← Κύπρος

Αναφορικά με τον αιφνίδιο θάνατο του Andres Mauricio Marin-Arbelaez, Θανατική Ανάκριση: 38/14, 26/1/2017

Αναφορικά με τον αιφνίδιο θάνατο του Andres Mauricio Marin-Arbelaez, Θανατική Ανάκριση: 38/14, 26/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B6 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Θ.Α. Θανατική Ανάκριση: 38/14 Αναφορικά με τον αιφνίδιο θάνατο του Andres Mauricio Marin-Arbelaez, αρ. διαβατηρίου 503872550, από την Αγγλία Αποβιώσαντα .................. Ημερομηνία: 26.1.17 Για την Αστυνομία: κ. Σ. Συμεού Για τον πλησιέστερο συγγενή του αποβιώσαντα: κ. Θ. Καραμανής Π Ο Ρ Ι Σ Μ Α Από τον φάκελο της υπόθεσης, το μαρτυρικό υλικό που κατατέθηκε στα πλαίσια της διαδικασίας που έλαβε χώρα και την διά ζώσης μαρτυρία των μαρτύρων που παρέλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα προκύπτουν τα ακόλουθα. Ο αποβιώσας κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν 29 ετών και καταγόταν από την Κολομβία. Διέμενε μόνιμα στην Αγγλία και ήταν κάτοχος Βρετανικού διαβατηρίου με αριθμό

  1. Στην Κύπρο βρισκόταν για τουρισμό από τις 25.6.14 μαζί με την φίλη του Sophie Rebecca Slavin, η οποία ήταν συνεπιβάτιδα στην μοτοσικλέττα την οποία οδηγούσε κατά τον χρόνο του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος. Η εν λόγω μοτοσικλέττα ήταν τετράτροχη και είχε αριθμούς εγγραφής KST
  2. Ο αποβιώσας την είχε ενοικιάσει από την εταιρεία C & G Sports Drivers Ltd Quad Bikes and Buggies, ιδιοκτησίας του έβδομου μάρτυρα, Γιώργου Χαραλάμπους. Ο αποβιώσας και η φίλη του θα αναχωρούσαν από την Κύπρο στις 4.7.
  3. Στις 2.7.14 το πρωί και περί ώρα 10:20 ο αποβιώσας και η Sophie Rebecca Slavin ξεκίνησαν με την εν λόγω μοτοσικλέτα για να μεταβούν στην περιοχή του Κόλπου των Κοραλλίων στην Πέγεια. Οδηγός ήταν ο αποβιώσας και η Sophie Rebecca Slavin συνεπιβάτιδα στο πίσω κάθισμα. Ο αποβιώσας οδηγούσε επί της Λεωφόρου Χλώρακα στην Χλώρακα με κατεύθυνση την Πέγεια όταν ξαφνικά η μοτοσικλέττα που οδηγούσε σε ένα σημείο του δρόμου παρά το εστιατόριο Melania εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, στα δεξιά σύμφωνα με την πορεία της, με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KQY 244 το οποίο οδηγείτο από την αντίθετη κατεύθυνση από την τέταρτη μάρτυρα, Γεωργία Χρυσάνθους, 19 ετών τότε από την Χλώρακα. Από την σύγκρουση ο αποβιώσας και η συνεπιβάτιδα φίλη του εκτινάχθηκαν και έπεσαν στην άσφαλτο ενώ η τετράτροχη μοτοσικλέττα ανατράπηκε στην άσφαλτο. Ο δρόμος στο μέρος που έγινε το δυστύχημα είναι ανοικτή στροφή διπλής κατεύθυνσης και στο κέντρο χωρίζεται με μονή συνεχόμενη άσπρη γραμμή. Το όριο ταχύτητας είναι 50 χιλιόμετρα την ώρα και το σημείο που έγινε το δυστύχημα βρίσκεται εντός κατοικημένης περιοχής. Από το τροχαίο δυστύχημα ο αποβιώσας τραυματίσθηκε κρίσιμα και η συνεπιβάτιδα φίλη του σοβαρά. Η οδηγός του αυτοκινήτου τραυματίσθηκε ελαφρά. Τα δύο ενεχόμενα οχήματα υπέστησαν εκτεταμένες ζημιές. Στην σκηνή έφθασε πρώτο το ασθενοφόρο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου το οποίο μετέφερε τον αποβιώσαντα στο Τμήμα Α΄ Βοηθειών. Λόγω της κρισιμότητας της κατάστασης ο αποβιώσας εισήχθηκε στο Χειρουργείο και ακολούθως στην Μονάδα Εντατικής Παρακολούθησης. Στην συνέχεια και εντός ολίγου στην σκηνή έφθασε και δεύτερο ασθενοφόρο το οποίο μετέφερε τις δύο άλλες τραυματίες στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου κρατήθηκαν για νοσηλεία. Την σκηνή του δυστυχήματος επισκέφθηκαν μέλη του Τμήματος Τροχαίας, μεταξύ αυτών, ο Λοχ 1289, Πάμπος Αναστάση, εξεταστής της υπόθεσης, ο οποίος είναι εξουσιοδοτημένος επιθεωρητής μηχανοκίνητων οχημάτων και εκπαιδευμένος στην σχεδιαγράφηση σκηνών δυστυχημάτων σε κλίμακα καθώς και ο Α/Αστ 2641, Χ. Αντρέου, ο οποίος είναι ειδικός φωτογράφος. Ο Λοχ 1289 επιθεώρησε την σκηνή του δυστυχήματος και ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής. Έλαβε, επίσης, τα αναγκαία μέτρα για σχεδιαγράφηση της σκηνής σε κλίμακα. Μετά το τέλος της επί τόπου σχεδιαγράφησης και κατόπιν υπόδειξης του Λοχ 1289 ο Αστ 2641 έλαβε φωτογραφίες της σκηνής του δυστυχήματος τις οποίες αφού εκτύπωσε έδεσε σε βιβλιάριο - Τεκμήριο 3 - στο πίσω μέρος του οποίου πρόσθεσε αναλυτικό πίνακα. Ο αποβιώσας υπέκυψε στα τραύματά του το βράδυ της ίδιας ημέρας, 2.7.14, εντός της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Ο ειδικός γενικός χειρουργός Ανδρέας Χριστοδουλίδης, δεύτερος μάρτυρας, εξέδωσε σχετική βεβαίωση θανάτου. Την επόμενη ημέρα, 3.7.14, η ιατροδικαστής Ελένη Αντωνίου διενήργησε νεκροτομή επί της σωρού του αποβιώσαντα και διαπίστωσε ότι ο θάνατος οφειλόταν σε «πολυτραυματισμό συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος». Κατά την διάρκεια της νεκροτομής λήφθηκαν φωτογραφίες από τον Α/Αστ 2641 τις οποίες αφού εκτύπωσε έδεσε σε βιβλιάριο - Τεκμήριο 4 - στο πίσω μέρος του οποίου πρόσθεσε αναλυτικό πίνακα. Τα ενεχόμενα οχήματα μεταφέρθηκαν στο Τμήμα Τροχαίας Πάφου και στις 4.7.14 επιθεωρήθηκαν από τον Λοχ 1289 ο οποίος διαπίστωσε ότι δεν είχαν οποιαδήποτε μηχανική βλάβη που να συνέτεινε στην πρόκληση του δυστυχήματος. Στην διαδικασία εμφανίσθηκε μέσω του δικηγόρου της η μητέρα του αποβιώσαντα Alba Arbelaez. Από το εδώλιο του μάρτυρα παρήλασαν οι μάρτυρες που αναφέρονται πιο κάτω, τα ουσιώδη σημεία από την μαρτυρία των οποίων παρατίθεται. Σημειώνεται, επίσης, ότι αριθμός καταθέσεων και άλλων εγγράφων κατατέθηκε από κοινού ως δέσμη η οποία σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  4. Στο Τεκμήριο 13 περιλαμβάνονται η κατάθεση του Kenneth Michael Hughes ημερομηνίας 2.7.14, του Χριστάκη Ματθαίου ημερομηνίας 2.7.14, της Sophie Rebecca Slavin ημερομηνίας 4.7.14, της Alba Arbelaez, ημερομηνίας 8.7.14, του Γιώργου Χαραλάμπους, έβδομου μάρτυρα, ημερομηνίας 2.7.14 και του Paul Curry, έκτου μάρτυρα, ημερομηνίας 9.7.
  5. Περιλαμβάνονται, επίσης, οι καταθέσεις και άλλων προσώπων των οποίων η μαρτυρία δεν είναι ιδιαίτερα βοηθητική. Πρόκειται για τις καταθέσεις των Rhian Ellis ημερομηνίας 6.7.14, Carol Dowel ημερομηνίας 6.7.14, Φειδία Ιωάννου ημερομηνίας 9.7.14 και Σωτηρούλας Νικολάου ημερομηνίας 10.7.
  6. Τέλος, στο Τεκμήριο 13 περιλαμβάνεται πιστοποιητικό θανάτου εκδοθέν από τον Έπαρχο Πάφου στις 9.7.
  7. Πρώτος μάρτυρας κατέθεσε ο Λοχ 1289, Πάμπος Αναστάση. Ο μάρτυρας είναι ο εξεταστής της υπόθεσης και κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου και ήταν τοποθετημένος στο Τμήμα Διερεύνησης Τροχαίων Δυστυχημάτων όπου εξακολουθεί να υπηρετεί μέχρι σήμερα. Για την παρούσα υπόθεση ο μάρτυρας έδωσε γραπτή κατάθεση το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Η εν λόγω κατάθεση σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  8. Στο Τεκμήριο 1 ο μάρτυρας αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Στις 2.7.14 ο μάρτυρας βρισκόταν σε υπηρεσία από η ώρα 07:00 μέχρι η ώρα 19:
  9. Στις 10:45 επισκέφθηκε την σκηνή του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος που έλαβε χώρα στην Λεωφόρο Χλώρακας στην Χλώρακα. Εκεί βρήκε στην τελική τους θέση τα δύο ενεχόμενα οχήματα, ήτοι το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KQY 244 μάρκας Nissan τύπου μικρό επιβατικό, από τώρα και στο εξής «το αυτοκίνητο», και την τετράτροχη μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής KST 435, από τώρα και στο εξής «η μοτοσικλέτα». Το αυτοκίνητο οδηγείτο από την Γεωργία Χρυσάνθου - τέταρτη μάρτυρας - και η μοτοσικλέτα από τον αποβιώσαντα. Κανείς εκ των δύο οδηγών δεν βρισκόταν στην σκηνή κατά την εκεί άφιξη του μάρτυρα καθότι αυτοί είχαν τραυματιστεί και μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Της μοτοσικλέτας επέβαινε ως συνεπιβάτιδα η Sophie Rebeca η οποία, επίσης, τραυματίσθηκε και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Από την πραγματική μαρτυρία διαπιστώθηκε ότι το αυτοκίνητο οδηγείτο στην αριστερή σύμφωνα με την πορεία του λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση την Πάφο και συγκρούσθηκε με την μοτοσικλέτα η οποία οδηγείτο από την αντίθετη κατεύθυνση. Συνεπεία της σύγκρουσης το αυτοκίνητο υπέστη ζημιά στην μπροστινή δεξιά του πλευρά, ήτοι μπροστινό δεξιό φτερό, μπροστινά δεξιά φώτα, μπροστινό προφυλακτήρα, μπροστινό καπό, δεξιό εξωτερικό καθρέπτη και μπροστινό ανεμοθώρακα. Η μοτοσικλέτα υπέστη ζημιά σε ολόκληρο το μπροστινό της μέρος. Ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος και κατόπιν υπόδειξης του λήφθηκαν φωτογραφίες της σκηνής από τον Α/Αστ
  10. Στην βάση του πρόχειρου σχεδίου ο μάρτυρας ετοίμασε σχέδιο σε κλίμακα 1:
  11. Τα ενεχόμενα οχήματα μεταφέρθηκαν στο Τμήμα Τροχαίας Πάφου και από επιθεώρηση τους ο μάρτυρας διαπίστωσε ότι δεν είχαν οποιαδήποτε βλάβη που να συνέτεινε στην πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος. Η Λεωφόρος Χλώρακας είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης και στο κέντρο χωρίζεται με μονή συνεχόμενη άσπρη γραμμή. Στο σημείο που έγινε το δυστύχημα είναι ανοικτή στροφή και βρίσκεται εντός κατοικημένης περιοχής. Το όριο ταχύτητας είναι 50 χιλιόμετρα την ώρα. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του ο μάρτυρας κατέθεσε τα ακόλουθα έγγραφα τα οποία σημειώθηκαν από το Δικαστήριο ως τεκμήρια ως ακολούθως: σχέδιο της σκηνής σε κλίμακα 1:250 - Τεκμήριο 2 βιβλιάριο αποτελούμενο από φωτογραφίες της σκηνής του δυστυχήματος - Τεκμήριο 3 βιβλιάριο αποτελούμενο από φωτογραφίες που λήφθηκαν στο Νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου - Τεκμήριο 4 φωτογραφίες που εκτυπώθηκαν από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης ως δέσμη εγγράφων - Τεκμήριο
  12. Με αναφορά στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 5 υπέδειξε ότι η μοτοσικλέτα οδηγείτο από Πάφο προς τον Κόλπο των Κοραλλιών, ήτοι με κατεύθυνση δυτική. Υπέδειξε, επίσης, ότι οι φωτογραφίες 1-3 του Τεκμηρίου 5 καταδεικνύουν ότι η μοτοσικλέτα εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας σε σημείο του δρόμου παρά το εστιατόριο Melania με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με το αυτοκίνητο το οποίο οδηγείτο κανονικά στην αριστερή λωρίδα σύμφωνα με την πορεία του. Ο αποβιώσας και η συνεπιβάτιδα του είχαν κράνη αφού αυτά βρέθηκαν στην σκηνή. Οι φωτογραφίες του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης δείχνουν ότι από την σύγκρουση τα κράνη εκτινάχθηκαν από το σώμα των επιβαινόντων. Αυτό σημαίνει ότι ο αποβιώσας και η συνεπιβάτιδά του μπορεί και να τα φορούσαν, αλλά να μην τα είχαν προσδεμένα. Εν πάση περιπτώσει από τις εν λόγω φωτογραφίες δεν μπορεί να εξακριβωθεί με βεβαιότητα αν τα δύο πιο πάνω πρόσωπα φορούσαν κράνη στα κεφάλια τους κατά την στιγμή της σύγκρουσης. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: δεν εντόπισε ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου πριν την σύγκρουση από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης δεν ήταν κατορθωτό να εξακριβωθεί αν οι επιβαίνοντες της μοτοσικλέτας φορούσαν τα κράνη στα κεφάλια τους κατά τον ουσιώδη χρόνο. Πάντως οι φωτογραφίες του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης δείχνουν ότι από την σύγκρουση τα κράνη εκτινάχθηκαν, ήτοι «έφυγαν» από τα σώματα των επιβαίνοντων της μοτοσικλέττας, κάτι που δεν αποκλείει τα εν λόγω πρόσωπα να μην φορούσαν τα κράνη στα κεφάλια τους και να τα κρατούσαν στα χέρια τους όταν υπεβλήθη στον μάρτυρα ότι θέση της μητέρας του αποβιώσαντα είναι ότι τα κράνη που παραχωρήθηκαν στον αποβιώσαντα και την συνεπιβάτιδά του δεν ήταν κατάλληλα ούτε από άποψης μεγέθους, ούτε από άποψης τύπου ο μάρτυρας δήλωσε ότι εναντίον του υπεύθυνου της εταιρείας που είχε ενοικιάσει την μοτοσικλέτα στον αποβιώσαντα σχηματίσθηκε ανακριτικός φάκελος επί το ότι είχε προμηθεύσει προστατευτικά κράνη στον αποβιώσαντα και την συνεπιβάτιδά του που δεν ικανοποιούσαν τις απαιτούμενες προδιαγραφές σύμφωνα με την ΚΔΠ 147/
  13. Το πρόσωπο αυτό δεν έχει, όμως, ακόμα διωχθεί ποινικά δεν γνωρίζει γιατί η μοτοσικλέτα εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Πάντως, την είσοδο της στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας την επιβεβαιώνουν με τις γραπτές τους καταθέσεις και δύο ανεξάρτητοι μάρτυρες. Ο ένας ακολουθούσε την μοτοσικλέττα και ο άλλος το αυτοκίνητο. Προφανώς, πρόκειται για τους Kenneth Michael Hughes και τον Χριστάκη Ματθαίου αντίστοιχα. Το επιβεβαιώνει, επίσης, σύμφωνα με τον μάρτυρα και οι φωτογραφίες που παρήχθηκαν από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος στεγνή δέχθηκε ότι η μητέρα του αποβιώσαντα ενημέρωσε την Αστυνομία ότι εξ' όσων ένα παιδί είχε ενημερώσει την ίδια κατά τον ουσιώδη χρόνο υπήρχε κάποιο άτομο στην πορεία της μοτοσικλέττας. Προφανώς θέση της μητέρας ήταν ότι ο αποβιώσας είχε εισέλθει στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας στην προσπάθειά του να αποφύγει το άτομο αυτό. Πρόσθεσε, όμως, ότι η μητέρα δεν ήταν σε θέση να δώσει στοιχεία ώστε η Αστυνομία να μπορέσει να εντοπίσει το παιδί αυτό. Επίσης, από εξετάσεις που έκανε η Αστυνομία στην περιοχή ο ισχυρισμός αυτός δεν επιβεβαιώθηκε η αιτία πρόκλησης του δυστυχήματος ήταν η είσοδος της μοτοσικλέττας στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας για λόγο άγνωστο στην Αστυνομία. Σημειώνονται τα ακόλουθα. Οι φωτογραφίες του Τεκμηρίου 5 προέρχονται από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης που ήταν εγκατεστημένο στο εστιατόριο Melania στην Χλώρακα. Σχετικές με αυτό είναι οι υπόλοιπες καταθέσεις του Τεκμηρίου 13 και συγκεκριμένα των Χαράλαμπου Βασιλείου, Α/Αστ 2641, Χριστάκη Ανδρέου, και Αστ 3882, Παύλου Φοινικαρίδη. Σχετική είναι, επίσης, η έκθεση του Αστ 3276, Γ. Μικελλίδη. Αναφορικά με τα κράνη σημειώνονται τα ακόλουθα. Το ότι τα κράνη δεν ικανοποιούσαν τις απαιτούμενες από τον Νόμο προδιαγραφές προέκυψε από επιθεώρηση που διενήργησε σε αυτά ο Άθως Ανθίμου, Τεχνικός Μηχανικός 1ης τάξεως του Τμήματος Ηλεκτρολογικών Υπηρεσιών Πάφου στις 17.2.
  14. Σχετικό είναι το Τεκμήριο 16 το οποίο κατατέθηκε από κοινού και στο οποίο αναφέρεται ότι τα εν λόγω κράνη δεν ήταν εγκεκριμένου τύπου καθότι δεν έφεραν τις ανεξίτηλες σημάνσεις που προβλέπονται στα εγκεκριμένα πρότυπα που γνωστοποιήθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας με την ΚΔΠ 147/99 σύμφωνα με τους Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμούς του 1984 μέχρι
  15. Το πιο πάνω δηλώθηκε, επίσης, ως παραδεκτό γεγονός. Παραδεκτό γεγονός δηλώθηκε, επίσης, ότι το πιο πάνω πρόσωπο, ήτοι ο Άθως Ανθίμου, δεν διενήργησε έλεγχο για να εξακριβώσει αν τα κράνη ήταν ή όχι κατάλληλα για χρήση και ότι δεν είχε τα απαιτούμενα προσόντα για την διενέργεια ενός τέτοιου ελέγχου. Δεύτερος μάρτυρας κατέθεσε ο Αντρέας Χριστοδούλου, ειδικός γενικός χειρούργος στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας αναγνώρισε το πιστοποιητικό θανάτου που υπέγραψε ο ίδιος στις 3.7.
  16. Αφού υιοθέτησε το περιεχόμενό του το κατέθεσε. Το εν λόγω πιστοποιητικό σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  17. Με το εν λόγω τεκμήριο ο μάρτυρας πιστοποίησε ότι στις 2.7.14 και ώρα 22:35 εξέτασε τον αποβιώσαντα στο Τμήμα Εντατικής Θεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου και διαπίστωσε ότι ήταν νεκρός. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Είδε για πρώτη φορά τον αποβιώσαντα γύρω στο μεσημέρι της 2.7.14 στο Τμήμα Α΄ Βοηθειών και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Αμέσως διαπίστωσε ότι επρόκειτο για ένα πολύ σοβαρά πολυτραυματία. Συγκεκριμένα ο αποβιώσας παρουσίαζε τα εξής. Είχε αρκετά βαριά κάκωση κεφαλής, η κλίμακα Γλασκώβης ήταν 6 στα 15, είχε αιματώματα και στα δύο μάτια, περιοφθαλμικά, που του είχαν κλείσει τα μάτια, πολλαπλά θλαστικά τραύματα στο πρόσωπο, ανοικτό κάταγμα στην κάτω γνάθο το οποίο επεκτείνονταν στην κοιλότητα του στόματος, ήταν σε αρχική φάση σοκ με ταχυκαρδία και είχε έντονη ρινορραγία. Ο αποβιώσας διασωληνώθηκε αμέσως από την αναισθησιολόγο που κλήθηκε προς υποστήριξη των ζωτικών του λειτουργιών. Καταβάλλονταν, επίσης, προσπάθειες περιορισμού της αιμορραγίας με επιπωματισμό, ήτοι με τοποθέτηση γαζών, ενώ ταυτόχρονα είχε αρχίσει η χορήγηση υγρών στον αποβιώσαντα ενδοφλεβίως ώστε αυτός να σταθεροποιηθεί αιμοδυναμικά. Μετά την πρώτη χορήγηση υγρών η αιμοδυναμική κατάσταση του αποβιώσαντα κατέστη σχεδόν φυσιολογική. Παρέμεινε μόνο μια μικρή ταχυκαρδία και, έτσι, υπήρχε ο χρόνος όπως ο αποβιώσας υποβληθεί σε εξειδικευμένες εξετάσεις προς πλήρη διευρεύνηση των κακώσεών του. Υπεβλήθη, έτσι, σε υπέρηχο κοιλίας ο οποίος κατέδειξε μικρή ποσότητα αίματος γύρω από το ήπαρ. Ακολούθως υπεβλήθη σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου/κρανίου/θώρακα. Από την αξονική τομογραφία εγκεφάλου/κρανίου διαπιστώθηκε η ύπαρξη πολλαπλών καταγμάτων του σπλαχνικού κρανίου με μεγάλες και σοβαρές παρεκτοπίσεις. Παρουσίαζε μεγάλη παραχνοειδή αιμορραγία, ήτοι αιματώματα στον εγκέφαλο, με μεγάλη μετατόπιση της μέσης γραμμής του εγκεφάλου και μεγάλη αιμορραγία που καταλάμβανε όλο το κοιλιακό σύστημα του εγκεφάλου. Η αξονική τομογραφία θώρακα κατέδειξε πνευμονοθώρακα στο δεξιό ημιθωράκιο, κάτι το οποίο ήταν πολύ επικίνδυνο για την ζωή του αποβιώσαντα με δεδομένο συν τοις άλλοις ότι ήταν και διασωληνωμένος. Γι' αυτό ο μάρτυρας τοποθέτησε θωρακοσωλήνα προς παροχέτευση και αποσυμπίεση του πνευμονοθώρακα, πράγμα που επιτεύχθηκε. Ο μάρτυρας χωρίς καθυστέρηση επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον Νευροχειρουργό του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας στον οποίο και περίγραψε τις κακώσεις. Ο Νευροχειρουργός προέτρεψε τον μάρτυρα να επικοινωνήσει εκ νέου μαζί του για να εξετάσουν το ενδεχόμενο μεταφοράς του αποβιώσαντα στο Νευροχειρουργικό Τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας μετά την ολοκλήρωση της έρευνας για εντοπισμό τυχόν άλλων κακώσεων και νοουμένου ότι ο αποβιώσας ήταν αιμοδυναμικά σταθερός. Ο αποβιώσας υπεβλήθη εκ νέου σε αξονική τομογραφία. Από τις νέες εξετάσεις που έγιναν διαπιστώθηκε ότι ο πνευμονοθώρακας είχε αναταχθεί πλην όμως ότι υπήρχε ποσότητα αίματος γύρω από το σηκώτι και ελεύθερα στην κοιλία. Λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης ο μάρτυρας εισήγαγε τον αποβιώσαντα στο χειρουργείο και τον υπέβαλε σε ερευνητική λαπαροτομή. Ο μάρτυρας κατάφερε να περιορίσει την αιμορραγία στο σηκώτι καθώς και μια μικρή κάκωση στον σπλήνα. Υπήρχε, όμως, μεγάλη αιμορραγία από τις κακώσεις του προσώπου, γι' αυτό και κάλεσε ωτορινολαρυγγολόγο (ΩΡΛ). Η κάτω γνάθος ήταν μοιρασμένη με ανοικτό κάταγμα και όλη η βάση του στόματος και της γλώσσας ήταν τραυματισμένη. Ενώ ο μάρτυρας χειρουργούσε στην κοιλία ο ΩΡΛ έραβε τα τραύματα στο πρόσωπο για να σταματήσει η αιμορραγία. Στο χειρουργείο η αιμοδυναμική κατάσταση του αποβιώσαντα άρχισε να επιδεινώνεται. Σημειώθηκε πτώση της αρτηριακής πίεσης και ταχυκαρδία. Χορηγήθηκαν υγρά και έγινε μετάγγιση αίματος από την αναισθησιολόγο η οποία για να κρατήσει την αρτηριακή πίεση σε φυσιολογικό επίπεδο υπέβαλε τον αποβιώσαντα σε ινότροπη αγωγή υποστηρικτική της λειτουργίας της καρδίας. Ο μάρτυρας επικοινώνησε εκ νέου τηλεφωνικώς με τον Νευροχειρουργό του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Οταν αναφέρθηκε στον τελευταίο ότι ο αποβιώσας ήταν σε ινότροπη αγωγή και δεν ήταν αιμοδυναμικά σταθερός ο Νευροχειρουργός υπέδειξε στον μάρτυρα ότι δεν είχε νόημα να μεταφερθεί στην Λευκωσία. Έπρεπε να μεταφερθεί στην Εντατική Μονάδα του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου μέχρι να σταθεροποιηθεί. Ο αποβιώσας μεταφέρθηκε στην Εντατική Μονάδα με συνεχή ινότροπη υποστήριξη, αλλά το βράδυ της ίδιας ημέρας κατέληξε. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Όσα ανέφερε στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του τα ανέφερε από μνήμης. Και αυτό γιατί είχε ζήσει το περιστατικό πολύ έντονα και το θυμόταν πολύ καλά. Ταυτόχρονα είχε από πριν φρεσκάρει την μνήμη του από το Αρχείο του Ακτινολογικού Τμήματος του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου όπου είχε την δυνατότητα να δει ξανά τις φωτογραφίες από τις αξονικές τομογραφίες καθώς και από το Αρχείο του Χειρουργικού Τμήματος. Τον φάκελο του ασθενούς τον είδε μόνο την ημέρα της μεταφοράς του αποβιώσαντα στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου καθώς και την επομένη. Τον αναζήτησε και πρόσφατα πλην όμως αυτός δεν ανευρέθηκε. Συγκεκριμένα δόθηκαν οδηγίες από τον Διευθυντή της Χειρουργικής Κλινικής, Παναγιώτη Παπαδόπουλο, στο διοικητικό προσωπικό για ανεύρεση του φακέλου χωρίς, όμως, κάτι τέτοιο να καταστεί δυνατό. Υπάρχουν, όμως, στοιχεία στο Ακτινολογικό Τμήμα, το Χειρουργικό Τμήμα και την Εντατική Μονάδα. Κάθε Τμήμα διατηρεί τα δικά του στοιχεία. Τα στοιχεία των Τμημάτων δεν τηρούνται σε ηλεκτρονική μορφή. Μόνο το Αρχείο του αξονικού τομογράφου είναι σε ηλεκτρονική μορφή. Στα άλλα Τμήματα τηρούνται βιβλία με χειρόγραφες σημειώσεις. Το πρακτικό του Χειρουργείου τοποθετείται μέσα στον φάκελο του ασθενούς. Αυτό συμπληρώνεται από τους νοσηλευτές οι οποίοι γράφουν την ώρα που εισέρχεται και εξέρχεται ο ασθενής από το χειρουργείο, την ώρα που ξεκινάει το χειρουργείο, τι είδους χειρουργείο έχει γίνει και ποιοι ιατροί και νοσηλευτές έχουν συμμετάσχει. Τα πιο πάνω στοιχεία καταγράφονται και στο Αρχείο του Χειρουργικού Τμήματος. Η αποσταθεροποίηση της αιμοδυναμικής κατάστασης του αποβιώσαντα δεν ήταν η αιτία του θανάτου, αλλά το αποτέλεσμα των κακώσεων που έφερε και, κυρίως, της πολύ βαριάς κάκωσης του εγκεφάλου οι οποίες προκάλεσαν την απορρύθμιση της αιμοδυναμικής του κατάστασης και εν τέλει επέφεραν αιμοδυναμική αστάθεια. Στην αιμοδυναμική σταθεροποίηση του αποβιώσαντα στόχευαν όχι μόνο η μετάγγιση αίματος, αλλά όλες οι ενέργειες που έγιναν. Όπως η διασωλήνωση, η τοποθέτηση του θωρακοσωλήνα, η χορήγηση υγρών, ο επιπωματισμός των τραυμάτων, η λαπαροτομή, ο έλεγχος της αιμορραγίας από το σηκώτι και τον σπλήνα και η συρραφή των τραυμάτων στο πρόσωπο. Δεν γνωρίζει αν ο αποβιώσας ανήκε στην ομάδα αίματος Α, ρέζους αρνητικό. Κάποιος που ανήκει στην ομάδα Α- μπορεί να λάβει αίμα μόνο από δότη Α- ή και από δότη που ανήκει στην ομάδα Ο αν η μετάγγιση είναι κατεπείγουσα που στην προκειμένη περίτπωση δεν ήταν. Την χορήγηση του αίματος και την ομάδα αίματος τα διαχειρίζεται σε συνεργασία με τον χειρουργό ο αναισθησιολόγος. Δεν είχε λεχθεί στον μάρτυρα ότι υπήρχε πρόβλημα στην ανεύρεση αίματος για σκοπούς μετάγγισης στον αποβιώσαντα. Εξ' όσων ο μάρτυρας πιστεύει λεπτομέρειες αναφορικά με την ποσότητα και την ομάδα του χορηγηθέντος αίματος καταγράφονται στο Αρχείο της Τράπεζας Αίματος. Η αιτία του θανάτου ήταν η πολύ σοβαρή κρανιοεγκεφαλική κάκωση και η αιμορραγία στον εγκέφαλο η οποία ήταν τεράστια. Προκλήθηκε εγκεφαλικό οίδημα που προφανώς πίεζε τα κέντρα της αναπνοής και της κυκλοφορίας του αίματος στον εγκέφαλο. Ο θάνατος θα επέρχετο ακόμα και αν ο αποβιώσας είχε μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Τρίτη μάρτυρας κατέθεσε η Ελένη Αντωνίου, ειδική παθολογοανατόμος, ιατροδικαστής. Ετοίμασε «μεταθανάτιο ιατροδικαστική έκθεση» την οποία και κατέθεσε - Τεκμήριο
  18. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 7 ο θάνατος οφειλόταν σε «πολυτραυματισμό συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος». Η μάρτυρας αναγνώρισε το Τεκμήριο 4 ως το φωτογραφικό υλικό που λήφθηκε καθ' υπόδειξή της από τον αστυνομικό/φωτογράφο κατά την διάρκεια της νεκροτομής. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: η αναφορά σε πολυτραυματισμό στην έκθεση της - Τεκμήριο 7 - είναι ενδεικτική του ότι υπήρχαν περισσότερες από μια κακώσεις. Σημαντικότερη, όμως, ήταν ο τραυματισμός του εγκεφάλου, η δε κύρια αιτία της κατάρρευσης ήταν η κρανιοεγκεφαλική κάκωση το έντονο οίδημα και η συμφόρηση που παρουσίαζαν οι πνεύμονες ήταν απότοκο του σοβαρού τραυματισμού στον εγκέφαλο και ήταν μετατραυματικής αιτιολογίας. Το πνευμονικό οίδημα δεν είναι νόσημα. Είναι φαινόμενο ή καλύτερα σύμπτωμα. Συγκεκριμένα και στην προκειμένη περίτπωση ήταν κατάλοιπο των προσπαθειών των ιατρών να αποκαταστήσουν άλλα όργανα και την αρτηριακή πίεση με την χορήγηση υγρών. Στον αποβιώσαντα είχε χορηγηθεί μεγάλη ποσότητα υγρών ενδοφλέβια, όπως φυσιολογικοί ορροί - αφ' ης στιγμής έζησε κάποιες ώρες - με σκοπό να αποκατασταθεί αιμοδυναμικά. Άλλος τρόπος αιμοδυναμικής αποκατάστασης από την χορήγηση υγρών δεν υπάρχει στην Ιατρική. Στην προκείμενη περίπτωση αν δεν υπήρχε ο σοβαρός τραυματισμός στον εγκέφαλο - θλάσεις και αιμορραγία - δεν θα δημιουργείτο πνευμονικό οίδημα καθότι όταν ο εγκέφαλος είναι υγιής ο πνεύμονας μπορεί να ξεπεράσει την μεγάλη ποσότητα υγρών που χορηγείται στον οργανισμό. Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση ο εγκέφαλος ήταν τραυματισμένος και αδυνατούσε να δώσει σωστά μηνύματα. Εξ' ου και οι πνεύμονες πνίγηκαν μέσα στα ίδια τα υγρά τους. Επομένως, η προσπάθεια του ιατρού να αποκαταστήσει την αιμοδυναμική με οποιοδήποτε τρόπο δεν θεωρείται ιατρογενές λάθος. Είναι μια δύσκολη προσπάθεια που γίνεται στις περιπτώσεις πολύ σοβαρών τραυματιών για να κρατηθούν στην ζωή η συμφόρηση στους πνεύμονες που αναφέρεται στο Τεκμήριο 7 σημαίνει την συσσώρευση μεγάλης ποσότητας υγρών στους πνεύμονες η οποία απαραίτητα περιλαμβάνει και αίμα. Η παρουσία αίματος δικαιολογείται από το ότι κατά την λειτουργία των πνευμόνων γίνεται κυκλοφορία αίματος στους πνεύμονες. Η παρουσία αίματος δεν σχετίζεται με το οίδημα. Η συμφόρηση δε ιατροδικαστικά καταμαρτυρείται από το σκούρο κόκκινο χρώμα που λαμβάνουν οι πνεύμονες. Ενδεικτικό είναι ότι σε τέτοια περίπτωση αν γίνουν τομές επί των πνευμόνων αναβλύζει έντονο αιματηρό υγρό το πνευμονικό οίδημα προκαλεί αναπνευστική δυσχέρεια η οποία επιδρά άμεσα στον καρδιακό ρυθμό. Όλο το φαινόμενο που αφορά πνεύμονες και καρδία ονομάζεται καρδιοαναπνευστική ανεπάρκεια η οποία καταλήγει σε καρδιοαναπνευστική ανακοπή η οποία επιφέρει τον θάνατο. Η καρδιοαναπνευστική ανεπάρκεια δεν είναι αιτία θανάτου, αλλά σύμπτωμα. Και στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν η αιτία του θανάτου, αλλά ο μηχανισμός που επέφερε τον θάνατο όπως είναι σε όλους τους θανάτους η ανακοπή. Στην προκειμένη περίπτωση η καρδιοαναπνευστική ανακοπή προκλήθηκε από το πνευμονικό οίδημα το οποίο προκλήθηκε από τον τραυματισμό του εγκεφάλου δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει την ποσότητα των υγρών που χορηγήθηκαν στον αποβιώσαντα, ούτε την ποσότητα του υγρού ή του αίματος που υπήρχε στους πνεύμονες κατά τον χρόνο της νεκροτομής στον αποβιώσαντα είχε χορηγηθεί, επίσης, και ποσότητα αίματος ίση με την ως εκ της αιμορραγίας απολεσθείσα. Το αίμα δεν χορηγήθηκε στον αποβιώσαντα για την αιμορραγία του εγκεφάλου, αλλά για άλλες αιμορραγίες, μεγάλες, που είχε ο αποβιώσας στην κοιλιακή χώρα και συγκεκριμένα στο ήπαρ και τον σπλήνα όταν ο δέκτης αίματος είναι ομάδας Α και ρέζους αρνητικό (Α-) - όπως ήταν ο αποβιώσας σύμφωνα με τον κύριο Καραμανή - η χορήγηση αίματος που ανήκει σε ομάδα άλλη από Ο- ή Α- επιφέρει άμεσα τον θάνατο. Η αντίδραση ξεκινά εντός 35 δευτερολέπτων και εντός των επόμενων 2 λεπτών επέρχεται ο θάνατος η χορήγηση μεγαλύτερης ποσότητας αίματος επιφέρει αναπνευστική δυσχέρεια, προκαλεί εξάνθημα και καρδιακή αρρυθμία, κυρίως, ταχυκαρδία εναλασσόμενη με αρρυθμία συμφώνησε ότι στην υπό εξέταση περίπτωση υπήρξε βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, καρδιοαναπνευστική ανακοπή και πολυτραυματισμός. Ο τελευταίος όρος στην περίπτωση του αποβιώσαντα περιλαμβάνει βαριά θλάση εγκεφάλου, θλάση ύπατος, θλάση σπληνός και πολλαπλά κατάγματα κρανίου και πλευρών η ορθή χρήση του κράνους που περιλαμβάνει το ορθό δέσιμο του συμβάλει σύμφωνα και με Κυπριακές στατιστικές στο να είναι μικρότερα τα τραύματα στο κεφάλι από ένα τραυματισμό ο θάνατος δεν ήταν ακαριαίος και ο αποβιώσας έζησε κάποιες ώρες. Η μάρτυρας αναγνώρισε το «Ιατρικό Πιστοποιητικό Αιτιών Θανάτου» με αριθμό 36414 που η ίδια συμπλήρωσε μετά το πέρας της νεκροτομής την ίδια ημέρα και το παρέδωσε στην Αστυνομία. Το εν λόγω έγγραφο κατατέθηκε και σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  19. Τέταρτη μάρτυρας κατέθεσε η Γεωργία Χρυσάνθου. Η μάρτυρας υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής της κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία στις 6.7.
  20. Η εν λόγω κατάθεση σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  21. Στο Τεκμήριο 9 αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Η μάρτυρας στις 2.7.14 και περί ώρα 10:20 π.μ. οδηγούσε το αυτοκίνητο του πατέρα της με αριθμούς εγγραφής KQY 244 επί της Λεωφόρου Χλώρακας με κατεύθυνση την Πάφο. Σε ένα σημείο του δρόμου παρά το εστιατόριο «MELANIA» είδε να οδηγείται από την αντίθετη της κατεύθυνση μια τετράτροχη μοτοσικλέττα στην αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία της μοτοσικλέττας. Η μοτοσικλέττα οδηγείτο από ένα νεαρό άντρα και σε αυτήν επέβαινε, επίσης, μια γυναίκα η οποία καθόταν πίσω από τον οδηγό. Κανένας από τους δυό δεν φορούσε κράνος ασφαλείας. Τουναντίον, ο οδηγός και η συνεπιβάτιδα είχαν τα κράνη περασμένα στα χέρια τους. Επίσης, ο οδηγός της μοτοσικλέττας κατά διαστήματα γύριζε το κεφάλι του προς τα πίσω και οδηγούσε με κάπως μεγάλη ταχύτητα. Ξαφνικά και ενώ η απόσταση που χώριζε το όχημα της μάρτυρος από την μοτοσικλέττα μειώθηκε στα 15 περίπου μέτρα η μοτοσικλέττα άρχισε να κινείται προς τα δεξιά σύμφωνα με την πορεία της και να εισέρχεται εντός της λωρίδας κυκλοφορίας της μάρτυρος. Ένεκα της μικρής απόστασης η μάρτυρας δεν πρόλαβε να αντιδράσει και η μοτοσικλέττα συγκρούσθηκε στην δεξιά μπροστινή πλευρά του αυτοκινήτου της. Η μάρτυρας από την σύγκρουση έχασε τις αισθήσεις της. Μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου και νοσηλεύθηκε για 3 μέρες. Η είσοδος της μοτοσικλέττας στην λωρίδα κυκλοφορίας της ήταν ανεξήγητη καθότι κανένα όχημα δεν είχε ανακόψει την πορεία της μοτοσικλέτας. Κατά την λήψη της κατάθεσής της στην Τροχαία Πάφου επιδείχθηκε στην μάρτυρα το πρόχειρο σχέδιο που είχε ετοιμασθεί στην σκηνή από τον εξεταστή. Η μάρτυρας συμφώνησε με αυτό και το υπέγραψε. Το πρόχειρο σχέδιο αναγνωρίσθηκε από την μάρτυρα. Κατατέθηκε και σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  22. Διά ζώσης η μάρτυρας υπέδειξε τα ακόλουθα. Δεν πρόσεξε αν μπροστά ή πίσω από την μοτοσικλέτα οδηγείτο άλλο όχημα. Ο οδηγός και η συνεπιβάτιδα είχαν τα κράνη περασμένα στα χέρια τους, μεταξύ αγκώνος και καρπού. Αμέσως μετά την σύγκρουση απώλεσε τις αισθήσεις της. Ακολούθως τις επανέφερε και με προσπάθεια κατάφερε να βγει από το αυτοκίνητο της - από το οποίο έβγαιναν καπνοί - μέσω της πόρτας του οδηγού η οποία συνεπεία της σύγκουσης είχε στραβώσει προς τα μέσα. Βγαίνοντας έξω από το αυτοκίνητό της απώλεσε ξανά τις αισθήσεις της. Το μόνο που θυμάται είναι ότι μέσα στο παραμιλητό της κατάφερε να πει σε μια γυναίκα η οποία την είχε προσεγγίσει και μιλούσε Αγγλικά τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου του πατέρα της. Ο πατέρας της ειδοποιήθηκε από την γυναίκα αυτή μέσω του κινητού τηλεφώνου της τελευταίας. Την στιγμή του τηλεφωνήματος ο πατέρας της μετέφερε επιβάτες όντας οδηγός ταξί και έτυχε να βρίσκεται πλησίον της σκηνής. Στα πλαίσια της αντεξέτασής της η μάρτυρας ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν κάτοχος άδειας οδηγού. Αφότου εξήλθε του αυτοκινήτου της δεν επέστρεψε σε αυτό. Δεν μετέφερε το κινητό της τηλέφωνο όταν εξήλθε του αυτοκινήτου. Αυτό βρισκόταν όπως ανέφερε και στην κυρίως εξέτασή της εντός της τσάντας της η οποία ήταν κλειστή και η οποία βρισκόταν στο κάθισμα του συνοδηγού. Αρνήθηκε υποβολή ότι ο πατέρας της ειδοποιήθηκε μέσω του δικού της κινητού τηλεφώνου. Στην επανεξέταση η μάρτυρας κατέθεσε χωρίς ένσταση από τον αντίδικο αντίγραφο της άδειας οδήγησής της εκδοθείσα στις 29.8.
  23. Το εν λόγω έγγραφο σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  24. Την εκδοχή της μάρτυρος ως προς τα ουσιώδη σημεία της υπόθεσης υποστηρίζουν με τις καταθέσεις τους δύο πρόσωπα. Πρόκειται για τον Kenneth Michael Hughes με την κατάθεση του ημερομηνίας 2.7.14 και τον Χριστάκη Ματθαίου με την κατάθεσή του ημερομηνίας 2.7.
  25. Οι πιο πάνω καταθέσεις περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο
  26. Ο Kenneth Michael Hughes στην κατάθεση του ημερομηνίας 2.7.14, αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αριθμούς εγγραφής ΗΕΤ 618 επί της Λεωφόρου Χλώρακας ακολουθώντας την μοτοσικλέτα και με κατεύθυνση προς Πέγεια, ήτοι με κατεύθυνση ίδια αυτής της μοτοσικλέτας. Τηρούσε απόσταση ασφαλείας ίση περίπου με δύο, τρία αυτοκίνητα. Θυμάται πολύ καλά ότι η συνεπιβάτις στην μοτοσικλέτα δεν φορούσε κράνος ασφαλείας αφού και τα μαλλιά της τινάζονταν στον αέρα. Για τον αποβιώσαντα δεν θυμόταν αν αυτός φορούσε κράνος ασφαλείας. Σε κάποιο σημείο πλησίον του εστιατορίου Melania η μοτοσικλέτα εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Το αυτοκίνητο που οδηγείτο από την αντίθετη κατεύθυνση προσπάθησε να αποφύγει την σύγκρουση οδηγώντας προς τα δεξιά σύμφωνα με την πορεία του. Μάταια, όμως, αφού η απόσταση που χώριζε τα δύο οχήματα ήταν πολύ μικρή. Το αυτοκίνητο οδηγείτο κανονικά εντός της λωρίδας του και δεν οδηγείτο πολύ γρήγορα. Η σύγκρουση ήταν σχεδόν μετωπική και συνεπεία αυτής οι επιβάτες στην μοτοσικλέττα «έφυγαν πάνω από το αυτοκίνητο και μέσα στο δρόμο» και η μοτοσικλέττα κατέληξε ανάποδα. Στην ίδια γραμμή ήταν ακριβώς ως προς τα ουσιώδη γεγονότα και η κατάθεση του Χριστάκη Ματθαίου ημερομηνίας 2.7.
  27. Αρκεί να αναφέρω ότι σύμφωνα με την εν λόγω κατάθεση το εν λόγω πρόσωπο οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΜΑΗ 871 επί της Λεωφόρου Χλώρακας με την ίδια κατεύθυνση όπως και το αυτοκίνητο, μεταξύ δε των δύο οχημάτων οδηγείτο άλλο όχημα, μάλλον αυτοκίνητο-ταξί. Από την σύγκρουση οι δύο επιβαίνοντες στην μοτοσικλέττα «πέταξαν» 4 με 5 μέτρα πάνω από το αυτοκίνητο και ακολούθως έπεσαν στην άσφαλτο. Το αυτοκίνητο οδηγείτο κανονικά εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του. Πέμπτος μάρτυρας κατέθεσε ο Δήμος Χρυσάνθου, πατέρας της Γεωργίας Χρυσάνθου. Ο μάρτυρας υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία στις 2.7.
  28. Η εν λόγω κατάθεση σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  29. Στο Τεκμήριο 12 αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Στις 2.7.14 και περί ώρα 10:25 ο μάρτυρας οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KBP 755 επί της Λεωφόρου Χλώρακας με κατεύθυνση την Πάφο μεταφέροντας επιβάτες όταν ξαφνικά δέχθηκε τηλεφώνημα από το κινητό τηλέφωνο της θυγατέρας του. Του μίλησε ένας άντρας στα Αγγλικά και τον πληροφόρησε για το δυστύχημα στο οποίο είχε εμπλακεί η θυγατέρα του. Την στιγμή εκείνη ο μάρτυρας βρισκόταν πλησίον της σκηνής. Φθάνοντας είδε την θυγατέρα του ξαπλωμένη επί της ασφάλτου. Εν τέλει η θυγατέρα του μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου μετέβη και ο ίδιος με το δικό του αυτοκίνητο. Το αυτοκίνητο που οδηγούσε η θυγατέρα του ήταν δικό του και η θυγατέρα του το οδηγούσε με την δική του συγκατάθεση. Η τελευταία είχε άδεια οδηγού και καλυπτόταν από ασφάλεια. Στα πλαίσια της διά ζώσης μαρτυρίας του κατά την κυρίως εξέταση διόρθωσε λέγοντας ότι το πρόσωπο που του είχε τηλεφωνήσει ήταν γυναίκα και όχι άντρας. Κατά την αντεξέταση δεν επιβεβαίωσε ότι το τηλεφώνημα που είχε δεχθεί ήταν από το κινητό τηλέφωνο της θυγατέρας του. Υποστήριξε, επίσης, τα ακόλουθα. Στην σκηνή μετά τον ίδιο έφθασε και ο υιός του ο οποίος έψαξε το κινητό τηλέφωνο της αδελφής του και το βρήκε μέσα στην τσάντα της η οποία βρισκόταν πάνω στο κάθισμα του συνοδηγού. Ενώ αρχικά υποστήριξε ότι ο ίδιος περισυνέλλεξε την τσάντα της κόρης του στην συνέχεια αρνήθηκε ότι είχε πράξει κάτι τέτοιο και ισχυρίσθηκε ότι τα προσωπικά αντικείμενα της θυγατέρας του τα μάζεψε από το αυτοκίνητο ο υιός του. Αρνήθηκε υποβολή ότι αφότου έφθασε στην σκηνή, πρώτα, πλησίασε την θυγατέρα του και, ακολούθως, προσέγγισε το αυτοκίνητο. Αρνήθηκε, επίσης, υποβολή ότι κάθισε και στην θέση του οδηγού. Θέση του ήταν ότι ουδέποτε έπραξε κάτι τέτοιο αφού βλέποντας την κόρη του πεσμένη στην άσφαλτο προσέγγισε εκείνη και όχι το αυτοκίνητο, προσπάθησε να την συνεφέρει, ακολούθως, ζαλίσθηκε και μια γυναίκα του έριξε νερό στο κεφάλι. Ακολούθησε η άφιξη του ασθενοφόρου στην σκηνή και η μεταφορά της θυγατέρας του στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Δεν προσέγγισε το αυτοκίνητο και δεν κάθισε εντός αυτού. Έκτος μάρτυρας κατέθεσε ο Paul Carry. Αναγνώρισε την γραπτή κατάθεση που έδωσε στις 9.7.14 από το Τεκμήριο 13 και υιοθέτησε το περιεχόμενό της. Σε αυτή αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο μάρτυρας βρισκόταν στον κήπο του και σε μια στιγμή άκουσε θόρυβο από σύγκρουση. Η σύζυγός του ειδοποίησε ασθενοφόρο και ο ίδιος προσέγγισε την σκηνή. Φθάνοντας στην σκηνή είδε τρία πρόσωπα να είναι πεσμένα κάτω στο έδαφος και τα δύο εμπλεκόμενα στην σύγκρουση οχήματα, ήτοι ένα αυτοκίνητο και μια τετράτροχη μοτοσικλέτα. Δεν προσφέρθηκε να βοηθήσει καθότι είχαν τρέξει άλλοι προς βοήθεια των τραυματισθέντων. Ωστόσο μέχρι να φθάσει στην σκηνή το ασθενοφόρο έβγαλε φωτογραφίες της σκηνής και των τραυματισμένων προσώπων τις οποίες σε μεταγενέστερο στάδιο παρέδωσε στην μητέρα του αποβιώσαντα. Δεν είδε πώς έγινε το δυστύχημα, ούτε ποιος ήταν ο οδηγός του κάθε οχήματος. Στα πλαίσια της αντεξέτασής του από τον κύριο Καραμανή ο μάρτυρας ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Ο λόγος που έβγαλε φωτογραφίες της σκηνής ήταν γιατί ο αδελφός του και η σύζυγός του είχαν σκοτωθεί σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα στην Αγγλία και γνώριζε την σημασία της πραγματικής μαρτυρίας. Ο μάρτυρας κατέθεσε 4 φωτογραφίες που έβγαλε από την σκηνή του δυστυχήματος. Οι φωτογραφίες κατατέθηκαν υπό μορφή δέσμης η οποία σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  30. Οι φωτογραφίες έλαβαν από το Δικαστήριο τους αριθμούς 1-
  31. Στην σκηνή έφθασε ένας άντρας που ανέφερε ότι ήταν ο πατέρας του προσώπου που οδηγούσε το αυτοκίνητο. Ο μάρτυρας μίλησε με το πρόσωπο αυτό το οποίο φαίνεται στην φωτογραφία
  32. Είναι ο άντρας που σκύβει μέσα στο αυτοκίνητο μέσω του παραθύρου της μπροστινής πόρτας. Πλησίασε το αυτοκίνητο, άνοιξε την πόρτα την συνοδηγού και εισήλθε στην πλευρά του συνοδηγού. Τον είδε, επίσης, να μπαίνει μέσα στο αυτοκίνητο και να κάθεται. Ο κύριος Καραμανής χαρακτήρισε την ενέργεια αυτή ως επέμβαση στην σκηνή του δυστυχήματος. Ο μάρτυρας συμφώνησε, ωστόσο, ότι καμία από τις φωτογραφίες 2-4 του Τεκμηρίου 14 δεν δείχνει το πρόσωπο του ατόμου που στις εν λόγω φωτογραφίες φαίνεται να σκύβει εντός του αυτοκινήτου. Όπως ούτε και η φωτογραφία
  33. Πάγια θέση του μάρτυρα ήταν ότι ένεκα τούτου ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να πει αν το κεντρικό πρόσωπο της φωτογραφίας 1 ήταν ο πατέρας του προσώπου που οδηγούσε το αυτοκίνητο. Δέχθηκε, επίσης, ότι το πρόσωπο που στις φωτογραφίες 2-4 φαίνεται να σκύβει εντός του αυτοκινήτου δεν σκύβει στην πλευρά του συνοδηγού, αλλά στην πλευρά του οδηγού. Έβδομος και τελευταίος μάρτυρας κατέθεσε ο Γιώργος Χαραλάμπους. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας αναγνώρισε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία και υιοθέτησε το περιεχόμενό της. Η εν λόγω κατάθεση φέρει ημερομηνία 2.7.14 και αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου
  34. Στην εν λόγω κατάθεση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Ο μάρτυρας είναι ο ιδιοκτήτης της εταιρείας C & G Sports Drivers Ltd. Η μοτοσικλέτα ανήκει στην εν λόγω εταιρεία η οποία ασχολείται με ενοικιάσεις μοτοσικλετών και τρίκυκλων. Στις 2.7.14 και περί ώρα 10:00 ο μάρτυρας ενοικίσε την μοτοσικλέτα στον αποβιώσαντα αφού προηγουμένως είδε την άδεια οδηγού του. Η διάρκεια της ενοικίασης ήταν μέχρι η ώρα 18:00 της ίδιας ημέρας. Μαζί με τον αποβιώσαντα ήταν και μια κοπέλα. Κατά την ενοικίαση ο μάρτυρας έδωσε και στα δύο πιο πάνω πρόσωπα κράνη ασφαλείας. Στις 10:30 της ίδιας ημέρας ο μάρτυρας δέχθηκε τηλεφώνημα από συνάδελφό του με το οποίο ενημερώθηκε ότι η μοτοσικλέτα είχε εμπλακεί σε τροχαίο δυστύχημα στην Λεωφόρο Χλώρακας. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Της ενοικίασης της μοτοσικλέτας είχε προηγηθεί από τον αποβιώσαντα η ενοικίαση από τον μάρτυρα άλλου οχήματος τετράτροχου τύπου beach buggy. Το όχημα αυτό ήταν σαν αυτοκίνητο. Την τελευταία, όμως, ημέρα, επειδή ο αποβιώσας ήθελε να πάει στον Ακάμα αντικατέστησε το εν λόγω όχημα με την μοτοσικλέτα. Στα πλαίσια της αντεξέτασής του ο μάρτυρας αναγνώρισε το ενοικιαστήριο έγγραφο αναφορικά με το beach buggy το οποίο φέρει αριθμό
  35. Το εν λόγω έγγραφο κατατέθηκε και σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  36. Ο μάρτυρας συμφώνησε ότι η περίοδος ενοικίασης σύμφωνα με το Τεκμήριο 15 ήταν 4 ημέρες, από 28.6.14 μέχρι 1.7.
  37. Ο μάρτυρας αρνήθηκε την θέση της πλευράς της μητέρας του αποβιώσαντα ότι ο μάρτυρας είχε ενοικιάσει το εν λόγω όχημα σε άλλο πελάτη από τις 2.7.14 και αντέτεινε ότι ο αποβιώσας είχε από μόνος του επιστρέψει το beach buggy για να πάρει άλλο όχημα κατάλληλο για τον Ακάμα. Όπερ και έγινε και παρά τις προτροπές του μάρτυρα να μην ενοικιάσει ο αποβιώσας μοτοσικλέτα ένεκα του ότι οι μοτοσικλέττες είναι επικίνδυνες αφού τόσα και τόσα δυστυχήματα γίνονται με αυτές. Μετά δε το επίδικο δυστύχημα ο μάρτυρας πούλησε όλες τις μοτοσικλέτες και από τότε δεν ενοικιάζει μοτοσικλέτες. Ο μάρτυρας αρνήθηκε, επίσης, την θέση ότι εκείνος ήταν που εισηγήθηκε στον αποβιώσαντα να ενοικιάσει την μοτοσικλέτα εις αντικατάσταση του beach buggy για τον λόγο ότι χρειαζόταν το beach buggy για άλλο πελάτη. Τα κράνη τα διάλεξε ανάμεσα σε άλλα ο αποβιώσας και όχι ο μάρτυρας μαζί με την σύζυγό του. Ο αποβιώσας φόρεσε το κράνος και ο μάρτυρας του το στερέωσε στο κεφάλι του. Δηλαδή, του το εφάρμοσε στο κεφάλι του καλά βοηθώντας τον να το κλείσει γιατί χρειαζόταν βοήθεια για να κλείσει το κράνος. Αυτό έγινε και με την κοπέλα. Αρνήθηκε υποβολή ότι ο μάρτυρας ή η σύζυγός του στις 3.7.14 είπαν στην μητέρα του αποβιώσαντα ότι υπήρχε πρόβλημα με την εφαρμογή του κράνους. Το πρόσωπο που είχε προμηθεύσει τον μάρτυρα με τα κράνη με τα οποία ο μάρτυρας είχε προμηθεύσει τον αποβιώσαντα και την κοπέλα του είχε πει ότι αυτά ήταν κατάλληλα για τετράτροχες μοτοσικλέτες όπως η μοτοσικλέτα. Τέλος, αρνήθηκε υποβολή ότι ο αποβιώσας δεν ήταν κάτοχος Αγγλικής άδειας οδήγησης. Από την κατάθεση της Sophie Rebecca Slavin προκύπτουν τα ακόλουθα. Με τον αποβιώσαντα η καταθέτουσα ήταν ζευγάρι και είχαν έρθει στην Κύπρο για διακοπές στις 25.6.
  38. Στις 27.6.14 ο αποβιώσας ενοικίασε ένα αμαξάκι (buggy) από τον Γιώργο στην Κάτω Πάφο για 4 ημέρες. Ζήτησαν από τον Γιώργο να τους αφήσει το αυτοκινητάκι για ακόμα μια ημέρα, αλλά ο Γιώργος αρνήθηκε, γιατί, όπως τους είχε πει, το χρειαζόταν. Έτσι, στις 2.7.14 το πρωί ο Γιώργος επισκέφθηκε το διαμέρισμα στο οποίο διέμεναν η καταθέτουσα και ο αποβιώσας και τους ζήτησε να αλλάξουν το αυτοκινητάκι με μοτοσικλέτα ή μοτοσικλέττα τετράτροχη. Ο αποβιώσας δεν ήθελε κανονική μοτοσικλέττα και προτίμησε να πάρει την τετράτροχη. Η αλλαγή έγινε την ίδια ημέρα στο κατάστημα του Γιώργου και ο Γιώργος έδειξε στον αποβιώσαντα πώς να χρησιμοποιεί τα φρένη και όλα τα συναφή. Πριν φύγουν από το κατάστημα του Γιώργου φόρεσαν και οι δύο τα κράνη ασφαλείας τους. Η σύζυγος του Γιώργου ήταν αυτή που τα εφάρμοσε στα κεφάλια τους, γιατί ήταν αρκετά δύσκολο να βρουν κράνη. Ξεκίνησαν για τον Κόλπο των Κοραλλίων με τον αποβιώσαντα ως οδηγό και την ίδια ως συνοδηγό. Η καταθέτουσα κάθισε πίσω από τον αποβιώσαντα και για σκοπούς ασφαλείας κρατούσε τον αποβιώσαντα από την μέση. Κατά την διαδρομή δεν κοίταζε συνέχεια μπροστά τον δρόμο. Σε κάποιο σημείο της διαδρομής επί της Λεωφόρου Χλώρακας είδε ξαφνικά ένα αυτοκίνητο χρώματος μπλε από την αντίθετη κατεύθυνση να έρχεται κατά πάνω τους. Εξ' όσων νομίζει ο αποβιώσας οδηγούσε εντός της λωρίδας του. Όταν είδε το αυτοκίνητο έκλεισε τα μάτια της. Μετά δεν θυμόταν οτιδήποτε άλλο. Ο αποβιώσας είχε Κολομβιανή άδεια οδήγησης. Από την κατάθεση της μητέρας του αποβιώσαντα προκύπτουν τα ακόλουθα. Ο αποβιώσας είχε Κολομβιανή άδεια οδήγησης μοτοσικλέττας και αυτοκινήτου. Στις 6.7.14 η καταθέτουσα επισκέφθηκε την σκηνή του δυστυχήματος όπου βρήκε ένα σανδάλι του υιού της και ένα της Sophie Rebecca Slavin. Συνάντησε και ένα νεαρό αγόρι το οποίο της είπε ότι την ώρα του δυστυχήματος ήταν ένας πεζός στον δρόμο και ο αποβιώσας ενδεχομένως να εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας στην προσπάθειά του να τον αποφύγει. Το βράδυ και ενώ επέστρεφε στο διαμέρισμα όπου διέμενε ο οδηγός ταξί που την μετέφερε της είπε ότι είχε δει την σύγκρουση. Της είπε, επίσης, ότι ο υιός της φορούσε το κράνος του κατά την στιγμή της σύγκρουσης και ότι από την σύγκρουση πετάχτηκε από την μοτοσικλέτα σε μεγάλο ύψος και ότι το κράνος έφυγε από το κεφάλι του. Η καταθέτουσα αναφέρει, επίσης, στην κατάθεσή της ότι άκουσε ότι ο οδηγός του οχήματος με το οποίο συγκρούσθηκε ο αποβιώσας ήταν άντρας και ότι στο Νοσοκομείο μεταφέρθηκαν 2 γυναίκες και 2 άντρες. Στην Πολιτική Αίτηση 71/14, ημερομηνίας 10.7.15 αναφέρθηκαν τα εξής από το Εφετείο υπό την μονομελή του σύνθεση: «Ο περί Θανατικών Ανακριτών Νόμος ΚΕΦ. 153 προβλέπει τη δικαιοδοσία και την εξουσία του θανατικού ανακριτή, την ακολουθητέα διαδικασία και άλλα συναφή θέματα. Παρέχεται δε η δυνατότητα εξέτασης, αντεξέτασης ή επανεξέτασης των μαρτύρων, άρθρο 14 του ΚΕΦ. 153, ενώ δεν ισχύουν οι περί αποδείξεως κανόνες, αντίστοιχοι προς ποινική ή αστική διαδικασία, άρθρο
  39. Η θανατική ανάκριση υπέχει εξεταστικό - ανακριτικό χαρακτήρα, σε αντιδιαστολή του αντιπαραθετικού, διεξάγεται χωρίς διαδίκους και είναι ημιδικαστικής φύσεως (Πιττάκη κ.α. (ανωτέρω)). Ο θανατικός ανακριτής έχει καθήκον να εξετάσει τη μαρτυρία για να διαπιστώσει αν από αυτήν προκύπτουν γεγονότα που καταδεικνύουν τον τρόπο με τον οποίο επήλθε ο θάνατος. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, αυστηρά εξετάζεται κατά πόσο ο θάνατος αποδίδεται σε εγκληματική ενέργεια ή τυχαίο συμβάν, χωρίς όμως αυτό να υπονοεί ότι το θανατικό πόρισμα δεν πρέπει να έχει το βαθμό βεβαιότητας που πρέπει να το χαρακτηρίζει, υπολειπόμενου όμως του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Νικολάου

(2008)1 Α.Α.Δ. 1342). Καταληκτικά, η εξουσία του θανατικού ανακριτή και το πρώτιστο έργο του περιορίζεται στην απάντηση του πώς, πότε και πού επήλθε ο θάνατος, άρθρο 14 του ΚΕΦ. 153[2] (Βλ. επίσης Halsbury's Law of England, (ανωτέρω) υπό τον τίτλο «Scope of inquest» και σύγγραμμα Coronership του Gavin Thurston, 1976, σ.116). Οι εξουσίες του θανατικού ανακριτή στην Κύπρο διακρίνονται από τις εξουσίες του Άγγλου θανατικού ανακριτή όπου ο τελευταίος δύναται να προσάψει κατηγορίες έναντι οποιουδήποτε προσώπου και να παραπέμψει την υπόθεση το Δικαστήριο (Halsbury's Laws of England, 3rd ed., Vol. 8, σ. 526-534). Στα πλαίσια του άρθρου 17 του Νόμου ο ανακριτής δεν έχει εξουσία εάν προκύπτει ποινικό αδίκημα να κατηγορήσει κάποιο πρόσωπο για συγκεκριμένο αδίκημα εν όψει και των προνοιών του Συντάγματος που εναποθέτουν το δικαίωμα δίωξης αποκλειστικά στον Γενικό Εισαγγελέα (Republic v. Pandelides (Coroner)
(1969)1 C.L.R. 27 και In Re Nicolaou G. Linghis
(1972)11 J.S.C. 1589), όπως και δεν έχει εξουσία να επιλύσει ζητήματα αστικής ευθύνης (Πιττάκης (ανωτέρω), Halsbury's (ανωτέρω)), περιορισμός που απορρέει και από τη σοφία του ημεδαπού Νόμου και των σχετικών Αγγλικών αυθεντιών και Κανονισμών: «No verdict must be framed in such a way as to appear to determine any question of civil liability.[3]» Το πώς επήλθε ο θάνατος είναι ζήτημα ευρύτερο της εξακρίβωσης της ιατρικής αιτίας θανάτου και ο Θανατικός ανακριτής οφείλει να διερευνήσει τις περιβάλλουσες το θάνατο συνθήκες (βλ. σχετικά Halsbury's Laws of England, 4th ed., Vol.9, para. 11-10, Jerry's on Coroners, 9η έκδοση, σ. 84 και Επιφανείου (ανωτέρω)). Στην υπό κρίση αίτηση το Δικαστήριο, στη βάση του λανθασμένου ευρήματος ανυπαρξίας συγκατάθεσης εμφανώς κατέληξε σε λανθασμένο συμπέρασμα και σε διατύπωση υπόνοιας ενοχής τρίτων προσώπων. Η Θανατική Ανακρίτρια εξερχόμενη της εμβέλειας των καθηκόντων της, μετέτρεψε τη διαδικασία ουσιαστικά σε ποινική δίκη επιτρέποντας ατέρμονη αντεξέταση προς διαπίστωση ευθύνης και αξιολογώντας στην ουσία της τη μαρτυρία, καταχωρώντας μάλιστα αξιολογικές κρίσεις ως προς τους μάρτυρες και την ορθότητα των θεραπευτικών μεθόδων που ακολουθήθηκαν, όπως προκύπτει από το ίδιο το, μεγάλης έκτασης πόρισμα, 46 σελίδες. Η δε αξιολόγηση απέληξε μέχρι και του σημείου αναζήτησης «ενισχυτικής μαρτυρίας» (sic) των ιατρών, κατά τρόπο εξερχόμενο του νομοθετικού πλαισίου και του έργου της Θανατικής Ανακρίτριας, λανθασμένη πρακτική που πολλές φορές φαίνεται να ακολουθείται από τους θανατικούς ανακριτές, πράγμα ανεπίτρεπτο. Επιφανείου (ανωτέρω), σ. 1695: «Η αντεξέταση σε συνήθεις περιπτώσεις όπου αμφισβητούνται οι συνθήκες κάτω από τις οποίες βρήκε κάποιος το θάνατό του, αποσκοπεί στο να δημιουργήσει στο μυαλό του θανατικού ανακριτή κάποια αμφιβολία για την ορθότητα των πληροφοριών που τίθενται ενώπιόν του. Βέβαια το δικαίωμα του πλησιέστερου συγγενή να υποβάλλει ερωτήσεις, πολλές φορές εξελίσσεται σε μια ατέρμονη διαδικασία που αποσκοπεί στο να επιρρίψει ευθύνες σε συγκεκριμένο πρόσωπο ή για να συλλέξει μαρτυρία για χρήση σε άλλες πολιτικές ή ποινικές διαδικασίες που έχουν ήδη ξεκινήσει ή θα ξεκινήσουν (βλ. R. v. Poplar Coroner ex parte Thomas [1933] QB 610 CA). Σε τέτοιες περιπτώσεις, πολύ ορθά οι θανατικοί ανακριτές ασκώντας την διακριτική τους ευχέρεια περιορίζουν τις ερωτήσεις στα απολύτως αναγκαία, ώστε να διαφανεί, μεταξύ άλλων, υπό ποιες συνθήκες επήλθε ο θάνατος και αν υπήρξε εμπλοκή τρίτου προσώπου στο θάνατο του αποβιώσαντος. Η πρακτική αυτή είναι θεμιτή ώστε η διαδικασία της θανατικής ανάκρισης να μη μετατραπεί από εξεταστική σε αντιπαραθετική, με αποτέλεσμα την άσκοπη σπατάλη πολύτιμου δικαστικού χρόνου και δημοσίου χρήματος (βλ. High Jordan v. The UK Application No. 2446/94, ΕΔΑΔ, ημερ. 4.8.2001). Γι' αυτό και όπως επισημάνθηκε στην R. v. South London Governor ex parte Thompson [1982] 126 SJ 625, ο θανατικός ανακριτής, ενώ δεν μπορεί να αγνοεί παντελώς τους ψιθύρους, από την άλλη θα πρέπει να περιορίζει την έρευνά του αυστηρώς στα γεγονότα της υπόθεσης.» Υπέρβαση των εξουσιών του θανατικού ανακριτή στην Κύπρο συνιστά λόγο για τον παραμερισμό της απόφασης, και εν προκειμένω του πορίσματος, υπό την προϋπόθεση, ότι η ύπαρξη σφάλματος καταδεικνύεται εκ πρώτης όψεως, οπότε και δικαιολογείται η παροχή άδειας στον αιτητή για να απευθυνθεί για έκδοση του προνομιακού εντάλματος. Νοουμένου πάντοτε, ότι δεν συντρέχει υπέρμετρη καθυστέρηση, λόγος βεβαίως που συναρτάται προς τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης, «η τήρηση των οποίων συνιστά προϋπόθεση για την έγκαιρη απονομή της δικαιοσύνης» (Πιττάκης κ.α. (ανωτέρω)), παράγοντας που δεν συντρέχει στην υπό κρίση περίπτωση. Με αναδρομή στο πόρισμα της Θανατικής Ανακρίτριας και τα στοιχεία του φακέλου (τεκμήρια 4 και 5) αδιαμφισβήτητα προκύπτει εμφανές νομικό σφάλμα με αποτέλεσμα να διατυπωθούν συμπεράσματα «ενοχής» και εύλογη υποψία εναντίον τρίτων προσώπων, οι πράξεις ή παραλείψεις των οποίων σε δύο χρονικά στάδια συνέτειναν σε πρόκληση θανάτου του αποβιώσαντος (Π. Αρτέμη, Προνομιακά Εντάλματα, σ. 214, §4.100)». Από την προφορική μαρτυρία που δόθηκε και το υπόλοιπο από κοινού κατατεθέν μαρτυρικό υλικό προκύπτει ότι γενεσιουργός αιτία της σύγκρουσης ήταν η είσοδος της μοτοσικλέττας εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας η οποία είχε ως αποτέλεσμα την ανακοπή της ελεύθερης πορείας του αυτοκινήτου. Η πλευρά της μητέρας του αποβιώσαντα δεν αμφισβήτησε ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα για τον πιο πάνω λόγο. Ούτε και παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία με σκοπό να κλονίσει είτε την επί του προκειμένου μαρτυρία της Γεωργίας Χρυσάνθους, είτε την αυθεντικότητα των φωτογραφιών του Τεκμηρίου 5 είτε τις διαπιστώσεις του εξεταστή από την πραγματική μαρτυρία. Σημειώνεται ότι ο λόγος που η μοτοσικλέττα εισήλθε εντός της αντίθετης πορείας παρέμεινε αδιευκρίνιστος αφού καμία μαρτυρία δεν υπάρχει, ως διεφάνη, προς αυτή την κατεύθυνση. Αναφορικά με τα κράνη σημειώνονται τα ακόλουθα. Η σημασία του κράνους τονίσθηκε επανηλειμμένα από την Νομολογία (Βλ. Capps v. Miller
(1989)2 All E R 333, Froom v. Butcher
(1975)3 All E R 520, O' Connell v. Jackson
(1971)1 All E R 129). Επίσης, όπως κατέθεσε και η τρίτη μάρτυρας, ιατροδικαστής Ελένη Αντωνίου, η χρήση του κράνους συμβάλει στην μείωση της σοβαρότητας των τραυμάτων στο κεφάλι από ένα τραυματισμό σύμφωνα και με Κυπριακές στατιστικές. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως είναι σημασίας αναφορικά με το θέμα της πρόκλησης του θανάτου, πρώτο, αν ο αποβιώσας είχε εφοδιασθεί με προστατευτικό κράνος και, δεύτερο, αν αυτό ήταν κατάλληλο για χρήση. Η πλευρά της μητέρας του αποβιώσαντα έθιξε θέμα ακατάλληλου τύπου και μεγέθους των κράνων υποβάλοντας στον εξεταστή, Λοχ 1289, σχετική θέση. Παρόμοια θέση προώθησε ο κύριος Καραμανής και στην τελική του αγόρευση. Θέση του ήταν ότι ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει επαρκής μαρτυρία προς την κατεύθυνση ότι το κράνος το οποίο προμηθεύτηκε ο αποβιώσας ήταν ακατάλληλο. Σημειώνεται ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος δεν επικαλέσθηκε μαρτυρία που να παραπέμπει προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Αναφορικά με το πρώτο σημειώνεται ότι η ενώπιόν μου παρουσιασθείσα μαρτυρία υποστηρίζει ότι οι επιβαίνοντες στην μοτοσικλέτα είχαν εφοδιασθεί με κράνη. Μαρτυρία που να υποδεικνύει το αντίθετο δεν παρουσιάσθηκε. Ενδεικτικά αναφέρονται τα ακόλουθα. Ο εξεταστής, Λοχ. 1289, υποστήριξε διά ζώσης ότι όταν έφθασε στην σκηνή βρήκε δύο κράνη μέσα στον δρόμο. Ανέφερε, επίσης, ότι το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης κατέδειξε ότι κατά τον χρόνο της σύγκρουσης τα κράνη εκτινάχθηκαν από το σώμα των επιβαινόντων. Η Χρυσάνθους ανέφερε ότι οι επιβαίνοντες στην μοτοσικλέτα είχαν κράνη πλην όμως δεν τα φορούσαν στο κεφάλι τους αλλά τα είχαν περασμένα στα χέρια τους. Τέλος, η Sophie Rebecca Slavin στην γραπτή της κατάθεση αναφέρει ότι τόσο η ίδια όσο και ο αποβιώσας φορούσαν προστατευτικά κράνη κατά την στιγμή της σύγκρουσης τα οποία είχαν προμηθευτεί από τον έβδομο μάρτυρα. Αναφορικά με το δεύτερο, ήτοι την καταλληλότητα των κρανών, σημειώνεται ότι η παράμετρος τούτη θα είχε σημασία στις ακόλουθες δύο περιπτώσεις. Πρώτο, στην περίπτωση που οι επιβαίνοντες φορούσαν προστατευτικό κράνος στο κεφάλι τους κατά την στιγμή της σύγκρουσης. Δεύτερο, στην περίπτωση που δεν φορούσαν και ο λόγος ήταν γιατί δεν μπορούσαν να το εφαρμόσουν στο κεφάλι τους λόγω ακαταλληλότητας. Θα πρέπει να σημειωθεί ευθύς εξ' αρχής ότι η δεύτερη περίπτωση δεν φαίνεται να ευσταθεί σύμφωνα με την υπάρχουσα μαρτυρία. Καθότι σύμφωνα με την γραπτή κατάθεση της Sophie Rebecca Slavin πριν φύγουν από το κατάστημα από το οποίο ενοικίασαν την μοτοσικλέτα τόσο η ίδια όσο και ο αποβιώσας φόρεσαν τα κράνη ασφαλείας. Τους τα είχε εφαρμόσει στα κεφάλια τους η σύζυγος του τελευταίου μάρτυρα σύμφωνα με την καταθέτουσα. Στην ίδια γραμμή επί του σημείου τούτου ήταν και η μαρτυρία του έβδομου μάρτυρα. Επίσης, δεν υπάρχει ο παραμικρός ισχυρισμός στην γραπτή κατάθεση της Sophie Rebecca Slavin προς την κατεύθυνση ότι υπήρχε πρόβλημα με την εφαρμογή των κρανών. Η θέση δε της πλευράς της μητέρας του αποβιώσαντα περί ακατάλληλου τύπου και μεγέθους των κρανών παρέμεινε ατεκμηρίωτη αφ' ης στιγμής καμία μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε που να την υποστηρίζει. Επίσης, υποβολή από την πλευρά της μητέρας του αποβιώσαντα ότι ο έβδομος μάρτυρας και η σύζυγός του πληροφόρησαν την μητέρα του αποβιώσαντα ότι υπήρχε πρόβλημα με την εφαρμογή των κρανών, επίσης, παρέμεινε ατεκμηρίωτη. Σε σχέση με την πρώτη περίπτωση δεν μπορεί να παραγνωρισθεί η γραπτή κατάθεση της Sophie Rebecca Slavin στην οποία επί του σημείου τούτου αναφέρεται ακριβώς το αντίθετο από ό,τι υποστηρίχθηκε από την Γεωργία Χρυσάνθους. Και συγκεκριμένα ότι τόσο η ίδια όσο και ο αποβιώσας φορούσαν κατά την στιγμή της σύγκρουσης προστατευτικό κράνος. Δεν παραγνωρίζω το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 16 και το παραδεκτό γεγονός ότι το κράνος που παραχωρήθηκε στον αποβιώσαντα με την ενοικίαση της μοτοσικλέτας δεν έφερε την σήμανση εγκεκριμένου κράνους σύμφωνα με τις Ευρωπαϊκές προδιαγραφές. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν ήταν και κατάλληλο για χρήση. Αλλά ούτε και το αντίθετο. Ότι, δηλαδή, ήταν τοιούτως κατάλληλο. Το σημαντικό, όμως, είναι ότι μαρτυρία προς την κατεύθυνση ότι έγινε έλεγχος των κρανών ως προς την καταλληλότητά τους για χρήση ελλείπει. Είναι δε παραδεκτό γεγονός ότι το πρόσωπο που επιθεώρησε τα δύο κράνη διαπίστωσε μόνο ότι αυτά δεν έφεραν τις προαναφερόμενες ανεξίτηλες σημάνσεις. Και ότι δεν προέβη σε έλεγχο προς εξακρίβωση της καταλληλότητας τους για χρήση. Καθότι δεν είχε και τα προσόντα για να πράξει κάτι τέτοιο. Η μη διενέργεια ελέγχου των κρανών και η ως εξ' αυτής προκύπτουσα απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας ως προς την καταλληλότητα τους για χρήση καθιστά αδύνατο για το Δικαστήριο να διαμορφώσει άποψη και να αποφανθεί για το ενδεχόμενο ευθύνης τρίτου προσώπου σε σχέση με αυτή την πτυχή της υπόθεσης. Στην αγόρευσή του ο κύριος Καραμανής αναφέρθηκε στην διαφορά που υπάρχει μεταξύ των Τεκμηρίων 6 και 8 αναφορικά με την ώρα του θανάτου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος εισηγήθηκε, επίσης, ότι αντιφατική μαρτυρία υπάρχει και ως προς την αιτία θανάτου με τον ιατρό Χριστοδούλου να ισχυρίζεται ότι η αιτία θανάτου ήταν η καρδιοαναπνευστική ανεπάρκεια και την ιατροδικαστή Αντωνίου να ισχυρίζεται ότι η αιτία θανάτου ήταν ο πολυτραυματισμός. Υπενθυμίζεται ότι το Τεκμήριο 6 υπογράφεται από τον Ανδρέα Χριστοδούλου, δεύτερο μάρτυρα, και το Τεκμήριο 7 από την Ελένη Αντωνίου, τρίτη μάρτυρα. Σε σχέση με την ώρα θανάτου σημειώνονται τα ακόλουθα. Πράγματι στα δύο προαναφερόμενα τεκμήρια αναγράφεται διαφορετική ώρα θανάτου. Όμως, όπως από την μαρτυρία της Ελένης Αντωνίου συνάγεται η ώρα 23:35 που αναγράφεται στο Τεκμήριο 8 δεν είναι διαπίστωση δική της επιστημονική. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της η Αντωνίου δεν ανέφερε ότι από την μεταθανάτια εξέταση προέβη σε διαπίστωση της ώρας του θανάτου. Μάλιστα, όταν τέθηκε στην μάρτυρα από τον κύριο Καραμανή με γενικότητα ότι κάποια από τα προσωπικά στοιχεία του αποβιώσαντα, χωρίς να προσδιορίζονται ποια, αναφέρονται λανθασμένα στο Τεκμήριο 8 η μάρτυρας υποστήριξε ότι τα στοιχεία τα νεκρών τα λαμβάνει από αναφορά της Αστυνομίας δίδοντας πίστη στην ακρίβεια των πληροφοριών που με αυτόν τον τρόπο της παρέχονται. Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι η ένδειξη της ώρας θανάτου στο Τεκμήριο 8 δεν ήταν προϊόν εξέτασης από την μάρτυρα, αλλά πληροφορία που της είχε δοθεί από την Αστυνομία και την οποία η μάρτυρας είχε μεταφέρει στο Τεκμήριο 8 είτε λανθασμένα είτε ορθά. Στην τελευταία περίπτωση θα είχε τύχει λανθασμένης πληροφόρησης από την Αστυνομία. Την πληροφορία δε για την ώρα του θανάτου η Αστυνομία, προδήλως, είχε λάβει από τον ιατρό Χριστοδούλου. Εν πάση περιπτώσει είμαι της άποψης ότι αν ο ευπαίδευτος συνήγορος πίστευε στην σοβαρότητα και την βασιμότητα του υπό συζήτηση θέματος όφειλε να θέσει το ζήτημα τούτο ευθέως στην μάρτυρα Αντωνίου. Όσον αφορά στην αιτία του θανάτου υποδεικνύεται ότι η θέση του κύριου Καραμανή δεν ευσταθεί αφ' ης στιγμής η μαρτυρία και των δύο μαρτύρων επί του προκειμένου ήταν προς την ίδια κατεύθυνση. Και οι δύο μάρτυρες υποστήριξαν ότι κύρια ιατρική αιτία του θανάτου ήταν ο σοβαρός τραυματισμός στον εγκέφαλο. Υπενθυμίζεται ότι ο ιατρός Χριστοδούλου υπέδειξε ρητά ότι η αιτία του θανάτου ήταν η κρανιοεγκεφαλική κάκωση και η αιμορραγία στον εγκέφαλο. Η κρανιοεγκεφαλική κάκωση χαρακτηρίσθηκε από τον εν λόγω ιατρό ως πολύ σοβαρή και η αιμορραγία ως τεράστια. Υπέδειξε, επίσης, ότι αιτία του θανάτου δεν ήταν η αποσταθεροποίηση της αιμοδυναμικής κατάστασης του αποβιώσαντα. Η αποσταθεροποίηση της αιμοδυναμικής κατάστασης του αποβιώσαντα η οποία εν τέλει επέφερε και την αιμοδυναμική αστάθεια ήταν το αποτέλεσμα της πολύ βαριάς κάκωσης του εγκεφάλου. Σύμφωνα με την κυρία Αντωνίου η κύρια αιτία της κατάρρευσης ήταν η κρανιοεγκεφαλική κάκωση και σημαντικότερη από όλες τις κακώσεις ο τραυματισμός του εγκεφάλου. Το ότι στην έκθεσή της αναφέρεται ως αιτία θανάτου πολυτραυματισμός συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος, τούτο έγινε για να καταδειχθεί ότι υπήρχαν πολλαπλές κακώσεις, αλλά και γιατί σύμφωνα με τα Πρωτόκολλα της Ιατροδικαστικής σε τέτοιες περιπτώσεις ως αιτία θανάτου πρέπει να αναγράφεται ο πολυτραυματισμός. Υπέδειξε, επίσης, ότι το έντονο οίδημα και η συμφόρηση που παρουσίαζαν οι πνεύμονες ήταν απότοκο του σοβαρού τραυματισμού στον εγκέφαλο και γι' αυτό ήταν μετατραυματικής αιτιολογίας. Το πνευμονικό οίδημα προκάλεσε αναπνευστική δυσχέρεια η οποία επέδρασε στον καρδιακό ρυθμό. Ως αποτέλεσμα προκλήθηκε καρδιοαναπνευστική ανεπάρκεια η οποία προκάλεσε καρδιοαναπνευστική ανακοπή. Η ανακοπή επέφερε τον θάνατο. Όλα, όμως, προκλήθηκαν από τον σοβαρότατο τραυματισμό του εγκεφάλου ο οποίος ήταν η αιτία για την πρόκληση του πνευμονικού οιδήματος το οποίο ήταν η αιτία για την πρόκληση της καρδιοαναπνευστική ανακοπής. Ο κύριος Καραμανής εισηγήθηκε στην τελική του αγόρευση ότι το πόρισμα του Δικαστηρίου θα πρέπει να είναι ανοικτό (open verdict) γιατί ενόψει του ότι ο φάκελος του Νοσοκομείου δεν ανευρέθηκε δεν μπορεί να είναι γνωστή η ποσότητα αίματος που χορηγήθηκε στον αποβιώσαντα. Η χορήγηση αίματος «συνδέεται ή θα μπορούσε να συνδέεται άμεσα με αιτία θανάτου καρδιοαναπνευστικής ανεπάρκειας» σύμφωνα με τον κύριο Καραμανή. Θεωρώ ότι η πιο πάνω θέση εισηγείται ότι η καρδιοαναπνευστική ανεπάρκεια ή ανακοπή προκλήθηκε από την χορήγηση ποσότητας αίματος μεγαλύτερης από το επιτρεπτό. Και ότι ενόψει του ότι ο φάκελος του Νοσοκομείου δεν ανευρέθηκε δεν μπορεί να υποστηριχθεί το αντίθετο. Η Ελένη Αντωνίου υπέδειξε τις συνέπειες από την χορήγηση μεγαλύτερης ποσότητας αίματος στον ανθρώπινο οργανισμό και μέσα από την μαρτυρία της δεν διεφάνη να διαπιστώθηκε μέσα από την μεταθανάτια εξέταση οποιοδήποτε τέτοιο σύμπτωμα στον αποβιώσαντα. Ενδεικτικά υπέδειξε ότι η χορήγηση ποσότητας αίματος μεγαλύτερης από το κανονικό επιφέρει αναπνευστική δυσχέρεια, προκαλεί εξάνθημα και καρδιακή αρρυθμία, κυρίως, ταχυκαρδία εναλασσόμενη με αρρυθμία. Βεβαίως, θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν διασαφηνίσθηκε αν κατά πόσο μέσα από την μεταθανάτια εξέταση μπορούσαν να διαπιστωθούν τα προαναφερόμενα συμπτώματα ή η μετάγγιση ποσότητας αίματος πέραν του κανονικού ή το τελευταίο ως αιτία θανάτου. Όπως, όμως, και να' χει ο κύριος Καραμανής δεν έκρινε σκόπιμο να ρωτήσει την μάρτυρα επί των πιο πάνω ζητημάτων. Πάντως, και είναι σημαντικό να υποδειχθεί, η Ιατροδικαστής δεν συνάρτησε τον θάνατο με μετάγγιση μεγαλύτερης ποσότητας αίματος. Ό,τι η Ιατροδικαστής υπέδειξε χαρακτηριστικά είναι ότι στον αποβιώσαντα είχε χορηγηθεί μεγάλη ποσότητα υγρών υπό την μορφή ορρού η οποία ήταν απαραίτητη για την αιμοδυναμική σταθεροποίηση του. Χορηγήθηκε, επίσης, στον αποβιώσαντα και ποσότητα αίματος ίση με την απολεσθείσα. Επίσης, βρέθηκε αίμα στους πνεύμονες, αφ' ης στιγμής κυκλοφορά αίμα στους πνεύμονες. Το πνευμονικό, όμως, οίδημα που προκάλεσε τον μηχανισμό του θανάτου προκλήθηκε από τον χορήγηση ορρού και όχι από την χορήγηση αίματος. Ενδεικτική είναι η δήλωση της Ιατροδικαστού ότι η παρουσία αίματος στους πνεύμονες δεν σχετιζόταν με το πνευμονικό οίδημα. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι η Ιατροδικαστής δεν ρωτήθηκε αν η ποσότητα αίματος που βρέθηκε στους πνεύμονες ήταν μεγαλύτερη του κανονικού. Ό,τι ρωτήθηκε ήταν αν ήταν σε θέση να πει την ακριβή ποσότητα του αίματος που βρέθηκε στους πνεύμονες, πράγμα εντελώς διαφορετικό. Τέλος, επισημαίνεται ότι ο κύριος Καραμανής δεν ζήτησε από το Δικαστήριο την κλήτευση της Τράπεζας Αίματος η οποία σύμφωνα με τον ιατρό Χριστοδούλου τηρεί Αρχείο, μεταξύ άλλων, για την ποσότητα αίματος που χορηγείται σε κάθε ασθενή σε κάθε περίπτωση. Ούτε και την κλήτευση του αναισθησιολόγου που σύμφωνα με τον ιατρό Χριστοδούλου είναι ο ιατρός που διαχειρίζεται την χορήγηση αίματος σε ένα ασθενή. Ό,τι μόνο επικαλείτο ήταν την μη ανεύρεση του φακέλου του Νοσοκομείου για να υποστηρίξει κάτι το οποίο ως από τα πιο πάνω εν τέλει προκύπτει δεν αποτελεί θέση, αλλά εικασία. Τέλος, ο κύριος Καραμανής χαρακτήρισε την υπό του έκτου μάρτυρα ισχυριζόμενη είσοδο του πατέρα της Γεωργίας Χρυσάνθους, πέμπτου μάρτυρα, εντός του αυτοκινήτου ως «επέμβαση στην σκηνή του δυστυχήματος». Υπενθυμίζεται ότι η αντεξέταση του πέμπτου μάρτυρα, Δήμου Χρυσάνθους, περιστράφηκε γύρω από θέματα όπως την συλλογή της τσάντας της θυγατέρας του και του κινητού της τηλεφώνου. Δεν θεωρώ πώς η είσοδος του πέμπτου μάρτυρα εντός του αυτοκινήτου και η τυχόν συλλογή από αυτόν των προσωπικών αντικειμένων της θυγατέρας του από το αυτοκίνητο όπως του κινητού της τηλεφώνου με δεδομένη και την τότε επικείμενη μεταφορά της στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου αποτελεί ή αποτελεί δίχως άλλο επέμβαση σε τεκμήρια της υπόθεσης που πιστεύω αυτό ήταν που εννοούσε ο κύριος Καραμανής χρησιμοποιώντας την πιο πάνω φράση. Πάντως, πέραν τούτου τίποτε άλλο. Η θέση δεν προωθήθηκε περισσότερο. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω πως δεν υπάρχει λόγος υποψίας ότι οποιοδήποτε πρόσωπο ενέχεται ποινικά για τον θάνατο του αποβιώσαντα και, κατ' επέκταση, ότι υπάρχει ποινική ευθύνη τρίτου ή τρίτων προσώπων. Το πόρισμά μου είναι ότι ο θάνατος του αποβιώσαντα, Andres Mauricio Marin-Arbelaez, προήλθε από τραυματισμό συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος. (Υπ.) .................. Π. Μιχαηλίδης, Θ.Α. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.