Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Έλλης Βιολάρη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7156/13, 30/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7156/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν.
- Αντρέα Βιολάρη
- Έλλης Βιολάρη Κατηγορούμενων ------------------------------------ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30.1.2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Παπαλαζάρου Για την κατηγορούμενη: κα Λεμονάρη Κατηγορούμενη: παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της δημόσιας βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 115 του Ποινικού Κώδικα (βλ. τη 2η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, της καταλογίζεται ότι στις 15 Ιουνίου, 2011, στον Αστυνομικό Σταθμό Κουκλιών της επαρχίας Πάφου, έδωσε στον αστυφύλακα 3530 Χρ. Χριστοδούλου γραπτή κατάθεση, η οποία γνώριζε ότι είναι ψευδής σχετικά με κατά φαντασία ποινικό αδίκημα, δηλαδή κατάγγειλε ότι η υπογραφή της ως εγγυήτριας του 1ου κατηγορούμενου, σε έγγραφα σύναψης γραμματίου τρεχούμενου λογαριασμού, με αριθμό 183 της Σ.Ε.Ε. Μανδριών που υπόγραψε, δεν τέθηκαν από την ίδια, ενώ γνώριζε ότι υπόγραψε η ίδια. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της κατηγορίας παρουσίασε ως μάρτυρα τον αστυφύλακα 3530 Χριστόδουλο Χριστοδούλου. Τα ακόλουθα γεγονότα είναι κοινώς παραδεκτά: Στις 28/12/1996, ο κατηγορούμενος - σύζυγος της κατηγορούμενης συνήψε με τη Συνεργατική Εταιρεία Μανδριών, γραμμάτιο σε τρεχούμενο λογαριασμό (τεκμήριο 2), για το ποσό των £3.500,
- Την ίδια μέρα, η κατηγορούμενη καθώς και ο Μιχάλης Βιολάρης, δια της υπογραφής τους στο εν λόγω γραμμάτιο εγγυήθηκαν αλληλέγγυα με τον κατηγορούμενο - οφειλέτη, την ακριβή εκτέλεση των όρων του γραμματίου, μέχρι πλήρους εξόφλησης. Στις 2/10/2002 εναντίον των κατηγορούμενων εκδόθηκε διαιτητική απόφαση σε σχέση με το παραπάνω γραμμάτιο (τεκμήριο 5), για πληρωμή από αυτούς αλληλέγγυα του ποσού των £4.969,47, πλέον τόκο προς 8% ετησίως, από 1/1/2002 μέχρι εξοφλήσεως. Στις 3/12/2003, το Δικαστήριο έδωσε άδεια για εγγραφή της εν λόγω απόφασης στα βιβλία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου καθώς και για λήψη μέτρων εκτέλεσής της εναντίον και των δυο κατηγορούμενων (βλ. το τεκμήριο 4, το σχετικό διάταγμα). Στις 9/11/2010, δυνάμει σχετικού διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου (τεκμήριο 3) δόθηκε άδεια για ανανέωση της ίδιας απόφασης. Τα ακόλουθα - αναντίλεκτα - γεγονότα απορρέουν από τη γραπτή κατάθεση (τεκμήριο 8) του αστυφύλακα 3530 Χριστόδουλο Χριστοδούλου, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από αυτόν για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της: Στον ουσιώδη χρόνο, ο μάρτυρας υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Κουκλιών. Στις 15/6/2011 έλαβε κατάθεση από τον κατηγορούμενο, ο οποίος, μεταξύ άλλων κατάγγειλε ότι στις 5/5/2011 παρέλαβε από επιδότη μια κλήση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, για να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο η κατηγορούμενη - σύζυγός του, στις 22/6/
- Μετά από λίγες μέρες μετέβη στο Συνεργατικό Μανδριών και διαπίστωσε ότι υπήρχε ένα γραμμάτιο σε τρεχούμενο λογαριασμό (πρόκειται για το επίδικο γραμμάτιο - τεκμήριο 2, ανωτέρω -) με την υπογραφή του, την υπογραφή της κατηγορούμενης - συζύγου του και την υπογραφή του γιου του, Μιχάλη Βιολάρη. Ο ίδιος ουδέποτε υπόγραψε τέτοιο γραμμάτιο. Αργότερα, την ίδια μέρα, ο μάρτυρας έλαβε κατάθεση και από την κατηγορούμενη (τεκμήριο 6), στην οποία αυτή, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Με τον κατηγορούμενο είναι παντρεμένοι από το
- Όσον αφορά το επίδικο γραμμάτιο που της έδειξε ο μάρτυρας, πρώτη φορά το βλέπει και ούτε έχει υπογράψει ως εγγυήτρια του συζύγου της στη Συνεργατική Εταιρεία Μανδριών. Δεν αναγνωρίζει τα γράμματα και τις υπογραφές που βρίσκονται πάνω στο γραμμάτιο και ούτε ξέρει ποιων είναι. Το όνομα Έλλη Βιολάρη που αναγράφεται στο γραμμάτιο (κατ' ακρίβεια «συμβόλαιο» το αποκαλεί) ως εγγυήτρια με υπογραφή, δεν είναι δικιά της. Για να συνεχίσω με το μάρτυρα και όσα αναφέρει στη γραπτή κατάθεσή του, την ίδια μέρα έλαβε 10 δείγματα γραφής/υπογραφής των κατηγορούμενων, του γιου τους και κατονομαζόμενου ως πρώτου εγγυητή στο επίδικο γραμμάτιο καθώς και του κατονομαζόμενου ως πρώτου μάρτυρα των υπογραφών των τριών πρώτων, στο ίδιο έγγραφο, Σάββα Νικηφόρου. Στις 19/7/2011 έκανε το ίδιο και για τον κατονομαζόμενο ως δεύτερο μάρτυρα των υπογραφών των τριών πρώτων, στο ίδιο, πάντοτε, έγγραφο, Νίκο Τζιωνή. Η λήψη των δειγμάτων γραφής/υπογραφής εκ μέρους όλων, έγινε κατόπιν γραπτής συγκατάθεσής τους. Όλα τα δείγματα γραφής/υπογραφής, το επίδικο γραμμάτιο και διάφορα άλλα έγγραφα - τα οποία αναφέρονται - όπως αναφέρεται από τον πραγματογνώμονα λοχία 837 Γ. Χρυσάνθου, στην εμπιστευτική έκθεση του εργαστηρίου γραφολογίας της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας (στο εξής «ΥΠ.ΕΓ.Ε.)», ημερομηνίας 21/12/2011 (τεκμήριο 1) - το περιεχόμενο της οποίας, επίσης αποτελεί παραδεκτό γεγονός -, παραλήφθηκαν από αυτόν, στις 27/7/2011, για εξέταση στο εργαστήριο γραφολογίας της ΥΠ.ΕΓ.Ε. Όπως αναφέρεται στη ίδια έκθεση, αιτούμενη εξέταση ήταν η εξέταση των αμφισβητούμενων υπογραφών στο επίδικο γραμμάτιο και σύγκρισή τους με τα δείγματα γραφής και υπογραφής των προσώπων που υποβλήθηκαν. Από την εν λόγω εξέταση - σύμφωνα πάντοτε με το λοχία Χρυσάνθου και την ίδια έκθεση -, προέκυψε ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές στο επίδικο γραμμάτιο και συγκεκριμένα, των οφειλέτη και δεύτερου εγγυητή, είναι γνήσιες. Η πρώτη ανήκει στον κατηγορούμενο και η δεύτερη, στην κατηγορούμενη. Προφανώς, ως αποτέλεσμα της παραπάνω εξέλιξης, ο αστυφύλακας Χριστοδούλου, στις 19/1/2012 κατηγόρησε - ξεχωριστά - γραπτώς τους κατηγορούμενους, ότι στις 15/6/2011, στον Αστυνομικό Σταθμό Κουκλιών, εν γνώσει τους έδωσαν ψευδή κατάθεση σε συνάφεια με κατά φαντασία ποινικό αδίκημα, ενώ στην πραγματικότητα γνώριζαν ότι η καταγγελία ήταν ψευδής. Και οι δυο, αφού τους επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο απάντησαν «Ό, τι έχω να πω, θα το πω στο Δικαστήριο.» Βλέπε το τεκμήριο 7, η γραπτή κατηγορία της κατηγορούμενης. Για να ολοκληρώσω με τα γεγονότα, όπως είπε ο μάρτυρας, απαντώντας σε σχετική ερώτηση της ευπαίδευτης εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, η κατάθεση της κατηγορούμενης, ήταν μια ανοικτή κατάθεση. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό, τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται σοβαρά υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Υπεισέρχομαι στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Το άρθρο 115 του Ποινικού Κώδικα που δημιουργεί το αδίκημα της «δημόσιας βλάβης» προνοεί ότι: «Όποιος, γνωρίζει ότι δίνει σε οποιοδήποτε αστυνομικό ψευδή κατάθεση σε συνάφεια με κατά φαντασία ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος δημόσιας βλάβης, και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή σε φυλάκιση ενός χρόνου.» Για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος, θα πρέπει να αποδειχθεί - εννοείται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας - ότι κάποιος, εν γνώση του, πρώτο, δίνει σε οποιοδήποτε αστυνομικό ψευδή κατάθεση, δεύτερο, σε συνάφεια με κατά φαντασία ποινικό αδίκημα. Είναι σαφές, ότι, το συγκεκριμένο αδίκημα δεν είναι αυστηρής ευθύνης, αφού έχει τόσο αντικειμενική όσο και υποκειμενική υπόσταση. Το να δίνει κάποιος σε οποιοδήποτε αστυνομικό ψευδή κατάθεση σε συνάφεια με κατά φαντασία ποινικό αδίκημα, δηλαδή, αδίκημα που δεν έχει διαπραχθεί αποτελεί την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος. Η γνώση του γι' αυτά τα δυο στοιχεία αποτελεί την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος. Το στοιχείο της γνώσης είναι καλά γνωστό ότι μπορεί να αποδειχθεί είτε με άμεση είτε - και αυτό είναι που συνήθως συμβαίνει - με περιστατική μαρτυρία. Δηλαδή, μαρτυρία, το σωρευτικό αποτέλεσμα της οποίας, για να δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορούμενου, θα πρέπει να συνάδει συμπερασματικά με την ενοχή του. Όπως υποδεικνύεται στην Παφίτης κ.ά. ν Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102, η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορούμενου πρέπει να είναι άμεση, αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί, αφετέρου, με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας. Η περιστατική μαρτυρία, προστίθεται, μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορούμενου, μόνο όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας, την ενοχή του. Παρατηρώ τα εξής: Η κατηγορούμενη καθώς ήδη έχει αναφερθεί αποτελεί παραδεκτό γεγονός, ότι στις 28/12/1996 υπόγραψε ως δεύτερη εγγυήτρια στο γραμμάτιο (τεκμήριο 2), με το οποίο εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του κατηγορούμενου - συζύγου της που απορρέουν από αυτό, ο οποίος το υπόγραψε ως οφειλέτης. Αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός, ότι, σε σχέση με το εν λόγω γραμμάτιο - στο οποίο εμφαίνεται ως πρώτος εγγυητής και ο γιος των κατηγορούμενων, Μιχάλης Βιολάρη -, στις 2/10/2002, εναντίον και των δύο κατηγορούμενων εκδόθηκε διαιτητική απόφαση (τεκμήριο 5), για το ποσό των £4.969,47, με τόκο 8% ετησίως, από 1/1/2002 μέχρι εξοφλήσεως. Απόφαση, η οποία, κατόπιν δικαστικού διατάγματος και/ή άδειας γράφτηκε στα βιβλία του πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, μαζί με άδεια εκτέλεσής της εναντίον και των δυο κατηγορούμενων. Απ' εκεί και πέρα προκύπτει από την - αναντίλεκτη - μαρτυρία του αστυφύλακα Χριστοδούλου, ότι αυτός, στις 15/6/2011 έλαβε κατάθεση από τον κατηγορούμενο, με την οποία κατάγγειλε ότι στις 5/5/2011 παρέλαβε από επιδότη κλήση, για να παρουσιαστεί η κατηγορούμενη - σύζυγός του στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, στις 22/6/
- Λίγες μέρες προηγουμένως μετέβη στο Συνεργατικό Μανδριών και διαπίστωσε την ύπαρξη του επίδικου γραμματίου, με την υπογραφή του, την υπογραφή της κατηγορούμενης - συζύγου του καθώς και την υπογραφή του γιου τους Μιχάλη Βιολάρη. Με την ίδια κατάθεση, ο κατηγορούμενος κατάγγειλε ότι ουδέποτε υπόγραψε το εν λόγω γραμμάτιο. Μερικές, μόλις, ώρες, αργότερα, την ίδια μέρα έδωσε γραπτή - ανοικτή - κατάθεση και η κατηγορούμενη (τεκμήριο 6), στην οποία, αναφερόμενη στο ίδιο γραμμάτιο - αφού της υποδείχθηκε από το μάρτυρα - ισχυρίστηκε ότι πρώτη φορά το έβλεπε και ούτε υπόγραψε σ' αυτό ως εγγυήτρια του κατηγορούμενου - συζύγου της. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι δεν αναγνωρίζει τα γράμματα και τις υπογραφές που βρίσκονται στο έγγραφο καθώς και πως δε γνωρίζει ποιων είναι. Ωστόσο προέκυψε από τις επιστημονικές εξετάσεις, ότι και οι δυο κατηγορούμενοι, ισχυριζόμενοι πως δεν υπόγραψαν στο εν λόγω γραμμάτιο, δεν έλεγαν την αλήθεια. Και τούτο, επειδή, από το περιεχόμενο του γραμματίου σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο της έκθεσης του εργαστηρίου γραφολογίας της ΥΠ.ΕΓ.Ε. (τεκμήριο 1) προκύπτει ότι οι υπογραφές και των δυο κατηγορούμενων καθώς και του γιου τους, Μιχάλη Βιολάρη στο γραμμάτιο είναι γνήσιες και δικές τους υπογραφές. Του Μιχάλη, επειδή το περιεχόμενο του επίδικου γραμματίου αποτελεί παραδεκτό γεγονός και ο ίδιος φαίνεται καθαρά ότι υπόγραψε σ' αυτό ολογράφως, στη θέση του πρώτου εγγυητή. Ειδικά για την κατηγορούμενη που μας αφορά, οι παραπάνω αναληθείς ισχυρισμοί της, τους οποίους προέβαλε στη γραπτή κατάθεσή της που έδωσε σε αστυνομικό συνιστούν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ψευδή κατάθεση που δόθηκε σε αστυνομικό σε συνάφεια με κατά φαντασία ποινικό αδίκημα και δη, με το αδίκημα της πλαστογραφίας, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333, 334, 335 και 336 του Ποινικού Κώδικα. Ακολουθεί ότι η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος έχει αποδειχθεί. Η θέση της ευπαίδευτης δικηγόρου της κατηγορούμενης, πως δεν έχει αποδειχθεί ότι αυτή είχε καταγγείλει με δική της πρωτοβουλία όλα τα παραπάνω, ως επίσης και ότι, αυτό που προκύπτει από τη μαρτυρία είναι ότι, η κατηγορούμενη, αφού κλήθηκε από την Αστυνομία και της υποδείχθηκε ένα έγγραφο προέβη στις παραπάνω δηλώσεις, είναι ανεδαφική. Καταρχήν, η φράση, «Όποιος δίνει σε οποιοδήποτε αστυνομικό ψευδή κατάθεση.» που περικλείεται στο άρθρο 115 του Ποινικού Κώδικα, κατά τη γνώμη μου είναι ασυνάρτητη με ποιού την πρωτοβουλία δίνεται η κατάθεση. Είτε με πρωτοβουλία του αστυνομικού δίνεται είτε με πρωτοβουλία του καταθέτη, η ουσία του πράγματος έγκειται στο εξής: εκείνος που προβαίνει στην κατάθεση, τη δίνει και ο αστυνομικός, τη λαμβάνει. Και στις δυο περιπτώσεις, προκειμένου να διερευνηθεί το ενδεχόμενο διάπραξης του ποινικού αδικήματος της δημόσιας βλάβης, αυτό που έχει σημασία είναι κατά πόσο η κατάθεση είναι ψευδής και σε συνάφεια με τη διάπραξη οποιουδήποτε ποινικού αδικήματος. Εν πάση περιπτώσει, στην υπόθεσή μας, το όλο ζήτημα απολήγει να είναι καθαρά θεωρητικό, δοθέντος ότι, η θέση της κατηγορούμενης, ότι η επίδικη κατάθεσή της, της είχε ληφθεί με πρωτοβουλία της Αστυνομίας δεν είναι ορθή. Για να επαναλάβω, όπως είπε ο αστυφύλακας Χριστοδούλου - και έτσι είναι - η συγκεκριμένη κατάθεση είναι ανοικτή. Δηλαδή δεν είναι ανακριτική, ενώ, από το περιεχόμενό της, αυτό που προκύπτει είναι ότι η κατηγορούμενη, ουσιαστικά κατάγγειλε ότι η υπογραφή της στο επίδικο γραμμάτιο, ως εγγυήτριας του κατηγορούμενου - συζύγου της, που είναι ο οφειλέτης σ' αυτό είναι πλαστογραφημένη. Το γεγονός ότι η κατηγορούμενη προέβηκε στην εν λόγω καταγγελία, αφού της υποδείχθηκε το γραμμάτιο από τον αστυφύλακα Χριστοδούλου δεν τεκμηριώνει της θέση της ότι κλήθηκε από την Αστυνομία για κατάθεση. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να τεκμηριώσω το συμπέρασμά μου ότι η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος έχει αποδειχθεί. Ό, τι απομένει είναι να δοθεί απάντηση στο ερώτημα, κατά πόσο ισχύει το ίδιο και για την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος. Συγκεκριμένα, εάν η κατηγορούμενη, καθ' όν χρόνο έδινε την κατάθεση στον αστυφύλακα Χριστοδούλου γνώριζε ότι αυτή ήταν ψευδής και σε συνάφεια με κατά φαντασία ποινικό αδίκημα. Με σωρευτική θεώρηση και αποτίμηση των παραπάνω στοιχείων περιστατικής μαρτυρίας σε συνδυασμό και μ' όσα ακολουθούν απαντώ καταφατικά στο ερώτημα. Ειδικότερα: Η κατηγορούμενη - καθώς ήδη έχει αναφερθεί - με την κατάθεσή της στην Αστυνομία κατάγγειλε αναληθώς ότι πρώτη φορά έβλεπε το επίδικο γραμμάτιο, ως επίσης και πως ούτε είχε υπογράψει σ' αυτό ως εγγυήτρια του κατηγορούμενου - συζύγου της κ.ο.κ. Σε ανάλογο - ψευδή - ισχυρισμό στην Αστυνομία και συγκεκριμένα, ότι ουδέποτε υπόγραψε το επίδικο γραμμάτιο προέβη την ίδια μέρα και ο σύζυγός της. Το ψευδές της καταγγελίας τους καταφαίνεται και από το γεγονός, ότι, όπως προκύπτει από τη σχετική με το εν λόγω γραμμάτιο διαιτητική απόφαση - το περιεχόμενο της οποίας αποτελεί παραδεκτό γεγονός -, η οποία εκδόθηκε εναντίον τους, στις 2/10/2002 και στους δυο είχε επιδοθεί ειδοποίηση για τη διεξαγωγή της σχετικής διαδικασίας διαιτησίας που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης. Προφανώς δεν είναι τυχαίο που και οι δυο κατάγγειλαν το ίδιο πράγμα στην Αστυνομία μα ούτε και ο χρόνος που επέλεξαν να το κάνουν, λίγες μέρες μετά που ο κατηγορούμενος παρέλαβε από επιδότη κλήση για την κατηγορούμενη σε σχέση με το επίδικο γραμμάτιο και προφανώς, με το εξ αποφάσεως χρέος και των δυο, βάση αυτού, με την οποία - κλήση -, η κατηγορούμενη καλείτο να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, στις 22/6/
- Δηλαδή, μία μόλις βδομάδα μετά που και οι δυο κατηγορούμενοι προέβησαν στην παραπάνω ψευδή κατάθεση - καταγγελία. Από τα παραπάνω στοιχεία είναι βέβαιο, ότι οι κατηγορούμενοι - εκτός κι αν εθελοτυφλούσαν -, υπό το βάρος της γνώσης τους ότι εναντίον τους εκκρεμούσε προς εκτέλεση η διαιτητική απόφαση (τεκμήριο 5, ανωτέρω) - για το ουχί ευκαταφρόνητο ποσό των £4.969,47 (€8.490,84), με τόκο 8% ετησίως από 1/1/2002 μέχρι εξοφλήσεως -, η οποία εκδόθηκε με βάση το επίδικο γραμμάτιο που και οι δυο είχαν υπογράψει, ο ένας ως οφειλέτης και ο άλλος, ως εγγυητής του, θεώρησαν ότι, με το να καταγγείλουν αναληθώς στην Αστυνομία πως δεν υπόγραψαν σ' αυτό, σε περίπτωση που γίνονταν πιστευτοί, θα μπορούσαν να αποστούν της υποχρέωσής τους για καταβολή του ποσού της διαιτητικής απόφασης. Επειδή η ευπαίδευτη δικηγόρος της κατηγορούμενης, με τη γραπτή αγόρευσή της, προκειμένου να με πείσει για τον ισχυρισμό της πως δεν αποδείχθηκε το στοιχείο της γνώσης ισχυρίστηκε ότι η κατηγορούμενη υπόγραψε το επίδικο γραμμάτιο πριν από 10 και πλέον χρόνια και όχι πριν από τρεις μήνες οπότε και διερωτήθηκε με πόση ασφάλεια μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπέρασμα, ότι η κατηγορούμενη, τη στιγμή που έκανε τη δήλωση στην Αστυνομία γνώριζε ότι αναγνώριζε την υπογραφή της στο γραμμάτιο και ότι η δήλωσή της ήταν ψευδής, η θέση μου είναι η εξής: Όταν η κατηγορούμενη κατηγορήθηκε γραπτώς για το αδίκημα που αντιμετωπίζει στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης και της επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο, η απάντησή της ήταν «Ό, τι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο.» Εάν η θέση της ήταν αυτή που υπόβαλε η δικηγόρος της θεωρώ πως θα μπορούσε να την προβάλει η ίδια από τότε. Ωστόσο, ως είχε δικαίωμα δεν το έκανε και επιφυλάχτηκε να πει ό, τι είχε να πει για την κατηγορία που της προσάφθηκε στο Δικαστήριο. Παρόλα αυτά, στο Δικαστήριο, όταν κλήθηκε σε απολογία και της εξηγήθηκαν τα δικαιώματά της, ως είχε δικαίωμα και πάλιν, επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής. Μολονότι δε μου διαφεύγει το ανεπίτρεπτο σχολιασμού ως σχετικού προς την ενοχή, η άσκηση εκ μέρους της του εν λόγω δικαιώματος (βλ. την Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), εντούτοις παραμένει γεγονός, ότι, εάν η θέση της ως προς το λόγο για τον οποίο κατάγγειλε αναληθώς όσα κατάγγειλε στην Αστυνομία είναι αυτή που ανάφερε η δικηγόρος της, για να μπορούσε να ληφθεί υπόψη η θέση αυτή, θα έπρεπε να έχει έρεισμα στη μαρτυρία. Και τούτο, επειδή είναι καλά γνωστό, ότι η αγόρευση ενός δικηγόρου δεν αποτελεί μα ούτε και ισοδυναμεί με μαρτυρία. Το περιεχόμενο της αγόρευσης του δικηγόρου, απογυμνωμένο από τη μαρτυρία, υπέχει μηδενικής αποδεικτικής αξίας. Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, οι διαζευκτικές εκδοχές πρέπει να είναι τέτοιες που να εξάγονται από την ολότητα της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας. Άλλως πως, τα Δικαστήρια θα καλούνται να εξετάζουν πιθανότητες ή θεωρίες για συμβάντα τα οποία δεν μπορούν εύλογα να εξαχθούν από το ενώπιόν τους μαρτυρικό υλικό και αυτό δεν είναι έργο των Δικαστηρίων. Βλ. και την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Iddin v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 47/14, ημερομηνίας 29/2/2016, στην οποία επαναλαμβάνονται οι παραπάνω αρχές. Στην προκειμένη περίπτωση, η πιο πάνω διαζευκτική εκδοχή που έχει τεθεί για πρώτη φορά από τη δικηγόρο της κατηγορούμενης και μόνο από αυτή, είναι ανυπόστατη και αποτελεί απλώς μια θεωρία για ένα κατ' ισχυρισμό γεγονός το οποίο δεν μπορεί εύλογα να εξαχθεί από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που έχει τεθεί ενώπιόν μου. Με αυτό δεδομένο, το συμπέρασμά μου, ότι η κατηγορούμενη στον ουσιώδη χρόνο γνώριζε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι έδινε ψευδή κατάθεση σε αστυνομικό σε συνάφεια με κατά φαντασία ποινικό αδίκημα παραμένει ακλόνητο. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ του συνόλου των στοιχείων περιστατικής μαρτυρίας που αναφέρονται πιο πάνω και της ενοχής της κατηγορούμενης, αφενός είναι άμεση και αφετέρου, δεν μπορεί να συμβιβαστεί με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας (βλ. την Παφίτης, ανωτέρω). Ακολουθεί ότι η ευθύνη της κατηγορούμενης για τη διάπραξη του αδικήματος στοιχειοθετείται πλήρως. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους (νομικούς και πραγματικούς) ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την ενοχή της κατηγορούμενης στη σχετική - 2η κατηγορία που της προσάπτει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατά συνέπεια, η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Αναφορά: δημόσια βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 115 του Ποινικού Κώδικα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο