Δημοκρατία ν. Αλεξάνδρου Βαφειάδη, Αρ. Υπόθεσης: 4720/17, 9/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2017:1 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ - ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Σύνθεση Κακουργιοδικείου: Ν. Γιαπανά, Π.Ε.Δ. Ν. Ταλαρίδου- Κοντοπούλου, Ε.Δ Λ. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4720/17 Δημοκρατία v. Αλεξάνδρου Βαφειάδη Κατηγορούμενου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 9 Νοεμβρίου, 2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Αντωνίου Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Α. Δημητρίου Κατηγορούμενος παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερις κατηγορίες που σχετίζονται με ναρκωτικά Τάξεως Β. Ειδικότερα, κατηγορία για την παράνομη εισαγωγή 955.81γρ. ρητίνης κάνναβης, για την παράνομη κατοχή της πιο πάνω ποσότητας, καθώς και την κατοχή της με σκοπό την προμήθεια, κατά παράβαση των Άρθρων 2,3,4
(1)(α), 6,
(1)
(2)
(3)26 και 30 του Πρώτου Πίνακα Μέρος ΙΙ και Τρίτου Πίνακα του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, 29/77 όπως έχει τροποποιηθεί. Τέλος αντιμετωπίζει την κατηγορία της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, ήτοι 7.44 γρ. κάνναβης, κατά παράβαση του πιο πάνω Νόμου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος, την 5.10.2017, παράνομα εισήγαγε στην Λάρνακα ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β, ήτοι 955γρ. ρητίνης κάνναβης, το οποίο είχε στην κατοχή του και το κατείχε με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο. Η τέταρτη κατηγορία αφορά την κατοχή, την 5.10.17, ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β, ήτοι, 7.44 γρ. κάνναβης. Αφού απαγγέλθηκαν οι κατηγορίες, ο κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση την 23.1.2018. Στη συνέχεια ο κ. Αντωνίου για την κατηγορούσα αρχή υπέβαλε αίτημα για την κράτηση του κατηγορουμένου μέχρι την δίκη του, και ο κ. Δημητρίου για την κατηγορούμενο έφερε ένσταση, με αποτέλεσμα οι δύο πλευρές να προχωρήσουν σε αγορεύσεις. Το αίτημα του κ. Αντωνίου, επικεντρώθηκε στην εξασφάλιση της παρουσίας του κατηγορουμένου στη δίκη, εξειδικεύοντάς το στη σοβαρότητα των αδικημάτων με αναφορά στις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές, σε συνάρτηση με την πιθανότητα καταδίκης του κατηγορουμένου και της ποινής που ενδεχομένως θα επιβληθεί, ώστε να υπάρχει ο κίνδυνος μη εμφάνισης του κατηγορουμένου στη δίκη του. Ειδικότερα εστίασε την εισήγηση του στις διάφορες καταθέσεις που κατατέθηκαν για τον σκοπό αυτό. Ομοίως ήταν η θέση του, με αναφορά σε προηγούμενες καταδίκες του κατηγορουμένου, αναφορά σε αυτές θα γίνει στη συνέχεια, ότι υπάρχει ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων στο μέλλον. Στην βάση των πιο πάνω παραγόντων και στο γεγονός ότι ο χρόνος μέχρι την δίκη δεν είναι μεγάλος, εισηγήθηκε ότι το αίτημα δικαιολογείται. Στην αντίπερα όχθη ο κ. Δημητρίου στην αναλυτική του γραπτή αγόρευση, και σε όσα προφορικώς αγόρευσε ενώπιον μας, αμφισβήτησε κάθε πτυχή της εισήγησης της κατηγορούσης αρχής. Με εκτεταμένη αναφορά σε νομολογία και με παραπομπές στο μαρτυρικό υλικό, έκφρασε την θέση ότι ο κατηγορούμενος έχει λογική προσδοκία για αθώωση. Είναι η θέση του ότι η μη παραδοχή του κατηγορουμένου είναι ουσιαστική, χωρίς, από την άλλη, να αμφισβητείται η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει, με το συνακόλουθο γεγονός ότι τυχόν καταδίκη θα επιφέρει επιβολή μακράς ποινής φυλάκισης. Το γεγονός αυτό, σύμφωνα με την εισήγηση, δεν μπορεί να αποτελεί αποτρεπτικό παράγοντα εμφάνισης του κατηγορουμένου στη δίκη του, αφού σύμφωνα με την νομολογία που μας παρέπεμψε, σε ανάλογες και παρομοίας φύσεως υποθέσεις, οι επιβληθείσες ποινές είναι μεταξύ 2 ½ και 5 ετών. Συνεπώς κατά την εισήγησή του, και αν ακόμα, στην απομακρυσμένη περίπτωση, που κριθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, η προβλεπόμενη ποινή είναι περί τα 3 έτη, η οποία δεν είναι αποτρεπτική για τον κατηγορούμενο ώστε να εμφανιστεί στο δικαστήριο. Ως προς την πιθανότητα καταδίκης, η μαρτυρία εναντίον του κατηγορουμένου δεν αποκλείει εντελώς κάθε λογική προσδοκία για αθώωση. Με βάση τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, αναφορά σε αυτές θα γίνει πιο κάτω, και με αναφορά σε νομολογία εισηγείται ότι ο κατηγορούμενος έχει τέτοιους δεσμούς που καθιστούν τη φυγοδικία του μη ορατή. Ως προς τον κίνδυνο διάπραξης άλλων παρομοίων αδικημάτων, με αναφορά σε νομολογία, ανέφερε ότι το θέμα θα πρέπει να εξετάζεται και να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του κατηγορουμένου, είτε από άλλες εγγενείς ενδείξεις. Το επίπεδο πρόβλεψης θα πρέπει να είναι λίγο πιο κάτω από το πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Έχουμε ακούσει και μελετήσαμε τις εκατέρωθεν θέσεις και έχουμε πλήρως υπόψη μας όσα και οι δύο πλευρές αναλυτικά ανέφεραν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Το Δικαστήριο κάθε φορά που καλείται να αποφασίσει κράτηση κάποιου προσώπου δυνάμει του άρθρου 157
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, ασκεί διακριτική ευχέρεια η οποία αποφασίζεται σε συνάρτηση με τα νομολογιακά κριτήρια και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση138/15, ημερ.10.7.15, υπεδείχθησαν τα εξής, αναφορικά με το κρινόμενο αίτημα: «Είναι αξιωματικό, πλέον, ότι ο κάθε κατηγορούμενος δικαιούται, ως θέμα γενικής αρχής, που είναι και συνταγματικά κατοχυρωμένη και συνάδει με την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον ευρωπαϊκό χώρο, να μένει ελεύθερος, εφόσον, όπου τίθενται όροι που συμβάλλουν στην προσέλευση του, αυτός συμμορφώνεται. Είναι η κλασσική υπόθεση Χ″Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45. Το δικαίωμα της ελευθερίας, το οποίο βεβαίως είναι προεξάρχον, είναι συνυφασμένο με την έννοια της δίκαιης δίκης, δύο καλά εμπεδωμένες αρχές που ενυπάρχουν στο Σύνταγμα της Δημοκρατίας, καθώς και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το ερώτημα, πάντοτε, που τίθεται σε αυτές τις περιπτώσεις, είναι κατά πόσο το Δικαστήριο μπορεί να εγκρίνει την κράτηση του ατόμου, κατ΄ εξαίρεση προς τη νομολογιακή αρχή που έχει, ήδη, αναφερθεί και το ερώτημα αυτό, αν θα παραμείνει ή όχι υπό κράτηση, εξετάζεται με αναφορά σε τρεις ουσιώδεις παράγοντες, που έχουν νομολογηθεί και είναι ο κίνδυνος μη προσέλευσής του στο Δικαστήριο κατά τη δικάσιμη, η πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων και η πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων. Αυτά έχουν αναγνωρισθεί σε πάρα πολλές υποθέσεις, αρκεί να αναφερθούν η Χ″Δημητρίου, ανωτέρω, η Adnan v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 183 και η Θεοχάρους κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48. Οι λόγοι αυτοί δεν είναι ανάγκη να συνυπάρχουν, αλλά μπορεί ο καθένας από αυτούς ανεξάρτητα από τον άλλο, να επενεργήσει κατά τρόπο που να δικαιολογεί την κράτηση, κατά περίπτωση, βεβαίως. Σχετικές υποθέσεις είναι η Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7 και η Χριστοδούλου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 538.» Έχουμε αναλογιστεί με ιδιαίτερη προσοχή όσα και οι δύο πλευρές ανέφεραν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους και έχουμε ενδιατρίψει επί αυτών. Οι κατηγορούμενος αντιμετωπίζει σοβαρότατες κατηγορίες, αναδεικνυόμενο το στοιχείο αυτό ως αυτόδηλο και προφανές από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Η κατ' ανώτατο όριο προβλεπόμενη ποινή στην σοβαρότερη κατηγορία που αντιμετωπίζει, εκείνη της κατοχής ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια, επισύρει ποινή δια βίου φυλάκισης. Θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε το αίτημα σε σχέση με την αξιολόγηση της πιθανότητας μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στη δίκη, σε συνάρτηση με την πιθανότητα καταδίκης, έχοντας υπόψη ότι το μαρτυρικό υλικό, για σκοπούς της διαδικασίας, εκτιμάται στην όψη του και μόνο, χωρίς να είναι δυνατό να εξαχθούν τελικά συμπεράσματα και να δοθούν οριστικές απαντήσεις σε ερωτήματα. Θα πρέπει όμως να υποδειχθεί ότι οι καταθέσεις στην αστυνομία, ως λέχθηκε στην Ευριπίδου κ.ά ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337, αναμένεται, όπως πάντοτε, να στοιχειοθετήσουν την υπόθεση της εισαγγελικής αρχής εφόσον βέβαια παρουσιαστούν στο Δικαστήριο με τη νενομισμένη διαδικασία. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο υπάρχει το ενδεχόμενο, πιθανολόγηση δηλαδή, καταδίκης του κατηγορουμένου. Και τούτο κρίνεται από το αποδεικτικό υλικό που παρουσιάζεται ενώπιον του, χωρίς να αξιολογηθεί η βαρύτητά του. Αποφασίζεται μόνο αν η υπόθεση της κατηγορούσης αρχής έχει τόση δύναμη ώστε να πιθανολογείται καταδίκη. Έχουμε ενδιατρίψει στις καταθέσεις που μας παρέδωσε ο κ. Αντωνίου και πολύ συνοπτικά προκύπτει από αυτές ότι οι αστυνομικές αρχές της Δημοκρατίας, κατόπιν μηνύματος από τις τελωνειακές αρχές του Βελγίου για την ύπαρξη ενός δέματος με παραλήπτη στην Κύπρο, που περιείχε ένα κιλό περίπου ρητίνη κάνναβη, αποδέχτηκαν τη διεξαγωγή ελεγχόμενης παράδοσης. Το δέμα παραλήφθηκε, υπό αστυνομικού, από τον πιλότο της πτήσης στο αεροδρόμιο Πάφου, με παραλήπτη το όνομα του κατηγορουμένου. Το δέμα παραδόθηκε σε λειτουργό του Επαρχιακού ταχυδρομείου Λάρνακας. Η σχετική ειδοποίηση του ταχυδρομείου στάληκε στο όνομα και την διεύθυνση του κατηγορουμένου. Κατόπιν παρακολούθησης της περιοχής, ο κατηγορούμενος μετέβη στο ταχυδρομικό γραφείο και κατά την έξοδο του από αυτό, κρατώντας το πακέτο που είχε παραδοθεί προηγουμένως από τον αστυνομικό στον λειτουργό του ταχυδρομείου, ανεκόπη από μέλη της Υ.Κ.Α.Ν και συνελήφθη. Στην ανακριτική του κατάθεση ανέφερε ότι δεν παράγγειλε ποτέ του κανένα πακέτο. Όταν έλαβε το χαρτί του ταχυδρομείου πήγε από περιέργεια να το πιάσει. Δεν γνώριζε πως βρέθηκαν τα στοιχεία του στο πακέτο και στον υπάλληλο του ταχυδρομείου δεν είπε ότι δεν παράγγειλε πακέτο, απλώς του έδωσε το χαρτί και αυτός του έδωσε το πακέτο. Αναφορικά με την τέταρτη κατηγορία, τα 7.44γρ. βρέθηκαν, κατόπιν συγκατάθεσης του κατηγορουμένου, σε έρευνα που έγινε στο αυτοκίνητο του, με την μορφή ενός χειροποίητου τσιγάρου, ο οποίος απάντησε, σε σχετική ερώτηση, ότι είναι δικό του. Ως εξηγήθηκε στην υπόθεση Κουννάς ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 423, δεν είναι δυνατό να αναλύεται η μαρτυρία που προσάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου που διατάσσει την κράτηση υπόπτου ή κατηγορουμένου προσώπου, διότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε την έναρξη της δίκης ενώπιον του, πριν την εκδίκαση της υπόθεσης από το αρμόδιο Δικαστήριο. Αναφέρθηκε επίσης ότι: «Η νομολογία, ευθυγραμμισμένη επί του σημείου αυτού, λέγει πως το Δικαστήριο σε αυτή τη διαδικασία εξετάζει μόνο κατά πόσο από το αποδεικτικό υλικό που έχει ενώπιον του αναδεικνύεται το ενδεχόμενο καταδίκης του κατηγορούμενου.» Κατά συνέπεια η υπεράσπιση του κατηγορουμένου, όπως αναλυτικά προβλήθηκε από τον κ. Δημητρίου, δεν χωρεί εξέτασης στο παρόν στάδιο. Δεν είναι αυτό το στάδιο της δίκης. Εκείνο που εξετάζεται εδώ είναι η δύναμη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής υπό τη μορφή και την έννοια που έχει εξηγηθεί και τίποτε περισσότερο. Στην Τσέκουρα ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 32, υπεδείχθη ότι «είναι στοιχειώδες πως δεν τίθεται τώρα ζήτημα τελικής διαπίστωσης γεγονότων ή εξαγωγής συμπερασμάτων« και συνεπώς, «δεν χωρούν ατελέσφορες παρατηρήσεις που μπορούν να επηρεάσουν οτιδήποτε που ανήκει στη δίκη». Είναι αυτονόητο βέβαια, ότι η πιο πάνω περιληπτική αναφορά στα γεγονότα, προερχόμενη από αποσπάσματα από τις καταθέσεις, έστω και περιγραφικά, γίνεται όπως αυτή εμφανίζεται στα σχετικά έγγραφα και τις καταθέσεις που μας δόθηκαν και για τους εντελώς περιορισμένους σκοπούς και των εγγενών παραμέτρων που περιβάλλουν το επίδικο θέμα της κρινόμενης διαδικασίας κράτησης, ως προς την ανεύρεση της δύναμης της υπόθεσης της κατηγορούσης αρχής. Που είναι και το μόνο ζητούμενο και τίποτε περισσότερο, και όχι προς εξαγωγή ευρημάτων ή άλλων συμπερασμάτων ενοχής του κατηγορουμένου. Εξετάζοντας στην όψη τους όλα τα πιο πάνω στοιχεία και δεδομένα, και χωρίς ίχνος διάθεσης αξιολόγησης της μαρτυρίας, και κρινόμενη η μαρτυρία ως προς την ισχύ της, κρίνονται ως αρκούντως επαρκή και τέτοιου βαθμού ώστε να ικανοποιείται ο παράγων της πιθανολόγησης καταδίκης του. Εκείνο που εξετάζεται εδώ είναι η αποτελεσματικότητα και η επάρκεια της μαρτυρίας που έχει στην κατοχή της η κατηγορούσα αρχή και τίποτε περισσότερο. Αποτελεί συνεπώς κατάληξη μας ότι το ενδεχόμενο καταδίκης του κατηγορουμένου, στην βάση των πιο πάνω δεδομένων, αναδεικνύεται ως σοβαρό και ορατό, επί κατηγοριών που κατ΄ ανώτατο όριο επισύρουν ισόβια φυλάκιση. Επί καταδίκης ανάλογος θα είναι και ο κολασμός, υπό την έννοια της ποινής που ενδεχομένως θα επιβληθεί. Οι περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων στις οποίες έγινε ήδη αναφορά, έχουν το δικό τους ειδικό βάρος ως προς την πιθανότητα μη προσέλευσης. Στην Τσαπατσάρης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 600, έχει τονιστεί ότι όσο πιο σοβαρή είναι μια κατηγορία, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο ενός κατηγορουμένου να αποφύγει τη δίκη του. Στάθμιση συνεπώς όλων των πιο πάνω σχετικών παραγόντων, ως προς την εκτίμηση της πιθανότητας μη προσέλευσης, αποκλίνουν υπέρ της θέσης της κατηγορούσης αρχής ότι ο κίνδυνος αυτός ενυπάρχει ως μια ισχυρή πιθανότητα. Λάβαμε υπόψη τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου όπως αυτές έχουν αναφερθεί από τον δικηγόρο του. Ειδικότερα, ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 28 ετών και φοίτησε μέχρι την 2η τάξη του λυκείου, λόγω οικονομικών δυσκολιών. Ο πατέρας του έχει εγκαταλείψει την οικογένεια και είναι το μοναδικό στήριγμα της μητέρας του, η οποία, πάσχει από κατάθλιψη και είναι λήπτρια επιδόματος από το Κράτος. Ο κατηγορούμενος εργάζεται, όταν βρει εργασία, στις οικοδομές. Εδώ και ένα χρόνο αρραβωνιάστηκε με Κύπρια πολίτη και συζούν με την μητέρα του. Έχει επανειλημμένα τονιστεί από τη νομολογία, ότι οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου καθώς και οι δεσμοί που έχει με τον τόπο του, δεν επενεργούν ως ασπίδα ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται. Ότι εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης του υπόπτου στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του. Στη Θεοχάρους κ.ά Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48, αναφέρθηκε ότι τελικά είναι ο συνυπολογισμός όλων των σχετικών δεδομένων που πρέπει να αποτιμηθούν στην εκτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο κατηγορούμενος τη δίκη του. Και ως τέτοιοι σχετικοί παράγοντες και δεδομένα που λαμβάνονται υπόψη, είναι στοιχεία που συνδέονται με τον χαρακτήρα του, την κατοικία, το επάγγελμα, τα οικονομικά του δεδομένα, και οι ευρύτεροι δεσμοί του με τη χώρα στην οποία διώκεται, χωρίς όμως αυτά να απομονώνονται από το γενικότερο δημόσιο συμφέρον προς απονομή της δικαιοσύνης. Στην Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 790, 798, υπεδείχθη ότι: «Είναι αυτονόητο ότι ένας Κύπριος κατηγορούμενος έχει κατά κανόνα δεσμούς με την χώρα του που μπορεί να είναι δυνατοί ή χαλαροί, ανάλογα με τις ιδιαίτερες του συνθήκες. Οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν ως ασπίδα για τον ύποπτο ή τον υπόδικο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται«. Πέραν αυτών που μας αναφέρθηκαν, δηλαδή της ηλικίας του κατηγορουμένου και το γεγονός ότι έχει αρραβωνιαστεί, τίποτε άλλο δεν έχει τεθεί ενώπιον μας που θα μπορούσε να αξιολογηθεί και να συσταθμιστεί από άποψη επιπτώσεων, τέτοιων, που να εξανεμίζουν ή να μειώνουν σε ισχυρό βαθμό τον κίνδυνο μη προσέλευσης του στη δίκη, ως αντιστάθμισμα βεβαίως με το γενικότερο δημόσιο συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος εργάζεται περιστασιακά και είναι στήριγμα της μητέρας του, που ούτως ή άλλως είναι λήπτρια κρατικού επιδόματος, από μόνο του αυτό, μάλλον αποδυναμώνει, παρά ενισχύει την πιθανότητα μη προσέλευσης στην δίκη του. Προκύπτει ακόμα, πως ενώ αρραβωνιάστηκε προ ενός έτους, το γεγονός αυτό ως ένα νέο δεδομένο στις προσωπικές του συνθήκες, αντί να επιδράσει κατά θετικό τρόπο στην γενικότερη του συμπεριφορά, αντίθετα, προκύπτει ότι δεν τον απέτρεψε να βρεθεί ενώπιον δικαστηρίου αντιμέτωπος με τις σοβαρές κατηγορίες που του προσάπτονται στο κατηγορητήριο. Εν κατακλείδι, έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, κρίνουμε ότι το αίτημα της κατηγορούσης αρχής, ως προς τον κίνδυνο μη προσέλευσης του κατηγορουμένου δικαιολογείται. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μας, θα εξετάσουμε και τον δεύτερο, αυτοτελή, λόγο για τον οποίο επιζητείται η κράτηση του κατηγορουμένου. Αφορά τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων. Έρεισμα στην εισήγηση του κ. Αντωνίου αποτελούν οι, παραδεχτές, προηγούμενες καταδίκες του κατηγορουμένου. Τις παραθέτουμε ως σημείο αναφοράς.
- Αρ. Υπόθεσης 3724/
- Κατοχή κοκαίνης, βάρους 5.7639 γρ. Επιβλήθηκε, την 21.3.16, ποινή φυλάκισης 3 μηνών με τριετή αναστολή. Το αδίκημα διαπράχθηκε την 7.12.
- Αρ. Υπόθεσης 5713/
- Κατοχή κοκαίνης, βάρους 1.53γρ. Λήφθηκε υπόψη και η υπόθεση αρ. 5694/16 για κατοχή κοκαίνης. Επιβλήθηκε, την 24.3.17, πρόστιμο €2.
- Το μεν αδίκημα της 5713/16 διαπράχθηκε την 20.9.15, στη δε υπόθεση που λήφθηκε υπόψη την 9.8.
- Η θέση του κ. Δημητρίου επί των προηγούμενων καταδικών του κατηγορουμένου είναι πως πρόκειται για αδικήματα που αναδεικνύουν το γεγονός, ή την τάση, ότι ο κατηγορούμενος είναι χρήστης ναρκωτικών, και από την άλλη, αφορούν αδικήματα που διαπράχθηκαν πριν από μερικά χρόνια. Στην αντίπερα όχθη η εισήγηση του κ. Αντωνίου είναι πως οι προηγούμενες καταδίκες του κατηγορουμένου αναδεικνύουν μια τάση και ροπή προς διάπραξη άλλων παρομοίων αδικημάτων. Η ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλων αδικημάτων στον ενδιάμεσο χρόνο μέχρι τη δίκη, μπορεί να στοιχειοθετηθεί είτε από στοιχεία που αφορούν σε προηγούμενη καταδίκη ή προηγούμενες καταδίκες, είτε και από το γεγονός ότι εναντίον του κατηγορούμενου εκκρεμούν προς εκδίκαση ή καταχώρηση άλλες υποθέσεις σε σχέση με διάπραξη άλλων παρόμοιων αδικημάτων (Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρένου Κώστα Κυριάκου κ.ά.
(2001)2 ΑΑΔ, 373, Σιακαλλής ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 130). Η πιθανότητα διάπραξης αδικήματος στο μέλλον δεν αποδεικνύεται, ούτε και είναι εύκολο να αποδειχθεί, με την αυστηρή έννοια του όρου. Εκείνο που μετρά είναι, αν, στη βάση όλων των ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχείων, δημιουργείται ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα. Δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία για την ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλων αδικημάτων (Οικονομίδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 492, Σιακαλλής, ανωτέρω, και Τσιάκκας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 164). Η πιθανολόγηση δεν μπορεί να είναι ούτε ασαφής ούτε αόριστη. Θα πρέπει να έχει ως έρεισμα συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, εκ της οποίας θα πρέπει να εξάγεται η τάση και η ροπή του προς το έγκλημα και η τυχόν επανάληψη παρόμοιων αδικημάτων. Όπως επεξηγείται στην υπόθεση Σπανού ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 281, αρκεί, με βάση ολόκληρο το ενώπιον του δικαστηρίου τεθέν υλικό, η δημιουργία της ισχυρής εντύπωσης ότι υπάρχει αυτή η πιθανότητα, ως προσδιοριζόμενη σε τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, αναγόμενη στο μέλλον, με στοιχεία του ιστορικού του κατηγορουμένου στο παρελθόν. Ανάμεσα στις συντεταγμένες, είναι και το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, που λαμβάνονται υπόψη. Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 138/15, ημερ.10.7.15, υπεδείχθη ότι: «Οι προηγούμενες καταδίκες και το τι, συναφώς, αντιμετωπίζει ο εφεσείων από πλευράς άλλων αδικημάτων, είναι ενδεικτικές του σεβασμού που δείχνει ένα πρόσωπο προς τους νόμους της πολιτείας και καθίσταται εύκολα αντιληπτό ότι ένας ο οποίος έχει προηγούμενη παραβατική συμπεριφορά είναι πλέον επιρρεπής στη διάπραξη άλλων αδικημάτων». Στην παρούσα υπόθεση, ενώ από την μια οι προηγούμενες καταδίκες του κατηγορουμένου παρουσιάζουν μια παραβατική δραστηριότητα, περιοριζόμενη στην χρήση ναρκωτικών, αυτό τουλάχιστον εξάγεται από την ποσότητα των ναρκωτικών που του επιβλήθηκαν οι ποινές, από την άλλη, και αυτό είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό στην παρούσα υπόθεση, οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει στο υπό κρίσιν κατηγορητήριο, τηρουμένου βεβαίως του τεκμηρίου αθωότητάς του, παρουσιάζουν μια άλλη εντελώς διαφορετική και αναβαθμισμένη διάσταση. Η τάση και η ροπή του κατηγορουμένου προς την εγκληματική συμπεριφορά, επί ομοειδών αδικημάτων - ναρκωτικών - προβάλλει ως έκφραση αφενός του σεβασμού του, αλλά και της στάσης του, προς τους νόμους της πολιτείας, αλλά και αφετέρου, φαίνεται να παρουσιάζει μια κλιμακούμενη δραστηριότητα προς νέας μορφής παραβατικότητα, εκ της οποίας η τάση αλλά και η ροπή του είναι πλέον έκδηλη και αυταπόδεικτη. Υπάρχει όμως ακόμα μια διάσταση επί του θέματος αυτού καθόλου αμελητέα, αν όχι και σοβαρότερη, ως προς την γενικότερη συμπεριφορά και στάση του κατηγορουμένου. Δεν μπορεί να παραγνωριστεί το γεγονός ότι ενώ την 21.3.16 του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 μηνών με τριετή αναστολή, τα αδικήματα που αντιμετωπίζει διαπράχθηκαν εντός της περιόδου της αναστολής της ρηθείσας ποινής φυλάκισης. Η νομολογία, στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 16/16, ημερ.18.2.16, επί του συγκεκριμένου θέματος που μας απασχολεί, υπέδειξε τα εξής: « . στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 597, στην οποία τονίστηκε ότι, όπου η διάπραξη νέων αδικημάτων λαμβάνει χώρα κατά την περίοδο που ο κατηγορούμενος βρίσκεται υπό καθεστώς αναστολής έκτισης ποινής φυλάκισης, τότε ο παράγων αυτός αποκτά αυξημένη ισχύ. Εάν από την άλλη οι προηγούμενες καταδίκες ανήκουν στο απώτερο παρελθόν, και έκτοτε η συμπεριφορά ενός πρώην καταδίκου δείχνει στοιχεία ατόμου με διάθεση, πλέον, συμμόρφωσης με τους πολιτειακούς νόμους, ο παράγων της πιθανότητας διάπραξης νέων αδικημάτων αναμφίβολα λαμβάνει άλλες διαστάσεις. Στην προκείμενη περίπτωση, τα κατ΄ ισχυρισμό αδικήματα που αντιμετωπίζει σήμερα ο εφεσείων, κατ΄ ισχυρισμό βέβαια, διαπράχθηκαν εντός της περιόδου της αναστολής της τελευταίας ποινής που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα. Είναι επίσης γεγονός ότι η πρώτη καταδίκη του εφεσείοντα έγινε το 2007, αυτός όμως αποφυλακίστηκε το 2011 και σύντομα, μετά την αποφυλάκισή του, ο εφεσείων ξανακαταδικάστηκε, για ομοειδή μάλιστα αδικήματα, σε ποινή φυλάκισης με αναστολή. Το ιστορικό του εφεσείοντα δυστυχώς δεν δείχνει ότι πρόκειται περί ανθρώπου με διάθεση, πλέον, συμμόρφωσης με τους Νόμους, αλλά, αντίθετα, δείχνει άτομο με ροπή στη διάπραξη τέτοιου είδους αδικημάτων, όπως ορθά παρατήρησε, στη σελίδα 8 της απόφασής του, το Κακουργιοδικείο». Άμεσα σχετική είναι και η υπόθεση Σπανού, ανωτέρω. Κρίνουμε συνεπώς ότι, εκ του ιστορικού του κατηγορουμένου, αναδεικνύεται ως ισχυρή διαπίστωση η διάθεση, αλλά και η ροπή του προς την διάπραξη άλλων παρομοίων αδικημάτων. Υποδεικνύεται εδώ, ότι στην Σπανού κ.ά ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 89, αναφέρθηκε ότι η πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων είναι αρκετό να προβάλλει ως λογικοφανής, στην βάση της προηγούμενης εγκληματικής δράσης των κατηγορουμένων. Κατά συνέπεια, και αυτή είναι η κατάληξη μας στην βάση όσων έχουμε εξηγήσει και αναλύσει, είναι ότι δημιουργείται ισχυρή εντύπωση περί του κινδύνου που ελλοχεύει, ως ορατό και ενδεχόμενο δεδομένο, αλλά και πιθανότητα διάπραξης άλλων, τέτοιου είδους, αδικημάτων. Τέλος, ο παράγοντας του χρόνου εκδίκασης της υπόθεσης αποτελεί ακόμα ένα στοιχείο άμεσα συναφές, υπολογίσιμο και αξιολογήσιμο κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου (Νικολάου και Σπανού ανωτέρω). Κατά την κρίση μας, ο παράγων αυτός δεν εγείρεται στην παρούσα υπόθεση, ενόψει του σχετικά σύντομου ορισμού έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας. Συνεκτιμώντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες και δεδομένα, και στην βάση όσων έχουμε αναφέρει, κρίνουμε, και αυτή είναι η κατάληξη μας, ότι το αίτημα της κατηγορούσης αρχής είναι δικαιολογημένο. Εξασκώντας συνεπώς την διακριτική μας ευχέρεια διατάσσουμε όπως ο κατηγορούμενος παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την 23.1.18, ημέρα έναρξης δίκης του. (Υπ.) ............. Ν. Γιαπανάς, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Ν. Ταλαρίδου - Κοντοπούλου, Ε.Δ (Υπ.) ............. Λ. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο