← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Άνθου Χριστοδούλου, Αρ. Υπόθεσης: 222/14, 5/1/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Άνθου Χριστοδούλου, Αρ. Υπόθεσης: 222/14, 5/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 222/14 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Άνθου Χριστοδούλου, από τη Λεμεσό Κατηγορούμενου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 5/1/2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (για ν' ακούσει απόφαση, κα Σάββα) Για τον κατηγορούμενο: κ. Φ. Αποστολίδης Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αξιόποινης παράνομης εισόδου, κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας - ως έχουν τροποποιηθεί -, του καταλογίζεται ότι την 31η Ιουλίου, 2013, στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών της επαρχίας Πάφου, παράνομα εισήλθε στο γραφείο των εξεταστών του Τ.Ο.Μ. Γιαννάκη Αντωνίου και Γιάννη Βάννα, με σκοπό να διαπράξει μέσα σ' αυτό ποινικό αδίκημα, δηλαδή, το αδίκημα της ανησυχίας. Προς απόδειξη της κατηγορίας, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε ως μάρτυρες, τον Αλέξη Ονουφρίου, τον εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 3218 Αντρέα Ιωάννου και τέλος, τον Ιωάννη Βάννα (Μ.Κ. 1 μέχρι 3, αντίστοιχα). Ο κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του κατάθεσε ενόρκως. Προς υπεράσπισή του παρουσίασε ως μάρτυρα, το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων, Αλέκο Μιχαηλίδη (Μ.Υ.1). Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης περικλείεται στη γραπτή κατάθεση στην Αστυνομία (τεκμήριο 6) τού Ιωάννη Βάννα (Μ.Κ.3), το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από αυτόν, για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της. Οι κύριες θέσεις που προβάλλει με αυτή ο μάρτυρας είναι οι εξής: Ο ίδιος εργάζεται ως εξεταστής οδηγών στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών Πάφου. Μαζί του εργάζονται και οι Γιαννάκης Αντωνίου και Αλέξης Ονουφρίου (Μ.Κ.1). Στις 31/7/2013, μεταξύ των ωρών 12:15 - 13:00, ο μάρτυρας υπόβαλε σε εξέταση για απόκτηση άδειας οδηγού το Γρήγορη Πελαγίδη. Όταν οι δυο τους μετά την εξέταση, επέστρεψαν στο γραφείο, ο μάρτυρας πληροφόρησε τον Πελαγίδη ότι απέτυχε. Αφού του εξήγησε τους λόγους της αποτυχίας του, εξέδωσε και του παρέδωσε το σχετικό έντυπο Τ.Ο.Μ. 2Α (τεκμήριο 7), στο οποίο αναφέρονται οι λόγοι της αποτυχίας. Ο Πελαγιδης, αφού ευχαρίστησε αποχώρησε από το γραφείο. Δέκα περίπου λεπτά αργότερα και ενώ είχε ξεκινήσει η κλήρωση και η διαδικασία για την επόμενη εξέταση μπήκε στο γραφείο χωρίς να χτυπήσει την πόρτα ο κατηγορούμενος, ο οποίος, θα πρέπει να σημειωθεί πως ήταν ο εκπαιδευτής του Πελαγίδη. Με το που μπήκε στο γραφείο, διέκοψε τη διαδικασία της κλήρωσης και άρχισε να φωνάζει και να ζητά εξηγήσεις για την αποτυχία του μαθητή του. Ο μάρτυρας τού ανάφερε ότι παρόλο που το σέβεται δεν είχε το δικαίωμα να του δώσει εξηγήσεις, επικαλούμενος σχετικές οδηγίες από τη διεύθυνση και παραπέμποντάς τον στη νομοθεσία, η οποία αναφέρεται στο έντυπο (τεκμήριο 7). Ο κατηγορούμενος, αντί να συμμορφωθεί συνέχισε να φωνάζει οπότε παρενέβη ο Μ.Κ.1, ο οποίος τον παρακάλεσε να αποχωρήσει από το γραφείο, αφού είχε ήδη ξεκινήσει η διαδικασία εξέτασης των επόμενων υποψηφίων οδηγών. Ο κατηγορούμενος τότε, αντιδρώντας με μεγαλύτερο θυμό, χτύπησε τα χέρια του στο γραφείο του Μ.Κ.3 και του είπε: «Εν ξέρετε ποιος είμαι εγώ. Είμαι ο πρόεδρος του ΠΑΣΕΣΟ, παγκυπρίως, ήμουν πρώην εξεταστής και ξέρω τη δουλειά καλλύτερα που σας, εσείς δεν ξέρετε να κάμετε εξέταση, είστο αγενείς, αναξιόπιστοι και είστε και Παφίτες.» Ο Μ.Κ.3 τού είπε ξανά να ηρεμήσει και να μη χτυπά τα χέρια του στο γραφείο και αυτός τού απάντησε ότι είναι πολίτης, ότι το γραφείο του ανήκει και ότι απαιτεί να του δώσουν εξηγήσεις. Στη συνέχεια προσπαθούσε να τηλεφωνήσει - όπως τους είπε - στο Υπουργείο, για να τους εκφοβήσει. Ακολούθως, οι μάρτυρες ενημέρωσαν τηλεφωνικώς τον επαρχιακό τους, ο οποίος τούς έδωσε οδηγίες να τηλεφωνήσουν στην Αστυνομία, όπως και έγινε. Στην Αστυνομία τηλεφώνησε ο Μ.Κ.1 και ο κατηγορούμενος, μόλις το αντιλήφθηκε αποχώρησε από το γραφείο, λέγοντάς τους, «Αυτό το γεγονός δε θα μείνει ατιμώρητο και θα δείτε τι θα γίνει στις 7 του μηνός.» Προτού ο Μ.Κ.3 και ο Πελαγίδης μπουν στο αυτοκίνητο για την εξέταση, ο κατηγορούμενος περίμενε το μάρτυρα στο διάδρομο, έξω από το γραφείο και του είπε ότι ο μαθητής είναι δικός του και να τον περάσει. Ο μάρτυρας τού απάντησε ότι δεν μπορεί να του πει το αποτέλεσμα και ότι πρέπει πρώτα να τον εξετάσει. Έναντι των παραπάνω ισχυρισμών και θέσεων του μάρτυρα, ο κατηγορούμενος, στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 8), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτός για σκοπούς κυρίως εξέτασης, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής, τα οποία συνθέτουν τη δική του εκδοχή, αναφορικά με το επίδικο περιστατικό: Είναι εκπαιδευτής οδηγών και έχει τη σχολή του στη Λεμεσό. Προηγουμένως διετέλεσε εξεταστής οδηγών για απόκτηση άδειας οδηγού. Ο Γρηγόριος Πελαγίδης ήταν μαθητής του και επειδή η εξέταση υποψήφιων οδηγών για απόκτηση άδειας οδήγησης, στην Πάφο έχει μικρότερο χρόνο αναμονής από άλλες πόλεις, ο εν λόγω μαθητής του, που ας σημειωθεί ήταν κάτοχος Ελληνικής άδειας (διπλώματος) οδήγησης για 24 χρόνια, υπόβαλε αίτηση για να εξεταστεί στην Πάφο. Οι δυο τους, στις 31/7/2013 ήρθαν στην Πάφο για τη σχετική εξέταση. Μετά από αυτή, ο εξεταστής (Μ.Κ.3) απέρριψε τον Πελαγίδη, στον οποίο χορήγησε το έντυπο (τεκμήριο 7), στο οποίο αναγραφόταν ότι το βασικό λάθος που έκανε ο τελευταίος και συνεπεία του απότυχε ήταν ο χειρισμός του τιμονιού. Επειδή, όπως είναι διατυπωμένο το έντυπο δεν μπορεί κανείς να εξακριβώσει σε τι συνίσταται το λάθος χειρισμού του τιμονιού ώστε σε μεταγενέστερη εξέταση ο υποψήφιος να αποφύγει τα λάθη που είχε αντιληφθεί ο εξεταστής και καθώς η έδρα του ιδίου είναι η Λεμεσός και δεν είχε άλλη ευκαιρία να συναντήσει τον εξεταστή (Μ.Κ.3) μπήκε στο γραφείο των εξεταστών και το μόνο που ήθελε από το μάρτυρα ήταν να του γνωστοποιήσει τα λάθη χειρισμού στο τιμόνι στα οποία είχε υποπέσει ο μαθητής του ώστε να τον εκπαιδεύσει ανάλογα για τη μεταγενέστερη εξέτασή του. Ουδέποτε αμφισβήτησε την απόφαση του μάρτυρα για την αποτυχία του μαθητή του. Όταν μπήκε στο γραφείο κάθισε μπροστά από το γραφείο του Μ.Κ.3 και τον παρακάλεσε να του εξηγήσει τα λάθη που διέπραξε ο μαθητής του. Προτού του απαντήσει ο μάρτυρας παρενέβη με έντονο και αυστηρό ύφος ο Μ.Κ.1, ο οποίος, με βροντερή φωνή, το διέταξε να βγει έξω από το γραφείο των εξεταστών και τον απειλούσε ότι θα ειδοποιούσε την Αστυνομία. Μετά από αυτό, ο Μ.Κ.3 άλλαξε συμπεριφορά απέναντί του και του είπε να περάσει έξω από το γραφείο του, αφού είχε ήδη εξηγήσει στο μαθητή του τους λόγους που τον «έκοψε». Όταν το ρώτησε γιατί δε του δίνει μία εξήγηση και γιατί το βγάζει έξω από ένα δημόσιο γραφείο, ως εάν να το βγάζει έξω από το σπίτι του, αυτός θύμωσε και χτύπησε τη γροθιά του στο γραφείο του για να τον εκφοβίσει. Ο ίδιος ουδέποτε έχει χτυπήσει το χέρι του στο γραφείο του και ουδέποτε αμφισβήτησε την εξέτασή του. Εξαιτίας της επίθεσης των δυο εξεταστών αναγκάστηκε να επιχειρήσει να τηλεφωνήσει στο Διευθυντή του ΤΟΜ και στο Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων. Αυτοί δεν του απαντούσαν, ωστόσο, οι μάρτυρες είχαν αντιληφθεί την προσπάθειά του να τηλεφωνήσει στους προϊσταμένους τους, οπότε, όταν προσπάθησε να φύγει βρήκε την πόρτα του γραφείου τους κλειδωμένη και είχαν αφαιρέσει το κλειδί. Όταν τους ρώτησε γιατί η πόρτα ήταν κλειδωμένη, ο Μ.Κ.1 τού απάντησε ότι έπρεπε να παραμείνει εκεί μέχρι να έρθει η Αστυνομία. Όμως βρήκε το κλειδί πάνω από το ερμάρι μέσα στο γραφείο, ξεκλείδωσε και έφυγε. Καθ' όλη τη διάρκεια που βρισκόταν μέσα στο γραφείο ήταν πολύ ευγενικός. Ουδέποτε ύψωσε τη φωνή του και δεν ύβρισε μα ούτε και ενόχλησε κανένα. Την ίδια μέρα έστειλε έγγραφη διαμαρτυρία στο Διευθυντή του Τμήματος Οδικών Μεταφορών για τη συμπεριφορά των υφισταμένων του (Μ.Κ.1 και 3). Αυτός, τον πήρε τηλέφωνο και τον παρακάλεσε να μην προχωρήσει σε καταγγελία τους για παράνομη φυλάκισή του από αυτούς και ότι θα φρόντιζε να διευθετηθεί και να λήξει φιλικά το όλο ζήτημα, χωρίς να καταχωρηθούν ποινικές υποθέσεις. Στις 21/11/2013, ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων (Μ.Υ.1), τον κάλεσε στο γραφείο του στη Λευκωσία με σκοπό τη διευθέτηση της υπόθεσης που προέκυψε με την παράνομη φυλάκισή του και τον ισχυρισμό των Μ.Κ.1 και 3 ότι εισήλθε στο γραφείο τους με σκοπό να τους ενοχλήσει. Στη συνάντηση - όπου, εκτός από τον ίδιο και το Μ.Υ.1 παρευρέθηκαν και οι Μ.Κ.1 και 3 καθώς και ο προϊστάμενος του γραφείου της Πάφου -, όλοι οι παρευρισκόμενοι, τον παρακάλεσαν να αποσύρει κάθε παράπονό του εναντίον των Μ.Κ.1 και 3 και εκείνοι, με τη σειρά τους, δε θα είχαν παράπονο εναντίον του. Προς επιβεβαίωση αυτών ετοιμάστηκε επί τόπου η επιστολή (τεκμήριο 2), την οποία υπόγραψε, με την οποία απολογείτο στους Μ.Κ.1 και 3, με αντάλλαγμα να σταματήσει κάθε παράπονο εναντίον του. Δε θα υπόγραφε την επιστολή, εάν γνώριζε ότι οι μάρτυρες δε θα κρατούσαν την υπόσχεσή τους να αποσύρουν με τη σειρά τους το παράπονό τους εναντίον του, για δήθεν παράνομη είσοδό του στα γραφεία της Αρχής Μεταφορών Πάφου. Οι Μ.Κ.1 και 3 εξασφάλισαν με δόλο την έγγραφη απολογία του. Δεν έχει εισέλθει παράνομα στο γραφείο τους με σκοπό να διαπράξει οχληρία, δεν έχει δημιουργήσει οποιαδήποτε οχληρία ενώ βρισκόταν εντός του εν λόγω γραφείου και δεν έχει χτυπήσει τα χέρια του στο γραφείο του Μ.Κ.3. Και οι δυο αυτοί μάρτυρες δεν έλεγαν την αλήθεια στο Δικαστήριο. Το λόγο για τον οποίο τον αντιμετώπισαν έτσι εχθρικά, ενώ ο ίδιος ήταν πάντοτε ευγενικός μαζί τους, το διαπίστωσε στο Δικαστήριο κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας τους, αφού είχαν συνδέσει τη θέση του ως προέδρου του Παγκύπριου Συνδέσμου Εκπαιδευτών Σχολών Οδηγών (ΠΑΣΕΣΟ), όπου σε τηλεοπτική εκπομπή ανάφερε ότι κάποιος συνάδελφός τους είναι ανάπηρος και δεν δικαιολογείται να κατέχει θέση εξεταστή. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω στο σύνολό του το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες καθώς και τον κατηγορούμενο, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει στο στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων η πραγματική μαρτυρία, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326,366: «.η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας». Για εκτενέστερη ανάλυση του όρου πραγματική ή εμπράγματη μαρτυρία, ιδιαίτερα χρήσιμη αναφορά γίνεται στην υπόθεση Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298. Τέλος παραπέμπω και στην υπόθεση Αλ - Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117 σύμφωνα με την οποία, η προσφυγή στο ψεύδος δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Αντιπαραβάλλοντας τις εκατέρωθεν εκδοχές, ασφαλώς, υπό το φως του συνόλου της προσαχθείσας μαρτυρίας είμαι βέβαιος, ότι τα πραγματικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία - ως μαρτύρων - των Μ.Κ.1 και 3 που είναι και οι ουσιώδεις μάρτυρες για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής είναι θετική. Και οι δυο, απαντούσαν αυθόρμητα και με ειλικρίνεια σ' όλες τις ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν και αντεξεταζόμενοι κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία τους επί της ουσίας όσων ανάφεραν, χωρίς να μου διαφεύγει ότι, στο βαθμό που επιχειρήθηκε αμφισβήτησή τους, αυτό, σε αρκετές περιπτώσεις έγινε με αντιφατικό τρόπο, υπό την έννοια ότι, για το ίδιο θέμα, άλλα υποβάλλονταν στους μάρτυρες από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου και άλλα έλεγε ο ίδιος, ενώ, σε μια περίπτωση, για το ίδιο θέμα, υποβλήθηκαν διαφορετικά πράγματα στους μάρτυρες. Περαιτέρω είναι και το γεγονός, ότι, μερικές από τις υποβολές που τους έγιναν παρέμειναν έωλες. Αναμφίβολα, οι μάρτυρες υπέπεσαν και σε κάποιες αντιφάσεις, τόσο αυτοτελώς όσο και μεταξύ τους. Παρόλα αυτά, ελάχιστη έως καθόλου σημασία αποδίδω στο γεγονός αυτό και τούτο, επειδή, οι εν λόγω αντιφάσεις είναι τόσο ασήμαντες, αφού αφορούν σε μικρολεπτομέρειες, οπότε όχι μόνο δεν τις θεωρώ ικανές να αποδυναμώσουν τη μαρτυρία είτε του ενός είτε του άλλου - την οποία γενικά θεωρώ αξιόπιστη -, αλλά, αντίθετα, την ενδυναμώνουν. Οι εν λόγω αντιφάσεις, αν αποδεικνύουν κάτι είναι την ανυπαρξία προσυνεννόησης μεταξύ τους για το τι θα κατάθεταν στο Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει, τις όποιες αντιφάσεις στις οποίες αυτοί υπέπεσαν, τις αποδίδω και στην πάροδο του μακρού χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε από τότε που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα μέχρι και την ημέρα που κατάθεσαν γι' αυτά στο Δικαστήριο. Ακόμη ένας λόγος για τον οποίο θεωρώ αξιόπιστους και τους δυο, αυτούς, μάρτυρες είναι και το γεγονός, ότι, η μαρτυρία τους συνάδει και με τη γραπτή μαρτυρία, η οποία αποτελεί και πραγματική μαρτυρία, με ό,τι αυτό σημαίνει για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, ως θέμα αρχής (βλ. τις Δημητρίου και Γιωργαλλά ανωτέρω). Και κάτι ακόμη. Η μαρτυρία τους, σε σημαντικό βαθμό επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία, τόσο του κατηγορουμένου όσο και του Μ.Υ.
  1. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία τους, επί της ουσίας γίνεται αποδεκτή. Η μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 3218 Αντρέα Ιωάννου (Μ.Κ.2) είναι αποδεκτή, αφού, εκτός από αξιόπιστη παρέμεινε και αναντίλεκτη. Επί της ουσίας, δεκτή στο σύνολό της, βασικά και ως αναντίλεκτη, εκτός από αξιόπιστη είναι και η μαρτυρία του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων, Αλέκου Μιχαηλίδη (Μ.Υ.1). Επειδή, όπως θα διαφανεί αργότερα έχει σημασία, θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω από τώρα τα ουσιώδη γεγονότα που απορρέουν από τη μαρτυρία του. Ειδικότερα: Όταν ο κατηγορούμενος είχε κάνει κάποια παράπονα στο Υπουργείο - χωρίς, ωστόσο ο μάρτυρας να αναφέρεται στο περιεχόμενό τους - για τη συμπεριφορά των Μ.Κ.1 και 3, επειδή είχαν αρκετά παρόμοια περιστατικά στο συγκεκριμένο επαρχιακό γραφείο αποφάσισε να καλέσει σε κοινή συνάντηση στο γραφείο του τον κατηγορούμενο και τους δυο μάρτυρες. Αυτό, το έκανε μετά που συνεννοήθηκε και με τους δυο μάρτυρες, ότι σε περίπτωση που τους απολογηθεί ο κατηγορούμενος, αυτοί θα αποσύρουν την οποιαδήποτε καταγγελία έκαναν στην Αστυνομία ή οπουδήποτε. Μετά που υποσχέθηκαν ότι είναι διατεθειμένοι να το πράξουν και να τελειώσει εκεί η παρεξήγηση είπε να τους καλέσει στο γραφείο του. Εκεί, του είπαν ότι εάν ο κατηγορούμενος τούς δώσει μια γραπτή απολογία, αυτοί θα αποσύρουν τις οποιεσδήποτε κατηγορίες έκαναν στην Αστυνομία. Την ίδια στιγμή υπαγόρευσε στην ιδιαιτέρα του την επιστολή (τεκμήριο 2), την οποία είδε ο κατηγορούμενος. Αφού έκανε κάποια μικροδιόρθωση στο κείμενο, την υπόγραψε. Οι Μ.Κ.1 και 3 δεν του εξέφρασαν φόβο ότι θα κινούσαν αγωγή. Το περιεχόμενο της επιστολής ακολουθεί αυτούσιο: «Άνθος Χριστοδούλου 12 Robert Kennedy 3076 Λεμεσός 21 Νοεμβρίου 2013 Επαρχιακό Μηχανικό Τμήματος Οδικών Μεταφορών Πάφου Αναφέρομαι στο περιστατικό που έλαβε χώρα στα γραφεία σας στην Πάφο στις 31.7.2013 και πιο συγκεκριμένα μεταξύ μου εμένα και των Λειτουργών κ.κ. Γιάννη Βάννα και Αλέξη Ονοιφρίου. Με την παρούσα επιθυμώ να απολογηθώ προς τους πιο πάνω λειτουργούς αν στην προσπάθειά μου να πάρω τις διευκρινήσεις που ήθελα τους έχω θίξει καθ' οιονδήποτε τρόπο. Άνθος Χριστοδούλου» Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του κατηγορούμενου ως μάρτυρα είναι αρνητική. Και τούτο, επειδή, σε ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης υπήρξε αντιφατικός, προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας, χωρίς να μου διαφεύγει και το γεγονός, ότι, ακόμη και ο μάρτυράς του (Μ.Υ.1), με όσα επί της ουσίας ανάφερε σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 2 - που αποτελεί πραγματική μαρτυρία - το οποίο, όπως είπε αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας συνέταξε με τη βοήθειά του, περισσότερο επιβεβαιώνει τους Μ.Κ.1 και 3 παρά τον ίδιο. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία του, με εξαίρεση εκείνο το μέρος της που αποδεικνύεται από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία απορρίπτεται ως αναξιόπιστη, σαφώς κατασκευασμένη και ψευδής. Τα παραδείγματα που ακολουθούν, κατά τη γνώμη μου, αιτιολογούν επαρκώς, όλες τις παραπάνω διαπιστώσεις μου: Στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 8), το περιεχόμενο της οποίας - για να επαναλάβω - υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής - στην παράγραφο 18 -: Όταν προσπάθησε να φύγει από το γραφείο των Μ.Κ.1 και 3 βρήκε την πόρτα του γραφείου τους κλειδωμένη. Οι μάρτυρες είχαν αφαιρέσει το κλειδί. Όταν τους ρώτησε γιατί η πόρτα ήταν κλειδωμένη, ο Μ.Κ.1 τού απάντησε ότι έπρεπε να παραμείνει εκεί μέχρι να έρθει η Αστυνομία. Ωστόσο, ο ίδιος βρήκε το κλειδί πάνω από το ερμάρι που βρισκόταν μέσα στο γραφείο, ξεκλείδωσε και έφυγε. Το πόσο «βάσιμος» είναι ο εν λόγω ισχυρισμός του αποδεικνύεται από τα εξής: ο ευπαίδευτος δικηγόρος του, για το ίδιο θέμα υπόβαλε στο Μ.Κ.1 ότι ο ίδιος ή κάποιος από τους συναδέλφους του κλείδωσε τον κατηγορούμενο στο γραφείο για να έρθει η Αστυνομία να το βρει, αλλά δυστυχώς έφυγε γιατί του άνοιξαν να φύγει. Για το ίδιο, πάντοτε, θέμα, ο κ. Αποστολίδης, στο Μ.Κ.3 υπόβαλε πως όταν ο κατηγορούμενος αποπειράθηκε να φύγει βρήκε την πόρτα κλειδωμένη. Όταν μετά την απάντηση του μάρτυρα ότι αυτό είναι λάθος, διότι αυτοί παρακαλούσαν τον κατηγορούμενο να φύγει, οπότε και διερωτήθηκε ποιος κλείδωσε την πόρτα, ο κ. Αποστολίδης τού ζήτησε να πει ο ίδιος ποιος την κλείδωσε. Το πόσο αντιφατικές - εκτός από παράλογες - είναι οι εκδοχές του κατηγορούμενου για το θέμα είναι ολοφάνερο. Στη γραπτή κατάθεσή του και πάλι και συγκεκριμένα στις παραγράφους 12, 13 και 14 ισχυρίζεται τα εξής: μπήκε στο γραφείο των εξεταστών και κάθισε μπροστά από το γραφείο του Μ.Κ.3 και τον παρακάλεσε να του εξηγήσει τα λάθη που διέπραξε ο μαθητής του στο χειρισμό του τιμονιού ώστε με τη σειρά του να τον εκπαιδεύσει ανάλογα. Προτού ο μάρτυρας του απαντήσει, ο Μ.Κ.1, με έντονο και αυστηρό ύφος και με βροντερή φωνή, το διέταξε να βγει έξω από το γραφείο των εξεταστών και τον απειλούσε ότι θα ειδοποιούσε την Αστυνομία. Μετά από αυτό, ο Μ.Κ.3 άλλαξε συμπεριφορά απέναντί του και του είπε να περάσει έξω από το γραφείο του, αφού είχε ήδη εξηγήσει στο μαθητή του, τους λόγους που τον «έκοψε». Η προσπάθεια του κατηγορούμενου να αντιστρέψει τα γεγονότα, αναφορικά με τη συμπεριφορά που καθένας από τους τρεις πρωταγωνιστές είχε εκδηλώσει κατά το επίδικο περιστατικό - που αποτελεί κοινό έδαφος ότι έλαβε χώρα - καταφαίνεται από το γεγονός, ότι, ενώ καταλογίζει στο Μ.Κ.3 αλλαγή συμπεριφοράς, μετά την επέμβαση του Μ.Κ.1, διέλαθε της προσοχής του, ότι, όπως ο ίδιος παραθέτει - αναληθώς - τα γεγονότα δεν αναφέρει οτιδήποτε για το πώς ήταν η συμπεριφορά του Μ.Κ.3 έναντί του προτού επέμβει ο Μ.Κ.1, για να έχει νόημα ο ισχυρισμός του περί αλλαγής συμπεριφοράς του πρώτου. Στην τελευταία παράγραφο της ίδια κατάθεσης ισχυρίζεται ότι το λόγο για τον οποίο οι Μ.Κ.1 και 3 τον αντιμετώπισαν εχθρικά, ενώ ο ίδιος ήταν πάντοτε ευγενικός μαζί τους, το διαπίστωσε στο Δικαστήριο κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας τους, αφού είχαν συνδέσει τη θέση του ως προέδρου του Παγκύπριου Συνδέσμου Εκπαιδευτών Σχολών Οδηγών, όπου σε τηλεοπτική εκπομπή στο κανάλι «Σίγμα» ανάφερε ότι κάποιος εξεταστής, συνάδελφός τους είναι ανάπηρος και δε δικαιολογείται να κατέχει θέση εξεταστή. Είναι γεγονός, ότι στο Μ.Κ.1 υποβλήθηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του, ότι εξαιτίας της συγκριμένης εκπομπής τον είχαν στο στομάχι. Ενωρίτερα δε, έστω έμμεσα, ο κ. Αποστολίδης τού υπόβαλε ότι η εναντίον του κατηγορούμενου καταγγελία τους ήταν υπό τύπον συνωμοσίας. Ωστόσο, στο Μ.Κ.3 αποδόθηκε εντελώς διαφορετικό κίνητρο στους μάρτυρες για την καταγγελία του κατηγορούμενου. Η σχετική υποβολή προς το μάρτυρα ακολουθεί αυτούσια: «Σου υποβάλλω, ότι ένεκα του ότι ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε το αυτοκίνητο του Σάββα Ευθυμίου, ήταν και η συμπεριφορά σας απέναντι του κατηγορούμενου για να τον προσάξετε στο Δικαστήριο.» Το ερώτημα ποια από τις δυο εκδοχές ισχύει παρέμεινε αναπάντητο. Εν πάση περιπτώσει, για λόγους που άπτονται της αξιοπιστίας των Μ.Κ.1 και 3 από τη μια και της αναξιοπιστίας του κατηγορούμενου από την άλλη, ως μαρτύρων, ούτε η μια εκδοχή του τελευταίου ισχύει μα ούτε και η άλλη, αφού, τα γεγονότα στον ουσιώδη χρόνο διαδραματίστηκαν όπως ανάφεραν οι δυο μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής και όχι όπως αναληθώς και με αντιφατικό τρόπο προσπάθησε να με πείσει ο κατηγορούμενος. Και κάτι ακόμη. Ούτε και είναι ορθό ότι είναι οι μάρτυρες που προσήγαγαν τον κατηγορούμενο στο Δικαστήριο. Οι μάρτυρες κατάγγειλαν το επίδικο περιστατικό στην Αστυνομία, η οποία, ακολούθως, προφανώς, στη βάση του συνόλου της μαρτυρίας που είχε εξασφαλίσει αποφάσισε την άσκηση της ποινικής δίωξης του κατηγορούμενου. Ούτε και μου διαφεύγει ότι στον εξεταστή της υπόθεσης (Μ.Κ.2), ο οποίος, στις 29/8/2013 πήρε ανακριτική κατάθεση (τεκμήριο 4) από τον κατηγορούμενο για το επίδικο περιστατικό και την ίδια μέρα, τον κατηγόρησε γραπτώς (τεκμήριο 5 η γραπτή κατηγορία) για το αδίκημα που αντιμετωπίζει στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, δεν υποβλήθηκε οποιαδήποτε ερώτηση, που να αποβλέπει σε στοιχειοθέτηση της θέσης του κατηγορούμενου, πως, ούτε λίγο ούτε πολύ, η απόφαση να κατηγορηθεί γραπτώς για το αδίκημα της υπό κρίση κατηγορίας και ακολούθως να προσαχθεί γι' αυτό στο Δικαστήριο, ήταν των Μ.Κ.1 και
  2. Ισχυρίζεται ακόμη ο κατηγορούμενος στην ίδια κατάθεση (παράγραφος 19), ότι, καθ' όλη τη διάρκεια που βρισκόταν στο γραφείο του Μ.Κ.3 ήταν πολύ ευγενικός. Ουδέποτε ύψωσε τη φωνή του και κανένα δεν ύβρισε και ενόχλησε όπως θέλουν να τον παρουσιάσουν οι Μ.Κ.1 και
  3. Φυσικά, στην ανακριτική του κατάθεση αναφέρει ότι μετά που οι μάρτυρες είχαν κλειδώσει την πόρτα του γραφείου και αφαίρεσαν το κλειδί και τον περιέβαλαν σε ομηρία μέχρι να έρθει η Αστυνομία, παρότι εξεμάνη και είχε το κάθε δικαίωμα, μιας και οι μάρτυρες τον είχαν κλειδώσει χωρίς τη θέλησή του, δεν αντέδρασε και βρήκε το κλειδί και έφυγε. Παρά την κρίση μου να τον κηρύξω αναξιόπιστο ως μάρτυρα, στην έκταση που αναφέρεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω) και ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι δε δέχομαι τον ισχυρισμό του, ότι οι μάρτυρες ή οποιοσδήποτε άλλος, τον είχαν κλειδώσει στο γραφείο, εντούτοις, επειδή ο ίδιος, γενικά, μου φαίνεται αρκετά ευφυής άνθρωπος και με κάποιο επίπεδο, οφείλω να του υποδείξω τα εξής: Ο ισχυρισμός του στην ανακριτική του κατάθεση ότι εξεμάνη δε συνάδει με τον ισχυρισμό του πως δεν αντέδρασε. «Μαίνομαι» κατά το Γ. Μπαμπινιώτη και το «Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας» Β' Έκδοση, σελ. 1037 σύμφωνα με την πρώτη ερμηνεία σημαίνει διακατέχομαι από μανία, συμπεριφέρομαι σαν τρελός. Σύμφωνα με τη δεύτερη, εκφράζω με ασυγκράτητο τρόπο την οργή και την αντίθεσή μου σε κάτι. Τέλος, σύμφωνα με την τρίτη, εκδηλώνομαι με ασυγκράτητη ορμή. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο ρήμα μού επιτρέπει νομίζω να πω ότι, στην περίπτωσή του ισχύει η ρήση «γλώσσα λανθάνουσα τ' αληθή λέγει» υπό την εξής έννοια: Ενώ δέχομαι ότι στον ουσιώδη χρόνο εξεμάνη, αυτό συνέβηκε, όχι για τον ψευδή λόγο που ισχυρίζεται ο ίδιος στην ανακριτική του κατάθεση και ουσιαστικά επανέλαβε στο Δικαστήριο, αλλά, για τον πραγματικό λόγο - και κυρίως, με τον τρόπο - που προκύπτει από την αξιόπιστη μαρτυρία και των δυο ουσιωδών μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής (Μ.Κ.1 και 3) που είναι ο εξής: Όντας εκπαιδευτής οδηγών ο ίδιος και πρόεδρος του Παγκύπριου Συνδέσμου Εκπαιδευτών Σχολών Οδηγών και προηγουμένως, εξεταστής οδηγών, δηλαδή, συνάδελφος των Μ.Κ.1 και 3 δεν μπορούσε να δεχτεί το γεγονός, ότι, ένας εκπαιδευόμενός του για απόκτηση άδειας οδηγού, κατά τη σχετική εξέταση είχε αποτύχει τη στιγμή μάλιστα, που προτού αρχίσει η εξέτασή του από το Μ.Κ.3, ο ίδιος τον περίμενε στο διάδρομο έξω από το γραφείο του και αφού τον πληροφόρησε ότι ο υπό εξέταση μαθητής είναι δικός του, στη συνέχεια του ζήτησε να τον περάσει. Το περιεχόμενο της επιστολής (τεκμήριο 2) που συνέταξε ο Μ.Υ.1 με τη βοήθεια του κατηγορούμενου, την οποία αυτός υπόγραψε εκτίθεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω). Επομένως δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω. Όσα ακολουθούν αφορούν στο λόγο για τον οποίο υπογράφτηκε από τον κατηγορούμενο, κατά τον ίδιο καθώς και στην ερμηνεία που αποδίδει στο συγκεκριμένο έγγραφο. Ειδικότερα: Στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 8) αναφέρει τα εξής: Μετά που είχε διαμαρτυρηθεί γραπτώς στο Διευθυντή του Τμήματος Οδικών Μεταφορών για τη συμπεριφορά των υφισταμένων του (Μ.Κ.1 και 3) έναντί του, αυτός τον πήρε τηλέφωνο και τον παρακάλεσε να μην προχωρήσει σε καταγγελία τους για την παράνομη φυλάκισή του από αυτούς και θα φρόντιζε να διευθετηθεί το όλο ζήτημα και να λήξει φιλικά, χωρίς να καταχωρηθούν ποινικές υποθέσεις. Στις 21/11/2013, ο Μ.Υ.1 τον κάλεσε στο γραφείο του στο Υπουργείο με σκοπό τη διευθέτηση της υπόθεσης που προέκυψε με την παράνομη φυλάκισή του και τον ισχυρισμό των Μ.Κ.1 και 3 ότι εισήλθε στο γραφείο τους με σκοπό να τους ενοχλήσει. Κατά την εν λόγω συνάντηση, παρόντες ήταν ο Μ.Υ.1, οι Μ.Κ.1 και 3 και ο προϊστάμενος του γραφείου (τους) στην Πάφο. Εκεί, όλοι οι παρευρισκόμενοι τον παρακάλεσαν να αποσύρει κάθε παράπονο εναντίον των Μ.Κ.1 και 3 και εκείνοι, με τη σειρά τους δε θα είχαν παράπονο εναντίον του. Προς επιβεβαίωση ετοιμάστηκε η επιστολή (τεκμήριο 2), την οποία φαινόταν ότι απέστελλε ο ίδιος προς τον Επαρχιακό Μηχανικό του Τμήματος Οδικών Μεταφορών Πάφου, με την οποία απολογείτο προς τους λειτουργούς (Μ.Κ.1 και 3) και σε αντάλλαγμα να σταματήσει κάθε παράπονο εναντίον του. Δε θα υπόγραφε την εν λόγω επιστολή, εάν γνώριζε ότι οι μάρτυρες δε θα κρατούσαν την υπόσχεσή τους να αποσύρουν με τη σειρά τους το παράπονό τους εναντίον του για δήθεν παράνομη είσοδό του στα γραφεία της Αρχής Μεταφορών Πάφου. Παρατηρώ τα εξής: Εάν ευσταθούσε ο ισχυρισμός του ότι κατά το επίδικο περιστατικό είχε φυλακιστεί από τους Μ.Κ.1 και 3, σε αντίθεση με το δικό τους ότι εισήλθε παράνομα στο γραφείο τους με σκοπό να τους ενοχλήσει, τον οποίο δεν αποδέχεται θεωρώ αδιανόητο το γεγονός ότι δέχθηκε να υπογράψει ένα έγγραφο, το οποίο μάλιστα, όπως είπε ο Μ.Υ.1 είχε ετοιμαστεί και με τη βοήθειά του, με το οποίο, αναφερόμενος στο επίδικο περιστατικό, ενώ ο ίδιος απολογείται στους Μ.Κ.1 και 3, χωρίς να έχει κάνει οτιδήποτε σε βάρος τους, όπως είναι η θέση του, δε ζήτησε να προβούν και αυτοί σε ανάλογη δήλωση απολογίας προς τον ίδιο, για το γεγονός, όπως και πάλι είναι η θέση του, ότι κατά τον ίδιο χρόνο και στο πλαίσιο του ίδιου περιστατικού, τον είχαν φυλακίσει. Το πόσο παράλογοι είναι οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί του είναι ολοφάνερο. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Ο Μ.Υ.1 που σύνταξε την επίμαχη επιστολή με τη βοήθειά του, ο οποίος κρίθηκε αξιόπιστος, όταν στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, του υποδείχθηκε το συγκεκριμένο έγγραφο και κλήθηκε να πει πως είχε εμπλακεί στην υπόθεση, δεν επιβεβαίωσε τον κατηγορούμενο επί των ακόλουθων ισχυρισμών του: καταρχήν, ότι ο ίδιος τον είχε καλέσει στο γραφείο του με σκοπό τη διευθέτηση της υπόθεσης που προέκυψε με την παράνομη φυλάκισή του από τους Μ.Κ.1 και
  4. Ακολούθως, ότι κατά τη συνάντηση, όλοι οι παρευρισκόμενοι τον παρακάλεσαν να αποσύρει κάθε παράπονό του εναντίον των τελευταίων. Ο μάρτυρας ανάφερε τα εξής: ο κατηγορούμενος είχε κάνει κάποια παράπονα (χωρίς να προβαίνει σ' οποιαδήποτε αναφορά στη φύση και το περιεχόμενό τους) στο Υπουργείο για τη συμπεριφορά των Μ.Κ.1 και
  5. Επειδή είχαν αρκετά παρόμοια περιστατικά στο συγκεκριμένο γραφείο, ο ίδιος είχε αποφασίσει να καλέσει και τους τρεις σε κοινή συνάντηση στο γραφείο του. Αυτό, το έκανε μετά που προσυννοήθηκε με τους Μ.Κ.1 και 3, ότι σε περίπτωση που τους απολογηθεί ο κατηγορούμενος, αυτοί θα αποσύρουν την οποιαδήποτε καταγγελία έκαναν στην Αστυνομία ή οπουδήποτε. Μετά που του είχαν υποσχεθεί ότι είναι διατεθειμένοι να το κάνουν αυτό και να τελειώνει εκεί η παρεξήγηση, είπε να τους καλέσει στο γραφείο του. Εκεί, οι δύο μάρτυρες δέχθηκαν και του είπαν ότι εάν ο κατηγορούμενος τούς δώσει μια γραπτή απολογία, αυτοί θα αποσύρουν τις οποιεσδήποτε κατηγορίες έκαναν στην Αστυνομία (προφανώς, εναντίον τους ήθελε να πει). Κάτω από αυτές τις συνθήκες υπαγόρευσε στην ιδιαιτέρα του την επιστολή (τεκμήριο 2), την οποία ο κατηγορούμενος, αφού έκανε κάποια μικροδιόρθωση στο κείμενο, υπόγραψε. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό, πως, όταν ο μάρτυρας ρωτήθηκε από το δικηγόρο του κατηγορούμενου, εάν κατάλαβε ότι η υπογραφή του συγκεκριμένου εγγράφου ήταν κατόπιν υποχρέωσης των παραπονούμενων, απάντησε αρνητικά. Όπως είπε: «Δεν είναι έτσι, είχαν υποσχεθεί ότι εάν είχαν έτσι επιστολή από τον κ. Χριστοδούλου, θα απέσυραν οτιδήποτε εναντίον του κ. Χριστοδούλου.» Ο μάρτυρας επανέλαβε περίπου τα ίδια και αντεξεταζόμενος. Απ' όσα προηγήθηκαν είναι σαφές, ότι, η γραπτή απολογία του κατηγορούμενου προς τους μάρτυρες, ήταν σε συνάρτηση, μόνο με την υπόσχεσή τους ότι θα απέσυραν την εναντίον του καταγγελία τους - και τούτο, παρά τον περί αντιθέτου ισχυρισμό τους ότι δεν έδωσαν τέτοια υπόσχεση, τον οποίο ασφαλώς και δεν αποδέχομαι -, χωρίς οποιαδήποτε υπόσχεση εκ μέρους του κατηγορούμενου για απόσυρση του παραπόνου του ότι αυτοί τον είχαν δήθεν φυλακίσει. Το πόσο εκτίθεται ο κατηγορούμενος από το μάρτυρά του είναι ολοφάνερο. Για το ίδιο θέμα, ας δούμε και πως αντεξετάστηκαν οι Μ.Κ.1 και 3 από το δικηγόρο του. Αρχίζοντας από τον πρώτο, όταν κάποια στιγμή ισχυρίστηκε ότι ο Μ.Υ.1 τούς είχε καλέσει στο γραφείο του στη Λευκωσία για να τους απολογηθεί ο κατηγορούμενος για το επίδικο περιστατικό, ακολούθως ρωτήθηκε από τον κ. Αποστολίδη εάν ήταν μόνο γι' αυτό ή εάν ήταν για να αποσύρουν αυτοί το παράπονό τους εναντίον του κατηγορούμενου και αυτός το δικό του για πειθαρχικές διώξεις εναντίον τους. Εκτός του ότι ο Μ.Υ.1, ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε ζητήσει την άσκηση πειθαρχικής δίωξης εναντίον των Μ.Κ.1 και 3 είναι και το γεγονός, ότι, ο κατηγορούμενος, στη γραπτή κατάθεσή του (παράγραφος 21) ισχυρίζεται ότι ο Διευθυντής του Τμήματος Οδικών Μεταφορών, μετά το μήνυμα που του έστειλε (με το οποίο διαμαρτυρόταν για τη συμπεριφορά των υφισταμένων του) τον πήρε τηλέφωνο και τον παρακάλεσε να μην προχωρήσει σε καταγγελία των υφισταμένων του (Μ.Κ.1 και 3) για παράνομη φυλάκισή του από αυτούς και θα φρόντιζε να διευθετηθεί το όλο ζήτημα και να λήξει φιλικά, χωρίς να καταχωρηθούν ποινικές υποθέσεις. Εκτός του ότι η πειθαρχική δίωξη είναι τελείως διαφορετικό πράγμα από την ποινική δίωξη, από τα παραπάνω ανακύπτει ακόμη ένας λόγος που εξουδετερώνει τη θέση του κατηγορούμενου, ότι ο ίδιος είχε δήθεν υποσχεθεί να αποσύρει κάθε παράπονό του εναντίον των Μ.Κ.1 και
  6. Αφ' ης στιγμής, μέχρι και την ημερομηνία της συνάντησης στο γραφείο του Μ.Υ.1, ο ίδιος δεν είχε προχωρήσει σε καμιά καταγγελία εναντίον των δυο αυτών μαρτύρων, ζητώντας την άσκηση, είτε της πειθαρχικής είτε της ποινικής δίωξής τους, παρά μόνο περιορίστηκε σε γραπτή διαμαρτυρία προς το Διευθυντή του Τμήματος Οδικών Μεταφορών για τη συμπεριφορά τους έναντι του στον ουσιώδη χρόνο, εξ αντικειμένου, κατά την εν λόγω συνάντηση στο γραφείο του Μ.Υ.1 δεν τίθετο θέμα υπόσχεσης ή δέσμευσής του να αποσύρει οποιοδήποτε παράπονο εναντίον τους. Και ενώ αυτή ήταν η γραμμή αντεξέτασης η οποία υποβλήθηκε στο Μ.Κ.1, ο κ. Αποστολίδης, αντεξετάζοντας για το ίδιο θέμα το Μ.Κ.3 περιορίστηκε να του υποβάλει - την ορθή θέση - ότι κατά τη συνάντηση στο γραφείο του Μ.Υ.1, αυτός τούς είχε αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος θα προέβαινε σε γραπτή απολογία και ο μάρτυρας θα απέσυρε το παράπονό του. Προφανώς, ουδείς νοήμων άνθρωπος απολογείται σε κάποιο άλλο και οπουδήποτε για κάτι που δεν έκανε. Και κάτι ακόμη που αναδεικνύει το μέγεθος της αναξιοπιστίας του κατηγορούμενου ως μάρτυρα. Ενώ με τη γραπτή του κατάθεση (τεκμήριο 8) το περιεχόμενο της οποία υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης αναφέρεται στην παράκληση του Διευθυντή του Τμήματος Οδικών Μεταφορών να μην προχωρήσει σε καταγγελία των Μ.Κ.1 και 3 για την παράνομη φυλάκισή του από αυτούς και θα φρόντιζε να διευθετηθεί το όλο ζήτημα φιλικά, χωρίς να καταχωρηθούν ποινικές υποθέσεις και ο δικηγόρος του, αντεξετάζοντας το Μ.Κ.1 αναφέρθηκε στο παράπονό του για πειθαρχικές διώξεις εναντίον των Μ.Κ.1 και 3, αντεξεταζόμενος ο ίδιος, για το ίδιο, πάντοτε, θέμα προέβαλε ακόμη μία εκδοχή. Όταν κλήθηκε να εξηγήσει γιατί υπόγραψε την απολογία (τεκμήριο 2) αφού, όπως είναι η θέση του, τα γεγονότα δεν είναι σύμφωνα με το περιεχόμενο της απολογίας του, απάντησε ως εξής: «Μας είχε καλέσει ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Συγκοινωνιών, κατόπιν που του είχα κάνει παράπονο και μας είχε καλέσει μια καλή μέρα στο γραφείο του, εμένα και τους εξεταστές μαζί με τον υπεύθυνο των εξεταστών, ο οποίος την καθορισμένη μέρα δεν ήταν παρών στο γραφείο. Κατόπιν συζήτησης έκρινε ο Γενικός Διευθυντής, γιατί είχα πρόθεση να κινήσω αγωγή, με καθησύχασε και είπε τέλος πάντων για να πάει το πάσα κακό, ετοίμασε η γραμματέας του την ίδια ώρα αυτό το τεκμήριο. » Η ευκολία με την οποία, για το ίδιο θέμα μετακινιόταν από τη μια θέση στην άλλη είναι ολοφάνερη. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας του ως μάρτυρα. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανάφερα κατά τη κρίση μου, τα ουσιαστικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι τα εξής: Ο Αλέξης Ονουφρίου και ο Ιωάννης Βάννας (Μ.Κ.1 και 3, αντίστοιχα), στον ουσιώδη χρόνο εργάζονταν στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών Πάφου. Και οι δυο ήταν εξεταστές υποψηφίων οδηγών για απόκτηση άδειας οδήγησης. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο κατηγορούμενος Άνθος Χριστοδούλου ήταν εκπαιδευτής οδηγών. Προηγουμένως, ήταν και αυτός εξεταστής οδηγών. Στις 31/7/2013 και μεταξύ των ωρών 12:15 - 13:00, ο Μ.Κ.3 είχε αναλάβει την εξέταση του υποψηφίου οδηγού - μαθητή και εκπαιδευομένου του κατηγορούμενου -, Γρηγόριου Πελαγίδη, ο οποίος απότυχε. Ο μάρτυρας τού εξήγησε τους λόγους της αποτυχίας του όταν επέστρεψαν στο γραφείο του, στο οποίο, εκτός από τον ίδιο εργάζονταν και οι Μ.Κ.1 και Γιαννάκης Αντωνίου. Παράλληλα εξέδωσε και το έντυπο (τεκμήριο 7) που αποτελεί τη σχετική έκθεση εξέτασης που ετοίμασε την οποία παρέδωσε στον Πελαγίδη. Σ' αυτή αναφέρονται οι λόγοι της αποτυχίας του. Ο τελευταίος, αφού την παρέλαβε και ευχαρίστησε, ακολούθως αποχώρησε από το γραφείο. Να σημειωθεί ότι καθ' ον χρόνο ο μάρτυρας μαζί με τον Πελαγίδη κατευθύνονταν από το γραφείο του πρώτου προς το αυτοκίνητο για τη διεξαγωγή της εξέτασης του δεύτερου, ο κατηγορούμενος που περίμενε έξω από το γραφείο, αφού πληροφόρησε το μάρτυρα ότι ο Πελαγίδης είναι δικός του, ζήτησε από το μάρτυρα να τον περάσει. Ο μάρτυρας τού απάντησε ότι δεν μπορεί να του πει το αποτέλεσμα προτού τον εξετάσει. Δέκα περίπου λεπτά μετά που είχε αποχωρήσει από το γραφείο των Μ.Κ.1 και 3 ο Πελαγίδης και ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η διαδικασία της κλήρωσης για την επόμενη εξέταση, ο κατηγορούμενος, αφού μπήκε στο γραφείο των μαρτύρων, χωρίς να χτυπήσει την πόρτα και με άγριες διαθέσεις, διακόπτοντας και τη διαδικασία της κλήρωσης άρχισε να φωνάζει στο Μ.Κ.3 και να του ζητά εξηγήσεις για την αποτυχία του Πελαγίδη. O μάρτυρας τού ανάφερε ότι παρόλο που το σέβεται δεν είχε το δικαίωμα να δώσει εξηγήσεις στους εκπαιδευτές για την εξέταση, ως θέμα οδηγιών από τη διεύθυνση αλλά και νομοθεσίας, η οποία αναφέρεται στο έντυπο (τεκμήριο 7). Ο κατηγορούμενος, αντί να συμμορφωθεί συνέχισε να φωνάζει οπότε παρενέβηκε ο Μ.Κ.1, ο οποίος τον παρακάλεσε να αποχωρήσει από το γραφείο, επειδή είχε ξεκινήσει η διαδικασία εξέτασης των επόμενων υποψηφίων. Αντιδρώντας ο κατηγορούμενος χτύπησε τα χέρια του στο γραφείο του Μ.Κ.3 και απευθυνόμενος σ' αυτόν εξαγριωμένα, του είπε ότι είναι πρόεδρος του «ΠΑΣΕΣΟ», πρώην εξεταστής και ξέρει καλύτερα τη δουλεία από αυτούς, αποδίδοντάς τους ότι δεν ξέρουν να κάμουν εξέταση και ότι είναι αγενείς, αναξιόπιστοι και Παφίτες. Παρότι ο μάρτυρας τού ζήτησε να ηρεμήσει και να μη χτυπά τα χέρια του στο γραφείο του, αυτός τού απάντησε ότι είναι πολίτης και το γραφείο του ανήκει και ότι απαιτεί να του δώσουν εξηγήσεις. Μετά από αυτά, ο Μ.Κ.1 τηλεφώνησε στον - επαρχιακό - προϊστάμενό του, ο οποίος, αφού ενημερώθηκε για το συμβάν, του έδωσε οδηγίες να τηλεφωνήσει στην Αστυνομία και να το καταγγείλει όπως και έγινε. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος αποχώρησε από το γραφείο, απειλώντας τους μάρτυρες ότι θα τους καταγγείλει στο Υπουργείο. Το όλο επεισόδιο διήρκησε 20 περίπου λεπτά και προκάλεσε φόβο στους υποψήφιους που ήταν εκεί για την επόμενη εξέταση. Όταν ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων Αλέκος Μιχαηλίδης (Μ.Υ.1) ενημερώθηκε για κάποια παράπονα που είχε κάνει ο κατηγορούμενος στο Υπουργείο για τη συμπεριφορά των Μ.Κ.1 και 3 αποφάσισε να καλέσει και τους τρεις σε κοινή συνάντηση στο γραφείο του. Προηγουμένως είχε συνεννοηθεί με τους μάρτυρες ότι σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος τους απολογηθεί αυτοί θα αποσύρουν την οποιαδήποτε καταγγελία είχαν κάνει εναντίον του στην Αστυνομία ή οπουδήποτε αλλού. Η συνάντηση έγινε στις 21/11/2013 και σ' αυτή, οι μάρτυρες τού είπαν ότι εάν ο κατηγορούμενος τούς απολογηθεί γραπτώς (για το επίδικο συμβάν) αυτοί θα αποσύρουν τις οποιεσδήποτε κατηγορίες είχαν κάνει στην Αστυνομία. Την ίδια ώρα, ο μάρτυρας υπαγόρευσε στην ιδιαιτέρα του την επιστολή (τεκμήριο 2, ανωτέρω), την οποία ο κατηγορούμενος υπόγραψε, αφού προηγουμένως έκανε κάποια μικροδιόρθωση στο κείμενο. Με αυτή, η οποία απευθύνεται στον Επαρχιακό Μηχανικό του Τμήματος Οδικών Μεταφορών Πάφου, ο κατηγορούμενος, με αναφορά στο επίδικο περιστατικό που έλαβε χώρα στα γραφεία του τμήματος στην Πάφο, μεταξύ του και των Μ.Κ.1 και 3 απολογείται προς αυτούς, εάν - όπως αναφέρει -, στην προσπάθειά του να πάρει τις διευκρινήσεις που ήθελε (προφανώς παραπέμπει στην απαίτησή του να του δοθούν εξηγήσεις από το Μ.Κ.3 για την αποτυχία του Πελαγίδη κατά την εξέτασή του από το μάρτυρα για απόκτησης άδειας οδηγού) τούς έχει θίξει καθ' οιονδήποτε τρόπο. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αξιόποινης παράνομης εισόδου, κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος τού καταλογίζεται ότι την 31η Ιουλίου, 2013, στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών της επαρχίας Πάφου, παράνομα εισήλθε στο γραφείο των εξεταστών του Τ.Ο.Μ. Γιαννάκη Αντωνίου και Γιάννη Βάννα, με σκοπό να διαπράξει μέσα σ' αυτό ποινικό αδίκημα, δηλαδή, το αδίκημα της ανησυχίας. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 493: «Το Άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, προβλέπει ότι όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος ή με σκοπό τον εκφοβισμό, εξύβριση ή όχληση του κατόχου τέτοιας περιουσίας, ή όποιος αφού εισέλθει νόμιμα σε μια τέτοια περιουσία, παραμένει σ' αυτή παρανόμως με σκοπό τον εκφοβισμό, την εξύβριση ή όχληση του κατόχου της περιουσίας ή με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, είναι ένοχος πλημμελήματος. ........ ........ Το Άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, δημιουργεί ένα αδίκημα το οποίο συνίσταται ουσιαστικά στην παράνομη παρουσία προσώπου με σκοπό τον εκφοβισμό, την εξύβριση ή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. Ο νόμος ήθελε να καταστήσει σαφές ότι το αδίκημα της παράνομης επέμβασης διαπράττεται ανεξαρτήτως του αν ο κατηγορούμενος εισήλθε μεν νομίμως, αλλά στη συνέχεια εξετράπη ή αν εισήλθε στη συγκεκριμένη περιουσία με πρόθεση εξ αρχής να διαπράξει τα αδικήματα που αναφέρονται στο Άρθρο 280. Δεν είναι, κατά την κρίση μας, θέμα πρώτου ή δευτέρου μέρους του άρθρου, όπως έγινε προσπάθεια να διατυπωθεί κατά την ακρόαση. Το Άρθρο 280 ουσιαστικά στοιχειοθετεί ένα αδίκημα το οποίο συνίσταται στην είσοδο ή παραμονή προσώπου σε υποστατικό με σκοπό την εξύβριση, εκφοβισμό ή διάπραξη ποινικού αδικήματος.» Καθόλα σχετικά είναι και τ' ακόλουθα από τη απόφαση στην υπόθεση Ανθία ν. Δημοκρατίας (Αρ. 1)
(1999)2 Α.Α.Δ. 404: «Η πρόθεση όχλησης αποτελεί απαραίτητο στοιχείο του αδικήματος (Protopapas, πιο πάνω). Σύμφωνα με καλώς θεμελιωμένη νομολογιακή αρχή η πρόθεση μπορεί να συναχθεί ως πραγματικό γεγονός από τις περιστάσεις που περιβάλλουν την συγκεκριμένη υπόθεση. Δεν είναι αρκετό ότι το συμπέρασμα για ύπαρξη πρόθεσης είναι εύλογο, πρέπει να είναι το μόνο εύλογο συμπέρασμα το οποίο μπορεί να συναχθεί από τα γεγονότα. Το βάρος απόδειξης της πρόθεσης το φέρει η κατηγορούσα αρχή σε όλα τα στάδια της δίκης (Βλ. Stavrinou v. Republic
(1969)2 C.L.R. 97, 104, Pefkos v. Police
(1961)C.L.R. 340, Katelaris v. Police
(1980)2 C.L.R. 230, Eracleous v. Police
(1972)2 C.L.R. 102, R. v. Georghiades (No. 2) 22 C.L.R. 128 και Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258, 262). Η πρόθεση δεν μπορεί να αποδειχθεί με θετική άμεση απόδειξη. Ωστόσο τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του. (Georghiades, πιο πάνω, σελ. 133). Την ίδια προσέγγιση βρίσκουμε και στο "The Penal Law of India" by Dr. Sir Harri Singh Gour 9th ed., Vol. IV, σελ. 3576-113 σε σχέση με την έννοια του όρου "intent to annoy" στο άρθρο 441 του Ινδικού Ποινικού Κώδικα, το λεκτικό του οποίου είναι ταυτόσημο με το δικό μας άρθρο 280. Την παραθέτουμε: ............................ ............................ Σε μετάφραση: "... άμεση μαρτυρία της πρόθεσης δύσκολα μπορεί ποτέ να παρουσιασθεί και η πρόθεση πρέπει στις περισσότερες υποθέσεις να συναχθεί από τις περιστάσεις. Υπάρχει ένα καλώς γνωστό τεκμήριο ότι ο κάθε άνθρωπος έχει πρόθεση να επιφέρει τις πιθανές συνέπειες των πράξεων του. Το τεκμήριο είναι μαχητό, αλλά εάν δεν ανατραπεί θα ισχύσει. Η ενόχληση στην οποία γίνεται αναφορά στο άρθρο 441 του Ινδικού Ποινικού Κώδικα δεν σκοπείται να είναι ακαριαία. Μπορεί να επισυμβεί σε μεταγενέστερο στάδιο."» Παρατηρώ τα εξής: Το γραφείο εξεταστών στο οποίο εισήλθε ο κατηγορούμενος στον ουσιώδη χρόνο αναμφίβολα ήταν στην κατοχή των εξεταστών μαρτύρων (Μ.Κ. 1 και 3) καθώς και του συναδέλφου τους, Γιαννάκη Αντωνίου. Ο τρόπος με τον οποίο εισήλθε σ' αυτό ο κατηγορούμενος σε συνδυασμό και με όσα ακολούθησαν καθιστά την είσοδό και παραμονή του σ' αυτό παράνομες. Εισήλθε χωρίς να χτυπήσει την πόρτα και ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η διαδικασία κλήρωσης των υποψηφίων για απόκτηση άδειας οδηγού για την επόμενη εξέταση, την οποία διέκοψε και μάλιστα, στην παρουσία των υποψηφίων. Με το που μπήκε στο γραφείο άρχισε να φωνάζει και να ζητά εξηγήσεις από το Μ.Κ.3 για την αποτυχία του μαθητή του και εξεταζόμενου από το μάρτυρα, Πελαγίδη, ευθύς προηγουμένως. Παρότι ο μάρτυρας τού είπε πως δεν είχε δικαίωμα να του δώσει τις εξηγήσεις που ζητούσε και του ανάφερε και τους λόγους, αυτός συνέχισε να φωνάζει ενώ, όταν παρενέβη ο Μ.Κ.1 και τον παρακάλεσε να αποχωρήσει από το γραφείο, αντί να συμμορφωθεί, εξαγριώθηκε και αντιδρώντας, χτύπησε τα χέρια του στο γραφείο του Μ.Κ.3 και απευθύνθηκε και στους δυο μάρτυρες με τον υποτιμητικό, προσβλητικό και υβριστικό τρόπο που αναφέρεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω). Χωρίς, ωστόσο, να μείνει ως εκεί. Όταν στη συνέχεια ο μάρτυρας προσπάθησε να τον ηρεμήσει και του είπε να μη χτυπά τα χέρια του στο γραφείο του, αυτός τού απάντησε ότι είναι πολίτης και τα γραφείο του ανήκει, αρνούμενος ουσιαστικά να αποχωρήσει. Αποχώρησε από το γραφείο απειλώντας τους μάρτυρες ότι θα τους καταγγείλει στο Υπουργείο, μόνο όταν αντιλήφθηκε ότι ο Μ.Κ.1 είχε τηλεφωνήσει στην Αστυνομία και κατάγγειλε το συμβάν. Όλα τα παραπάνω στοιχεία, σωρευτικά θεωρούμενα σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι ο κατηγορούμενος, ως πρώην εξεταστής υποψηφίων οδηγών κι αυτός, δηλαδή, ως πρώην συνάδελφος των Μ.Κ.1 και 3, γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει πως δεν είχε δικαίωμα να εισέλθει όπως εισήλθε στο γραφείο τους και να απαιτεί να του δοθούν οι εξηγήσεις που απαιτούσε από το Μ.Κ.3, εξ αντικειμένου στοιχειοθετούν και αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και την πρόθεσή του να διαπράξει το αδίκημα που του αποδίδεται με τις λεπτομέρειες αδικήματος της υπό κρίση κατηγορίας, μέσω της παράνομης εισόδου - και παραμονής - του στο γραφείο των εν λόγω μαρτύρων. Αυτός δε, όχι μόνο δεν επιχείρησε να ανατρέψει το τεκμήριο ότι κάθε πρόσωπο έχει πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεών του (βλ. την Ανθία, ανωτέρω) αλλά, αντίθετα, κατά τη δίκη - καθώς και στην Αστυνομία - αρνήθηκε τις περισσότερες από τις παραπάνω πράξεις του, αποδίδοντας αναληθώς μερικές από αυτές καθώς και διάφορες άλλες παράνομες πράξεις, στους Μ.Κ.1 και 3, όπως για παράδειγμα, ότι τον είχαν φυλακίσει στο γραφείο τους. Απ' εκεί και πέρα, έχοντας υπόψη και τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της ανησυχίας, κατά το άρθρο 95 του Ποινικού Κώδικα και το γεγονός ότι, απότοκο του επίδικου επεισοδίου που ο κατηγορούμενος είχε προκαλέσει ήταν ο φόβος που επίσης είχε προκαλέσει στους υποψήφιους που ήταν στο ίδιο μέρος για την επόμενη εξέταση, η πρόθεσή του να προκαλέσει το αδίκημα της ανησυχίας υλοποιήθηκε. Σφαιρικά ιδωμένο το επίδικο περιστατικό αποδεικνύει δυο πράγματα. Ότι ο κατηγορούμενος πρώτο εισήλθε στο γραφείο των Μ.Κ.1 και 3 με πρόθεση να διαπράξει σ' αυτό το αδίκημα της ανησυχίας και δεύτερο, ότι διέπραξε το εν λόγω αδίκημα, αφού με την όλη παραβατική συμπεριφορά του από τη στιγμή που εισήλθε στο γραφείο μέχρι και τη στιγμή που αποχώρησε από αυτό, χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε ανησυχία στους μάρτυρες καθώς και στους υποψήφιους που ήταν εκεί και ανάμεναν την κλήρωση για την επόμενη εξέταση. Η γραπτή απολογία του (τεκμήριο 2) προς τους μάρτυρες είναι σαφές, ότι συναρτάται απόλυτα με την απαράδεκτη συμπεριφορά που είχε εκδηλώσει στον ουσιώδη χρόνο και έναντί τους, παρότι, κατά τη δίκη επιχείρησε ανεπιτυχώς να της αποδώσει άλλη διάσταση. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου η ευθύνη του κατηγορούμενου για τη διάπραξη του αδικήματος που του αποδίδεται στοιχειοθετείται πλήρως. Προτού καταλήξω θα ήθελα να τοποθετηθώ ειδικά σε μερικούς από τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου, όπως αυτοί προβάλλονται στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου δικηγόρου του. Το γεγονός ότι στις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε στο γραφείο των εξεταστών του Τ.Ο.Μ. Γιαννάκη Αντωνίου και Γιάννη Βάννα (Μ.Κ.3) με σκοπό να διαπράξει μέσα σ' αυτό ποινικό αδίκημα, δηλαδή, το αδίκημα της ανησυχίας (και όχι με σκοπό να ενοχλήσει όπως εσφαλμένα αναφέρεται στην αγόρευση του κ. Αποστολίδη) και η κατηγορούσα αρχή παρέλειψε να παρουσιάσει ως μάρτυρα τον Αντωνίου, δεν αντιλαμβάνομαι κατά ποία έννοια αυτή η παράλειψη «.είναι ακροσφαλής για την τύχη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, αφού το γραφείο τόσο του Γιαννάκη Αντωνίου όσο και του Γιαννάκη Βάννα είναι στον ίδιο χώρο;» όπως τίθεται κατά λέξη το ερώτημα από τον κ. Αποστολίδη. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι η θέση των Μ.Κ.1 και 3 πως δεν επιτρέπεται να συζητούν με τους εκπαιδευτές οδηγών ό,τι αφορά στην εξέτασή τους προσκρούει σε αντισυνταγματικότητα υπέχει μηδενικής αξίας, έχοντας υπόψη, ότι, ουδεμία αναφορά γίνεται στο άρθρο ή άρθρα του Συντάγματος που παραβιάζει η παραπάνω θέση των μαρτύρων. Τέλος, το γεγονός ότι ο εξεταστής της υπόθεσης (Μ.Κ.2), αντεξεταζόμενος, ανάφερε πως δε γνώριζε την ύπαρξη του τεκμηρίου 2, δεν αντιλαμβάνομαι για ποιο λόγο αποτελεί έκπληξη για την υπεράσπιση και αξιοσημείωτο θέμα για τη δίκαιη δίκη, όπως γενικά και αόριστα υποβάλλεται, τη στιγμή που ο κατηγορούμενος είχε υπόψη του το συγκεκριμένο έγγραφο, που αποτελεί δική του επιστολή. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους (νομικούς και πραγματικούς), ότι η κατηγορούσα αρχή απόδειξε την ενοχή του κατηγορούμενου στην υπό κρίση κατηγορία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ακολουθεί ότι αυτός κρίνεται ένοχος. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Αναφορά: Αξιόποινη παράνομη είσοδος, κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.