεις εισπράξεως και ως Τεκμήριο 22 την γραπτή κατηγορία που είχε απαγγελθεί στον Α./Λοχ. 4341 Βρυώνη. Αντεξετασθείς παραδέχθηκε ότι ο ίδιος είχε δακτυλογραφήσει την κατάθεσή του, Τεκμήριο
  3. Όσο αφορά τις καταθέσεις του Παραπονούμενου υποστήριξε ότι είχαν ληφθεί από τον Αστ. Χρίστου στις 14/06 και 20/
  4. Παραδέχθηκε ότι όταν ο ίδιος είχε αναλάβει ως ανακριτής οι θέσεις του Παραπονούμενου ήταν ενώπιόν του όμως δεν είχε οποιαδήποτε τεκμήρια στην κατοχή του γιατί βρίσκονταν στην κατοχή του Αστ. Χρίστου ή του Βοηθού Αστυνομικού Διευθυντή κ. Οικονόμου. Υποστήριξε ότι είχε μελετήσει όλες τις καταθέσεις που είχαν ληφθεί μέχρι τις 10/07 και είχε δει τα τεκμήρια που είχε στην κατοχή του ο Βοηθός Αστυνομικός Διευθυντής κ. Οικονόμου. Ερωτηθείς ανέφερε ότι όταν είχε ξεκινήσει η ποινική διερεύνηση η πειθαρχική είχε σταματήσει. Όσο αφορά το μηχάνημα αισθητικής που είχε ανευρεθεί στο Ινστιτούτο Αισθητικής της συζύγου του Κατηγορούμενου υποστήριξε ότι τους είχε υποδειχθεί από την σύζυγο του Κατηγορούμενου, αναφέροντας ότι είχε αγοραστεί πρόσφατα με δικά τους λεφτά. Κατά την διερεύνηση είχε διαφανεί από την κατάθεση του Α. Περικλέους ότι το συγκεκριμένο μηχάνημα είχε πληρωθεί με δυο επιταγές του κ. Βρυώνη. Παραδέχθηκε ότι τους είχε αναφερθεί από την σύζυγο του Κατηγορούμενου ότι το μηχάνημα της ήταν απαραίτητο για την εργασία της και ότι ήταν εύθραυστο. Παρά την μαρτυρία τους είχαν δοθεί οδηγίες από την Νομική Υπηρεσία, στις 04/02/2014, για διαμόρφωση του κατηγορητηρίου και στις οδηγίες περιλαμβανόταν κατηγορία και για το μηχάνημα γιατί ήταν σύμφωνο με την περιγραφή που είχε δώσει ο Παραπονούμενος. Ερωτηθείς, με αναφορά στο Τεκμήριο 13, υποστήριξε ότι στο ένταλμα έρευνας είχαν καταγραφεί οι σωστές απαντήσεις επι τόπου. Το τι απάντησε ο Κατηγορούμενος στην συνέχεια είχε καταγραφεί στο Τεκμήριο
  5. Δεν μπορούσε να θυμηθεί κατά πόσο είχε υπόψη του την κατάθεση του Κατηγορούμενου στην πειθαρχική διαδικασία, Τεκμήριο 18 όταν του λάμβανε την ανακριτική κατάθεση, Τεκμήριο
  6. Υποστήριξε ότι ήταν αποδεκτό ότι είχαν γίνει επισκέψεις από τον Παραπονούμενο στο σπίτι του Κατηγορούμενου. Λόγω του ότι ο ίδιος ο Παραπονούμενος είχε αναφέρει ότι μιλούσαν με τον Κατηγορούμενο δεν κρίθηκε απαραίτητη η λήψη των τηλεπικοινωνιακών του δεδομένων. Ανέφερε ότι ο Υποδιοικητής της Υ.ΚΑ.Ν. είχε αρνηθεί να δώσει κατάθεση. Όσο αφορά τον λόγο που δεν είχε ληφθεί συμπληρωματική κατάθεση από τον Παραπονούμενο ήταν γιατί, κατά την δική του άποψη, ο Παραπονούμενος θα κάλυπτε αυτά που δεν είχε αναφέρει. Μαρτυρία δόθηκε και από τον συνήγορο του Παραπονούμενου, κ. Γεώργιο Γεωργίου, Μ.Κ.3, του οποίου η κατάθεση είχε σημειωθεί ως Τεκμήριο
  7. Στην κατάθεσή του κατέγραψε ότι είχε αναλάβει, τον Μάρτιο 2012, ως δικηγόρος του Χρίστου Παναγιώτου ο οποίος είχε συλληφθεί ως ύποπτος για υπόθεση ναρκωτικών. Αμέσως είχε έρθει σε επαφή με τον Λοχ.4341 Βρυώνη, της Υ.ΚΑ.Ν. Λάρνακας, για να ενημερωθεί και ο Λοχ. Βρυώνης του είχε ζητήσει να διερευνήσει κατά πόσο ο πελάτης του θα ήταν διατεθειμένος να συνεργαστεί με την Υ.ΚΑ.Ν. για να συλληφθεί ο εγκέφαλος της υπόθεσης. Μετά από συζήτηση με τον πελάτη του είχε ενημερώσει τον Λοχ.4341 Βρυώνη ότι ο πελάτης του ήταν διατεθειμένος να συνεργαστεί. Στην παρουσία του, στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν., είχε συμφωνηθεί όπως δώσει θεληματική κατάθεση, ο πελάτης του, στην οποία να δίνονται στοιχεία για την εμπλοκή του «Σταύρου» στην υπόθεση με την υπόσχεση του Βρυώνη ότι δεν θα ζητείτο η κράτηση του κατά την καταχώρηση της υπόθεσης ενώπιον του Κακουργιοδικείου για να συνεχιστεί η συνεργασία του με την Υ.ΚΑ.Ν και στην περίπτωση που η συνεργασία οδηγούσε στην στοιχειοθέτηση υπόθεσης εναντίον του «Σταύρου» τότε ο Λοχ.4341 Βρυώνης θα εισηγείτο την αναστολή της ποινικής δίωξης εναντίον του. Είχε καταχωριστεί, στις 28/03/2012, η Ποιν. Υπ. 5845/12 εναντίον του Χρίστου Παναγιώτου και με αίτημα της Εισαγγελίας είχε αφεθεί ελεύθερος με όρους. Η συνεργασία του Παναγιώτου είχε συνεχιστεί και ο «Σταύρος» με άλλους δυο είχαν συλληφθεί και είχαν παραπεμφθεί σε δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Ο ίδιος γνώριζε ότι ο Λοχ.4341 Βρυώνης είχε κάνει πολλές προσπάθειες, τόσο προς τον Εισαγγελέα της υπόθεσης Νίκο Δημητρίου καθώς και προς τον Γενικό Εισαγγελέα, για να διακοπεί η ποινική δίωξη εναντίον του Παναγιώτου. Λόγω του ότι η υπόθεση δεν είχε ανασταλεί κατά την ακροαματική διαδικασία ο ίδιος είχε εγείρει, ενώπιον του Δικαστηρίου, θέμα θεληματικότητας της κατάθεσης του Παναγιώτου περιγράφοντας στο Δικαστήριο με λεπτομέρειες τις συνθήκες κάτω από τις οποίες είχε δοθεί η συγκεκριμένη κατάθεση. Είχε κληθεί ο Λοχ.4341 Βρυώνης ως μάρτυρας από την Κατηγορούσα Αρχή, ο οποίος είχε επιβεβαιώσει όλους τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης με αποτέλεσμα η κατάθεση να μην γίνει δεκτή από το Δικαστήριο. Μετά από την συγκεκριμένη εξέλιξη είχε τεθεί θέμα για διακοπή της δίκης εναντίον του Παναγιώτου για να μην τεθεί θέμα αξιοπιστίας του στην δίκη εναντίον του «Σταύρου» στην οποία ήταν ο κύριος μάρτυρας αλλά ο Γενικός Εισαγγελέας ήταν αρνητικός. Τότε ο ίδιος, τον Απρίλιο 2013, είχε διευθετήσει συνάντηση με τον Γενικό Εισαγγελέα στην παρουσία του πελάτη του. Στην συνάντηση με μεγάλη του έκπληξη είχε πληροφορηθεί, από τον Γενικό Εισαγγελέα, ότι ο πελάτης του είχε δώσει λεφτά του Λοχ.4341 Βρυώνη για να αθωωθεί. Ο ίδιος δεν το πίστευε γιατί γνώριζε τον Βρυώνη και τον θεωρούσε τίμιο αστυνομικό. Ρωτώντας όμως τον πελάτη του είχε πάρει καταφατική απάντηση. Όταν ο ίδιος ζήτησε τον λόγο από τον πελάτη του ο Παναγιώτου υποστήριξε ότι ο Βρυώνης του είχε πει να μην του αναφέρει οτιδήποτε. Ο Παναγιώτου είχε υποστηρίξει ότι είχε δώσει στον Βρυώνη €70.000-. Ο ίδιος είχε θέσει το θέμα του Λοχ.4341 Βρυώνη στον Υπουργό Δικαιοσύνης υποσχόμενος ότι θα του παρέδιδε τα στοιχεία μετά το πέρας την ποινικής δίωξης εναντίον του πελάτη του. Μετά την αθωωτική απόφαση του Δικαστηρίου, στις 10/05/2013, ο ίδιος είχε αποστείλει επιστολή στον Υπουργό Δικαιοσύνης, στις 14/05/2013, με κοινοποίηση στον Γενικό Εισαγγελέα. Ζητώντας από τον πελάτη του να του πει τι είχε συμβεί ο πελάτης του του είχε αναφέρει ότι ο Βρυώνης τον είχε υποχρεώσει να πληρώσει νοσήλια για συγγενικό του πρόσωπο σε κλινική της Λεμεσού, σε κάποιες περιπτώσεις τον είχε υποχρεώσει να στείλει λεφτά στην κόρη του στην Αγγλία ενώ τον είχε υποχρεώσει να προσλάβει ως υπάλληλο του την άλλη κόρη του και να την πληρώνει χωρίς εκείνη να εργάζεται ενώ του είχε δώσει και μετρητά. Ο ίδιος είχε συγχιστεί πάρα πολύ και ήταν θυμωμένος γιατί και ο ίδιος είχε εμπλακεί στην υπόθεση που αφορούσε την σύλληψη του «Σταύρου» και είχε δεχθεί απειλές για την κόρη του που διαμένει στην Αθήνα, απειλές τις οποίες είχε αγνοήσει. Μέχρι την ημέρα που ο ίδιος είχε ακούσει από το στόμα του Γενικού Εισαγγελέα, για τον Λοχ.4341 Βρυώνη, θεωρούσε τον Λοχ. Βρυώνη ένα από τους καλύτερους και τίμιους αστυνομικούς. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 24, την επιστολή που είχε αποστείλει στον Υπουργό Δικαιοσύνης. Αντεξετασθείς παραδέχθηκε ότι γνωρίζει τον Κατηγορούμενο για πολλά χρόνια, ότι είχε πάρα πολύ συνεργασία μαζί του και ότι τον θεωρούσε πολύ αξιόπιστο. Επίσης παραδέχθηκε ότι κατά την διεξαγωγή της διαδικασίας δίκης εντός δίκης, που αφορούσε την θεληματικότητα της κατάθεσης του κ. Παναγιώτου, ο Κατηγορούμενος ήταν ειλικρινής και είχε αναφέρει όλα όσα είχαν συμβεί. Ο ίδιος γνώριζε ότι ο Κατηγορούμενος προσπαθούσε να πείσει τον Εισαγγελέα, κ. Ν. Δημητρίου, ότι η υπόθεση του κ. Παναγιώτου έπρεπε να διακοπεί γιατί θα ήταν ο βασικός μάρτυρας κατηγορίας στην άλλη υπόθεση. Ερωτηθείς ανέφερε ότι ο «Σταύρος» του είχε τηλεφωνήσει, όταν είχε πληροφορηθεί ότι είχε αναλάβει την υπόθεση του Παναγιώτου και ότι ο «Σταύρος» είχε μιλήσει με τον Παναγιώτου μετά που ο Παναγιώτου είχε αφεθεί ελεύθερος στο γραφείο του ίδιου. Δεν μπορούσε να θυμηθεί κατά πόσο είχε μιλήσει του «Σταύρου» σε ανοικτή ακρόαση στην Υ.ΚΑ.Ν. Ήταν η θέση του ότι είχε μιλήσει με τον Αστ. Κωνσταντίνου πριν μιλήσει με τον Λοχ.4341 Βρυώνη για να του στείλει τον όρκο που είχε παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, στα πλαίσια του αιτήματος προσωποκράτησης του Παναγιώτου. Ο Αστ. Κωνσταντίνου του είχε δώσει στο τηλέφωνο τον Λοχ.4341 Βρυώνη για να μιλήσουν και ο Λοχ. Βρυώνης τον είχε ρωτήσει κατά πόσο ο πελάτης του θα ήταν διαθέσιμος να συνεργαστεί με την Υ.ΚΑ.Ν. για να συλληφθεί κάποιος «Σταύρος» που ήταν πίσω από την υπόθεση. Λόγω του ότι ο πελάτης του ήταν διστακτικός να αποκαλύψει την ταυτότητα του «Σταύρου» ο ίδιος μιλώντας με την γυναίκα του την είχε ρωτήσει και εκείνη του είχε αναφέρει ποιος ήταν. Ο ίδιος είχε ενημερώσει τον Λοχ.4341 Βρυώνη για το ποιος ήταν ο «Σταύρος» και ποια ήταν τα τηλέφωνά του. Παραδέχθηκε ότι ο Παναγιώτου είχε τακτική επικοινωνία με τον Λοχ.4341 Βρυώνη, για την οποία τον ενημέρωνε. Όμως για τις προσωπικές τους επαφές δεν τον είχε ενημερώσει αλλά του το είχε πει μετά που του είχε αναφέρει ο Γενικός Εισαγγελέας ότι έδινε λεφτά στον Λοχ. Βρυώνη. Παραδέχθηκε ότι είχε σοκαριστεί στην ενημέρωση του Γενικού Εισαγγελέα ότι ο Λοχ.4341 Βρυώνης ζητούσε λεφτά, γιατί ο ίδιος τον είχε εμπιστευτεί παρά τις απειλές που είχε δεχθεί για την ζωή του και για την ζωή της κόρης του. Ο ίδιος είχε πικραθεί γιατί ο Λοχ.4341 Βρυώνης τον είχε κατηγορήσει στον πελάτη του ότι είχε δωροδοκηθεί από τον «Σταύρο» και είχε προβεί, ο ίδιος, σε έρευνες πριν υποβάλλει την καταγγελία. Την είχε υποβάλλει μόνο μετά που είχε εξασφαλίσει στοιχεία για να μην αδικήσει τον Κατηγορούμενο. Ο ίδιος είχε αρχίσει να αντιλαμβάνεται ότι κάτι πάει στραβά όταν είχε αρχίσει η ακροαματική διαδικασία εναντίον του Παναγιώτου παρά το γεγονός ότι είχε συμφωνηθεί με τον Λοχ.4341 Βρυώνη να προωθηθεί η αναστολή την ποινικής δίωξης. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Αστ.2733 Κ. Κωνσταντίνου, Μ.Κ.4, ο οποίος υπηρετεί στην Υ.ΚΑ.Ν. Λάρνακας από το
  8. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  9. Στην κατάθεσή του κατέγραψε ότι ήταν ο ανακριτής στην υπόθεση Σ/47/2012, η οποία αφορούσε την ανεύρεση κοκαΐνης συνολικού βάρους 1.630 γραμμαρίων, στην οποία κατηγορούμενος ήταν ο Χρίστος Παναγιώτου. Επικεφαλής των ανακρίσεων ήταν ο Α./Λοχ.4341 Βρυώνης. Στις 17/03/2012 είχε ενημερωθεί από τον Α./Λοχ.4341 Βρυώνη ότι στον παλαιό δρόμο Λάρνακας - Λεμεσού, μεταξύ των χωριών Κλαυδιά- Αλεθρικού, μπροστά από την τρίτη ανεμογεννήτρια πιθανών να γινόταν διακίνηση μεγάλης ποσότητας κοκαΐνης. Η εν λόγω περιοχή είχε τεθεί υπο παρακολούθηση. Γύρω στις 20.30 είχε θεαθεί ένα αυτοκίνητο να σταματά στα αριστερά του δρόμου, στο σημείο στο οποίο σύμφωνα με την πληροφορία θα γινόταν η διακίνηση, να κατεβαίνει κάποιος από το αυτοκίνητο, να κατευθύνεται προς το κυπαρίσσι και να κάνει κινήσεις με τα πόδια του στα χόρτα σαν να έψαχνε κάτι. Τόσο το συγκεκριμένο πρόσωπο, ο Χρίστος Παναγιώτου καθώς και η οδηγός του οχήματος, όταν είχαν συλληφθεί, είχαν απομακρυνθεί για να ερευνηθεί το αυτοκίνητο. Κάτω από το κυπαρίσσι που έψαχνε ο Χρίστος Παναγιώτου είχε ανευρεθεί μια συσκευασία που περιείχε άσπρη σκόνη κοκαΐνη. Υποδείχθηκε η κοκαΐνη στον Παναγιώτου και την οδηγό του οχήματος, τους επιστήθηκε η προσοχή τους στο νόμο και καταγράφηκε η απάντηση του Παναγιώτου. Ο Παναγιώτου είχε ανακριθεί προφορικά στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. και είχε αναφέρει ότι κάποιος φίλος του, ονόματι Σταύρος, τον είχε στείλει να ουρήσει στο συγκεκριμένο σημείο για να δει κατά πόσο υπήρχε στο μέρος αστυνομία και να του τηλεφωνήσει. Είχε προθυμοποιηθεί να μεταβεί εκ νέου στο συγκεκριμένο χώρο και να τηλεφωνήσει του Σταύρου ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε εκεί για να συλληφθεί επ αυτοφώρω. Τόσο ο Χρίστος Παναγιώτου καθώς και η οδηγός του οχήματος είχαν συλληφθεί και είχαν τεθεί, με διάταγμα του Δικαστηρίου, υπο οκταήμερη κράτηση. Στις 18/03/2012 ο Α./Λοχ.4341 Βρυώνης είχε ανακρίνει προφορικά τον Χρίστο Παναγιώτου και ακολούθως τον είχε ενημερώσει ότι ο Παναγιώτου ήθελε να δώσει θεληματική κατάθεση. Το απόγευμα της ίδιας μέρας είχε ληφθεί τηλεφώνημα από τον δικηγόρο Γεώργιο Γεωργίου, ο οποίος είχε ενημερώσει ότι είχε αναλάβει την υπεράσπιση του Παναγιώτου και ότι είχε πληροφορίες σε σχέση με το άτομο που ήταν ο εγκέφαλος της υπόθεσης και ευθυνόταν για την διακίνηση των ναρκωτικών. Του ζητήθηκε να επικοινωνήσει με τον επικεφαλή των ανακρίσεων Α./Λοχ. Βρυώνη. Στις 26/03/2012 ο Α./Λοχ. 4341 του είχε ζητήσει να μεταφέρει τον Χρίστο Παναγιώτου στην Υ.ΚΑ.Ν. για ανάκριση. Εκεί βρισκόταν ο συνήγορος του Παναγιώτου, Γιώργος Γεωργίου και θα γινόταν συνάντηση κατά την οποία θα παράσχονταν πληροφορίες σε σχέση με τον Σταύρο Χαραλάμπους από τον Παναγιώτου. Ο Παναγιώτου είχε αναφέρει ότι ο Χαραλάμπους θα προμηθευόταν μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών από κάποιο πρόσωπο ινδικής καταγωγής που κατοικούσε στην Αγγλία όμως έπρεπε πριν να εισάξει τα ναρκωτικά να πληρώσει στο συγκεκριμένο πρόσωπο τις €100.000- που του χρωστούσε. Κατά την συνάντηση είχε χτυπήσει το τηλέφωνο του δικηγόρου Γιώργου Γεωργίου και ο Σταύρος Χαραλάμπους είχε ζητήσει να μιλήσει με τον Παναγιώτου. Το τηλέφωνο ήταν σε ανοικτή ακρόαση και ο Σταύρος Χαραλάμπους είχε αναφέρει ότι δεν είχε δώσει ο ίδιος την πληροφορία στην Αστυνομία γιατί η κοκαΐνη ήταν δική του οπόταν θα έχανε τα λεφτά του. Ο Χαραλάμπους τον είχε ρωτήσει αν είχε αγγίξει τα ναρκωτικά και αν είχε πει οτιδήποτε στην Αστυνομία για τον ίδιο. Όταν τον πληροφόρησε ο Παναγιώτου ότι λόγω όλης αυτής της ιστορίας αντιμετώπιζε έξοδα ύψους €300.000- ο Χαραλάμπους του είχε αναφέρει ότι βρισκόταν στο εξωτερικό και θα εισήγαγε μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών και θα έβγαζαν αρκετά λεφτά. Ακολούθως ο Παναγιώτου είχε λάβει νομική συμβουλή να δώσει θεληματική κατάθεση στην οποία να μην κατονομάζει τον Σταύρο Χαραλάμπους. Ο δικηγόρος του είχε αναφέρει ότι αν συνεργαζόταν με την Αστυνομία θα διευθετούσε ο ίδιος με τον Γενικό Εισαγγελέα να μην διωχθεί ποινικά αλλά να χρησιμοποιηθεί ως μάρτυρας κατηγορίας εναντίον του Σταύρου Χαραλάμπους. Στις 29/03/2012 ο Παναγιώτου είχε παραπεμφθεί σε δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου και είχε αφεθεί ελεύθερος με όρους και είχε αρχίσει να συνεργάζεται με την Υ.ΚΑ.Ν. με σκοπό τον εντοπισμό και την κατάσχεση της μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών, την οποία θα εισήγαγε στην Κύπρο ο Σταύρος Χαραλάμπους. Όμως, στην δικαστική διαδικασία η δεύτερη θεληματική κατάθεση του Παναγιώτου, στην οποία προέβαινε σε παραδοχές όσο αφορά την κοκαΐνη και την συμμετοχή του στην υπόθεση, δεν είχε γίνει αποδεκτή ως θεληματική και είχε αθωωθεί από το Δικαστήριο. Ενώ δικαζόταν η υπόθεση του ο Παναγιώτου είχε επισκεφτεί επανειλημμένα τα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. και η σχέση του με τον Α/Λοχ.4341 Βρυώνη ήταν πολύ καλή. Αντεξετασθείς ανέφερε ότι στην υπόθεση που διερευνάτο εναντίον του κ. Παναγιώτου ήταν ο ανακριτής και ήταν ο επικεφαλής της επιχείρησης την μέρα που είχε συλληφθεί. Παραδέχθηκε ότι είχε γίνει συνάντηση στην οποία ήταν παρών ο ίδιος, ο κ. Βρυώνης, ο δικηγόρος κ. Γεωργίου και ο κ. Παναγιώτου στην οποία είχε μιλήσει στο τηλέφωνο, σε ανοιχτή ακρόαση, με τον «Σταύρο» ο κ. Γεωργίου. Η συγκεκριμένη συνάντηση είχε γίνει στα πλαίσια της συνεργασίας του κ. Παναγιώτου με την Υ.ΚΑ.Ν. Ήταν η θέση του ότι ο κ. Γεωργίου είχε αναφέρει στον πελάτη του ότι αν συνεργαζόταν με την Αστυνομία και συλλαμβάνετο ο «Σταύρος» θα διευθετούσε ο ίδιος με τον Γενικό Εισαγγελέα να μην διωχθεί ποινικά ο κ. Παναγιώτου. Υποστήριξε ότι υπήρξε συνεργασία μεταξύ του κ. Βρυώνη και του κ. Παναγιώτου και ο ίδιος είχε πάει σε κάποιες συναντήσεις στην Σκαρίνου, πριν την σύλληψη του Σταύρου, ενώ είχε δει τον Παναγιώτου να επισκέπτεται κατ επανάληψη τα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. Όσο αφορά την σχέση του Βρυώνη με τον Παναγιώτου από ότι μπορούσε να θυμηθεί ο Παναγιώτου τον έλεγε «Θείο» και συναντιόντουσαν και οικογενειακά. Παραδέχθηκε ότι στις συναντήσεις ο Βρυώνης χρησιμοποιούσε, εις γνώση του Παναγιώτου, μαγνητόφωνο και σε κάποιες περιπτώσεις είχε βοηθήσει και ο ίδιος στην απομαγνητοφώνηση καταγράφοντας όσα λέγονταν στις συνομιλίες. Το μαγνητόφωνο και τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του τα είχε δώσει ο κ. Παναγιώτου. Εξήγησε ότι είχε ληφθεί πληροφορία για εισαγωγή 100 κιλών κάνναβης και 5 με 6 κιλά κοκαΐνη πριν την σύλληψη του κ. Παναγιώτου και είχε ξαναλεχθεί η συγκεκριμένη πληροφορία μετά την σύλληψη του Παναγιώτου. Λόγω του ότι η ίδια πληροφορία είχε ακουστεί από δυο διαφορετικές πηγές, σε διαφορετικό χρόνο, είχε θεωρηθεί βάσιμη. Ερωτηθείς ανέφερε ότι πρέπει να είχε ενημερωθεί ο Γενικός Εισαγγελέας για την συνεργασία του κ. Παναγιώτου με την Υ.ΚΑ.Ν. αφού είχε τεθεί ελεύθερος με όρους ενώ γνώση είχε και ο Εισαγγελέας κ. Δημητρίου ο οποίος χειριζόταν την υπόθεση του κ. Παναγιώτου ενώπιον του Δικαστηρίου. Υποστήριξε ότι στην πρώτη κατάθεσή του ο κ. Παναγιώτου είχε αρνηθεί την εμπλοκή του αλλά στην δεύτερη κατάθεσή του είχε παραδεχθεί. Ερωτηθείς ανέφερε ότι ο Α./Λοχ.4341 Βρυώνης είχε δώσει κατάθεση μόνο στην διαδικασία της δίκης εντός δίκης και ότι δεν είχε κληθεί ως μάρτυρας στην κυρίως δίκη παρά το γεγονός ότι το κενό που είχε εντοπιστεί από το Δικαστήριο απαντάτο από την κατάθεση του Α./Λοχ. Βρυώνη ημερομηνίας 18/03/
  10. Κατατέθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα τα πρακτικά της διαδικασίας στην Ποιν. Υπ. 5845/12 και σημειώθηκαν ως Τεκμήριο 26 και η κατάθεση του Α./Λοχ.4341 Βρυώνη, ημερομηνίας 18/03/2012 και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  11. Ο Παραπονούμενος Χρίστος Παναγιώτου ήταν ο επόμενος μάρτυρας, Μ.Κ.5, ο οποίος είχε υιοθετήσει το περιεχόμενο των δυο καταθέσεών του. Η κατάθεσή του ημερομηνίας 14/06/2013 είχε σημειωθεί ως Τεκμήριο 28 και η κατάθεσή του ημερομηνίας 20/06/2013 είχε σημειωθεί ως Τεκμήριο
  12. Στην κατάθεσή του, Τεκμήριο 28, καταγράφει ότι είχε συλληφθεί, τον Μάρτη 2012, για σοβαρή υπόθεση ναρκωτικών ουσιών, δυο κιλά κοκαΐνης και είχε ζητήσει τις υπηρεσίες του συνηγόρου Γεώργιου Γεωργίου. Υπεύθυνος των ανακρίσεων ήταν ο αστυνομικός Βρυώνης. Ενώ βρισκόταν υπό κράτηση τον είχε επισκεφθεί ο δικηγόρος του και του είχε αναφέρει ότι ο Βρυώνης του είχε ζητήσει να βολιδοσκοπήσει κατά πόσο ήταν διαθέσιμος να συνεργαστεί με την Αστυνομία για να συλληφθεί ο εγκέφαλος της υπόθεσης. Την δεύτερη φορά που του είχε μιλήσει για το ίδιο θέμα ο δικηγόρος του είχε συμφωνήσει να συνεργαστεί με την Αστυνομία για να συλληφθεί ο Σταύρος. Ο ίδιος είχε συμφωνήσει, στην παρουσία του δικηγόρου του, να δώσει θεληματική κατάθεση με την υπόσχεση με παραμείνει ελεύθερος μέχρι την δίκη του και ότι αν με την συνεργασία του συλλαμβανόταν ο Σταύρος Χαραλάμπους ο Βρυώνης θα ζητούσε από τον Γενικό Εισαγγελέα να αναστείλει την ποινική δίωξη. Τον Απρίλιο 2012 είχε αφεθεί ελεύθερος και είχε ξεκινήσει την συνεργασία με τον Βρυώνη με τον οποίο μιλούσε τηλεφωνικά αλλά είχε και τακτικές συναντήσεις στις οποίες του έλεγε, κάθε φορά, ότι η υπόθεση του εξαρτάτο από τον ίδιο αποκλειστικά. Ο ίδιος είχε πει τις ανησυχίες του στον Βρυώνη, από τον καιρό που ήταν υπο κράτηση, ότι αν η υπόθεση διέρρεε προς τα έξω ή καταδικαζόταν θα καταστρεφόταν οικονομικά και επαγγελματικά. Σε μια από αυτές τις συναντήσεις ο Βρυώνης του είχε ζητήσει να τον βοηθήσει να βρει στερλίνες, για να στείλει στην κόρη του που σπούδαζε στην Αγγλία, γιατί έχανε χρήματα στην μετατροπή του ευρώ σε στερλίνες. Την δεύτερη φορά του είχε ζητήσει να του δώσει £10.000 (STG) για να στείλει της κόρης του στην Αγγλία υπενθυμίζοντας τον ότι ο ίδιος θα καθόριζε κατά πόσο θα πήγαινε φυλακή. Στις 03/07/2012 ο ίδιος μαζί με την κόρη του Βρυώνη, την Παρασκευή, είχε μεταβεί στην Λαϊκή Τράπεζα όπου είχε μεταφέρει με υπόδειξη της Παρασκευής Βρυώνη στον λογαριασμό με αριθμό 33735160 το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό. Το ίδιο διάστημα ο Βρυώνης του είχε ζητήσει να προσλάβει ως υπάλληλο την κόρη του στην εταιρεία του με μισθό €1.000-. Τον Ιούλιο 2012 ο Βρυώνης του είχε ζητήσει να πληρώσει τα ιατρικά έξοδα της πολυκλινικής «Υγεία» που αφορούσαν επέμβαση της Γεωργίας Βρυώνη. Ο ίδιος νοιώθοντας την πίεση από τον Βρυώνη είχε μεταβεί στην Πολυκλινική «Υγεία» δυο φορές, τον Ιούλιο 2012 και τον Αύγουστο 2012 και είχε πληρώσει με την κάρτα του το ποσό των €5.
  13. Τέλος Ιουλίου 2012 ο Βρυώνης του είχε ζητήσει €5.000- για την κόρη του Αθανασία που θα πήγαινε για σπουδές υπενθυμίζοντας τον ότι εκκρεμούσε η υπόθεση ενώ τον Αύγουστο 2012 του είχε ζητήσει €15.000- για να αγοράσει μηχανήματα της συζύγου του για την εργασία της. Ο ίδιος και στις δυο περιπτώσεις είχε αποσύρει λεφτά από την Τράπεζα και του τα είχε πάρει στο χωριό Πυργά. Τον Σεπτέμβριο 2012 είχε συλληφθεί ο Αβραάμης με ναρκωτικά και λόγω της συγκεκριμένης σύλληψης είχε συλληφθεί και ο Σταύρος όμως ο Βρυώνης συνέχιζε να του ζητά χρήματα. Του είχε ζητήσει και του είχε αγοράσει αεροπορικό εισιτήριο για την κόρη του την Αθανασία αξίας €500- ενώ τον Νοέμβριο 2012 του είχε ζητήσει €1.000- για να πληρώσει την μηχανή του αυτοκινήτου του. Είχε επίσης αγοράσει και ένα φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή και ένα ταμπλέτ για τις κόρες του Βρυώνη. Τόσο τα λεφτά καθώς και τα δώρα ο ίδιος τα είχε παραχωρήσει γιατί ο Βρυώνης ασκούσε ψυχολογική πίεση σε αυτόν υπενθυμίζοντας τον για την υπόθεση. Ο ίδιος είχε επισκεφτεί πολλές φορές το σπίτι του Βρυώνη στα Πυργά. Η δίκη του είχε ολοκληρωθεί τον Απρίλιο 2013 και είχε αθωωθεί και όλο αυτό το διάστημα ο ίδιος δεν είχε αναφέρει οτιδήποτε σε κανένα, ούτε στον δικηγόρο του. Αλλά, μετά την σύλληψη του Σταύρου, ο ίδιος είχε μιλήσει σε ένα φίλο του τον Ηλία Ηλία, ο οποίος ακολούθως είχε μιλήσει με κάποιο γνωστό του στην Νομική Υπηρεσία και η υπόθεση είχε φθάσεις τον Γενικό Εισαγγελέα. Ο Βρυώνης τον είχε συμβουλέψει να μην πει οτιδήποτε στον δικηγόρο του ο οποίος συνεργαζόταν με τον Σταύρο. Ο ίδιος ενέδιδε στις επιθυμίες του Βρυώνη λόγω του ότι θεωρούσε ότι ο Βρυώνης είχε σημαντικό και καθοριστικό ρόλο για την υπόθεσή του. Στην συμπληρωματική γραπτή του κατάθεση, Τεκμήριο 29, είχε κάνει αναφορά και είχε παραδώσει αποδείξεις της Πολυκλινικής «Υγείας», καταστάσεις λογαριασμού της Τράπεζας Κύπρου οι οποίες καταδείκνυαν την μεταφορά λεφτών καθώς και αποδείξεις για τα διάφορα δώρα που ο ίδιος είχε αγοράσει από την εταιρεία « ELECTROLINE» για τις κόρες του κ. Βρυώνη. Αντεξετασθείς ανέφερε ότι στην πορεία είχε δημιουργηθεί μια φιλία όμως πάντοτε υπήρχε από μέρους του ανησυχία ενόψει της υπόθεσής του η οποία ήταν υπο εξέλιξη. Παραδέχθηκε ότι στα πλαίσια της φιλίας που είχε δημιουργηθεί είχε επισκεφθεί το σπίτι του Βρυώνη πολλές φορές και τα παιδιά του είχαν κάνει τα γενέθλιά τους στο σπίτι του Βρυώνη αλλά έβγαιναν μαζί οικογενειακός. Υποστήριξε ότι υπήρχε γνήσια φιλία αλλά από μέρους του υπήρχε και ο φόβος και η ανησυχία. Παραδέχθηκε ότι στα πλαίσια των οικογενειακών σχέσεων που είχαν αναπτύξει είχαν γίνει διάφορες συναντήσεις στις οποίες έτρωγαν οικογενειακώς και αντάλλασσαν δώρα. Θυμόταν ότι είχε φέρει κρέας ο ίδιος από την Πάφο αλλά δεν θυμόταν τον λόγο ενώ επίσης θυμόταν ότι είχε γίνει τα γενέθλια των παιδιών του στο σπίτι του Βρυώνη. Όσο αφορά τα όσα κατ ισχυρισμό του του έλεγε ο Βρυώνης για τον δικηγόρο Γιώργο Γεωργίου, δηλαδή ότι είχε πάρει λεφτά από τον Σταύρο για να του φορτώσει την ευθύνη, ήταν η θέση του ότι πίστευε, τον Βρυώνη, γιατί ήταν φίλος του. Υποστήριξε ότι η επαγγελματική σχέση του με τον Βρυώνη είχε ξεκινήσει Απρίλιο 2012 και ακολούθησε η φιλική σχέση και οι οικογενειακές συναντήσεις όμως με τον ίδιο να έχει πάντοτε τις ανησυχίες του αλλά και τον φόβο αφού του υπενθύμιζε ο Βρυώνης ότι η τύχη του ήταν στα χέρια του. Σε ερώτηση που του τέθηκε ήταν η δική του θέση ότι τόσο ο Γιώργος Γεωργίου καθώς και ο Βρυώνης του είχαν υποσχεθεί ότι θα μεριμνούσαν με τον Γενικό Εισαγγελέα για να ανασταλεί η υπόθεσή του αν βοηθούσε στην σύλληψη του εισαγωγέα των ναρκωτικών ουσιών. Παραδέχθηκε ότι είχε δώσει κατάθεση στις 18/03/2013 και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  14. Ερωτηθείς μπορούσε να θυμηθεί ότι είχε μιλήσει στον φίλο του τον Ηλία Ηλία και ότι του είχε αναφέρει για το θέμα της ποινικής υπόθεσης που εκκρεμούσε εναντίον του και την άρνηση του Γενικού Εισαγγελέα να καταχωρήσει αναστολή, λόγω του ότι ο Ηλίας είχε γνωστούς στην Νομική Υπηρεσία αλλά δεν θυμόταν κατά πόσο του είχε πει ποσό το οποίο ο ίδιος είχε δώσει στον Βρυώνη. Όταν του υποβλήθηκε ότι ο ίδιος είχε εισηγηθεί στην Παρασκευή Βρυώνη να εργοδοτηθεί από την εταιρεία του αρχικά το αρνήθηκε και υποστήριξε ότι είχε συζητήσει με τον Βρυώνη κατά πόσο θα μπορούσε να βρεθεί μια θέση για την Παρασκευή στην εταιρεία για να καταλήξει ότι δεν θυμόταν αν το είχε ο ίδιος εισηγηθεί. Είχε προσληφθεί ως «Compliance Trainee» όμως αρνήθηκε ότι ο μισθός της ήταν €1.800-. Επίσης αρνήθηκε την υποβολή ότι είχε καταβάλλει προκαταβολικά το ποσό των £10.000 (STG) στην Παρασκευή Βρυώνη και ότι αυτό το ποσό είχε αποκοπεί από τον μισθό της και προώθησε την θέση ότι ποτέ δεν είχε αποκοπεί οποιοδήποτε ποσό από τον μισθό της. Ήταν η δική του θέση ότι από όσα λεφτά είχε δώσει για την οικογένεια Βρυώνη δεν είχε πάρει πίσω οτιδήποτε και αυτό ίσχυε και για το ποσό που είχε πληρωθεί, από τον ίδιο, για την εγχείρηση της Γεωργίας. Η δική του θέση ήταν ότι του είχε πει ο Βρυώνης ότι είχε ξεχάσει το μπλοκ επιταγών και είχε πληρώσει ο ίδιος με την κάρτα του. Όσο αφορά το εισιτήριο της Αθανασίας Βρυώνη και την πληρωμή του υποστήριξε ότι κατά κάποιο τρόπο είχε αναγκαστεί να το εκδώσει και να το πληρώσει. Κατέληξε ότι οι συνθήκες ήταν τέτοιες που ο ίδιος είχε εξαναγκαστεί να καταβάλλει τα συγκεκριμένα ποσά γιατί ανησυχούσε. Κατά την δική του άποψη αν είχαν γνωριστεί κάτω από διαφορετικές συνθήκες μπορεί να ένοιωθε ότι όλα αυτά έπρεπε να τα κάνει λόγω φιλίας και όχι από ανησυχία και φόβο όμως στο μυαλό του υπήρχε πάντοτε ο φόβος. Μαρτυρία είχε δοθεί και από τον Κώστα Κυρίμη, Μ.Κ.6, συνταξιούχο Αστυνόμο Β΄. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  15. Σε αυτήν καταγράφει ότι κατά την περίοδο 2008 μέχρι και 2013 ο ίδιος προσέφερε τις υπηρεσίες του, δυνάμει σύμβασης, στο Γενικό Εισαγγελέα σαν σύμβουλος επι ποινικών θεμάτων. Ο Γενικός Εισαγγελέας, Πέτρος Κληρίδης, του είχε δώσει ένα ποινικό φάκελο που αφορούσε υπόθεση ναρκωτικών στην Λάρνακα στην οποία ο δημόσιος κατήγορος, Νίκος Δημητρίου, εισηγείτο την αναστολή ποινικής δίωξης του κατηγορούμενου Χρίστου Παναγιώτου γιατί θα ήταν μάρτυρας σε άλλη υπόθεση ναρκωτικών με συναφή γεγονότα αλλά και γιατί είχε συνεργαστεί με την Υ.ΚΑ.Ν. και του είχε ζητήσει να την μελετήσει. Ο ίδιος είχε επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον Νίκο Δημητρίου ο οποίος του είχε αναφέρει ότι τον είχε ενημερώσει ο Α./Λοχ. Βρυώνης για την συγκεκριμένη συνεργασία. Όταν ο ίδιος είχε ενημερώσει τον Γενικό Εισαγγελέα είχε αποφασίσει, ο Γενικός Εισαγγελέας, για την συνέχιση της υπόθεσης. Στην συνέχεια είχε επικοινωνήσει μαζί του ο Ηλίας Γιαννή Ηλία και είχε ζητήσει να τον δει σε σχέση με την υπόθεση του Χρίστου Παναγιώτου. Ο ίδιος το είχε αναφέρει στο Γενικό Εισαγγελέα ο οποίος του είχε πει ότι ο Ηλία είχε επικοινωνήσει και μαζί του για συνάντηση. Στην συνάντηση που είχε ο ίδιος με τον Ηλία Ηλία του είχε μιλήσει με καλά λόγια για τον Χρίστο Παναγιώτου και του είχε ζητήσει να μιλήσει του Γενικού Εισαγγελέα για να αναστείλει την υπόθεση. Όταν τον πληροφόρησε ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να επηρεάσει τον Γενικό Εισαγγελέα τότε του είχε αναφέρει ότι ο Λοχίας της Υ.ΚΑ.Ν., ο «πασιής», έπερνε χρήματα από τον Χρίστο Παναγιώτου για να κλείσει την υπόθεση. Λόγω της σοβαρότητας του θέματος ο ίδιος είχε ζητήσει λεπτομέρειες και ο Ηλία του είχε αναφέρει ότι το όνομα του Λοχία ήταν Βρυώνης και ο Παναγιώτου διατηρούσε στοιχεία σε σχέση με τα λεφτά που του έδινε. Ο ίδιος είχε μεταφέρει στον Γενικό Εισαγγελέα τα όσα του είχαν λεχθεί και είχε διευθετηθεί συνάντηση του Ηλία Ηλία με τον Γενικό Εισαγγελέα. Στην συνάντηση ήταν παρόν ο ίδιος και ο Ηλίας Ηλία είχε επαναλάβει όσα είχε πει και στον ίδιο τόσο αναφορικά με την υπόθεση του Χρίστου Παναγιώτου αλλά και σε σχέση με τα λεφτά που, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, είχε δώσει ο Παναγιώτου στον Λοχία Βρυώνη. Ο Γενικός Εισαγγελέας του είχε αναφέρει ότι δεν μπορούσε να τον βοηθήσει. Μετά από αρκετό καιρό τον είχε ενημερώσει ο Γενικός Εισαγγελέας ότι είχε συναντηθεί ο ίδιος, ο Γενικός Εισαγγελέας, με τον δικηγόρο του Παναγιώτου, Γιώργο Γεωργίου και τον Παναγιώτου για την ίδια υπόθεση. Εκεί είχε αναφερθεί και το θέμα της καταβολής λεφτών στον Λοχ. Βρυώνη από τον Παναγιώτου και ο δικηγόρος του φάνηκε να μην το γνώριζε το γεγονός αυτό και είχε αντιδράσει έντονα θυμώνοντας. Ακολούθως είχε ενημερωθεί από τον Γενικό Εισαγγελέα ότι ο Βρυώνης είχε μαρτυρήσει υπέρ του Παναγιώτου στην δίκη εντός δίκης και ότι ο Παναγιώτου είχε αθωωθεί. Αντεξετασθείς ισχυρίστηκε ότι είχε έρθει υπόψη του η συγκεκριμένη υπόθεση μετά από την εισήγηση του κ. Νίκου Δημητρίου για αναστολή της ποινικής δίωξης. Ο ίδιος είχε μιλήσει τηλεφωνικά με τον κ. Δημητρίου και είχε ενημερωθεί για τους λόγους που εισηγείτο την αναστολή. Μετά την άρνηση του Γενικού Εισαγγελέα είχε ζητήσει να τον δει ο κ. Ηλίας Ηλία. Ακολούθως είχε επανέλθει ο Ηλίας Ηλία για να δει τον Γενικό Εισαγγελέα και όταν είχε εμείνει στην θέση του, μη παραχώρηση αναστολής στην υπόθεση Παναγιώτου, τότε ο κ. Ηλία είχε αναφέρει το θέμα του Βρυώνη. Παραδέχθηκε ότι η πηγή γνώσης του Ηλία Ηλία ήταν ο Παναγιώτου. Τελευταίος έδωσε μαρτυρία ο Ηλίας Ηλία, Μ.Κ.7, ο οποίος υιοθέτησε την κατάθεσή του και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  16. Στην κατάθεσή του καταγράφει ότι γνωρίζει τον Χρίστο Παναγιώτου τα τελευταία πέντε
(5)χρόνια και είναι αρκετά καλοί φίλοι. Τον Μάρτιο με Απρίλιο 2013 είχαν συναντηθεί στην Λευκωσία και ο Χρίστος Παναγιώτου του είχε αναφέρει ότι αντιμετωπίζει ένα σοβαρό πρόβλημα και συγκεκριμένα ότι το 2012 είχε συλληφθεί για υπόθεση ναρκωτικών και συνεργαζόταν με την Υ.ΚΑ.Ν., με τον αστυνομικό Βρυώνη, για να συλλάβουν τον εγκέφαλο με αντάλλαγμα ο Βρυώνης να τον βοηθήσει να γλυτώσει και να απαλλαγεί. Ο Χρίστος του είχε αναφέρει ότι ο Βρυώνης του έκανε ψυχολογικό πόλεμο, τον απειλούσε ότι όλα στηρίζονταν στο τι θα έλεγε ο ίδιος και με αυτό τον τρόπο του ζητούσε συνέχεια λεφτά, τα οποία ο Χρίστος του έδινε. Μέχρι τότε ο Χρίστος του είχε δώσει γύρω στις €70.000-. Όπως του είχε αναφέρει είχε δώσει λεφτά για τις σπουδές των κόρων του Βρυώνη και για αεροπορικά εισιτήρια. Ο Χρίστος του είχε αναφέρει ότι ο Βρυώνης του συμπεριφερόταν απάνθρωπα και τον έβαζε να του κάνει διάφορα θελήματα. Ο ίδιος τον είχε συμβουλέψει να πάει να δει με τον δικηγόρο του τον Γενικό Εισαγγελέα και να του τα πει. Είχε επικοινωνήσει και ο ίδιος μα τον Κώστα Κυρίμη, που εργάζεται στην Νομική Υπηρεσία στον οποίο είχε αναφέρει ότι του είχε πει ο Χρίστος Παναγιώτου. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο ίδιος στην κατάθεσή του είχε καταγράψει ότι όλα όσα γνώριζε σε σχέση με την υπόθεση. Υποστήριξε ότι ο Παναγιώτου, στην συνάντηση που είχαν, του είχε αναφέρει τα παράπονά του και δεν του είχε αναφέρει ότι είχαν οικογενειακές σχέσεις με τον Βρυώνη. Ερωτηθείς παραδέχθηκε ότι είχε επισκεφθεί προσωπικά τον κ. Κερίμη όμως αρνήθηκε ότι είχε δει τον Γενικό Εισαγγελέα. Στις περαιτέρω ερωτήσεις που του είχαν τεθεί είχε υιοθετήσει το περιεχόμενο της κατάθεσής του. Κατατέθηκαν εκ συμφώνου η κατάθεση του Αστυνόμου Β' κ. Οικονόμου και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 34, η κατάθεση της Ελένης Λυσάνδρου υπαλλήλου της Τράπεζας Κύπρου και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 35, η κατάθεση της Μαρίας Χαραλάμπους υπαλλήλου της ΣΠΕ Σταυροβουνίου και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 36, η κατάθεση της Έλενας Σάββα και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 37, η κατάθεση του Δημήτρη Ελλαδίου πωλητή στο κατάστημα της ELECTROLINE και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 38 και η βεβαίωση της Πολυκλινικής «Υγεία» και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  1. Εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο ως παραδεκτά γεγονότα. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή ο Κατηγορούμενος, με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, κλήθηκε σε απολογία και επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία και να καλέσει δυο μάρτυρες. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ενόρκως ότι υπηρετεί ως Βοηθός Υπεύθυνος στην Υ.ΚΑ.Ν. από το
  2. Είχε υπηρετήσει, από το 1982 που είχε προσληφθεί στην Αστυνομία, σε πολλά Τμήματα και Σταθμούς αλλά τελεί σε διαθεσιμότητα από τις 04/07/
  3. Υιοθέτησε τις καταθέσεις που είχε δώσει στην πειθαρχική διαδικασία, τα Τεκμήρια 17 και
  4. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του, μετά την σύλληψη του Παναγιώτου, Τεκμήριο
  5. Εξήγησε ότι πριν την καταγγελία η σχέση του με τον δικηγόρο κ. Γεωργίου ήταν άριστη αφού ήταν ένας από τους καλύτερους συνεργάτες του. Ο ίδιος τον εκτιμούσε και τον εκτιμά και δεν τον έχει μειώσει, σε οποιοδήποτε άτομο, με οποιοδήποτε τρόπο. Όσο αφορά τα νοσήλια της κόρης του Γεωργίας υποστήριξε ότι είχε επιστρέψει το συγκεκριμένο ποσό που είχε καταβληθεί από τον κ. Παναγιώτου με δική του επιταγή την οποία είχε εξαργυρώσει σε μετρητά, τα οποία είχε παραδώσει στον Παναγιώτου η σύζυγός του. Κατατέθηκαν φωτοτυπίες δυο επιταγών ως έγγραφα στην κατοχή του και σημειώθηκαν ως Τεκμήριο 40 και οι καταστάσεις λογαριασμού στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αστυνομικών Κύπρου ως Τεκμήριο
  6. Υπέδειξε, στο Τεκμήριο 41, τις δυο επιταγές με τις οποίες είχε πληρώσει τα μηχανήματα της εταιρείας «IMPOHPAR» καθώς και την ανάληψη του ποσού των €10.000 για να αγοράσει αγγλικές λίρες. Ήταν η δική του θέση ότι ο ίδιος δεν είχε ανάμειξη στην αθώωση του κ. Παναγιώτου. Ο ίδιος είχε δώσει μαρτυρία στην δίκη εντός δίκης, σε σχέση με τις συνθήκες λήψης της θεληματικής κατάθεσης του κ. Παναγιώτου η οποία είχε ληφθεί με παρότρυνση του δικηγόρου του κ. Γεωργίου. Στην κυρίως δίκη είχε κληθεί να καταθέσει αλλά ο δημόσιος κατήγορος δεν κατέθεσε ως τεκμήριο την δική του κατάθεση, το Τεκμήριο
  7. Κατέληξε, ότι είχε γίνει πλημμελής διερεύνηση της υπό κρίση υπόθεσης γιατί δεν είχε περισυλλεγεί όλη η μαρτυρία. Αντεξετασθείς ανέφερε ότι έχει τέσσερεις
(4)κόρες και οι τρείς από αυτές βρίσκονται σε πτυχιακές ή μεταπτυχιακές σπουδές. Τα εισοδήματά του προκύπτουν από την δουλειά του αλλά και από άλλους πόρους όπως την δουλειά της συζύγου του. Παραδέχθηκε ότι ο Χρίστος Παναγιώτου αντιμετώπιζε ενώπιον του Δικαστηρίου πολύ σοβαρές κατηγορίες, ήτοι την κατοχή δυο κιλών κοκαΐνη. Ερωτηθείς ανέφερε ότι ο ίδιος δεν πήρε οποιοδήποτε δώρο από τον Χρίστο Παναγιώτου εκτός από ένα παλαιό μαγνητόφωνο και ένα μεταχειρισμένο ηλεκτρονικό υπολογιστή για να καταγράφει όσα διαμείβονταν μεταξύ τους σε σχέση με την σύλληψη του εμπόρου. Ήταν η δική του θέση ότι ο ίδιος είχε καταθέσει μόνο στην δίκη εντός δίκης και όχι στην κυρίως δίκη εναντίον του Χρίστου Παναγιώτου. Υποστήριξε ότι είχε πάρει δανεικά λεφτά από τον Παναγιώτου για να πληρώσει τα νοσήλια όμως δεν είχε πάρει το ποσό των €15.000- για τα μηχανήματα της συζύγου του. Όσο αφορά το ποσό για τα νοσήλια ήταν ο ισχυρισμός του ότι το είχε επιστρέψει η σύζυγός του σε μετρητά γιατί δεν έπαιρνε επιταγή ο Παναγιώτου. Σε σχέση με το έμβασμα των £10.000 στην Παρασκευή Βρυώνη υποστήριξε ότι ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε σχέση ούτε με την πρόσληψή της στην εταιρεία του Παναγιώτου αλλά ούτε και με οποιοδήποτε ποσό που της δόθηκε. Ο ίδιος είχε λεφτά αλλά και περιουσία και δεν είχε την ανάγκη οποιουδήποτε να δώσει λεφτά στα παιδιά του. Ο ίδιος δεν γνώριζε γιατί της είχε προπληρώσει, το συγκεκριμένο ποσό, ο Παναγιώτου. Ο ίδιος δεν είχε ανάγκη από λεφτά για να σπουδάσει τα παιδιά του. Ερωτηθείς ανέφερε ότι γνώριζε τους κινδύνους στην φιλία του με τον Παναγιώτου αλλά τους είχε παραμερίσει γιατί γνώριζε επίσης ποιος κρυβόταν πίσω από τον Παναγιώτου. Ήταν η δική του θέση ότι ενεργούσε ως υπό κάλυψη αστυνομικός και την όποια εξουσία είχε την είχε χρησιμοποιήσει για την σύλληψη του εμπόρου Σταύρου Χαραλάμπους. Ισχυρίστηκε, σε ερώτηση που του τέθηκε σε σχέση με τα νοσήλια, ότι το να πιάσει δανεικά από τον Παναγιώτου δεν είναι αδίκημα. Μαρτυρία δόθηκε από την Έλενα Παναγιώτου, Μ.Υ.1, της οποίας η γραπτή δήλωση είχε σημειωθεί ως Τεκμήριο
  1. Στην δήλωσή της καταγράφει ότι στις 21/11/2011 είχε αρχίσει να εργάζεται στην εταιρεία του Χρίστου Παναγιώτου, στην Λεμεσό. Με τον Χρίστο μιλούσαν όλοι αγγλικά επειδή είχε γεννηθεί στην Αγγλία και γνώριζε καλύτερα τα αγγλικά. Μετά την σύλληψή του της είχε τηλεφωνήσει στο σπίτι της ο Χρίστος, τον οποίο φώναζαν Κρις και της είχε αναφέρει ότι είχε προσλάβει την κόρη ενός καλού του φίλου και της είχε ζητήσει να την μεταφέρει στην δουλειά. Ακολούθως της είχε τηλεφωνήσει μια κοπέλα και της είχε συστηθεί ως Εύη και είχαν εξηγηθεί από πού θα την παραλάμβανε για να την μεταφέρει στην Λεμεσό. Η ίδια μετέφερε την Εύη την επόμενη μέρα στα γραφεία στην Λεμεσό και συνέχισε να την μεταφέρει μέχρι τον Σεπτέμβριο
  2. Την Εύη την μετέφερε στο τόπο συνάντησης ο πατέρας της και επειδή έδινε στην ίδια φθαρτά νόμιζε ότι ήταν γεωργός. Οι σχέσεις του Κρις με την Εύη ήταν κανονικές εκτός από το γεγονός ότι σχεδόν κάθε μεσημέρι την έπερνε μαζί με την Κριστίν για μεσημεριανό φαγητό ενώ κάποτε την έπερνε και έφευγαν. Η ίδια δεν γνώριζε πως πλήρωνε ο Κρις την Εύη όμως γνώριζε ότι κάποιους υπαλλήλους τους πλήρωνε σε μετρητά γιατί δεν ήταν δηλωμένοι στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Αυτό το γνώριζε επειδή κάποτε έκαμνε η ίδια τους μισθούς. Αντεξετασθείσα ισχυρίστηκε ότι η ίδια έκανε δυο δουλείες στην εταιρεία του Κρις αλλά και ως σερβιτόρα και είχε σταματήσει όταν αντιμετώπιζε προβλήματα με την εγκυμοσύνη της. Παραδέχθηκε ότι η αδελφή της είναι παντρεμένη με τον ξάδελφο του Χρίστου Παναγιώτου. Υποστήριξε ότι παρόλο που μιλούσε με την Εύη για τα προσωπικά της δεν είχε παρέμβει ο πατέρας της για να την βοηθήσει σε σχέση με τον σύντροφό της. Ερωτηθείς επέμενε στην θέση της ότι κάποιοι υπάλληλοι έπαιρναν τους μισθούς τους σε μετρητά, στο χέρι αλλά παράλληλα παραδέχθηκε ότι δεν ήταν η αρμόδια λειτουργός για τους μισθούς των υπαλλήλων πλην όμως όταν έλειπε η Κριστίν η ίδια έδινε τους μισθούς. Τελευταία έδωσε μαρτυρία η Παρασκευή Βρυώνη, Μ.Υ.2, κόρη του Κατηγορούμενου. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής της και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  3. Στην κατάθεση της καταγράφει ότι είχε γνωρίσει τον Κρις, τον Απρίλιο 2012, σε μια νυχτερινή συνάντηση που είχε με τον πατέρα της στην Σκαρίνου αλλά η ίδια δεν γνώριζε το λόγο που είχαν συναντηθεί. Τον Ιούνιο 2012 ο Κρις με την σύζυγό του και τα παιδιά τους είχαν επισκεφτεί το σπίτι τους αλλά ο Κρις συνομιλούσε με τον πατέρα της μόνοι τους. Ακολούθως οι επισκέψεις του Κρις και της οικογένειάς του στο σπίτι τους είχαν γίνει καθημερινές και ο πατέρας της με τον Κρις συζητούσαν μόνοι τους και η ίδια με τις αδελφές της έπαιζαν με τα παιδιά του Κρις. Η σχέση είχε εξελιχθεί σε φιλική οικογενειακή σχέση. Σε μια από αυτές τις επισκέψεις ο Κρις είχε προσφέρει δουλειά στην ίδια, στην Γεωργία και στην Μαρία. Οι αδελφές της είχαν αρνηθεί την προσφορά αλλά η ίδια είχε ενδιαφερθεί και είχε αναφέρει στον Κρις ότι θα μπορούσε να δουλέψει στην εταιρεία του μέχρι τον Μάρτιο
  4. Ο πατέρας της είχε ενστεί αλλά ο Κρις επέμενε. Η ίδια δεν γνώριζε ότι ο Κρις είχε συλληφθεί και πίστευε ότι ήταν πληροφοριοδότης του πατέρα της. Ο ίδιος ο Κρις της είχε αναφέρει ότι είχε συλληφθεί μετά την εργοδότησή της στην εταιρεία του. Τον Ιούλιο 2012 είχε προσληφθεί στην εταιρεία του Κρις ως Head of Compliance and Anti- Money Laundering με μισθό €1.800- μηνιαίως. Η ίδια είχε ζητήσει από τον Κρις να της καταθέτει τα €1.000- από τον μισθό της στο λογαριασμό της στην Αγγλία και τα άλλα €800- να της τα δίνει στο χέρι σε μετρητά. Ο Κρις είχε εισηγηθεί την προκαταβολική πληρωμή των μισθών της σε στερλίνες στον λογαριασμό της στην Αγγλία. Μαζί με τον Κρις είχαν μεταβεί στην Λαϊκή Τράπεζα στις 05/07/2012 και είχε γίνει μεταφορά των £10.000- στον λογαριασμό της. Η ίδια είχε συγκρουστεί με τον πατέρα της γιατί της είχε ζητήσει να σταματήσει να εργάζεται στην εταιρεία του Κρις. Όσο αφορά το γεγονός ότι στην εταιρεία ήταν γραμμένη ως Αθανασίου και όχι ως Βρυώνη αυτό ήταν μετά από εισήγηση του Κρις γιατί όλοι γνώριζαν το επίθετο «Βρυώνη». Η ίδια είχε υπογράψει μια απόδειξη παραλαβής του μισθού της, €1.000- για τον μήνα Οκτώβριο
  5. Η σχέση της οικογένειας της και της οικογένειας του Κρις είχε εξελιχθεί και έτρωγαν παρέα σε εστιατόρια με τον μητέρα της και τον Κρις να πληρώνουν εναλλάξ τους λογαριασμούς. Λόγω του ότι τον είχαν καλέσει στα γενέθλια της Γεωργίας και της Αθανασίας ο ίδιος την είχε ρωτήσει τι δώρο να τους αγοράσει και εκείνη είχε εισηγηθεί ένα σετ μεγάφωνα. Περί τα τέλη Ιουλίου 2013 ο Κρις είχε ζητήσει όπως διοργανωθεί το πάρτι γενεθλίων των παιδιών του στην πισίνα του σπιτιού τους και η ίδια με τις αδελφές της το είχαν οργανώσει και είχαν έρθει ο πατέρας του Κρις, η οικιακή βοηθός του και οι κόρες του από τον προηγούμενο του γάμο. Ο Κρις από τον Νοέμβριο 2013 μέχρι τον Μάρτιο 2013 δεν της είχε καταβάλει τον μισθό της και της χρωστούσε περίπου €4.000- με €5.000- πλην το ποσό του εισιτηρίου της Αθανασίας το οποίο είχε πληρώσει ο ίδιος. Είχε μεταβεί τον Μάιο 2013 στα γραφεία της εταιρείας στην Λεμεσό για να εξηγηθεί για τα λεφτά της και τότε την είχε ενημερώσει ότι παρακολουθείτο και ότι θα έφευγε στο εξωτερικό με την οικογένειά του. Η ίδια είχε θεωρήσει ότι ο ίδιος ο Κρις θα μιλούσε με τον πατέρα της και δεν είχε αναφέρει η ίδια οτιδήποτε από αυτά που είχαν λεχθεί μεταξύ τους. Ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι αρχικά είχε την ευθύνη σε σχέση με τα έγγραφα των εταιρειών που ήθελαν να συνεργαστούν με την εταιρεία του Κρις και όταν είχαν μεταφερθεί στα νέα γραφεία είχε αναλάβει καθήκοντα ως βοηθός της υπεύθυνης για το compliance και προέβαινε στους ίδιους ελέγχους. Είχε υπογράψει και συμβόλαιο εμπιστευτικότητας το οποίο είχε αναγνωρίσει στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  6. Εξήγησε ότι δεν ήταν αναγκαία η παρουσία της στο γραφείο καθημερινά και ότι η ίδια μπορούσε να εργαστεί από το σπίτι, όπως και έπραττε, αφού της είχε εγκαταστήσει, ο προγραμματιστής, ένα πρόγραμμα στον ηλεκτρονικό της υπολογιστή με το οποίο είχε άμεση πρόσβαση στον υπολογιστή της εταιρείας. Αντεξετασθείσα υποστήριξε ότι είχε ξεκινήσει να σπουδάζει ιατρική αλλά είχε εγκαταλήψει την προσπάθεια και αποφοίτησε στην βιοιατρική επιστήμη, ακολούθως είχε μεταβεί για εκμάθηση της γερμανικής γλώσσας στην Γερμανία και το 2015 με 2016 είχε παρακολουθήσει μεταπτυχιακές σπουδές Νευροεπιστήμης στο Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας. Τώρα εργάζεται σε μια εταιρεία στην Λεμεσό με μηνιαίο μισθό €800-. Υποστήριξε ότι για τον Κρις είχε εργαστεί από τις 30/06/2013 μέχρι τον Φεβρουάριο 2013 και ακολούθως είχε εργαστεί από το σπίτι μέχρι τον Μάρτιο
  7. Ερωτηθείσα αρνήθηκε ότι όλη η οικογένειά της γνώριζε για την σχέση του πατέρα της με τον Κρις. Αρνήθηκε την υποβολή ότι είχε προσληφθεί στην εταιρεία του Παναγιώτου καθ υπόδειξη του πατέρα της προς τον Παναγιώτου καθώς επίσης και ότι τα λεφτά, ήτοι €12.444-, είχαν μεταφερθεί στον λογαριασμό της για την Γεωργία που σπούδαζε στην Αγγλία. Ήταν η θέση της ότι αφορούσε τον μισθό της το συγκεκριμένο έμβασμα. Όταν της υποβλήθηκε ότι δεν ήταν λογική η εκδοχή της για την προκαταβολική καταβολή του ποσού των £10.000- γιατί δεν θα μπορούσε να γνωρίζει ο κ. Παναγιώτου πόσο καιρό θα παρέμενε η ίδια στην συγκεκριμένη εργασία ήταν η δική της θέση ότι ο Κρις ήθελε να την δεσμεύσει και για αυτό το είχε κάνει γιατί η ίδια δεν θα σηκωνόταν να φύγει πριν ξοφληθεί το συγκεκριμένο ποσό. Επέμενε στην θέση της ότι ο πατέρας της δεν είχε σχέση με την εργοδότησή της στην εταιρεία του Κρις αλλά αντίθετα η αποδοχή της θέσης από την ίδια την είχε φέρει σε περαιτέρω ρήξη με τον πατέρα της. Σε σχέση με το εισιτήριο της αδελφής της, της Αθανασίας, υποστήριξε ότι ήθελε να της το κάνει η ίδια δώρο και για αυτό είχε ζητήσει από τον Κρις να της το εκδώσει. Όσο αφορά τον Ηλία Ηλία η δική της εξήγηση ήταν ότι τον είχε γνωρίσει, στο γραφείο του Κρις, όταν είχε ζητήσει τον αριθμό ποινικής υπόθεσης του Παναγιώτου για να παρέμβει στο Γενικό Εισαγγελέα. Ερωτηθείσα αποκάλυψε ότι έχει πολλά παράπονα από τον Κρις, ο οποίος της είχε υποσχεθεί κάποια πράγματα τα οποία δεν εκπλήρωσε. Αρνήθηκε ότι πήγαινε για φαγητό με τον Κρις, τα μεσημέρια, εν ώρα εργασίας. Σε σχέση με την Έλενα Παναγιώτου υποστήριξε ότι της είχε αναφέρει ότι είχε κάποια προβλήματα με τον συμβίο της. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και από τις δυο πλευρές προς προώθηση των εκατέρωθεν θέσεών τους κατέθεσαν εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις των οποίων το περιεχόμενο είναι υπόψη του Δικαστηρίου. Η πλευρά της Υπεράσπισης είχε εισηγηθεί ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να οδηγεί με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος έχει διαπράξει τα συγκεκριμένα αδικήματα γιατί ο Παραπονούμενος δεν είχε εξαναγκαστεί στο να πράξει όπως έπραξε αλλά είχε οδηγηθεί στις πράξεις του από την φιλία που υπήρχε μεταξύ των δυο ανδρών και κατ' επέκταση των δυο οικογενειών. Αντίθετη ήταν η θέση του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ο οποίος εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία αποκαλύπτει την ενοχή του Κατηγορούμενου, ο οποίος λόγω και της εμπειρίας του ως ανακριτής γνώριζε πολύ καλά τι έπρεπε να καταγραφεί στις καταθέσεις που θα τίθεντο ενώπιον του Δικαστηρίου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας αναφερθεί στη μαρτυρία που προσκομίστηκε από τις δύο πλευρές και στις εκατέρωθεν θέσεις έρχομαι τώρα στο δύσκολο και λεπτό έργο του Δικαστηρίου, αυτό της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η μαρτυρία που προσκομίστηκε δεν εξετάζεται μικροσκοπικά αλλά εξετάζεται σε συνάρτηση με το σύνολο της μαρτυρίας και των γεγονότων που συνθέτουν την υπόθεση βλ. Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ
  1. Η αξιολόγηση είναι ατομική πλην όμως τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα θα πρέπει να συναρτώνται και ν΄ αντιπαραβάλλονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και τελικά να διερευνάται η αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παρακολούθησα με προσοχή τόσο τους μάρτυρες κατηγορίας ενώ έδιναν ένορκη μαρτυρία ενώπιόν μου καθώς επίσης και τον Κατηγορούμενο και τους μάρτυρες Υπεράσπισης. Κατέγραψα σε κάθε περίπτωση νοητικά την εντύπωσή μου από την εικόνα τους κατά το χρόνο που έδιναν μαρτυρία, τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις τους στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη μνήμη, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεών τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και της ευκαιρίας που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα. Είναι η Κατηγορούσα Αρχή που έχει το βάρος να αποδείξει την ενοχή ενός κατηγορούμενου και όχι ο κατηγορούμενος την αθωότητα του. Απόρροια της αρχής αυτής, είναι πως για την υπεράσπιση αρκεί να δώσει εξήγηση που να εισηγείται μια διαζευκτική θεωρία η οποία να είναι πιθανή και να συνάδει με τη μαρτυρία ή, με άλλα λόγια, μια εξήγηση ικανή να προκαλέσει εύλογη, έστω και υποβόσκουσα (lurking) αμφιβολία, χωρίς να είναι ανάγκη η εξήγηση αυτή να γίνει δεκτή από το δικαστήριο ως αληθινή. Είναι υπό αυτή την έννοια που θα εξετάσω την υπόθεση στη συνέχεια, έχοντας ειδικότερα υπόψη πως τυχόν αποτυχία της υπεράσπισης θα είναι μοιραία, μόνο αν η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, στο βαθμό που παραμένει ακλόνητη από την υπεράσπιση, είναι στο τέλος επαρκώς ισχυρή ώστε να οδηγήσει σε καταδίκη. Αρχίζοντας από την μαρτυρία των εμπλεκομένων ανακριτών. Εξετάζοντας την μαρτυρία των Α./Αστ.3488 Χρίστου, Μ.Κ.1 και Υπαστυνόμου Πάρη Παρασκευά, Μ.Κ.2, διαπίστωσα ότι περιέγραψαν με συνοχή το σύνολο των ενεργειών τους υπό την ιδιότητα του ερευνώντος λειτουργού και του ανακριτή στο πλαίσιο διερεύνησης της καταγγελίας που είχε γίνει σε σχέση με τον Κατηγορούμενο. Εκείνο το οποίο έχω διαπιστώσει κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους είναι ότι και οι δυο εξήγησαν, κατά την άποψη μου, το τι είχαν πράξει σε σχέση με την διερεύνηση της υπόθεσης με επάρκεια. Δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω την μαρτυρία τους. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Α./Αστ. Χρίστου, ο οποίος είχε λάβει την κατάθεση του Παραπονούμενου, κατέγραφε αυτά που του έλεγε ο Παραπονούμενος προφανώς αποτυπώνοντας την σημασία τους με την δική του φρασεολογία αφού όπως διαπιστώθηκε και στο Δικαστήριο τα ελληνικά του Παραπονούμενου είναι πτωχά. Όσο αφορά την μαρτυρία του Αστ.2733 Κωνσταντίνου, Μ.Κ.4, η μαρτυρία του κατά κύριο λόγο αφορούσε την ποινική υπόθεση που είχε καταχωριστεί εναντίον του Παραπονούμενου αλλά και τι είχε εξελιχθεί έτσι ώστε να οδηγηθεί ο Χρίστος Παναγιώτου να δώσει θεληματική κατάθεση. Δεν έχω λόγο να την απορρίψω. Ο δικηγόρος του Παραπονούμενου, Γεώργιος Γεωργίου, Μ.Κ.3, έδωσε την δική του εκδοχή για τα γεγονότα. Eκ του περισσού θα αναφερθεί ότι ο κ. Γεωργίου, Μ.Κ.3, δικηγόρος, αντιμετωπίζεται όπως και κάθε άλλος μάρτυρας ο οποίος κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο ανέφερε τα γεγονότα όπως αυτά έλαβαν χώρα ή όχι. Ο κ. Γεωργίου, Μ.Κ.3, επιβεβαίωσε τα όσα είχε αναφέρει ο κ. Κερίμης, Μ.Κ.
  2. Δηλαδή, ότι ο ίδιος είχε ενημερωθεί από τον Γενικό Εισαγγελέα, για πρώτη φορά, ότι ο πελάτης του έδινε λεφτά στον Κατηγορούμενο και είχε θυμώσει. Ουσιαστικά, είχε αναφέρει ότι του είχε λεχθεί από τον Γενικό Εισαγγελέα και είχε επιβεβαιωθεί από τον πελάτη του σε εκείνη την συνάντηση. Δηλαδή ότι ο κ. Βρυώνης είχε οικονομικό όφελος από την εξέλιξη των γεγονότων. Φαινόταν πληγωμένος από την όλη στάση του Κατηγορούμενου γιατί τον θεωρούσε έντιμο, καλό αστυνομικό και τον εμπιστευόταν. Δεν μου προκαλεί δε εντύπωση το γεγονός ότι έδωσε περισσότερη έμφαση σε αυτό που για τον ίδιο είχε περισσότερη σημασία και που ήταν το γεγονός ότι ο ίδιος είχε πάντοτε άψογη συνεργασία με τον κ. Βρυώνη ενώ ο κ. Βρυώνης δεν ήταν ειλικρινής μαζί του. Δεν είχε κανένα λόγο να πει ψέματα κατηγορώντας αδίκως τον κ. Βρυώνη και δεν είχε οτιδήποτε να κερδίσει από την όλη υπόθεση αφού ο πελάτης του είχε αθωωθεί από το Δικαστήριο. Όσο αφορά την μαρτυρία του Ηλία Ηλία, Μ.Κ.7, θεωρώ ότι είναι μαρτυρία που δόθηκε προς υποστήριξη των θέσεων του Παραπονούμενου. Όμως είναι σε αρμονία, μέχρι ενός σημείου, με την μαρτυρία του κ. Κερίμη, Μ.Κ.6, ο οποίος ανέφερε ότι πράγματι συναντήθηκε με τον Ηλία Ηλία. Το ερώτημα που εγείρεται είναι ποιος από τους δυο αυτούς μάρτυρες είπε την αλήθεια σε σχέση με το τι είχε διαμειφθεί στην συνέχεια. Ο κ. Κερίμης είχε αναφέρει ότι ο κ. Ηλία είχε συναντήσει προσωπικά τον τότε Γενικό Εισαγγελέα Πέτρο Κληρίδη ενώ ο κ. Ηλία το αρνήθηκε επιμένοντας ότι είχε συνάντηση μόνο με τον κ. Κερίμη. Δεν είχε κανένα λόγο να πει ψέματα ο κ. Κερίμης. Όσο αφορά το γιατί είχε πει ψέματα ο κ. Ηλία μόνο ο ίδιος ξέρει. Από την άλλη από την μαρτυρία του κ. Κερίμη φάνηκε να γνώριζε αρκετά από τα γεγονότα που αφορούσαν την ποινική υπόθεση εναντίον του Χρίστου Παναγιώτου και τις διαβουλεύσεις αλλά και τις συναντήσεις που είχαν γίνει, του Γενικού Εισαγγελέα με τον δικηγόρο του Χρίστου Παναγιώτου και του Χρίστου Παναγιώτου, σε σχέση με το θέμα της αναστολής της ποινικής δίωξης του. Η μαρτυρία του ήταν υποβοηθητική και ειλικρινής. Καθοριστική για την παρούσα υπόθεση είναι η μαρτυρία του Παραπονούμενου, Μ.Κ.
  3. Από την αρχή της μαρτυρίας του είχε διαφανεί ότι βρισκόταν σε δύσκολη θέση σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα αφού και ο ίδιος θεωρούσε τον Κατηγορούμενο φίλο του εξ ου και παραδέχθηκε ότι αν οι συνθήκες ήταν διαφορετικές σίγουρα θα τον θεωρούσε πολύ καλό φίλο και όλα όσα είχε παραχωρήσει θα τα θεωρούσε ένδειξη φιλίας. Οι συνθήκες όμως ήταν τέτοιες που ότι έκανε το έκανε από ανησυχία και φόβο. Όμως δεν είχε επιλογή παρά να πει την αλήθεια μετά από την καταγγελία στην οποία είχε προβεί ο δικηγόρος του εναντίον του Κατηγορούμενου στον Υπουργό Δικαιοσύνης. Ακριβώς λόγο αυτής της φιλίας ήταν ευδιάκριτη μια διστακτικότητα αλλά και μια ειλικρίνεια. Εκεί που ο Κατηγορούμενος δεν θυμόταν δεν δίσταζε να πει δεν θυμόταν και εκεί που αναφερόταν σε γεγονότα παραδεχόταν πάντοτε την φιλία αλλά μιλούσε και για την ανασφάλεια, την ανησυχία και τον φόβο που ένοιωθε αφού ο Κατηγορούμενος ήταν μάρτυρας κατηγορίας στην υπόθεση που εκκρεμούσε εναντίον του και γνώριζε επιπρόσθετα ότι ο Κατηγορούμενος θα πρόβαλλε επιχειρήματα προς τον Γενικό Εισαγγελέα για αναστολή της ποινικής δίωξης του. Ήθελε να τον κρατά, τον Κατηγορούμενο, ευχαριστημένο. Όμως δεν είχε λόγο να πει ψέματα αφού είχε αθωωθεί και δεν είχε λόγο να θέλει, σκόπιμα, να κάνει κακό στον Κατηγορούμενο αφού ήταν φίλοι. Από την άλλη δεν ήθελε να αφήσει εκτεθειμένο τον δικηγόρο του ο οποίος όταν είχε μάθει τι είχε συμβεί, από τον ίδιο τον Γενικό Εισαγγελέα, είχε θυμώσει πάρα πολύ και είχε νοιώσει υποχρεωμένος να το αναφέρει στον Υπουργό Δικαιοσύνης. Ως είναι γνωστό, κάθε πρόσωπο που βιώνει ένα επεισόδιο δεν δίδει βαρύτητα ακριβώς στα ίδια σημεία. Επιπλέον είναι ορθό ότι μικροαντιφάσεις και μικροανακρίβειες σε επουσιώδεις λεπτομέρειες, εξεταζόμενες στο σύνολο της μαρτυρίας δυνατόν να ενδυναμώσουν την αξιοπιστία των μαρτύρων και δυνατόν να προβάλουν με φυσικό τρόπο με τον οποίο διατύπωσαν τα σχετικά γεγονότα που είχαν στην μνήμη τους (βλ. Λ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 104). Η μαρτυρία δεν πρέπει να απομονώνεται και να σχολιάζονται χωριστά αποσπάσματά της. Ακόμη, οι μικροαντιφάσεις, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις που τα γεγονότα βιώνονται έντονα από τους μάρτυρες και έχει παρέλθει κάποιο χρονικό διάστημα, όχι απλώς δεν είναι επιλήψιμες αλλά αναμένονται (βλ. Παπακοκκίνου κ.α. ν. Σμυρλή κ.α.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1653). Θεωρώ ότι αυτό συνέβη και στην περίπτωση του Παραπονούμενου ο οποίος ένοιωθε άβολα για την διαδικασία όχι γιατί έλεγε ψέματα αλλά γιατί είχε μια φιλία με τον Κατηγορούμενο εξ ου και στο τέλος είχε δηλώσει ότι ο ίδιος δεν είχε παράπονο. Λόγω της επιθυμίας του να μην δυσαρεστήσει τον κ. Βρυώνη, ο οποίος θα έδινε μαρτυρία εναντίον του, έκανε ότι περνούσε από το χέρι του για να ευχαριστήσει την οικογένεια Βρυώνη αγοράζοντας δώρα, πληρώνοντας λεφτά. Για αυτό και δεν είχε αναφέρει οτιδήποτε στον δικηγόρο του. Τον πιστεύω αφού η μαρτυρία του, σε ένα μεγάλο μέρος, είχε υποστηριχθεί και από πραγματική μαρτυρία αλλά και από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο ο οποίος είχε προβάλλει, μέσω της αντεξέτασης, ότι είχε γίνει ήταν λόγω των στενών φιλικών σχέσεων και για κανένα άλλο λόγο. Από την άλλη ο Κατηγορούμενος ενόρκως έδωσε μια εξήγηση στην οποία υπάρχει ανακολουθία ιδιαίτερα ενόψει και της ιδιότητας του και της κατάθεσής του Τεκμήριο 18. Υποστήριξε ότι τα λεφτά για τα νοσήλια τα είχε δανειστεί και τα είχε επιστρέψει στον Παραπονούμενο. Σημειώνεται ότι η αρχική θέση του, υποβλήθηκε και στον Παραπονούμενο κατά την αντεξέτασή του, ήταν ότι ο Παραπονούμενος ήθελε να χρησιμοποιήσει την κάρτα του την οποία δεν χρησιμοποιούσε και για να τα πιάσει μετρητά. Η εκδοχή του αυτή καταρρίπτεται αφού προκύπτει από τα Τεκμήρια 19 και 20 ότι όχι μόνο χρησιμοποιείτο η πιστωτική του κάρτα αλλά είχε και καθημερινές συναλλαγές ενώ ο λογαριασμός της εταιρείας του είχε πιστωτικό υπόλοιπο της τάξεως των € 8.092,19- κατά την μέρα πληρωμής της πολυκλινικής. Επιπρόσθετα ο ίδιος είχε μιλήσει, ότι είχε επιστρέψει στον Παραπονούμενο, ένα ποσό της τάξεως των €2.320,69- ενώ από την προσκομισθείσα και από κοινού αποδεκτή μαρτυρία διαφάνηκε ότι το ποσό που είχε καταβληθεί στην Πολυκλινική «Υγεία» από τον Παραπονούμενο ανερχόταν στις €1.396,99-. Ισχυρίστηκε άγνοια για το έμβασμα στο όνομα της κόρης του Παρασκευής. Δεν μπορεί ο ίδιος να θεωρεί ότι η εκδοχή του, ότι δεν γνώριζε για το έμβασμα των £10.000- στην κόρη του Παρασκευή, μπορεί να γίνει πιστευτή. Δεν μπορεί να αναμένει ότι το Δικαστήριο θα αποδεχθεί την θέση ότι ενώ ήταν μάρτυρας κατηγορίας σε σοβαρή υπόθεση ναρκωτικών αποδεχόταν να λαμβάνει δανεικά, να εμβάζει, ο Κατηγορούμενος στην ποινική υπόθεση, στο λογαριασμό της κόρης του λεφτά, να πληρώνει για εισιτήριο για την άλλη του κόρη, να εργοδοτεί μια εκ των κόρων του και γενικά να κάνει δώρα και να έχουν ιδιαίτερες φιλίες ενώ η υπόθεση εκκρεμούσε ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Δεν μπορώ να αποδεχθώ την θέση του, η οποία καταρρίπτεται από την πραγματική μαρτυρία αλλά και τις ίδιες τις ημερομηνίες που είχαν εξελιχθεί τα γεγονότα. Ακόμη και για τα δώρα, τα μεγάφωνα και τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, ως εκ της θέσης του όφειλε είτε να μην τα αποδεχθεί είτε να επιβάλλει στις κόρες του να τα επιστρέψουν. Όμως δεν το έπραξε και συνέχιζε, ενώ εκκρεμούσε η ποινική υπόθεση εναντίον του Χρίστου Παναγιώτου, να έχει στενή επαφή μαζί του, να συναντάται κοινωνικά μαζί του στο σπίτι του και να συνευρίσκεται σε εστιατόρια μαζί του. Όσο αφορά την μαρτυρία της κόρης του Παρασκευής Βρυώνη, Μ.Υ.2, έχει νομολογηθεί ότι στις περιπτώσεις όπου οι μάρτυρες έχουν στενή συγγενική, φιλική ή επαγγελματική σχέση μεταξύ τους ή με τον κατηγορούμενο το Δικαστήριο οφείλει να είναι προσεκτικό στην πραγμάτευση της μαρτυρίας τους, έχοντας υπόψη ότι, από μόνη της, μια τέτοια σχέση δεν μπορεί, στη συνήθη ροή των πραγμάτων, να αποτελέσει εύλογη βάση αμφισβήτησης της αξιοπιστίας τους (βλ. Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 385, 395 - 398, Σάββα ν. Κυριακίδη
(2008)1(Α) ΑΑΔ 83, 93-94). Όμως, μπορεί να αποβεί κρίσιμη αναλόγως των συνθηκών της κάθε περίπτωσης (βλ. Χαμπή ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 70 στις σελίδες 77-78 και Γεωργίου ν. Δημητριάδου
(2011)1(Α) ΑΑΔ 273, 278). Η εκδοχή της Παρασκευής Βρυώνη, Μ.Υ.2, καταρρίπτεται από την πραγματική μαρτυρία. Σύμφωνα με την μαρτυρία η Παρασκευή Βρυώνη είχε εργοδοτηθεί περί τα τέλη Ιουνίου 2012 και λίγες μέρες μετά, στις 03/07/2012, Τεκμήριο 20, ο Παραπονούμενος, μέσω της εταιρείας του LAMDA, είχε εμβάσει στο λογαριασμό της το ποσό των £10.000 (STG) χωρίς καν να εργαστεί ως προκαταβολική πληρωμή των μισθών της χωρίς να ξέρει αν θα παρέμενε στην εργασία της για όλη την περίοδο και έχοντας η ίδια δηλώσει ότι θα έφευγε τον Μάρτιο. Η εκδοχή αυτή είναι το λιγότερο εξωπραγματική. Το ίδιο ισχύει και για το εισιτήριο που είχε εκδοθεί για την Αθανασία Βρυώνη και είχε πληρωθεί από τον Παραπονούμενο. Σύμφωνα με τα δικά της λεχθέντα γνώριζε πολύ καλά να χειρίζεται ηλεκτρονικούς υπολογιστές οπόταν γιατί είχε ζητήσει από τον Παραπονούμενο να το εκδώσει αφού μπορούσε να το εκδώσει η ίδια και είχε και τους οικονομικούς πόρους να το πράξει αφού ήταν ανεξάρτητη οικονομικά. Ερωτηματικά εγείρονται και σε σχέση με τον μισθό της αφού κατά την κρίση, το 2013, χωρίς οποιοδήποτε ιδιαίτερο προσόν η ίδια ισχυρίστηκε ότι πληρωνόταν ως μηνιαίο μισθό €1.800-. Όσο αφορά την μαρτυρία της Έλενας Παναγιώτου, Μ.Υ.1, δεν έπεισε γιατί η ίδια δεν ήταν η υπεύθυνη μισθολογίου και επιπρόσθετα η θέση της ότι πολλά μεσημέρια η κόρη του κ. Βρυώνη έτρωγε με τον Χρίστο Παναγιώτου είχε καταρριφθεί από την ίδια την Παρασκευή Βρυώνη η οποία δήλωσε ότι δεν έτρωγε μεσημεριανό με τον Χρίστο Παναγιώτου. Οπόταν δεν θα αποδοθεί στην συγκεκριμένη μαρτυρία οποιαδήποτε βαρύτητα. Καταλήγω λοιπών ότι τα γεγονότα είχαν εξελιχθεί ως ακολούθως: Ο Κατηγορούμενος είχε γνωριστεί με τον Παραπονούμενο κατά την διερεύνηση υπόθεσης κατοχής 1.630 γραμμαρίων κοκαΐνης. Λόγω του ότι υπήρχε πληροφορία στην Υ.ΚΑ.Ν. για εισαγωγή μεγαλύτερης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών στην προσπάθειά του, ο Κατηγορούμενος, να συλληφθεί ο έμπορος είχε ζητήσει την βοήθεια του συνηγόρου του Παραπονούμενου, ο οποίος μέχρι τότε δεν έλεγε οτιδήποτε, κ. Γεωργίου για να τον πείσουν να αναφέρει όλα όσα γνώριζε και για να τον χρησιμοποιήσουν έτσι ώστε να συλληφθεί ο έμπορας. Αντίτιμο στην συνεργασία του θα ήταν η προσπάθεια για καταχώρηση αναστολής ποινικής δίωξης από τον Γενικό Εισαγγελέα για τον ίδιο, με εισήγηση και υποστήριξη του κ. Βρυώνη και η χρήση του ως μάρτυρα κατηγορίας. Ενώ ήταν σε εξέλιξη οι διεργασίες για την σύλληψη του Σταύρου Χαραλάμπους, που ήταν ο έμπορας σύμφωνα με τα όσα είχαν διαφανεί, ο Κατηγορούμενος είχε συνάψει, λόγω και της τακτικής επικοινωνίας με τον Παραπονούμενο, φιλικές σχέσεις. Σχέσεις που είχαν ξεπεράσει το επιτρεπόμενο για την δεδομένη στιγμή που όλα ήταν ρευστά και υπήρχε καταχωρημένη, εναντίον του Παραπονούμενου, υπόθεση στο Κακουργιοδικείο στην οποία ο ίδιος ο Κατηγορούμενος θα έδινε μαρτυρία. Γνωρίστηκαν οικογενειακώς, αντάλλασσαν επισκέψεις και δώρα. Όμως η σχέση τους είχε πάει και ένα βήμα πάρα πέρα με τον δανεισμό λεφτών από τον Κατηγορούμενο και την σιωπηρή αποδοχή, από μέρους του, της καταβολής του ποσού των £10.000 στην κόρη του Παρασκευή Βρυώνη από τον Παραπονούμενο- Κατηγορούμενο στην ποινική υπόθεση ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λάρνακας- αλλά και με την εργοδότησή της στην εταιρεία του Παραπονούμενου και την πληρωμή αεροπορικού εισιτηρίου για την άλλη του κόρη, Αθανασία ενώ είχαν πληρωθεί και τα νοσήλια της κόρης του Γεωργίας. Όλα αυτά είχαν γίνει, μεταξύ των μηνών Ιούλιου 2012 με αρχές 2013 λόγω του ότι ο Κατηγορούμενος έκανε τον Παραπονούμενο να νοιώθει φόβο, ανασφάλεια και ανησυχία γιατί γνώριζε ότι η τύχη του ήταν στα χέρια του, που στην κυριολεξία ήταν, αφού αυτός θα προωθούσε εκ μέρους της Υ.ΚΑ.Ν. την εισήγηση για την αναστολή της ποινικής δίωξης του Παραπονούμενου. Τυχόν άρνηση του Κατηγορούμενου να συναινέσει στο αίτημα αναστολής θα ήταν μοιραία για το αίτημα για αναστολή, το οποίο είχε υποβληθεί προφανώς το 2013. Μετά την απόρριψη του αιτήματος για αναστολή της ποινικής δίωξης του ο Παραπονούμενος είχε αρχίσει να νοιώθει τον κίνδυνο και το ίδιο και ο δικηγόρος του, ο οποίος είχε διευθετήσει συνάντηση με τον τότε Γενικό Εισαγγελέα. Εκεί ο ίδιος ο δικηγόρος του Παραπονούμενου είχε μάθει, εκ στόματος του Γενικού Εισαγγελέα, για το γεγονός ότι ο Παραπονούμενος έδινε λεφτά στον Κατηγορούμενο μέσα στα πλαίσια της ανησυχίας και της σύνδεσής τους. Τότε ο ίδιος ο δικηγόρος του Παραπονούμενου είχε προβεί σε καταγγελία των γεγονότων στον Υπουργό Δικαιοσύνης και είχε ξεκινήσει η διαδικασία διερεύνησης. Ο Παραπονούμενος, προφανώς λόγω των συναισθημάτων του προς τον Κατηγορούμενο, ακόμα και κατά την εξέλιξη της υπό κρίση διαδικασίας δεν ήθελε να κάνει ζημιά στον φίλο του, τον Κατηγορούμενο, παρά το ότι γνώριζε ότι οι ενέργειές του ήταν λανθασμένες. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι κατηγορίες 2, 7, 12, 17, 22 και 27 βασίζονται στο άρθρο 100(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο. 38
(1)/99 και αφορούν αδικήματα δεκασμού δημοσίου λειτουργού. Το συγκεκριμένο άρθρο προνοεί ως ακολούθως: «Όποιος - (α) είναι δημόσιος λειτουργός και είναι επιφορτισμένος με την εκτέλεση οποιουδήποτε καθήκοντος λόγω του λειτουργήματος του, με τέτοιο τρόπο που υποδηλώνει δεκασμό ζητά, δέχεται ή παίρνει ή συμφωνεί ή αποπειράται να δεχτεί ή να πάρει περιουσία ή ωφέλημα οποιουδήποτε είδους για τον εαυτό του ή για άλλον, για χάρη εκτέλεσης ή μελλοντικής ενέργειας ή παράλειψης κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων του λειτουργήματος του . . είναι ένοχος αδικήματος (β) με τέτοιο τρόπο που υποδηλώνει δεκασμό, δίνει παρέχει ή προμηθεύει, ή υπόσχεται ή προσφέρεται να δώσει ή να παρέχει ή να προμηθεύει ή να αποπειραθεί να προμηθεύσει, σε δημόσιο λειτουργό ή σε άλλο, περιουσία, ή ωφελήματα οποιουδήποτε είδους για χάρη τέτοιας ενέργειας ή παράλειψης από τέτοιο δημόσιο λειτουργό, είναι ένοχος αδικήματος ... » ( η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Τέτοια ενέργεια ή παράλειψη στην παράγραφο (β) είναι αυτή που μνημονεύεται στην παράγραφο (α) του άρθρου, ήτοι εκτελεσθείσα ή μελλοντική ενέργεια ή παράλειψη κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων του λειτουργήματος του Δημοσίου Λειτουργού. Ο όρος «δημόσιος λειτουργός» ερμηνεύεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ως ακολούθως: «"δηµόσιος λειτουργός" σηµαίνει πρόσωπο που κατέχει οποιοδήποτε από τα πιο κάτω αξιώµατα ή που ασκεί τα καθήκοντα που αρµόζουν σε τέτοιο αξίωµα, είτε ως αναπληρωτής ή διαφορετικά, δηλαδή— (iii) όλα τα πρόσωπα που ανήκουν στη στρατιωτική ή την αστυνοµική δύναµη της ∆ηµοκρατίας· (iv) όλα τα πρόσωπα που υπηρετούν σε κάποιο Κυβερνητικό Τµήµα· » Όσον αφορά την ερμηνεία της φράσης «κατά τρόπο που υποδηλώνει δεκασμό» χρήσιμη καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice
(2003)όπου διατυπώνεται ότι η έννοια του όρου «διαφθορά» είναι η ίδια με αυτή που περιέχεται στο Public Bodies Corrupt Practices Act 1889 καθώς και στο Prevention of Corruption Act
  1. Στο συγκεκριμένο σύγγραμμα η έννοια επεξηγείται, στην παρ.B.15.7, στην σελίδα 690, ως ακολούθως: «Corruptly means purposefully doing an act which the law forbids as tending to corrupt ............. Any improper and unauthorized gift, payment or other inducement offered to a counselor or other such officer is likely to be considered corrupt. D need not be proved to have acted dishonestly, as long as he knew that the gift or bribe was connected with the performance of public duties, whether by way of reward for past performance, or of inducement to secure future performance. No bargain need be stuck between the parties involved ..........., and it is no defence for the recipient to prove that his acceptance of a corrupt gift failed to influence him in the performance of his duties. ..........». Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Russell on Crime, 11η έκδ., σελ. 429: «Bribery is the receiving or offering any undue reward by or to any person whatsoever, in a public office, in order to influence his behaviour in office, and incline him to act contrary to the known rules of honesty and integrity.». Στο σύγγραμμα του Archbold 2009, στην παρά 31-148, σελ. 2873, διαβάζονται τα ακόλουθα: «The prosecution have merely to prove that the defendant received a gift as an inducement to show favour; they are not required to prove that he did actually show favour in consequence of having received the gift: Rv. Carr, 40 Cr.App.R. 188, Ct-Mac. Thus, a person who accepts a gift that it is intended as a bribe enters into a corrupt bargain even if he makes a mental reservation not to carry out his side of the bargain...» . Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι ο Κατηγορούμενος ήταν ενταγμένος στην Αστυνομία Κύπρου οπόταν δημόσιος υπάλληλος. Εφαρμόζοντας τις νομολογιακά καταγραμμένες αρχές όσο αφορά το ωφέλημα στην παρούσα περίπτωση συνιστούσε χρηματική βοήθεια προς τα τέκνα του Κατηγορούμενου, η μεταφορά των £10.000 στο λογαριασμό της Παρασκευής Βρυώνη, η αποπληρωμή των νοσηλίων της Γεωργίας Βρυώνη, η έκδοση εισιτηρίου στο όνομα της Αθανασίας Βρυώνη αλλά και τα υπόλοιπα δώρα που ανταλλαγήσαν μεταξύ των δυο οικογενειών ενώ εκκρεμούσε η διαδικασία εναντίον του Παραπονούμενου ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Δεν έχουν γίνει αποδεκτές οι εξηγήσεις της Παρασκευής Βρυώνη για τους λόγους που έχουν αναφερθεί πιο πάνω. Ούτε και μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση που προέβαλε, ο ίδιος ο Κατηγορούμενος, ότι είχε δανειστεί λεφτά από τον κ. Παναγιώτου για την πληρωμή της επέμβασης της κόρης του την στιγμή που επικαλείται περιουσία και οικονομική άνεση ενώ ήταν μάρτυρας κατηγορίας εναντίον του. Όσο αφορά τον ισχυρισμό για επιστροφή του ποσού ακόμη και αν γινόταν αποδεκτός, που δεν έχει γίνει, δεν θα μείωνε με οποιοδήποτε τρόπο την αξιόποινη πράξη. Ακόμη και η εργοδότηση της Παρασκευής Βρυώνη μπορεί να θεωρηθεί ωφέλημα. Ο ίδιος ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι όλα αυτά, ακόμα και το έμβασμα των £10.000-, γίνονταν γιατί ο Παραπονούμενος δεν ήθελε να τον δυσαρεστήσει έτσι ώστε να εισηγηθεί και ενισχύσει την οποιαδήποτε εισήγηση προς τον Γενικό Εισαγγελέα για αναστολή της ποινικής του δίωξης. Με όλο τον σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου αποδοχή των θέσεων του θα οδηγούσε στο παράλογο συμπέρασμα να μην συνιστά δωροδοκία η αποδοχή, από δημόσιους λειτουργούς, δώρων από πολίτες με τους οποίους είναι φίλοι, παρά το γεγονός ότι η πορεία μιας υπόθεσης που τους αφορά διέπεται από τον συγκεκριμένο δημόσιο λειτουργό. Η γυναίκα του Καίσαρα δεν αρκεί να είναι τίμια, πρέπει και να φαίνεται τίμια. Συνεπακόλουθα έχουν αποδειχθεί οι κατηγορίες 2, 7 και
  2. Σε σχέση με τις κατηγορίες 12, 17 και 22 δεν προσκομίστηκε ικανοποιητική μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή που να οδηγήσει στην απόσειση του βάρους απόδειξης στον απαιτούμενο βαθμό. Αντίθετα, εκτός από την κατάθεση του Παραπονούμενου δεν τέθηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία και ο ίδιος ο Παραπονούμενος δεν μπορούσε να προσδιορίσει χρονικά πότε είχε γίνει η καταβολή των μετρητών αλλά ισχυρίστηκε ότι δεν θυμόταν. Η δεύτερη ομάδα κατηγοριών αφορά το αδίκημα της δωροληψίας. Το άρθρο 102 του Κεφ.154 στο οποίο βασίζεται προνοεί τα ακόλουθα: «
  3. Δημόσιος λειτουργός, που παίρνει περιουσία ή ωφέλημα πάσης φύσης υπό το ρητό ή σιωπηρό όρο, ότι αυτός θα ευνοήσει εκείνον που προσφέρει ή δίνει την περιουσία ή οποιοδήποτε άλλο, για τον οποίο ενδιαφέρεται εκείνος που προσφέρει, σε εκκρεμή συναλλαγή ή σε συναλλαγή η οποία ενδέχεται να προκύψει μεταξύ εκείνου που προσφέρει ή άλλου, για τον οποίο αυτός ενδιαφέρεται και οποιουδήποτε δημόσιου λειτουργού, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων και σε χρηματική ποινή.». ( η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Προς απόδειξη του συγκεκριμένου αδικήματος απαιτείται η συνύπαρξη των ακόλουθων στοιχείων: ο δημόσιος λειτουργός να παίρνει ωφέλημα πάσης φύσης υπο τον ρητό ή σιωπηρό όρο ότι αυτός θα ευνοήσει αυτόν που του παραχωρεί την περιουσία σε εκκρεμή συναλλαγή ή σε συναλλαγή που ενδέχεται να προκύψει μεταξύ εκείνου που προσφέρει ή άλλου για τον οποίο ενδιαφέρεται. Η αποδοχή περιουσίας ή ωφελήματος είναι απαραίτητη για την απόδειξη των συγκεκριμένων κατηγοριών. Στην παρούσα περίπτωση ως αντικείμενο αυτών των εννοιών προσδιορίζεται η λήψη των ποσών που συγκεκριμενοποιούνται ήτοι £10.000-, €
  4. 369 και €418,98-. Ανάλυση και των εννοιών, ανωτέρω, οδηγεί στο συμπέρασμα πως στον πυρήνα της σημασίας τους ευρίσκεται το όφελος (benefit) το οποίο δυνατόν να προσποριστεί κάποιος από την ενέργεια άλλου. Είναι δε λογικό πως γενικά η απόδειξη μια ποινικής υπόθεσης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό σε αυτά που θα εξιστορήσουν οι μάρτυρες ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο Παραπονούμενος είχε βρεθεί να ουρεί και περιφέρεται κοντά σε ένα δέντρο στο οποίο είχαν τοποθετηθεί ναρκωτικά και πολλά εξαρτιόνταν από την μαρτυρία του Κατηγορούμενου, ιδιαίτερα σε σχέση με το θέμα της θεληματικότητας της κατάθεσής του Παραπονούμενου αλλά ιδιαίτερα την υποστήριξη του αιτήματος της αναστολής της ποινικής του δίωξης. Η λήψη του οποιουδήποτε ποσού από οποιονδήποτε βρισκόταν στην θέση του Κατηγορούμενου ή από οποιοδήποτε μέλος της οικογένειάς του, είτε συνδεόταν φιλικά είτε όχι, θα καταδείκνυε ένα απώτερο στόχο για εύνοια. Το σημαντικό δεδομένο που δεν πρέπει να λησμονείται είναι ότι όλα αυτά εξελίσσονταν ενώ βρισκόταν υπο εκδίκαση η υπόθεση στο Κακουργιοδικείο και ενώ γίνονταν διαβουλεύσεις με το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα για καταχώρηση αναστολής ποινικής δίωξης. Θεωρώ ότι ο νομοθέτης ήθελε να απαγορεύσει την οποιουδήποτε είδους συναλλαγή μεταξύ ενός δημόσιου λειτουργού και ενός πολίτη όταν ο συγκεκριμένος πολίτης έχει οποιοδήποτε θέμα για το οποίο θα αποφασίσει ο δημόσιος λειτουργός ή εξαρτάται από αυτόν. Δεν νοείται, ούτε στα πλαίσια της αδελφικής φιλίας, ο οποιοσδήποτε δημόσιος λειτουργός να λαμβάνει οποιοδήποτε ωφέλημα από πολίτη αφήνοντας να νοηθεί ότι θα επιδείξει μέγιστη εύνοια. Ιδιαίτερα ένας αστυνομικός της πείρας και της υπόληψης του Κατηγορούμενου. Ούτε καν δανεικά για μικρό χρονικό διάστημα όπως ήταν ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου. Συνεπακόλουθα ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 3, 8 και
  5. Η τρίτη ομάδα κατηγοριών, κατηγορίες 4, 9, 14, 19, 24 και 29, αφορά την κατάχρηση εξουσίας. Το άρθρο 105 του Κεφ.154, το οποίο αφορά την κατάχρηση εξουσίας από δημόσιο λειτουργό, προνοεί τα ακόλουθα : «
  6. Δημόσιος λειτουργός, ο οποίος κατά κατάχρηση εξουσίας που ανάγεται στα καθήκοντα του, ενεργεί ή διατάσσει την ενέργεια οποιασδήποτε αυθαίρετης πράξης που παραβλάπτει τα δικαιώματα άλλου, είναι ένοχος πλημμελήματος. Αν ο υπαίτιος απέβλεπε με τέτοια πράξη σε κέρδος, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Όσον αφορά την ιδιότητα του δημοσίου λειτουργού ισχύουν όσα έχουν προαναφερθεί. Στις υπόλοιπες έννοιες θα πρέπει να αποδοθεί η φυσική τους ερμηνεία. «Αυθαίρετη» σημαίνει πράξη που δεν πραγματοποιείται στο πλαίσιο το οποίο προβλέπουν οι νόμοι αλλά σύμφωνα με προσωπικές επιθυμίες και προτιμήσεις ή κατά παράβαση συγκεκριμένων οδηγιών. «Κατάχρηση» σημαίνει την υπέρβαση των καθηκόντων κάποιου, δηλαδή της δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας του. «Εξουσία» σημαίνει το δικαίωμα ή εξουσιοδότηση ή άδεια που έχει κάποιος να ενεργεί εκ μέρους κάποιου άλλου. «Παραβλάπτει» σημαίνει προκαλεί ζημιά σε άλλον, βλάπτει, ζημιώνει τα δικαιώματα άλλου. Η λέξη «δικαιώματα» σημαίνει τις ελευθερίες και δικαιώματα που αναγνωρίζονται από το νόμο σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα να ενεργούν προς ικανοποίηση των συμφερόντων τους και σε ένα δεύτερο επίπεδο αυτά τα οποία δικαιούται κάποιος. Με βάση το αγγλικό νομικό λεξικό Stroud's Judicial Dictionary 8η έκδοση η λέξη «gain» δεν περιορίζεται σε χρηματικό ή εμπορικό κέρδος αλλά περιλαμβάνει και άλλα ανταλλάγματα αξίας (". considerations of value.". «Κέρδος» με βάση το Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη σημαίνει οτιδήποτε αποκομίζει κάποιος υπέρ του, καθετί που αποκτά κανείς επιπλέον σε σχέση με ό,τι έδωσε, είναι δε συνώνυμο με τις λέξεις όφελος, ωφέλεια, ωφέλημα. Από την προσαχθείσα μαρτυρία και τις αναφορές όλων των μαρτύρων κατηγορίας επισημαίνω ότι γνώριζαν, οι ανώτεροι του, για την συνεργασία του Κατηγορούμενου με τον Παραπονούμενο με απώτερο στόχο την σύλληψη του έμπορα των ναρκωτικών ουσιών και είναι επίσης γνωστό ότι ενίοτε χρησιμοποιούνται κατηγορούμενοι ως μάρτυρες κατηγορίας. Η υπέρβαση των καθηκόντων του Κατηγορούμενου δεν επεξηγήθηκε αλλά ούτε και διαφάνηκε μέσα από την μαρτυρία. Απλά με τον δικό του τρόπο αλλά και την παρουσία του ο Κατηγορούμενος υπενθύμιζε στον Παραπονούμενο μια πικρή αλήθεια, την ύπαρξη της ποινικής υπόθεσης εναντίον του. Συνεπακόλουθα ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί από αυτή την ενότητα των κατηγοριών. Η τελευταία ενότητα κατηγοριών αφορά την νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατηγορίες 5, 10, 15, 20, 25 και 30, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 4
(1)(α)(ιιι),5 (α) και 7 του Περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου (Ν.188(Ι)/07). Το άρθρο 3 του πιο πάνω νόμου προνοεί ως ακολούθως: «3. Ο Νόμος αυτός εφαρμόζεται σε σχέση με αδικήματα που αναφέρονται πιο κάτω και τα οποία για σκοπούς του Νόμου αυτού θα καλούνται καθορισμένα αδικήματα: (α) Αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. (β) γενεσιουργά αδικήματα». Το άρθρο 4
(1)(α)(ιιι) του εν λόγω νόμου έχει ως ακολούθως: 4.
(1)Κάθε πρόσωπο το οποίο ενώ (α) γνωρίζει ή (β) όφειλε να γνωρίζει (iii) αποκτά, κατέχει ή χρησιμοποιεί τέτοια περιουσία, διαπράττει αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση δεκατεσσάρων ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (500.000) ή και με τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (α) πιο πάνω, και με φυλάκιση πέντε ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι πενήντα χιλιάδες ευρώ (50.000) ή και με τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (β) πιο πάνω. Το άρθρο 5 του συγκεκριμένου Νόμου καταγράφει τα γενεσιουργά αδικήματα και προβλέπει ως ακολούθως: «
  1. Γενεσιουργά αδικήματα είναι: αδικήματα (α) Τα ποινικά αδικήματα τα τιμωρούμενα με ποινή φυλάκισης που υπερβαίνει το ένα έτος ως αποτέλεσμα των οποίων προήλθαν έσοδα, τα οποία δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες πράξεις όπως ορίζεται στο άρθρο 4 .....................................» Στην Αριστοδήμου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 196/14 και 197/14 ημερ. 25/09/2014 όπου απασχόλησε το ίδιο αδίκημα στην βάση της σχετικής νομοθεσίας, Ν. 61(Ι)/96 ως ίσχυε τότε και όπου η εν λόγω πρόνοια είναι ταυτόσημη με αυτή της επίδικης στην παρούσα νομοθεσίας (Ν. 188(Ι)/07), λέχθηκε ότι το αδίκημα συντελείται, όταν πρόσωπο, ενώ γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει, ότι οποιαδήποτε μορφή περιουσίας αποτελεί «έσοδο», αποκτά, κατέχει ή χρησιμοποιεί τέτοια περιουσία. Η έννοια του «εσόδου» συναρτάται με περιουσία οποιασδήποτε μορφής που προήλθε από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος. «Έσοδο» δε, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ιδίου Νόμου, αποτελεί οποιαδήποτε μορφής περιουσία ή οικονομικό όφελος που προήλθε άμεσα ή έμμεσα από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος. Το τι συνιστά «γενεσιουργό αδίκημα», όσον αφορά την παρούσα, ορίζεται στο άρθρο 5(α) και είναι το ποινικό αδίκημα εκείνο που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης άνω του ενός έτους, ως αποτέλεσμα της διάπραξης του οποίου προήλθαν έσοδα, τα οποία δύνανται να αποτελέσουν το αντικείμενο αδικήματος κατά το άρθρο 4 του ίδιου Νόμου, Ν.188(Ι)/
  2. Η γνώση, η πρόθεση ή ο σκοπός που απαιτούνται ως στοιχεία του τρόπου διάπραξης του εν λόγω αδικήματος μπορούν να συναχθούν από αντικειμενικές πραγματικές περιστάσεις σύμφωνα με το άρθρο 4
(2). Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 4
(2), τα αδικήματα μπορούν να διαπραχθούν και από τους δράστες των γενεσιουργών αδικημάτων. Προκύπτει λοιπόν ότι το εν λόγω αδίκημα συντελείται ακόμα και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος διαπράττει το γενεσιουργό αδίκημα ο ίδιος και καθιστά την νόμιμη περιουσία, έσοδο εν τη εννοία των νόμων, με τη δική του παρανομία. 'Εχοντας κρίνει ένοχο τον Κατηγορούμενο στα γεννεσιουργά αδικήματα θεωρώ ότι έχει αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος, γνώριζε ότι τα συγκεκριμένα χρηματικά ποσά αποτελούσαν έσοδο από την διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος και πάρα ταύτα τα απέκτησε. Συνεπακόλουθα όλων των πιο πάνω ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 2, 3, 5, 7, 8, 10, 27, 28 και 30. Σε σχέση με τις κατηγορίες 4, 9, 11, 12, 13, 14, 15, 17, 18, 19, 20, 23, 24, 25 και 29 αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ...................................... Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.