← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Νίκου Σάββα, Αρ. Υπόθεσης: 7498/12, 26/1/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Νίκου Σάββα, Αρ. Υπόθεσης: 7498/12, 26/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7498/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Νίκου Σάββα Κατηγορούμενου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 26.1.2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Χρ. Περγαντή Για τον κατηγορούμενο: κ. Α. Αλεξάνδρου (για ν' ακούσει απόφαση, κα Λεμονάρη) Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι στις 2 Νοεμβρίου, 2011, στο Γυμνάσιο Αγίου Θεοδώρου στην Πάφο, παράνομα προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη στον Κυριάκου Πορταντάρη, από την Πάφο. Προς απόδειξη της κατηγορίας, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε ως μάρτυρες, τον εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 1525 Γιαννάκη Μαννούρη, τον πατέρα του παραπονούμενου, Παντελή Πορταντάρη, το γιατρό Γεώργιο Αντωνιάδη, τον παραπονούμενο Κυριάκο Πορταντάρη, τη Μαρίνα Τούλουπου και τέλος, τον αστυφύλακα 1635 Ανδρέα Χ΄΄ Βασίλη (Μ.Κ.1 μέχρι 6, αντίστοιχα). Ο κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση. Προς υπεράσπισή του παρουσίασε ως μάρτυρες, την Ανδρούλα Σταυρινού και τη Νίκη Κυπριανίδου (Μ.Υ.1 και 2, αντίστοιχα.) Σε συντομία, η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης είναι η εξής: Στον ουσιώδη χρόνο, ο παραπονούμενος ήταν ηλικίας 11 ετών και φοιτούσε στην Α΄ τάξη του Γυμνασίου Αγίου Θεοδώρου στην Πάφο. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο κατηγορούμενος υπηρετούσε στο ίδιο σχολείο, ως καθηγητής φυσικής αγωγής. Το μεσημέρι της 2/11/2011 και περί ώρα 13:30 και τα δυο τμήματα της Α΄ τάξης βρίσκονταν στην κλειστή αίθουσα πολλαπλής χρήσης του σχολείου για το μάθημα της γυμναστικής. Επειδή ήταν η τελευταία περίοδος της ημέρας, όταν χτύπησε το κουδούνι για να σχολάσουν τα παιδιά, ο κατηγορούμενος πήγε στην πόρτα για να την ανοίξει. Τη στιγμή αυτή, ο παραπονούμενος βρισκόταν από πίσω του. Με το που άνοιξε την πόρτα ο κατηγορούμενος, οι συμμαθητές του παραπονούμενου άρχισαν να σπρώχνουν για να φύγουν οπότε και έσπρωξαν τον παραπονούμενο, που με τη σειρά του χτύπησε τον κατηγορούμενο. Την ίδια ώρα, ένας μαθητής πέρασε δίπλα από τον παραπονούμενο, χτυπώντας του με τον αγκώνα στην κοιλία. Ο παραπονούμενος τότε, τον αποκάλεσε «μαλάκα», οπότε, ο κατηγορούμενος, ο οποίος θεώρησε ότι αφορούσε αυτόν η βρισιά, αφού τον έπιασε από το δεξί χέρι και του το έσφιξε, ακολούθως τού το γύρισε πίσω από την πλάτη και του το κουνούσε. Στη συνέχεια δοκίμασε να του δώσει μπάτσο, αλλά παρενέβη ο θείος του, Χρίστος Πορταντάρης - ο οποίος τον ανάμενε να σχολάσει για να τον πάρει στο σπίτι -, ο οποίος τού πήρε τα χέρια. Όταν ο θείος του το ρώτησε τι κάνει και αν θα σκοτώσει τον παραπονούμενο, ο κατηγορούμενος το ρώτησε ποιος είναι. Ακολούθως ξαναπήρε τον παραπονούμενο από το χέρι για να τον πάρει στη διευθύντρια του σχολείου. Ωστόσο, ο παραπονούμενος δεν ήθελε να πάει οπότε και έφυγε από το σχολείο με το θείο του. Όλα τα παραπάνω γεγονότα είναι από την απομαγνητοφωνημένη κατάθεση (τεκμήριο 15) της οπτικογραφημένης κατάθεσης του παραπονούμενου (τεκμήριο 10) που του λήφθηκε στις 10/11/2011. Αποτελεί θέση της κατηγορούσας αρχής, ότι, το αποσπαστικό κάταγμα στο δεξιό αγκώνα που - όπως επίσης είναι η θέση της - έφερε ο παραπονούμενος, κατά την εξέτασή του από το γιατρό Αντωνιάδη (Μ.Κ.3), αργότερα, την ίδια μέρα αποτελεί απότοκο της παραπάνω συμπεριφοράς του κατηγορούμενου έναντι του. Ο τελευταίος καθώς ήδη έχει αναφερθεί αφού κλήθηκε σε απολογία προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Ακολουθεί αυτούσια: «Κύριε πρόεδρε είμαι αθώος. Αυτά που λέει τόσο ο μαθητής όσο και ο πατέρας του είναι εντελώς ψέματα. Δεν ξέρω για ποιο λόγο το έκαναν αυτό.» Φυσικά, ενώπιόν μου έχει τεθεί και η ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου (τεκμήριο 11), στο περιεχόμενο της οποίας θα αναφερθώ αργότερα. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω στο σύνολό του το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό, τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει στο στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων η πραγματική μαρτυρία, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326,366: «..η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας». Για εκτενέστερη ανάλυση του όρου πραγματική ή εμπράγματη μαρτυρία, ιδιαίτερα χρήσιμη αναφορά γίνεται στην υπόθεση Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298. Ειδικά για την αξία της ιατρικής μαρτυρίας παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439: «Η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 Α.Α.Δ. 1003, 1010, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51).» Αναφορικά με το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη, ότι, το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη της επαφίεται στη διακριτική μου ευχέρεια (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 190). Σ' ό, τι αφορά στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου και την αποδεικτική της αξία, σύμφωνα με τη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22: «.Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ. μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic (1973 2 C.L.R. 139, 188 - 191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σε. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245 - 288, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195).» Βλέπε και την Iddin v. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 47/14, ημερομηνίας 29/2/2016, στην οποία επισημαίνεται ότι η αξία της ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον περιορισμένη, αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Παραπέμπω ακόμη και στην εντελώς πρόσφατη απόφαση, από την υπόθεση Mariano κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 112/14 και 113/14, ημερομηνίας 20/11/2015, όπου, με αναφορά στην Anastasiades (ανωτέρω) υποδεικνύεται ότι, σε ό, τι αφορά τις ανώμοτες δηλώσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να αφήνει τον εαυτό του να δει τα γεγονότα που τίθενται ενώπιόν του με διαφορετικό φως. Ούτε και μου διαφεύγει το ανεπίτρεπτο σχολιασμού, ως σχετικού προς την ενοχή, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος επέλεξε να ασκήσει το συγκεκριμένο δικαίωμα (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195 κ.ο.κ). Τέλος παραπέμπω και στην Αλ - Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117 σύμφωνα με την οποία, η προσφυγή στο ψεύδος, δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Αντιπαραβάλλοντας τις εκατέρωθεν εκδοχές, υπό το φως ασφαλώς του συνόλου της ενώπιόν μου μαρτυρίας - περιλαμβανομένων των παραδεκτών γεγονότων -, ομολογώ πως δεν έχω πειστεί για το αξιόπιστο της εκδοχής, είτε της μιας πλευράς είτε της άλλης, αναφορικά με τα κρίσιμα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο. Παρότι είμαι βέβαιος, ότι στον ουσιώδη χρόνο υπήρξε κάποιο επεισόδιο στο σχολείο όπου φοιτούσε ο παραπονούμενος και υπηρετούσε ως καθηγητής φυσικής αγωγής ο κατηγορούμενος - εξάλλου, αυτό, θα έλεγα ότι αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών -, εντούτοις, για λόγους που θα αναφέρω στη συνέχεια, που άπτονται της αξιοπιστίας όλων των ουσιωδών μαρτύρων της υπόθεσης, ακόμη και του κατηγορούμενου - έστω κι αν αυτός προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση - αδυνατώ να αποφανθώ με ασφάλεια επί των κρίσιμων και απολύτως αναγκαίων γεγονότων για τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου. Η μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 1525 Γιαννάκη Μαννούρη (Μ.Κ.1), σε ό, τι αφορά στις ενέργειές του γίνεται αποδεκτή, αφού, εκτός από αξιόπιστη, βασικά παρέμεινε και αναντίλεκτη. Το ίδιο ισχύει και για τη μαρτυρία της Μαρίνας Τούλουπου (Μ.Κ.5). Η ουσία της έγκειται στα εξής, τα οποία η μάρτυρας αναφέρει στη γραπτή κατάθεσή της στην Αστυνομία (τεκμήριο 28), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της: Η ίδια είναι τεχνολόγος - ακτινολόγος στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Στις 2/11/2011 και περί ώρα 14:35, ο παραπονούμενος πήγε κοντά της για ακτινογραφίες, με παραπεμπτικό σημείωμα από το Τμήμα Α΄ Βοηθειών του νοσοκομείου (τεκμήριο 29). Του έλαβε δυο ακτινογραφίες του δεξιού αγκώνα (τεκμήρια 4 και 5) και αφού τις τύπωσε, του τις έδωσε. Ερωτηθείσα από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής εάν έχει κάνει και διάγνωση απάντησε αρνητικά. Όπως είπε: «Δεν κάνω γνωματεύσεις, διαγνώσεις.» Η ουσία της μαρτυρίας του αστυφύλακα 1635 Ανδρέα Χ΄΄ Βασίλη (Μ.Κ.6), έγκειται στο γεγονός, ότι, στις 2/11/2011 πήρε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 11) σχετικά με επίθεσή του εναντίον του παραπονούμενου και πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, τον οποίο στη συνέχεια, την ίδια μέρα κατηγόρησε γραπτώς (τεκμήριο 12, η γραπτή κατηγορία), για το αδίκημα της επίθεσης και πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, ερωτηθείς εάν δεν ήθελε να διερευνήσει τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου, απαντώντας, ισχυρίστηκε ότι οι οδηγίες του ήταν να του πάρει ανακριτική κατάθεση και να συνεχίσει με τη γραπτή κατηγορία. Η διερεύνηση των ισχυρισμών του, πρόσθεσε, θα γινόταν από τον ανακριτή. Παρότι δέχομαι τη μαρτυρία του υπό αναφορά, σ' ό,τι αφορά στις ενέργειές του - εξάλλου, αυτές δεν αμφισβητούνται -, εντούτοις, δεν μπορώ παρά να εκφράσω την έκπληξη και απαρέσκειά μου γι' αυτό που είπε αντεξεταζόμενος. Συγκεκριμένα, ότι πρώτα κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τη διάπραξη συγκεκριμένου αδικήματος και ακολούθως, ο ανακριτής θα διερευνούσε τους ισχυρισμούς του. Με όλο το σεβασμό προς το μάρτυρα καθώς και στον εξεταστή της υπόθεσης, τέτοιου είδους πρακτικές, όχι μόνο δεν αποτελούν ορθή και δίκαιη διερεύνηση της υπόθεσης, αλλά αποδεικνύουν και κάποιας μορφής προκατάληψη σε βάρος των κατηγορούμενων προσώπων, ενδεχομένως, σε βαθμό που αγγίζει και τα όρια παραβίασης του συνταγματικού τους δικαιώματος για δίκαιη δίκη, αφού, το ορθό και αυτονόητο και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής είναι ότι, οποτεδήποτε η Αστυνομία διερευνά κάποια υπόθεση, θα πρέπει πρώτα να εξασφαλίζει το σύνολο της μαρτυρίας που έχει υπόψη της για σκοπούς ορθής, δίκαιης και πλήρους διερεύνησης της υπόθεσης και ακολούθως, με σωρευτική θεώρηση και αποτίμηση της εν λόγω μαρτυρίας, να αποφασίσει κατά πόσο θα προσάψει οποιαδήποτε κατηγορία εναντίον οποιουδήποτε προσώπου. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν αποτελεί υπερβολή να λεχθεί ότι η Αστυνομία έβαλε την άμαξα μπροστά από το άλογο. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία, τόσο του παραπονούμενου, Κυριάκου Πορταντάρη (Μ.Κ.4) όσο και του πατέρα του, Παντελή Πορταντάρη (Μ.Κ.2) ομολογώ πως δεν είναι θετική. Και τούτο, επειδή - μεταξύ άλλων - υπέπεσαν σε σοβαρές αντιφάσεις μεταξύ τους - ο παραπονούμενος και αυτοτελώς - καθώς και με όσα αναφέρει στη γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία (τεκμήριο 33), ο θείος του παραπονούμενου - και αδελφός του πατέρα του -, Χρίστος Πορταντάρης και το σημαντικότερο, επειδή η μαρτυρία τους συγκρούεται ουσιωδώς με το περιεχόμενο της ιατρικής μαρτυρίας, που αποτελεί ασφαλώς και πραγματική μαρτυρία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και τον έλεγχο της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας, ως θέμα αρχής (βλ. τις Δημητρίου, Γεωργαλλά και Γεωργίου, ανωτέρω). Τα παραδείγματα που ακολουθούν, κατά τη γνώμη μου αιτιολογούν επαρκώς τις παραπάνω διαπιστώσεις μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία τους ως μαρτύρων. Ειδικότερα: Αρχίζοντας από τον πατέρα του παραπονούμενου (Μ.Κ.2), στη γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία (τεκμήριο 19), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Στον ουσιώδη χρόνο, γύρω στις μία το μεσημέρι, ο αδελφός του Χρίστος πήγε στο σχολείο για να παραλάβει τον παραπονούμενο καθώς και το παιδί του. Όταν στις 13:40 περίπου ο παραπονούμενος και ο αδελφός του ήρθαν στο σπίτι του, ο παραπονούμενος πήγε κοντά του, κλαίγοντας και του είπε ότι ο καθηγητής του της γυμναστικής, δηλαδή ο κατηγορούμενος, τον έπιασε από το χέρι και του το γύρισε πίσω με αποτέλεσμα να νιώσει αφόρητους πόνους και να κλαίει. Τότε ρώτησε τον αδελφό του τι έγινε και αυτός τού είπε ότι καθώς περίμενε μπροστά από την είσοδο του σχολείου για να πιάσει τα παιδιά την ώρα που σχόλασαν, τη στιγμή αυτή, πολλά παιδιά μαζί έτρεξαν προς την είσοδο και σε κάποια φάση, ο παραπονούμενος σκόνταψε και χτύπησε πίσω από τον κατηγορούμενο. Ευθύς αμέσως είδε τον κατηγορούμενο να πιάνει τον παραπονούμενο από το χέρι, να του το γυρίζει και να το σπρώχνει προς τα μέσα, πίσω στις τάξεις. Όταν ο ίδιος πήγε προς το μέρος του και το ρώτησε τι κάνει στον παραπονούμενο, αυτός τού είπε ότι θα τον πάρει στη διευθύντρια του σχολείου για να του κάνει καταγγελία. Ακολούθως άφησε τον παραπονούμενο και έφυγε. Μετά που είχε ακούσει τα παραπάνω από τον αδελφό του ο μάρτυρας πήρε αμέσως τον παραπονούμενο στο νοσοκομείο και αργότερα στον ιδιώτη γιατρό Γεώργιο Αντωνιάδη (Μ.Κ.3). Ο τελευταίος, αφού τον εξέτασε διαπίστωσε μικρό κάταγμα στο δεξί του χέρι. Ας δούμε τώρα πώς περιγράφει το ίδιο περιστατικό στη γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία (τεκμήριο 33) ο αδελφός του μάρτυρα, Χρίστος - που ας σημειωθεί δεν αμφισβητείται πως ήταν στο σχολείο στον ουσιώδη χρόνο -, για να διαφανεί πόσο συνάδουν μεταξύ τους οι δυο περιγραφές. Ειδικότερα: Στον ουσιώδη χρόνο πήγε στο σχολείο για να πιάσει τον γιό του Κυριάκο, ο οποίος σχόλναγε η ώρα 13:
  1. Όταν πληροφορήθηκε ότι ο γιος του είχε γυμναστική πήγε έξω από το γυμναστήριο για να τον παραλάβει. Την ώρα που σχόλναγαν τα μωρά, τα άκουσε που χτυπούσαν στην πόρτα για να βγουν έξω και φώναζαν όλα μαζί «Κύριε δεν ανοίγει η πόρτα.» Τότε είδε τον κατηγορούμενο να την ανοίγει και επειδή ήταν δυο τάξεις μαθητών που προσπαθούσαν να βγουν, έσπρωξαν προς τα έξω και τον κατηγορούμενο. Ο παραπονούμενος ήταν ακριβώς πίσω από τον κατηγορούμενο, ο οποίος, τότε, γύρισε πάνω του και του είπε: «Εν να σου δώκω ένα πάτσο.» και έκανε κίνηση πως θα το χτυπούσε. Αφού ο παραπονούμενος πέρασε τον ίδιο, ο κατηγορούμενος πήγε να το μουντάρει οπότε ο ίδιος το ρώτησε, τι έκανε και αυτός με τη σειρά του το ρώτησε ποιος είναι. Όταν του είπε πως είναι θείος του παραπονούμενου, αυτός του είπε ότι θα τον έπαιρνε στο διευθυντή. Με τη σειρά του, του είπε να κάνει τη δουλεία του και τότε τον είδε να πηγαίνει προς τον παραπονούμενο και να τον πιάνει από το αριστερό χέρι και να το «σούζει πολλά βίαια», λέγοντάς του: «Εν να δεις τι εν να σου κάμω.» Ο παραπονούμενος έκλαιγε και αφού έφυγε και ο κατηγορούμενος πήρε το γιο του και τον παραπονούμενο στο σπίτι του. Ο τελευταίος έκλεγε από την ώρα που ο κατηγορούμενος τού είπε ότι θα του έδινε τον μπάτσο. Απλή σύγκριση των παραπάνω περιγραφών αναδεικνύει την έκταση των σημαντικών διαφορών που υπάρχουν ανάμεσά τους, αλλά και πόσο επικίνδυνο είναι να βασιστώ, είτε στη μια είτε στην άλλη περιγραφή, για σκοπούς εξαγωγής ασφαλών συμπερασμάτων, για ό,τι αποτελεί το ζητούμενο, που είναι το πώς εκτυλίχθηκε το επίδικο περιστατικό στον ουσιώδη χρόνο, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι, στο σύνολό της η σχετική μαρτυρία είναι εξ ακοής και η κατηγορούσα αρχή, ενώ παρέλειψε - και μάλιστα, εντελώς αναιτιολόγητα - να παρουσιάσει ως μάρτυρα το Χρίστο Πορταντάρη που προέβηκε στις παραπάνω αντιφατικές - αρχικές - δηλώσεις, παρουσίασε ως μάρτυρα τον παραπονούμενο, ηλικίας, μόλις έντεκα ετών στον ουσιώδη χρόνο, του οποίου η εκδοχή για το επίδικο περιστατικό, σε σημαντικό βαθμό διαφέρει και από τις δυο εκδοχές του θείου του. Σε αντίθεση με το πώς περιγράφει το επίδικο περιστατικό ο τελευταίος, σύμφωνα και με τις δυο εκδοχές του, ο παραπονούμενος, στην απομαγνητοφωνημένη κατάθεση (τεκμήριο 15) της οπτικογραφημένης κατάθεσής του (τεκμήριο 10), που του λήφθηκε στις 10/11/2011, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Την ώρα που ήταν να φύγουν από το σχολείο, ο κατηγορούμενος πήγε να ανοίξει την πόρτα. Ο ίδιος ήταν ακριβώς πίσω του. Μόλις άνοιξε την πόρτα ο κατηγορούμενος, οι συμμαθητές του έσπρωξαν τον ίδιο και έδωσε πάνω στον κατηγορούμενο. Τότε, ένας μαθητής έτρεξε από δίπλα του και του χτύπησε με τον αγκώνα στην κοιλιά. Ο μαθητής πήγε να περάσει από την πόρτα και τον έσπρωξε και ο ίδιος του είπε: «Ρε μαλάκα.» οπότε, ο κατηγορούμενος, ο οποίος θεώρησε ότι εκείνο είχε υβρίσει, ήρθε και του πήρε το χέρι, του το γύρισε και άρχισε να του το κουνά. Μετά έτεινε το χέρι του για να του δώσει τον μπάτσο, οπότε ήρθε ο θείος του και ουσιαστικά τον απότρεψε. Μετά, ο κατηγορούμενος έφυγε από το θείο του και τον έπιασε ξανά από το χέρι για να τον πάρει στη διευθύντρια. Ωστόσο, επειδή δεν ήθελε να τον πάρει στη διευθύντρια έφυγε απ' εκεί με το θείο του. Ο κατηγορούμενος, τον έπιασε από τον καρπό του δεξιού του χεριού, τον έσφιξε και του γύρισε το χέρι και του το κουνούσε. Ο ισχυρισμός του, ότι τη στιγμή που - όπως είναι ουσιαστικά η θέση του -, του επιτέθηκε ο κατηγορούμενος, τον είχε πάρει από το δεξί του χέρι, ενώ ο θείος του ισχυρίζεται ότι τον είχε πάρει από το αριστερό χέρι αποτελεί την πλέον κραυγαλέα αντίφαση από τις παραπάνω αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσαν, θείος και ανιψιός, για το πλέον κρίσιμο γεγονός της υπόθεσης, έχοντας υπόψη και τη φύση της υπό κρίση κατηγορίας. Ας δούμε τώρα και τι ανάφεραν στο Δικαστήριο, πατέρας και γιός (Μ.Κ.2 και 4), για το ίδιο θέμα και όχι μόνο. Ειδικότερα: Καταρχήν, ο πατέρας του παραπονούμενου ισχυρίστηκε ότι ο αδελφός του, του είχε πει ότι ο κατηγορούμενος είναι το δεξί χέρι του παραπονούμενου που είχε πιάσει και γυρίσει πίσω. Και τούτο, τη στιγμή που - για να επαναλάβω - ο αδελφός του, στη γραπτή κατάθεσή του αναφέρει ότι είναι το αριστερό, γεγονός το οποίο επιβεβαίωσε αντεξεταζόμενος και ο εξεταστής της υπόθεσης (Μ.Κ.1). Ο παραπονούμενος, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, σε αντίθεση με ό,τι αναφέρει στην οπτικογραφημένη κατάθεσή του ισχυρίστηκε ότι, αφού ο κατηγορούμενος τού έπιασε το χέρι και του το γύρισε πίσω, οπότε και πονούσε, καθώς τον έπαιρνε προς τη διευθύντρια δοκίμασε να του δώσει το μπάτσο. Όταν στη συνέχεια τού ζητήθηκε να δείξει την κίνηση που έκανε ο κατηγορούμενος και να πει τι έγινε μετά, ισχυρίστηκε - και την ίδια ώρα έδειχνε - ότι τον έπιασε από το χέρι και του το γύρισε πίσω στην πλάτη και του το «έσουζε» όπως είπε και καθώς του το έσουζε, δοκίμασε να του δώσει ένα μπάτσο. Αντεξεταζόμενος δε ανάφερε τα εξής: Ο θείος του ήταν εκεί όταν του έπιασε το χέρι ο καθηγητής. Φυσικά, όταν αργότερα ρωτήθηκε πότε είδε για πρώτη φορά το θείο του κατά τον επίδικο χρόνο «Είδα τον μετά που μου γύρισε το χέρι μου ο καθηγητής.» απάντησε. Όπως είπε απαντώντας στην επόμενη ερώτηση, τον είδε όταν ο κατηγορούμενος σταμάτησε να του κρατά το χέρι. Ακολούθως ρωτήθηκε εάν απομακρύνθηκε από το μέρος, όταν ο κατηγορούμενος σταμάτησε να του κρατά το χέρι και απάντησε αρνητικά. Όπως είπε απαντώντας στην επόμενη ερώτηση, τότε έμεινε στην είσοδο της πόρτας. Ερωτηθείς για το λόγο ισχυρίστηκε ότι την ώρα που ο κατηγορούμενος τού γύρισε το χέρι ήρθε και τον έπιασε ο θείος του που τα χέρια, αλλά ο ίδιος παρέμεινε εκεί. «Δηλαδή, εάν κατάλαβα λέεις έπιασε σε ο καθηγητής που το χέρι, άφησέ σε και μετά επεμβαίνει ο θείος σου και πιάνει τον καθηγητή που τα χέρια;» ρωτήθηκε στη συνέχεια. «Διαφωνώ.» απάντησε. Επιμένοντας ο κ. Αλεξάνδρου να τον αντεξετάζει γύρω από το ίδιο θέμα, ακολούθως τού υπόβαλε την εξής ερώτηση: «Εφόσον είδες το θείο σου όταν ο καθηγητής σε άφησε.» Και η απάντησή του: «Αλλά εγύρισε μου το χέρι μου, έπιασε μου το χέρι, εγύρισέ μου το και επέμβηκε ο θείος μου για να τον πιάσει που τα χέρια» Η επόμενη ερώτηση που του υποβλήθηκε ήτα η εξής: «Λες τώρα ότι ο θείος σου επέμβηκε για να σε απελευθερώσει; Αυτό εννοείς;» Απάντησε καταφατικά. «Και ο θείος σου κατάφερε και έπιασε τον καθηγητή που τα δυο χέρια;» ήταν η επόμενη ερώτηση που του υποβλήθηκε στην οποία και πάλιν απάντησε καταφατικά. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος των αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε ο παραπονούμενος, γύρω από αυτή την, πλέον, κρίσιμη πτυχή της υπόθεσης. Στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, ο πατέρας του παραπονούμενου ισχυρίστηκε ότι την επομένη του επίδικου περιστατικού πήγε στο σχολείο μαζί με τον πατέρα του για να ρωτήσει για το περιστατικό. Εκεί ήταν και ο κατηγορούμενος και δυστυχώς, δεν είχε καμιά συνεννόηση. Αρνούνταν το συμβάν και προσπαθούσαν να του πουν ότι ο γιος του είναι ατίθασος. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε πως όταν πήγαν στο σχολείο συμπεριφέρθηκαν πολύ καλά. Ήταν ευγενικοί και μιλούσαν με ήρεμο τόνο. Αρνήθηκε την υποβολή ότι δε λέει την αλήθεια και ότι ήσαν επιθετικοί. Ερωτηθείς εάν την ημέρα αυτή ήταν παρών και ο παραπονούμενος απάντησε αρνητικά. Όταν ακολούθως τού υποβλήθηκε ότι λέει ψέματα γιατί ο παραπονούμενος ήταν παρών και μάλιστα μιλούσε με επιθετικό τρόπο προς τη διευθύντρια του σχολείου, στην παρουσία και άλλων καθηγητών ισχυρίστηκε και πάλιν ότι ο γιος του δεν ήταν παρών. Ας δούμε τώρα και τι είπε ο παραπονούμενος για το ίδιο θέμα: Στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, όταν ρωτήθηκε πότε πήγε ξανά σχολείο μετά το επίδικο περιστατικό, απαντώντας, ισχυρίστηκε ότι πήγε δυο μέρες μετά, για να διευκρινίσει ο πατέρας του με τον παππού του τι έγινε εκείνη την ημέρα. Αντεξεταζόμενος, αρνήθηκε την υποβολή ότι μετά το επίδικο περιστατικό πήγε στο σχολείο την επομένη και όχι μετά από δυο μέρες, όπως είπε στο στάδιο της κυρίως εξέτασης. Ισχυρίστηκε ότι πήγε στις 4/11/
  2. Ερωτηθείς εάν την ημέρα αυτή, τον είχε ρωτήσει κάτι η διευθύντρια απάντησε ως εξής: «Εμένα όχι. Παραπάνω ήταν με τον παπά μου και τον παππού που ήρθαν να δουν τι έγινε.» Όταν στη συνέχεια τού υποβλήθηκε ότι η διευθύντρια απευθύνθηκε στον ίδιο και το ρώτησε να πει τι είχε συμβεί, διαφώνησε, ισχυριζόμενος ότι την ώρα που πήγαν στο γραφείο της, παραπάνω μιλούσε με τον παπά του και τον παππού του και έτσι δε χρειάστηκε να απευθυνθεί ο ίδιος. Όταν του υποβλήθηκε ότι μιλούσε με πολύ έντονο ύφος προς τη διευθύντρια ισχυρίστηκε πως δε μιλούσε με έντονο ύφος. Ακολούθως, ο κ. Αλεξάνδρου το ρώτησε εάν ο ίδιος πήγε και ήταν θεατής και δεν είπε κάτι. Απάντησε ως εξής: «Όχι, ρωτήθηκα λίγα πράγματα για να τους διευκρινίσω μερικές λεπτομέρειες για εκείνη την ημέρα.» Το μέγεθος των αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε τόσο αυτοτελώς όσο και σε σύγκριση με ό,τι ισχυρίστηκε ο πατέρας του, για το ίδιο θέμα είναι ολοφάνερο. Ο ένας ισχυρίστηκε ότι πήγε στο σχολείο την επομένη του επίδικου περιστατικού, δηλαδή, στις 3/11/2011, μαζί με τον πατέρα του και επέμενε πως δεν ήταν μαζί τους και ο παραπονούμενος, ο οποίος, διαψεύδοντάς τον και για τα δυο, ισχυρίστηκε ότι η συγκεκριμένη επίσκεψη έγινε στις 4/11/2011 και ότι εκείνη την ημέρα είχε πάει κι αυτός στο σχολείο μαζί με τον πατέρα και τον παππού του και όχι μόνο. Κατά μια εκδοχή, η διευθύντρια τον είχε ρωτήσει λίγα πράγματα, για να τους διευκρινίσει μερικές λεπτομέρειες για το επίδικο περιστατικό. Όσα ακολουθούν αφορούν στον κατ' ισχυρισμό της κατηγορούσας αρχής τραυματισμό που προκάλεσε στον παραπονούμενο ο κατηγορούμενος στον ουσιώδη χρόνο. Ειδικότερα: Αρχίζοντας από τον πατέρα του παραπονούμενου καθώς ήδη έχει αναφερθεί στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 19) ισχυρίζεται ότι μετά που ενημερώθηκε από τον παραπονούμενο και τον αδελφό του για το επίδικο περιστατικό πήρε αμέσως τον παραπονούμενο στο νοσοκομείο και αργότερα στον ιδιώτη γιατρό Αντωνιάδη (Μ.Κ.3), ο οποίος, αφού τον εξέτασε διαπίστωσε μικρό κάταγμα στο δεξί του χέρι. Στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, ερωτηθείς εάν ο παραπονούμενος τού έδειξε το χέρι που του είχε πάρει ο κατηγορούμενος, απάντησε καταφατικά και ισχυρίστηκε πως ήταν πολύ εμφανές, ότι ο αγκώνας του ήταν πρησμένος. Όπως είπε απαντώντας στην επόμενη ερώτηση, ο παραπονούμενος, κατά το παρελθόν δεν είχε οποιοδήποτε τραυματισμό στο δεξί του χέρι. Ούτε και του παραπονέθηκε οποτεδήποτε ότι χτύπησε ή είχε οποιοδήποτε ατύχημα. Στο νοσοκομείο, τον πήρε 10 με 15 λεπτά μετά που ήρθε στο σπίτι την επίδικη μέρα και εκεί εξετάστηκε και του έγιναν οι ακτινογραφίες (τεκμήρια 4 και 5), τις οποίες παρέδωσε στην Αστυνομία. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε την υποβολή ότι ο παραπονούμενος πριν από το επίδικο συμβάν είχε σπάσει το δεξί του χέρι στον αγκώνα. Ούτε και του είπε ποτέ κανείς για παλιό σπάσιμο στο χέρι του. Ερωτηθείς, αργότερα, εάν στο νοσοκομείο, τον ενημέρωσαν ότι ο γιος του είχε παλιό κάταγμα αγκώνα, όταν έβγαλε τις ακτινογραφίες απάντησε αρνητικά. Το πόσο εκτίθεται ο μάρτυρας συναφώς με όλους τους παραπάνω ισχυρισμούς του καταφαίνεται από τα εξής: Το τεκμήριο 17 αποτελεί παραπεμπτικό του Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου, για ιατρική εξέταση του παραπονούμενου, είναι ημερομηνίας 2/11/2011 και όπως προκύπτει από περιεχόμενό του, εκδόθηκε επί τη βάσει του ισχυρισμού του παραπονούμενου ότι δέχτηκε επίθεση. Στο ίδιο έγγραφο περικλείεται και η ιατρική έκθεση της παθολόγου στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, Νεοφύτας Χρυσάνθου, η οποία αναφέρει σ' αυτή, ότι εξέτασε τον παραπονούμενο, μετά από αναφερόμενο ξυλοδαρμό και κάκωση δεξιού αγκώνα. Του έγιναν οι απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις, προστίθεται (υπήρχε παλαιό κάταγμα αγκώνα) και έγινε συνεννόηση με τον επί καθήκοντι ορθοπεδικό (αναφέρεται και τ' όνομά του) για να εξεταστεί αύριο 3/11/
  3. Του παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες και απολύθηκε. Δε μου διαφεύγει ότι ο γιατρός Αντωνιάδης (Μ.Κ.3) διαφωνεί με τη γνωμάτευση της γιατρού Χρυσάνθου. Παρόλα αυτά, δεν μπορώ να παραγνωρίσω το γεγονός, ότι, αυτή εξέτασε τον παραπονούμενο, κατόπιν παραπομπής του από την Αστυνομία για το σκοπό αυτό, σε αντίθεση με το γιατρό Αντωνιάδη, ο οποίος τον εξέτασε καθαρά ως ελεύθερος επαγγελματίας, και που για λόγους που θα αναφέρω στη συνέχεια δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του για σκοπούς εξαγωγής ασφαλών συμπερασμάτων, για ό,τι κλήθηκε να καταθέσει και κατάθεσε στο Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει, η ουσία του πράγματος έγκειται στα εξής: δεδομένης της κρίσης μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία, τόσο του παραπονούμενου όσο και του πατέρα του, τα όσα αναφέρονται από τη γιατρό Χρυσάνθου στην έκθεσή της, αν μη τι άλλο, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Και αυτά είναι φανερό, ότι αποδυναμώνουν ακόμη περισσότερο την αξιοπιστία του παραπονούμενου καθώς και του πατέρα του, ως μαρτύρων. Υπεισέρχομαι τώρα στους λόγους για τους οποίους δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του γιατρού Αντωνιάδη, είτε για να αποκλείσω τις διαπιστώσεις της γιατρού Χρυσάνθου είτε ακόμη, για να δεχτώ τις δικές του διαπιστώσεις αναφορικά με τον παραπονούμενο, τον οποίο εξέτασε την ίδια μέρα, μετά που τον είχε εξετάσει η γιατρός Χρυσάνθου. Ειδικότερα: Όπως αναφέρει - μεταξύ άλλων - ο μάρτυρας στη γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία (τεκμήριο 21), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της είναι χειρουργός - ορθοπεδικός τραυματιολόγος και έχει δικό του ιατρείο στην Πάφο. Στις 2/11/2011 και περί ώρα 17:30 προσήλθε στο ιατρείο του ο παραπονούμενος, συνοδευόμενος από τον πατέρα του, ο οποίος αιτιάτο ότι υπέστη κάκωση στο δεξιό αγκώνα, η οποία, όπως του ανάφερε, προκλήθηκε μετά από κάποιο διαξιφισμό που είχε με κάποιο καθηγητή φυσικής αγωγής στο σχολείο. Κατόπιν κλινικής εξέτασης που του έκανε διαπίστωσε αίμαρθρο στο δεξιό αγκώνα και ακτινολογικά, παρατηρήθηκε ένα μικρό αποσπαστικό κάταγμα στο δεξιό αγκώνα. Του τοποθέτησε γυψονάρθηκα για ακινητοποίηση του άκρου και του συνέστησε να επανέλθει στο ιατρείο του για επανεξέταση, στις 5/11/
  4. Στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, ο μάρτυρας παρουσίασε και τη σχετική βεβαίωση που εξέδωσε για το σχολείο του παραπονούμενου (τεκμήριο 22) καθώς και το σχετικό πιστοποιητικό (τεκμήριο 23), που επίσης εξέδωσε, στο οποίο, μεταξύ άλλων αναφέρει ότι εξέτασε τον παραπονούμενο στο ιατρείο του στις 2/11/2011, όπου, κατόπιν κλινικού και ακτινολογικού ελέγχου διαπιστώθηκαν πρώτο, κάκωση (δεξιά) αγκώνα - αίμαρθρο και δεύτερο, μικρό αποσπαστικό κάταγμα. Όπως είπε απαντώντας σε σχετική ερώτηση της ευπαίδευτης εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, ο παραπονούμενος, στις 5/11/2011 υποβλήθηκε εκ νέου σε ακτινολογικό έλεγχο στο ιατρείο του. Κατά τον ίδιο, πάντοτε, πρόκειται για το τεκμήριο 25, η σχετική ακτινογραφία, που αποτελείται από δυο προβολές. Απαντώντας σε άλλη ερώτηση της κυρίας Περγαντή ισχυρίστηκε ότι για την έκδοση του πιστοποιητικού που εξέδωσε για τον παραπονούμενο και τα ευρήματά του σ' αυτό, επιθεώρησε τις δυο ακτινογραφίες (τεκμήρια 4 και 5) που του έφερε ο πατέρας του παραπονούμενου, οι οποίες τού λήφθηκαν στο νοσοκομείο. Λίγο αργότερα ισχυρίστηκε ότι το αίμαρθρο που αναφέρει στο πιστοποιητικό φαίνεται και στις ακτινογραφίες του νοσοκομείου. Όταν κάποια στιγμή αργότερα, με αναφορά στην ακτινογραφία (τεκμήριο 25) - που έβγαλε ο ίδιος στο ιατρείο του - τού ζητήθηκε να πει τι είδε στις 5/11/2011, κατά τον ακτινολογικό έλεγχο στον οποίο υπόβαλε τον παραπονούμενο, απαντώντας, ισχυρίστηκε πως δεν υπήρχε ουσιαστικά κάτι το διαφορετικό, από τις προηγούμενες ακτινογραφίες (τεκμήρια 4 και 5) και ότι η κατάσταση ήταν η ίδια. Ας δούμε τώρα και τι ανάφερε αντεξεταζόμενος, τα οποία, σε συνδυασμό και με μια απάντηση του παραπονούμενου, δεν μου επιτρέπουν να δεχθώ το ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας του και τούτο, όχι επειδή δε με έχει πείσει πως είναι ειδικός, στο βαθμό και την έκταση που κατάθεσε ως τέτοιος, αλλά, επειδή, δυστυχώς, η μαρτυρία του, επί της ουσίας - και η ουσία αφορά στις διαπιστώσεις του για τον παραπονούμενο - αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα αξιοπιστίας. Καταρχήν, αναφερόμενος στις δυο ακτινογραφίες (τεκμήρια 4 και 5), που λήφθηκαν του παραπονούμενου κατά την εξέτασή του στο νοσοκομείο ισχυρίστηκε - και επέμενε - ότι δε φαίνεται σ' αυτές κάταγμα και ούτε υπάρχει ενδεχόμενο να υπάρχει και να μην το βλέπει ο ίδιος. Ξεχνώντας όμως, πως, όταν στο στάδιο της κυρίως εξέτασης τού αναφέρθηκε ότι η γιατρός Χρυσάνθου που εξέτασε τον παραπονούμενο, βλέποντας και τις εν λόγω ακτινογραφίες, στην έκθεσή της (τεκμήριο 17) αναφέρει ότι διαπίστωσε παλαιό κάταγμα δεξιού αγκώνα και ρωτήθηκε εάν ο ίδιος, βλέποντας τις ίδιες ακτινογραφίες διαπίστωσε οποιοδήποτε κάταγμα στο χέρι του παραπονούμενου, απάντησε κατά τρόπο, όχι τόσο απόλυτο, όπως απάντησε αντεξεταζόμενος. Απάντησε ως εξής: «Καταρχήν, να πω ότι, έστω κι αν υποθέσουμε ότι ισχύει αυτό το πράγμα δεν διαφοροποιεί την κατάσταση όσον αφορά την πρόσφατη κάκωση, διότι μιλούμε για δυο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Από τις ακτινογραφίες δεν διαπιστώνεται ευκρινώς ότι υπήρχε παλαιό κάταγμα. Και εκτός τούτου, δε συγκεκριμενοποιεί ακριβώς τι κάταγμα ήταν αυτό, που σε ένα αναπτυσσόμενο σκελετό έχει σημασία.» Με την παραπάνω απάντησή του είναι φανερό, ότι, περισσότερο τείνει να τεκμηριώσει τη θέση του, γιατί ακόμη και να υπήρχε κάταγμα στο δεξιό αγκώνα του παραπονούμενου, εντούτοις, ο ίδιος δεν το είδε και όχι πως δεν δείχνουν τέτοιο κάταγμα οι δυο ακτινογραφίες του νοσοκομείου, όπως κατά τρόπο τελείως απόλυτο και κατηγορηματικό ήταν η θέση του στο στάδιο της αντεξέτασής του. Όμως, το πλέον εκπληκτικό που πρόεκυψε κατά την αντεξέτασή του, το οποίο συνθλίβει την αξιοπιστία του ως μάρτυρα είναι άλλο. Εκεί όπου στο στάδιο της κυρίως εξέτασης ισχυρίστηκε ότι κατά τον ακτινολογικό έλεγχο στον οποίο υπόβαλε τον παραπονούμενο στο ιατρείο του, στις 5/11/2011, ουσιαστικά, δεν υπήρχε κάτι το διαφορετικό από τις προηγούμενες ακτινογραφίες και ότι η κατάσταση ήταν η ίδια - δηλαδή, με απλά λόγια, αυτό που εννοούσε είναι ότι οι δυο ακτινογραφίες (τεκμήρια 4 και 5) που λήφθηκαν του παραπονούμενου στο νοσοκομείο και η ακτινογραφία (τεκμήριο 25) που του έλαβε ο ίδιος αποτυπώνουν ακριβώς τα ίδια πράγματα -, αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι η ακτινογραφία που είχε βγάλει ο ίδιος είναι συγκριτική και αφορά το αριστερό χέρι του παραπονούμενου και όχι το δεξί, το οποίο υποβλήθηκε σε ακτινολογικό έλεγχο στο νοσοκομείο. Σε συνδυασμό και με την επιμονή του παραπονούμενου - ακόμη και όταν του υποβλήθηκε ότι η ακτινογραφία που του είχε βγάλει ο μάρτυρας αφορά το αριστερό χέρι και όχι το δεξί - ότι ο γιατρός Αντωνιάδης, μόνο στο δεξί του χέρι τού έβγαλε ακτινογραφία καθίσταται τελείως ξεκάθαρο γιατί δεν μπορώ να δεχθώ τη μαρτυρία του γιατρού Αντωνιάδη, για λόγους που άπτονται της αξιοπιστίας του και όχι της γνώμης του. Μολονότι, δεδομένης της κρίσης μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία, τόσο του παραπονούμενου καθώς και του πατέρα του, από τη μια όσο και του γιατρού Αντωνιάδη, από την άλλη, η τύχη της υπόθεσης, ουσιαστικά έχει κριθεί και τούτο, επειδή δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία που να μου επιτρέπει να προβώ στην εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων, για όλα εκείνα τα ουσιώδη και απολύτως αναγκαία γεγονότα για τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου, εντούτοις, θα συνεχίσω. Με τα παραδείγματα που θα παραθέσω στη συνέχεια, θα προσπαθήσω να αναδείξω τους λόγους για τους οποίους, ούτε και την εκδοχή του κατηγορούμενου θεωρώ αξιόπιστη, αφού και αυτός, στην προσπάθειά του να με πείσει να δεχθώ την εκδοχή του υπήρξε αντιφατικός και επιστράτευσε ως μάρτυρες - ορθότερα, ψευδομάρτυρές - του, τόσο τη διευθύντρια όσο και τη βοηθό διευθύντρια του σχολείου στο οποίο υπηρετούσαν και οι τρεις και φοιτούσε ο παραπονούμενος στον ουσιώδη χρόνο. Αρχίζοντας από τον κατηγορούμενο, ενώ με την ανώμοτη του δήλωση ισχυρίστηκε ότι αυτά που λέει τόσο ο μαθητής όσο και πατέρας του είναι εντελώς ψέματα και ότι δεν ξέρει για ποιο λόγο το έκαναν αυτό, ας δούμε και τι υπόβαλε σ' αυτούς ο ευπαίδευτος δικηγόρος του: Στον πατέρα του παραπονούμενου, ο κ. Αλεξάνδρου, αρχικά υπόβαλε ότι ο λόγος που μετά το συμβάν πήγε στο σχολείο, ήταν μήπως βγάλουν χρήματα και η συνεννόηση που ήθελαν για το θέμα ήταν μήπως φοβηθεί ο κατηγορούμενος και δώσει τα λεφτά. Αργότερα τού υπόβαλε ότι ο παραπονούμενος, στο σχολείο έλεγε στους συμμαθητές του, ότι ο ίδιος τον έβαλε να προσποιηθεί ότι είναι σπασμένο το χέρι του για να πιάσουν λεφτά. Και λίγο αργότερα, ότι ο ίδιος υποκίνησε το μωρό να λέει ότι πονά και ότι έσπασε το χέρι του. Στον παραπονούμενο, ο κ. Αλεξάνδρου υπόβαλε δυο φορές, ότι τα όσα καταμαρτυρεί του κατηγορούμενου είναι γιατί τον υποκίνησαν οι γονείς του, με κίνητρο τα χρήματα. Υπεισέρχομαι τώρα και στη μαρτυρία της Ανδρούλας Σταυρινού (Μ.Υ.1), η οποία αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών, ότι στον ουσιώδη χρόνο ήταν διευθύντρια του σχολείου όπου έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό. Όπως είπε στο στάδιο της κυρίως εξέτασης ο εξεταστής της υπόθεσης (Μ.Κ.1) ζήτησε από τη μάρτυρα να τους δώσει ονόματα μαθητών την ώρα του επίδικου επεισοδίου για κατάθεση, πλην όμως, αυτή αρνήθηκε να συνεργαστεί. Όπως αναφέρεται στο σχετικό ημερολόγιο ενεργείας που κατάθεσε ο εξεταστής (τεκμήριο 16), στις 23/3/2012 και ώρα 09:00, στο Γυμνάσιο Αγίου Θεοδώρου, στην Πάφο, ο αστυφύλακας 2952 συνάντησε τη διευθύντρια του σχολείου, με την οποία συνομίλησε για την υπόθεση. Αυτή του ανάφερε ότι σε κάποια ημερομηνία μετά το περιστατικό είχε συνάντηση στο γραφείο της με μερικούς μαθητές, στην παρουσία του επαρχιακού κ. Γεωργιάδη. Για ό,τι αναφέρθηκε μεταξύ τους έγινε σχετική έκθεση και δεν επιθυμούσε να αναφέρει οτιδήποτε άλλο. Επίσης αρνήθηκε να δώσει οποιαδήποτε στοιχεία των μαθητών ή των γονιών τους, αναφέροντας ότι αυτά είναι προσωπικά δεδομένα. Και ενώ δεν αμφισβητήθηκε οτιδήποτε από τα παραπάνω από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου, καθ' όν χρόνο έδινε μαρτυρία ο εξεταστής της υπόθεσης, η μάρτυρας, αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε ότι δεν κλήθηκε από την Αστυνομία να δώσει κατάθεση μα ούτε και την επισκέφθηκε οποιοσδήποτε αστυφύλακας στο σχολείο για να δώσει κατάθεση. Ούτε και θυμόταν να είχε επισκεφθεί το σχολείο τις επόμενες μέρες οποιοσδήποτε αστυφύλακας. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι, ενώ επιχείρησε να με πείσει για τους λόγους που δεν ήθελε να δώσει κατάθεση στην Αστυνομία για το επίδικο περιστατικό και μεταξύ τους επικαλέστηκε το γεγονός, ότι, από τη στιγμή που δεν ήταν παρούσα σ' αυτό δεν μπορούσε να πει οτιδήποτε, ως επίσης και ότι αυτά που είχε να πει για τα γεγονότα, όφειλε να τα αναφέρει στο Υπουργείο και δε νομίζει πως ήταν υποχρεωμένη να τα αναφέρει στον αστυνομικό, εν τέλει παρουσιάστηκε ως μάρτυρας υπεράσπισης στο Δικαστήριο και με όσα αναφέρει στη μακροσκελή - και οφείλω να ομολογήσω και πολύ καλά επιμελημένη - γραπτή δήλωση στην οποία προέβη για σκοπούς κυρίως εξέτασης (τεκμήριο 35) είναι έκδηλη η προσπάθειά της να με πείσει ότι, ενώ ο κατηγορούμενος ουδέν μεμπτό είχε κάνει στον ουσιώδη χρόνο, ο παραπονούμενος καθώς και ο πατέρας του είναι περίπου δυο αγενείς και ανάξιοι να ληφθούν υπόψη. Το πόσο φιλικά διακείμενη ήταν έναντι του κατηγορούμενου και την ίδια ώρα, αρνητική και προκατειλημμένη, έναντι του παραπονούμενου καθώς και του πατέρα του καταφαίνεται από τα εξής, τα οποία αναφέρει στη γραπτή δήλωσή της: Όταν στις 3/11/2011, ο παραπονούμενος και ο πατέρας του πήγαν και τη βρήκαν στο γραφείο της στο σχολείο, ο δεύτερος μιλούσε σε έντονο και προκλητικό ύφος. Σε έντονο ύφος μιλούσε και ο παραπονούμενος. Ο παραπονούμενος έσπασε το δεξί του χέρι πιο παλιά. Όταν το ρώτησε τι έγινε κατά το επίδικο περιστατικό και της είπε, εξήγησε ότι ο καθηγητής προσπαθούσε να προστατεύσει τα παιδιά να μη χτυπήσουν. Παρόντες στο γραφείο της ήταν και η Β.Δ.Α΄ κυρία Μαρίνα Περατικού και ο καθηγητής κ. Λεωνίδας Καλλής. Ο πατέρας του παραπονούμενου δεν ήθελε να ακούσει τι θα έλεγε ο κατηγορούμενος, είπε ότι δεν τον ενδιέφερε, αλλά μόνο ότι έσπασε το χέρι του γιου του. Ο παραπονούμενος, μετά από δική της εισήγηση βγήκε από το γραφείο μαζί με τον παππού του που εμφανίστηκε κάποια στιγμή προηγουμένως και μιλούσε κι αυτός σε έντονο ύφος. Ο κατηγορούμενος ανάφερε τη δική του εκδοχή, αλλά, την ώρα μιλούσε, ο πατέρας του παραπονούμενου αρνείτο να ακούσει και επέμενε στους δικούς του ισχυρισμούς. Αφού η ίδια άκουσε την εκδοχή του κατηγορούμενου είπε τότε στον πατέρα του παραπονούμενου ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να καταγγείλει τον τελευταίο γιατί τον ύβρισε επειδή αυτό λέει ο κανονισμός και ότι η τιμωρία από το σχολείο δεν είναι εκδικητική, όπως θεωρούσε ο πατέρας του παραπονούμενου, αλλά παιδαγωγική. Η Β.Δ. Νίκη Κυπριανίδου (Μ.Υ.2) που εφημέρευε, είδε από το παράθυρο τον παραπονούμενο να φεύγει από την αίθουσα πολλαπλής χρήσης μαζί με το θείο του, ο οποίος ήρθε να πάρει την τσάντα του παιδιού του, που δεν μπορούσε να τη μεταφέρει λόγω τραυματισμού. Η κυρία Κυπριανίδου πρόσεξε ότι δε συνέβαινε τίποτα. Ο παραπονούμενος δεν έδειχνε ότι έσπασε το χέρι του και να κλαίει ή να διαμαρτύρεται. Την ίδια μέρα τηλεφώνησε και στο γιατρό Αντωνιάδη (Μ.Κ.3) και το ρώτησε αν ο παραπονούμενος είχε κάταγμα στο δεξί χέρι. Αυτός, της απάντησε αρνητικά και της είπε πως είχε μόνο μικρό αποσπαστικό κάταγμα, δηλαδή, μια κάκωση στον αγκώνα, που θεωρείται αμελητέα. Δεν είναι σοβαρό. Της είπε ακόμη, ότι ο παραπονούμενος, το χέρι του στον αγκώνα το είχε σπάσει πιο παλιά. Ακολουθούν τα σχόλιά μου, για μερικές από τις παραπάνω αναφορές της μάρτυρος: Χωρίς να είναι παρούσα κατά το επίδικο περιστατικό εξήγησε στον παραπονούμενο και στον πατέρα του, ότι ο καθηγητής προσπαθούσε να προστατεύσει τα παιδιά να μη χτυπήσουν. Με το που άκουσε την εκδοχή του κατηγορούμενου για το περιστατικό, προφανώς, θεωρώντας ότι αυτή ήταν αληθινή, απευθυνόμενη στον πατέρα του παραπονούμενου τού είπε ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να καταγγείλει το γιο του γιατί τον ύβρισε. Ακολούθως εκλαμβάνει ως δεδομένα όσα αναφέρει εξ ονόματος της Κυπριανίδου. Τέλος, ενώ φέρει το γιατρό Αντωνιάδη να της λέει εκείνη την ημέρα, ότι ο παραπονούμενος είχε σπάσει πιο παλιά το δεξί του χέρι στον αγκώνα, αυτός - παρότι κρίθηκε αναξιόπιστος ως μάρτυρας - αρνήθηκε ότι διαπίστωσε τέτοιο κάταγμα, κατά την εξέταση του παραπονούμενου από τον ίδιο ή ότι φαινόταν τέτοιο κάταγμα, στις δυο ακτινογραφίες του νοσοκομείου (τεκμήρια 4 και 5). Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Αναφορικά με τη Νίκη Κυπριανίδου (Μ.Υ.2), βασικά, ένα, μόνο παράδειγμα, κατά τη γνώμη μου αρκεί προκειμένου να διαφανεί το μέγεθος της αναξιοπιστίας της ως μάρτυρος, ως επίσης και ότι παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο από συναδελφική αλληλεγγύη προς τον κατηγορούμενο, με αποκλειστικό σκοπό να το βοηθήσει να αθωωθεί και όχι για να πει την αλήθεια. Όπως αναφέρει στη γραπτή κατάθεσή της στην Αστυνομία (τεκμήριο 18), η οποία, θα πρέπει να σημειωθεί της λήφθηκε στις 23/3/2012 (ενώ το επίδικο περιστατικό έλαβε χώρα στις 2/11/2011), όταν στον ουσιώδη χρόνο χτύπησε το κουδούνι για να σχολάσουν τα παιδιά, καθώς η ίδια έβλεπε και έλεγχε έξω από το παράθυρο του καθηγητικού συλλόγου, είδε το θείο του παραπονούμενου να φεύγει από το σχολείο με τα δυο παιδιά, κρατώντας τη βαλίτσα του γιου του και τον παραπονούμενο, να κρατά στα χέρια του τη βαλίτσα του. Και οι τρεις έφευγαν χαμογελαστοί και γελώντας. Δεν παρατήρησε τίποτε. Όπως είπε απαντώντας σε σχετική ερώτηση του δικηγόρου του κατηγορούμενου, ο καθηγητικός σύλλογος είναι ακριβώς απέναντι από την κλειστή αίθουσα που γίνεται η γυμναστική, σε απόσταση περίπου 10 με 15 μέτρα. Αντεξεταζόμενη, μεταξύ άλλων ανάφερε και τα εξής: Τα παιδιά είχαν βγει από το κλειστό, προχώρησαν και όπως έβλεπε, είδε όλα τα παιδιά που έτρεχαν. Έτρεχε και ο παραπονούμενος, ο οποίος κρατούσε τη βαλίτσα του και με τα δυο χέρια στο στήθος του. Είδε τα παιδιά για μια στιγμή που έβγαιναν από το κλειστό. Η ίδια έβλεπε την είσοδο της ανοικτής αίθουσας. Μάλιστα είναι μεγάλη είσοδος. Την ώρα που έβγαιναν τα παιδιά από την αίθουσα, τα έβλεπε. Όπως είπε, αυτό έβλεπε. Παρόλα αυτά, απαντώντας στην επόμενη ερώτηση, ισχυρίστηκε πως δεν είδε να διαδραματίζεται οποιοδήποτε επεισόδιο εκεί, με εμπλεκόμενους, τον παραπονούμενο και τον κατηγορούμενο. Κι όμως, εάν έλεγε την αλήθεια και αποτελούσε γεγονός, ότι στον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στο σημείο που ανάφερε και απ' εκεί είδε όσα έχει αναφέρει ότι είδε, δεν μπορεί να μην είχε δει και το επίδικο επεισόδιο, το οποίο, με βάση, τόσο την εκδοχή του παραπονούμενου όσο και την εκδοχή του κατηγορουμένου - στην ανακριτική του κατάθεση -, αναμφίβολα υπήρξε. Η σύγχυση που την είχε κυριεύσει όταν αντιλήφθηκε το μέγεθος της αντίφασης στην οποία υπέπεσε και πόσο παράλογο ήταν αυτό που ισχυρίστηκε καταφαίνονται από την απάντησή της στην - ορθή - υποβολή που της έγινε ότι, εάν στεκόταν στο σημείο που ανάφερε θα έβλεπε και το επίδικο περιστατικό. Απάντησε ως εξής: «Δεν είδα κανένα επεισόδιο, ούτε τίποτα. Εξάλλου, η δουλεία μου ήταν να παραλάβω από τους διδάσκοντες της 7ης ώρας τα απουσιολόγια, να τα ελέγξω και να πάω και εγώ σπίτι μου.» Πολύ εύκολα ξέχασε τον ισχυρισμό της, πως όλα όσα υποτίθεται είχε δει στον ουσιώδη χρόνο, τα είχε δει καθηκόντως, επειδή εφημέρευε και ότι μεταξύ των καθηκόντων της ήταν να υπάρχει ησυχία, δηλαδή να μην κινείται μαθητής έξω ενώ έχει μάθημα και δεύτερο, ως εφημερεύοντες πρέπει να είναι έτοιμοι να μη φύγουν μαθητές πριν την ώρα τους, δηλαδή, προτού χτυπήσει το κουδούνι. Ούτε και στην περίπτωσή της θεωρώ πως χρειάζεται να επεκταθώ. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους, ότι η κατηγορούσα αρχή απότυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στην κατηγορία που του προσάπτει. Ακολουθεί ότι ο κατηγορούμενος αθωώνεται. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Αναφορά: πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.