Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας ν. Ανδρέα Πίττα, Αρ. Υπ.: 17329/14, 28/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:B5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε. Δ. Αρ. Υπ.: 17329/14 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας v. Ανδρέα Πίττα Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Γιάλλουρου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χρ. Καρράς Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δυο κατηγορίες οι οποίες αφορούν η μια την κλοπή υλικού διαβιβαζόμενου ταχυδρομικώς και η άλλη την απόσπαση περιουσίας δια ψευδών παραστάσεων κατά παράβαση των άρθρων 255, 264, 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα. Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 01/12/2013 με 20/12/2013, στην Λάρνακα, είχε κλέψει την κυβερνητική επιταγή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου με αριθμό 08-032400 για το ποσό των €369.76- περιουσία της Αύρας Αρέστη, η οποία είχε διαβιβαστεί ταχυδρομικώς και με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση είχε αποσπάσει από τον Λούκα Σωτήρη το ποσό των €369.76- με ψευδείς παραστάσεις εις το ότι του εξαργύρωσε την συγκεκριμένη επιταγή. Μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή δόθηκε από έξι μάρτυρες. Πρώτος έδωσε μαρτυρία ο Αστ.3284 Νικολάου, Μ.Κ.1, ο οποίος υπηρετεί στο Τμήμα Εγκληματολογικών Ερευνών και ασχολείται με την εξέταση χειρόγραφης γραφής και υπογραφής. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσής του ημερομηνίας 24/09/2014 και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Στην Έκθεση του καταλήγει ότι είχε συγκρίνει την γραφή, την υπογραφή αλλά και την γραφή των αριθμών στο πίσω μέρος της επιταγής με τα αντίστοιχα δείγματα γραφής του Ανδρέα Πίττα και είχε καταλήξει ότι παρουσιάζουν ουσιώδεις ομοιότητες μεταξύ τους και κατά την δική του γνώμη είχαν γραφτεί από τον κ. Πίττα. Κατέθεσε την επιταγή ως Τεκμήριο 2, τα έξι δείγματα γραφής της Αύρας Αρέστη ως Τεκμήριο 3, τα εικοσιτέσσερα δείγματα γραφής του Ανδρέα Πίττα ως Τεκμήριο 4, τα δείγματα γραφής του Λούκα Σωτηρίου ως Τεκμήριο 5 και τον συγκριτικό πίνακα ως Τεκμήριο
- Εξήγησε ότι ο ίδιος είχε παραλάβει τα Τεκμήρια 2, 3, 4 και 5 και του είχε ζητηθεί να εξετάσει και να τα συγκρίνει με τα δείγματα γραφής και υπογραφής. Ο ίδιος είχε χρησιμοποιήσει την συγκριτική μέθοδο και είχε αναλύσει και καταγράψει τα χαρακτηριστικά της αμφισβητούμενης υπογραφής και των δειγμάτων. Για να μπορούν να γίνουν αντιληπτά τα ευρήματά του είχε ετοιμάσει τον συγκριτικό πίνακα Τεκμήριο 6, τον οποίο και επεξήγησε. Αντεξετασθείς ανέφερε ότι υπηρετεί στην Αστυνομία Κύπρου από το 2004 και έχει εκπαιδευτεί για την συγκεκριμένη διερεύνηση σε σχέση με την γραφολογία. Κατέθεσε το βιογραφικό του σημείωμα ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του είχε παραλάβει τα δείγματα γραφής αλλά δεν τα είχε λάβει ο ίδιος. Σε ερώτηση που του τέθηκα ανέφερε ότι δεν γνωρίζει ούτε την Παραπονούμενη, ούτε τον Κατηγορούμενο αλλά ούτε και τον κ. Λούκα Σωτήρη. Για την εξέταση είχε χρησιμοποιήσει την αναλυτική - συγκριτική μέθοδο. Ανέφερε ότι είχε συμπεριλάβει, στην έρευνά του, τα δείγματα γραφής στα οποία φαίνονταν περισσότερο οι ομοιότητες, χωρίς κανένα ιδιαίτερο λόγο. Είχαν σημειωθεί με κόκκινα βέλη στον συγκριτικό πίνακα οι ομοιότητες μεταξύ της αμφισβητούμενης γραφής - υπογραφής του Τεκμηρίου 2, της επιταγής και των δειγμάτων γραφής - υπογραφής του Τεκμηρίου 4, τα δείγματα γραφής που ανήκουν στον κ. Πίττα. Ο ίδιος είχε επισημάνει την σχέση της γραφής με την οριζόντια γραμμή, δηλαδή ότι η οριζόντια γραφή διαπερνά τη γραφή των αριθμών. Είχε διαπιστώσει ότι ο συγγραφέας είχε την τάση να γράφει με τον συγκεκριμένο τρόπο, δηλαδή η οριζόντια γραμμή να διαπερνά από τα γράμματα ή αριθμούς της γραφής του κάποτε σε πιο έντονο βαθμό και κάποτε σε φυσιολογικό βαθμό. Μαρτυρία δόθηκε και από τον Νικόλα Τροπάρη, Μ.Κ.2, του οποίου η κατάθεση σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Στην κατάθεση του, Τεκμήριο 8, κατέγραψε ότι εργάζεται στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, στο Τμήμα Συστημάτων Πληρωμών και Λογιστικών Υπηρεσιών. Είχε παραδώσει την πρωτότυπη επιταγή της Κεντρικής Τράπεζας με αριθμό 08-032400 και ημερομηνία 20/12/2013 για το ποσό των €369.76- με δικαιούχο την Αύρα Αρέστη. Αναγνώρισε στο Τεκμήριο 2 την συγκεκριμένη επιταγή. Αντεξετασθείς ανέφερε ότι την συγκεκριμένη επιταγή την είχε αναγνωρίσει από τον αριθμό της και το όνομα του δικαιούχου αλλά και από τα υπόλοιπα στοιχεία. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Λούκας Σωτήρη, Μ.Κ.3, ο οποίος με την σειρά του υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του, Τεκμήριο
- Στην κατάθεση του καταγράφει ότι είναι ο ιδιοκτήτης του πρακτορείου στοιχημάτων «Royal», στην οδό Ζακύνθου
- Πίσω από το πρακτορείο διαμένει μόνος του σε διαμέρισμα ο Αντρέας Πίττας, ηλικίας 60 ετών, ο οποίος επισκέπτεται σχεδόν καθημερινά το πρακτορείο και κάνουν παρέα ενώ τον βοηθά και οικονομικά. Τον Δεκέμβρη 2013 ο Αντρέας του είχε αναφέρει ότι είχε σοβαρό οικονομικό πρόβλημα και του είχε ζητήσει να του παραδώσει μια επιταγή για να του δώσει το αντίστοιχο ποσό σε μετρητά. Είχε βγάλει από την τσέπη του μια κυβερνητική επιταγή για το ποσό των €369.76-. Είχε γράψει, στην παρουσία του, πίσω από την επιταγή το όνομά του, τον αριθμό δελτίου ταυτότητάς του και το τηλέφωνό του. Ο ίδιος δεν είχε προσέξει ποιος ήταν ο δικαιούχος της επιταγής αφού γνώριζε ότι ο Αντρέας λάμβανε βοήθημα από την κυβέρνηση. Του είχε δώσει το αντίστοιχο ποσό σε μετρητά και είχε πάρει την επιταγή, την οποία είχε καταθέσει την επόμενη μέρα στον λογαριασμό του μάστρου του, Λάμπρου Αντωνίου, στην Τράπεζα Κύπρου. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 2 υποστήριξε ότι η επιταγή που του είχε δοθεί από τον Κατηγορούμενο ήταν τελείως η ίδια. Αντεξετασθείς ανέφερε ότι το πρακτορείο στοιχημάτων έχει και άλλους υπαλλήλους και ένας από αυτούς είναι ο Ηλίας Γεωργίου. Ερωτηθείς ανέφερε ότι γνωρίζει πολύ καλά τον Κατηγορούμενο γιατί είναι γείτονας και επισκέπτεται συχνά το πρακτορείο του. Παραδέχθηκε ότι κάποτε του αλλάζει και τις επιταγές του γιατί είναι λήπτης δημοσίου βοηθήματος. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι την συγκεκριμένη επιταγή ο Κατηγορούμενος την είχε υπογράψει μπροστά του και είχε γράψει και τον αριθμό δελτίου ταυτότητάς του και το τηλέφωνό του και για αυτό το λόγο είχε θεωρήσει ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε λάθος. Υποστήριξε ότι ο ίδιος ήταν παρόν και είχε απλά ζητήσει από τον υπάλληλό του τον Ηλία να του δώσει τα μετρητά για να τα παραδώσει του Αντρέα αλλά επέμενε ότι δεν ήταν ο Ηλίας που είχε παραλάβει την επιταγή. Ερωτηθείς για το όνομα του δικαιούχου είχε αναφέρει ότι του είχε λεχθεί από τον Αντρέα ότι ήταν της μητέρας του, η οποία ήταν στο κρεβάτι και δεν μπορούσε να επισκεφθεί το πρακτορείο και είχε υπογράψει μπροστά του για να του την αλλάξει. Κατέληξε ότι ο ίδιος δεν έχει παράπονο από τον Αντρέα γιατί εξακολουθούν να είναι φίλοι. Μαρτυρία δόθηκε και από τον Αστ.3388 Γερασίμου, Μ.Κ.4, ο οποίος υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Στην κατάθεσή του περιέγραψε τις ενέργειες που είχε κάνει σε σχέση με την διερεύνηση της υπόθεσης και κατέγραψε τα τεκμήρια που είχε παραλάβει. Κατέθεσε την συγκατάθεση του Κατηγορούμενου για την λήψη δειγμάτων γραφής ως Τεκμήριο 11, την κατάθεση του Κατηγορούμενου ως Τεκμήριο 12 και την γραπτή κατηγορία που είχε απαγγελθεί στον Κατηγορούμενο ως Τεκμήριο
- Αναγνώρισε στα Τεκμήρια 3, 4 και 6 τα δείγματα γραφής που είχε παραλάβει. Αντεξετασθείς ανέφερε ότι είχε μεταβεί στο σπίτι της Παραπονούμενης για να διαπιστώσει από πού είχε κλαπεί η επιταγή και για να λάβει δείγματα γραφής της Παραπονούμενης. Ο ίδιος γνώριζε από την αλληλογραφία ότι οι συγκεκριμένες επιταγές του Γραφείου Ευημερίας στέλνονταν ταχυδρομικώς στην οικία των δικαιούχων. Ερωτηθείς ανέφερε ότι από τις μαρτυρίες που είχε συλλέξει το σπίτι του Κατηγορούμενου βρίσκεται πολύ κοντά στο σπίτι της Παραπονούμενης, τους χωρίζει μια πολυκατοικία. Επέμενε στην θέση του ότι ο Κατηγορούμενος είχε γράψει μπροστά του τα δείγματα γραφής που του είχε ζητήσει. Επίσης είχε υπογράψει και την κατάθεσή του ενώπιον του ιδίου. Παραδέχθηκε ότι δεν είχε λάβει δεύτερη συγκατάθεση για τα περαιτέρω δείγματα γραφής που είχαν ληφθεί από τον Κατηγορούμενο στις 27/05/
- Υποστήριξε ότι ο Κατηγορούμενος αντιλαμβανόταν τι του έλεγε και ότι υπήρχε επικοινωνία και συνεννόηση μεταξύ τους. Από ότι μπορούσε να θυμηθεί ο Κατηγορούμενος είχε μιλήσει με κάποιο δικηγόρο πριν του ληφθούν δείγματα γραφής. Εξήγησε ότι το παράπονο είχε υποβληθεί στο Γραφείο Ευημερίας ότι δεν είχε παραληφθεί η επιταγή και η αλληλογραφία στην Αστυνομία είχε παραληφθεί στις 28/03/2013 οπόταν δεν θα μπορούσε να είχε γίνει οποιαδήποτε διερεύνηση για διάρρηξη. Κατατέθηκε εκ συμφώνου η κατάθεση της Παραπονούμενης και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 14 για την αλήθεια του περιεχομένου της. Εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός. Δόθηκε μαρτυρία και από τον Παναγιώτη Παντελή, Μ.Κ.5, τραπεζικό υπάλληλο σε υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του και σημειώθηκε Τεκμήριο
- Στην κατάθεσή του καταγράφει ότι ο Λούκας Σωτήρη, τον οποίο ο ίδιος γνώριζε, στις 20/12/2013 του είχε παραδώσει για κατάθεση την κυβερνητική επιταγή με αριθμό 08032400 για το χρηματικό ποσό των €369,76 και δικαιούχο την κ. Αύρα Αρέστη και την κυβερνητική επιταγή με αριθμό 08032578 για το χρηματικό ποσό των €151,72 και δικαιούχο τον Αντρέα Πίττα. Οι δυο επιταγές ήταν υπογραμμένες από τον Αντρέα Πίττα και είχαν κατατεθεί στο λογαριασμό του Λάμπρου Αντωνίου και της συζύγου του. Ο ίδιος γνώριζε ότι πολλοί πελάτες του Λούκα στο πρακτορείο στοιχημάτων του δίνουν επιταγές τις οποίες καταθέτει. Και οι δυο επιταγές είχαν πληρωθεί. Αναγνώρισε, στο Τεκμήριο 2, την επιταγή στην οποία είχε κάνει αναφορά. Αντεξετασθείς ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε προσωπικά τον κ. Πίττα και ότι είχε διαβάσει το όνομά του στο πίσω μέρος της επιταγής, η οποία είχε κατατεθεί σε λογαριασμό τρίτου προσώπου. Τελευταία έδωσε μαρτυρία η Ειρήνη Ηλία, Μ.Κ.6, Λειτουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής της και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Στην κατάθεσή της κατέγραψε ότι η κα Αύρα Αρέστη είναι λήπτρια δημοσίου βοηθήματος ύψους €369,76 και διαμένει στην οδό Ζακύνθου 21, Εύα - Μαρία Κώρτ, διαμέρισμα
- Το συγκεκριμένο βοήθημα της αποστελλόταν ταχυδρομικώς στην μορφή τραπεζικής επιταγής. Στις 13/01/2014 είχε υποβληθεί παράπονο από την κόρη της κας Αρέστη, κα Σιοπαχά, ότι η επιταγή του Δεκεμβρίου 2013 δεν είχε παραληφθεί. Στις 03/02/2014 η κα Σιοπαχά την είχε επισκεφθεί και την είχε ενημερώσει ότι είχε ενημερωθεί, με επιστολή από τα Κεντρικά Γραφεία των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, ότι η συγκεκριμένη επιστολή είχε εξαργυρωθεί. Λόγω της επιμονής της κας Σιοπαχά ότι κανένα από τα παιδιά της κας Αρέστη δεν είχε εξαργυρώσει την συγκεκριμένη επιταγή είχε γίνει έρευνα και είχε διαφανεί ότι στο πίσω μέρος της επιταγής καταγραφόταν το όνομα Ανδρέας Πίττας. Η ίδια γνώριζε τον κ. Πίττα γιατί είναι και εκείνος λήπτης δημοσίου βοηθήματος και διαμένει λίγο πιο κάτω από το σπίτι της κας Αρέστη, στην οδό Ζακύνθου 17, Καθαρή Κώρτ, διαμέρισμα
- Η ίδια είχε διαβιβάσει την σχετική αλληλογραφία στην Αστυνομία στις 25/02/
- Ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι οι επιταγές που αφορούν δημόσια βοηθήματα αποστέλλονται ταχυδρομικώς και τοποθετούνται στα γραμματοκιβώτια. Η ίδια συνεργάζεται τόσο με την κα Αρέστη καθώς και με τον κ. Πίττα. Διαμένουν στην ίδια γειτονιά αλλά σε δυο διαφορετικές πολυκατοικίες. Αντεξεταζόμενη υποστήριξε ότι η κα Αρέστη παρουσιάζει κινητικές δυσκολίες και δεν μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί και για αυτό έχει φροντίστρια. Η κα Αρέστη συνεχίζει να λαμβάνει δημόσιο βοήθημα αλλά ο κ. Πίττας λαμβάνει το Ε.Ε.Ε. όμως το 2013 λάμβανε δημόσιο βοήθημα. Ερωτηθείσα ανέφερε ότι ο κ. Πίττας αντιμετωπίζει χρόνιο πρόβλημα αλκοολισμού καθώς και επιληψίας. Επέμενε στην θέση της ότι οι επιταγές ταχυδρομούνται και τοποθετούνται στα ταχυδρομικά κουτιά. Κατατέθηκε εκ συμφώνου η κατάθεση της Γ/Αστ.3241 Παναγή και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 17 για την αλήθεια του περιεχομένου της. Εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός. Με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ενόρκως ότι είχε πάει στο πρακτορείο στοιχημάτων, που βρίσκεται μπροστά από το σπίτι του, όπου του είχε αλλάξει δυο επιταγές του Γραφείου Ευημερίας ύψους €151,72 η κάθε μια. Όταν του είχαν τηλεφωνήσει από το ΤΑΕ ο ίδιος είχε ζητήσει να τηλεφωνήσει πρώτα στο δικηγόρο του. Ο ίδιος δεν γνωρίζει να γράφει για αυτό είχε πει στον αστυνομικό να γράψει την κατάθεσή του. Ο ίδιος δεν γνώριζε την κα Αρέστη αλλά είχε ακούσει για κάποιο Μιχαλάκη Κουέλλα που κρατούσε μια επιταγή στο συγκεκριμένο όνομα. Τις επιταγές που του έστελναν σπίτι του, του τις άλλαζε ο Ηλίας στο πρακτορείο. Αντεξετασθείς ανέφερε ότι λάμβανε βοήθημα ύψους €400 για το ενοίκιο και €311 για να ζει. Ακολούθως του είχαν κόψει κάποια λεφτά και λάμβανε €151 και στην συνέχεια λάμβανε €
- Ο ίδιος άλλαζε και την επιταγή της μητέρας του στο πρακτορείο. Υποστήριξε ότι στο πρακτορείο του έδιναν και δανεικά και ότι τους χρωστά €
- Παραδέχθηκε ότι είχε αλλάξει δυο επιταγές αλλά υποστήριξε ότι ήταν δικές του. Επίσης παραδέχθηκε ότι ξέρει να γράφει τον αριθμό της ταυτότητάς του, όταν την βαστά. Κλήθηκαν ως μάρτυρες υπεράσπισης ο Γιώργος Μικελλίδης, Μ.Υ.1, Ιατρικός Λειτουργός Α στις Υπηρεσίες Ψυχιατρικής Υγείας και η κα Λουίζα Βερεσιέ, Μ.Υ.2, Ψυχίατρος. Η κα Βερεσιέ είχε καταθέσει ιατρική βεβαίωση που αφορούσε τον χρόνο που τον παρακολουθούσε ως ασθενή όταν εργαζόταν στις Ψυχιατρικές Υπηρεσίες Λάρνακας. Η ιατρική βεβαίωση σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Οι δυο συγκεκριμένοι μάρτυρες δεν αντεξετάστηκαν. Ο κ. Καράς μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας εισηγήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί γιατί υπήρξαν παραλήψεις στην διερεύνηση του γραφολόγου, οι οποίες οδηγούν σε επισφαλή συμπεράσματα. Κατέληξε ότι απουσιάζουν τα πρωτογενή γεγονότα που αφορούν τις δυο κατηγορίες αλλά και το νοητικό στοιχείο. Η κα Γιάλλουρου με αναφορά στην προσκομισθείσα μαρτυρία υποστήριξε ότι τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος έχουν αποδειχθεί και περαιτέρω εισηγήθηκε ότι δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως καλόπιστο λάθος γιατί οι επιταγές που λάμβανε ο ίδιος ήταν για διαφορετικά ποσά. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας αναφερθεί στη μαρτυρία που προσκομίστηκε από τις δύο πλευρές και στις εκατέρωθεν θέσεις έρχομαι τώρα στο δύσκολο και λεπτό έργο του Δικαστηρίου, αυτό της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η μαρτυρία που προσκομίστηκε δεν εξετάζεται μικροσκοπικά αλλά εξετάζεται σε συνάρτηση με το σύνολο της μαρτυρίας και των γεγονότων που συνθέτουν την υπόθεση βλ. Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506. Η αξιολόγηση είναι ατομική πλην όμως τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα θα πρέπει να συναρτώνται και ν΄ αντιπαραβάλλονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και τελικά να διερευνάται η αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παρακολούθησα με προσοχή τόσο τους μάρτυρες κατηγορίας ενώ έδιναν ένορκη μαρτυρία ενώπιόν μου καθώς επίσης και τον Κατηγορούμενο και τους άλλους δυ μάρτυρες. Κατέγραψα σε κάθε περίπτωση νοητικά την εντύπωσή μου από την εικόνα τους κατά το χρόνο που έδιναν μαρτυρία, τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις τους στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη μνήμη, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεών τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και της ευκαιρίας που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα. Είναι η Κατηγορούσα Αρχή που έχει το βάρος να αποδείξει την ενοχή ενός κατηγορούμενου και όχι ο κατηγορούμενος την αθωότητα του. Απόρροια της αρχής αυτής, είναι πως για την υπεράσπιση αρκεί να δώσει εξήγηση που να εισηγείται μια διαζευκτική θεωρία η οποία να είναι πιθανή και να συνάδει με τη μαρτυρία ή, με άλλα λόγια, μια εξήγηση ικανή να προκαλέσει εύλογη, έστω και υποβόσκουσα (lurking) αμφιβολία, χωρίς να είναι ανάγκη η εξήγηση αυτή να γίνει δεκτή από το δικαστήριο ως αληθινή. Είναι υπό αυτή την έννοια που θα εξετάσω την υπόθεση στη συνέχεια, έχοντας ειδικότερα υπόψη πως τυχόν αποτυχία της υπεράσπισης θα είναι μοιραία, μόνο αν η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, στο βαθμό που παραμένει ακλόνητη από την υπεράσπιση, είναι στο τέλος επαρκώς ισχυρή ώστε να οδηγήσει σε καταδίκη. Ο Αστ.3284 Νικολάου, Μ.Κ.1, κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας. Σύμφωνα και με την νομολογία η μαρτυρία εμπειρογνώμονα αποτελεί μόνο καθοδήγηση για το Δικαστήριο, για να κατευθύνει την προσοχή του και να κρίνει την αξία της. Βλ Ψάλτης ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 113, Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 841 και Will's Principles of Circumstantial Evidence, 7η έκδοση, σελ. 216. Σύμφωνα με το σύγγραμμα του Phipson on Evidence, 14η έκδ., παρα 32-07, σελίδες 805-806, οι εμπειρογνώμονες έχουν το πλεονέκτημα της ειδικής γνώσης και εκπαίδευσης. Αυτό τους επιτρέπει να διαμορφώσουν άποψη και να καταλήξουν σε συμπεράσματα αλλά επίσης να διαπιστώσουν ή αναγνωρίσουν γεγονότα τα οποία μπορεί να μην είναι ορατά ή να είναι και απομακρυσμένα για κάποιο άλλο κοινό μάρτυρα. Κατά κανόνα η μαρτυρία εμπειρογνώμονα θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα βλ. R v. Lanfear
(1968)1 All E.R. 683, Anastassiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97 Kouppis v. The Republic
(1977)2 CLR
- Η μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα, Μ.Κ.1, ήταν σαφής και ειλικρινής και την αποδέχομαι. Δεν είχε οποιοδήποτε λόγο, εν πάση περιπτώσει, να πει ψέματα. Δεν μου έδωσε οποιοδήποτε λόγο για να μην τον πιστέψω. Αντίθετα είχε αναλύσει εκτενώς τους λόγους που τον είχαν οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η οπισθογράφηση, στο Τεκμήριο 2, αφορούσε την γραφή και υπογραφή του Κατηγορούμενου. Η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε από την αντεξέταση ή από το γεγονός ότι είχε συγκρίνει μόνο τα οκτώ δείγματα γραφής, που ανήκαν στον Κατηγορούμενο, από τα 24 που είχαν ληφθεί στον συγκριτικό πίνακα, Τεκμήριο
- Ο ίδιος είχε εξηγήσει ότι είχαν χρησιμοποιηθεί όλα απλά είχαν επιλεγεί, χωρίς οποιοδήποτε ιδιαίτερο λόγο, τα οκτώ
(8). Όσο αφορά την μαρτυρία του κ. Τροπάρη, Μ.Κ.2, δεν έχω οποιονδήποτε λόγο που να με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είπε ψέματα στο Δικαστήριο. Δεν είχε κανένα λόγο ή κίνητρο για να το πράξει και ήταν κατ' ουσία τυπικός μάρτυρας. Το ίδιο ισχύει και για τον Αστ.3388 Γερασίμου, Μ.Κ.4, ο οποίος είχε προβεί στην διερεύνηση της καταγγελίας και την μαρτυρία του Παναγιώτη Παντελή, Μ.Κ.5 και της κας Ειρήνης Ηλία, Μ.Κ.
- Τους πιστεύω γιατί κανένας τους δεν είχε λόγο να πει ψέματα και τα όσα είχαν αναφέρει είχαν προκύψει από την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Στην αντίπερα όχθη ο Κατηγορούμενος δεν έπεισε με την μαρτυρία του. Ήταν συγχυσμένη και χωρίς δομή, σκόρπια. Δεν απαντούσε τις ερωτήσεις που του τίθεντο με σαφήνεια. Παραδέχθηκε ότι είχε δώσει για εξαργύρωση, στο πρακτορείο στοιχημάτων, δυο επιταγές αλλά υποστήριξε αρχικά ότι η μια ήταν της μητέρας του και στην συνέχεια ότι ήταν και οι δυο δικές του παρά το γεγονός ότι και πάλι σύμφωνα με την δική του μαρτυρία λάμβανε διαφορετικό ποσό, ως βοήθημα, από την επίδικη επιταγή. Όσο αφορά την μαρτυρία του Γιώργου Μικελλίδη, Μ.Υ.1, ο ίδιος δεν μπορούσε να προσφέρει οποιαδήποτε βοήθεια στην υπόθεση του Κατηγορούμενου γιατί δεν είχε καταρτίσει ο ίδιος το έγγραφο το οποίο του είχε υποδειχθεί. Η κα Βερεσιέ, Μ.Υ.2, αναγνώρισε την ιατρική βεβαίωση που είχε συντάξει για τον Κατηγορούμενο, την οποία και είχε καταθέσει ως Τεκμήριο 18, χωρίς όμως και πάλι να προσφέρει οποιαδήποτε βοήθεια στον Κατηγορούμενο αφού ήταν μεταγενέστερη του επίδικου χρόνου. Καταλήγω λοιπών, ενόψει και της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, ότι τα γεγονότα είχαν εξελιχθεί ως ακολούθως: Η Παραπονούμενη διέμενε στην οδό Ζακύνθου 21 και ήταν λήπτης δημοσίου βοηθήματος ύψους €369,
- Ο Κατηγορούμενος διέμενε πολύ κοντά στην κα Αρέστη, στην οδό Ζακύνθου 17, σε διαμέρισμα και ήταν λήπτης δημοσίου βοηθήματος ύψους €151,
- Τον Δεκέμβριο 2013 ο Κατηγορούμενος είχε παρουσιάσει, στον Λούκα Σωτηρίου υπάλληλο του πρακτορείου στοιχημάτων, που βρίσκεται στην οδό Ζακύνθου 17, για εξαργύρωση την επιταγή με αριθμό 08-032400 την οποία και είχε οπισθογραφήσει καταγράφοντας το όνομά του, τον αριθμό δελτίου ταυτότητάς του και τον αριθμό τηλεφώνου του. Δικαιούχος της συγκεκριμένης επιταγής ήταν η κα. Αρέστη, η οποία είχε καταγγείλει την απώλεια της επιταγής στο Γραφείο Ευημερίας, το οποίο στην συνέχεια είχε διαπιστώσει ότι η επιταγή είχε εξαργυρωθεί και είχε διαβιβάσει τα γεγονότα στο ΤΑΕ Λάρνακας για διερεύνηση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος αφορά το αδίκημα της κλοπής υλικού διαβιβαζόμενου ταχυδρομικός. Δεν υπάρχει αμφιβολία από την μαρτυρία, όπως την έχω αποδεχθεί, ότι η συγκεκριμένη επιταγή, Τεκμήριο 2, η οποία είχε κλαπεί είχε σταλεί ταχυδρομικός. Αυτό αποκαλύφθηκε από την μαρτυρία του κ. Τροπάρη, Μ.Κ.2 και της κας Ειρήνης Ηλία, Μ.Κ.
- Ούτε και υπάρχει αμφιβολία ότι ο δικαιούχος της επιταγής ήταν η κα Αύρα Αρέστη. Το ερώτημα είναι κατά πόσο η συγκεκριμένη επιταγή είχε κλαπεί. Το άρθρο 255 διαλαμβάνει: «255-
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει ο,τιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό:». Από τα γεγονότα όπως έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και έχουν γίνει αποδεκτά ο Κατηγορούμενος είχε παρουσιάσει την επιταγή της κας Αρέστη για εξαργύρωση, οπισθογραφώντας την μπροστά στον κο Λούκα Σωτήρη, Μ.Κ.3, υπεύθυνο του πρακτορείου στοιχημάτων, ο οποίος στην συνέχεια την κατέθεσε σε λογαριασμό του ιδιοκτήτη του πρακτορείου. Το διαμέρισμα στο οποίο διαμένει ο Κατηγορούμενος βρίσκεται στον ίδιο δρόμο με την πολυκατοικία που ζει η κα Αρέστη. Η οπισθογράφηση στην συγκεκριμένη επιταγή αφορούσε τον γραφικό χαρακτήρα του Κατηγορούμενου. Για να έχει στην κατοχή του την συγκεκριμένη επιταγή, ο Κατηγορούμενος και να την παραδώσει για εξαργύρωση στον Λούκα Σωτηρίου το μόνο συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί είναι ότι είχε πρόθεση να την αποστερήσει μόνιμα από την κα Αρέστη και είχε παρουσιαστεί ως να έχει δικαίωμα στα ποσό της συγκεκριμένης επιταγής βλ. R v Gomez [1993] A.C. 442 στην σελίδα 458 και R v. Pitham and Hehl 65 Cr. App. R. 45. Οπόταν, το actus reus του αδικήματος της κλοπής έχει αποδειχθεί. Αναφορικά με το νοητικό στοιχείο που αφορά το αδίκημα της κλοπής στην υπόθεση R v. Ghosh
(1982)Q. B. 1053 ο Λόρδος Lane ανέφερε τ΄ ακόλουθα: «In determining whether the prosecution has proved that the defendant was acting dishonestly, a jury must first decide whether according to the ordinary standards of reasonable and honest people what was done was honest. If it was not dishonest by those standards, that is the end of the matter and the prosecution fails. If it was dishonest by those standards, then the jury must consider whether the defendant himself must have realized that what he was doing was those standards dishonest. In most cases where the actions are obviously dishonest by ordinary standards, there will be no doubt about it.» Στο σύγγραμμα Arcbold 2002, στην παράγραφο 21-25, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Having reviewed many of the earlier (difficult to reconcile) authorities, Lord Lane concluded that there were two aspects to dishonesty, the objective and the subjective, and that the tribunal of fact, in determining the issue, would have to go through a two-stage process before it could convict the defendant. In determining whether the prosecution has proved that the defendant was acting dishonestly, a jury must first of all decide whether according to the ordinary standards of reasonable and honest people what was done was dishonest. If it was not dishonest by those standards, that is the end of the matter and the prosecution fails. If it was dishonest by those standards, then the jury must consider whether the defendant himself must have realised that what he was doing was by those standards dishonest. In most cases, where the actions are obviously dishonest by ordinary standards, there will be no doubt about it. It will be obvious that the defendant himself knew that he was acting dishonestly. It is dishonest for a defendant to act in a way which he knows ordinary people consider to be dishonest, even if he asserts or genuinely believes that he is morally justified in acting as he did.». Η οπισθογράφηση της επιταγής και η απαίτηση για εξαργύρωσή της καταδεικνύουν το νοητικό στοιχείο της πρόθεσης για αποστέρηση. Συνεπακόλουθα η 1η κατηγορία έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό και ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος. Η 2η κατηγορία αφορά την απόσπαση περιουσίας δια ψευδών παραστάσεων και βασίζεται στα άρθρα 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα. Το τι συνιστά «ψευδή παράσταση» ερμηνεύεται στο άρθρο 297 του Ποινικού Κώδικα τ΄ οποίο διαλαμβάνει: «Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια ή με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» Με την συμπεριφορά του προς τον Λούκα Σωτήρη, δηλαδή το αίτημά του να του αλλάξει την επιταγή, καθώς και με την υπογραφή του στην επιταγή ως δικαιούχου δυνάμει οπισθογράφησης παρουσίασε, ο Κατηγορούμενος, ότι είχε δικαίωμα στο ποσό της επιταγής. Οι πράξεις του αυτές και η συγκεκριμένη συμπεριφορά συνιστούν ψευδή παράσταση λόγω του ότι στην πραγματικότητα ο Κατηγορούμενος δεν ήταν ο νόμιμος δικαιούχος της επιταγής και αυτό ο ίδιος το γνώριζε αλλά παρά ταύτα παρουσιάστηκε στον Λούκα Σωτήρη, Μ.Κ.3, ως ο νόμιμος δικαιούχος και είχε αποσπάσει από τον Λούκα Σωτήρη το ποσό της συγκεκριμένης επιταγής. Με βάση όλα τα πιο πάνω θεωρώ ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Κατηγορούμενος είχε κλέψει την επιταγή με αριθμό 08-032400, που είχε εκδοθεί προς όφελος της κας Αύρας Αρέστη και είχε παραστήσει ψευδώς στον Λούκα Σωτήρη ότι είχε δικαίωμα στο ποσό της επιταγής ζητώντας από αυτόν να του την εξαργυρώσει. Συνεπακόλουθα ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στις δυο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........................................ Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο