Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Mohamed Mohantin Al Taoulia, Αρ. Υπόθεσης: 10445/2013, 19/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B4 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10445/2013 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Mohamed Mohantin Al Taoulia, από τη Συρία Κατηγορούμενου ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 19.1.2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Σάββα Για τον κατηγορούμενο: κ. Α. Αλεξάνδρου (για ν' ακούσει απόφαση, κα Μενοίκου) Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: Απόπειρα δεκασμού δημόσιου λειτουργού, κατά παράβαση του άρθρου 100(β) του Ποινικού Κώδικα, οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος με μαθητική άδεια οδήγησης, χωρίς συνοδεία προσώπου που να κατέχει ισχύουσα άδεια, χρήση μηχανοκίνητου οχήματος, χωρίς ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρους και τέλος, οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος με μαθητική άδεια οδήγησης, χωρίς αυτό να φέρει διακριτικό σήμα Ε (βλ. τις κατηγορίες 1 μέχρι 4, κατ' αντιστοιχία αδικήματος). Παραδέχθηκε τις τρεις κατηγορίες που περικλείουν τα τροχαία αδικήματα μα όχι και την 1η κατηγορία, με τις λεπτομέρειες της οποίας τού καταλογίζεται ότι στις 11 Αυγούστου, 2013, στην οδό Θερμοπυλών στην Πάφο, με τρόπο που υποδηλώνει δεκασμό, αποπειράθηκε να δώσει σε δημόσιο λειτουργό περιουσία, για να παραλείψει να εκτελέσει το καθήκον του, δηλαδή αποπειράθηκε να δώσει στον αστυφύλακα 2472 Χρ. Παρασκευά τού ΚΕΜ-ΟΥΛΑΕ Πάφου, το χρηματικό ποσό των €100,00, με τρόπο που υποδηλώνει δεκασμό, για να μην προχωρήσει ο εν λόγω αστυφύλακας σε καταγγελία εναντίον του, για τροχαίες παραβάσεις που έκανε. Η κατηγορούσα αρχή, για απόδειξη της κατηγορίας παρουσίασε ως μάρτυρες, τον αστυφύλακα 2472 Χρίστο Παρασκευά και τον εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 1698 Κυριάκο Κυριάκου (Μ.Κ.1 και 2, αντίστοιχα). Ο κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση, χωρίς να παρουσιάσει κανένα μάρτυρα προς υπεράσπισή του. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης περικλείεται στη γραπτή κατάθεση του Μ.Κ.1 (τεκμήριο 1), το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από αυτόν για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Σ' αυτή, ο μάρτυρας αναφέρει τα εξής: Στον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου. Στις 11/8/2013 και περί ώρα 09:15, ενώ οδηγούσε - καθηκόντως - την υπηρεσιακή μοτοσικλέτα στην οδών Θερμοπυλών, πρόσεξε μπροστά του σε κάποια απόσταση ένα αυτοκίνητο να οδηγείται στην ίδια κατεύθυνση. Το ακολούθησε και το είδε να μπαίνει ξαφνικά σε πάροδο της οδού Θερμοπυλών και να σταματά σ' ένα καφενείο, αμέσως μετά που τον είδε ο οδηγός του, δημιουργώντας του έτσι την υποψία ότι πιθανόν να ήταν παράνομος. Εκεί είδε ένα άγνωστό του αλλοδαπό - που αποτελεί κοινό έδαφος ότι είναι ο κατηγορούμενος - να κατεβαίνει στο καφενείο και μετά από ένα με δυο λεπτά να βγαίνει από το καφενείο, να μπαίνει στο αυτοκίνητο και να το ξεκινά για να φύγει. Στη συνέχεια πλησίασε τον κατηγορούμενο στο παράθυρο του οδηγού και του ζήτησε να του παρουσιάσει πιστοποιητικό ασφάλειας του αυτοκινήτου καθώς και τα προσωπικά του στοιχεία. Ο κατηγορούμενος τού είπε: «Δεν έχω ασφάλεια, να σου δώσω €100,00 τζιαι άσε με να φύγω.» Ο μάρτυρας τού ανάφερε αμέσως ότι είναι υπό σύλληψη για το αδίκημα του δεκασμού και του επέστησε την προσοχή στο νόμο και αυτός απάντησε: «Τώρα γιατί κάνεις έτσι;» Ακολούθως, ο μάρτυρας, το συνέλαβε και του ζήτησε εκ νέου να του δώσει τα προσωπικά του στοιχεία. Αυτός αρνήθηκε, λέγοντάς του: «Δε σου διώ τίποτε.» Τότε, ο μάρτυρας, τον πληροφόρησε ότι διαπράττει και άλλο αδίκημα και του επέστησε ξανά την προσοχή στο νόμο. Αυτός απάντησε: «Συγνώμη φίλε, άσε με.» Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε με περιπολικό στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου όπου και τέθηκε υπό κράτηση. Ο κατηγορούμενος καθώς ήδη έχει αναφερθεί αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του προέβη σε ανώμοτη. Ακολουθεί αυτούσια: «Είμαι από τη Συρία, ήρθα στην Κύπρο το καλοκαίρι του 2012 και το 2013 γι' αυτή την υπόθεση που με κατηγορούν, θέλω να αναφέρω ότι ήξερα μόνο λίγες λέξεις ελληνικά και για ό,τι αφορά τους ισχυρισμούς για €100,00, εγώ θέλω να πω ότι είναι για την ασφάλεια και όχι για να τα δώσω στον αστυνομικό και η αλήθεια είναι ό,τι είπα στην κατάθεσή μου και είμαι αθώος.» Στην ανακριτική του κατάθεση (τεκμήριο 2 - στη μητρική του γλώσσα - και τεκμήριο 2Α - η πιστή μετάφρασή της στα ελληνικά -) όταν του υποβλήθηκε ότι κατά την ώρα της σύλληψής του από το Μ.Κ.1 για τροχαία αδικήματα που διέπραξε πρότεινε στο μάρτυρα να του δώσει το χρηματικό ποσό των €100,00 για να τον αφήσει ελεύθερο και του ζητήθηκε να τοποθετηθεί απάντησε ως εξής (απάντηση αρ. 3): «Εγώ του αστυνομικού τού είπα "να σου δώσω €100,00 για να κάμω ασφάλεια." Εγώ, επειδή τα ελληνικά μου δεν είναι πολλά καλά, ήθελα να του πω του αστυνομικού, να δώσω €100,00 για να φκάλω ασφάλεια και εννοούσα τα λεφτά να τα δώσω στην ασφάλεια, όχι στον αστυνομικό. Τότε, ο αστυνομικός, επειδή κατάλαβε ότι σε αυτόν θα έδινα τα λεφτά μού είπε "να μου δώσεις εμένα τα λεφτά;" και εγώ του είπα "όχι συγνώμη." Εν λάθος που έγινε διότι όπως σου είπα, τα ελληνικά μου δεν είναι καλά και ο αστυνομικός ενόμισε ότι τα λεφτά ήταν να του τα δώσω αυτού για να με αφήσει να φύω.» Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή και τους δυο μάρτυρες, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391) όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη, ότι, το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη της επαφίεται στη διακριτική μου ευχέρεια (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 190). Για το γεγονός, ότι ο κατηγορούμενος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση, δε μου διαφεύγει το ανεπίτρεπτο σχολιασμού, ως σχετικού προς ενοχή, η άσκηση εκ μέρους του τού εν λόγω δικαιώματος (βλ. Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, σελ. 222). Τέλος, για την αποδεικτική αξία μιας τέτοιας, δήλωσης σύμφωνα με τη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22: «.Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ. μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic (1973 2 C.L.R. 139, 188 - 191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σε. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245 - 288, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195)» Βλέπε και την Iddin v. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 47/14, ημερομηνίας 29/2/2016 σύμφωνα με την οποία, η αξία της ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον, περιορισμένη, αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Παραπέμπω ακόμη στην υπόθεση Mariano κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 112/14 και 113/14, ημερομηνίας 20/11/2015, όπου - με αναφορά στην Anastasiades (ανωτέρω) - υποδεικνύεται ότι, σ' ό,τι αφορά τις ανώμοτες δηλώσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να αφήνει τον εαυτό του να δει τα γεγονότα που τίθενται ενώπιόν του με διαφορετικό φως. Αντιπαραβάλλοντας τις εκατέρωθεν εκδοχές, υπό το φως ασφαλώς του συνόλου της ενώπιόν μου μαρτυρίας καθώς και του περιεχομένου της ανώμοτης δήλωσης και της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου είμαι βέβαιος, ότι τα πραγματικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, την οποία, εκτός από απολύτως αξιόπιστη θεωρώ και πιο λογική από την εκδοχή του κατηγορούμενου, την οποία απορρίπτω ως αναξιόπιστη, σαφώς κατασκευασμένη και ψευδή. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία και των δυο μαρτύρων που κατάθεσαν για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής είναι εξαιρετική. Και οι δυο κατάθεσαν με απλότητα και απόλυτη ειλικρίνεια, σ' όλες τις ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν, χωρίς να υποπέσουν σε καμιά, απολύτως, αντίφαση, είτε αυτοτελώς είτε μεταξύ τους. Έπειτα είναι και το γεγονός, ότι, η μαρτυρία τους, σε σημαντικό βαθμό παρέμεινε αναντίλεκτη, ενώ, στο βαθμό που έχει αμφισβητηθεί αυτό έγινε είτε με αντιφατικό τρόπο είτε με υποβολές που παρέμειναν έωλες. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία και των δυο γίνεται αποδεκτή, στο σύνολό της. Τα παραδείγματα που ακολουθούν κατά τη γνώμη μου, αιτιολογούν επαρκώς, όλες τις παραπάνω διαπιστώσεις μου αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία των δυο μαρτύρων κατηγορίας καθώς και το συμπέρασμά μου, ότι τα γεγονότα στον ουσιώδη χρόνο διαδραματίστηκαν σύμφωνα με την η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής. Ειδικότερα: Ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος με την ανώμοτη του δήλωση ότι ήρθε στην Κύπρο το καλοκαίρι του 2012 και το 2013, μόνο λίγες λέξεις ήξερε στα ελληνικά. Ο ισχυρισμός του ότι ήρθε στην Κύπρο το καλοκαίρι του 2012 είναι αναπόδεικτος, αφού, τον προέβαλε για πρώτη φορά με την ανώμοτη του δήλωση, που δεν αποτελεί μαρτυρία και θεωρώ πως, εάν ευσταθούσε, θα έπρεπε να τον προβάλει και στην ανακριτική του κατάθεση. Εν πάση περιπτώσει, η προσπάθειά του να με πείσει ότι στον ουσιώδη χρόνο ήξερε μόνο λίγες λέξεις στα ελληνικά, επομένως, όπως είπε καταληκτικά ο ευπαίδευτος δικηγόρος του με την αγόρευσή του, δεν μπορούσε - τότε - να αναφέρει τη φράση που του αποδίδεται από το Μ.Κ.1, η οποία, κατά την κατηγορούσα αρχή στοιχειοθετεί το αδίκημα της υπό κρίση κατηγορίας έχει πέσει στο κενό. Καταρχήν, στην ανακριτική του κατάθεση και πάλι, σε δυο περιπτώσεις ισχυρίζεται απλώς, ότι τα ελληνικά του δεν είναι πολλά καλά - στη μια περίπτωση - και καλά - στην άλλη - και όχι ότι ήξερε μόνο λίγες λέξεις στα ελληνικά, που αποτελεί εκ των υστέρων εφεύρημά του προκειμένου να με πείσει να δεχθώ την εκδοχή του. Έπειτα είναι και το γεγονός, ότι, η ευπαίδευτη δικηγόρος του, κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του Μ.Κ.1, βασικά, αυτό που αμφισβήτησε δεν είναι ότι είπε την επίμαχη φράση που του αποδίδεται από το μάρτυρα, αλλά, ότι με αυτή εννοούσε κάτι άλλο. Η 4η ερώτηση που υποβλήθηκε στο μάρτυρα από την κυρία Λεμονάρη ήταν η εξής: «Συμφωνείς μαζί μου, ότι μετά που σου ανάφερε αυτό που λες ότι σου ανάφερε και του εξήγησες ότι διαπράττει με αυτό τον τρόπο το αδίκημα, ο ίδιος ο κατηγορούμενος προσπάθησε να σου εξηγήσει ότι δεν εννοούσε αυτό που κατάλαβες, αλλά, κάτι άλλο και είχατε μια συζήτηση εκεί. Συμφωνείς μαζί μου;» Μετά την απάντηση που έδωσε ο μάρτυρας τού υποβλήθηκε η ακόλουθη ερώτηση: «Συμφωνείς όμως ότι στην πορεία λέχθηκε και κάτι άλλο, όταν του είπες ότι διαπράττει αδίκημα, συμφωνείς ότι ο άνθρωπος προσπάθησε να σου εξηγήσει ότι "Δεν εννοούσα να σου δώσω τα €100,00 για εσένα, αλλά για την ασφάλεια", προσπάθησε να σου εξηγήσει, λέχθηκε αυτό το πράγμα;» Από τις παραπάνω ερωτήσεις της κυρίας Λεμονάρη προς το μάρτυρα είναι φανερό, ότι, ο κατηγορούμενος, αυτό που αμφισβητεί δεν είναι ότι είπε τις διάφορες φράσεις που του αποδίδονται από το μάρτυρα, αλλά, ότι με αυτές εννοούσε κάτι άλλο από αυτό που προκύπτει ως το νόημά τους. Απόδειξη αυτού και το γεγονός, ότι, λίγο αργότερα, η κυρία Λεμονάρη, έστω έμμεσα, ουσιαστικά δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ανάφερε και την άλλη φράση που του αποδίδεται από το μάρτυρα, όταν, μετά που ο ίδιος του είπε πως δεν έχει ασφάλεια και του πρότεινε να του δώσει €100,00 και να τον αφήσει να φύγει ο μάρτυρας τού ανάφερε ότι είναι υπό σύλληψη για το αδίκημα του δεκασμού και του επέστησε την προσοχή στο νόμο. Ο μάρτυρας φέρει τον κατηγορούμενο να του απαντά τότε με τη φράση «Τώρα γιατί κάνεις έτσι;» Και ενώ ο κατηγορούμενος, με την ανώμοτη του δήλωση ισχυρίστηκε ότι στον ουσιώδη χρόνο ήξερε μόνο λίγες λέξεις στα ελληνικά, επομένως δεν μπορούσε να απευθυνθεί στο μάρτυρα στα ελληνικά με ολοκληρωμένες προτάσεις, η κυρία Λεμονάρη υπόβαλε στο μάρτυρα την εξής ερώτηση, που συνιστά παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος είπε και αυτή τη φράση: «Το "γιατί κάνεις έτσι;" εσύ πώς το κατάλαβες; Ότι εννοούσε ότι είναι για τα λεφτά;» Η υποβολή προς τον ίδιο μάρτυρα, ότι ο κατηγορούμενος ζητούσε κατ' επανάληψη τη βοήθεια διερμηνέα γιατί δεν αντιλαμβανόταν ούτε και μπορούσε ο ίδιος να μιλήσει καλά ελληνικά είναι εντελώς ατεκμηρίωτη, αφού, παρά την περιορισμένη αξία που αποδίδεται στην ανώμοτη δήλωση, ως θέμα αρχής (βλ. την Iddin, ανωτέρω), ο κατηγορούμενος, ούτε με την ανώμοτη του δήλωση μα ούτε και με την ανακριτική του κατάθεση προέβαλε ανάλογο ισχυρισμό. Είναι όμως και αντιφατική, η γραμμή υπεράσπισής του, επί του προκειμένου, υπό την έννοια ότι, ο κ. Αλεξάνδρου, ο οποίος χειρίστηκε την υπόθεση γι' αυτόν την επόμενη δικάσιμο, κατά την οποία κατάθεσε ως μάρτυρας ο εξεταστής (Μ.Κ.2), βασικά υπόβαλε στο μάρτυρα, ότι ο ίδιος κάλεσε διερμηνέα, επειδή ο κατηγορούμενος δεν καταλάβαινε ελληνικά. Το σχετικό μέρος της αντεξέτασης του μάρτυρα ακολουθεί αυτούσιο: «Ε. Κύριε μάρτυς, εσύ ο ίδιος εκάλεσες διερμηνέα να του πάρεις κάθεση. Σωστά; Α. Βεβαίως. Ε. Έκρινες, κατά την ταπεινή μου άποψη, ότι δεν καταλάβαινε καλά ελληνικά, γι' αυτό χρειάστηκε η χρήση διερμηνέα. Συμφωνείς ή διαφωνείς; Α. Όταν συλληφθεί ένα πρόσωπο, ο οποίος είναι αλλοδαπός και δεν αντιλαμβάνεται πλήρως, πλήρως επαναλαμβάνω, πλήρως την ελληνική γλώσσα τού λαμβάνεται κατάθεση στη μητρική του γλώσσα με τη βοήθεια διερμηνέα.» Ουδέποτε υποβλήθηκε στο μάρτυρα, ό,τι και στον προηγούμενο και συγκεκριμένα, ότι ο κατηγορούμενος ζητούσε κατ' επανάληψη τη βοήθεια διερμηνέα γιατί δεν αντιλαμβανόταν ούτε και μπορούσε να μιλήσει καλά ελληνικά. Προστίθενται και τα εξής: Ενώ θεωρώ καθόλα λογική, εκτός από αξιόπιστη, τη σταθερή εκδοχή του Μ.Κ.1 και κατ' επέκταση της κατηγορούσας αρχής, ως προς τις φράσεις οι οποίες αποδίδονται στον κατηγορούμενο, το αντίθετο ακριβώς ισχύει για την αντιφατική εκδοχή του κατηγορούμενου. Εξηγώ αμέσως τι θέλω να πω. Θεωρώ καθόλα λογικό, ο κατηγορούμενος, ο οποίος δεν αμφισβητείται ότι στον ουσιώδη χρόνο είχε στην κατοχή του το ποσό των €2.200,00 - το οποίο βρήκε ο εξεταστής της υπόθεσης (Μ.Κ.2) κατά τη διάρκεια σωματικού ελέγχου στον οποίο τον υπόβαλε στα γραφεία του Τ.Α.Ε. -, όταν του ζητήθηκε να παρουσιάσει το πιστοποιητικό ασφάλειας, γνωρίζοντας πως δεν είχε και προφανώς, ότι αυτό αποτελεί αδίκημα, με επιπτώσεις στον ίδιο που το είχε διαπράξει, με το να δελεάσει τον αστυνομικό μάρτυρα (Μ.Κ.1) που διαπίστωσε την παράβαση, προτείνοντάς του να του δώσει το ποσό των €100,00, θεώρησε ότι αυτός, όχι μόνο δε θα τον κατάγγελλε - και ενδεχομένως συλλάμβανε - για τη σοβαρή τροχαία παράβαση στην οποία υπέπεσε, αλλά, θα τον άφηνε να φύγει, οπότε και θα παρέμεινε ατιμώρητος, τόσο για τη συγκεκριμένη παράβαση όσο και για τις άλλες δυο, εξίσου σοβαρές τροχαίες παραβάσεις στις οποίες υπέπεσε οι οποίες διαπιστώθηκαν αργότερα. Όμως, θα έλεγα πως είναι και χωρίς νόημα η θέση του κατηγορούμενου, ότι τα €100,00 που είχε προτείνει να δώσει στο μάρτυρα δεν ήταν για τον ίδιο, αλλά για την ασφάλεια. Ο μάρτυρας είναι αστυνομικός και όχι ασφαλιστικός αντιπρόσωπος κάποιας ασφαλιστικής εταιρείας, για να έχει νόημα να του έδινε, είτε το ποσό των €100,00 είτε οποιοδήποτε άλλο ποσό για την ασφάλεια. Ακολούθως τίθεται και το ερώτημα, πώς ήξερε ο κατηγορούμενος, ότι με τα €100,00 που πρότεινε στο μάρτυρα, θα μπορούσε αυτός να του εξασφαλίσει ασφάλεια; Τέλος, διερωτώμαι και τι είδους ασφάλεια ανάμενε ότι θα του εξασφάλιζε ο μάρτυρας, δίδοντάς του απλώς το ποσό των €100,
- Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Επί του ίδιου θέματος, ο κατηγορούμενος, εντελώς αβίαστα υπήρξε και αντιφατικός. Ειδικότερα: Με την ανώμοτη του δήλωση ισχυρίστηκε ότι τα €100,00 είναι για την ασφάλεια και όχι για να τα δώσει στον αστυνομικό. Στην ανακριτική του κατάθεση, απαντώντας στην ερώτηση αρ. 3 αρχίζει με τη φράση: «Εγώ του αστυνομικού τού είπα "Να σου δώσω €100,00 για να κάμω ασφάλεια."» Στη συνέχεια ισχυρίζεται ότι εννοούσε τα λεφτά να τα δώσει στην ασφάλεια. Ειδικά για το τελευταίο που είπε, δηλαδή, ότι τα λεφτά θα τα έδινε στην ασφάλεια, διερωτώμαι και για το νόημα της συζήτησης του θέματος με το μάρτυρα, αν αυτό εννοούσε. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να τεκμηριώσω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ ότι τα ουσιαστικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής - ως εκτίθεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω), επομένως θεωρώ αχρείαστο να τα επαναλάβω -. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Το άρθρο 100(β) του Ποινικού Κώδικα που δημιουργεί το αδίκημα που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο προνοεί ότι: «Όποιος- .. (β) με τέτοιο τρόπο που υποδηλώνει δεκασμό, δίνει παρέχει ή προμηθεύει, ή υπόσχεται ή προσφέρεται να δώσει ή να παρέχει ή να προμηθεύει ή να αποπειραθεί να προμηθεύσει, σε δημόσιο λειτουργό ή σε άλλο, περιουσία, ή ωφελήματα οποιουδήποτε είδους για χάρη τέτοιας ενέργειας ή παράλειψης από τέτοιο δημόσιο λειτουργό, είναι ένοχος αδικήματος.» Στην προκειμένη περίπτωση, έχοντας υπόψη και τις λεπτομέρειες αδικήματος της υπό κρίση κατηγορίας, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι πρώτο, η με τέτοιο τρόπο που υποδηλώνει δεκασμό, δεύτερο, απόπειρα προμήθειας, τρίτο, σε δημόσιο λειτουργό, τέταρτο, περιουσίας και πέμπτο, για σκοπούς παράλειψης διενέργειας (από το δημόσιο λειτουργό) ενέργειας, την οποία (προφανώς αυτός είχε δικαίωμα και υποχρέωση) να διενεργήσει. Σύμφωνα με το «Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας» Α΄ έκδοση του Γ. Μπαμπινιώτη, σελ. 459 «δεκάζω» σημαίνει δίνω χρήματα ή δώρα, κυρίως σε δικαστή ή μάρτυρα για να τους εξαγοράσω. Συνώνυμο του ρήματος είναι το εξαγοράζω διαφθείρω. Περαιτέρω σύμφωνα με το «Μεγάλο Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας» του Α. Γεωργοπαπαδάκου «δεκασμός» είναι η δωροδοκία, η διαφθορά της συνείδησης. Ο ορισμός της απόπειρας δίδεται στο άρθρο 366 του Ποινικού Κώδικα το οποίο προνοεί ότι: «Όποιος προτίθεται να διαπράξει ποινικό αδίκημα, αρχίζει να θέτει την πρόθεση του σε εφαρμογή με μέσα που είναι πρόσφορα για την πραγμάτωση της και φανερώνει τέτοια πρόθεση με κάποια έκδηλη πράξη, αλλά δεν πραγματώνει την πρόθεση του σε τέτοιο βαθμό ώστε να διαπράξει το ποινικό αδίκημα, θεωρείται ότι αποπειράται να το διαπράξει. Είναι αδιάφορο, εκτός καθόσον αφορά στην ποινή, κατά πόσο ο υπαίτιος διενήργησε οτιδήποτε το οποίο ήταν αναγκαίο εκ μέρους του για συμπλήρωση της διάπραξης του ποινικού αδικήματος ή κατά πόσο η πλήρης πραγμάτωση της πρόθεσης του αποτράπηκε λόγω περιστατικών ανεξάρτητων από τη βούληση του ή κατά πόσο υπαναχώρησε εκούσια από την περαιτέρω επιδίωξη της πρόθεσης του. Είναι αδιάφορο ότι, λόγω περιστατικών που δεν είναι γνωστά στον υπαίτιο, η πραγμάτωση του ποινικού αδικήματος ήταν εξ αντικειμένου αδύνατος.» Παρατηρώ τα εξής: Ότι στον ουσιώδη χρόνο ο αστυφύλακας 2472 Χρίστος Παρασκευά (Μ.Κ.1) υπείχε θέση δημόσιου λειτουργού έχει αποδειχθεί και θα έλεγα, ούτε και αμφισβητείται αυτό από την υπεράσπιση. Ο μάρτυρας, που είναι αστυνομικός ήταν καθήκον και καθώς οδηγούσε την υπηρεσιακή μοτοσικλέτα, όταν είδε το αυτοκίνητο που οδηγούσε μπροστά του ο κατηγορούμενος, με το που διαπίστωσε ότι αντιλήφθηκε την εκεί παρουσία του, αφού, ξαφνικά τον είδε να μπαίνει σε πάροδο και να σταματά σ' ένα καφενείο, δικαιολογημένα τού δημιουργήθηκε η υποψία ότι ο κατηγορούμενος πιθανόν να ήταν παράνομος. Όταν μετά πάροδο δυο περίπου λεπτών, τον είδε να βγαίνει από το καφενείο και να μπαίνει στο αυτοκίνητό του και να το ξεκινά για να φύγει, καθηκόντως, καθόλα νόμιμα και δικαιολογημένα επίσης, αφού τον πλησίασε τού ζητήσει να του παρουσιάσει τόσο το πιστοποιητικό ασφάλειας του αυτοκινήτου που οδηγούσε όσο και τα προσωπικά του στοιχεία. Ακολουθεί ότι το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος έχει αποδειχθεί. Η αντίδραση του κατηγορούμενου στη συνέχεια, ο οποίος, αντί να συμμορφωθεί σε ό,τι του ζητήθηκε από το μάρτυρα, απευθυνόμενος σ' αυτό, του είπε: «Δεν έχω ασφάλεια, να σου δώσω €100,00 τζιαι άσε με να φύω.» καθώς και η απάντησή του προς το μάρτυρα «Τώρα γιατί κάνεις έτσι;», όταν μετά που του απεύθυνε την προηγούμενη φράση, ο μάρτυρας τον πληροφόρησε αμέσως ότι είναι υπό σύλληψη για το αδίκημα του δεκασμού και του επέστησε την προσοχή στο νόμο αποδεικνύουν πέραν πάσης αμφιβολίας τα εξής: ο κατηγορούμενος που δεν είχε πιστοποιητικό ασφάλειας για να παρουσιάσει στο μάρτυρα, όπως του είχε ζητηθεί και γνωρίζοντας ότι αυτό ήταν παράνομο, επειδή γνώριζε ότι γι' αυτή τη σοβαρή παράβαση καθώς και τις άλλες δυο τροχαίες παραβάσεις στις οποίες υπέπεσε, θα καταγγελλόταν από το μάρτυρα και ενδεχομένως, θα συλλαμβανόταν κιόλας, προκειμένου να μη βρεθεί σ' αυτή τη δυσάρεστη θέση έκρινε ότι, με το να δελεάσει το μάρτυρα να παρανομήσει, προτείνοντάς του να του δώσει το ποσό των €100,00, το οποίο μάλιστα αποδεδειγμένα είχε μαζί του εκείνη τη στιγμή, ο μάρτυρας, σε αντάλλαγμα, θα τον άφηνε να φύγει αντί να τον καταγγείλει - ως όφειλε καθήκοντος να πράξει - για τη σοβαρή τροχαία παράβαση στην οποία υπέπεσε, που ήταν ότι καταλήφθηκε από αυτόν να οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα, χωρίς να καλύπτεται από πιστοποιητικό ασφάλειας. Πολλώ μάλλον που αυτή δεν ήταν και η μόνη παράβαση στην οποία υπέπεσε και προφανώς προέβλεψε πως, εκτός κι εάν ενέδιδε ο μάρτυρας και έπαιρνε τα λεφτά που του είχε προτείνει και τον άφηνε να φύγει, στη συνέχεια θα διαπιστώνονταν - όπως και έγινε - και οι άλλες δυο τροχαίες παραβάσεις στις οποίες υπέπεσε. Όλα αυτά κατατείνουν στο ασφαλές συμπέρασμα, ότι, λειτουργώντας κατά τρόπο που υποδηλώνει δεκασμό, επιχείρησε να αποτρέψει το μάρτυρα από το να διενεργήσει ενέργεια που είχε δικαίωμα και, κυρίως, νομική υποχρέωση και καθήκον να διενεργήσει. Ακολουθεί ότι πρώτο και πέμπτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, επίσης έχουν αποδειχθεί. Και, με δεδομένο ότι το ποσό των €100,00 που είχε προτείνει στο μάρτυρα αποτελεί ασφαλώς περιουσία και το τέταρτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος έχει αποδειχθεί. Ό,τι απομένει είναι να δοθεί απάντηση στο ερώτημα, κατά πόσο έχει αποδειχθεί και το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Συγκεκριμένα, εάν η φράση «Δεν έχω ασφάλεια, να σου δώσω €100,00 τζιαι άσε με να φύω.» που απεύθυνε ο κατηγορούμενος στο μάρτυρα, όταν του ζήτησε να του παρουσιάσει το πιστοποιητικό ασφάλειας - που δεν είχε - σε συνδυασμό με τη φράση «Τώρα γιατί κάνεις έτσι;» που επίσης απεύθυνε στο μάρτυρα, όταν ευθύς αμέσως μετά που του απεύθυνε την προηγούμενη, αυτός τού ανάφερε ότι είναι υπό σύλληψη για το αδίκημα του δεκασμού και του επέστησε την προσοχή στο νόμο αποτελούν, απόπειρα προμήθειας περιουσίας, τη εννοία του νόμου. Η απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική. Ακολουθεί το σκεπτικό: Για να επαναλάβω το άρθρο 366 του Ποινικού Κώδικα που δίδει τον ορισμό της απόπειρας προνοεί ότι: «Όποιος προτίθεται να διαπράξει ποινικό αδίκημα, αρχίζει να θέτει την πρόθεση του σε εφαρμογή με μέσα που είναι πρόσφορα για την πραγμάτωση της και φανερώνει τέτοια πρόθεση με κάποια έκδηλη πράξη, αλλά δεν πραγματώνει την πρόθεση του σε τέτοιο βαθμό ώστε να διαπράξει το ποινικό αδίκημα, θεωρείται ότι αποπειράται να το διαπράξει. ....» Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος, μολονότι είχε εκφράσει την πρόθεσή του να χρηματίσει το μάρτυρα και όπως αποδείχθηκε αργότερα είχε και τα μέσα που ήταν πρόσφορα για την πραγμάτωσή της, αφού κατά τη διάρκεια σωματικού ελέγχου στον οποίο τον υπόβαλε ο εξεταστής της υπόθεσης βρήκε στην κατοχή του το χρηματικό ποσό των €2.200,00, που είναι πολλαπλάσιο αυτού που θα έδινε στο μάρτυρα, εντούτοις, έχοντας υπόψη, ότι, εκτός από την εκδήλωση της πρόθεσή του αυτής, δεν έκανε οτιδήποτε άλλο που να αποδεικνύει ότι άρχισε να τη θέτει σε εφαρμογή, εξ αντικειμένου, δεν τίθεται θέμα απόπειρας προμήθειας. Για να μπορούσε βάσιμα να γίνει λόγος για κάτι τέτοιο, πέραν από προσφορά που είχε κάνει προς το μάρτυρα, ακολούθως, θα έπρεπε να κάνει και κάτι άλλο που να υποδήλωνε ότι άρχισε να την υλοποιεί. Αυτό θα συνέβαινε για παράδειγμα, εάν έβγαζε από το πορτοφόλι του το ποσό των €100,00 και απλώς το έδειχνε στο μάρτυρα. Τίθεται το ερώτημα κατά πόσο η παραπάνω διαπίστωσή μου καθιστά την υπό κρίση κατηγορία έκθετη σε απόρριψη. Η απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική. Ακολουθεί το σκεπτικό: Το άρθρο 100 του Ποινικού Κώδικα, υπό τον τίτλο «Δεκασμός δημόσιου λειτουργού», ουσιαστικά δημιουργεί ένα αδίκημα που με μια φράση θα αποκαλούσα ως «διαφθορά δημόσιου λειτουργού». Ποινικοποιεί τόσο τον παθητικό όσο και τον ενεργητικό δεκασμό δημόσιου λειτουργού. Η πρώτη περίπτωση καλύπτεται από το εδάφιο (α) και η δεύτερη, από το εδάφιο (β). Και στις δυο περιπτώσεις, το αδίκημα διαπράττεται με διάφορους τρόπους. Για ό,τι αφορά στην περίπτωσή μας, η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του εδαφίου (β) μπορεί να διαπραχθεί όταν κάποιος δίνει, παρέχει ή προμηθεύει, ή υπόσχεται ή προσφέρεται να δώσει ή να παρέχει ή να προμηθεύει ή να αποπειραθεί να προμηθεύσει σε δημόσιο λειτουργό ή σε άλλο, περιουσία, ή ωφελήματα οποιουδήποτε είδους κ.ο.κ. Για λόγους που ήδη έχουν αναφερθεί κρίθηκε πως δεν έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος στον ουσιώδη χρόνο αποπειράθηκε να προμηθεύσει τον Μ.Κ.1 με το ποσό των €100,
- Αποδείχθηκε όμως, ότι προσφέρθηκε να του δώσει το ποσό αυτό, με προοπτική ο μάρτυρας να τον αφήσει να φύγει χωρίς να τον καταγγείλει για την τροχαία παράβαση στην οποία υπέπεσε. Ακολουθεί ότι η ευθύνη του για τη διάπραξη του αδικήματος στοιχειοθετείται πλήρως και μάλιστα, χωρίς να χρήζει καθόλου μεταβολής το κατηγορητήριο σ' οποιοδήποτε σημείο. Θεωρώ πως, στην προκειμένη περίπτωση - τηρουμένων των αναλογιών - ισχύει ο λόγος της υπόθεσης Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 493, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι ο κατηγορούμενος, ο οποίος σ' όλα τα στάδια της δίκης εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο, ουδόλως έχει επηρεαστεί στην υπεράσπισή του από τον τρόπο διατύπωσης, τόσο της έκθεσης αδικήματος όσο και των λεπτομερειών αδικήματος της υπό κρίση κατηγορίας. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους, ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την ενοχή του κατηγορούμενου στη σχετική - 1η κατηγορία που του προσάπτει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: General/Criminal/Final (Αναφορά: απόπειρα δεκασμού δημόσιου λειτουργού, κατά παράβαση του άρθρων 100(β) του Ποινικού Κώδικα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο