← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Λουκή Αντωνίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8846/15, 12/1/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Λουκή Αντωνίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8846/15, 12/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8846/15 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν.

  1. Saman Pushpakumara Peduru Kankanamlage, από τη Σρι Λάνκα
  2. Λουκή Αντωνίου, από τη Γεροσκήπου Κατηγορούμενων ------------------------------------ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 12.1.2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για τον κατηγορούμενο 2: κα Σ. Χ΄΄ Νεοφύτου Κατηγορούμενος 2: παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο 2ος κατηγορούμενος (στο εξής «κατηγορούμενος») αντιμετωπίζει την κατηγορία της συνομωσίας προς διάπραξη πλημμελήματος, κατά παράβαση του άρθρου 372 του περί Ποινικού Κώδικα, την κατηγορία της παροχής συνδρομής στη διάπραξη του ποινικού αδικήματος της πλαστοπροσωπίας, κατά παράβαση των άρθρων 20 και 360 του Ποινικού Κώδικα και τέλος, την κατηγορία της παροχής συνδρομής στη διάπραξη του ποινικού αδικήματος της εξασφάλισης εγγραφής αλλοδαπού με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 20 και 305 του Ποινικού Κώδικα (βλ. τις κατηγορίες 1, 8 και 9, κατ' αντιστοιχία αδικήματος). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 31/1/2009 και 6/10/2015, στην Πάφο συνωμότησε με τον 1ο κατηγορούμενο να διαπράξουν τα αδικήματα που αναφέρονται στις κατηγορίες 4 και
  3. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 8ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 6η κατηγορία παρείχε συνδρομή στον 1ο κατηγορούμενο να διαπράξει το ποινικό αδίκημα της πλαστοπροσωπίας, δηλαδή, με σκοπό την καταδολίευση του επί καθήκοντι αστυνομικού της ΥΑΜ Πάφου, ψευδώς να παραστήσει τον εαυτό του ως τον ATULUGAMAGE KHRISANTHA KUMARA από τη Σρι Λάνκα, ενώ στην πραγματικότητα είναι ο PEDURU KANKANAMLAGE SAMAN PUSHPAKUMARA από τη Σρι Λάνκα. Τέλος, με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 9ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 6η κατηγορία, παρείχε συνδρομή στον 1ο κατηγορούμενο να διαπράξει το ποινικό αδίκημα της εξασφάλισης εγγραφής αλλοδαπού με ψευδείς παραστάσεις, δηλαδή, εσκεμμένα να εξασφαλίσει την άδεια παραμονής και εργασίας του με ψευδείς παραστάσεις, χρησιμοποιώντας το διαβατήριο με αριθμό Ν2188330 στο όνομα ΑTULUGAMAGE KHRISANTHA KUMARA. Επειδή και οι τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι άρρηκτα συνδεμένες με τις κατηγορίες 4 και 6, τις οποίες αντιμετώπιζε ο 1ος κατηγορούμενος, το περιεχόμενο των εν λόγω κατηγοριών ακολουθεί αυτούσιο: «ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ Κατηγορίας 4 Ο 1ος κατηγορούμενος την 14η Ιανουαρίου του 2015 στην Πάφο, με σκοπό την καταδολίευση του επί καθήκοντι Αστυνομικού της ΥΑΜ Πάφου, ψευδώς παρέστησε τον εαυτό του ως τον ATULUGAMAGE KHRISHANTHA KUMARA από την Σριλάνκα ενώ στην πραγματικότητα είναι ο PEDURU KANKANAMLAGE SAMAN PUSHPAKUMARA από την Σριλάνκα. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ Κατηγορίας 6 Ο 1ος κατηγορούμενος την 14ην Ιανουαρίου του 2015 στα γραφεία της ΥΑΜ Πάφου, εσκεμμένα εξασφάλισε την άδεια παραμονής και εργασίας του με ψευδείς παραστάσεις, δηλαδή εξασφάλισε άδεια παραμονής και εργασίας ως οικιακός βοηθός στον Λουκή Αντωνίου με το όνομα PEDURU KANKAΝΑΜLAGE SAMAN PUSHPAKUMARA και αριθμό διαβατηρίου Ν3360799 από τη Σριλάνκα και απέκρυψε το γεγονός ότι μεταξύ των ημερομηνιών 31/1/2009 - 4/8/2012 εξασφάλισε άδεια παραμονής και εργασίας ως γεωργικός εργάτης πάλι στον Λουκή Αντωνίου από την Γεροσκήπου αλλά με το όνομα ATULUGAMAGE KHRISHANTHA KUMARA με αριθμό διαβατηρίου Ν2188330.» Προς απόδειξη των παραπάνω κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε ως μάρτυρες, τον 1ο κατηγορούμενο (Peduru Kamkanmlage Saman Pushpakumara), τη λειτουργό γραφειακού προσωπικού στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης - στο κλιμάκιο Πάφου -, Άννα Κυριάκου, τον αρχιλοχία 2813 Σταμάτη Σταμάτη, τον αστυφύλακα 3033 Πέτρο Σάββα, τον αρχιαστυφύλακα 1097 Γιαννάκη Κυριάκου και τέλος, τον εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 4908 Μαρίνο Χρίστου (Μ.Κ.1 μέχρι 6, αντίστοιχα). Μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, η ευπαίδευτη δικηγόρος του κατηγορούμενου υπόβαλε εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του, σ' οποιαδήποτε κατηγορία. Η εισήγηση - όπως την αντιλαμβάνομαι - εδράζεται και στους δυο λόγους - τους οποίους θα αναφέρω στη συνέχεια - για τους οποίους δικαιολογείται η απαλλαγή του κατηγορούμενου σ' αυτό το, πρώιμο, στάδιο της δίκης. Η θέση της ευπαίδευτης εκπρόσωπου της κατηγορούσας αρχής στην εισήγηση της υπεράσπισης είναι διαφορετική. Σε αντίθεση με την κα Χ΄΄ Νεοφύτου, η οποία, για λόγους που αναφέρει στη γραπτή αγόρευσή της ζητά την αθώωση και απαλλαγή του κατηγορούμενου από αυτό το στάδιο, η κα Παπαλαζάρου, για λόγους που κι αυτή έχει αναφέρει στο πλαίσιο της σύντομης - προφορικής - αγόρευσής της ζήτησε την κλήση του σε απολογία. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω στο σύνολό του το περιεχόμενο της μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται σοβαρά υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά και στη μαρτυρία - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Καθώς έχει νομολογηθεί ότι η απαλλαγή του κατηγορούμενου σ' αυτό το στάδιο, δικαιολογείται όταν: (α) δε στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας, λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και, (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση, το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αφού το μέτρο, δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου (δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης), αλλά, εκείνες του νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων, Αζίνας ν. Αστυνομίας

(1981)2 Α.Α.Δ. 9, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Παναγιώτου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Νικολαΐδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 271). Περαιτέρω, όπως αναφέρεται συναφώς στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευσταθίου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9: «Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιαστεί αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορούμενου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Και λίγο παρακάτω: «Στην υπόθεση R. v. Hipson
(1969)Cr. L. R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα αρχή». Τέλος παραπέμπω και στο απόσπασμα που ακολουθεί από την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Mariano κ.ά. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 112/2014 και 113/2014, ημερομηνίας 20/11/2015, στην οποία επαναλαμβάνονται όλες οι παραπάνω αρχές: «Όπως πλειστάκις νομολογήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, ο όρος«εκ πρώτης όψεως» υποδηλώνει προκαταρκτική θεώρηση των πραγμάτων, γι' αυτό και ο όρος χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133 και Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας, ανωτέρω). Περαιτέρω, το δικαστήριο στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης δεν προβαίνει κατά κανόνα σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και δεν υπεισέρχεται σε θέματα πειστικότητας μαρτυρίας, εκτός και αν η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται παντελώς πειστικότητας, ώστε κανένα δικαστήριο να μην μπορεί να στηριχθεί σ' αυτήν (βλ.Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9). Τα πάντα σ' αυτό το στάδιο της δίκης θα πρέπει να έχουν αντικειμενικό έρεισμα, γι' αυτό εξάλλου και απαιτείται από τη νομολογία ότι για να μην κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία θα πρέπει η μαρτυρία να ήταν τέτοια που κάθε «λογικό δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα».» Με υπαγωγή της ενώπιόν μου μαρτυρίας σ' όλες τις παραπάνω αρχές παρατηρώ τα εξής: Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία συνωμοσίας και δυο κατηγορίες παροχής συνδρομής στη διάπραξη ποινικού αδικήματος. Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134): «Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δυο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (βλ. Mulcany v. R. [1868] L.R. 34 H.L. 328, O'Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S) 1, R. v. Aspinall [1876] 2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2035 παραγρ. 28 - 4.» Και λίγο παρακάτω: «Η ύπαρξη συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό του αδικήματος της συνωμοσίας. Ακολουθεί πως στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παράμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και, επομένως, ούτε συνωμοσία. Το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δυο μπορεί να είναι πολύ λεπτή, δεν είναι δυνατό να προκαθοριστεί. Το ζήτημα είναι πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. R. v. King and king [1966] Crim. L. R. 280, R. v. Mills, 47 Cr. App. R. 49, R. v. Walker, [1962] Crim. L. R. 458, R. v. O'Brien, 59 Cr. App. R. 222, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2039 παράγρ. 28 - 9).» Περαιτέρω, το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα προνοεί ότι: «Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Καταδίκη για το αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήματος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη δύναται να διωχτεί δε όπως αν είχε διενεργήσει το ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη.» Όπως είναι διατυπωμένες οι υπό κρίση κατηγορίες καθώς και οι κατηγορίες 4 και 6, οι οποίες, ναι μεν αφορούν στον 1ο κατηγορούμενο (Μ.Κ.1), πλην όμως, καθώς ήδη έχει αναφερθεί είναι άρρηκτα συνδεμένες με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, για σκοπούς εξ αντικειμένου στοιχειοθέτησης των υπό κρίση κατηγοριών, θα πρέπει να αποδειχθούν τ' ακόλουθα: Καταρχήν, ότι κατά το χρόνο που αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας (μεταξύ των ημερομηνιών 31/1/2009 και 6/10/2015) υπήρξε συμπληρωμένη συμφωνία μεταξύ των κατηγορούμενων να διαπράξουν τα αδικήματα των κατηγοριών 4 και 6 - ασφαλώς, με αναφορά σ' όλα τα συστατικά τους στοιχεία -. Τα οποία, ωστόσο, με βάση το κατηγορητήριο διέπραξε ο 1ο κατηγορούμενος, στον οποίο, με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 4ης κατηγορίας - που περικλείει το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας - αποδίδεται ότι στις 14 Ιανουαρίου, 2015, στην Πάφο, με σκοπό την καταδολίευση του επί καθήκοντι αστυνομικού της ΥΑΜ Πάφου, ψευδώς παρέστησε τον εαυτό του ως τον ATULYGAMAGE KHRISΗANTHA KUΜARA, από τη Σρι Λάνκα, ενώ στην πραγματικότητα είναι ο PEDURU KANKANAMLAGE SAMAN PUSHPAKUMARA, από τη Σρι Λάνκα και με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 6ης κατηγορίας - που περικλείει το αδίκημα της εξασφάλισης εγγραφής αλλοδαπού με ψευδείς παραστάσεις - αποδίδεται ότι στις 14 Ιανουαρίου, 2015 και πάλι, στα γραφεία της ΥΑΜ Πάφου, εσκεμμένα εξασφάλισε την άδεια παραμονής και εργασίας του με ψευδείς παραστάσεις, ως οικιακός βοηθός στον κατηγορούμενο, με το όνομα PEDURU KANKAΝΑΜLAGE SAMAN PUSHPAKUMARA και αριθμό διαβατηρίου Ν3360799 από τη Σρι Λάνκα και απέκρυψε το γεγονός, ότι, μεταξύ των ημερομηνιών 31/1/2009 - 4/8/2012 εξασφάλισε άδεια παραμονής και εργασίας ως γεωργικός εργάτης, στον κατηγορούμενο και πάλι, αλλά, με το όνομα ATULUGAMAGE KHRISHANTHA KUMARA με αριθμό διαβατηρίου Ν
  1. Ακολούθως, για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος της 8ης κατηγορίας, θα πρέπει να αποδειχθεί πρώτο, ότι ο 1ος κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα της 4ης κατηγορίας και δεύτερο, ότι το διέπραξε με την παροχή συνδρομής του κατηγορούμενου, την ίδια μέρα. Τέλος, για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος της 9ης κατηγορίας, θα πρέπει να αποδειχθεί πρώτο, ότι ο 1ος κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα της 6ης κατηγορίας και δεύτερο, ότι το διέπραξε με την παροχή συνδρομής του κατηγορούμενου, επίσης, την ίδια μέρα. Η εισήγηση της υπεράσπισης είναι βάσιμη. Ακολουθεί το σκεπτικό. Αναδιφώντας στο σύνολό της τη μαρτυρία, ίχνος μαρτυρίας υπάρχει που ν' αποδεικνύει ότι ο 1ο κατηγορούμενος, στις 14/1/2015, καταρχήν, όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της 4ης κατηγορίας - που περικλείει το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας - παρέστησε ψευδώς τον εαυτό του σ' οποιοδήποτε αστυφύλακα της ΥΑΜ, ως το πρόσωπο που αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της εν λόγω κατηγορίας, για να τίθεται θέμα παροχής συνδρομής του κατηγορούμενου σ' αυτόν, την ίδια μέρα, στη διάπραξη του αδικήματος της εν λόγω κατηγορίας, όπως καταλογίζεται στον κατηγορούμενο με τις λεπτομέρειες αδικήματος της σχετικής - 8ης κατηγορίας. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για την 9η κατηγορία, με τις λεπτομέρειες της οποίας καταλογίζεται στον κατηγορούμενο, ότι στις 14/1/2015 και πάλιν παρείχε συνδρομή στον 1ο κατηγορούμενο να διαπράξει την ίδια μέρα το αδίκημα της εξασφάλισης εγγραφής αλλοδαπού με ψευδείς παραστάσεις (δηλαδή, το αδίκημα της 6ης κατηγορίας), δηλαδή, εσκεμμένα να εξασφαλίσει την άδεια παραμονής και εργασίας του, χρησιμοποιώντας το διαβατήριο με αριθμό Ν2188330, στο όνομα ATULUGAMAGE KHRISANTHA KUMARA. Των παραπάνω λεχθέντων παραμένει έωλη και έκθετη σε απόρριψη και η 1η κατηγορία, με την οποία καταλογίζεται στους κατηγορούμενους, ότι μεταξύ των ημερομηνιών 31/1/2009 και 6/10/2015 συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν τα αδικήματα που αναφέρονται στις κατηγορίες 4 και
  2. Οι οποίες, ωστόσο, για λόγους που μόλις προηγουμένως έχουν αναφερθεί ουσιαστικά είναι ανυπόστατες. Επομένως και σ' αυτή την περίπτωση, εξ αντικειμένου και πάλιν τίθεται θέμα στη βάση ποιων στοιχείων μαρτυρίας μπορεί βάσιμα να λεχθεί ότι κατά τους χρόνους που αναφέρονται στις λεπτομέρειες αδικήματος της υπό κρίση κατηγορίας υπήρξε οποτεδήποτε συμπληρωμένη συμφωνία μεταξύ των κατηγορούμενων να διαπράξουν τα αδικήματα που αναφέρονται στις κατηγορίες 4 και 6, με αναφορά, σ' όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που περικλείουν οι εν λόγω κατηγορίες. Το πόσο προβληματική είναι η συγκεκριμένη κατηγορία καταφαίνεται και από το γεγονός, ότι, με αυτή καταλογίζεται στους κατηγορούμενους ότι συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν τα αδικήματα των κατηγοριών 4 και 6 και σε χρόνο μεταγενέστερο αυτού που καταλογίζεται στον 1ο κατηγορούμενο, ότι τα διέπραξε και στον κατηγορούμενο, ότι του παρείχε συνδρομή να τα διαπράξει. Αφ' ης στιγμής τα αδικήματα των κατηγοριών 4, 6, 8 και 9 διαπράχθηκαν στις 14/1/2015 αποτελεί αντινομία το να αποδίδεται στους κατηγορούμενους ότι συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν αυτά των πρώτων δυο κατηγοριών, οποτεδήποτε μετά τις 14/1/
  3. Για να το πω και αλλιώς δε νοείται η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ τους να διαπράξουν τα εν λόγω αδικήματα, σε χρόνο μετά τη διάπραξή τους. Με αυτό δεδομένο, δεν αντιλαμβάνομαι τη λογική με την οποία τούς αποδίδεται ότι συνωμότησαν να τα διαπράξουν μεταξύ των ημερομηνιών 31/1/2009 και 6/10/
  4. Μολονότι η τύχη και των τριών κατηγοριών έχει κριθεί εντούτοις, επειδή θα ήθελα να αιτιολογήσω πλήρως το συμπέρασμά μου ότι αυτές είναι έκθετες σε απόρριψη και για τους δυο λόγους για τους οποίους δικαιολογείται η απαλλαγή του κατηγορούμενου σ' αυτό το, πρώιμο, στάδιο της δίκης, θα συνεχίσω. Όσα ακολουθούν καθιστούν τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής τόσο αναξιόπιστη, αντινομική και στερούμενη πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Ειδικότερα: Ο 1ος κατηγορούμενος (Μ.Κ.1), που είναι από τη Σρι Λάνκα, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης ισχυρίστηκε πως όταν συνελήφθηκε από την Αστυνομία για την υπόθεση έδωσε μια κατάθεση στη μητρική του γλώσσα (τεκμήριο 1), της οποίας υιοθέτησε το περιεχόμενο για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Ερωτηθείς στη συνέχεια, εάν όταν έδινε την κατάθεση στη μητρική του γλώσσα υπήρχε διερμηνέας και μετάφραζε στα ελληνικά αυτά που έλεγε και ακολούθως, αφού του υποδείχθηκε η κατάθεση (τεκμήριο 1Α) ρωτήθηκε εάν πρόκειται για τη μεταφρασμένη κατάθεσή του με τα αρχικά του πάνω, απάντησε αρνητικά. Παρόλα αυτά, στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι αυτά που είπε στη γραπτή κατάθεσή του στη μητρική του γλώσσα έχουν καταγραφεί στα ελληνικά στο έγγραφο που του υποδείχθηκε. Δηλαδή, στο τεκμήριο 1Α, που αποτελεί τη φερόμενη μετάφραση της κατάθεσής του στη μητρική του γλώσσα. Φυσικά, το πως μπορεί να γνωρίζει αυτό που ανάφερε χωρίς να γνωρίζει ελληνικά, τη στιγμή που η κατάθεση (τεκμήριο 1Α) είναι γραμμένη στα ελληνικά και όταν προηγουμένως τού είχαν υποδειχθεί σ' αυτή από την κα Παπαλαζάρου κάποια αρχικά και ρωτήθηκε εάν αυτά που είπε στη γραπτή κατάθεσή του στη μητρική του γλώσσα έχουν καταγραφεί στο συγκεκριμένο έγγραφο, απάντησε αρνητικά, πραγματικά είναι ανεξήγητο. Αντεξεταζόμενος δε για το ίδιο θέμα ανάφερε τα εξής: Η μετάφραση της κατάθεσής του στα ελληνικά γινόταν την ίδια ώρα που την έδινε. Όπως είπε υπήρχε εκεί διερμηνέας, ο οποίος μετάφραζε στα ελληνικά και κατέγραφε στο κείμενο αυτά που έλεγε. Ωστόσο, λίγο αργότερα προέκυψε πως πρόκειται για την κα Καγκαλλή, η συγκεκριμένη διερμηνέας, η οποία, μέχρι εκείνη τη στιγμή μετάφραζε και στο Δικαστήριο στο πλαίσιο της ακρόασης (οπότε και διέκοψα τη διαδικασία αμέσως και διέταξα την αντικατάστασή της, δεδομένης και της αμφισβήτησης από την υπεράσπιση ότι το τεκμήριο 1Α αποτελεί τη μετάφραση της κατάθεσης του κατηγορούμενου στη μητρική του γλώσσα - τεκμήριο 1 -). Έχοντας υπόψη ότι η κα Καγκαλλή, κατά την ακρόαση μετάφραζε όσα λέγονταν από τα σριλανκέζικα στα αγγλικά καθώς και αντίστροφα και την ίδια ώρα, άλλη διερμηνέας μετάφραζε αυτά από τα αγγλικά στα ελληνικά καθώς και αντίστροφα, πραγματικά αποτελεί απορίας άξιο, πόσο βάσιμη μπορεί να είναι η θέση του 1ου κατηγορούμενου, ότι πρόκειται για τη μετάφραση της κατάθεσής του στη μητρική του γλώσσα η ανακριτική κατάθεση (τεκμήριο 1Α), τη στιγμή που η δεύτερη είναι γραμμένη στα ελληνικά και η κα Καγκαλλή, προτού αποδεσμευτεί και διαταχθεί να αποχωρήσει από τη διαδικασία ισχυρίστηκε ότι μιλά ελληνικά, αλλά όχι πολλά, ως επίσης και ότι δεν καταλάβει πολύ καλά ελληνικά. Τα παραπάνω δεδομένα, κατά τη γνώμη μου καθιστούν απολύτως βέβαιο πως δεν μπορώ να θεωρήσω την ανακριτική κατάθεση (τεκμήριο 1Α), έστω, ως τη μετάφραση της κατάθεσης του κατηγορούμενου στη μητρική του γλώσσα (πολλώ μάλλον που η πρώτη θα πρεπε να αποτελεί πιστή μετάφραση της δεύτερης). Αυτό και για τους επιπλέον λόγους που θα αναφέρω αμέσως, οι οποίοι - κατά τη γνώμη μου πάντοτε - καθιστούν απολύτως αναξιόπιστο μάρτυρα τον 1ο κατηγορούμενο, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι, ακόμη και να θεωρείτο αξιόπιστος, έχοντας υπόψη ότι αποτελεί συνεργό του κατηγορούμενου, η καταδίκη του τελευταίου δε θα μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς ενίσχυση της μαρτυρίας του πρώτου (βλ. μεταξύ άλλων, το σύγγραμμα του Τάκη Ηλιάδη «Το Δίκαιο της Απόδειξης (Μια πρακτική προσέγγιση)»
(1994), σελ. 180 - 182). Καταρχήν, ο 1ος κατηγορούμενος, ενώ ισχυρίστηκε ότι η φερόμενη ως μετάφραση της γραπτής κατάθεσής του στην Αστυνομία (τεκμήριο 1Α) ουσιαστικά καταγραφόταν την ίδια ώρα που του λαμβανόταν η εν λόγω κατάθεση στη μητρική του γλώσσα (τεκμήριο 1), η πρώτη φέρει ημερομηνία 6/10/2015 και η δεύτερη, 5/10/2015. Ακολούθως είναι και το γεγονός, ότι, μερικοί από τους πλέον ουσιώδεις ισχυρισμούς του, τους οποίους προέβαλε αντεξεταζόμενος έρχονται σε πλήρη αντίθεση και/ή δε συνάδουν με το περιεχόμενο της γραπτής «κατάθεσής του» στην Αστυνομία, χωρίς να παραγνωρίζω και το γεγονός, ότι, γενικά η μαρτυρία του, σε σημαντικό βαθμό συγκρούεται ουσιωδώς και με την υπόλοιπη μαρτυρία. Ειδικότερα: Ερωτηθείς εάν το 2015 πήγε στα γραφεία της ΥΑΜ για να εξασφαλίσει άδεια παραμονής και εργασίας «Το αφεντικό μου πήρε από το immigration την άδεια.» απάντησε. «Εσύ δεν πήγες στο Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης προσωπικά;» ήταν η μεθεπόμενη ερώτηση που του είχε υποβληθεί από την κα Χ΄΄ Νεοφύτου. Και η απάντησή του: «Δεν πήγα εγώ, το αφεντικό μου πήγε και εξασφάλισε την άδεια.» Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε εάν ξέρει σίγουρα ότι είναι το αφεντικό του που πήγε «Το αφεντικό μου έδωσε το όνομα.» απάντησε. «Ξέρεις σίγουρα ότι πήγε το αφεντικό σου στο immigration;» ήταν η επόμενη ερώτηση. «Δε γνωρίζω σίγουρα, αλλά το αφεντικό μου τα έφερε.» απάντησε. Ακολούθως τού υποβλήθηκε η εξής ερώτηση: «Εσύ κύριε, όταν ήσουν στη Σρι Λάνκα επικοινώνησες με οποιοδήποτε ατζέντη για να έλθεις στην Κύπρο;» Απάντησε ως εξής: «Το αφεντικό μου έκανε τα πάντα με τον ατζέντη μου εδώ.» Πέραν από τις προφανείς αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε, ας δούμε και τι αναφέρει στην κατ' ισχυρισμό του γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία (τεκμήριο 1Α). Ειδικότερα: Ήρθε στην Κύπρο πριν από 5 περίπου χρόνια με το ψεύτικο όνομα και δούλευε στον κατηγορούμενο σαν οικιακός βοηθός. Έφυγε από την Κύπρο και πήγε πίσω στη Σρι Λάνκα το Δεκέμβρη του 2012 για να δει τον άρρωστο πατέρα του. Εκεί άλλαξε το ψεύτικο διαβατήριό του με το πραγματικό. Ερωτηθείς γιατί προηγουμένως ήρθε στην Κύπρο με ψεύτικο διαβατήριο, απάντησε ως εξής: «Μου τα ετοίμασε ο ατζέντης στη Σρι Λάνκα και μου είπε να πάω με αυτό το όνομα στην Κύπρο.» Η ερώτηση αριθμός 9 που υποτίθεται του υποβλήθηκε είναι εάν πήγε ποτέ στο immigration για να εγγραφεί ως αλλοδαπός. Και η απάντησή του: «Εγώ δεν πήγα προσωπικά, αλλά ετοίμαζε τα χαρτιά και πήγαινε ο ατζέντης και τις δυο φορές που ήρθα στην Κύπρο.» Το πόσο «συνάδουν» τα όσα υποτίθεται έχει πει στη γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία με αυτά που ανάφερε αντεξεταζόμενος για τα ίδια θέματα είναι ολοφάνερο. Για τα ίδια θέματα καθώς και για διάφορα άλλα, συναφή με αυτά, ας δούμε και τι ανάφεραν μερικοί από τους υπόλοιπους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής. Και τούτο, για να διαφανεί πόσο συνάδουν αυτά με τους ισχυρισμούς του 1ου κατηγορούμενου, αλλά και μεταξύ τους. Αρχίζοντας από την Άννα Κυριάκου (Μ.Κ.2), η οποία εργάζεται στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και παρουσίασε τις άδειες εισόδου και προσωρινής παραμονής του 1ου κατηγορούμενου και για τις δυο φορές που ήρθε στην Κύπρο (τεκμήρια 3 μέχρι 6), όταν αντεξεταζόμενη κλήθηκε να πει τη διαδικασία εγγραφής κάποιου αλλοδαπού στο τμήμα της, απαντώντας ισχυρίστηκε ότι έρχεται ο αλλοδαπός κοντά τους με τα συγκεκριμένα έντυπα που ζητούν προηγουμένως, αφού κλείσουν ραντεβού, τα βάζουν στο κομπιούτερ και τα στέλνουν στο τμήμα για να εκδοθεί το ροζ χαρτί, η άδεια παραμονής. Ερωτηθείσα στη συνέχεια εάν διευθετούν κάποιο ραντεβού για να γίνει αυτό απάντησε ως εξής: «Αν έρθουν από μόνοι τους ναι, αν έρθει μέσω γραφείου εξευρέσεως εργασίας, όχι.» Όπως είπε στη συνέχεια, ο 1ος κατηγορούμενος και τις δυο φορές που ήρθε στην Κύπρο, πρέπει να πήγε κοντά τους και τούτο, γιατί πρέπει να υπογράψει μια συγκεκριμένη φόρμα. Το πόσο εκθέτει ως μάρτυρα τον 1ο κατηγορούμενο, με τους παραπάνω ισχυρισμούς της είναι τελείως ξεκάθαρο. Με τη σειρά του, ο αρχιλοχίας Σταμάτη (Μ.Κ.3), αντεξεταζόμενος κι αυτός, ερωτηθείς εάν έχει μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος πήγε στη Σρι Λάνκα και έφερε τον 1ο κατηγορούμενο απάντησε ως εξής: «Όταν λέω έφερε, εννοώ ότι έκανε αίτηση στο τοπικό κλιμάκιο της ΥΑΜ Πάφου, για να εργοδοτήσει δυο αλλοδαπούς σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, οι οποίοι φαίνεται ότι είναι το ίδιο πρόσωπο.» Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε τι μαρτυρία είχε ότι ο κατηγορούμενος συμμετείχε στην κατ' ισχυρισμό διάπραξη αδικημάτων από τον 1ο κατηγορούμενο, απάντησε ως εξής: «Σας επαναλαμβάνω ότι, που το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων, φαίνεται ότι δυο αλλοδαποί ήρθαν στην Κύπρο με τις ίδιες φωτογραφίες, δηλαδή, ότι ήταν το ίδιο πρόσωπο, με διαφορετικά στοιχεία και τον ίδιο εργοδότη. Τούτο για μένα ήταν μαρτυρία που δημιούργησε εύλογη υπόνοια ότι ο κατηγορούμενος ενέχετουν.» Για το τι φέρεται να του απάντησε ο κατηγορούμενος, όταν του επέστησε την προσοχή στο νόμο, με βάση όσα αναφέρει ο μάρτυρας στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 7) θα ασχοληθώ αργότερα. Τέλος, ο αστυφύλακας 3033 Πέτρος Σάββα (Μ.Κ.4), επίσης της ΥΑΜ, αντεξεταζόμενος κι αυτός, μεταξύ άλλων ανάφερε τα εξής: Όταν ως εκ της θέσεως του στην ΥΑΜ κλήθηκε να πει τη διαδικασία εγγραφής αλλοδαπού στην Κύπρο, ισχυρίστηκε ότι ο αρμόδιος εργοδότης υποβάλλει αίτηση στο Αρχείο Πληθυσμού και Μετανάστευσης ότι προτίθεται να εργοδοτήσει συγκεκριμένο αλλοδαπό τρίτης χώρας και αφού εγκριθεί όπως είπε κατά λέξη «.του εκδίδεται και εξασφάλιση, όλα τα έγγραφα, έρχεται στην Κύπρο με σκοπό να εργαστεί ως οικιακός βοηθός στη συγκεκριμένη περίπτωση.» Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε εάν έχει μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος υπόβαλε αίτηση για συγκεκριμένο αλλοδαπό, απαντώντας παράπεμψε στους φακέλους του Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Όταν μετά ρωτήθηκε εάν έχει μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος πήγε προσωπικά στο immigration και υπόβαλε αίτηση, απάντησε πως δεν γνωρίζει. Όταν ακολούθως ρωτήθηκε εάν γνωρίζει ότι ο 1ος κατηγορούμενος ήρθε στην Κύπρο μέσω ενός γραφείου στο οποίο εργάζεται μια κυρία Νάντια Πέτρου, «Εκ των υστέρων το έμαθα.» απάντησε. Η μεθεπόμενη ερώτηση που του υποβλήθηκε στην οποία απάντησε αρνητικά ήταν η εξής: «Ρώτησε κάποιος από σας πώς ήρθε αυτός ο αλλοδαπός στην Κύπρο;» Ακολούθησε η εξής ερώτηση, στην οποία απάντησε καταφατικά: «Γνωρίζεις ότι η Νάντια Πέτρου συνελήφθηκε ως ύποπτη για εργοδότηση αλλοδαπών που ήταν γραμμένοι σε εργοδότες, χωρίς οι εργοδότες να το ξέρουν;» Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω πόσο αντιφατική, αντινομική και αναξιόπιστη είναι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, σε βαθμό που δεν είμαι διατεθειμένος να βασιστώ σ' αυτή για να καταδικάσω τον κατηγορούμενο σ' οποιαδήποτε κατηγορία. Ούτε και μου διαφεύγει ότι ιδιαίτερα σημαντικό μέρος της ίδιας μαρτυρίας αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία, την οποία, σε εφαρμογή και της σχετικής επιφύλαξης του άρθρου 24
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, δεν αποδέχομαι. Ό, τι απομένει είναι να εξεταστεί η δραστικότητα μέρους όσων αποδίδει στον κατηγορούμενο ο Μ.Κ.3 με τη γραπτή κατάθεση του στην Αστυνομία (τεκμήριο 7), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Όπως αναφέρει σ' αυτή ο μάρτυρας, στις 6/10/2015 μετέβη στη Γεροσκήπου προς εντοπισμό του 1ου κατηγορούμενου, ο οποίος, σύμφωνα με τα αρχεία του Τ.Α.Π & Μ εργάζεται ως οικιακός βοηθός στον κατηγορούμενο. Ο δεύτερος ανευρέθηκε και κλήθηκε να προσέλθει στα γραφεία του κλιμακίου της ΥΑΜ Πάφου μαζί με τον πρώτο, ο οποίος, τη στιγμή αυτή απουσίαζε από την οικία του κατηγορούμενου. Οι δυο τους προσήλθαν στα γραφεία της ΥΑΜ Πάφου στις 09:30. Αφού ο μάρτυρας πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι διερευνούσε τα αδικήματα της συνομωσίας προς διάπραξη πλημμελήματος, δηλαδή, πλαστοπροσωπία και εξασφάλιση εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις κ.ο.κ., περί η ώρα 09:45 της ίδιας μέρας τού επέστησε την προσοχή στο νόμο και αυτός τού απάντησε «Είναι ο ίδιος ήρθε ξανά στην Κύπρο, αφού άλλαξε διαβατήριο, δούλευε κοντά μου και πιο παλιά με άλλο όνομα και άλλο διαβατήριο.» Σε ερώτησή του γιατί βοήθησε τον αλλοδαπό (1ο κατηγορούμενο) να έρθει στην Κύπρο με άλλα στοιχεία και αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο, ο κατηγορούμενος απάντησε «Ήταν πολύ καλός στη δουλειά του, πού να έβρισκα άλλον τον ίδιο.» Τίθεται το ερώτημα, εάν από το περιεχόμενο των παραπάνω απαντήσεων του κατηγορούμενου είναι δυνατή η κλήση του σε απολογία, σ' οποιαδήποτε κατηγορία. Η απάντηση είναι αρνητική. Η φερόμενη παραδοχή του ότι ο 1ος κατηγορούμενος δούλευε κοντά του παλιά, με άλλο όνομα και διαβατήριο σε συνδυασμό με τη φερόμενη - επίσης - παραδοχή του, ότι το βοήθησε να έρθει στην Κύπρο με άλλα στοιχεία, κατά τη γνώμη μου, πόρρω απέχουν από το να δημιουργήσουν υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως εναντίον του (βλ. την Ευσταθίου, ανωτέρω) ότι, είτε συνωμότησε με τον 1ο κατηγορούμενο να διαπράξουν τα αδικήματα των κατηγοριών 4 και 6, είτε ακόμη, ότι παρείχε συνδρομή σ' αυτόν στη διάπραξη των αδικημάτων που περικλείουν οι εν λόγω κατηγορίες, τα οποία, για λόγους που αναφέρονται σε άλλο σημείο (πιο πάνω) δεν έχει αποδειχθεί ότι διέπραξε ο τελευταίος, κατά το χρόνο που αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος των εν λόγω κατηγοριών. Εν πάση περιπτώσει, οι πιο πάνω παραδοχές του κατηγορούμενου, ιδωμένες, είτε αυτοτελώς είτε σε συνδυασμό, δεν αρκούν, για σκοπούς δημιουργίας υπόθεσης ενοχής εκ πρώτης όψεως εναντίον του, για τη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος, οποτεδήποτε και όχι μόνο κατά το χρόνο/χρόνους που αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος των τριών κατηγοριών που αντιμετωπίζει. Εξηγώ αμέσως τι θέλω να πω. Η γνώση του ότι ο 1ος κατηγορούμενος δούλευε κοντά του παλιά, με άλλο όνομα και διαβατήριο καθώς και η παραδοχή του ότι το βοήθησε να έρθει στην Κύπρο με άλλα στοιχεία, δεν εξυπακούει άνευ άλλου, ότι οι δυο τους είχαν οποτεδήποτε συμφωνήσει να διαπράξουν το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας καθώς και το αδίκημα της εξασφάλισης εγγραφής αλλοδαπού με ψευδείς παραστάσεις, είτε ακόμη, ότι ο κατηγορούμενος βοήθησε τον 1ο κατηγορούμενο με τέτοιο - συγκεκριμένο - τρόπο να τα διαπράξει, που να αποτελεί το πραγματικό στοιχειοθέτησης της παροχής συνδρομής, κατά το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα (ανωτέρω). Ίχνος μαρτυρίας υπάρχει σε τι συνίσταται η βοήθεια του πρώτου στο δεύτερο για να μπορεί να ελεγχθεί κατά πόσο αυτή τον καθιστά συνεργό του στη διάπραξη, είτε του ενός αδικήματος είτε του άλλου. Ούτε και μπορώ ασφαλώς να κάνω υποθέσεις σε σχέση με αυτό το σημαντικό κενό που παρουσιάζει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, είτε ακόμη, να καλέσω τον κατηγορούμενο σε απολογία για να το συμπληρώσει, συμβάλλοντας έτσι ο ίδιος στην ενοχοποίησή του. Η δίκη είναι ποινική και καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363): «Η απόδειξη της κατηγορίας, και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι' αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη.» Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η εισήγηση της υπεράσπισης γίνεται αποδεκτή. Είναι γεγονός, ότι η κατηγορούσα αρχή απότυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, σ' οποιαδήποτε κατηγορία, επομένως, αυτός αθωώνεται και στις τρεις κατηγορίες. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Αναφορά: εκ πρώτης όψεως υπόθεση (συνομωσία προς διάπραξη πλημμελήματος, κατά παράβαση του άρθρου 372 του περί Ποινικού Κώδικα και παροχή συνδρομής στη διάπραξη ποινικού αδικήματος, κατά παράβαση των άρθρων 20, 360 και 305 του Ποινικού Κώδικα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.