Δημοκρατία ν. Σάββας Σάββα, Αρ. Υπόθεσης: 4419/17, 27/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2017:4 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ - ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Σύνθεση Κακουργιοδικείου: Ν. Γιαπανά, Π.Ε.Δ. Ν. Ταλαρίδου- Κοντοπούλου, Ε.Δ Λ. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4419/17 Δημοκρατία v. Σάββας Σάββα Κατηγορούμενου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 27 Νοεμβρίου, 2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα Κωνσταντίνου, για αυτή ο κος Δημοσθένους Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Ν. Δημητρίου Κατηγορούμενος παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Πλειοψηφίας) Η απόφαση του δικαστηρίου δεν είναι ομόφωνη. Με την απόφαση της πλειοψηφίας συμφωνεί ο Πρόεδρος και ο κ. Λ. Παντελή, Ε.Δ. Η κα Ταλαρίδου, Ε.Δ, θα εκδώσει ξεχωριστή απόφαση μειοψηφίας. Η κράτηση ενός κατηγορουμένου μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης του, όπως είναι το παρόν αίτημα, άπτεται της ελευθερίας του ατόμου, και είναι αξιωματικό ότι ο κάθε κατηγορούμενος δικαιούται, ως θέμα γενικής αρχής, που είναι και συνταγματικά κατοχυρωμένης και συνάδει με την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον ευρωπαϊκό χώρο, να μένει ελεύθερος, εφόσον, όπου τίθενται όροι που συμβάλλουν στην προσέλευση του, αυτός συμμορφώνεται (Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 138/15, ημερ.10.7.15). Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ.109, υπεδείχθη ότι το δικαστήριο δεν πρέπει να αρχίζει με την πεποίθηση ή την υπόθεση ότι ο κατηγορούμενος έχει διαπράξει το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται και ότι το βάρος απόδειξης ενοχής βαρύνει την κατηγορούσα αρχή. Η αρχή αυτή, ως υπεδείχθη, καλύπτει όλα τα στάδια της ποινικής διαδικασίας και συνεπώς, περιλαμβάνει, και το στάδιο εξέτασης του παρόντος αιτήματος. Οι πιο πάνω γενικές αρχές αποτελούν το βάθρο επί του οποίου εξετάζεται αίτημα κράτησης κατηγορουμένου. Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει διάφορες κατηγορίες. Την κατηγορία της διάρρηξης κατοικίας με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 291 και 292(α) του Ποινικού Κώδικα. Κατηγορία για βιασμό, κατά παράβαση των άρθρων 144 και 145 του Ποινικού Κώδικα και του Νόμου Περί Βίας στην Οικογένεια, Ν.119
(1)/00, της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του Νόμου Περί Βίας στην Οικογένεια, της παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία, κατά παράβαση του άρθρου 122(β) του Ποινικού Κώδικα, της απειλής, κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα ως έχει τροποποιηθεί, της απειλής βιαιοπραγίας, κατά παράβαση του άρθρου 91(β) του Ποινικού Κώδικα και τέλος, της μεταφοράς αμφίστομης μάχαιρας κατά παράβαση του άρθρου 81
(1)του Ποινικού Κώδικα. Όλα τα αδικήματα, όπως εμφαίνεται από το κατηγορητήριο, διαπράχθηκαν την 15.7.17, ως μέρος μιας ενιαίας συμπεριφοράς και πράξης του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση την 26.1.18. Το αίτημα της κας Κωνσταντίνου εκ μέρους της κατηγορούσης αρχής, για την κράτηση του κατηγορουμένου, εστιάστηκε σε δυο πυλώνες. Τον κίνδυνο μη προσέλευσης του στην δίκη και στην πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων στο μέλλον. Στήριξε το αίτημα της, σε σχέση με τον πρώτο πυλώνα, σε συγκεκριμένες καταθέσεις που εφοδίασε το δικαστήριο, για να καταδείξει στην βάση αυτών, την σοβαρότητα των αδικημάτων, αλλά και την πιθανότητα καταδίκης του κατηγορουμένου, σε συνάρτηση με την ποινή που πιθανό να επιβληθεί. Αναφορικά με τον δεύτερο πυλώνα, εφοδίασε το δικαστήριο με ημερολόγιο παραπόνων και συμβάντων αστυνομικών σταθμών, για να καταδείξει τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων. Ο κ. Δημητρίου έφερε ένσταση στο αίτημα. Και οι δύο πλευρές αναφέρθηκαν σε νομολογία και επικαλέστηκαν αντιστοίχως τις διάφορες καταθέσεις μαρτύρων με αναφορά σε αυτές, για να υποστηρίξουν εκατέρωθεν τις θέσεις τους. Ακούσαμε με ιδιαίτερη προσοχή τις θέσεις των δυο πλευρών και έχουμε μελετήσει τις παραπομπές ενός εκάστου στις καταθέσεις των μαρτύρων. Έχουμε επίσης πλήρως υπόψη μας όλα όσα ανέφεραν προς υποστήριξη των θέσεων τους, και στην συνέχεια και όπου χρειαστεί θα γίνει ειδική αναφορά σε αυτές. Η απόλυση υποδίκων με εγγύηση κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 157
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 είναι θέμα αναγόμενο στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου. Τα κριτήρια που καθοδηγούν την κρίση του δικαστηρίου και η σημασία που αυτά ενέχουν σε κάθε περίπτωση, καθορίζονται από τη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία επί τούτου, είναι ευθυγραμμισμένη με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Κωνσταντινίδης ανωτέρω, Νικήτα κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 54, Δημητρίου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 42/11, ημερ. 8.4.2011). Στην υπόθεση Νικήτα ανωτέρω, αναφορικά με τους λόγους κράτησης αναφέρθηκαν τα εξής: «Το εάν ένας κατηγορούμενος θα παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσής του αποφασίζεται με αναφορά:- (α) Στον κίνδυνο μη προσέλευσής του στο Δικαστήριο κατά την ημέρα της δίκης. (β) Στην πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων. Οι πιο πάνω λόγοι δεν είναι αναγκαίο να συντρέχουν. Ένας από αυτούς να διαπιστώνεται αρκεί, για να διαταχθεί η κράτηση ενός κατηγορουμένου. Ο κίνδυνος μη προσέλευσης κατηγορουμένου στο Δικαστήριο κατά την ημέρα της δίκης του, είναι νομολογημένο ότι σταθμίζεται ανάλογα με:- (α) Τη σοβαρότητα του αδικήματος. (β) Την πιθανότητα καταδίκης· και (γ) Την ποινή που δυνατό να επιβληθεί. Όπως έχει λεχθεί στη Θεοχάρους κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48:- (σελ. 53) «... σε καμιά περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησόμενη ποινή, αυτόματα δηλαδή, χωρίς συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων. Το εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικαστεί ο κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος.» Όσο, βέβαια, πιο σοβαρή είναι μια κατηγορία τόσο μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο ενός κατηγορουμένου να μην παρουσιαστεί στη δίκη του». Δεν χωρεί αμφισβήτηση ότι ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει σοβαρότατες κατηγορίες, γεγονός αποδεκτό και από τις δυο πλευρές, αναδεικνυόμενο το στοιχείο αυτό ως αυτόδηλο και προφανές από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Η κατ' ανώτατο όριο προβλεπόμενη ποινή στην σοβαρότερη κατηγορία που αντιμετωπίζει, εκείνη του βιασμού, επισύρει ποινή δια βίου φυλάκισης, με την ανάλογη επί καταδίκης, ποινή. Θα στρέψουμε την προσοχή μας στον πρώτο πυλώνα του αιτήματος, με αναφορά στις καταθέσεις που δόθηκαν στο δικαστήριο από την κα Κωνσταντίνου. Έχουμε πλήρως υπόψη μας ότι σύμφωνα με την νομολογία, το μαρτυρικό υλικό, για σκοπούς της παρούσης διαδικασίας, εκτιμάται στην όψη του και μόνο, χωρίς να είναι δυνατό να εξαχθούν τελικά συμπεράσματα και να δοθούν οριστικές απαντήσεις σε ερωτήματα. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο υπάρχει το ενδεχόμενο, πιθανολόγηση δηλαδή, καταδίκης του κατηγορουμένου. Και τούτο κρίνεται από το αποδεικτικό υλικό που παρουσιάζεται ενώπιον του, χωρίς να αξιολογηθεί η βαρύτητά του. Αποφασίζεται μόνο αν η υπόθεση της κατηγορούσης αρχής έχει τόση δύναμη ώστε να πιθανολογείται καταδίκη. Μας δόθηκε η κατάθεση της παραπονουμένης, σύμφωνα με την οποία, περιληπτικά, αναφέρει ότι συγκατοικούσε με τον κατηγορούμενο από το 2011. Μαζί τους διέμενε η κόρη της Κατερίνα καθώς και οι δυο γιοι του κατηγορουμένου. Τον Ιούνιο του 2016 χώρισαν γιατί ο κατηγορούμενος κακοποίησε σεξουαλικά την κόρη της. Καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και στην συνέχεια απεσύρθη γιατί η κόρη της, τον Σεπτέμβριο του 2016, της ανέφερε ότι η καταγγελία ήταν ψευδής, με αποτέλεσμα να ξανασμίξουν. Οι τσακωμοί μεταξύ τους συνέχισαν και τελικά τον Απρίλιο του 2017 χώρισαν οριστικά. Η κόρη της, μετά τον χωρισμό της με τον κατηγορούμενο, της ανέφερε ότι η καταγγελία της εναντίον του κατηγορουμένου δεν ήταν ψευδής και ο λόγος που την απέσυρε ήταν γιατί φοβόταν τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος μετά τον χωρισμό συνέχιζε να την ενοχλεί για να είναι εραστές στα κρυφά, και αυτή αρνήθηκε. Ο κατηγορούμενος την απειλούσε και τον κατάγγειλε στις μικροπαραβάσεις της αστυνομίας. Την 17.6.17 έγινε νέο συμβάν μεταξύ τους και ο κατηγορούμενος της έπιασε το κινητό τηλέφωνο της και την κτύπησε, με αποτέλεσμα να τον καταγγείλει εκ νέου στις μικροπαραβάσεις της αστυνομίας. Της έστειλε επίσης γυμνή φωτογραφία της, που είχε στο δικό του τηλέφωνο, την οποία εν γνώσει της έβγαλε όταν ήταν μαζί, του είχε ζητήσει όμως να την διαγράψει από το τηλέφωνο, απειλώντας την ότι θα την στείλει σε κάποιο πρόσωπο που υποψιαζόταν ότι αυτή είχε σχέσεις. Ο κατηγορούμενος είχε επίσης ακόμα ένα δικό της κινητό τηλέφωνο, το οποίο είχε παραλάβει από τον τεχνικό όταν ακόμα ήταν μαζί, στο οποίο υπήρχε βίντεο που πόζαρε η κόρη της γυμνή. Για τον λόγο αυτό πήγε στην αστυνομία, την 14.7.17, για να του ζητήσουν να της το επιστρέψει. Η αστυνομία την ενημέρωσε ότι αυτός ήταν Πάφο και διευθετήθηκε συνάντηση την επομένη. Τα ξημερώματα της 15ης Ιουλίου του 2017, ο κατηγορούμενος μπήκε στην οικία της από ανοικτή τζαμόπορτα της μπαλκονόπορτας της κρεβατοκάμαρας της, και ενώ αυτή κοιμόταν γυμνή ένοιωσε ότι κάποιος την φιλούσε. Άνοιξε τα μάτια της και είδε τον κατηγορούμενο να βρίσκεται από πάνω της. Την ρωτούσε αν ήταν ερωτευμένη με το τρίτο πρόσωπο και της έλεγε ότι είναι ερωτευμένος μαζί της και την φιλούσε. Δεν του μίλησε και προσπάθησε να φύγει από κάτω και αυτός αντί να την αφήσει, ένοιωσε το πέος του, που ήταν σε στύση, να εισχωρεί στον κόλπο της, χωρίς να κατεβάσει το παντελόνι του. Του φώναζε να φύγει και τον έσπρωχνε. Ήταν μέσα της για 2-3 δευτερόλεπτα και αφού έβγαλε το πέος του από μέσα της, άρχισε να γλύφει τον κόλπο της ζητώντας της να το κάμει για τελευταία φορά. Στην άρνησή της, ο κατηγορούμενος έβγαλε κάτι από την τσέπη του παντελονιού του και το έβαλε στον λαιμό της λέγοντας ότι θα την σφάξει. Πρόσεξε ότι ήταν ένα κλειστό μαχαίρι. Τον έσπρωξε και σηκώθηκε από το κρεβάτι και ο κατηγορούμενος την έσπρωξε στο κρεβάτι με αποτέλεσμα να κτυπήσει το κεφάλι της στο κομοδίνο. Συνεχίστηκε το συμβάν, μετά που σηκώθηκε, έξω στην βεράντα και ο κατηγορούμενος την έσπρωξε στον τοίχο που ήταν σπριτζ. Στην συνέχεια πήγε στην κουζίνα για να πιει νερό και ο κατηγορούμενος την πίεζε να αποσύρει την καταγγελία του ξυλοδαρμού και την κτυπούσε σε διάφορα μέρη του σώματος της. Τέλος ο κατηγορούμενος έφυγε από την πόρτα και εκείνη την ώρα βρισκόταν στο μπαλκόνι κάποια γειτόνισσα που τον είδε που έφευγε. Στις 9.00 το πρωί τηλεφώνησε στην νύμφη της και της είπε τι συνέβηκε. Στην συνέχεια η νύμφη της πήγε στο σπίτι της και η παραπονούμενη της είπε με λεπτομέρεια τι έγινε και στη συνέχεια η νύμφη της έφυγε. Τηλεφώνησε στην αστυνομία και τους είπε ότι δέκτηκε ξυλοδαρμό και η αστυνομία της είπε να πάει στο νοσοκομείο για εξέταση. Ακολούθως πήγε μόνη της στις πρώτες βοήθειες και στον γιατρό ανέφερε ότι δέκτηκε ξυλοδαρμό και απόπειρα βιασμού. Δεν γνώριζε ότι το να μπει το πέος στον κόλπο της χωρίς να τελειώσει ο άνδρας είναι βιασμός. Η γειτόνισσα επιβεβαίωσε ότι είδε τον κατηγορούμενο να βγαίνει από το σπίτι και άκουσε την παραπονούμενη να του φωνάζει έντονα να φύγει και κατάλαβε ότι είχαν μεγάλο καυγά. Παρεμβάλλουμε εδώ, ότι ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με τον δικηγόρο του, παρουσιάστηκε εθελούσια στην αστυνομία, αφού ενημερώθηκε τηλεφωνικώς την ύπαρξη εντάλματος σύλληψης εναντίον του και έδωσε κατάθεση, παραδεχόμενος ότι πήγε στο σπίτι της παραπονούμενης, προβάλλοντας την δική του εκδοχή, αρνούμενος όσα αυτή του καταλογίζει. Πολύ επιγραμματικά ανέφερε ότι κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας χώρισαν με την παραπονούμενη γιατί αυτή είχε φίλο και διατηρεί σοβαρή σχέση με άλλη γυναίκα. Ήταν η παραπονούμενη που τον κάλεσε στο σπίτι της. Την βρήκε τα ξημερώματα, επιστρέφοντας από κάποιο κέντρο, λίγα μέτρα έξω από το δικό του σπίτι. Ήθελε να μιλήσουν σε σχέση με τον πατέρα της και ότι με αυτά που του είπε ο κατηγορούμενος θα τον πεθάνει. Επειδή κοιμόταν στο σπίτι του η άλλη γυναίκα, της είπε να φύγουν από εκεί και αυτή του ζήτησε να τον ακολουθήσει και κατέληξαν στο σπίτι της. Του έκαμε καφέ και σε κάποια στιγμή την ρώτησε γιατί έκαμε φίλο και είπε ψέματα ότι την έδειρε και αυτή άρχισε να κλαίει και τότε σηκώθηκε να φύγει. Τον έπιασε από το χέρι και τον πήρε στο υπνοδωμάτιο. Εκεί, αφού προηγουμένως έβγαλε τα ρούχα της, τον αγκάλιασε και αυτός την έσπρωξε και έπεσε πάνω στο κρεβάτι λέγοντας της ότι την αηδιάζει και βγήκε την βεράντα. Τον ακολούθησε, γυμνή, η παραπονούμενη και την έβαλε μέσα στο δωμάτιο. Αυτή επιχείρησε να τον αγκαλιάσει και του ζήτησε να της κάμει έρωτα. Αρνήθηκε, αυτή όμως δεν τον άφηνε και την έσπρωξε δυνατά και έπεσε πάνω στο κρεβάτι. Φεύγοντας, έξω από την πόρτα του σπιτιού, η παραπονούμενη τον παρακαλούσε να μείνει να κάμουν ένα τελευταίο τσιγάρο και αυτός της είπε ότι είναι ντροπή γιατί τους βλέπουν οι γείτονες. Ήταν η θέση του ότι πρόκειται για ψέματα της παραπονουμένης γιατί του είπε ότι θα τον καταστρέψει και δεν θα τον αφήσει να συνεχίσει την ζωή του. Η γειτόνισσα είδε ξανά την παραπονούμενη γύρω στις δέκα το πρωί, πρόσεξε ότι στην περιοχή του λαιμού είχε κάποια κτυπήματα, και σε συνομιλία που είχαν, η παραπονούμενη της ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος, όταν τους είδε τα ξημερώματα, πήγε για να την σκοτώσει, πήγε στο σπίτι της χωρίς την άδεια της και την απείλησε με μαχαίρι και πήγαινε να τον καταγγείλει στην αστυνομία. Η νύμφη της παραπονουμένης ανέφερε ότι στις 9.30 με 9.45 το πρωί της 15.7.17 της τηλεφώνησε η παραπονούμενη και της είπε ότι το βράδυ πήγε ο κατηγορούμενος και την κτύπησε και προσπάθησε να της κάμει διάφορα. Στις 10.30πμ πήγε στο σπίτι της παραπονούμενης και αυτή της είπε ότι ο κατηγορούμενος το βράδυ μπήκε από την μπαλκονόπορτα και ξύπνησε και τον βρήκε από πάνω της. Είχε σημάδια στο στήθος και στο πρόσωπο και της είπε ότι την κτύπησε παντού. Επίσης ότι προσπάθησε να την βιάσει, αλλά εκλώτσαν τον χωρίς να καταφέρει να ολοκληρώσει. Της είπε ότι στο κρεβάτι την κρατούσε σφικτά από τον λαιμό και σε κάποια φάση της έβαλε μαχαίρι στον λαιμό. Τέλος, της ανέφερε ότι ο πρώτο πράγμα που έκαμε μόλις έφυγε ο κατηγορούμενος, ήταν μπει στο μπάνιο και να πλυθεί. Σύμφωνα με την ίδια την παρότρυνε να μεταβούν στην αστυνομία, αλλά ήταν διστακτική γιατί φοβόταν. Ο γιατρός των πρώτων βοηθειών ανέφερε ότι η παραπονούμενη του είπε ότι κτυπήθηκε γιατί κάποιος την έπιασε από τον λαιμό και αποπειράθηκε να την βιάσει. Η παραπονούμενη παρουσίαζε εκχυμώσεις και εκδορές σε διάφορα μέρη του σώματος της. Παρεμβάλλουμε εδώ, ότι σύμφωνα με το ημερολόγιο παραπόνων που μας εφοδίασε η κατηγορούσα αρχή, η παραπονούμενη υπέβαλε στο παρελθόν διάφορα παράπονα και καταγγελίες εναντίον του κατηγορουμένου, τα οποία όλα πλην ενός, σύμφωνα με τον κ. Δημητρίου, η παραπονούμενη τα απέσυρε. Μη έχοντας αντίλογο επί τούτου, εκλαμβάνουμε ως δεδομένο ότι έτσι έχουν τα πράγματα. Έχουμε αναφέρει ότι το μαρτυρικό υλικό εξετάζεται στην όψη του και αν βάση αυτού, πιθανολογείται, μέσα από την δύναμη της υπόθεσης της κατηγορούσης αρχής, η καταδίκη του κατηγορουμένου και τίποτε περισσότερο. Στην Κωνσταντινίδης ανωτέρω, υπεδείχθη ότι η αξιολόγηση της πιθανότητας καταδίκης στα πλαίσια της διαδικασίας διερεύνησης των λόγων που δικαιολογούν ή όχι την κράτηση, αποτελεί μια απόλυτη θεμιτή διαδικασία η οποία στοχεύει να επιλύσει τα επίδικα θέματα, που είναι η κράτηση ή μη ενός κατηγορουμένου. Δεν έχει σχέση με την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και δεν την επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο. Το αποτέλεσμα μάλιστα τέτοιας αξιολόγησης δεν αποβαίνει πάντοτε σε βάρος του κατηγορουμένου, αλλά δυνατόν να έχει ευνοϊκή κατάληξη για τον ίδιο. Μάλιστα, ως υποδεικνύεται, η υπεράσπιση μπορεί να θέσει ενώπιον του δικαστηρίου και τις δικές θέσεις της επί του επιδίκου θέματος της κράτησης. Είναι βέβαια διαφορετική η αξιολόγηση της πιθανότητας καταδίκης, από αυτή καθ' αυτή την αξιολόγηση της μαρτυρίας, όπως εμμέσως έπραξαν σε ορισμένα ζητήματα και οι δυο πλευρές. Είτε δηλαδή πρόκειται περί ψεύδη του κατηγορούμενου αφενός, ή της παραπονούμενης αφετέρου. Αυτά είναι ζητήματα ουσίας που αφορούν την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και όχι προς εξαγωγή ευρημάτων, ή άλλων συμπερασμάτων ενοχής ή μη του κατηγορουμένου, στο στάδιο αυτό. Εξετάζοντας στην όψη τους όλα τα πιο πάνω στοιχεία και δεδομένα, και χωρίς ίχνος διάθεσης αξιολόγησης της ουσίας της μαρτυρίας, παρατηρούμε ότι το μαρτυρικό υλικό που έχει στην κατοχή της η κατηγορούσα αρχή, εκ πρώτης όψεως, κατά την κρίση μας δεν παρουσιάζει στον απαιτούμενο και ικανοποιητικό βαθμό την πρόβλεψη πιθανότητας καταδίκης του κατηγορουμένου. Πέραν αυτού, η σωρεία καταγγελιών σε βάρος του κατηγορουμένου εκ μέρους της παραπονούμενης, πέντε τον αριθμό, αλλά και της κόρης της, και στην συνέχεια η απόσυρσή τους, πλην μιας, ως αναντιλέκτως προκύπτει από τα ενώπιον μας στοιχεία, και κυρίως, η απόσυρση σοβαρής ποινικής κατηγορίας σε βάρος του κατηγορουμένου ως ψέματα, αποτελεί γεγονός που καταγράφεται στην κατάθεση της παραπονουμένης. Η εκ των υστέρων και η εκ νέου επαναφορά του θέματος, ότι τελικά η κόρη της τον Απρίλιο του 2017 της είπε ότι είναι αλήθεια, και αυτό τρεις μήνες μετά, και στα πλαίσια πλέον καταγγελίας της παραπονουμένης σε βάρος του κατηγορουμένου για τα υπό κρίσιν αδικήματα, δεν μπορεί παρά να παρουσιάζει μια εικόνα, αλλά και να καταγράφει μια κατάσταση πραγμάτων, τέτοια, που ενδεχομένως να οδηγεί σε κάποια κατεύθυνση και να παραπέμπει, ή να δημιουργεί διάφορες σκέψεις. Έχει αναφερθεί εκτεταμένα στα θέματα αυτά ο κ. Δημητρίου, πλην όμως δεν είναι βεβαίως του παρόντος ο περαιτέρω σχολιασμός. Αποτύπωση όμως των δεδομένων αυτών, και θεώρησή τους σε συνάρτηση με όσα προκύπτουν εκ του μαρτυρικού υλικού στο οποίο κάναμε αναφορά, η πρόβλεψη, ή και η πιθανολόγηση καταδίκης του κατηγορουμένου, κρίνεται ότι δεν παρουσιάζει την απαιτούμενη δύναμη και δεν υπερβαίνει τον απαιτούμενο βαθμό ώστε να μπορούσε να χαρακτηριστεί ως αρκούντως ικανοποιητική, για τις ανάγκες της παρούσης διαδικασίας. Από την άλλη, εξετάζοντας το μαρτυρικό υλικό και τα διάφορα έγγραφα που μας έχουν δοθεί, όπως αυτό έχει καταγραφεί, κρίνουμε ότι είναι τέτοιας φύσης και υφής που προβάλλει, τουλάχιστον, ως ισοδύναμης ισχύος, εύλογη η πιθανότητα προσδοκίας αθώωσης του κατηγορουμένου ( Loizos Savva and Another (No.2), v. The Police
(1977)2 C.L.R. 292). Όπως και στην υπόθεση Γιάγκου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ 216, έτσι και εδώ, θεωρούμε ότι θα πρέπει να αποφύγουμε να υπεισέλθουμε σε λεπτομέρειες, γιατί είναι ορατό το ενδεχόμενο να επηρεαστεί η εκδίκαση της υπόθεσης, όπου θα πρέπει να αποδειχθεί η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αυτός είναι και ο λόγος που αποφύγαμε να καταγράψουμε ή και να σχολιάσουμε λεπτομέρειες που ανέφεραν οι δυο πλευρές επί της ουσίας, τελικά, των γεγονότων και των κατηγοριών. Αξιολογήσαμε όμως, στα πλαίσια της διερεύνησης της πιθανότητας καταδίκης και των ορίων που έθεσε η Κωνσταντινίδης ανωτέρω το μαρτυρικό υλικό, και αποτελεί κατάληξη μας ότι το ενδεχόμενο καταδίκης του κατηγορουμένου, στην βάση του πιο πάνω μαρτυρικού υλικού, δεν υπερβαίνει τον απαιτούμενο ικανοποιητικό βαθμό για τέτοια πρόβλεψη και πιθανολόγηση. Αν όμως ήθελε κριθεί εσφαλμένη η κατάληξη μας αυτή, και κριθεί ότι εκ του μαρτυρικού υλικού προβάλλει ως ορατό το ενδεχόμενο καταδίκης του κατηγορουμένου, θα εξετάσουμε το θέμα κάτω από το άλλο συνυπολογίσιμο στοιχείο, τον κίνδυνο διαφυγής του κατηγορουμένου και της μη προσέλευσης του στην δίκη. Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, κυρίως η κατηγορία του βιασμού, είναι, ως λέχθηκε, ιδιαίτερα σοβαρή και επισύρει ποινή ισόβιας φυλάκισης και επί καταδίκης ανάλογος θα είναι και ο κολασμός, υπό την έννοια της ποινής που ενδεχομένως θα επιβληθεί. Όμως η πιθανολόγηση καταδίκης και η σοβαρότητα, από άποψης ποινής που δυνατόν να επιβληθεί, δεν εξετάζονται απομονωμένα και ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Εφόσον διαπιστωθεί ότι συντρέχουν οι δυο αυτοί παράγοντες, δεν προκύπτει ότι άνευ ετέρου κάθε κατηγορούμενος θα πρέπει να παραμένει υπό κράτηση μέχρι την δίκη του. Η νομολογία που αναφερθήκαμε δεν υποστηρίζει τέτοια αυτοματοποίηση των πραγμάτων. Άλλωστε, εξ ορισμού, υποθέσεις ενώπιον κακουργιοδικείων είναι σοβαρές με ανάλογο κολασμό επί καταδίκης, και συνεπώς με μόνη την πιθανότητα καταδίκης, χωρίς οτιδήποτε άλλο, η κράτηση ενός κατηγορουμένου θα έπρεπε να θεωρείται, σχεδόν, ως δεδομένη. Διαχρονικά η νομολογία θέτει σειρά άλλων παραγόντων που συνυπολογίζονται ως προς τον κίνδυνο διαφυγής, γιατί, τελικά, αυτό είναι το ζητούμενο, αφού το τεκμήριο αθωότητας ενός κατηγορουμένου παραμένει σταθερό αξίωμα και δεδομένο σε όλα τα στάδια της ποινικής διαδικασίας. Η πιθανότητα καταδίκης επί ενός σοβαρού αδικήματος, με την ανάλογη επιβολή ποινής, συνεξετάζεται μαζί με την αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος και τούτο ως δημόσια πολιτική που σχετίζεται άμεσα με το γενικότερο δημόσιο συμφέρον απονομής της δικαιοσύνης. Έχοντας βέβαια πάντοτε κατά νου, πως όσο πιο σοβαρή είναι η κατηγορία, άλλο τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος διαφυγής ενός κατηγορουμένου. Η υπόθεση Θεοχάρους κ.ά ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48, καθώς και άλλες που θα αναφερθούμε στη συνέχεια, παρέχουν το υπόβαθρο επί του οποίου αξιολογείται ο παράγων αυτός. Εξηγείται στην Θεοχάρους ότι είναι ο συνυπολογισμός όλων των σχετικών δεδομένων που πρέπει να αποτιμηθούν στην εκτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο κατηγορούμενος τη δίκη του. Και ως τέτοιοι σχετικοί παράγοντες και δεδομένα που λαμβάνονται υπόψη, είναι στοιχεία που συνδέονται με τον χαρακτήρα του, την κατοικία, το επάγγελμα, τα οικονομικά του δεδομένα, και οι ευρύτεροι δεσμοί του με τη χώρα στην οποία διώκεται, χωρίς όμως αυτά να απομονώνονται από το γενικότερο δημόσιο συμφέρον προς απονομή της δικαιοσύνης. Και τούτο γιατί δεν είναι πάντοτε οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου αρκετές για να εξαλείψουν τον κίνδυνο διαφυγής, ούτε και μπορούν σε κάθε περίπτωση να επενεργούν ως ασπίδα, ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται (Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 790). Ότι εξετάζεται, δεν είναι αορίστως ο κίνδυνος διαφυγής, αλλά οι επιπτώσεις που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές συνθήκες ενός εκάστου συγκεκριμένου κατηγορουμένου, επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης στο δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του. Τίποτε δεν αποτελεί δεδομένο και όλα αποτιμώνται στα πλαίσια των συγκεκριμένων δεδομένων ενός εκάστου κατηγορουμένου. Οι προσωπικές και άλλες συνθήκες ενός κατηγορουμένου, θα πρέπει να προβάλλουν ως σοβαρό αντιστάθμισμα στον κίνδυνο διαφυγής του, αποτιμώμενες αντικειμενικά και στην βάση της καθημερινής εμπειρίας. Έχουμε στον φάκελο της υπόθεσης την κοινωνική έρευνα του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών ημερ.27.10.17 για σκοπούς νομικής αρωγής, η οποία κρίνεται ότι είναι πρόσφατη, την οποία υιοθέτησε ο κ. Δημητρίου. Θεωρούμε ότι παρουσιάζει τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου και μπορούμε να στηριχθούμε σε αυτήν. Προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 42 ετών, διαζευγμένος και πατέρας 4 παιδιών, ηλικίας 8 ½ 15 ½, 19 και 20 ετών. Έχουμε την αναντίλεκτη δήλωση του κ. Δημητρίου ότι τα δυο παιδιά του, πριν την παραπομπή του στο δικαστήριο, διέμεναν μαζί του, επιβεβαιώνεται το γεγονός αυτό και από την κατάθεση της παραπονουμένης, και συνεπώς το γεγονός ότι στην έρευνα αναφέρεται ότι όλα τα παιδιά του διαμένουν με την μητέρα τους, αποτελεί αποτέλεσμα της κράτησης του κατηγορουμένου, από την 20.7.17, που παραπέμφθηκε στο Κακουργιοδικείο. Εργαζόταν με μηνιαίο εισόδημα €1.500 - €1.800 και κατέβαλλε διατροφή €600 το μήνα προς τα παιδιά του δυνάμει δικαστικού διατάγματος. Έχει ακόμα δυο αδέλφια και οι σχέσεις του, όπως περιγράφηκαν από τον ίδιο, είναι ικανοποιητικές. Η μητέρα του αυτοκτόνησε και ο πατέρας του, ηλικίας σήμερα 68 ετών, είναι συνταξιούχος μηχανοδηγός. Μετά τον θάνατο της μητέρας του, με την βοήθεια της μητρικής γιαγιάς, αφού ο πατέρας εγκατέλειψε την οικογένεια, και με την οικονομική στήριξη του Κράτους, ανέλαβε την φύλαξη και φροντίδα των δυο μικρότερων αδελφιών του. Είναι απόφοιτος τεχνικής σχολής, υπηρέτησε 10 μήνες στο στρατό ως προστάτης της οικογένειας του και σε νεαρή ηλικία εργάστηκε ως ηλεκτρονικός. Μετά το γάμο του εργαζόταν ως μηχανοδηγός, και μετά τον χωρισμό του με την σύζυγο του, έχει συστηματική επικοινωνία με τα παιδιά του και τα στηρίζει στο μέτρο των δυνατοτήτων του. Έχουμε επίσης την θέση του, που αναφέρει στην κατάθεση του, ότι έχει συνάψει σοβαρό δεσμό με άλλη γυναίκα. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη μας ότι σύμφωνα με τον δικηγόρο του, που δεν αμφισβητήθηκε και το εκλαμβάνουμε και αυτό ως δεδομένο, πήγε οικειοθελώς, κατόπιν τηλεφωνικής ενημέρωσης του περί υπάρξεως εναντίον του εντάλματος σύλληψης, στον αστυνομικό σταθμό για κατάθεση, στοιχείο εξίσου συνυπολογίσμο σύμφωνα με την υπόθεση Αντωνίου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 319/15, ημερ.21.12.15. Ομοίως, ως υπεδείχθη στην ίδια αυτή υπόθεση, η πιθανότητα μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στην δίκη του θα πρέπει να τεκμηριωθεί. Από την κατηγορούσα βεβαίως αρχή που έχει και το σχετικό βάρος. Σημειώνουμε ακόμα ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, καθώς και την δήλωση του δικηγόρου του περί επιβολής όρων που θα εξασφαλίζουν την παρουσία του στο δικαστήριο. Το ερώτημα που προβάλλει είναι αν οι προσωπικές συνθήκες του συγκεκριμένου κατηγορουμένου, όπως αυτές έχουν καταγραφεί, αποτιμούμενες αντικειμενικά, τείνουν να αναιρέσουν τη θεωρητική πιθανότητα μη προσέλευσης του στη δίκη (Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 718). Κατά την άποψη μας, οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου όπως αυτές έχουν εκτεθεί είναι τέτοιες, και οι δεσμοί του με την Κύπρο είναι τέτοιας υφής, ώστε αναιρούν την, θεωρητικώς πάντοτε, πιθανότητα μη προσέλευσης στην δίκη του. Περί διαφυγής το ζητούμενο, και αποφυγής του κατηγορουμένου να παρουσιαστεί στο δικαστήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης του ο λόγος. Ο κατηγορούμενος διαμένει μόνιμα στην Κύπρο και έχει σταθερή εργασία, στηρίζει οικονομικά τα 4 παιδιά του, εκ των οποίων τα δυο διέμεναν μαζί του, καταβάλλοντας κατόπιν διατάγματος διατροφή σε αυτά. Διατηρεί δε συστηματική επαφή και επικοινωνία μαζί τους. Κρίνουμε, ότι τα δεδομένα αυτά, η σύναψη νέας σχέσης με άλλη γυναίκα, καθώς και όσα άλλα έχουν αναφερθεί, τείνουν να αναιρέσουν ή και να εξαλείψουν, την θεωρητική πιθανότητα διαφυγής του. Κατά συνέπεια και αυτή είναι η κατάληξη μας, το στοιχείο αυτό δεν έχει στοιχειοθετηθεί. Εν κατακλείδι, έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, κρίνουμε ότι το αίτημα της κατηγορούσης αρχής, ως προς τον κίνδυνο μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στην δίκη του δεν έχει στοιχειοθετηθεί και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται. Ο άλλος πυλώνας του αιτήματος εστιάστηκε στον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων εκ μέρους του κατηγορουμένου. Το αίτημα ουσιαστικά στηρίχθηκε επί των ημερολογίων αστυνομικών σταθμών και σε σχετικές καταγγελίες που έγιναν εκ μέρους της παραπονουμένης σε βάρος του. Το στοιχείο αυτό, σύμφωνα με την κα Κωνσταντίνου, αναδεικνύει την τάση και την ροπή του κατηγορουμένου προς διάπραξη άλλων αδικημάτων στο μέλλον. Είχαμε την ευκαιρία, στα πλαίσια εξέτασης του πρώτου λόγου κράτησης του κατηγορουμένου, να προβούμε σε κάποια αναφορά σε αυτά. Η ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλων αδικημάτων στον ενδιάμεσο χρόνο μέχρι τη δίκη, μπορεί να στοιχειοθετηθεί είτε από στοιχεία που αφορούν σε προηγούμενη καταδίκη ή προηγούμενες καταδίκες, είτε και από το γεγονός ότι εναντίον του κατηγορούμενου εκκρεμούν προς εκδίκαση ή καταχώρηση άλλες υποθέσεις σε σχέση με διάπραξη άλλων παρόμοιων αδικημάτων (Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρένου Κώστα Κυριάκου κ.ά.
(2001)2 ΑΑΔ, 373, Σιακαλλής ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 130). Η πιθανότητα διάπραξης αδικήματος στο μέλλον δεν αποδεικνύεται, ούτε και είναι εύκολο να αποδειχθεί, με την αυστηρή έννοια του όρου. Εκείνο που μετρά είναι, αν, στη βάση όλων των ενώπιον του δικαστηρίου στοιχείων, δημιουργείται ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα. Δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία για την ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλων αδικημάτων (Οικονομίδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 492, Τσιάκκας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 164). Η πιθανολόγηση δεν μπορεί να είναι ούτε ασαφής ούτε αόριστη. Θα πρέπει να έχει ως έρεισμα συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, εκ της οποίας θα πρέπει να εξάγεται η τάση και η ροπή του προς το έγκλημα και η τυχόν επανάληψη παρόμοιων αδικημάτων. Ένας σοβαρός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη είναι η ύπαρξη προηγουμένων καταδικών του κατηγορουμένου. Με άλλα λόγια η ύπαρξη ποινικού μητρώου. Η υπόθεση Πατατάρης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 46 είναι άμεσα σχετική. Υπεδείχθη: «πρωτεύουσα θέση μεταξύ των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη όταν εξετάζεται εισήγηση για ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης στο μέλλον αδικημάτων από τον αδικοπραγούντα, κατέχει το ποινικό μητρώο του τελευταίου. Πιθανολόγηση διάπραξης νέου αδικήματος αναφέρεται σε τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του αδικοπραγούντα στο μέλλον, συμπεριφορά για την οποία το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα, με βάση το σύνολο του υλικού που βρίσκεται ενώπιον του. Στο υλικό αυτό συγκαταλέγεται και το ιστορικό του αδικοπραγούντα, όπως αυτό αναδύεται μέσα από το ποινικό του μητρώο» Προκύπτει ότι, αποδεχόμενη τούτο η κα Κωνσταντίνου, ποινικό μητρώο ο κατηγορούμενος δεν διαθέτει. Εκκρεμούσες υποθέσεις εναντίον ενός κατηγορουμένου αποτελεί ακόμα ένα στοιχείο από το οποίο μπορεί να αντληθούν συμπεράσματα (Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 840, 850). Ότι υπάρχει ενώπιον μας, με βάση την αναντίλεκτη θέση του κ. Δημητρίου, είναι εκκρεμούσα μια καταγγελία της παραπονούμενης εναντίον του κατηγορουμένου, η Μ155/17 ημερ.18.6.17 για επίθεση και εξύβριση, που αναφέρει η παραπονουμένη στην κατάθεση της. Οι υπόλοιπες αποσύρθηκαν από την παραπονούμενη, ακόμα και η σοβαρότατη για σεξουαλική κακοποίηση της θυγατέρας της. Εξ αυτής και μόνο, δηλαδή της Μ155/17, κατά την κρίση μας, δεν μπορούν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα προς κάποια κατεύθυνση, και κυρίως ότι το στοιχείο αυτό από μόνο του οδηγεί, ή και δημιουργεί άνευ ετέρου, ισχυρή εντύπωση τέτοιας πιθανότητας. Τελικά, ως προκύπτει, δεν υπάρχει εγκληματικό ιστορικό του κατηγορουμένου εκ του οποίου θα μπορούσε να δώσει έναυσμα προς εξαγωγή συμπερασμάτων. Υποδεικνύεται εδώ, ότι στην Σπανού κ.ά ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 89, αναφέρθηκε ότι η πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων είναι αρκετό να προβάλλει ως λογικοφανής, στην βάση της προηγούμενης εγκληματικής δράσης των κατηγορουμένων. Και κάτι τέτοιο δεν υπάρχει ούτε και προβάλλει, αλλά ούτε και έχει στοιχειοθετηθεί στην παρούσα υπόθεση. Κατά συνέπεια, και αυτή είναι η κατάληξη μας, στην βάση όσων έχουμε εξηγήσει και αναλύσει, το αίτημα της κατηγορούσης αρχής προς κράτηση του κατηγορουμένου δεν δικαιολογείται. Θα προχωρήσουμε να ακούσουμε τις δυο πλευρές ως προς τους όρους με τους οποίους ο κατηγορούμενος θα αφεθεί ελεύθερος. (Υπ.) ............. Ν. Γιαπανάς, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Λ. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο