Δημοκρατία ν. Σάββας Σάββα, Αρ. Υπόθεσης 4419/17, 27/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2017:3 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ/ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Σύνθεση Κακουργιοδικείου Ν. Γιαπανά Π.Ε.Δ. Ν. Ταλαρίδου Ε.Δ. Λ. Παντελή Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 4419/17 Δημοκρατία ν Σάββας Σάββα Κατηγορούμενος Ημερομηνία 27 Νοεμβριου 2017 Για την κατηγορούσα αρχή: H κα Κωνσταντίνου,για αυτήν ο κος. Δημοσθένους Για τον κατηγορούμενο: κ. Ν. Δημητρίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Μειοψηφίας) Ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση ως υπόδικος από τις 20 Ιουλίου 2017. Στις 22.11.17 αρνήθηκε ενοχή σε σχέση με τα αδικήματα που αντιμετωπίζει και η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση στις 26.1.2018. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες διάρρηξη κατοικίας κατά την διάρκεια της νύκτας με σκοπό την διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 291 και 292(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, Βιασμός κατά παράβαση των άρθρων 144 και 145 του Ποινικού Κώδικα και των άρθρων 2,3 και 4 του Περί Βίας στην Οικογένεια Νόμου 119
(1)/2000, επίθεση με πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)
(4)του Περί Βίας στην Οικογένεια Νόμου, Παρέμβαση σε Δικαστική διαδικασία κατά παράβαση του άρθρου 122(β) του Ποινικού Κώδικα, Απειλή κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, Απειλή βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(β) του Ποινικού Κώδικα και τέλος μεταφορά αμφίστομης μαχαίρας κατά παράβαση του αρθρου 81
(1). Όλα τα προαναφερθέντα αδικήματα διαπράχθηκαν σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος στις 15.7.2017 στην οδό Αγίου Στυλιανού στην Λάρνακα οικία της πρώην συμβίας του κατηγορούμενου Χρυστάλλα Τερπίζη εις βάρος της οποίας υπάρχει ισχυρισμός ότι διαπράχθηκαν τα αδικήματα. Αφού ορίσθηκε η υπόθεση για ακρόαση η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας αρχής ζήτησε την κράτηση του κατηγορούμενου. Ηταν θέση της Κατηγορούσας αρχής ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αρνηθεί στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να είναι ελεύθερος υπό όρους για δύο λόγους την πιθανότητα να μην εμφανισθεί στην δίκη του ενώπιον του Κακουργιοδικείου στις 26.1.2018 και την πιθανότητα να διαπράξει και άλλα αδικήματα παρόμοιας φύσεως εάν αφεθεί ελεύθερος. Ως προς τον πρώτο λόγο αυτό το στοιχειοθέτησε με αναφορά την σοβαρότητα των αδικήματων που αντιμετωπίζει καθώς και τις προβλεπόμενες από τον νόμο ποινές για τα συγκεκριμένα αδικήματα. Κατέθεσε ενώπιον του Κακουργιοδικείου μέρους του μαρτυρικού υλικού στην διάθεση της Κατηγορούσας αρχής που τείνει να καταδείξει ότι υπάρχει η πιθανότητα καταδίκης. Ως προς τον δεύτερο λόγο εστίασε την προσοχή του Κακουργιοδικείου σε στοιχεία που τείνουν να καταδείξουν βίαια συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο παρελθον. Ιδιαίτερη μνεία έγινε σε Ημερολόγιο Παραπόνων του αστυνομικού σταθμού Λάρνακας όπου φαίνεται η παραπονουμενη να προέβη σε καταγγελία εις βάρος του κατηγορούμενου στις 8.7.17, 26.5.17, 9.8.16,1.8.16, και 22.6.2017. Οι πλείστες καταγγελίες δεν στοιχειοθετήθηκαν και ούτε προχώρησαν σε έναρξη ποινικής διαδικασίας κατά του κατηγορούμενου πλην μίας περίπτωσης της τελευταίας στις 22.6.2017 για την οποία ανοίχθηκε αστυνομικός φάκελλος Μ/155/17 και προωθήθηκε για καταχώρηση δίωξης κατά του κατηγορούμενου στο Δικαστήριο. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου υποστήριξε ότι δεν συντρέχει κανένας βάσιμος λόγος ο κατηγορούμενος να στερηθεί το δικαίωμα στην ελευθερία του. Αναφορικά με την πιθανότητα ο κατηγορούμενος να μην εμφανισθεί στην δίκη του υπέδειξε ότι υπάρχουν κενά και αντιφάσεις στην μαρτυρία της Κατηγορούσας αρχής, πράγμα που καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου στις κατηγορίες ένα απομακρυσμένο ενδεχόμενο. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι η παραπονούμενη είχε αρχικά καταγγείλει τον κατηγορούμενο για απόπειρα βιασμού αλλά όταν έδωσε κατάθεση τον κατάγγειλε για βιασμό. Περαιτέρω, αναφέρθηκε σε συμπεριφορά της παραπονουμενης στο παρελθόν κατά την οποία είχε καταγγείλει τον κατηγορούμενο για σεξουαλική παρενόχληση της κόρης της και στην συνέχεια απέσυρε την καταγγελια ως ψευδής. Κατέθεσε κατάθεση του Αστ. 412 ο οποίος ανεφερε ότι αρχικά η παραπονούμενη του είχε πει ότι κάποιος προσπάθησε να την βιάσει Αναφέρθηκε σε γενική συμπεριφορά της παραπονουμενης να καταγγείλει τον κατηγορούμενο στο παρελθόν για επιθέσεις και άλλη παραβατική συμπεριφορά εις βάρος της και στην συνέχεια να προβαίνει σε ανάκληση των καταγγελιών. Εφόσον κατά την άποψη του δεν υπάρχει πιθανότητα καταδίκης με το υφιστάμενο μαρτυρικό υλικό είναι απομακρυσμένο έως και ανύπαρκτο το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να μην εμφανισθεί στην δίκη του. Σε σχέση με το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να διαπράξει και άλλα αδικήματα ανέφερε ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υπάρχει και τα διαθέσιμα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου πρέπει να εξετασθούν με επιφύλαξη διότι τα πλείστα δεν έχουν οδηγηθεί σε δίωξη του κατηγορούμενου εξαιτίας της απόφασης της παραπονούμενης να μην προωθήσει το παράπονο της. Αναφέρθηκε στο ποιόν και χαρακτήρα της παραπονούμενης ως πρόσωπο που δεν μπορεί να γίνει πιστευτή εξαιτίας συμπεριφοράς της στο παρελθον. Δεν υπάρχουν χειροπιαστά, υπαρκτά στοιχεία που να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος πρόκειται για άτομο που πιθανόν να διαπράξει άλλα αδικήματα εάν αφεθεί ελεύθερος με όρους. Σ'αυτόν τον τελευταίο ισχυρισμό η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής επιχείρησε να θέσει υπόψη του Δικαστηρίου μη υπαρκτά και μη νόμιμα στοιχεία σε σχέση με τον κατηγορούμενο ώστε να καταρρίψει τις θέσεις του κ. Δημητρίου. Δεν της επιτράπηκε να επιχειρήσει κάτι τέτοιο καθότι αυτό θα οδηγούσε στην εισδοχή μη υπαρκτών και/ή παρανόμων στοιχείων. Η αποτίμηση που γίνεται ώστε το Δικαστήριο να πιθανολογήσει σε σχέση με την μελλοντική συμπεριφορά του κατηγορούμενου πρέπει να γίνεται στη βάση μόνο υπαρκτών και/ή νομίμων στοιχείων. Είναι δικαίωμα του κατηγορούμενου να είναι ελεύθερος μέχρι να διαπιστωθεί η ποινική του ευθύνη. Μία αντίθετη προσέγγιση θα παραβίαζε θεμελιώδη ανθρώπινα δικαίωματα και θα ανέτρεπε το τεκμήριο της αθωώτητας. Η στέρηση αυτού του δικαίωματος επιτρέπεται σύμφωνα με το άρθρο 157
(1)της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155 μόνο κάτω από συγκεκριμένες προυποθέσεις και αυτή η εξουσία είναι διακριτικής φύσεως (βλ. Βασιλείου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 6248/10 ημερομηνίας 10.1.97). Αναγνωρίζονται τρεις λόγοι που επιτρέπουν την κράτηση υπόδικων και ο κάθε ένας λόγος από αυτούς δύναται ανεξάρτητα από τον άλλο, στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι υπάρχει, να δικαολογήσει από μόνος του την κράτηση.
- Ο κίνδυνος μη προσέλευσης του κατηγορούμενου στο Δικαστήριο
- Η πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων
- Η πιθανότητα επηρεασμός μαρτύρων και ή άλλη παρέμβαση στην Δικαστική διαδικασία. Ο κίνδυνος ο κατηγορούμενος να μην παραστεί στο Δικαστήριο αξιολογείται με βάση σειρά καθιερωμένων παραγόντων όπως: · Την σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει · Την πιθανότητα καταδίκης στο βαθμό που μπορεί να προβλεφθεί από τις καταθέσεις μαρτύρων · Το ύψος της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής. Τα πιο πάνω στοιχεία συνεκτιμούνται με άλλα κριτήρια που αφορούν τα προσωπικά στοιχεία του κατηγορουμενου όπως τον χαρακτήρα του, την κατοικία του, το επάγγελμα του τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών δεσμούς με την χώρα στην οποία διώκεται (βλ. Κωνσταντινίδης ν Δημοκρατίας, 2 ΑΑΔ 109 (1997.) Πρέπει να υπάρχει ολόκληρη σειρά περιστάσεων οι οποίες δίνουν αφορμή για να υποτεθεί ότι οι συνέπειες και οι κίνδυνοι της διαφυγής θα φαίνονται στον κατηγορούμενο μικρότερο κακό από τη συνεχιζόμενη φυλάκιση. Η κράτηση του κατηγορούμενου εκεί όπου διαπιστώνεται ο κίνδυνος φυγοδικίας δεν παραβιάζει το άρθρο 6
(2)της Ευρωπαικής Σύμβασης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επειδή δεν στοχεύει να τιμωρήσει τον κατηγορούμενο, να προδικάσει ή να προκαταλαμβάνει την τελική κρίση του Δικαστηρίου σε σχέση με την ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου. Το Δικαστήριο εξετάζει όλα τα πιο πάνω δεδομένα ώστε να εκτιμήσει τον κίνδυνο φυγοδικίας προς διασφάλιση της σωστής απονομής της δικαιοσύνης για την οποία η παρουσία του κατηγορούμενου είναι απαραίτητη. Είναι μόνο κάτω από τέτοιες συνθήκες που το ατομικό δικαίωμα της ελευθερίας υποχωρεί στο γενικό δημόσιο συμφέρον για την σωστή απονομή της δικαιοσύνης. 1. Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει σειρά από πολύ σοβαρές κατηγορίες . Αντιμετωπίζει την κατηγορία του βιασμού στην οποία προβλέπεται μέχρι και διά βίου ποινή φυλάκισης. Αντιμετωπίζει την κατηγορία της διάρρηξης κατά την διάρκεια της νυκτας στην οποία προβλέπεται μέχρι 10 χρόνια ποινή φυλάκισης. Αντιμετωπίζει την κατηγορία της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη και επειδή η παραπονούμενη δυνατόν να θεωρείται μέλος της οικογένειας του κατηγορούμενου διώκεται με βάση τις διατάξεις του περί Βίας στην Οικογένεια Νόμου που προβλέπουν αυξημένη ποινή για το αδίκημα της επίθεσης μέχρι πέντε χρόνια ποινή φυλάκισης και/ή πρόστιμο. Τέλος αντιμετωπίζει ακόμη τέσσερειες κατηγορίες, ως αναφέρονται πιο πάνω, στις οποίες προβλέπονται ποινές φυλάκισης από δύο μέχρι τρία χρόνια. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικήματων αυτά διαπράχθηκαν όλα τις πρωινές ώρες στις 15.7.2017 στην οικία της παραπονούμενης και αφορούν ένα παρατεταμένο επεισόδιο κατά το οποιο υπάρχει ισχυρισμός ότι ο κατηγορούμενος βίασε την παραπονουμενη, αφού διέρρηξε την οικία της, της επιτέθηκε με αποτέλεσμα να της προκαλέσει πραγματική σωματική βλάβη, την απειλησε με μαχαίρι και τέλος αφού εγιναν όλα αυτά την απείλησε με σκοπό να αποσύρει άλλη καταγγελια εναντιον του που αφορούσε άλλη επίθεση κατά της παραπονούμενης. Σε σχέση με την σοβατότητα των αδικημάτων δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο οι προβλεπόμενες από τον νόμο ανώτατες ποινές αλλά και οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα (βλ. Χρίστος Αντωνίου ν Δημοκρατίας 2 ΑΑΔ 393
(2008). Οι συγκεκριμενες περιστάσεις της υπόθεσης και ο παρατεταμένος και βίαιος χαρακτήρας της εγκληματικής δράσης που αποδίδεται στον κατηγορούμενου καθιστούν την παρούσα υπόθεση πολύ σοβαρή ώστε να δικαολογείται μία προβλεψη ότι στην περίπτωση καταδίκης η ποινή φυλάκισης που θα του επιβληθεί θα είναι ψηλή.
- Η πιθανότητα καταδίκης με αναφορά το μαρτυρικό υλικό Η κατηγορούσα αρχή έχει προσκομίσει την λεπτομερή κατάθεση της παραπονούμενης. Η παραπονούμενη γνώρισε τον κατηγορούμενο το 2008 και ήταν συμβίος της μέχρι το
- Τον Ιούνιο 2016 η κόρη της παραπονούμενης κατάγγειλε τον παραπονούμενο για σεξουαλική κακοποίηση. Τον Νοέμβριο απέσυρε την καταγγελία ως ψευδής. Ξανασμίξαν με τον κατηγορούμενο αλλά υπήρχαν συχνές προστριβές και τσακωμοί μέχρι που έδιωξε τον κατηγορούμενο από το σπίτι της τον Απρίλιο
- Στην συνέχεια, αφού αποχώρησε ο κατηγορούμενος από το σπίτι, η κόρη της είπε ότι τελικά η σεξουαλική κακοποίηση ήταν αληθινή. Ο κατηγορούμενος συνέχιζε να την ενοχλεί για να ξανασμίξουν. Στις 24.5.2017 την απείλησε ότι θα την σκοτώσει γεγονός που το κατάγγειλε στην αστυνομία. Στις 17.6.2017 της επιτέθηκε σε δημόσιο χώρο στο πρόσωπο και στο στήθος και τον κατάγγειλε στην αστυνομία. Η υπόθεση προχώρησε στο Δικαστήριο. Στις 15.7.2017 κατά τις πρωινές ώρες πλάγιασε γυμνή και εξαίτίας του ότι δεν είχε σύστημα κλιματισμού άφησε ανοικτή την πόρτα του μπαλκονιού με κλειστές τις πόρτες αλλά ανοικτά τα φυλλαράκια της αλουμινένιας πόρτας. Καθώς κοιμόταν βρέθηκε ο κατηγορούμενος από πάνω της και αντί να την αφήσει να φύγει ένιωσε το πέος του που ήταν σε στύση να εισχωρεί στον κόλπο της χωρίς να κατεβάσει το παντελόνι του. Αυτη του φώναξε να φύγει και τον έσπρωξε με τα χέρια της να σταματήσει. Μέτα από λίγα δευτερόλεπτα και αφού τον έσπρωξε και τον κλώτσησε έβγαλε το πέος του από τον κόλπο της και κινήθηκε προς τα γεννητικά της όργανα. Οταν δεν δέχθηκε έβγαλε μαχαίρι από την τσέπη του παντελονιού του το έβαλε στον λαιμό της και της είπε ότι θα την σφάξει. Στην συνέχεια η παραπονούμενη αγκάλιασε μαξιλάρι και ο κατηγορούμενος την έσπρωξε ξανά στο κρεβάτι και κτύπησε το κεφάλι της στο κομωδίνο. Κατάφερε να σηκωθεί από το κρεβάτι και βγήκε έξω στην βεράντα και του ζήτησε να φύγει. Αυτός ισχυρίσθηκε ότι θα έφευγε μόνο εάν θα απέσυρε την κατάθεση για τον ξυλοδαρμό. Αυτή αρνήθηκε και την έσπρωξε στον τοίχο. Στην συνέχεια πήρε το τηλέφωνο της και απείλησε ότι θα δημοσίευε γυμνές πόζες της κόρης της. Στην συνέχεια συνέχιζε να την κτυπά σε διάφορα μέρη του σώματος της. Του είπε να φύγει καθώς θα επέστρεφε η κόρη της στο σπίτι. Τότε ο ίδιος άνοιξε την πόρτα αφού σκούπισε το χερούλι με το πουκάμισο του και έφυγε. Εκείνη την ώρα τον είδε η γειτόνισσα. Στις 9.00π.μ τηλεφώνησε της νύφης της και της είπε αυτά που συνέβησαν. Στην συνέχεια έκανε καταγγελία στην αστυνομία και ανέφερε αρχικά ότι πρόκειτο για απόπειρα βιασμού. Εξήγησε ότι ανέφερε απόπειρα διότι θεώρησε με το να μπει το πέος στον κόλπο χωρίς να χύσει ο κατηγορούμενος δεν ήταν βιασμός. Η νύφη της παραπονούμενης ανέφερε στην κατάθεση της ότι γύρω στις 9.30π.μ. την πήρε τηλέφωνο η παραπονούμενη και της είπε ότι ο κατηγορούμενος την κτύπησε και της έκανε διάφορα. Στις 10.30 πήγε σπίτι της και πρόσεξε ότι η παραπονουμενη ήταν αναστατωμένη. Είχε κτυπήματα κοντά στο στήθος και στο πρόσωπο της και της είπε ότι ο κατηγορούμενος προσπάθησε να την βιάσει αλλά επειδή τον κλωτσούσε δεν κατάφερε να ολοκληρώσει. Η γειτόνισσα της παραπονουμενης είδε τον κατηγορούμενο κατά τις 3.00π.μ. να βρίσκεται στην πόρτα της κυρίας εισόδου και άκουγε τις φωνές της παραπονουμενης να λέει 'φυε φύε' . Ο ιατρός των Α βοηθειών ανέφερε στην κατάθεση του ότι η παραπονουμενη του ανέφερε απόπειρα βιασμού, ότι την κτύπησε και την έπιασε από το λαιμό. Παρουσίαζε 2 εκχυμώσεις στην τραχηλική χώρα δεξιά καθώς και αυχεναλγία και οσφυαλγία. Κατατέθηκε ιατροδικαστική έκθεση συνοδευόμενη από φωτογραφίες που απεικονίζουν τα τραύματα της παραπονουμενης και τα λεπτομερή ευρήματα είναι ως ακολούθως: Εκχύμωση στην δεξιά τραχηλική χώρα. Δίπλα από την εκχύμωση υπάρχει γραμμοειδής εκδορά διαστάσεων. Εκχύμωση στην δεξιά υπερκλείδιο χώρα. Εκχύμωση στην αριστερή πλαγια χώρα. Πολλαπλές εκδορές στην πρόσθια χώρα του αριστερού μήρου, άνω τριτημόριο. Πολλαπλές γραμμοειδής εκδορές στο άνω τριτομόριο της έξω πλάγιας χώρας του αριστερού μηρού. Ο αστυνομικός αστυφύλακας 412 ανέφερε στην κατάθεση του ότι δέχθηκε την καταγγελία της παραπονούμενης γύρω στις 11.45π.μ. και του περιέγραψε αυτά που καταγράφονται στην κατάθεση της. Σε σχέση με τον βιασμό του είπε ότι ένιωσε το πέος του να μπαίνει μέσα της πολύ λίγο γιατί τον έσπρωξε και τον κλωτσούσε. Τέλος ο κατηγορούμενος ανακρίθηκε και αυτά που ανέφερε στην κατάθεση του αφορούν εξηγήσεις για το περιστατικό που είναι αντίθετες με την εκδοχή που πρόβαλε η παραπονουμενη αλλά παραδέχεται ότι την ημέρα και ώρα που επικαλείται η παραπονουμενη ήταν στην οικία της. Με αναφορά το πιο πάνω μαρτυρικό υλικό εξάγεται η διαπίστωση ότι η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής εναντίον του κατηγορούμενου είναι τέτοια που επιτρεπει πρόβλεψη για την πιθανότητα καταδίκης . Το μαρτυρικό υλικό βαση του οποίου εξάγεται το συμπέρασμα για την πιθανότητα καταδίκης κρίνεται πάντοτε στην όψη του μόνο για σκοπούς της διαδικασίας και χωρίς να εξαχθούν τελικά συμπεράσματα επί των γεγονότων ή να δοθούν οριστικές απαντήσεις σε ερωτήματα (βλ. Κωνσταντινίδης ν Δημοκρατίας, 2 ΑΑΔ 109
(1997). Το Δικαστήριο δεν θα προβεί σ'αυτό το στάδιο σε συμπέρασμα για το αληθινό της εκδοχής της παραπονούμενης ούτε και θα αποφασίσει ερωτήματα όπως, επί παραδείγματι, κατά πόσο η αναφορά της παραπονούμενης αρχικά σε απόπειρα βιασμού αναιρεί ή εκμηδενίζει την αξία της μαρτυρίας της. Δεν επιτρέπεται ασφαλώς σ'αυτό το στάδιο η αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονουμενης σε αντιδιαστολή με την εκδοχή που έχει προβάλει ο κατηγορούμενος διότι αυτό θα προδίκαζε την έκβαση της υπόθεσης (βλ. Τυμπίωτης ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 7185 26 Οκτωβρίου 2001). Ούτε και είναι σ'αυτό το στάδιο που θα πρέπει να ασχοληθεί το Δικαστήριο με τα επιχειρήματα που έχει θέσει υπόψη του ο κ. Δημητρίου σε σχέση με την αξιοπιστία της παραπονούμενης. Όμως η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που απαρτίζεται από την κατάθεση της παραπονουμενης, προσώπων που την είδαν λίγες ώρες μετά το περιστατικό, καθώς και ιατρική μαρτυρία που καταδεικνύει εμφανή τραύματα στο σώμα της δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι τόσο αδύνατη και ελλειπής που να καθιστά την πιθανότητα καταδίκης του κατηγορούμενου απομακρυσμένη. Συνεπώς, είναι βασιμη η πιθανότητα καταδίκης. 3. Κατά πόσο οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου καθώς και άλλοι παράγοντες είναι τέτοιες που να εξαλείφουν τον κίνδυνο φυγοδικίας ενόψει της σοβαρότητας των κατηγοριών και της πιθανότητας καταδίκης. Όπως αναφέρθηκε στη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48, είναι τελικά ο συνυπολογισμός όλων των σχετικών δεδομένων που πρέπει να αποτιμηθούν στην εκτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο κατηγορούμενος τη δίκη του. Οι συνήθεις άλλοι σχετικοί παράγοντες και δεδομένα που λαμβάνονται υπόψη, αποτελούνται από στοιχεία που συνδέονται με τον χαρακτήρα του κατηγορούμενου, την κατοικία, το επάγγελμα, τα οικονομικά του δεδομένα, και τους ευρύτερους δεσμούς του με τη χώρα στην οποία διώκεται (βλ. Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109), χωρίς όμως αυτά να απομονώνονται από το γενικότερο δημόσιο συμφέρον προς απονομή της δικαιοσύνης. Η στάθμιση όλων των δεδομένων γίνεται στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, η οποία βέβαια πρέπει να ασκείται δικαστικά. Ο κατηγορούμενος είναι 42 ετών και είναι Κύπριος πολίτης. Είναι πατέρας 2 ενήλικων παιδιών και δύο ανηλικων παιδιών. Αυτά τα παιδιά ο κατηγορούμενος τα απέκτησε σε προηγούμενο γάμο και πληρώνει διατροφή για τα δύο ανήλικα παιδιά βάση Δικαστικού διατάγματος και διατηρεί συστηματική επικοινωνία μαζί τους. Πριν την σύλληψη του εργαζόταν ως μηχανοδηγός με μηναίο εισόδημα €1500 μέχρι €1800. Από το 2008 ζούσε μαζί με την παραπονούμενη και τα δύο της παιδιά αλλά πριν από λιγους μήνες χώρισε και έκτοτε διαμένει μόνος σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα. Επιπρόσθετα, ο κ. Δημητρίου ανέφερε ότι αφού ο κατηγορούμενος ενημερώθηκε για την έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του μόνος του μετέβηκε στον σταθμό προς τον σκοπό εκτέλεσης του εντάλματος. Παρά την ύπαρξη στενών δεσμών του κατηγορούμενου με την Κύπρο αυτοί δεν είναι τέτοιοι που να εξαλείφουν τον κίνδυνο φυγοδικίας. Όπως και στην υπόθεση Φλεριανου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 13/16 ημερομηνίας 3.3.16, τα αδικήματα που καταλογίζονται στον εφεσείοντα είναι σοβαρά και γι΄ αυτά ο νομοθέτης προνοεί κατ΄ ανώτατο όριο ποινή φυλάκισης μέχρι και δια βίου. Από το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου φαίνεται η πιθανότητα καταδίκης υπαρκτή και σε τέτοια περίπτωση το ενδεχόμενο επιβολής πολύχρονης ποινής φυλάκισης ορατό. Οι υποκειμενικοί παράγοντες που συντρέχουν στην περίπτωση του κατηγορούμενου δεν εξαλείφουν τον κίνδυνο φυγοδικίας, πρόκειται για πρόσωπο με ασταθή τόπο διαμονής. Οι οικογενειακοί και επαγγελματικοί δεσμοί όχι τόσο σταθεροί και ισχυροί που να επενεργούν ως ασπίδα σε σχέση με τα σοβαρότερα αδίκηματα του ποινικού κώδικα με βάση την προβλεπόμενη από τον νόμο ποινή και να εξαλείφουν την πιθανότητα φυγοδικίας. (βλ. Σαββας Σάββα ν Αστυνομία, Ποινική Έφεση 176/17 ημερομηνίας 20.9.2017). Η κράτηση του κατηγορούμενου για εξαιρετικά σοβαρά αδικήματα και για τον περιορισμένο σκοπό της διασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο εκεί όπου διαπιστώνεται με βάση τα δεδομένα ο κίνδυνος φυγοδικίας και για περιορισμένο χρονικό διάστημα που έχει καθορισθεί δεν παραβιάζει τα δικαιώματα του. Ομως δεν θα θεωρούσα την κράτηση του σωστή και αναγκαία μόνο γι'αυτόν τον λόγο. Εχουν τεθεί ενωπιον του Δικαστηρίου συγκεκριμένα δεδομένα που τείνουν να καταδείξουν, με αναφορά την συμπεριφορά του στο παρελθόν, επικινδυνότητα σε σχέση με την μελλοντική του συμπεριφορά ώστε να μην μπορεί να αποκλεισθεί η πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων που εμπεριέχουν το στοιχείο της βίας. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Σιακαλλής ν Δημοκρατίας, 2 ΑΑΔ
(1997)σελ. 130, ο κίνδυνος μη προσέλευσης δεν αποτελεί και το μοναδικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη. Άλλοι παράγοντες είναι η πιθανότητα διάπραξης του ίδιου ή άλλου αδικήματος, καθώς και η δυνατότητα επηρεασμού μαρτύρων. Σε τέτοια περίπτωση επεξηγήθηκε ότι το αδίκημα που πιθανολογείται ότι θα διαπράξει ο κατηγορούμενος πρέπει να συγκεκριμενοποιείται και δεν είναι αρκετό να λεχθεί ότι αν αφεθεί ελεύθερος θα διαπράξει νέο αδίκημα. Σε τέτοια περίπτωση η κράτηση δεν είναι τιμωρητικό μέτρο αλλά διαταγή θεμιτή και νόμιμη που αποσκοπεί στην πρόληψη διάπραξης άλλων αδικημάτων για την προστασία ατόμων ή της κοινωνίας στο σύνολο της. Το δικαστήριο θα πρέπει πάντα να ξεκινά από την αρχή ότι η ελευθερία του ατόμου είναι κατοχυρωμένη συνταγματικά και ότι η κράτηση χωρίς την επιβολή ποινής αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση. Στην ίδια υπόθεση επεξηγήθηκε ότι η πιθανολόγηση για την διάπραξη νέου αδικήματος βασιζόμενη στην συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο παρελθόν δεν είναι εύκολη η χειροπιαστή άσκηση που βασίζεται σε επιστημονικά δεδομένα. Στην περίπτωση που διαταχθεί η κράτηση του κατηγορούμενου είναι λογικό το συμπέρασμα ότι κατά την διάρκεια της κράτησης δεν θα διαπράξει άλλα αδικήματα. Γι'αυτόν τον λόγο η ορθότητα της κράτησης ουδέποτε θα επιβεβαιωθεί. Ομως η παρουσία συνδυασμού παραγόντων που έχουν σχέση με τα συγκεκριμένα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος καθώς και παράγοντες που έχουν σχέση με το πρόσωπο του κατηγορούμενου όπως επί παραδείγματι την σοβαρότητα των αδικημάτων, η φύση των αδικημάτων στοιχεία για προηγούμενη παραβατική συμπεριφορά του κατηγορούμενου βοηθούν το Δικαστήριο με αξιόπιστο τρόπο να πιθανολογήσει σε σχέση με την μελλοντική συμπεριφορά του κατηγορούμενου. Λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η σημασία που δίδεται στον παράγοντα της πιθανολόγησης διάπραξης νέου αδικήματος ουσιαστικά αντανακλά την προσπάθεια προστασίας του κοινωνικού συνόλου στις περιπτώσεις όπου η διάπραξη νέου αδικήματος από κατηγορούμενο είναι πιθανή. Στην παρούσα υπόθεση το όλο θέμα δεν ανάγεται πλέον σε πιθανολόγηση, αλλά σε ισχυρή πιθανολόγηση γιατί ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της Κατηγορούσας Αρχής, έχει ήδη διαπράξει άλλο αδίκημα. Αφού μεταξύ των συντεταγμένων που λαμβάνονται υπ' όψη είναι εκτός από το ποινικό του μητρώο και οι τάσεις που ο κατηγορούμενος επιδεικνύει, το Δικαστήριο είχε κάθε λόγο να θεωρήσει ότι ο παράγοντας αυτός ικανοποιείτο. Η πιθανότητα διάπραξης άλλου αδικήματος δεν βρίσκει έρεισμα μόνο στο γεγονός ότι ο εφεσείων βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες, αλλά και στην εκ πρώτης όψεως συμπεριφορά που επέδειξε μετά την έναρξη της παρούσας διαδικασίας. ...Η πρόβλεψη αναφορικά με την ύπαρξη και αποτίμηση των διάφορων κινδύνων που σταθμίζονται κατά την εξέταση του ενδεχόμενου κράτησης, όπως είναι η πιθανότητα διάπραξης στο μεταξύ άλλων αδικημάτων, δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υπόδικου ή της υπόθεσης, είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της. Τα στοιχεία που είναι σχετικά περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο παρελθόν, όπως η προσέλευσή του ή μη στο δικαστήριο σε προηγούμενες περιπτώσεις ή η προηγούμενη καταδίκη για παρόμοια αδικήματα, αλλά και τις τάσεις που επιδεικνύει και οι οποίες ανάγονται βέβαια στο μέλλον, όπως είναι η πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων ή η πιθανολόγηση περί της διάπραξης και άλλων αδικημάτων. Για κατάληξη σε συμπέρασμα για την ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν με βάση όλα τα ενώπιον του δικαστηρίου στοιχεία δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει η πιθανότητα. Πλήρης απόδειξη της πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν είναι εξ άλλου ούτε και θεωρητικά δυνατή. Διερωτάται κανένας πώς μπορεί να αποδειχθεί μία πιθανολόγηση. Το δικαστήριο μπορεί, τηρώντας πάντα ορισμένους κανόνες, να καταλήξει σε συμπεράσματα ως προς την πιθανότητα διάπραξης αδικήματος, αλλά σίγουρα δεν μπορεί να αναμένεται ότι η πιθανότητα διάπραξης αδικήματος στο μέλλον μπορεί να αποδειχθεί με την αυστηρή έννοια του όρου. Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο μέλλον, για την οποία το δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα βασιζόμενο μεταξύ άλλων, στο ιστορικό του ή σε διάφορες άλλες περιστάσεις. Στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο είχε ενώπιόν του, όχι απλά αόριστους φόβους περί διάπραξης άλλου αδικήματος, αλλά θετική μαρτυρία για την εξέταση αδικήματος που, όπως η Κατηγορούσα Αρχή ισχυρίστηκε, ο εφεσείων ήδη διέπραξε. Ήταν επιτρεπτό, το Δικαστήριο αξιολογώντας όλο το ενώπιόν του υλικό, να εκτιμήσει μέσα στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας ότι υπήρχε σοβαρή πιθανότητα διάπραξης άλλου αδικήματος.» Με βάση το μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον του Κακουργιοδικείου διαφαίνεται ένα ιστορικό βίαιας συμπεριφορας που στρέφεται προς το πρόσωπο της παραπονουμενης. Αυτό προκύπτει όχι αόριστα και γενικά αλλά από την κατάθεση της παραπονουμενης εις στην οποία αφηγείται ιστορικό εκδήλωσης βίας συμπεριφοράς προς το πρόσωπο της από το 2016. Αυτή η εικόνα συμπληρώνεται από τις καταγγελίες στις οποίες προέβη η παραπονούμενη στην αστυνομία. Επί παραδειγματι στις 26.5.2017 η παραπονούμενη κατάγγειλε τον κατηγορούμενο ότι της έστειλε απειλητικό μήνυμα με το ακόλουθο περιεχόμενο «εάν μιλάς με αλλο ξέρεις ηντα που να σου κάμω». Η παραπονούμενη δεν προώθησε την καταγγελία και ζήτησε να του γίνουν συστάσεις. Στις 9.8.2016 τον κατάγγειλε ότι πέρασε έξω από την οικία της και την απείλησε ότι θα της κάνει κακό. Η παραπονούμενη ζήτησε καταγραφή του περιστατικού. Τέλος στις 22.6.2017 τον κατάγγειλε ότι τις επιτέθηκε χτυπώντας την με τα χέρια του. Σε σχέση με την υπόθεση η παραπονούμενη εξετάσθηκε από κυβερνητικό ιατρό και η υπόθεση προωθήθηκε για σκοπούς δίωξης του κατηγορούμενου στο Δικαστήριο. Ήταν θέση του κ. Δημητρίου ότι τέτοια ροπή η τάση του κατηγορούμενου προς εκδήλωση βίαιης συμπεριφοράς δεν αποδεικνύεται καθότι δεν έχει προηγούμενες καταδίκες. Ομως τίποτε δεν προυποθέτει την ύπαρξη προηγούμων καταδικών ώστε να καταδειχθεί αυτή η τάση. Αντιθέτως εκείνο που προκύπτει από την νομολογία είναι ότι η στοιχειοθέτηση αυτής της πιθανότητας μπορεί να προέρχεται από οποιαδήποτε στοιχεία και τεκμηρια που αφορούν την συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο παρρελθόν. Στην υπόθεση Τσιάκκας ν Δημοκρατίας, 2 ΑΑΔ 164
(2002)επεξήγηθηκε ότι το αποδεικτικό βάρος στην πιθανολόγηση είναι σειρά στοιχείων που καταδεικνύουν ορατή και βάσιμη (plausible) τον κίνδυνο διαπραξης και άλλων αδικημάτων. "Το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε για σκοπούς παραπομπής σε συνδυασμό με τη μαρτυρία του υπαστυνόμου Αρναούτη ότι τα υποτιθέμενα εικονικά δυστυχήματα αυξήθηκαν από 15, που αρχικά καταγγέλθηκαν, σε 32 δεικνύει μια τάση των κατηγορουμένων για διάπραξη και άλλων αδικημάτων, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Σιακαλλής ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 130. Ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός και λαμβάνεται υπόψη (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρένος Κυριάκου κ.ά.
(2001)2 Α.Α.Δ. 373). Υπάρχει κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων, στοιχείο από μόνο του αρκετό για να διαταχθεί η κράτηση των κατηγορουμένων." Στην πολιτική του δικαίου για την πρόληψη του εγκλήματος εντοπίζεται η προέλευση του κανόνα που επιτρέπει την κράτηση, όπου διαφαίνεται κίνδυνος επανάληψης του αδικήματος. Όπως υπογράμμισε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ο κίνδυνος αυτός πρέπει να είναι "ευλογοφανής" (plausible): Βλ. Clooth v. Belgium A225, para 40 [1991]. Στην Matznetter v. Austria, A10, p. 33 [1969], το ίδιο Δικαστήριο καθόρισε κάποια κριτήρια για την αποτίμηση του κινδύνου επανάληψης. Η Κωνσταντινίδης, ανωτέρω, επιδοκιμάζοντας την παραπάνω υπόθεση, αναφέρει: "Ο τρόπος προσέγγισης της πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος διαγράφεται στην υπόθεση Matznetter v. Austria A10, p. 33 [1969] στην οποία τα Αυστριακά δικαστήρια έλαβαν υπόψη την "πολύ παρατεταμένη συνέχιση των αξιόμεμπτων πράξεων του κατηγορουμένου, την πελώρια έκταση της ζημιάς που είχαν υποστεί τα θύματα, την πονηριά του κατηγορουμένου και το γεγονός ότι η πείρα και μεγάλη δεξιότητα του κατηγορουμένου το καθιστούσαν εύκολο για τον ίδιο να επαναλάβει τις παράνομες δραστηριότητες του". Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο θεώρησε ότι όλα τα πιο πάνω αποτελούσαν περιστάσεις οι οποίες δικαιολογούσαν την άρνηση απόλυσης με εγγύηση για λόγο που σχετίζεται με την αποτροπή διάπραξης άλλου αδικήματος." "Η πιθανότητα διάπραξης αδικήματος στο μέλλον, δεν μπορεί να αποδειχθεί με την αυστηρή έννοια του όρου. Εκείνο που μετρά είναι αν με βάση όλα τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα. Δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία για την ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος." Θεωρώ ότι η κατηγορούσα αρχή έχει κατορθώσει να παρουσιάσει χειροπιαστή και συγκεκριμένη μαρτυρία για μία τάση και ροπή του κατηγορούμενου προς βίαια συμπεριφορά που καθιστούν την πρόβλεψη ότι είναι επικίνδυνος εύλογη. Μέσα από την κατάθεση της παραπονούμενης καταδεικνύεται μία εξελικτική πορεία βίαιας συμπεριφοράς. Αυτά τα στοιχεία δεν αναδεικνύονται μόνο από την κατάθεση της παραπονούμενης αλλά και από καταγγελίες που έκανε στον αστυνομικό σταθμό ασχέτως του γεγονότος ότι εν τέλει επέλεξε για λόγους που δεν είναι του παρόντος να προωθήσει αυτές τις καταγγελίες. Όπως υποδείχθηκε από την Δικαστή Ψαρά στην υποθεση Σαββας Σάββα ν Αστυνομίας, Ποινική εφεση 176/2017 ημερομηνίας 20.9.2017, η καταγγελία δεν οδηγεί απαραίτητα προς μόνο μία κατεύθυνση. Συμπληρώνει επίσης, ως ακόμη ένα στοιχείο που καταδεικνύει αυτή την τάση η αντίδραση του κατηγορούμενου όταν του έγιναν συστάσεις από την αστυνομία για να απέχει από την απειλιτική συμπεριφορά. Για την καταγγελία 8.7.2017 ο κατηγορούμενος απολογήθηκε και υποσχέθηκε οτι η συμπεριφορά δεν θα επαναληφθεί. Αυτά τα στοιχεία σε συνδυασμό με την καταγγελία στις 22.6.2017 για την οποία η παραπονουμενη εξετάσθηκε από ιατροδικαστή και η οποία προωθήθηκε για δίωξη στο Δικαστήριο είναι ένα επιπρόσθετο στοιχείο. Αλλά και άλλο επιπρόσθετο στοιχείο που τείνει να καταδείξει αυτή την ροπή και τάση προς βίαια συμπεριφορά είναι το περιεχόμενο του παρόντος κατηγορητηρίου καθώς και το μαρτυρικό υλικό που συνοδεύει αυτές τις κατηγορίες. Ενώ εκκρεμούσε η άλλη υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου για επιθετική και βίαια συμπεριφορά βρέθηκε αντιμέτωπος σε σοβαρότατες κατηγορίες ενώπιον του Κακουργιοδικείο για διάρρηξη, βιασμό, απειλή βιαιοπραγίας, απειλή με μαχαίρι και παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία εις βάρος της παραπονουμενης. Εν κατακλείδι ο κατηγορούμενος είναι αντιμέτωπος με άκρως σοβαρά αδικήματα τα οποία εμπεριέχουν το στοιχείο της βίας. Επιπρόσθετα, έχουν προσκομισθεί στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με το ιστορικό συμπεριφοράς του κατηγορούμενου κατά της παραπονούμενης που χαρακτηρίζεται από βιαιότητα και απειλές. Κρίνω ότι ενόψει της φύσης των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος καθώς και όλα τα στοιχεία που προσκόμισε η κατηγορούσα αρχή σε σχέση με την συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο παρελθόν ότι η προβλεψη περί επικινδυνότητας του κατηγορούμενου είναι δικαιολογημένη. Εφόσον υπάρχει εύλογη ανυσυχία για την πιθανότητα διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον η κράτηση του υποδικου φαίνεται να είναι επιτακτική και αναγκαία. Τέλος παρά την πιο πάνω διαπίστωση αναφορά θα πρέπει να γίνει σε σχέση με το χρονο κράτησης του κατηγορούμενου με δεδομένο ότι ήδη τελεί υπό κράτηση από τις 20.7.2017. Οπως επεξηγήθηκε από το Εφετείο στην υποθεση Κρασοπούλης ν Δημοκρατίας 2 ΑΑΔ
(2012)750, ακόμη και εάν έχουν θεωρηθεί μεγάλα χρονικά διαστήματα κράτησης ως μη παραβιάζοντας τα δικαίωματα του κατηγορούμενου αυτό πάντοτε κρίνεται με αναφορά το εύλογο του χρονικού διαστήματος της κράτησης με βάση όλα τα δεδομένα της υπόθεσης καθώς και την καθυστέρηση που παρατηρείται στην εκδίκαση της υποθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση ο συνολικός χρόνος της κράτησης μέχρι την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στις 26.
- 18 δεν υπερβαίνει τους 6 ½ μήνες. Με δεδομένο ότι ικανοποιούνται οι προυποθέσεις για την κράτηση του κατηγορούμενου ως εξηγούνται πιο πάνω ο χρόνος της κράτησης δεν ειναι τέτοιος που να προκύπτει αδικαιολόγητο κόστος από την υποχώρηση του ατομικού δικαίωματος της ελευθερίας έναντι του της ανάγκης για εξυπηρέτηση του γενικού συμφέροντος της απονομης της δικαιοσύνης που υπερτερεί (βλ. Καλαθά ν Γενικού Εισαγγελέα Ποινική Εφεση 7231 ημερομηνίας 26.2.2002). Για όλους τους πιο πάνω λόγους θα διέταττα την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι τις 26.1.
- (Υπ.) ................. Ν. Ταλαρίδου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο