Αναφορικά με τον ΜΕΣΑΡΙΤΗ, Ευρωπαϊκά Εντάλματα Σύλληψης Αρ.: 8/17, 9/17, 10/17 και 11/17, 20/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:B10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Κ. Λοϊζου, Ε. Δ. Ευρωπαϊκά Εντάλματα Σύλληψης Αρ.: 8/17, 9/17, 10/17 και 11/17 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2004 (ΝΟΜΟΣ 133(I)/2004) -και- Αναφορικά με τον XXXXX ΜΕΣΑΡΙΤΗ από την Κύπρο Ημερομηνία: 20/07/17 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κεντρική Αρχή εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα: κ. Α. Σελίπας. Για τον Εκζητούμενο: κ. Μ. Πελεκάνος. Εκζητούμενος: παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Α. Αντικείμενο Δια της παρούσας διαδικασίας ζητείται η εκτέλεση τεσσάρων Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Σύλληψης, τα οποία εκδόθηκαν από Κεντρική Αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στις 7.3.2017 (στο εξής «το ΕΕΣ8/17») και 22.5.2017 για τα υπόλοιπα τρία Ευρωπαϊκά Εντάλματα Σύλληψης (στο εξής «τα ΕΕΣ9/17, 10/17 και 11/17). Στη βάση του ΕΕΣ8/17, ο εκζητούμενος ο οποίος είναι κύπριος πολίτης και διαμένει στην Κύπρο, συνελήφθη και άχθηκε ενώπιον Δικαστηρίου στις 18.5.
- Βάσει των ΕΕΣ9/17, 10/17 και 11/17, ο εκζητούμενος συνελήφθη και άχθηκε ενώπιον Δικαστηρίου στις 24.5.
- Κατόπιν κοινού αιτήματος Κεντρικής Αρχής και Υπεράσπισης και έγκρισης αυτού από το Δικαστήριο, τα Ευρωπαϊκά Εντάλματα Σύλληψης συνεκδικάστηκαν, λόγω του ότι αφορούσαν στο ίδιο πρόσωπο, προέρχονταν όλα από την Ελλάδα, αφορούσαν σε διαφορετικές αλλά συναφείς αξιόποινες πράξεις και η συνεκδίκασή τους κρίθηκε πρόσφορη για εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου και εξόδων και προς όφελος των μερών και της δικαιοσύνης. Αφού το Δικαστήριο επιβεβαίωσε την ταυτότητα του εκζητούμενου, τον ενημέρωσε για την ύπαρξη και το περιεχόμενο των Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Σύλληψης, καθώς και για το δικαίωμά του στην εκπροσώπηση δια δικηγόρου, στη λήψη αντιγράφων της διαδικασίας και στο δικαίωμα συγκατάθεσής του στην έκδοσή του, βάσει του άρθρου 17 του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητούμενων μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμος του 2004, Νόμου 133(Ι)/2004 (στο εξής «ο Νόμος»). Ο εκζητούμενος δεν συγκατατέθηκε στην έκδοσή του και έτσι οι υποθέσεις ορίστηκαν για ακρόαση. Ο εκζητούμενος, συναινούσης και της Κεντρικής Αρχής, αφέθηκε ελεύθερος υπό όρους. Ήταν η θέση της Υπεράσπισης ενώπιον του Δικαστηρίου ότι, o εκζητούμενος δεν γνώριζε για οποιεσδήποτε εναντίον του ελληνικές δικαστικές διαδικασίες. Ουδέποτε έλαβε αυτοπροσώπως κλήση για εμφάνιση ενώπιον ελληνικού δικαστηρίου, ουδέποτε εμφανίστηκε ενώπιον ελληνικού δικαστηρίου και ότι έλαβε γνώση των εναντίον του διαδικασιών μέσω των επίδικων Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Σύλληψης. Σε όσες περιπτώσεις φαίνεται στα επίδικα Ευρωπαϊκά Εντάλματα Σύλληψης ότι εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο, η υπογραφή του πλαστογραφήθηκε και ουδέποτε εξουσιοδότησε οποιοδήποτε δικηγόρο να τον εκπροσωπήσει σε ελληνική δικαστική διαδικασία, αφού δε γνώριζε περί της ύπαρξής της. Διέμενε πάντοτε στην Κύπρο. Πηγαινοερχόταν στην Αθήνα για περίπου 1 ½ χρόνο, περί το 2003-2004, ώστε να υπογράφει διάφορα έγγραφα εταιρειών για τις οποίες διορίστηκε διευθυντής/διαχειριστής. Υπέγραφε τα έγγραφα αυτά, έναντι ανταλλάγματος $600 μηνιαίως και χωρίς να γνωρίζει τι υπέγραφε. Πίστευε ότι διορίστηκε διευθυντής των εταιρειών αυτών για σκοπούς καλύτερης φορολογίας τους και ό,τι έκανε ήταν νόμιμο. Πιστεύει ότι προσπαθούν να τον εμπλέξουν σε απάτες ελληνικού δικαστικού και παραδικαστικού κυκλώματος και είναι αθώος σε σχέση με ο,τιδήποτε του καταλογίζεται. Β. Η μαρτυρία Εκ μέρους Κεντρικής Αρχής μαρτύρησαν οι Προκόπης Χίντικος, αρμόδιος υπάλληλος του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας (στο εξής «Μ.Α.1») και ο Αστ.XXX1, XXXXX Σωτηρίου του ΤΑΕ Λάρνακας (στο εξής «Μ.Α.2»). Εκ μέρους της Υπεράσπισης μαρτύρησαν ο XXXXX Μαρκίδης, γραφολόγος (στο εξής «Μ.Υ.1»), ο εκζητούμενος και ο XXXXX Σταυριανός, ειδικός ιατροδικαστής (στο εξής ο «Μ.Υ.2»). Ο Μ.Α.1 κατέθεσε αντίγραφα των ΕΕΣ 8/17 και 11/17 (Τεκμήρια 1 και 4 αντίστοιχα). Κατέθεσε επίσης τα πρωτότυπα ΕΕΣ 9/17 και 10/17 (Τεκμήρια 2Α και 3Α αντίστοιχα). Ανέφερε ότι το Τεκμήριο 1 το έλαβε από το Εθνικό Γραφείο Interpol της Interpol στη Λευκωσία. Το Τεκμήριο 4 το έλαβε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις 24.5.2017 από την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών. Όταν έλαβε τα Ευρωπαϊκά Εντάλματα Σύλληψης τα προώθησε προς σύλληψη του εκζητούμενου από την Αστυνομία. Δεν προέβη, διότι δεν είχε λόγο να προβεί, σε οποιαδήποτε επιβεβαίωση για την πιστότητα των αντιγράφων των ΕΕΣ 8/17 και 11/
- Δεν ήταν σε θέση να αναφέρει οτιδήποτε άλλο πέραν από τα αναφερόμενα στο λεκτικό των επίδικων Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Σύλληψης και όπως αυτά παρουσιάζονταν στην όψη τους. Στα πλαίσια της αντεξέτασής του κατατέθηκαν ως Τεκμήρια προς αναγνώριση τα εξής ώστε να μπορούν να του υποβληθούν οι σχετικές θέσεις της Υπεράσπισης. Το Τεκμήριο 6 αφορά σε Επιτελική Σύνοψη Έκθεσης προς την ελληνική κυβέρνηση, αναφορικά με την επίσκεψη στην Ελλάδα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων και της Απάνθρωπης ή Ταπεινωτικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας (CPT 1.3.2016). Κατατέθηκαν επίσης ως Τεκμήρια προς αναγνώριση 7
(1)μέχρι 7
(6)έξι εξουσιοδοτήσεις του εκζητούμενου προς πληρεξούσιους δικηγόρους του, XXXXX Ασλάνη του XXXXX και XXXXX Λεωτσάκο του XXXXX, να εμφανιστούν για αυτόν σε έξι υποθέσεις που αποτελούν μερικές από τις αξιόποινες πράξεις που οδήγησαν στην έκδοση των επίδικων Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Σύλληψης. Ο Μ.Α.1 δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει τα Τεκμήρια αυτά, ούτε και να τοποθετηθεί επί του περιεχομένου τους. Πάντως, στη δική του μαρτυρία ο εκζητούμενος τα αναγνώρισε μόνο ως προς το ότι είναι τα έγγραφα που έλαβε μέσω του Έλληνα δικηγόρου του, τον οποίο διόρισε μετά τη σύλληψή του βάσει των επίδικων Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Σύλληψης, ώστε να διερευνήσει στην ελληνική επικράτεια τον τρόπο με τον οποίο εκδόθηκαν οι αποφάσεις που αναφέρονται σε αυτά και δεν τα αναγνώρισε ως προς το περιεχόμενό τους ή ως προς την αλήθεια αυτού. Ο εκζητούμενος επέμεινε μέχρι τέλους ότι καμία από τις υπογραφές που φαίνονται στα Τεκμήρια 7
(1)μέχρι 7
(6)ήταν δικές του. Κατατέθηκαν επίσης ως Τεκμήρια προς αναγνώριση 8
(1)μέχρι 8
(4)αποδεικτικά επίδοσης σε σχέση με μερικές από τις αξιόποινες βάσει των ενώπιόν μου Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Σύλληψης πράξεις. Ούτε ο Μ.Α.1 τα αναγνώρισε ως προς το περιεχόμενό τους, αλλά ούτε και ο εκζητούμενος. Ο Μ.Α.2 ανέφερε ότι ήταν ο αστυνομικός που προέβη στη σύλληψη του εκζητούμενου βάσει του ΕΕΣ 8/17 στις 18.5.2017 και αφού πληροφόρησε αυτόν για τους λόγους σύλληψής του και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο απάντησε: «Έμαθα ότι εκκρεμεί εναντίον μου ένταλμα σύλληψης και ήρθα οικειοθελώς στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου να παραδοθώ. Έχω διορίσει ως δικηγόρο μου τον Μιχάλη Πελεκάνο, ο οποίος χειρίζεται πλέον την υπόθεση και με τον οποίο ήδη μίλησα πριν έρθω.». Έγινε περαιτέρω παραδεκτό γεγονός μεταξύ των μερών ότι ο Αστ.1231 συνέλαβε τον εκζητούμενο στις 24.5.2017 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας βάσει των ΕΕΣ 9/17, 10/17 και 11/17 και αφού του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψής του και του επεστήθη η προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε: «Εντάξει». Έγινε επίσης παραδεκτό γεγονός ότι του επεδόθη Έγγραφο Δικαιωμάτων Συλληφθέντων βάσει Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι είναι εμπειρογνώμονας δικαστικός γραφολόγος, διορισμένος από το Υπουργικό Συμβούλιο, δυνάμει της ΚΔΠ152/98 ημερομηνίας 12.6.1998. Σχετικά με την υπόθεση, ετοίμασε έκθεση ημερομηνίας 22.6.2017, την οποία και κατέθεσε ως Τεκμήριο 24. Αναφέρει ότι στην έκθεσή του καταλήγει σε συμπέρασμα ότι η γενική μορφή και εμφάνιση των υπογραφών που φαίνονται στα Τεκμήρια 7
(1)μέχρι 7
(6)και αποδίδονται στον εκζητούμενο διαφέρει ως προς τη γενική μορφή και εμφάνιση των είκοσι δειγμάτων υπογραφών που ο ίδιος έλαβε από τον εκζητούμενο για σκοπούς σύγκρισης, εκ των οποίων τα δέκα είναι δείγματα ανύποπτου χρόνου, στη βάση εγγράφων που του προσκόμισε ο ίδιος ο εκζητούμενος και τα υπόλοιπα δέκα δείγματα είναι πρωτότυπες υπογραφές, τις οποίες ο ίδιος έλαβε από τον εκζητούμενο και στην παρουσία του πρώτου. Συγκρίνοντας μεταξύ τους τα είκοσι δείγματα υπογραφής του εκζητούμενου, και παρά τη χρονολογική διαφορά που αυτά παρουσιάζουν μεταξύ τους, έκρινε ότι παρουσίαζαν συνέπεια στη γενική μορφή, εμφάνιση και τεχνική σχηματισμού τους. Ως εκ τούτου, πείστηκε ότι τα δείγματα αυτά υπογραφών είναι γνήσιες υπογραφές του XXXXX Μεσαρίτη. Αντίθετα, είπε, οι υπογραφές που φαίνονται στα Τεκμήρια 7
(1)μέχρι και 7
(6), όσον αφορά στη γενική μορφή και εμφάνισή τους, καθώς επίσης και στην τεχνική σχηματισμού τους, διαφέρουν από τις γνήσιες, ως τις δέχθηκε πιο πάνω, υπογραφές του εκζητούμενου. Καταλήγει ότι, κατά τη γνώμη του, καμία από τις έξι υπογραφές στα Τεκμήρια 7
(1)μέχρι 7
(6)είναι γνήσια υπογραφή του εκζητούμενου. Υπό τις εξής αιρέσεις:
- Ότι όλα τα έγγραφα που του προσκομίστηκαν εκτός των δειγμάτων υπογραφών που έλαβε στην παρουσία του εκζητούμενου ήταν φωτοαντίγραφα, κάτι το οποίο δυνατό να μειώσει την ποιότητα της σύγκρισης αμφισβητούμενων και γνησίων υπογραφών. Και
- Ότι τα φωτοαντίγραφα που του παρουσιάστηκαν ήταν γνήσια αντίγραφα του πρωτοτύπου. Αντεξεταζόμενος, δέχθηκε ότι δεν πήρε δείγματα υπογραφών του εκζητούμενου με τζίφρα ή γραφική παράσταση ώστε να είναι σε θέση να τα συγκρίνει με τις αμφισβητούμενες υπογραφές. Ανέφερε, όμως, ότι αυτό δεν μειώνει την ποιότητα της σύγκρισής του. Του υπεβλήθη ότι το μόνο που μπορεί να αναφέρει θετικά είναι ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές και τα δείγματα υπογραφών που έλαβε στην παρουσία του εκζητούμενου διαφέρουν οπτικά. Δεν το δέχθηκε. Ο εκζητούμενος μαρτύρησε ότι κατάγεται και διαμένει τα τελευταία 50 χρόνια στην οδό XXXXX 3Α στη Λάρνακα. Από το 1992 ασκεί το επάγγελμα του ασφαλιστικού συμβούλου. Περί το 2003 και λόγω οικονομικών δυσκολιών αναγκάστηκε να εξεύρει δεύτερη εργασία. Συγγενικό του πρόσωπο του ανέφερε ότι «στην Ελλάδα συγκεκριμένοι επενδυτές αναζητούσαν κύπριους για να διοριστούν ως διευθυντές σε εταιρείες ελληνικών συμφερόντων λόγω καλύτερης φορολογίας». Απευθύνθηκε για εργασία και κλήθηκε και πήγε στην Αθήνα όπου στο αεροδρόμιο τον παρέλαβε μία δικηγόρος με το όνομα XXXXX Παπαγεωργίου XXXXX. Τον σύστησε με διάφορους επενδυτές, οι οποίοι ήταν δικαστές, εισαγγελείς-δικηγόροι και επιχειρηματίες. Αποδέχθηκε το διορισμό του ως διευθυντής σε δύο-τρεις εταιρείες, είπε, οι οποίες εμπορεύονταν σε πολύτιμα μέταλλα. «Ήμουνα πάντοτε με την εντύπωση ότι όλα ήταν νόμιμα και γνώριζα ότι ούτως ή άλλως οτιδήποτε γινόταν θα χρειαζόταν η υπογραφή μου», είπε. Εντός του επομένου 1 ½ έτους, επισκέφθηκε την Αθήνα τρεις με τέσσερις φορές, δαπάνη των εταιρειών στις οποίες διορίστηκε διευθυντής και υπέγραφε διάφορα έγγραφα για τη σύσταση των εταιρειών αυτών και φορολογικής εγγραφής τους, ενώπιον συμβολαιογράφων και δικηγόρων. Πληρωνόταν $600 το μήνα. Περί το 2004, και περίπου 1 ½ χρόνο μετά την πρώτη του επίσκεψη στην Αθήνα, οι υπηρεσίες του τερματίστηκαν από τη δικηγόρο Σαμψών τηλεφωνικώς και έκτοτε δεν ξαναπήγε στην Ελλάδα, εκτός το 2013 για τρεις μέρες σε συγγενικό γάμο. Δε γνωρίζει οτιδήποτε για τις πράξεις που του καταλογίζονται στα επίδικα Ευρωπαϊκά Εντάλματα Σύλληψης. «Μάλλον πρόκειται για σωρεία πλαστογραφιών και παράνομης χρήσης του ονόματος μου», είπε. Δεν είχε οποιαδήποτε επαφή με οποιοδήποτε άτομο πέραν της δικηγόρου Σαμψών. Ποτέ δεν του επιδόθηκε αυτοπροσώπως οποιαδήποτε κλήση είτε για να παρουσιαστεί σε ελληνικό Δικαστήριο, είτε ότι οποιαδήποτε υπόθεση εκκρεμούσε εναντίον του. Οι εξουσιοδοτήσεις προς δικηγόρους που του αποδίδονται ουδέποτε υπεγράφησαν από αυτόν και είναι «πιθανώς πλαστογραφημένες». Όταν επισκεπτόταν την Αθήνα, διέμενε πάντοτε στην οδό Ξενίας στην Αθήνα, όπου υπήρχε διαμέρισμα, στο οποίο διέμενε για τις μερικές μέρες της διαμονής του στην Αθήνα και στο οποίο διέμεναν και άλλα άτομα που έκαναν την ίδια «δουλειά». Ουδέποτε διέμενε ή γνωρίζει πού ευρίσκονται οι οδοί Δαμάρεως, Ρόμβης, Λεωχάρους ή Αρμονίας. Παρόλο που δεν τον ανάγκασε οποιοσδήποτε να αποδεχτεί τον διορισμό του ως διευθυντής διαφόρων εταιρειών, των οποίων τα ονόματα είπε ότι δε θυμάται εκτός από την «Μπάλα Σύρματα Μέταλλα ΕΠΕ», και οικειοθελώς προς τούτο προσφέρθηκε, υπέγραφε τα έγγραφα που του υποδεικνύονταν χωρίς ερωτήσεις και χωρίς να γνωρίζει σε τι αφορούσαν. Έτσι απαιτείτο από τον ίδιο, είπε, στην πορεία της εργασίας του και έτσι έπραττε. Μετά το 2004 ουδεμία ανάμειξη είχε με τις εταιρείες αυτές και κανένα έγγραφο υπέγραψε. Δε γνωρίζει αν εκκρεμούν φορολογικά χρέη των εταιρειών των οποίων ήταν διευθυντής προς το ελληνικό δημόσιο και πίστευε ότι όλα ήταν νόμιμα λόγω της ανάμειξης δικαστών και εισαγγελέων στην υπόθεση. Πιστεύει ότι θέλουν να τον μπλέξουν, ενώ ο ίδιος βρισκόταν στην Κύπρο κατά τους επίδικους χρόνους. Σύμφωνα με ιατρικά πιστοποιητικά από τους θεράποντες ιατρούς του, αντιμετωπίζει σοβαρά ιατρικά προβλήματα, δηλαδή χρόνια κολπική μαρμαρυγή και ανευρυσματική διάταση ανιούσης αορτής, 47mm, σακχαρώδη διαβήτη τύπου II, αρτηριακή πίεση και δυσλιπιδαιμία. Λαμβάνει προς τούτα χρόνια φαρμακευτική αγωγή. Αντενδείκνυται η έντονη σωματική εργασία και η έντονη ψυχική φόρτιση. Ο Μ.Υ.2 ανέφερε ότι είχε στην κατοχή του το φάκελο του Νοσοκομείου Λάρνακας για τον εκζητούμενο. Περιορίστηκε στο να συνοψίσει τις απόψεις των θεραπόντων ιατρών του, στη βάση του φακέλου αυτού και λοιπών ιατρικών πιστοποιητικών, με τα οποία τον προμήθευσε ο εκζητούμενος και να δώσει τη δική του άποψη ως προς την επικινδυνότητα της διαμετακόμισης του εκζητούμενου στην Ελλάδα, λόγω της ιατρικής του κατάστασης. Το 2008 ο εκζητούμενος υπεβλήθη σε αξονική τομογραφία και διαγνώσθηκε με ανεύρυσμα ανιούσης αορτής, διαμέτρου περίπου 43,7mm, χωρίς εικόνα ρήξεως και διαχωρισμού. Στις 14.2.2017, βάσει του Τεκμηρίου 40, η διάμετρος του ανευρύσματος είχε φτάσει τα 53mm, το οποίο αργότερα διόρθωσε σε 50,3mm, όπως εμφαίνεται άλλωστε και στο εν λόγω Τεκμήριο. Το ανεύρυσμα ανιούσης αορτής είναι σοβαρή ιατρική κατάσταση, η οποία μπορεί να αποβεί ανά πάσα στιγμή μοιραία και ο ωφέλιμος χρόνος μεταξύ της ρήξεως του ανευρύσματος ή διαφυγής αίματος από αυτό που μπορεί να οδηγήσει στο μοιραίο είναι ελάχιστος. Έτσι, πρέπει να γίνεται σωστή διάγνωση, συστηματική παρακολούθηση και έγκαιρη παρέμβαση ειδικού όταν οι περιστάσεις το απαιτούν. Όταν το ανεύρυσμα έχει διάμετρο πέραν των πέντε εκατοστών χρήζει άμεσης καρδιοχειρουργικής αξιολόγησης και επέμβασης. Ο Μ.Υ.2 επικοινώνησε με τους θεράποντες ιατρούς του εκζητούμενου, ώστε να τους αναφέρει την επικινδυνότητα στον εκζητούμενο λόγω του ότι η διάμετρος του ανευρύσματός του έφτασε τα 50,3mm στις 14.2.
- Δέχθηκε, πάντως, ότι ο ίδιος δεν είναι ειδικός καρδιολόγος, δεν έχει κάμει καρδιογράφημα ή οποιαδήποτε άλλη κλινική εξέταση στον εκζητούμενο, πέραν της εξέτασης των άκρων του, δεν του έχει λάβει αρτηριακή πίεση και δεν έχει μετρήσει το διαβήτη του. Δέχθηκε επίσης ότι είναι οι θεράποντες ιατροί του που πρέπει να προβούν σε καρδιοχειρουργική εκτίμηση ως προς το εάν πρέπει να προγραμματιστεί επέμβαση. Δέχθηκε, περαιτέρω, ότι κατόπιν συμβουλής από τους θεράποντες ιατρούς του και σχετικής συνταγογράφησης φαρμακευτικής αγωγής, ο εκζητούμενος πιθανόν να είναι σε θέση να ταξιδέψει, αλλά αυτό είναι κάτι το οποίο θα αξιολογήσουν οι θεράποντες ιατροί του, λαμβάνοντας υπόψη ότι η χρόνια κολπική μαρμαριγή, η αυξημένη αρτηριακή πίεση και ο διαβήτης αυξάνουν τη διάμετρο του ανευρύσματος και τους σχετικούς παράγοντες κινδύνου. Λόγω των συνθηκών στις φυλακές Κορυδαλλού θεωρεί ριψοκίνδυνο ο εκζητούμενος να παραμείνει υπό κράτηση διότι πρέπει τα συμπτώματα, ειδικά του ανευρύσματος, να παρακολουθούνται συστηματικά. Στα δημοσιεύματα από το διαδίκτυο, που κατέθεσε ως Τεκμήρια 41 με 43, σε σχέση με τις συνθήκες κράτησης κρατουμένων στις Ελληνικές Φυλακές, δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε, ικανής αξίας, βαρύτητα, εφόσον αντιπροσωπεύουν μόνο τις απόψεις των εκδοτών τους. Η δε, προσωπική του άποψη ως προς τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης στις φυλακές Κορυδαλλού, δεν είναι βαρύνουσας σημασίας εφόσον είπε ότι τις επισκέφθηκε μια φορά το 1998, πριν σχεδόν είκοσι χρόνια δηλαδή. Δεν θα αξιολογήσω τα λεγόμενα των ενώπιόν μου μαρτύρων στο βαθμό και έκταση που αφορούν στην ουσία των υποθέσεων που περιλαμβάνονται στα επίδικα Ευρωπαϊκά Εντάλματα Σύλληψης. Ούτε πρέπει, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, να κρίνω, ούτε και είμαι σε θέση να το πράξω βάσει των όσων τέθηκαν ενώπιόν μου, εάν η Υπεράσπιση που προέβαλε ενώπιόν μου ο εκζητούμενος είναι αληθινή. Αυτό είναι κάτι που θα κριθεί από τις ελληνικές δικαστικές αρχές στην περίπτωση που εκδοθεί στην Ελλάδα. Το μόνο που, εν προκειμένω, θα κριθεί είναι εάν βάσει των Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Σύλληψης που έχω ενώπιόν μου, στην όψη τους, αλλά και βάσει των όσων εν τέλει κατέστησαν παραδεκτά μεταξύ των μερών, πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου και της Απόφασης-Πλαίσιο για έκδοση του εκζητούμενου. Εάν προς τούτο, απαιτείται αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας, προβαίνω σε αυτήν κατωτέρω. Γ. Τα Ευρωπαϊκά Εντάλματα Σύλληψης Γ.1 Το ΕΕΣ 8/17, Τεκμήριο
- Εκδόθηκε από τον Αντιεισαγγελέα Εφετών Αθηνών κ. XXXXX Βούλγαρη στις 7.3.2017 και αφορά σε πέντε εντάλματα σύλληψης ή δικαστικές αποφάσεις που έχουν την ίδια ισχύ υπ' αριθμόν: 5/12-02-2009, ένταλμα σύλληψης του 16ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε με την υπ' αριθμ. 114/27-01-2012 διάταξη του Κ. Προέδρου Εφετών Αθηνών. 11/21-05-2009, ένταλμα σύλληψης του 21ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε με την υπ' αριθμ. 606/12-05-2010 διάταξη του Κ. Προέδρου Εφετών Αθηνών. 41/16-11-2009, ένταλμα σύλληψης του 15ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε με την υπ' αριθμ. 475/15-04-2010 διάταξη του Κ. Προέδρου Εφετών Αθηνών. 11/12-03-2013, ένταλμα σύλληψης του 2ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε με την υπ' αριθμ. 624/24-04-2014 διάταξη του Κ. Προέδρου Εφετών Αθηνών και 6/22-03-2012, ένταλμα σύλληψης του 20ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε με την υπ' αριθμ. 1747/29-10-2012 διάταξη του Κ. Προέδρου Εφετών Αθηνών. Οι επαπειλούμενες ποινές για όλα τα πιο πάνω είναι ποινές καθείρξεως πέντε έως δέκα ετών. Πρέπει να σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι το Παράρτημα Δ του ΕΕΣ 8/17 δεν έχει συμπληρωθεί, εφόσον αυτό δεν αφορά σε έκδοση απόφασης ερήμην του εκζητούμενου, αλλά αφορά μόνο σε ένταλμα σύλληψης του εκζητούμενου για σκοπούς δίωξής του. Το ΕΕΣ 8/17 συνδέεται, ως φαίνεται στο Τμήμα (Ε) αυτού, με συνολικά πέντε αξιόποινες πράξεις που αφορούν, σε σχέση με το
(1)μέχρι
(4)πιο πάνω, στην έκδοση και χρήση εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες συναλλαγές και αποφυγή πληρωμής φόρου και Φ.Π.Α. προς το δημόσιο για τα έτη 2003 με 2004. Η αξιόποινη πράξη που αντιστοιχεί, στο υπό
(5)πιο πάνω στοιχείο, αφορά σε αποφυγή πληρωμής φόρου λόγω μη υποβολής εκκαθαριστικών δηλώσεων Φ.Π.Α. και συνακόλουθα μη απόδοσης στο δημόσιο του αναλογούντος Φ.Π.Α. για τα έτη 2003 και 2004. Οι αξιόποινες αυτές πράξεις του καταλογίζονται όχι υπό την προσωπική του ιδιότητα, αλλά υπό την ιδιότητά του ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής των εταιρειών περιορισμένης ευθύνης με τις επωνυμίες «ΒΑΡ. ΜΕΤ. Ε.Π.Ε.», «ΜΠΑΛΑ ΜΕΤΑΛΛΑ ΣΥΡΜΑΤΑ Ε.Π.Ε.» με αντικείμενο εργασιών την εμπορία πολύτιμων μετάλλων. Γ.2 Το ΕΕΣ 9/17, Τεκμήριο 2 και 2Α. Εκδόθηκε από τον Αντιεισαγγελέα Εφετών Αθηνών κ. Κωνσταντίνο Τσαβέλλα στις 22.5.2017 και αφορά σε τέσσερις εκτελεστές δικαστικές αποφάσεις ως εξής: 28999/8-3-2012 ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΠΛΗΜ/ΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ. 52697/24-5-2012 ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΠΛΗ/ΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ. 11299/18-2-2013 ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ ΠΛΗΜ/ΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ. 4387/5-2-2015 ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ ΠΛΗΜ/ΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ. Η διάρκεια της επιβληθείσας στερητικής της ελευθερίας ποινής και η οποία υπολείπεται προς έκτιση είναι μεταξύ δύο και πέντε ετών για όλες τις πιο πάνω εκτελεστές αποφάσεις. Στο μέρος (Δ) του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης αναφέρεται ότι η απόφαση εκδόθηκε απόντος του ενδιαφερομένου, ήτοι «ο ενδιαφερόμενος κλητεύθηκε αυτοπροσώπως ή ενημερώθηκε κατ' άλλον τρόπο για την ημερομηνία και τον τρόπο της ακροαματικής διαδικασίας που κατέληξε στην απόφαση εν τη απουσία του». Και αναφέρονται οι εξής νομικές εγγυήσεις. Σε σχέση με τις εκτελεστές αποφάσεις ως
(1)με
(3)ανωτέρω, «Ο εν λόγω εκζητούμενος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σύμφωνα με την Ελληνική Δικονομία αλλά δεν προσήλθε να δικαστεί. Κατά των αποφάσεων αυτών μπορεί να ασκήσει είτε το ένδικο βοήθημα της αίτησης ακύρωσης απόφασης είτε το ένδικο μέσο της εκπρόθεσμης εφέσεως και να επιδιώξει νέα κρίση της υποθέσεως του». Όσον αφορά στην υπόθεση 4387/5-2-2015, «Ο εν λόγω εκζητούμενος εκπροσωπήθηκε με τον Συνήγορο Υπεράσπισης της αρεσκείας του, δικηγόρο Αθηνών κ. XXXXX Ασλάνη (βάσει της από 16-1-2015 σχετικής εξουσιοδότησης)». Το ΕΕΣ 9/17 συνδέεται, ως φαίνεται στο Τμήμα (Ε) αυτού, με συνολικά τέσσερις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες ο εκζητούμενος κηρύχθηκε ένοχος για φορολογικά αδικήματα, ήτοι ότι ηθελημένα δεν κατέβαλε βεβαιωμένα χρέη του προς το Δημόσιο για συνολικές περιόδους από 29.12.2008 έως και 30.7.
- Οι αξιόποινες αυτές πράξεις του καταλογίζονται όχι υπό την προσωπική του ιδιότητα, αλλά υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής των εταιρειών με την επωνυμία «ΜΠΑΛΑ ΜΕΤΑΛΛΑ ΣΥΡΜΑΤΑ Ε.Π.Ε.», «ΣΥΡΜΑΤΑ Ε.Π.Ε.» και «ΜΕΓΑΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΟ ΛΟΓΙΣΜΙΚΟΥ Ε.Π.Ε.». Γ. 3 Το ΕΕΣ 10/17, Τεκμήριο 3 και 3 Α. Εκδόθηκε από τον Αντιεισαγγελέα Εφετών Αθηνών κ. Κωνσταντίνο Τσαβέλλα στις 22.5.2017 και αφορά σε έξι εκτελεστές αποφάσεις ως εξής:
- 4135/29-06-2015, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών η οποία εξεδόθη κατ' έφεση της υπ' αριθμ. 1710/14-01-2014 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
- 1328/23-03-2015, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
- 20420/01-03-2006, απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
- 52815/17-05-2007, απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
- 18999/03-02-2011, απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
- 66846/17-11-2011, απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Η διάρκεια της επιβληθείσας στερητικής της ελευθερίας ποινής και η οποία υπολείπεται προς έκτιση είναι μεταξύ ενός και επτά ετών για όλες τις πιο πάνω εκτελεστές αποφάσεις. Στο μέρος (Δ) του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης αναφέρεται ότι η απόφαση εκδόθηκε απόντος του ενδιαφερομένου, ήτοι «ο ενδιαφερόμενος κλητεύθηκε αυτοπροσώπως ή ενημερώθηκε κατ' άλλον τρόπο για την ημερομηνία και τον τόπο της ακροαματικής διαδικασίας που κατέληξε στην απόφαση εν τη απουσία του». Και αναφέρονται οι εξής νομικές εγγυήσεις σε σχέση με τις εκτελεστές αποφάσεις ως
(3)μέχρι
(6)ανωτέρω, «Ο εν λόγω εκζητούμενος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σύμφωνα με την ελληνική δικονομία αλλά δεν προσήλθε να δικαστεί. Κατά των αποφάσεων αυτών μπορεί να ασκήσει είτε το ένδικο βοήθημα της αίτησης ακύρωσης απόφασης είτε το ένδικο μέσο της εκπρόθεσμης εφέσεως και να επιδιώξει νέα κρίση της υποθέσεως του». Σε σχέση με τις λοιπές εκτελεστές αποφάσεις δίδονται οι εξής νομικές εγγυήσεις: «1) Όσον αφορά την υπ' αριθμ. 4135/29-06-2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών η οποία εξεδόθη κατ' έφεση της υπ' αριθμ. 1710/14-01-2014 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Η εκδίκαση της εφέσεως είχε οριστεί αρχικά για την δικάσιμο της 24ΓΣ Μαρτίου 2015 οπότε και ο εν λόγω εκζητούμενος είχε παραστεί με τον Συνήγορο Υπεράσπισης της αρεσκείας του ο οποίος και είχε ενημερωθεί για την αναβολή στη νέα δικάσιμο της 29ης Ιουνίου 2015 που οδήγησε στην έκδοση της καταδικαστικής απόφασης. 2) Όσον αφορά την υπ' αριθμ. 1328/23-03-2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών κατά την εκδίκαση της υποθέσεως ο εν λόγω εκζητούμενος εκπροσωπήθηκε με τον Συνήγορο Υπεράσπισης της αρεσκείας του, δικηγόρο Αθηνών κ. XXXXX Ασλάνη (βάσει της από 4-10-2014 σχετικής εξουσιοδότησης).» Το ΕΕΣ 10/17 συνδέεται, ως φαίνεται στο Τμήμα (Ε) αυτού, με συνολικά έξι αξιόποινες πράξεις για τις οποίες ο εκζητούμενος κηρύχθηκε ένοχος για τις αποφάσεις 1 και 5 πιο πάνω, για φορολογικά αδικήματα, ήτοι ότι ηθελημένα δεν κατέβαλε βεβαιωμένα χρέη του προς το Δημόσιο για τις περιόδους από 1.10.2010 με 2010 και 1.7.2006 έως 1.12.2008, αντίστοιχα. Σε σχέση με την εκτελεστή απόφαση ως
(2)πιο πάνω, εξέδωσε, έχοντας και λοιπούς κατηγορούμενους ως συνεργούς και με δόλο, μεταξύ της 1.1.2003 και 31.12.2004 εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτες συναλλαγές. Σε σχέση με τις αποφάσεις
(3)και
(4)πιο πάνω, εξέδωσε επιταγές οι οποίες δεν πληρώθηκαν γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα στις 2.2.2004, 7.2.2004, 12.2.2004 και 16.4.2004. Σε σχέση με την εκτελεστή απόφαση ως
(6)πιο πάνω, εξέδωσε στην Αθήνα στις 3.1.2008 εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτες συναλλαγές. Οι αξιόποινες αυτές πράξεις του καταλογίζονται σε σχέση με την εκτελεστή απόφαση ως
(3)πιο πάνω, υπό την προσωπική του ιδιότητα. Κατά τα λοιπά, ως νόμιμος διαχειριστής και εκπρόσωπος των εταιρειών με τις επωνυμίες «ΜΠΑΛΑ ΜΕΤΑΛΛΑ ΣΥΡΜΑΤΑ Ε.Π.Ε.» και «ΒΑΡ. ΜΕΤ. Ε.Π.Ε.». Γ. 4 Το ΕΕΣ 11/17, Τεκμήριο 4 και 4 Α. Εκδόθηκε από τον Αντιεισαγγελέα Εφετών Αθηνών κ. Κωνσταντίνο Τσαβέλλα στις 22.5.2017 και αφορά σε ένα ένταλμα σύλληψης ή δικαστική απόφαση που έχει την ίδια ισχύ και συγκεκριμένα το υπ' αριθμ. 1143/2016 από 01-07-2016 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο διατηρείται σε ισχύ το υπ' αριθμ. 17 από 20-05-2015 Ένταλμα Σύλληψης της Επίκουρης Ειδικής Ανακρίτριας-Εφέτη Αθηνών του Εφετείου Αθηνών. Η διάρκεια της στερητικής της ελευθερίας ποινής και η οποία μπορεί να επιβληθεί για τις διαπραχθείσες αξιόποινες πράξεις είναι από πέντε έως δέκα έτη. Πρέπει να σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι το Παράρτημα Δ του ΕΕΣ 11/17 δεν έχει συμπληρωθεί, εφόσον αυτό δεν αφορά σε έκδοση απόφασης ερήμην του εκζητούμενου, αλλά αφορά μόνο σε ένταλμα σύλληψης του εκζητούμενου για σκοπούς δίωξής του. Το ΕΕΣ 11/17 συνδέεται, ως φαίνεται στο Τμήμα (Ε) αυτού, με συνολικά δύο αξιόποινες πράξεις, ήτοι τη συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση μαζί με άλλα άτομα με απώτερο σκοπό την απάτη για προσκόμιση παράνομου περιουσιακού οφέλους εις βάρος περιουσίας ιδιωτών, τραπεζών που εδρεύουν στην Ελλάδα και του Ελληνικού Δημοσίου τουλάχιστον από τον Ιανουάριο του έτους 2002 έως τουλάχιστον και τον Δεκέμβριο του 2013. Προέβη δε, στη σύσταση των ως άνω εταιρειών εικονικά χωρίς βούληση να έχουν αυτές οποιαδήποτε νόμιμη ή εν γένη επαγγελματική δραστηριότητα, αλλά μόνο για την εξυπηρέτηση των παράνομων σκοπών της εγκληματικής οργάνωσης στην οποία συμμετείχε. Οι αξιόποινες αυτές πράξεις του καταλογίζονται όχι υπό την προσωπική του ιδιότητα, αλλά ως διευθύνον των εταιρειών με τις επωνυμίες «ΒΑΡ. ΜΕΤ. Ε.Π.Ε.», «ΜΠΑΛΑ ΜΕΤΑΛΛΑ ΣΥΡΜΑΤΑ Ε.Π.Ε.», «ΜΕΓΑΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ Ε.Π.Ε.», «ΜΕ. ΠΑΡ. ΠΟΛΥΤΙΜΑ ΜΕΤΑΛΛΑ Ε.Π.Ε.» και «ΤΗΛΕΣΥΝΔΕΣΗ Ε.Π.Ε.». Δ. Οι ζητηθείσες και ληφθείσες διευκρινίσεις Πρέπει να σημειωθεί ότι, στη βάση του Μέρους (Δ) των επίδικων Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Σύλληψης μόνο για τα ΕΕΣ 9/17 και ΕΕΣ 10/17 δόθηκαν οι απαραίτητες νομικές εγγυήσεις που προβλέπει το άρθρο 14
(2)του Νόμου και μόνο για τις εκτελεστές αποφάσεις 28999/8-3-2012, 52697/24-5-2012, 11299/18-2-2013, 20420/01-03-2006, 52815/17-05-2007, 18999/03-02-2011 και 66846/17-11-2011. Σε σχέση με τις αποφάσεις αυτές, προκύπτει ότι ο εν λόγω εκζητούμενος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σύμφωνα με την ελληνική δικονομία, αλλά όχι ότι κλητεύθηκε αυτοπροσώπως. Σε σχέση με τις υπόλοιπες εκτελεστές αποφάσεις στα ΕΕΣ 9/17 και ΕΕΣ 10/17, με αριθμούς 4387/5-2-2015, 4135/29-06-2015 και 1328/23-03-2015, αναφέρθηκε ότι ο εν λόγω εκζητούμενος εκπροσωπήθηκε από συνήγορο υπεράσπισης της αρεσκείας του, βάσει σχετικών εξουσιοδοτήσεων, χωρίς να αναφέρεται ειδικά αν ο εκζητούμενος κλητεύθηκε προσωπικά ή αν μπορεί να ζητήσει να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο εναντίον των αποφάσεων αυτών σε διαδικασία όπου δικαιούται να παρίσταται και όπου η ουσία της υπόθεσης, περιλαμβανομένων και νέων αποδεικτικών στοιχείων, επανεξετάζεται και η διαδικασία αυτή δύναται να οδηγήσει σε ανατροπή της αρχικής απόφασης. Πρέπει, επίσης να σημειωθεί ότι, μέχρι και το τέλος της ακρόασης, δεν ήταν σαφές για ποια από τα επίδικα Ευρωπαϊκά Εντάλματα Σύλληψης δόθηκε η απαραίτητη νομική εγγύηση βάσει του άρθρου 13(στ) του Νόμου ότι, ο εκζητούμενος στην περίπτωση που καταδικαστεί από Ελληνικό Δικαστήριο θα μεταφερθεί στην Κύπρο με σκοπό να εκτίσει την ποινή που τυχόν του επιβληθεί από τις αρμόδιες Ελληνικές Δικαστικές Αρχές. Σχετικές, με τα πιο πάνω θέματα, διευκρινίσεις ζητήθηκαν από την ίδια την κυπριακή κεντρική αρχή σε τρεις διαφορετικούς χρόνους κατά τη διεξαγωγή της ακρόασης ενώπιόν μου (Τεκμήρια 9, 10 και 21). Οι δοθείσες διευκρινίσεις από την ελληνική κεντρική αρχή (Τεκμήρια 4,14 και 22) δεν κρίθηκαν επαρκείς και έτσι ζητήθηκαν και από το Δικαστήριο τούτο σχετικές διευκρινίσεις στις 13.7.2017, βάσει του άρθρου 15
(2)της Απόφασης-Πλαίσιο και ώστε να καταστεί δυνατή η έκδοση απόφασης περί της εκτέλεσης ή όχι των επίδικων Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Σύλληψης, τόσο αναφορικά με το άρθρο 13(στ) του Νόμου και σε σχέση με όλα τα Ευρωπαϊκά Εντάλματα Σύλληψης, καθώς επίσης και αναφορικά με το άρθρο 14
(2)του Νόμου και για τις εκτελεστές αποφάσεις με αριθμούς 4387/5-2-2015, 4135/29-06-2015 και 1328/23-03-2015 στα ΕΕΣ 9/17 και 10/17. Οι διευκρινίσεις αυτές λήφθηκαν, δια επιστολής της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών ημερομηνίας 17.7.2017.
(1)Δόθηκε η απαραίτητη εκ του άρθρου 13(στ) του Νόμου εγγύηση και σε σχέση με το ΕΕΣ 8/17. Σε σχέση με το ΕΕΣ 11/17 η εν λόγω εγγύηση δόθηκε προηγουμένως, με την επιστολή της ελληνικής δικαστικής αρχής ημερ. 22/5/17 και αρ. Πρωτ. ΕΚΔ 24664, ΦΕ6990 ( βλ. Τεκμήριο 4). Σε σχέση με τα ΕΕΣ 9 και 10/17 η εν λόγω εγγύση επίσης δόθηκε προηγουμένως και με την επιστολή της ελληνικής δικαστικής αρχής ημερ. 14/6/17 και αρ. Πρωτ. ΕΚΔ 25.093, ΦΕ6990 ( βλ. Τεκμήριο 14).
(2)Σε σχέση με τις εκτελεστές αποφάσεις με αριθμούς 4387/5-2-2015, 4135/29-06-2015 και 1328/23-03-2015 στα ΕΕΣ 9/17 και 10/17, απλώς αναφέρθηκε ότι «ο εν λόγω εκζητούμενος εκπροσωπήθηκε από συνήγορο της επιλογής του». Έγινε αναφορά στο Τεκμήριο 15, απ' όπου προκύπτει το γεγονός αυτό για όλες τις προαναφερθείσες υποθέσεις. Προκύπτει από το λεκτικό των διευκρινίσεων ότι το Παράρτημα (Δ) σε σχέση με αυτές τις αποφάσεις αυτές δεν συμπληρώθηκε διότι αυτές δεν εκδόθηκαν ερήμην του εκζητούμενου, αλλά κατόπιν εκπροσωπήσεως του από δικηγόρο. Δόθηκε η ευκαιρία στα μέρη να τοποθετηθούν επί των ληφθεισών διευκρινίσεων και λαμβάνω τις τοποθετήσεις τους δεόντως υπόψη. Ε. Η νομική πτυχή Ως προς τους λόγους που οδήγησαν στη θέσπιση της Απόφασης-Πλαίσιο της 13.6.2002 (2002/584/ΔΕΥ), της Απόφασης-Πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ που τροποποίησε την αρχική Απόφαση-Πλαίσιο (στο εξής συλλογικά αναφερόμενες ως «η Απόφαση-Πλαίσιο ως τροποποιήθηκε»), αλλά και του εναρμονιστικού δικού μας Νόμου, παραπέμπω στην Shini-Mehrabzadeh Said v. Γενικός Εισαγγελέας, Π.Ε.279/15, ημερ.17.11.2015, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι λόγοι που οδήγησαν στη θέσπιση του ΕΕΣ και η όλη φιλοσοφία που το διέπει, κινούνται γύρω από την ανάγκη παροχής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην έκδοση προσώπων που αναζητούνται με σκοπό τη δίωξή τους ή που έχουν ήδη νόμιμα και αρμοδίως καταδικαστεί σε ένα κράτος-μέλος, αλλά βρίσκονται σε άλλο κράτος-μέλος. Στόχος της όλης διαδικασίας είναι η παροχή δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών, ώστε να συλλαμβάνονται και να παραδίδονται οι εμπλεκόμενοι χωρίς ιδιαίτερες, περίπλοκες, διαδικασίες ή αχρείαστες καθυστερήσεις. Είναι για το λόγο αυτό που η όλη διαδικασία σύλληψης και παράδοσης είναι ιδιόμορφη και εστιάζει στην απλοποίηση της δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών και στη γρήγορη και αποτελεσματική διεκπεραίωσή της. Οι βασικές αυτές παράμετροι, σε συνδυασμό με την ανάγκη για διαφύλαξη των θεμελιωδών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του κάθε εκζητούμενου προσώπου, έχουν κατ' επανάληψη τεθεί και υιοθετηθεί από τη νομολογία μας (Hadjiametovic v. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 ΑΑΔ 473, Πηγασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 ΑΑΔ 519, Νικόλας Κυριάκου ν. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 196/13, ημερ.19.7.13, Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 221/13, ημερ.2.9.13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Miroslaw Mrukwa, ΠΕ 41/14, ημερ.5.3.14, Leonid Ivanov Spiriev v. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 100/14, ημερ.13.5.14, Hadwen James v. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 184/14, ημερ.17.7.14, Constantinides v. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 347/14, ημερ.5.3.15). Ο όλος μηχανισμός που καλύπτει το ΕΕΣ βασίζεται σε υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών-μελών και - κατ' ακολουθία της αιτιολογικής σκέψης 10 που παρατίθεται στο προοίμιο της Απόφασης-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ - η εφαρμογή του εν λόγω μηχανισμού δύναται να ανασταλεί μόνο στην περίπτωση σοβαρής και διαρκούς παραβίασης από κράτος-μέλος των αρχών που διατυπώνονται στην πρώτη παράγραφο του Άρθρου 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ήτοι των αρχών της Ελευθερίας, της Δημοκρατίας, του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και του κράτους δικαίου, αρχές οι οποίες είναι κοινές στα κράτη-μέλη. Με αυτά ως δεδομένα τα δικαστήρια των κρατών-μελών θα πρέπει να είναι σε κάθε περίπτωση ιδιαίτερα ευαίσθητα στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους κατά την πορεία εξέτασης ΕΕΣ, έχοντας πάντα κατά νουν ότι κάθε τέτοιο ένταλμα εκτελείται βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της Απόφασης-πλαίσιο του Συμβουλίου 2002/584/ΔΕΥ, ημερομηνίας 13 Ιουνίου 2002, όπως τροποποιήθηκε από την Απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ, ημερομηνίας 26 Φεβρουαρίου
- Αποφάσεις που μεταφέρθηκαν στο κυπριακό δίκαιο με τον Νόμο 133(Ι)/2004.» Ως αναφέρθηκε στην Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης (ανωτέρω), η διαδικασία για εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης δεν είναι ούτε αστική, ούτε ποινική, αλλά sui generis. Λέχθηκαν επίσης τα ακόλουθα: «Στόχος λοιπόν της όλης διαδικασίας είναι η παροχή δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών μελών ώστε να συμμορφώνονται και να παραδίδονται οι ύποπτοι χωρίς ιδιαίτερες περίπλοκες διαδικασίες ή αχρείαστες καθυστερήσεις. Γι' αυτό και οι στενές χρονικές περίοδοι, διότι η όλη διαδικασία δεν αφορά, ούτε ανάγεται σε καθαυτή ποινική δίωξη, ούτε η διαδικασία προσφέρεται για την εξέταση και θεμελίωση τυχόν ποινικής ευθύνης του εκζητουμένου. Αυτό αποτελεί κατ' εξοχήν το έργο της χώρας η οποία επιδιώκει την έκδοση του υπόπτου στο έδαφος της, οι δικαστικές αρχές της οποίας είναι και οι μόνες υπεύθυνες για την εξέταση και διαπίστωση της όποιας ποινικής ευθύνης του εκζητουμένου, στη βάση των ισχυόντων στην επικράτεια της, κανόνων δικαίου, ουσιαστικών και δικονομικών. [..................................] Προεξάρχον στοιχείο όπως απορρέει από τις αποφάσεις, είναι η εστίαση στην απλοποίηση των διαδικασιών σύλληψης και παράδοσης μέσα από μια sui generis διαδικασία, η οποία στοχεύει στην αποτελεσματική δικαστική συνδρομή μεταξύ των κρατών-μελών...» Ως αναφέρεται στην Constantinides v. Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω): «Σε κάθε περίπτωση το περιεχόμενο του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης πρέπει, κατ' αρχήν, να αντανακλά, στον απαιτούμενο βαθμό, τις σχετικές πρόνοιες της Απόφασης-Πλαίσιο, τα δε στοιχεία, που περιέχονται σ' αυτό και πρέπει να συμπληρώνονται, είναι αυτά που προβλέπονται στο άρθρο 8, παράγραφο 1 της Απόφασης. Επιτυγχάνεται, έτσι, ομοιομορφία ως προς τον τύπο και το περιεχόμενο του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, ώστε να καθίσταται, πλέον, ευχερής η προώθηση και εκτέλεσή του, προς όφελος τόσο της εκδίδουσας δικαστικής αρχής όσο και της δικαστικής αρχής η οποία καλείται να προβεί στην εκτέλεσή του.» Με τα πιο πάνω κατά νου, παρατηρώ ως εξής:
- Ικανοποιούμαι ότι, εν προκειμένω, τα Ευρωπαϊκά Εντάλματα Σύλληψης παρουσιάζουν εκείνα τα στοιχεία που πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 4 του Νόμου.
- Σε σχέση με το άρθρο 12
(1)(α) του Νόμου, ικανοποιούμαι ότι ισχύει το διττό αξιόποινο για όλες τις αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στα ΕΕΣ 8/17, 9/17 και 10/17 «ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού». Σε σχέση με τα φορολογικά αδικήματα, σημειώνω την πρόνοια του άρθρου αυτού ότι: «12.
(1)(α) [....] Στις περιπτώσεις που η αξιόποινη πράξη συνιστά έγκλημα περί φόρων, τελών, τελωνείων και συναλλάγματος δεν αποτελεί λόγο άρνησης εκτέλεσης του εντάλματος η διαπίστωση ότι το Κυπριακό κράτος δεν επιβάλλει ιδίου τύπου φόρους ή τέλη ή δεν προβλέπει ιδίου τύπου ρύθμιση περί φόρων, τελών, τελωνείων και συναλλάγματος με εκείνη του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος.». Όπως αναφέρθηκε στη Νικόλας Κυριάκου v. Γενικού Εισαγγελέα
(2013)1 (Β) Α.Α.Δ. 1546, ορθά κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η μη εκπλήρωση συμβατικών υποχρεώσεων του εφεσείοντα προς το Ελληνικό Δημόσιο ικανοποιούσε την προϋπόθεση του διττού αξιόποινου αφού ανάλογες διατάξεις ισχύουν και στην Κυπριακή Νομοθεσία, όπως π.χ. τα ποινικά αδικήματα που σχετίζονται με παραλείψεις καταβολής Φ.Π.Α., εισφορών κοινωνικών ασφαλίσεων και τελών. Η διάταξη αυτή ερμηνεύθηκε επίσης μεταγενέστερα στην Constantinides ν. Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω) όπου αναφέρθηκε ότι: «Με δεδομένες τις πιο πάνω ρυθμίσεις του άρθρου 12
(1)(α), καθώς, επίσης, το γεγονός ότι η υπό αναφορά πράξη, για την οποία επιβλήθηκε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης τεσσάρων χρόνων, αποτελεί αδίκημα περί φόρων, το ερώτημα, το οποίο, κατ' αρχάς, τίθεται, είναι κατά πόσο υπάρχει και στο κυπριακό δίκαιο αξιόποινη πράξη για ιδίου τύπου φόρο. [.....] Τελικά, όμως, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία η επακριβής διαπίστωση του τύπου του φόρου, που, σε περίπτωση ύπαρξής της, είναι, βέβαια, βοηθητική, αφού, με βάση το άρθρο 12
(1)(α): «... δεν αποτελεί λόγο άρνησης εκτέλεσης του εντάλματος η διαπίστωση ότι το Κυπριακό κράτος ... δεν προβλέπει ιδίου τύπου ρύθμιση περί φόρων, ... με εκείνη του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος.». Η αναφορά δε σε «τύπο ρύθμισης περί φόρων», και αφού καλύφθηκε το θέμα του τύπου των φόρων, δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνει το στάδιο διευθέτησης αναφορικά με την είσπραξή τους. Η πιο πάνω ερμηνεία υπαγορεύεται από την όλη φιλοσοφία του άρθρου 12
(1)(α), με την οποία, ουσιαστικά, επιτυγχάνεται η τεχνική εξομοίωση φορολογικών αδικημάτων που αναγνωρίζονται σε άλλα κράτη μέλη με φορολογικά αδικήματα που υπάρχουν στην Κύπρο. ΄Ετσι, δεν καθίσταται ανέφικτη η εκτέλεση ΕΕΣ, για μόνο το λόγο ότι δεν υπάρχει στο κράτος μέλος εκτέλεσης παρόμοιου τύπου φόρος ή παρόμοιος τρόπος είσπραξης φόρου ή καταστολής μεθόδων φοροδιαφυγής. Είναι δε γεγονός ότι η παρούσα κατάληξη για το πιο πάνω θέμα είναι μεν ίδια με την κατάληξη στην υπόθεση Νικόλας Κυριάκου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 196/2013, 19.7.2013, ήτοι απορριπτική του σχετικού λόγου έφεσης, όμως, με διαφορετικό σκεπτικό, το οποίο, βασικά, διευρύνει το σκεπτικό της υπόθεσης εκείνης, με την επεξήγηση που δίδεται στη διαζευκτική φράση «ιδίου τύπου ρύθμιση», που υπάρχει στο υπό συζήτηση άρθρο.» Η εν προκειμένω διαπίστωση ότι οι πλείστες αξιόποινες πράξεις στις οποίες αφορούν τα επίδικα Ευρωπαϊκά Εντάλματα Σύλληψης αφορούν σε, αποφυγή απόδοσης φορολογικών χρεών προς το δημόσιο, για τις οποίες υπάρχουν αντίστοιχα αδικήματα στον περί Bεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρωv Νόμo τoυ 1978 (Ν.4/1978)ως τροποποιήθηκε και στον περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμος του 2000 (Ν.95(I)/2000), ως τροποποιήθηκε, χωρίς βεβαίως να μπορούν να εξομοιωθούν ως προς τον τύπο ή τη μορφή τους, είναι αρκετό για να με οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι το διττό αξιόποινο ικανοποιείται εν προκειμένω. Σε ό,τι αφορά στις λοιπές αξιόποινες πράξεις που αφορούν στο αδίκημα των επιταγών χωρίς αντίκρισμα στο ΕΕΣ 10/17, το διττό αξιόποινο ικανοποιείται, με αναφορά στο άρθρο 305Α του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 154[1]. Σε σχέση με το ΕΕΣ 11/17, στη βάση του άρθρου 12
(2)(α) του Νόμου δεν απαιτείται έλεγχος του διττού αξιόποινου εφόσον αφορά σε συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, η οποία τιμωρείται στην Ελλάδα, ως φαίνεται σε αυτό το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, με ποινή στερητική της ελευθερίας μεταξύ πέντε και δέκα ετών.
- Ικανοποιούμαι, επίσης ότι, όλα τα Ευρωπαϊκά Εντάλματα Σύλληψης αφορούν σε εκτελεστές αποφάσεις στις οποίες επιβλήθηκε ποινή στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών ή σε αξιόποινες πράξεις που επισύρουν ποινή στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών.
- Ικανοποιούμαι, επίσης, ότι ουδείς από τους λόγους που αναφέρονται στα άρθρα 13(α) μέχρι και 13(στ) του Νόμου ως λόγοι υποχρεωτικής μη εκτέλεσης Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης πληρείται εν προκειμένω.
- Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι καμιά μαρτυρία τέθηκε ενώπιόν μου αναφορικά με λόγους προαιρετικής μη εκτέλεσης των επιδίκων Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Σύλληψης ως αναφέρονται στο άρθρο 14
(1). 6. Το άρθρο 15
(1)του Νόμου δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, εφόσον κανένα από τα επίδικα Ευρωπαϊκά Εντάλματα Σύλληψης δεν αφορά σε αξιόποινη πράξη που τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη ή με μέτρο στερητικό της ελευθερίας εφ' όρου ζωής. ΣΤ. Οι θέσεις της Υπεράσπισης και εξέτασή τους από το Δικαστήριο Μέσω των τελικών αγορεύσεων η Υπεράσπιση επικεντρώθηκε, τελικά, σε πέντε πυλώνες υπεράσπισης. Στρέφομαι σε κάθε έναν ξεχωριστά. 1. Τα ΕΕΣ 8/17 και 11/17 παρέμειναν μέχρι και το τέλος της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας αντίγραφα, παρόλο που τα πρωτότυπα ζητήθηκαν από την εκδίδουσα αρχή, αλλά δεν παρουσιάσθηκαν στο Δικαστήριο, χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε προς τούτο εξήγηση. Αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο πολλάκις ότι σε σχέση με διαδικασίες όπως η παρούσα ισχύει το τεκμήριο της κανονικότητας εκτός εάν αυτό ανατραπεί. Ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε εν προκειμένω που να δύναται να ανατρέψει το εν λόγω τεκμήριο. Η γενικόλογη αναφορά σε παραδικαστικό κύκλωμα το οποίο ενέπλεξε τον εκζητούμενο στα αδικήματα που του καταλογίζονται βάσει των Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Σύλληψης και το κατ' επέκταση συμπέρασμα της Υπεράσπισης, ότι μέσω του παραδικαστικού αυτού κυκλώματος δυνατόν να παραποιήθηκαν τα πρωτότυπα Ευρωπαϊκά Εντάλματα Σύλληψης, ουδόλως δύναται να ανατρέψει το τεκμήριο της κανονικότητας. Ως αναφέρθηκε στην Hadwen James v. Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω): «Έχουμε ήδη τονίσει ότι η νομιμότητα ή η κανονικότητα της έκδοσης ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης στα πλαίσια της αμοιβαίας αναγνώρισης των ποινικών αποφάσεων κρατών μελών της ΕΕ, δεν μπορεί να αναχαιτιστεί με την προβολή γενικών και αόριστων ισχυρισμών και υπερασπίσεων που δεν έχουν άλλο σκοπό από του να συσκοτίσουν τα επίδικα θέματα. Τα περιορισμένα στοιχεία που έθεσε η πλευρά του Εφεσείοντος, τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ' έφεση, δεν είναι ικανά να ανατρέψουν το τεκμήριο της κανονικότητας. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ovakimyan v. Γενικού Eισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2005)1 ΑΑΔ 1119, η παράδοση εκζητουμένου προσώπου μεταξύ κρατών μελών κατ' εφαρμογή του άρθρου 9 της Απόφασης-Πλαίσιο, είναι πλέον μια διαδικασία που διεξάγεται εξ' ολοκλήρου μεταξύ δικαστικών αρχών, τα ονόματα των οποίων καθορίζονται δυνάμει του άρθρου 34 της Απόφασης-Πλαίσιο και αφού κοινοποιηθούν στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου και την Επιτροπή, διαβιβάζονται στα κράτη μέλη. Κατά την άποψή μας, η Κεντρική Αρχή της Κύπρου δεν είχε καμία υποχρέωση υπό τις περιστάσεις, να προσκομίσει πρόσθετη μαρτυρία επί αυτού του σημείου.» Το άρθρο 10
(4)και
(5)της Απόφασης-Πλαίσιο έχει ως εξής: "
- Η δικαστική αρχή έκδοσης εντάλματος μπορεί να διαβιβάζει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης με οποιοδήποτε ασφαλές μέσο που μπορεί να τεκμηριωθεί εγγράφως, υπό όρους που επιτρέπουν στο κράτος μέλος εκτέλεσης να εξακριβώσει τη γνησιότητα της διαβίβασης.
- Όλες οι δυσχέρειες σχετικά με τη διαβίβαση ή τη γνησιότητα οποιουδήποτε εγγράφου που απαιτείται για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης ρυθμίζονται με απευθείας επαφές μεταξύ των ενδιαφερόμενων δικαστικών αρχών ή, ενδεχομένως, με την παρέμβαση των κεντρικών αρχών των κρατών μελών." Παρόμοιες είναι και οι διατάξεις του άρθρου 8
(4)και
(5)του Νόμου. Είναι, επομένως, πρόδηλο, όπως αναφέρθηκε στην Ovakimyan v. Γενικού Eισαγγελέα της Δημοκρατίας (ανωτέρω), ότι η χρήση τηλεμοιοτύπου για τη διαβίβαση Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Συλλήψεως ή άλλων συναφών εγγράφων είναι καθόλα επιτρεπτή. Εξάλλου, ο Μ.A.1 ανέφερε στη μαρτυρία του ότι δεν έχει οποιοδήποτε λόγο να πιστεύει ότι τα επίδικα ΕΕΣ 8/17 και 11/17 παραποιήθηκαν και ούτε τέτοιος λόγος αποδείχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Πάντως, ενθαρρύνεται από τη νομολογία η τελεολογική ερμηνεία της Απόφασης- Πλαίσιο, έχοντας πάντα κατά νου το σκοπό και την επιδίωξη αυτής, ήτοι τη δικαστική συνεργασία μεταξύ των Κρατών μελών σε ποινικές υποθέσεις και την εγκαθίδρυση ενός ενιαίου χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης με την αμοιβαιότητα στη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και την απλούστευση του συστήματος έκδοσης εκζητουμένων. Έπεται ότι οποιοδήποτε Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης πρέπει να κρίνεται στην ουσία του και όχι από τον τύπο αυτού (βλ. Κόκος Ιωάννου (Ρωσσίδης) ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2011)1 Α.Α.Δ. 1606). Περαιτέρω, στην Πηγασίου v. Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι βάσει του άρθρου 10
(4)και 10
(5)της Απόφασης-Πλαίσιο, καθώς και του άρθρου 8
(4)και 8
(5)του Νόμου επιτρέπουν τη χρήση οποιουδήποτε ασφαλούς μέσου για τη διαβίβαση ΕΕΣ και έτσι επιτρέπεται και η διαβίβαση μέσω τηλεομοιοτύπου, όπως εν προκειμένω. Τα ΕΕΣ 9/17 και 10/17 (Τεκμήρια 2Α και 3Α) αποτελούν τα πρωτότυπα Ευρωπαϊκά Εντάλματα Σύλληψης και έτσι δεν παρουσιάζουν οποιοδήποτε πρόβλημα. Συνακόλουθα, αυτός ο πυλώνας Υπεράσπισης απορρίπτεται. 2. Δεν έχουν δοθεί, κατά την Υπεράσπιση, οι νομικές εγγυήσεις των άρθρων 13(στ) και 15
(2)του Νόμου. Τα άρθρα 13(στ) και 15 του Νόμου αναφέρουν ως εξής: «13 (στ) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της δίωξης, είναι ημεδαπός, εκτός εάν διασφαλιστεί ότι, μετά από ακρόασή του, θα διαμεταχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, ώστε να εκτίσει σ΄ αυτή την στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος.» « 15
(2)Αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της δίωξης, κατοικεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από την αρμόδια δικαστική αρχή μπορεί να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι ο εκζητούμενος, μετά από ακρόαση του, θα διαμεταχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, ώστε να εκτίσει σ΄ αυτό την στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος.» Σε σχέση με το άρθρο 13(στ), δόθηκαν διευκρινίσεις από την ελληνική αρμόδια αρχή. Κρίνω, όπως ανέφερα και πιο πάνω, τις διευκρινίσεις αυτές επαρκείς και για τα τέσσερα ενώπιον μου ΕΕΣ. Σημειώνεται, δε, ότι το άρθρο 15
(2)του Νόμου δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εισηγείται η Υπεράσπιση, εφόσον αναφέρεται σε άτομο που απλά και μόνο κατοικεί στην Κυπριακή Δημοκρατία. Η ειδικότερη διάταξη που εφαρμόζεται εν προκειμένω, και αναφέρεται μάλιστα ως λόγος υποχρεωτικής μη εκτέλεσης Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, βρίσκεται στο άρθρο 13(στ) του Νόμου και αφορά σε ημεδαπό πολίτη. Φαίνεται να έγινε διαφορετική εθνική νομοθετική ρύθμιση, για ημεδαπό πολίτη και απλό κάτοικο Κύπρου, ως επιμαρτυρείται από τον τρόπο που το άρθρο 15
(2)της Απόφασης-Πλαίσιο ενσωματώθηκε σε δύο διαφορετικές πρόνοιες του δικού μας Νόμου, ήτοι το άρθρο 13(στ) και 15
(2)του Νόμου. Δεδομένου, επομένως, του ότι ικανοποιήθηκα ότι πληρείται το άρθρο 13(στ) του Νόμου για όλα τα επίδικα ΕΕΣ, παρέλκει η εξέταση του ισχυρισμού σε σχέση με το άρθρο 15
(2)του Νόμου. Συνακόλουθα, και αυτός ο πυλώνας Υπεράσπισης απορρίπτεται. 3. Δεν έχουν δοθεί, κατά την Υπεράσπιση, οι νομικές εγγυήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 14
(2)του Νόμου και συγκεκριμένα στο άρθρο 14
(2)(δ) του Νόμου. Το άρθρο 14
(2)του Νόμου, που ενσωματώνει στο κυπριακό εθνικό δίκαιο το άρθρο 4α
(1)της Απόφασης Πλαίσιο, προνοεί ότι: «
(2)Επιπροσθέτως των διατάξεων του εδαφίου
(1), η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που έχει εκδοθεί με σκοπό την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας ή μέτρου ασφαλείας στερητικού της ελευθερίας, σε περίπτωση που ο εκζητούμενος δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, εκτός εάν στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης αναφέρεται ότι, βάσει δικονομικών απαιτήσεων που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης, ο εκζητούμενος- (α) εν ευθέτω χρόνω- (
- i)είτε είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως και με την κλήτευση είχε ενημερωθεί σχετικά με την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, είτε είχε δι' άλλων μέσων ενημερωθεί πραγματικά και επισήμως για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης αυτής, κατά τρόπον ώστε να αποδεικνύεται σαφώς ότι τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης· και (ii)είχε ενημερωθεί ότι δύναται να εκδοθεί απόφαση σε περίπτωση που δεν εμφανισθεί στη δίκη· ή (β) τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης, είχε δώσει εντολή σε δικηγόρο, τον οποίον διόρισε είτε ίδιος είτε το κράτος, να τον ή την εκπροσωπήσει στη δίκη και όντως εκπροσωπήθηκε στη δίκη από τον εν λόγω δικηγόρο· ή (γ) αφού του επεδόθη η απόφαση και ενημερώθηκε ρητά για το δικαίωμά του να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικό μέσο, σε διαδικασία όπου δικαιούται να παρίσταται και όπου η ουσία της υπόθεσης, περιλαμβανομένων και νέων αποδεικτικών στοιχείων, επανεξετάζεται και η δίκη δύναται να οδηγήσει σε ανατροπή της αρχικής απόφασης- (
- i)έχει δηλώσει ρητώς ότι δεν αμφισβητεί την απόφαση· ή (
- ii)δεν έχει ζητήσει να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο εντός της ταχθείσας προθεσμίας· ή (δ) δεν έλαβε προσωπικά επίδοση της απόφασης αλλά- (
- i)η απόφαση θα του επιδοθεί προσωπικά και αμελλητί μετά την παράδοσή του και θα ενημερωθεί ρητά για το δικαίωμά του να δικασθεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, σε διαδικασία όπου δικαιούται να παρίσταται και όπου η ουσία της υπόθεσης, περιλαμβανομένων και νέων αποδεικτικών στοιχείων, επανεξετάζεται και η διαδικασία αυτή δύναται να οδηγήσει σε ανατροπή της αρχικής απόφασης· και (
- ii)θα ενημερωθεί σχετικά με την προθεσμία εντός της οποίας δικαιούται να ζητήσει να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, ως προβλέπεται στο σχετικό ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.» (Οι υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου) Κέκτηται, επομένως, βάσει του πιο πάνω άρθρου το Δικαστήριο τούτο διακριτική ευχέρεια να μην εκτελέσει το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, στην περίπτωση που ο εκζητούμενος δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στη δίκη του. Όμως, η διακριτική αυτή ευχέρεια μη εκτέλεσης εξαφανίζεται, εάν δοθεί από το κράτος μέλος έκδοσης οποιαδήποτε από τις εγγυήσεις των εδαφίων (α) μέχρι και (δ) του εν λόγω άρθρου. Εν προκειμένω, πράγματι, δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ενώπιόν μου ότι υπήρξε αυτοπρόσωπη επίδοση οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης ή δικαστικής κλήσης προς τον εκζητούμενο, σχετικά με τις καταδικαστικές αποφάσεις που αναφέρονται στα ΕΕΣ 9/17 και 10/17. Αντιθέτως, όση μαρτυρία υπάρχει και δεν έχει αμφισβητηθεί μεταξύ των μερών (βλ. Τεκμήρια 1-4, 7,8, 15 και 23) επιμαρτυρεί ότι δεν έγινε αυτοπρόσωπη κλήτευση του εκζητούμενου ενώπιον των ελληνικών δικαστικών αρχών ή αυτοπρόσωπη επίδοση των αποφάσεων που εκδόθηκαν εναντίον του. Υπήρξε, όμως, είτε κλήτευση του εκζητούμενου δια θυροκόλλησης σε συγκεκριμένες διευθύνσεις (που ο εκζητούμενος αμφισβήτησε ότι ήταν δικές του), είτε δια τοιχοκόλλησης σε συγκεκριμένους δήμους, στις περιπτώσεις όπου ο εκζητούμενος θεωρήθηκε ως αγνώστου διεύθυνσης. Πάντως, φαίνεται ότι, οι εν λόγω επιδόσεις έγιναν σύμφωνα με την Ελληνική Πολιτική Δικονομία και επομένως νομότυπα. Δεν υπήρξε αντίθετη εισήγηση εκ μέρους της Υπεράσπισης, και ούτε θα μπορούσε να υπάρξει, εφόσον τα όσα αφορούν στο νομότυπο της επίδοσης δε θα κριθούν από αυτό το Δικαστήριο. Στις περιπτώσεις, δε, που δεν αποδείχθηκε τέτοια επίδοση κλήσης ή απόφασης, ο εκζητούμενος εκπροσωπήθηκε δια δικηγόρου βάσει εξουσιοδοτήσεών του (τις οποίες ο τελευταίος αρνείται ως πλαστές και όχι δικές του). Με αυτά ως δεδομένα, ο κ. Πελεκάνος κάλεσε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της άρνησης της εκτέλεσης των ενταλμάτων σύλληψης διότι, ο εκζητούμενος είναι 74 ετών με βεβαρυμμένο ιατρικό ιστορικό, λευκού ποινικού μητρώου, αν εκδοθεί δε θα τύχει δίκαιης δίκης αφού, τουλάχιστον στις περιπτώσεις των καταδικαστικών αποφάσεων στα ΕΕΣ 9/17 και ΕΕΣ 10/17, με αριθμούς 4387/5-2-2015, 4135/29-06-2015 και 1328/23-03-2015, αυτές εκδόθηκαν ερήμην του και δεν προκύπτει από τα ίδια τα ΕΕΣ 9/17 και 10/17 να έχει το δικαίωμα αναθεώρησής τους. Περαιτέρω, ότι οι αξιόποινες πράξεις στις οποίες τα Ευρωπαϊκά Εντάλματα Σύλληψης αφορούν, είναι κατά κύριο λόγο παλαιές και αναλόγως δυσεύρετη θα είναι η μαρτυρία που θα απαιτηθεί να παρουσιαστεί. Αν ο εκζητούμενος παραδοθεί στις ελληνικές αρχές θα παραβιαστούν τα ανθρώπινά του δικαιώματα αφενός σε δίκαιη δίκη και αφετέρου σε αξιοπρεπή διαβίωσή του λόγω των συνθηκών στις ελληνικές φυλακές. Το Άρθρο 1, παράγραφος 2, της Απόφασης-Πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ, ημερομηνίας 13.06.2002, για το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών (στο εξής «Απόφαση-Πλαίσιο»), επιβάλλει ότι «Τα κράτη μέλη εκτελούν κάθε Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας Απόφασης-Πλαίσιο» (Βλ. John Constantinides (ανωτέρω) και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Mrukwa (ανωτέρω). Το προαναφερθέν άρθρο ερμηνεύθηκε από το ΔΕΕ στην υπόθεση C-396/2011, Ciprian Vasile Radu, της 29.01.2013 ως εξής: «35. Βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 2, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, τα κράτη μέλη καταρχήν υποχρεούνται να εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.» Οι λόγοι μη εκτέλεσης ΕΕΣ δεν μπορεί να είναι αόριστοι και γενικοί. Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο, κατά την απόφασή του για εκτέλεση ή όχι του ΕΕΣ, οφείλει να κινείται αυστηρά μέσα στα πλαίσια που η Απόφαση-Πλαίσιο και ο ίδιος ο Ν.133(Ι)/2004θέτουν. Σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην Hadwen James v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (ανωτέρω):- «.Κατά την άποψή μας, τα άρθρα 13 και 14 του Νόμου 133(Ι)/2004 και τα αντίστοιχα άρθρα 3 και 4 της Απόφασης-Πλαίσιο του Συμβουλίου 2002/584/ΔΕΥ, ημερ.13.6.2002 (τα οποία τιτλοφορούνται «Λόγοι υποχρεωτικής μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης» και «Λόγοι προαιρετικής μη εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης», απαριθμούν τις περιπτώσεις στις οποίες η δικαστική αρχή που αποφασίζει την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, υποχρεούται (άρθρο 13) ή έχει διακριτική ευχέρεια (άρθρο 14) να αρνηθεί την εκτέλεσή του. Αξίζει να σημειωθεί ότι ούτε στα άρθρα 3 και 4 της Απόφασης-Πλαίσιο, ούτε στα άρθρα 13 και 14 του Νόμου 133(Ι)/2004 γίνεται οποιαδήποτε ρητή αναφορά ότι ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτελούν λόγο άρνησης. Αυτό όμως είναι κατά την άποψή μας εύλογο, εφόσον ο νομοθέτης λαμβάνοντας υπόψη τα ανθρώπινα δικαιώματα των εκζητουμένων από τη μια και τις ανάγκες για δημιουργία ενός «απλουστευμένου συστήματος» παράδοσης εκζητουμένων προσώπων από την άλλη και εφαρμόζοντας την αρχή της αναλογικότητας, διαφύλαξε με τις πρόνοιες των άρθρων 3 και 4, καθώς και των άρθρων 9-25 της Απόφασης-Πλαίσιο εκείνα από τα βασικά δικαιώματα που θεώρησε ότι ήταν απολύτως αναγκαία να διαφυλαχθούν σ' εκείνο το στάδιο της διαδικασίας, π.χ. οι σχετικές εγγυήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 5 της Απόφασης-Πλαίσιο. Ο κίνδυνος να τεθούν, είτε υπό τον μανδύα της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, είτε άλλως πως, πρόσθετα κριτήρια σ' αυτά που ο νομοθέτης ενσωμάτωσε στην Απόφαση-Πλαίσιο και στο Νόμο, θα έχει ως αποτέλεσμα να υπονομευθεί ο απλουστευμένος μηχανισμός παράδοσης εκζητουμένων προσώπων που εισήχθη με την πιο πάνω Απόφαση-Πλαίσιο. Το ΔΕΕ στην απόφαση της Μείζονος Συνθέσεως στην πολύ σημαντική υπόθεση Ciprian Vasile Radu, Υπόθεση C-396/11, ημερ. 29.1.2013, τόνισε ότι τα κριτήρια για άρνηση εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, θα πρέπει να εφαρμόζονται αυστηρά.» (Οι υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου) Οι παράγραφοι 9 και 10 του προοιμίου της Απόφασης-Πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ αναφέρουν τους λόγους ανάγκης θέσπισής της. «9. Με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299 διευκρινίζονται οι λόγοι της αρνήσεως εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως αν ο ενδιαφερόμενος δεν παρέστη στη δίκη αυτοπροσώπως. Οι αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως 1 έως 4 και 10 εξαγγέλλουν: «
(1)Το δικαίωμα του κατηγορουμένου να εμφανίζεται αυτοπροσώπως στη δίκη περιλαμβάνεται στο δικαίωμα σε δίκαιη δίκη που προβλέπεται από το άρθρο 6 της [ΕΣΔΑ], όπως ερμηνεύεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι το εν λόγω δικαίωμα του κατηγορουμένου να εμφανίζεται αυτοπροσώπως στη δίκη δεν είναι απόλυτο και ότι, υπό ορισμένους όρους, ο κατηγορούμενος μπορεί, εξ ιδίας βουλήσεως, να παραιτηθεί του δικαιώματος αυτού ρητώς ή σιωπηρώς αλλά κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση.
(2)Οι διάφορες αποφάσεις-πλαίσια για την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης στις τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις δεν ασχολούνται συστηματικά με το θέμα των αποφάσεων που εκδίδονται σε δίκες κατά τις οποίες το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως. Η ποικιλομορφία αυτή ενδέχεται να περιπλέξει το έργο των νομικών και να παρεμποδίσει τη δικαστική συνεργασία.
(3)[.] Η απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ [.] επιτρέπει στην εκτελούσα αρχή να ζητήσει από την εκδούσα αρχή την παροχή διασφάλισης που κρίνεται ότι παρέχει επαρκείς εγγυήσεις ώστε να εξασφαλισθεί στον καθ' ου το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, ότι θα έχει τη δυνατότητα να ζητήσει να δικαστεί εκ νέου στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος και να παρίσταται κατά την έκδοση της απόφασης. H επάρκεια της διασφάλισης αποτελεί θέμα για το οποίο αποφαίνεται η εκτελούσα αρχή, και, συνεπώς, είναι δύσκολο να είναι γνωστό πότε ακριβώς η εκτέλεση μπορεί να απορριφθεί.
(4)Είναι, συνεπώς, απαραίτητο να παρασχεθούν σαφείς και κοινές βάσεις για τη μη αναγνώριση των αποφάσεων, που εκδίδονται σε δίκες κατά τις οποίες το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως. Στόχος της παρούσας απόφασης-πλαισίου είναι να επανοριστούν οι εν λόγω κοινές βάσεις που θα επιτρέπουν στην εκτελούσα αρχή να εκτελέσει την απόφαση παρά την απουσία του ενδιαφερομένου από τη δίκη, τηρουμένου πλήρως του δικαιώματος υπεράσπισης του ενδιαφερομένου. Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν έχει εκπονηθεί για να ρυθμίζει τις μορφές και μεθόδους, περιλαμβανομένων και των δικονομικών απαιτήσεων, που χρησιμοποιούνται για την επίτευξη των αποτελεσμάτων που προσδιορίζονται στην παρούσα απόφαση-πλαίσιο και που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία των εθνικών δικαίων των κρατών μελών. [.]
(10)Δεν θα πρέπει να επιτρέπεται άρνηση αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεως εκδοθείσας σε δίκη κατά την οποία το πρόσωπο δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως, όταν το εν λόγω πρόσωπο, ενώ τελεί εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης, εκπροσωπήθηκε στη δίκη από δικηγόρο, στον οποίον είχε αναθέσει σχετική εντολή να τον/την εκπροσωπήσει, εξασφαλίζοντας ότι η νομική συνδρομή είναι πραγματική και ουσιαστική. Εν προκειμένω, θα πρέπει να είναι άνευ σημασίας εάν τον δικηγόρο έχει επιλέξει, ορίσει και πληρώσει το πρόσωπο ή το κράτος. Εξυπακούεται ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο θα πρέπει να έχει επιλέξει εκ προθέσεως να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο αντί να εμφανιστεί αυτοπροσώπως στη δίκη. [.]» » Στην Ciprian Vasile Radu (ανωτέρω), ηγέρθηκε από Ρουμανικό Εφετείο προδικαστικό ερώτημα σε σχέση με, μεταξύ άλλων, στη δυνατότητα κεντρικής αρχής εκτέλεσης ΕΕΣ, κράτους μέλους της ΕΕ, να αρνηθεί την εκτέλεση ΕΕΣ λόγω του ότι στον εκζητούμενο δεν παρασχέθηκε το δικαίωμα ακρόασης στο κράτος μέλος έκδοσης του ΕΕΣ. Δόθηκε η εξής απάντηση στο ερώτημα: «
- [....] η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 έχει την έννοια ότι οι δικαστικές αρχές εκτέλεσης δεν μπορούν να αρνηθούν να εκτελέσουν ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης που έχει εκδοθεί στο πλαίσιο της άσκησης ποινικής δίωξης για τον λόγο ότι πριν την έκδοση του εντάλματος αυτού δεν παρασχέθηκε στον καταζητούμενο δυνατότητα ακρόασης στο κράτος μέλος έκδοσης.» Το ΔΕΕ κατέληξε στο πιο πάνω αποτέλεσμα με το εξής αιτιολογικό, στις σκέψεις 34-42 της ίδιας απόφασης, οι οποίες κρίνεται σκόπιμο όπως παρατεθούν αυτούσιες λόγω της απόλυτης σχετικότητάς τους με τα, εδώ, επίδικα θέματα: «34 Συγκεκριμένα, η απόφαση-πλαίσιο 2002/584, θεσπίζοντας ένα νέο, απλουστευμένο και αποτελεσματικότερο σύστημα παράδοσης των προσώπων που έχουν καταδικαστεί ή είναι ύποπτα για αξιόποινες πράξεις, αποβλέπει στην επιτάχυνση και τη διευκόλυνση της δικαστικής συνεργασίας προκειμένου να συμβάλει στην επίτευξη του σκοπού τον οποίο έχει θέσει η Ένωση, να καταστεί ένας χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, με θεμέλιο τον υψηλό βαθμό εμπιστοσύνης που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των κρατών μελών (βλ., υπ' αυτή την έννοια, απόφαση της 28ης Ιουνίου 2012, C-192/12 PPU, West, σκέψη 53 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 35 Βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 2, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, τα κράτη μέλη καταρχήν υποχρεούνται να εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. 36 Πράγματι, το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης-πλαισίου, τα κράτη μέλη μπορούν μα μην εκτελέσουν ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μόνο σε περίπτωση που συντρέχει ένας από τους λόγους υποχρεωτικής μη εκτέλεσης που προβλέπονται στο άρθρο 3 της απόφασης αυτής ή ένας από τους απαριθμούμενους στα άρθρα 4 και 4α λόγους προαιρετικής μη εκτέλεσης (βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 1ης Δεκεμβρίου 2008, C-388/08 PPU, Leymann και Pustovarov, Συλλογή 2008, σ. I-8983 σκέψη 51, και της 16ης Νοεμβρίου 2010, C-261/09, Mantello, Συλλογή 2010, σ. I-11477, σκέψη 37). Επιπλέον, η δικαστική αρχή εκτέλεσης δεν μπορεί να εξαρτήσει την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από άλλες προϋποθέσεις πέραν εκείνων στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 5 της απόφασης-πλαισίου. 37 Ασφαλώς, βάσει του άρθρου 4α της απόφασης-πλαισίου 2002/584, η προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας στη διάρκεια ποινικής δίκης που κατέληξε στην ερήμην έκδοση καταδικαστικής απόφασης ενδέχεται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να συνιστά λόγο μη εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης εκδοθέντος προς εκτέλεση της οικείας στερητικής της ελευθερίας ποινής. 38 Αντιθέτως όμως, το γεγονός ότι εκδόθηκε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης στο πλαίσιο της άσκησης ποινικής δίωξης, χωρίς οι δικαστικές αρχές έκδοσης να έχουν προηγουμένως παράσχει στον καταζητούμενο δυνατότητα ακρόασης, δεν καταλέγεται μεταξύ των λόγων μη εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης τους οποίους προβλέπουν οι διατάξεις της απόφασης-πλαισίου 2002/
- 39 Εν αντιθέσει προς τα όσα υποστηρίζει ο C. V. Radu, η τήρηση των άρθρων 47 και 48 του Χάρτη δεν επιβάλλει να αναγνωρίζεται στη δικαστική αρχή κράτους μέλους το δικαίωμα να μην εκτελέσει ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης το οποίο έχει εκδοθεί στο πλαίσιο της άσκησης ποινικής δίωξης, για τον λόγο ότι δεν παρασχέθηκε από τις δικαστικές αρχές έκδοσης στον καταζητούμενο δυνατότητα ακρόασης πριν την έκδοση του εντάλματος αυτού. 40 Διαπιστώνεται ότι μια τέτοια υποχρέωση των δικαστικών αρχών έκδοσης να παρέχουν στον καταζητούμενο δυνατότητα ακρόασης πριν την έκδοση εντάλματος θα υπονόμευε αναπόφευκτα την ίδια την ουσία του συστήματος παράδοσης που θεσπίζει η απόφαση-πλαίσιο και, ως εκ τούτου, την πραγμάτωση του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, δεδομένου ότι, ιδίως προκειμένου να αποτραπεί το ενδεχόμενο φυγής του ενδιαφερομένου προσώπου, το ένταλμα σύλληψης πρέπει να χαρακτηρίζεται από ένα στοιχείο αιφνιδιασμού. 41 Εν πάση περιπτώσει, ο Ευρωπαίος νομοθέτης μερίμνησε να εξασφαλίσει τον σεβασμό του δικαιώματος ακρόασης στο κράτος μέλος εκτέλεσης κατά τρόπον ώστε να μη διακυβεύεται η αποτελεσματικότητα του μηχανισμού του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. 42 Συγκεκριμένα, από τα άρθρα 8 και 15 της απόφασης-πλαισίου 2002/584 προκύπτει ότι, πριν αποφασίσει να παραδώσει τον καταζητούμενο στο πλαίσιο της άσκησης ποινικής δίωξης, η δικαστική αρχή εκτέλεσης οφείλει να ασκεί ορισμένο έλεγχο επί του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Επιπλέον, το άρθρο 13 της απόφασης-πλαισίου προβλέπει ότι ο καταζητούμενος έχει το δικαίωμα να ζητήσει τη συνδρομή δικηγόρου σε περίπτωση που συναινεί στην παράδοσή του και παραιτείται, ενδεχομένως, από το ευεργέτημα του «κανόνα της ειδικότητας». Εξάλλου, βάσει των άρθρων 14 και 19 της απόφασης-πλαισίου 2002/584, ο καταζητούμενος, όταν δεν συναινεί στην παράδοσή του και εκκρεμεί εις βάρος του εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης εκδοθέντος στο πλαίσιο ποινικής δίωξης, έχει δικαίωμα ακρόασης από τη δικαστική αρχή εκτέλεσης, υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται σε συμφωνία με τη δικαστική αρχή έκδοσης.» (υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου) Συναφώς, και όσον αφορά στην ερημοδικία στην Κόκος Ιωάννου (Ρωσσίδης) v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα εξής: «Εφόσον η ερημοδικία επιτρέπεται από τη νομοθεσία του κράτους που επιδιώκει την έκδοση δεν τίθεται θέμα παραβίασης των αρχής της φυσικής δικαιοσύνης ή της διεξαγωγής δίκαιης δίκης. Πόσο μάλλον εδώ, που στον εφεσείοντα προσφέρεται η δυνατότητα ασκήσεως έφεσης ή και ακύρωσης της διαδικασίας ακριβώς λόγω της ερήμην καταδίκης του. Το τι το ημεδαπό Δικαστήριο οφείλει να διαπιστώσει είναι να μην εκδοθεί το εκζητούμενο πρόσωπο σε χώρα όπου θα διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου ή να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση. (Δέστε Άρθρο 2
(2)του Νόμου.)» Το Δικαστήριο δεν πρέπει, βεβαίως, να υπεισέρχεται στο νομότυπο της κλήτευσης του εκζητούμενου ενώπιον των δικαστικών αρχών της εκδίδουσας χώρας, εφόσον τέτοιο νομότυπο είναι γι' αυτές τις δικαστικές αρχές να το αποφασίσουν βάσει των ημεδαπών νόμων. Πρέπει, επίσης, να αναφερθεί ότι, στην Constantinides ν. Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω), το Κυπριακό Εφετείο, αναφερόμενο στη διακριτική ευχέρεια που έχει το Δικαστήριο, ως δικαστική αρχή εκτέλεσης ΕΕΣ, να αρνηθεί την εκτέλεσή του βάσει του άρθρου 14
(2), αποφάσισε κατ' αρχήν ότι, το γεγονός ότι το Παράρτημα του ΕΕΣ, υπό την παράγραφο (Δ) αυτού, με τον τίτλο «Αναφέρατε τις Νομικές Εγγυήσεις», δεν ήταν συμπληρωμένο από την Ελληνική Κεντρική Αρχή έκδοσης του ΕΕΣ, δεν επηρέαζε την εγκυρότητα του ΕΕΣ και δεν παρέσυρε αυτό σε ακυρότητα. Και κατόπιν ανέφερε τα εξής: «Δεδομένων των ανωτέρω, το ερώτημα, το οποίο τίθεται, είναι κατά πόσο η πληροφόρηση, η οποία δίδεται όσον αφορά τις νομικές εγγυήσεις, είναι, όντως, αρκούντως ικανοποιητική, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι το εκδικάσαν Δικαστήριο άσκησε ορθά τη διακριτική του εξουσία, διατάσσοντας την εκτέλεση του ΕΕΣ σε σχέση και με την περίπτωση αυτή. Η προσπάθεια, η οποία προωθείται από την Απόφαση πλαίσιο 2009/299, για απλούστευση, έτι περαιτέρω, της διαδικασίας εκτέλεσης ΕΕΣ, με την υιοθέτηση του ΄Αρθρου 4α, δεν καταργεί την απαίτηση του διαγραφέντος ΄Αρθρου 5.1 της Απόφασης πλαίσιο 2002/584. Αυτό προνοούσε για τη διασφάλιση του δικαιώματος εκζητούμενο πρόσωπο το οποίο καταδικάστηκε και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης ερήμην να ζητήσει να δικαστεί εκ νέου στο κράτος μέλος έκδοσης και να παρίσταται κατά τη λήψη της απόφασης. Είναι οι λεγόμενες «νομικές εγγυήσεις», οι οποίες αναφέρονται και επεξηγούνται στο υπό εξέταση ΕΕΣ. Η επιδίωξη του ΄Αρθρου 4α, όπως προκύπτει από το ΄Αρθρο 1 της Απόφασης πλαίσιο 2009/299, είναι ο καθορισμός κοινών κανόνων σε όλα τα κράτη μέλη, προς κατοχύρωση των, άλλως πως, αποκαλουμένων δικονομικών δικαιωμάτων εκζητουμένων προσώπων, τα οποία υπόκεινται σε ποινικές διαδικασίες. Στην προκειμένη δε περίπτωση, στη βάση της πληροφόρησης την οποία ο εφεσείων είχε σε σχέση με τα εν λόγω δικαιώματα, η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα είναι καταφατική. Με αυτά, λοιπόν, τα δεδομένα, τα οποία ο εκδικάσας Δικαστής είχε ενώπιόν του, σε σχέση και με τις δύο υποθέσεις στις οποίες αφορά το υπό εξέταση ΕΕΣ, κρίνεται ότι αυτός άσκησε ορθώς τη διακριτική εξουσία που του παρέχει το άρθρο 14
(2), απορρίπτοντας τις σχετικές ενστάσεις εκ μέρους του εκζητουμένου.» Η υπόθεση Melloni v. Ministerio Fiscal, C-399/11, 26/2/2013, η οποία αφορούσε σε προδικαστική παραπομπή Ισπανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου στο ΔΕΕ, το οποίο την αποφάσισε με μείζονα σύνθεση, είναι απολύτως σχετική και είχε τα εξής γεγονότα. Ο Αιτητής καταδικάστηκε ερήμην από Ιταλικό Εφετείο σε κάθειρξη δέκα ετών για δόλια πτώχευση. Κατ' έφεσην, η ασκηθείσα, εκ μέρους των δικηγόρων του Melloni, αίτηση αναιρέσεως απερρίφθη. Ενώπιον της αρμόδιας ισπανικής δικαστικής αρχής εκτέλεσης του εναντίον του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, ο Αιτητής αντιτάχθηκε στην παράδοση στις ιταλικές αρχές ισχυριζόμενος ότι ανακάλεσε τη δοθείσα, προς τους δικηγόρους που τον εκπροσώπησαν στην έφεση, εντολή και διόρισε άλλο δικηγόρο. Εντούτοις, οι αρμόδιες αρχές εξακολουθούσαν να απευθύνουν τις κοινοποιήσεις στους αρχικούς συνηγόρους του. Υπεστήριξε επίσης ότι εφόσον το ιταλικό δικονομικό δίκαιο δεν προβλέπει τη δυνατότητα άσκησης ένδικου μέσου κατά καταδικαστικών αποφάσεων που έχουν εκδοθεί ερήμην, το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης δεν θα έπρεπε να εκτελεστεί εκτός εάν η Ιταλία εγγυάτο προηγουμένως τη δυνατότητα άσκησης ένδικου μέσου κατά της καταδικαστικής απόφασης. Η ισπανική δικαστική αρχή εκτέλεσης του ιταλικού Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης αποφάσισε την παράδοση του Αιτητή στις ιταλικές αρχές διότι, αφενός δεν απεδείχθη ότι οι δικηγόροι που είχε διορίσει είχαν παυθεί και αφετέρου, διότι δεν παραβιάστηκαν τα δικαιώματα υπεράσπισής του, εφόσον τελούσε εν γνώσει της επικείμενης διεξαγωγής της δίκης και ερημοδίκησε οικειοθελώς. Άσκησε δε, αποφασίστηκε, σε όλα τα δικονομικά στάδια τα προβλεπόμενα δικαιώματά του. Το Ισπανικό Συνταγματικό Δικαστήριο, στο οποίο η υπόθεση κατέληξε, ανέστειλε τη διαδικασία και έστειλε στο ΔΕΕ, για σκοπούς προδικαστικής παραπομπής, τα εξής τρία ερωτήματα: Δύνανται οι εθνικές δικαστικές αρχές βάσει του άρθρου 4α της Απόφασης-Πλαίσιο να εξαρτούν την εκτέλεση ΕΕΣ από τον όρο ότι η σχετική καταδικαστική απόφαση υπόκειται σε αναθεώρηση; Αν ναι, είναι το άρθρο 4α της Απόφασης-Πλαίσιο συμβατό με τα ανθρώπινα δικαιώματα ως διασφαλίζονται από τα άρθρα 47 και 48
(2)του χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή τα δικαιώματα σε αποτελεσματική δικαστική προστασία, σε δίκαιη δίκη και σε προώθηση υπεράσπισης; Αν ναι, μπορεί να αναγνωριστεί στα προαναφερόμενα δικαιώματα υψηλότερο επίπεδο προστασίας από ότι στο άρθρο 4α της Απόφασης-Πλαίσιο ώστε να αποφευχθεί ερμηνεία που θα περιόριζε ή θα έθιγε δικαιώματα που αναγνωρίζονται από το σύνταγμα του οικείου κράτους μέλους; Στο πρώτο πιο πάνω ερώτημα δόθηκε αρνητική απάντηση. Αναφέρθηκαν τα εξής στην παράγραφο 46 της απόφασης: «
- Όπως προκύπτει από το σύνολο των προηγηθεισών σκέψεων, το άρθρο 4α, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 έχει την έννοια ότι απαγορεύει στην αρμόδια δικαστική αρχή εκτελέσεως, στις παρατιθέμενες στην ως άνω διάταξη περιπτώσεις, να εξαρτά την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως εκδοθέντος προς εκτέλεση ποινής από την προϋπόθεση ότι η εκδοθείσα ερήμην καταδικαστική απόφαση μπορεί να αναθεωρηθεί εντός του κράτους μέλους εκδόσεως.» Το δεύτερο πιο πάνω ερώτημα αποφασίστηκε καταφατικά. Οι παράγραφοι 49 και 52 της απόφασης είναι κατατοπιστικές: «
- Όσον αφορά την έκταση εφαρμογής του δικαιώματος για αποτελεσματική προσφυγή και δίκαιη δίκη, το οποίο προβλέπει το άρθρο 47 του Χάρτη, καθώς και των διασφαλιζομένων από το άρθρο 48, παράγραφος 2, αυτού δικαιωμάτων άμυνας, πρέπει να διευκρινισθεί ότι, ναι μεν το δικαίωμα του κατηγορουμένου να παρίσταται αυτοπροσώπως στη δίκη συνιστά ουσιώδες στοιχείο του δικαιώματος για δίκαια δίκη, εντούτοις το δικαίωμα αυτό δεν είναι απόλυτο (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2012, C-619/10, Trade Agency, σκέψεις 52 και 55). Ο κατηγορούμενος μπορεί, εξ ιδίας βουλήσεως, να παραιτηθεί του δικαιώματος αυτού ρητώς ή σιωπηρώς, υπό την προϋπόθεση ότι η παραίτηση χωρεί κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση, συνδυάζεται με κατ' ελάχιστον εγγυήσεις αντίστοιχες της σοβαρότητάς της και δεν προσκρούει σε κανένα σημαντικό δημόσιο συμφέρον. Ειδικότερα, δεν στοιχειοθετείται προσβολή του δικαιώματος για δίκαιη δίκη όταν ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν παρέστη αυτοπροσώπως, αφ' ης στιγμής ενημερώθηκε σχετικά με τον χρόνο και τον τόπο της δίκης ή την υπεράσπισή του ανέλαβε δικηγόρος στον οποίον ο ίδιος έδωσε σχετική εντολή. [....................................]
- Υπό την έννοια αυτή, στο εν λόγω άρθρο 4α, παράγραφος 1, προβλέπονται, υπό τα στοιχεία α και β, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο ενδιαφερόμενος πρέπει να θεωρείται ότι παραιτήθηκε οικειοθελώς και κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση του δικαιώματός του να παρίσταται στη δίκη του, με αποτέλεσμα η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως προς εκτέλεση της εκ μέρους του καταδικασθέντος ερήμην προσώπου ποινής να μην μπορεί να εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι το πρόσωπο αυτό μπορεί να επιτύχει τη διεξαγωγή νέας δίκης παρουσία του εντός του κράτους μέλους εκδόσεως. Τούτο συμβαίνει είτε οσάκις, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, στοιχείο α, ο ενδιαφερόμενος δεν παρέστη αυτοπροσώπως στη δίκη μολονότι κλητεύθηκε αυτοπροσώπως ή είχε ενημερωθεί επισήμως σχετικά με τον χρόνο και τον τόπο οι οποίοι είχαν ορισθεί με την κλήτευση είτε, όπως αναφέρεται στην ίδια παράγραφο, στοιχείο β, οσάκις, τελώντας εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης, επέλεξε να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο αντί να παραστεί ο ίδιος αυτοπροσώπως. Ως προς την παράγραφο 1, στοιχεία γ και δ, παρατίθενται εκεί οι περιπτώσεις όπου η αρμόδια δικαστική αρχή εκτελέσεως υποχρεούται να εκτελέσει το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως μολονότι ο ενδιαφερόμενος δικαιούται να τύχει νέας διεξαγωγής της δίκης εφόσον το συγκεκριμένο ένταλμα συλλήψεως διευκρινίζει είτε ότι ο ενδιαφερόμενος δεν ζήτησε την εκ νέου διεξαγωγή της δίκης είτε ότι πρόκειται να ενημερωθεί ρητώς ως προς το δικαίωμά του για την εκ νέου διεξαγωγή της δίκης.» (Οι υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου) Σε σχέση με το τρίτο πιο πάνω ερώτημα, η απάντηση που δόθηκε ήταν αρνητική διότι αποφασίστηκε ότι κάτι τέτοιο θα προσέβαλλε την αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στις παραγράφους 60, 61 και 62 της απόφασης αναφέρονται τα εξής σχετικά: «
- Ασφαλώς, το άρθρο 53 του Χάρτη επιβεβαιώνει ότι, όταν πράξη της Ένωσης υπαγορεύει την εφαρμογή εθνικών μέτρων, είναι κατ' αρχήν θεμιτό οι εθνικές αρχές και τα εθνικά δικαστήρια να εφαρμόζουν τα κατοχυρωμένα στα Συντάγματά τους θεμελιώδη δικαιώματα, αρκεί η εν λόγω εφαρμογή να μη θέτει υπό διακύβευση την υπεροχή, την ενότητα και την αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του Χάρτη.
- Πάντως, όπως προκύπτει από τη σκέψη 40 της παρούσας αποφάσεως, το άρθρο 4α, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 δεν παρέχει στα κράτη μέλη την ευχέρεια να αρνούνται την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως οσάκις ο ενδιαφερόμενος εμπίπτει σε μια από τις τέσσερις υποθετικές περιπτώσεις οι οποίες προβλέπονται με την ανωτέρω διάταξη.
- Εξάλλου, πρέπει να υπομνησθεί ότι η θέσπιση της αποφάσεως-πλαισίου 2009/299, η οποία ενέταξε την ανωτέρω διάταξη στην απόφαση-πλαίσιο 2002/584, στοχεύει στη θεραπεία των δυσχερειών της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των εκδοθεισών ερήμην του ενδιαφερομένου αποφάσεων οι οποίες είναι απόρροια της υπάρξεως διαφορών εντός των κρατών μελών στο θέμα της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Συναφώς, η ανωτέρω απόφαση-πλαίσιο εναρμονίζει τις προϋποθέσεις εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως σε περίπτωση ερήμην καταδίκης, η δε εναρμόνιση αυτή απηχεί τη συναίνεση η οποία επετεύχθη από τα κράτη μέλη στο σύνολό τους αναφορικά με την εφαρμοστέα, δυνάμει του δικαίου της Ένωσης, έκταση των δικονομικών δικαιωμάτων των οποίων απολαύουν οι καταδικασθέντες ερήμην τους οποίους αφορά ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως.» (Οι υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου) Εάν η απάντηση στο τρίτο ερώτημα αυτό ήταν θετική, συνεχίζει η απόφαση στην παράγραφο 62 αυτής, θα τίθετο υπό αμφισβήτηση η ομοιομορφία του βαθμού προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων ο οποίος προσδιορίζεται από την Απόφαση-Πλαίσιο, θα έθιγε τις αρχές της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αναγνώρισης που η Απόφαση-Πλαίσιο ενισχύει και θα έθετε σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητά της. Η Melloni (ανωτέρω) πάντως είναι ξεκάθαρη. Απαγορεύεται στην αρμόδια δικαστική αρχή εκτελέσεως, βάσει του άρθρου 4α της Απόφασης-Πλαίσιο, να εξαρτά την εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως εκδοθέντος προς εκτέλεση ποινής από την προϋπόθεση ότι η εκδοθείσα ερήμην καταδικαστική απόφαση μπορεί να αναθεωρηθεί εντός του κράτους μέλους εκδόσεως. Σε καμία περίπτωση δεν αναφέρει, όμως, η Melloni ότι στην περίπτωση μη αυτοπρόσωπης εμφάνισης του εκζητούμενου στη δίκη του και μη παροχής των εγγυήσεων του άρθρου 14
(2)(α)-(δ) από την κεντρική αρχή έκδοσης, η διακριτική ευχέρεια που έχει το Δικαστήριο εκτέλεσης εκμηδενίζεται. Επομένως, η διακριτική αυτή ευχέρεια συνεχίζει να υπάρχει. Πρέπει βεβαίως να ασκηθεί δικαστικά. Δηλαδή, εντός του πλαισίου που παρέχεται από το Νόμο, με αναφορά σε εσωγενείς και όχι εξωγενείς της υπόθεσης παράγοντες, λαμβάνοντας υπόψη μόνο σχετικά, και όχι άσχετα, γεγονότα, να μην οδηγεί σε πασιφανή αδικία, να μην ασκηθεί κατά τρόπο που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να την ασκήσει και χωρίς πλάνη ως προς τα γεγονότα ή το Νόμο (βλ. Αρέστη ν. Ηλία
(1991)1 Α.Α.Δ. 984, 988, 989, Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon
(1992)1 Α.Α.Δ. 710, Νεάρχου ν. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 954, Donald Campbell & Co. Ltd v. Pollak [1927] A.C. 732, Evans v. Bartlam [1937] A.C. 473, Young v. Thomas [1892] 2 Ch. 234 και Egerton v. Jones [1939]3 All E.R. 892). Όπως αναφέρεται σχετικά στο σύγγραμμα Annual Practice του 1960, σελ. 1822: «Wide though the discretion is, it is a judicial discretion and must be exercised on fixed principles, that is according to rules of reason and justice, not according to private opinion ... or even benevolence ..., or sympathy ..., and the exercise of discretion even by a judge sitting alone must be justifiable ......» H υπόθεση Melloni (ανωτέρω) υιοθετήθηκε, τόσο από την πλειοψηφία, όσο και από τη μειοψηφία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Ρένος Νεοφύτου ν. Γενικού Εισαγγελέα, ECLI:CY:AD:2016:A452, Π.Ε. αρ. 262/2016 ημερ. 29/9/2016. Στην Ρένος Νεοφύτου (πιο πάνω), τα επίδικα ΕΕΣ αφορούσαν σε, μεταξύ άλλων, αδικήματα φοροδιαφυγής που ο εκζητούμενος διέπραξε ως νόμιμος εκπρόσωπος ή διαχειριστής δύο εταιρειών και στα οποία του επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης. Ο δικηγόρος του Εφεσείοντα ισχυρίστηκε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε, ως όφειλε, την υπόθεση υπό το πρίσμα του άρθρου 14
(2)(δ) του Νόμου, ήτοι ότι δεν διδόταν στα ΕΕΣ, εγγύηση ότι ο εκζητούμενος θα μπορούσε να δικασθεί εκ νέου ενώπιον των ελληνικών δικαστικών αρχών ή να ασκήσει ένδικο μέσο, σε διαδικασία όπου δικαιούται ο ίδιος να παρίσταται και όπου η ουσία της υπόθεσης, περιλαμβανομένων και νέων αποδεικτικών στοιχείων, επανεξετάζεται, ως απαιτεί το εν λόγω άρθρο 14
(2)(δ). Δόθηκαν, όμως, προς το κυπριακό δικαστήριο διευκρινίσεις από ελληνική κεντρική αρχή ότι οι επίδικες αποφάσεις θα μπορούσαν να εφεσιβληθούν με συγκεκριμένα ένδικα μέσα, βάσει του άρθρου 430 και 497 του ελληνικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο, δοθεισών των εν λόγω διευκρινίσεων, έκρινε, κατά πλειοψηφία, ότι η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για την εκτέλεση των ΕΕΣ ήταν ορθή και πληρούσε τα αναφερόμενα στο άρθρο 14
(2)(δ) του Νόμου. Και στη Νικόλας Κυριάκου (πιο πάνω) επικυρώθηκε από το Εφετείο η πρωτόδικη απόφαση για εκτέλεση, κάποιων από τα επίδικα ΕΕΣ, διότι οι εγγυήσεις που παρασχέθηκαν από την ελληνική αρμόδια αρχή διασφάλιζαν τη δυνατότητα ο εκζητούμενος να ζητήσει να δικαστεί εκ νέου και να είναι παρών κατά τη λήψη της απόφασης, καθώς και το δικαίωμά του να ασκήσει αίτηση ακυρώσεως της εναντίον του, ερήμην, εκδοθείσας απόφασης και τούτο παρά την εκπνοή της σχετικής προθεσμίας. Το ίδιο και στην Constantinides ν. Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω). Ο, εκεί, εκζητούμενος θα μπορούσε να ασκήσει κατά των αποφάσεων, που ήταν το αντικείμενο των, εκεί, Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Σύλληψης «αίτηση ακύρωσης απόφασης ή εκπρόθεσμη έφεση που μπορούν να οδηγήσουν σε εξαφάνιση της ανωτέρω απόφασης». Και στην Κόκος Ιωάννου (Ρωσσίδης) ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (ανωτέρω), παρόλο που κρίθηκε πριν την τροποποίηση του Νόμου (βλ. τροποποιητικό Νόμο Ν.30(Ι)/14)εντούτοις τ' αποφασισθέντα κατά το μέρος που ενδιαφέρει εξακολουθούν να ισχύουν. Οι νομικές εγγυήσεις που δόθησαν στην υπόθεση αυτή ήταν ότι ο εκζητούμενος μπορούσε να ασκήσει έφεση άμα τη εκδόσει του κατά το Άρθρο 429 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, εναντίον της ερήμην καταδίκης του, αλλά και να υποβάλει αίτηση ακυρώσεως της όλης διαδικασίας, συμφώνως του Άρθρου 430 του Κώδικα. Το Εφετείο, κρίνοντας τις άνω εγγυήσεις, ανέφερε τ' ακόλουθα: «... Υπό το φως και των ανωτέρω διευκρινίσεων/εγγυήσεων, δεν διαπιστώνεται καμία απολύτως παραβίαση των διατάξεων του Άρθρου 30 του Συντάγματος. Εφόσον η ερημοδικία επιτρέπεται από τη νομοθεσία του κράτους που επιδιώκει την έκδοση δεν τίθεται θέμα παραβίασης των αρχής της φυσικής δικαιοσύνης ή της διεξαγωγής δίκαιης δίκης. Πόσο μάλλον εδώ, που στον εφεσείοντα προσφέρεται η δυνατότητα ασκήσεως έφεσης ή και ακύρωσης της διαδικασίας ακριβώς λόγω της ερήμην καταδίκης του. Το τι το ημεδαπό Δικαστήριο οφείλει να διαπιστώσει είναι να μην εκδοθεί το εκζητούμενο πρόσωπο σε χώρα όπου θα διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου ή να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση. (Δέστε Άρθρο 2
(2)του Νόμου.)» Επομένως, σε όλες τις πιο πάνω ημεδαπές αποφάσεις, οι διευκρινίσεις που δόθηκαν από τις Ελληνικές αρχές, κρίθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο και από το Εφετείο ως ικανοποιητικές, ώστε να αποστερούν το κυπριακό Δικαστήριο από τη διακριτική ευχέρεια μη εκτέλεσης των επίδικων ΕΕΣ, που παρέχεται στο άρθρο 14
(2)του Νόμου και να δικαιολογούν την εκτέλεσή τους. Δεν ισχύει το ίδιο εν προκειμένω και σε σχέση με τις δοθείσες διευκρινίσεις στις υποθέσεις 4387/5-2-2015, 4135/29-06-2015 και 1328/23-03-2015. Και εξηγώ. Δεν υπάρχει στα επίδικα ΕΕΣ, ούτε δόθηκε με την επιστολή της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών ημερομηνίας 17.7.2017, οποιαδήποτε εγγύηση ότι, εφόσον ο εκζητούμενος δεν παρουσιάστηκε αυτοπροσώπως στις υποθέσεις εκείνες και παρόλο που εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο (βλ. Δέσμη παραδεκτών Τεκμηρίων 15), θα του δοθούν τα δικαιώματα που αναφέρονται στο εδάφιο (δ)(i) και (ii) του άρθρου 14
(2). Δυνατόν, βεβαίως να ισχύει το εδάφιο (β) του άρθρου 14
(2)και έτσι να εκμηδενίζεται η διακριτική ευχέρεια που έχει το Δικαστήριο τούτο στη μη εκτέλεση των σχετικών ΕΕΣ. Όμως, οι ισχυρισμοί του εκζητούμενου ενώπιόν μου ήταν ότι ουδέποτε «τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης» (ως αναφέρει το εν λόγω εδάφιο) παρόλο που υπάρχουν υπογεγραμμένες εξ' ονόματός του εξουσιοδοτήσεις, οι οποίες ισχυρίζεται ότι είναι πλαστές. Δεν θα προβώ σε αξιολόγηση των ισχυρισμών του εκζητούμενου σε αυτό το στάδιο διότι αυτή είναι στην κρίση των ελληνικών δικαστικών αρχών εάν και εφόσον εκδοθεί. Απαιτείται, εδώ, μία μνεία ως προς τη θέση της Υπεράσπισης ότι οι υπογραφές που αποδίδονται στον εκζητούμενο στα Τεκμήρια 7
(1)μέχρι 7
(6)δεν είναι δικές του γνήσιες υπογραφές. Παρόλο που κρίνω τον γραφολόγο, Μ.Υ.1, ο οποίος ανέφερε ότι οι σχετικές υπογραφές δεν είναι γνήσιες υπογραφές του εκζητούμενου, ως αξιόπιστο μάρτυρα και ως εμπειρογνώμονα γραφολογίας, αφού βάσει των λεγομένων του και της Έκθεσής του, Τεκμήριο 24, επεξήγησε στο Δικαστήριο τον τρόπο με τον οποίο κατέληξε στα συμπεράσματά του, ως όφειλε βάσει της νομολογίας, δε μπορώ να δεχθώ τη μαρτυρία του για τη μη γνησιότητα των υπογραφών στα Τεκμήρια 7
(1)μέχρι 7
(6). Και αυτό, διότι έθεσε την κρίση του υπό την αίρεση της πιστότητας των φωτοαντιγράφων Τεκμήρια 7
(1)μέχρι 7
(6)που του παρουσιάστηκαν. Πώς μπορεί να κριθεί, με οποιονδήποτε βαθμό βεβαιότητας, ότι τα φωτοαντίγραφα αυτά είναι πιστά αντίγραφα του πρωτοτύπου, χωρίς οποιαδήποτε προς τούτο μαρτυρία και αφού η ίδια η πλευρά του εκζητούμενου τα αμφισβητεί και τα αποδίδει σε προσπάθεια εμπλοκής του σε καλά ενορχηστρωμένη απάτη, από δικαστικά και παραδικαστικά κυκλώματα; Εφόσον, λοιπόν, ο γραφολόγος έθεσε την κρίση του υπό την πιο πάνω αίρεση, με τα πιο πάνω δεδομένα δε μπορώ να αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στην κρίση αυτή. Ούτε βεβαίως δύναμαι ή μου επιτρέπεται, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, να προβώ σε εύρημα ή συμπέρασμα ή να υπεισέλθω σε κρίση της αξιοπιστίας του εκζητούμενου ως προς θέμα. Ότι δηλαδή οι υπογραφές στα Τεκμήρια 7
(1)μέχρι 7
(6)είναι γνήσιες ή πλαστές υπογραφές του εκζητούμενου. Το ζήτημα, επομένως, παραμένει ανοιχτό. Ο ισχυρισμός, και μόνο, του εκζητούμενου ότι οι υπογραφές του στα Τεκμήρια 7
(1)μέχρι 7
(6)είναι πλαστές, είναι παράγοντας που θα προσμετρήσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Και είναι βαρύνουσας σημασίας παράγοντας για τον εξής λόγο. Εφόσον, δεν δόθηκαν εγγυήσεις ότι ο εκζητούμενος έχει τρόπο να προσβάλει ενώπιον των ελληνικών δικαστικών αρχών τον ισχυρισμό του αυτό, ώστε να κριθεί επί της ουσίας του, και εφόσον δεν αναφέρθηκε να υπάρχει οποιοδήποτε δικαίωμα αναθεώρησής τους, πώς, χωρίς να παραβιάζονται τα δικαιώματά του σε δίκαιη δίκη και το δικαίωμα υπερασπίσεως, θα εκτελεστούν τα σχετικά ΕΕΣ, ώστε να εκτίσει τις αντίστοιχες ποινές; Κρίνω, επομένως ότι, με γνώμονα τον ισχυρισμό του εκζητούμενου ότι οι υπογραφές στις εξουσιοδοτήσεις προς το δικηγόρο του, Τεκμήρια 7
(1)-7
(6), είναι πλαστές και όχι δικές του, χωρίς σαφή ενώπιον μου μαρτυρία ότι οι καταδικαστικές αυτές αποφάσεις του έχουν επιδοθεί προσωπικά και χωρίς εγγύηση ότι θα είναι σε θέση να θέσει τον ισχυρισμό του αυτό ενώπιον των ελληνικών δικαστικών αρχών σε διαδικασία επανεξέτασης της ουσίας των υποθέσεων αυτών και στην οποία θα δικαιούται να παρίσταται, η διακριτική μου ευχέρεια πρέπει να ασκηθεί εναντίον της εκτέλεσης. Προς τούτο το συμπέρασμα, ζυγίζω επίσης και το ότι δεν αποδεικνύεται σαφώς από την ενώπιον μου μαρτυρία, (i) ότι ο εκζητούμενος είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως για την προγραμματισμένη δίκη του (βλ. άρθρο 14
(2)(α)), ή (ii) Ότι τελώντας εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης του διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο για τον εκπροσωπήσει (βλ. άρθρο 14
(2)(β)), ούτε (iii) ότι του επεδόθη η απόφαση ή ενημερώθηκε ρητά για το δικαίωμα του να ασκήσει ένδικο μέσο εναντίον της ουσίας της υπόθεσης και παραιτήθηκε από τέτοιο δικαίωμα (βλ. άρθρο 14
(2)(γ)). Βάσει των πιο πάνω, καταλήγω, ότι αυτός ο πυλώνας Υπεράσπισης, και σε σχέση με τις υποθέσεις 4387/5-2-2015, 4135/29-06-2015 και 1328/23-03-2015 μόνο, πρέπει να επιτύχει. Το αίτημα για εκτέλεση των ΕΕΣ 9 και 10/17, στο βαθμό που αφορά στις πιο πάνω υποθέσεις, απορρίπτεται. Σε σχέση με τα ΕΕΣ 8/17 και11/17, τα οποία αφορούν σε αξιόποινες πράξεις για τις οποίες εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης εναντίον του εκζητούμενου, δεν απαιτείτο να συμπληρωθεί το Παράρτημα (Δ) των σχετικών ΕΕΣ, επειδή αυτό αφορά σε καταδικαστικές αποφάσεις και δεν εφαρμόζεται στα εν λόγω ΕΕΣ 8/17 και 11/
- Σε σχέση με τα ΕΕΣ 9/17 και 10/17 και για τις εκτελεστές καταδικαστικές αποφάσεις με αριθμούς 28999/8-3-2012, 52697/24-5-2012, 11299/18-2-2013, 20420/01-03-2006, 52815/17-05-2007, 18999/03-02-2011 και 66846/17-11-2011, φαίνεται, από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου εκ συμφώνου από τα μέρη, ότι ο εκζητούμενος ερημοδίκησε και καμία κλήση για τις πιο πάνω υποθέσεις δεν του επιδόθηκε αυτοπροσώπως. Όμως, ασχέτως της μη αυτοπρόσωπης κλήτευσης, η κλήτευση επιτεύχθηκε, επίσης παραδεκτά μεταξύ των μερών, μέσω είτε θυροκόλλησης είτε τοιχοκόλλησης, κάτι που επιτρέπεται βάσει του ελληνικού δικονομικού δικαίου. Εν πάση περιπτώσει, εφόσον ο εκζητούμενος έχει δικαίωμα να ενστεί στις αποφάσεις αυτές, ως ρητά αναφέρεται στο Παράρτημα (Δ) των εν λόγω ΕΕΣ, μπορεί να προβάλει τις όποιες αιτιάσεις του, δικονομικές ή ουσιαστικές, ενώπιον των ελληνικών δικαστικών αρχών. Έτσι, σε σχέση με τα ΕΕΣ8/17 και 11/17 και σε σχέση με τα ΕΕΣ 9/17 και 10/17 και για τις εκτελεστές καταδικαστικές αποφάσεις με αριθμούς 28999/8-3-2012, 52697/24-5-2012, 11299/18-2-2013, 20420/01-03-2006, 52815/17-05-2007, 18999/03-02-2011 και 66846/17-11-2011, ο πυλώνας αυτός της Υπεράσπισης απορρίπτεται.
- Εάν ο εκζητούμενος εκδοθεί, εισηγείται η Υπεράσπιση, θα παραβιασθούν τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματά του σε δίκαιη δίκη και σε δίκη εντός ευλόγου χρόνου. Λόγω της άθλιας, όπως υποστηρίχθηκε, κατάστασης στις ελληνικές φυλακές και της βεβαρημένης του υγείας δεν πρέπει να εκδοθεί. Πρέπει, εξαρχής να αναφερθεί ότι η πλευρά του εκζητούμενου δε συγκεκριμενοποίησε ποία συγκεκριμένα ανθρώπινα του δικαιώματα, και με αναφορά σε σχετικά άρθρα είτε της ΕΣΔΑ είτε του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παραβιάζονται. Τούτου λεχθέντος, σημειώνω ότι, ως αναφέρθηκε στη Νικόλας Κυριάκου (πιο πάνω), δεν αποκλείεται το στοιχείο της καθυστέρησης στην έκδοση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης σε σχέση με τη διάπραξη των αξιόποινων πράξεων που αναφέρονται σε αυτό, αλλά και η αλλαγή των προσωπικών δεδομένων στο μεσοδιάστημα του εκζητούμενου, να καταστήσει την έκδοσή του άδικη και καταπιεστική (δέστε Kakis v. Cyprus
(1978)1 WLR 779 και Cambell v. France
(2013)EWHC 1288). Το βάρος απόδειξης τέτοιων συνθηκών, όμως, το έχει πάντοτε ο εκζητούμενος, ο οποίος πρέπει να το αποσείσει. Θα πρέπει με βεβαιότητα να καθίσταται άδικη και καταπιεστική η έκδοση του εκζητούμενου λόγω των αλλαγμένων προσωπικών του συνθηκών ώστε να καθιστούν την έκδοσή του άδικη και καταπιεστική. Εν προκειμένω, τα ομολογουμένως σοβαρά ιατρικά προβλήματα του εκζητούμενου, και το γεγονός ότι ο Μ.Υ.2 που τα σχολίασε δέχθηκε ότι αφενός δεν ήταν ο ίδιος ο θεράπων ιατρός του και αφετέρου ότι ο εκζητούμενος θα μπορούσε, υπό τις οδηγίες και φαρμακευτική αγωγή των θεραπόντων ιατρών του να ταξιδέψει, δε βρίσκω να μπορούν να λειτουργήσουν ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να ασκηθεί εναντίον της εκτέλεσης. Είναι πάντως γεγονός ότι τέτοια θέματα υγείας μπορούν να τεθούν από τον εκζητούμενο προς την Κεντρική Αρχή στη βάση του άρθρου 29 του Νόμου, όπως ήδη τέθηκαν με την επιστολή του δικηγόρου του, ημερoμηνίας 29.5.2017, προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης (βλ. Τεκμήριο 5) και για τα οποία έχει ήδη δοθεί απάντηση από την Κεντρική Αρχή ότι θα εξεταστούν άμεσα, βάσει του ίδιου άρθρου, εάν η εκτέλεση αποφασιστεί από το Δικαστήριο (βλ. Τεκμήριο 20), (βλ. Anderson v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2008)1Β Α.Δ.Δ. 1092). Εν πάση περιπτώσει, με γνώμονα ότι δόθηκε η απαραίτητη εκ του άρθρου 13(στ) του Νόμου εγγύηση ότι ο εκζητούμενος θα εκτίσει τις τυχόν ποινές του επιβληθούν από τις ελληνικές δικαστικές αρχές, στην Κύπρο, εξέταση του ισχυρισμού της Υπεράσπισης ως προς την κατάσταση των ελληνικών φυλακών, παρέλκει. Εκ του περισσού, αναφέρω ότι το Τεκμήριο 6, Επιτελική Σύνοψη της Έκθεσης προς την Ελληνική Κυβέρνηση αναφορικά με την επίσκεψη που πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων και της Απάνθρωπης ή Ταπεινωτικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας (CPT) του Συμβουλίου της Ευρώπης, πράγματι διαπιστώνει διάφορα προβλήματα στο ελληνικό σωφρονιστικό σύστημα. Δε μπορώ να παραβλέψω όμως ότι, αυτό αποτελεί «Επιτελική Σύνοψη». Από τον τίτλο αυτό, εξάγεται το εύλογο συμπέρασμα ότι υπάρχει και ολοκληρωμένη σχετική έκθεση της ίδιας επιτροπής, η οποία δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και επομένως το πλήρες περιεχόμενό της είναι άγνωστο στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, δε μπορεί από το Τεκμήριο 6 να εξαχθεί γενικευμένο συμπέρασμα ότι οι συνθήκες κράτησης των κρατουμένων και ειδικά των ασθενών κρατουμένων στις ελληνικές φυλακές είναι τέτοιες που θα επηρεαστεί οποιοδήποτε ανθρώπινο δικαίωμά του συγκεκριμένου εκζητούμενου, ειδικά με γνώμονα ότι τέτοιο δικαίωμα δε συγκεκριμενοποιήθηκε από την Υπεράσπιση. Πρέπει να υπογραμμιστεί πάντως και το εξής απόσπασμα από την Μιχάλη Μιχαηλίδη v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Π.Ε.248/2013, ημερ.17.9.2013 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «.. Οι εκ προοιμίου αιτιάσεις του εφεσείοντα ότι, στην περίπτωση που εκδοθεί στην Ελλάδα, θα παραβιασθούν τα ανθρώπινα δικαιώματα του, δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να γίνουν αποδεκτές καθότι αυτό θα συνιστούσε απαράδεκτη απαξίωση του ποινικού συστήματος μιας χώρας μέλους της ΕΕ, με όλες τις αυτονόητες αρνητικές συνέπειες σ' ότι αφορά την αμοιβαία εκτίμηση και σεβασμό που πρέπει να επιδεικνύεται μεταξύ των δικαστικών αρχών των Κρατών Μελών της ΕΕ. Υπενθυμίζεται ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδιαίτερα στον τομέα της ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη (confidence and trust) η οποία είναι απαραίτητο να υπάρχει μεταξύ των Κρατών Μελών, δεδομένου του κοινού νομικού πολιτισμού των Κρατών Μελών αλλά και της τήρησης των ελαχίστων ευρωπαϊκών επιπέδων που ισχύουν σε όλα τα Κράτη Μέλη στα ζητήματα της απονομής της δικαιοσύνης. Θεωρούμε, επομένως, ως δεδομένο ότι οι δικαστικές αρχές της Ελληνικής Δημοκρατίας θα διασφαλίσουν τον πλήρη σεβασμό όλων των δικαιωμάτων του εφεσείοντα και, σ' ότι αφορά τις Δικαστικές Αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, εκτιμούμε ότι, σεβόμενες τις υποχρεώσεις της, ως Κράτους Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν μπορούν να δεχθούν ότι σε άλλο Κράτος Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Συμβουλίου της Ευρώπης, όπως είναι η Ελλάδα, μπορεί να θεωρηθεί, εκ προοιμίου και χωρίς απόδειξη, ότι το δικαστικό και σωφρονιστικό σύστημα πάσχει ή είναι κατώτερο του αναμενομένου. Το ίδιο βέβαια, αναμένουν και οι Δικαστικές Αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας ότι δέχονται και αναγνωρίζουν και τα άλλα Κράτη Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το δικαστικό και σωφρονιστικό σύστημα της Κυπριακής Δημοκρατίας.» Επίσης, στην υπόθεση Gomez v. Government of Trinidad and Tobago
(2009)UKHL 21, λέχθηκαν από την Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων τα εξής: «
(35). Council of Europe countries in our view present no problem. All are subject to article 6 of the Convention and should readily be assumed capable of protecting an accused against an unjust trial - whether by an abuse of process jurisdiction like ours or in some other way. » Συνακόλουθα, και αυτός ο πυλώνας Υπεράσπισης απορρίπτεται. 5. Δεν εκδόθηκε ημεδαπό ένταλμα σύλληψης για τον εκζητούμενο και αυτός συνελήφθη στη βάση, και μόνο, των επίδικων ΕΕΣ. Αυτό καθιστά τα επίδικα ΕΕΣ εξ' υπαρχής άκυρα. Ο πυλώνας αυτός Υπεράσπισης κρίνεται ανεδαφικός στη βάση των άρθρων 11 και 16
(1)του Νόμου και 1
(1)και 1
(2)της Απόφασης-Πλαίσιο ως τροποποιήθηκε. Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης έχει την ίδια ισχύ με ημεδαπό ένταλμα σύλληψης και δεν απαιτείται οποιαδήποτε επιπρόσθετη ενέργεια από μέρους της Κεντρικής Αρχής εκτέλεσής του πριν τη σύλληψη του εκζητούμενου. Μόλις η Κεντρική Αρχή εκτέλεσης παραλάβει οποιοδήποτε Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης οφείλει να μεριμνήσει προς τη σύλληψη του εκζητούμενου. Ερμηνεία, όπως την υποστηρίζει η Υπεράσπιση, είναι, κρίνω, ενάντια στο γράμμα και πνεύμα του Νόμου και της Απόφασης-Πλαίσιο, αφού θα υπονόμευε την ταχύτητα και την αποτελεσματικότητα με την οποία εκζητούμενοι δύνανται να συλληφθούν, με γνώμονα βέβαια ότι είναι η φυγοδικία τους που κατέστησε εξαρχής αναγκαία την έκδοση του ΕΕΣ από την κεντρική αρχή έκδοσης. Συνακόλουθα, και αυτός ο πυλώνας Υπεράσπισης απορρίπτεται. Σημειώνω, στο σημείο αυτό, ότι η απόφαση αυτή εκδίδεται 63 ημέρες μετά τη σύλληψη του εκζητούμενου βάσει του ΕΕΣ8/
- Ζητήθηκαν και από τα δύο μέρη, αλλά κυρίως από την Υπεράσπιση, αρκετές αναβολές στη διαδικασία, κυρίως εν αναμονή εγγράφων που κρίνονταν από τα μέρη ως σημαντικά για την υπόθεσή τους. Μερικά αιτήματα αναβολής εγκρίθηκαν ως δικαιολογημένα και μερικά όχι. Ο εκζητούμενος, ο οποίος είχε το δικαίωμα υπεράσπισης, το οποίο άσκησε δεόντως καθόλη τη διάρκεια της δίκης και δοθείσης κάθε λογικής ευχέρειας χρόνου, δεν τέθηκε σε δυσμένεια με οποιοδήποτε τρόπο από αυτή την καθυστέρηση. Ζητήθηκαν επίσης, οι ανωτέρω αναφερόμενες, διευκρινίσεις από την Εισαγγελεία Εφετών Αθηνών, οι οποίες δόθηκαν στις 17/7/2017 και επί των οποίων τα μέρη τοποθετήθηκαν σήμερα, 20/7/
- Με βάση τα πιο πάνω, με γνώμονα ότι η παρούσα διαδικασία αφορούσε σε τέσσερα ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης τα οποία συνεκδικάστηκαν, για τα τρία εκ των οποίων ο εκζητούμενος συνελήφθη στις 24/5/17 και λαμβάνοντας υπόψη τα όσα λέχθηκαν στην Ανδρέας Γεωργίου ν. Γενικού Εισαγγελέα, Π.Ε. 154/17, ημερ. 6/7/17 και Francis Lanigan C237/15 PPU, ημερ. 16/17/15, κρίνω ότι η παρούσα απόφαση δύναται να δοθεί σήμερα και ισχύει από σήμερα. Ζ. Κατάληξη Ενόψει όλων πιο πάνω, διατάσσεται η εκτέλεση όλων των επίδικων Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Σύλληψης. Σε σχέση με τα ΕΕΣ 9/17 και 10/17, από τη διαταγή εκτέλεσης εξαιρούνται οι εκτελεστές καταδικαστικές αποφάσεις υπ' αρ. 4387/5-2-2015, 4135/29-06-2015 και 1328/23-03-
- Ως προς την προθεσμία παράδοσης του εκζητούμενου, διατάσσεται όπως ακολουθηθούν οι πρόνοιες του άρθρου 29
(1)του Νόμου. Ο εκζητούμενος στο μεταξύ να παραμείνει υπό κράτηση. Η αρμόδια Πρωτοκολλητής εντέλλεται να κοινοποιήσει, δυνάμει του άρθρου 28 του Νόμου, την παρούσα απόφαση στις αρμόδιες δικαστικές αρχές της Ελλάδας οι οποίες εξέδωσαν τα επίδικα Ευρωπαϊκά Εντάλματα Σύλληψης. (Υπ.) ............. Μ. Κ. Λοϊζου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] 305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.
(3)Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος, με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του, δεν συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά παραβίαση, εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(4)(α) Σε περίπτωση παρουσίασης επιταγής, η οποία παρουσιάσθηκε με ηλεκτρονικά μέσα, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει να παρέχει πληροφόρηση με ηλεκτρονικά μέσα στο πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, για τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και για την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (β) Κατά την παραλαβή της πληροφόρησης που αποστέλλεται δυνάμει της παραγράφου (α), το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει, στο πρωτότυπο της επιταγής, τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, όπως αυτός περιέχεται στην πιο πάνω πληροφόρηση, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (γ) Η σφράγιση και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα ή και η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, αναφορικά με τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής και με την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του δεν συνιστά, ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά, παραβίαση εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(5)Παράβαση των δυνάμει των εδαφίων
(3)και
(4)επιβαλλόμενων υποχρεώσεων από οποιοδήποτε λειτουργό ή υπάλληλο του πιστωτικού ιδρύματος, ο οποίος εξουσιοδότησε ή, εν γνώσει του, έχει επιτρέψει ή συνεργήσει στην παράβαση, εκτός εάν η παράβαση έγινε λόγω καλόπιστου λάθους, συνιστά ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τρεις
(3)μήνες ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000,00) ή και με τις δύο αυτές ποινές.
(6)Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις έκδοσης επιταγής, όταν αυτή εκδίδεται προς πληρωμή οφειλής που σχετίζεται με συναλλαγή ή πράξη, η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη ή σε οποιοδήποτε νόμο.
(7)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, «πιστωτικό ίδρυμα», σημαίνει- (α) τράπεζα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο, ή (β) συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, ή (γ) οποιοδήποτε άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή οργανισμό που έχει συσταθεί με βάση οποιοδήποτε νόμο και εκδίδει βιβλιάρια επιταγών σε πελάτες του.
(8)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η παρουσίαση επιταγής περιλαμβάνει, τόσο τη φυσική παρουσίαση επιταγής, όσο και την παρουσίαση επιταγής με ηλεκτρονικά μέσα, σύμφωνα με διαδικασίες που εγκρίνει η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δυνάμει των εξουσιών που της χορηγούνται από το άρθρο 74Α του περί Συναλλαγματικών Νόμου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο