Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ανδρέας Κώστα, Aρ. Υπόθεσης: 13319/13, 13/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B3 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ. Aρ. Υπόθεσης: 13319/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν - Ανδρέας Κώστα Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 13.1.17 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Τ. Γεωργιάδης Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις κατηγορίες της απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (πρώτη κατηγορία) και της δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (δεύτερη κατηγορία). Συγκεκριμένα κατηγορείται επί το ότι στις 13.6.13 στην Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ στην Γεροσκήπου της επαρχίας Πάφου προκάλεσε τρόμο στον Borislav Vasilev από την Βουλγαρία απειλώντας τον ότι θα επαγάγει βλάβη στο πρόσωπό του με την φράση «θα σε σκοτώσω έχω μαχαίρι» (πρώτη κατηγορία) και ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο σε δημόσιο μέρος εξύβρισε τον προαναφερόμενο Borislav Vasilev με την φράση «γαμώ την μάνα σου» κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση (δεύτερη κατηγορία). Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή σε καμία κατηγορία οπότε και διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Κλήθηκαν, έτσι, και έδωσαν μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή δύο συνολικά μάρτυρες, ήτοι ο Αστ 2072, Γουίλιαμ Ιωαννίδης (ΜΚ 1), και ο Borislav Vasilev, από τώρα και στο εξής «ο παραπονούμενος», (ΜΚ 2). Ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και στις δύο κατηγορίες και κατέθεσε ενόρκως προς υπεράσπισή του αφότου κρίθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του. Η Υπεράσπιση δεν κάλεσε μάρτυρες Υπεράσπισης. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ένας μάρτυρας μπορεί, επίσης, να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 και Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Πρώτος μάρτυρας Κατηγορίας κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης Αστ 2072, Γουίλιαμ Ιωαννίδης. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο μάρτυρας υπηρετούσε στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου και ήταν τοποθετημένος στον Κεντρικό Σταθμό, Τμήμα Μικροπαραβάσεων, όπου εξακολουθεί να είναι τοποθετημένος μέχρι σήμερα. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας κατέθεσε την γραπτή του κατάθεση - Τεκμήριο 1 - ως μέρος της κυρίως εξέτασής του σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Ακολούθως έδωσε περαιτέρω προφορική μαρτυρία και εν τέλει αντεξετάσθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο Υπεράσπισης. Στο Τεκμήριο 1 αναφέρεται ότι στις 13.6.13 καταγγέλθηκε στον μάρτυρα γραπτώς από τον παραπονούμενο ότι την ίδια ημέρα και περί ώρα 7:30 στην Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ στην Γεροσκήπου ο Κατηγορούμενος εξύβρισε τον παραπονούμενο με την φράση που αναφέρεται στο κατηγορητήριο και ότι τον απείλησε με την φράση που, επίσης, αναφέρεται στο κατηγορητήριο. Και ότι μεταξύ των ωρών 15:30 - 15:40 ο μάρτυρας κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο για τα αδικήματα της απειλής και της δημόσιας εξύβρισης. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας κατέθεσε, επίσης, τα ακόλουθα έγγραφα: την γραπτή κατηγορία - Τεκμήριο 2 γραπτή ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο ημερομηνίας 13.6.13 - Τεκμήριο 3 γραπτή ανακριτική κατάθεση από τον παραπονούμενο ημερομηνίας 13.6.13 μεταφρασμένη στα Ελληνικά - Τεκμήριο 4 γραπτή ανακριτική κατάθεση από τον παραπονούμενο ημερομηνίας 13.6.13 στην μητρική γλώσσα του παραπονούμενου, ήτοι τα Βουλγάρικα - Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τον μάρτυρα το Τεκμήριο 4 είναι η μετάφραση στα Ελληνικά του Τεκμηρίου
- Η Κατηγορούσα Αρχή δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία που να αποδεικνύει το πιστό της μετάφρασης του Τεκμηρίου 4 το οποίο η Υπεράσπιση δεν δέχθηκε. Δεν θεωρώ, όμως, ότι από την εν λόγω παράλειψη προκύπτει οποιοδήποτε πρόβλημα στην προώθηση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής. Καθότι μέσα από την αντεξέταση του παραπονούμενου προκύπτει ότι στην πραγματικότητα το πιστό της μετάφρασης δεν αμφισβητείται από την Υπεράσπιση. Κατά δεύτερο, στην τελική του αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου επικαλέσθηκε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 για να προωθήσει τις θέσεις του. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι ο λόγος που λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον παραπονούμενο ήταν γιατί παράπονο διατυπώθηκε γραπτώς και εναντίον του παραπονούμενου από τον Κατηγορούμενο. Με αποτέλεσμα να σχηματισθεί και να εκκρεμεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου ποινική υπόθεση και εναντίον του παραπονούμενου με παραπονούμενο τον Κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση. Στα πλαίσια της αντεξέτασής του ο μάρτυρας κατά παράκληση της Υπεράσπισης κατέθεσε την γραπτή κατάθεση του Αστ 2886, Α. Αλεξάνδρου, η οποία σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Η Υπεράσπιση δε κατέθεσε ιατρικό έντυπο φερόμενο ως υπογραμμένο από Γενικό Ιατρό/Επαρχιακό Ιατρό του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου που αφορά στον Κατηγορούμενο. Το εν λόγω έγγραφο σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1 για Αναγνώριση. Σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας έγινε από κοινού παραδεκτό γεγονός και ως τέτοιο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 για Αναγνώριση. Κατόπιν τούτου το εν λόγω τεκμήριο έγινε Τεκμήριο
- Η μαρτυρία του μάρτυρα ήταν τυπική και δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Ο μάρτυρας ήταν σαφής και θετικός στην μαρτυρία του η οποία περιορίσθηκε σε περιγραφή των ενεργειών που έλαβαν χώρα στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων του. Η μαρτυρία του μάρτυρα είναι αποδεκτή στην ολότητά της. Δέχομαι, επομένως, μεταξύ άλλων, ότι ο παραπονούμενος στις 13.6.13 προέβη στην καταγγελία στην οποία ο μάρτυρας αναφέρθηκε στην μαρτυρία του, ότι λήφθηκαν γραπτές καταθέσεις από τον Κατηγορούμενο και τον παραπονούμενο - Τεκμήρια 3 και 5 αντίστοιχα - ότι ο μάρτυρας κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο, ότι το Τεκμήριο 2 είναι η γραπτή κατηγορία και ότι το Τεκμήριο 6 είναι η γραπτή κατάθεση του Αστ 2886, Α. Αλεξάνδρου, που δόθηκε για την παρούσα υπόθεση. Τέλος, αποδεκτός είναι και ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι ποινική υπόθεση εκκρεμεί και εναντίον του παραπονούμενου στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Σημειώνεται ότι το πιο πάνω δηλώθηκε από κοινού και ως παραδεκτό γεγονός. Αναφορικά με το Τεκμήριο 6 σημειώνεται ότι το περιεχόμενό του αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία. Σύμφωνα με τον Περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε, καμία μαρτυρία δεν αποκλείεται για τον λόγο και μόνο ότι είναι εξ' ακοής. Η βαρύτητα, όμως, που προσδίδεται σε εξ' ακοής μαρτυρία επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Κατά την αξιολόγηση εξ' ακοής μαρτυρίας το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία (άρθρο 27
(1)του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε). Είμαι διατεθειμένος να προσδώσω πλήρη βαρύτητα στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Και αυτό γιατί τα όσα στις νευραλγικές δεύτερη και τρίτη παράγραφους αναφέρονται υποστηρίχθηκαν ενόρκως από τον Κατηγορούμενο και παραπονούμενο αντίστοιχα και είναι ως θα διαφανεί αποδεκτά. Δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας κατέθεσε ο Borislav Vasilev, από τώρα και στο εξής ο παραπονούμενος. Ο παραπονούμενος αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής ανακριτικής του κατάθεσης που λήφθηκε στην μητρική του γλώσσα - Τεκμήριο 5 - καθώς και την υπογραφή του που βρίσκεται στο κάτω μέρος αυτής. Η εν λόγω κατάθεση λήφθηκε υπό μορφή ερωτοαπαντήσεων και εξ' όσων από το Τεκμήριο 4 προκύπτει σε αυτήν ο παραπονούμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Στις 13.6.13 και περί ώρα 7:10 π.μ. ο παραπονούμενος οδηγούσε το ποδήλατό του κατευθυνόμενος στην εργασία του που βρίσκεται στην Κολώνη. Ενώ οδηγούσε στα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του και εντός χώρου που ήταν παράπλευρα του δρόμου, σαν πακέτο, ερχόταν από απέναντι ένα αυτοκίνητο το οποίο οδηγούνταν από τον Κατηγορούμενο. Ο παραπονούμενος κατάφερε να αποφύγει το αυτοκίνητο και αφού πέρασε δίπλα και απομακρύνθηκε από αυτό, ακολούθως, κοίταξε πίσω για να αντιληφθεί εν τέλει ότι το αυτοκίνητο αυτό τον ακολουθούσε. Ο παραπονούμενος σταμάτησε και κατέβηκε από το ποδήλατο και το αυτοκίνητο σταμάτησε δίπλα του. Τότε, ο Κατηγορούμενος τον ύβρισε με την φράση που αναφέρεται στο κατηγορητήριο και του είπε «θα σε σκοτώσω έχω μαχαίρι». Την ίδια στιγμή ο Κατηγορούμενος άνοιξε το ντουλαπάκι του συνοδηγού και έβγαλε από αυτό κάτι χρώματος πράσινου. Ο παραπονούμενος δεν είδε καλά τι ήταν αυτό που ο Κατηγορούμενος είχε βγάλει από το συρταράκι του συνοδηγού και, έτσι, δεν γνώριζε αν το εν λόγω αντικείμενο ήταν μαχαίρι. Φοβήθηκε, όμως, μην τυχόν ο Κατηγορούμενος του κάνει κακό και γι' αυτό προσέγγισε τον Κατηγορούμενο από την πλευρά του οδηγού καταφέροντας του γροθιά στο κεφάλι. Ακολούθως, ανέβηκε στο ποδήλατό του και κατευθύνθηκε προς την εργασία του. Παραδέχθηκε ότι είχε εξυβρίσει τον Κατηγορούμενο με την φράση «ρε μαλάκα πού πάεις;». Του αυτοκινήτου του Κατηγορούμενου επέβαινε μια κυρία. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο παραπονούμενος αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που οδηγούσε το αυτοκίνητο και στο οποίο καταλόγισε τα όσα πιο πάνω ανέφερε. Ο λόγος που χτύπησε τον Κατηγορούμενο ήταν γιατί φοβήθηκε από τα απειλητικά λόγια που είχε εκστομίσει ο Κατηγορούμενος. Ο λόγος δε που έπρεπε να αποφύγει τον Κατηγορούμενο ήταν γιατί με τον τρόπο που ο Κατηγορούμενος κατηύθυνε το αυτοκίνητό του, ήτοι ακριβώς απέναντι από τον παραπονούμενο, είχε δημιουργηθεί στον τελευταίο η εντύπωση ότι ο Κατηγορούμενος είχε πρόθεση να τον χτυπήσει. Κατά την αντεξέταση δέχθηκε τα ακόλουθα: · δεν ήταν εκείνος που ειδοποίησε την Αστυνομία. Το μόνο που σκέφθηκε να κάνει μετά την λήξη του επεισοδίου ήταν να εγκαταλείψει το μέρος γιατί είχε φοβηθεί πάρα πολύ · όταν έφθασαν οι αστυνομικοί στην σκηνή δεν εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του Κατηγορούμενου. Η σχετική δε δήλωση του Αστ 2886, Α. Αλεξάνδρου, στην γραπτή του κατάθεση - Τεκμήριο 6 - ήταν αληθής. Συγκεκριμένα ο εν λόγω αστυφύλακας στο Τεκμήριο 6 ανέφερε ότι όταν μετέβη στην σκηνή ύστερα από κλήση του Κατηγορούμενου και επίστησε την προσοχή του παραπονούμενου στον Νόμο ο παραπονούμενος δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση. Ερωτηθείς γιατί δεν αντέδρασε στα πιο πάνω ο παραπονούμενος υποστήριξε ότι δεν γνώριζε τι ακριβώς συνέβαινε και ότι ήταν πολύ φοβισμένος · εναντίον του εκκρεμεί ποινική υπόθεση με παραπονούμενο τον Κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση για τα αδικήματα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης και της δημόσιας εξύβρισης. Η Υπεράσπιση κατέθεσε για σκοπούς αναγνώρισης φερόμενο ως πιστό αντίγραφο από τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου αντίγραφο του κατηγορητηρίου στην ποινική υπόθεση με αριθμό 13318/13 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Το εν λόγω έγγραφο σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο 2 για Αναγνώριση. Σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας έγινε από κοινού παραδεκτό γεγονός και ως τέτοιο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ότι το εν λόγω τεκμήριο είναι πιστό αντίγραφο του κατηγορητηρίου στην προαναφερθείσα ποινική υπόθεση με αριθμό 13318/13 το οποίο καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου την 1.11.
- Κατόπιν τούτου το Τεκμήριο 2 για Αναγνώριση έγινε Τεκμήριο 8 · ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης που αντιμετωπίζει και στην οποία εκπροσωπείται από δικηγόρο αρνήθηκε τις πιο πάνω κατηγορίες. Ερωτηθείς δε πώς συνάδει η άρνηση ενοχής με τις δηλώσεις του-παραδοχές στην γραπτή ανακριτική του κατάθεση ο παραπονούμενος αδυνατούσε να δώσει απάντηση · δεν γνώριζε τον Κατηγορούμενο από πριν. Ο λόγος που εξύβρισε τον Κατηγορούμενο με την φράση «ρε μαλάκα πού πάεις;» ήταν γιατί ο Κατηγορούμενος ήθελε να τον κτυπήσει με το αυτοκίνητό του. Την εντύπωση αυτή είχε αποκομίσει ο παραπονούμενος από τον τρόπο με τον οποίο ο Κατηγορούμενος κατηύθυνε το αυτοκίνητό του. Ο Κατηγορούμενος κατευθυνόταν προς τον παραπονούμενο ακριβώς αντίθετα της πορείας του παραπονούμενου και ακριβώς απέναντι του. Υποστήριξε ότι όταν ο Κατηγορούμενος εκστόμισε τις λέξεις «θα σε σκοτώσω, έχω μαχαίρι» ο παραπονούμενος στεκόταν παρά την πλευρά του συνοδηγού του αυτοκινήτου του Κατηγορούμενου. Υποστήριξε, επίσης, ότι από την απειλή αισθάνθηκε μεγάλο φόβο. Ερωτηθείς πώς και γιατί αφού είχε αισθανθεί φόβο, όπως ισχυρίζεται, μετακινήθηκε από την πλευρά του συνοδηγού προς την πλευρά του οδηγού και κατάφερε γροθιά στον Κατηγορούμενο απάντησε ότι εκείνη την στιγμή δεν ήξερε τι να κάνει. Αρνήθηκε ότι είχε εξυβρίσει τον Κατηγορούμενο. Δεν είδε αν αυτό που ο Κατηγορούμενος είχε βγάλει από το συρτάρι του συνοδηγού ήταν μαχαίρι παρά το ότι είχε προσεγγίσει τον Κατηγορούμενο από πολύ κοντά όταν τον χτύπησε. Πάντως, ο Κατηγορούμενος του είχε πει ότι είχε μαχαίρι μέσα στο αυτοκίνητο και ότι θα τον σκότωνε. Η Υπεράσπιση υπέβαλε στον παραπονούμενο ότι ο Κατηγορούμενος δεν τον απείλησε και δεν τον εξύβρισε. Ο παραπονούμενος αρνήθηκε τις θέσεις της Υπεράσπισης και επέμεινε στην δική του εκδοχή. Η εντύπωση που αποκόμισα για τον παραπονούμενο είναι ότι με εξαίρεση δύο σημεία η μαρτυρία του αντανακλά την αλήθεια. Δέχομαι, λοιπόν, μεταξύ άλλων, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Κατηγορούμενος οδηγούσε ως ο παραπονούμενος περίγραψε στην γραπτή του κατάθεση και, επομένως, με τρόπο που έδωσε στον παραπονούμενο την εντύπωση της άμεσα επικείμενης σύγκρουσης. Συγκεκριμένα δέχομαι ότι ο Κατηγορούμενος κατηύθυνε το αυτοκίνητό του ακριβώς απέναντι από τον παραπονούμενο, πράγμα που σημαίνει ότι ο παραπονούμενος οδηγούσε το ποδήλατό του στην ορθή πλευρά, στα αριστερά του πακέτου, όπως και ενδεικτικά ανέφερε, και ότι ο Κατηγορούμενος κατέλαβε την λωρίδα κυκλοφορίας ή την πορεία του. Άλλωστε, το ότι συναντήθηκαν ακριβώς απέναντι ο ένας από τον άλλο, «μούτρα-μούτρα» το υποστήριξε και με την μαρτυρία του ο Κατηγορούμενος. Όχι, όμως, γιατί την πορεία του Κατηγορούμενου κατέλαβε ο παραπονούμενος ως ο Κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε. Αλλά γιατί την πορεία του παραπονούμενου κατέλαβε ο Κατηγορούμενος. Αποδεκτοί είναι και οι ακόλουθοι ισχυρισμοί του παραπονούμενου οι οποίοι, σημειωτέον, συνάδουν με την μαρτυρία του Κατηγορούμενου: (α) ότι οδηγούσε εντός χώρου που δεν ήταν δρόμος, αλλά που ομοίαζε με προέκταση του δρόμου, (β) ότι ο Κατηγορούμενος ακολουθούσε πορεία αντίθετη από αυτή του παραπονούμενου, (γ) ότι αφότου ο παραπονούμενος πέρασε δίπλα από τον Κατηγορούμενο ο τελευταίος ακολούθησε πορεία επιστροφής προσεγγίζοντας με το αυτοκίνητο του τον παραπονούμενο, (δ) ότι ακολούθως ο παραπονούμενος σταμάτησε την πορεία του και κατέβηκε από το ποδήλατο και το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου σταμάτησε δίπλα του, (ε) ότι ο παραπονούμενος προσέγγισε τον Κατηγορούμενο από την πλευρά του οδηγού και μέσω του ανοικτού παράθυρου κατάφερε γροθιά στο πρόσωπο του Κατηγορούμενου και (στ) ότι, ακολούθως, ο παραπονούμενος ανέβηκε στο ποδήλατό του και κατευθύνθηκε προς την εργασία του. Δέχομαι, επίσης, ότι επιστρέφοντας και συναντώντας τον παραπονούμενο έξω από το σπίτι του ο Κατηγορούμενος εξύβρισε τον παραπονούμενο με την φράση «γαμώ την μάνα σου», ακολούθως, εκστόμισε στον παραπονούμενο την φράση «θα σε σκοτώσω έχω μαχαίρι» και άνοιξε το συρταράκι του συνοδηγού και έβγαλε από αυτό ένα αντικείμενο χρώματος πράσινου. Ο παραπονούμενος σε ένα σημείο της αντεξέτασης αρνήθηκε ότι είχε εξυβρίσει τον Κατηγορούμενο σε αντίθεση με ό,τι επί του προκειμένου ανέφερε στην γραπτή του κατάθεση - Τεκμήριο
- Υπενθυμίζεται ότι στην ανακριτική του κατάθεση ο παραπονούμενος ερωτηθείς αν είχε εξυβρίσει τον Κατηγορούμενο με την φράση «ρε μαλάκα πού πάεις;» απάντησε καταφατικά. Υπό το φως των πιο πάνω δεν δέχομαι ότι ο υπό συζήτηση διά ζώσης ισχυρισμός του παραπονούμενου είναι αληθής. Τουναντίον βρίσκω ότι ο παραπονούμενος εξύβρισε τον Κατηγορούμενο με την πιο πάνω φράση, κάτι το οποίο υποστήριξε με την μαρτυρία του και ο Κατηγορούμενος. Αλλά και ο ίδιος ο παραπονούμενος σε άλλο σημείο της αντεξέτασης. Συγκεκριμένα ο παραπονούμενος υπέδειξε ότι εξύβρισε τον Κατηγορούμενο ένεκα του τρόπου με τον οποίο οδηγούσε και ο οποίος δημιούργησε στον παραπονούμενο την εντύπωση ότι θα επέκειντο σύγκρουση. Όπως και ενωρίτερα υποδείχθηκε ο Κατηγορούμενος είχε καταλάβει την λωρίδα κυκλοφορίας του παραπονούμενου. Ένεκα του ότι, προδήλως, λίγο έλειψε να γίνει σύγκρουση μεταξύ του παραπονούμενου/ποδηλατιστή και του Κατηγορούμενου ο οποίος οδηγούσε αυτοκίνητο και η οποία αποφεύχθηκε από ενέργεια του παραπονούμενου σύμφωνα με την μαρτυρία του παραπονούμενου ο τελευταίος εξύβρισε τον Κατηγορούμενο με την πιο πάνω φράση. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του Κατηγορούμενου ότι η στιγμή κατά την οποία ο παραπονούμενος εκστόμισε την πιο πάνω φράση στον Κατηγορούμενο ήταν όταν Κατηγορούμενος και παραπονούμενος βρέθηκαν δίπλα ο ένας από τον άλλο. Η εξύβριση ήταν και ο λόγος που σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο ώθησε τον τελευταίο να ακολουθήσει πορεία επιστροφής προς το σπίτι του. Για να συναντήσει τον παραπονούμενο και να του ζητήσει τον λόγο. Τον λόγο γιατί τον είχε εξυβρίσει. Επίσης, ο ισχυρισμός του παραπονούμενου ότι ο λόγος που επιτέθηκε στον Κατηγορούμενο ήταν γιατί είχε φοβηθεί από τα απειλητικά λόγια του Κατηγορούμενου ή από το ενδεχόμενο όντως να έχει στην κατοχή του ο Κατηγορούμενος μαχαίρι και του κάνει κακό δεν ευσταθεί, δεν στέκει στην λογική και, επομένως, δεν είναι αποδεκτός. Η λογική υπαγορεύει ότι αν προκαλούνταν φόβος στον παραπονούμενο από τα πιο πάνω ο παραπονούμενος δεν θα προσέγγιζε τον Κατηγορούμενο για να τον κτυπήσει στο πρόσωπο. Την στιγμή, μάλιστα, που οι δυο τους δεν βρίσκονταν πρόσωπο με πρόσωπο αλλά ο Κατηγορούμενος εντός του αυτοκινήτου του και ο παραπονούμενος εκτός και ο τελευταίος θα μπορούσε εύκολα ενόψει και του ότι ο Κατηγορούμενος ήταν μεγάλος σε ηλικία να αποφύγει τον Κατηγορούμενο εγκαταλείποντας το μέρος. Το γεγονός ότι ο παραπονούμενος μετά την απειλή προσέγγισε τον Κατηγορούμενο μετακινούμενος από την πλευρά του συνοδηγού προς την πλευρά του οδηγού με σκοπό να τον χτυπήσει κρίνω πως αναιρεί τον ισχυρισμό του ότι τελούσε υπό καθεστώς τρόμου. Όπως ήδη έχει υποδειχθεί το λογικό θα ήταν αν πράγματι αισθανόταν φόβο να απέφευγε τον Κατηγορούμενο εγκαταλείποντας το μέρος. Τα πιο πάνω μόνο σε ένα συμπέρασμα εύλογα παραπέμπουν. Στο ότι από την απειλή ο παραπονούμενος δεν αισθάνθηκε τρόμο. Φόβο, προδήλως, αισθάνθηκε ο παραπονούμενος από ενδεχόμενο σύλληψής του εξαιτίας της επίθεσης. Και όχι εξαιτίας της συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου. Αυτός κρίνω πως ήταν και ο λόγος που εν τέλει εγκατέλειψε το μέρος. Αλλά και γιατί έπρεπε να πάει στην εργασία του. Προδήλως δε ο λόγος που ο παραπονούμενος επιτέθηκε στον Κατηγορούμενο μέσω του ανοικτού παράθυρου του αυτοκινήτου του Κατηγορούμενου ήταν η εξύβριση που είχε προηγηθεί από τον Κατηγορούμενο. Το ότι ο παραπονούμενος δεν εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του Κατηγορούμενου στους αστυνομικούς που τον συνέλαβαν δεν μεταβάλλει την κρίση μου ως προς τα πρωτογενή γεγονότα. Δέχομαι δε ως αληθή την δικαιολογία που πρόβαλε γι' αυτό, ότι, δηλαδή, κατά την σύλληψή του ήταν φοβισμένος και ότι για τον λόγο αυτό δεν διατύπωσε οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του Κατηγορούμενου. Η αίσθηση του φόβου κατά την σύλληψη δεν είναι συναίσθημα που ξενίζει. Αναμενόμενη είναι και η ως εκ του φόβου πολλές φορές επερχόμενη έλλειψη αντίδρασης. Ούτε και το ότι ο παραπονούμενος στην ποινική υπόθεση που αντιμετωπίζει αρνήθηκε ενοχή στις κατηγορίες της επίθεσης και της εξύβρισης δεν μεταβάλλει την κρίση μου ως προς τα πρωτογενή γεγονότα. Το πιο πάνω γεγονός δεν είναι ικανό να μεταβάλει συμπεράσματα που εύλογα μπορούν να συναχθούν από την δοθείσα μαρτυρία. Δεν αποκλείεται δε η μη παραδοχή να είναι θέμα τακτικής ή στρατηγικής ή αποτέλεσμα νομικής συμβουλής. Το ότι ο παραπονούμενος επιτέθηκε στον Κατηγορούμενο το παραδέχθηκε ο ίδιος τόσο διά ζώσης όσο και στην ανακριτική του κατάθεση - Τεκμήριο
- Το υποστήριξε και ο Κατηγορούμενος με την μαρτυρία του. Επίσης, το ότι εξύβρισε τον Κατηγορούμενο με την φράση «πού πάεις ρε μαλάκα;», επίσης, το παραδέχθηκε στην ανακριτική του κατάθεση ως ανωτέρω υποδείχθηκε. Το υποστήριξε και ο Κατηγορούμενος με την μαρτυρία του. Εκτός από τα σημεία εκείνα από την μαρτυρία του παραπονούμενου που δεν αποδέχομαι για τους λόγους που έχω εξηγήσει η υπόλοιπη μαρτυρία του παραπονούμενου είναι αποδεκτή. Ο Κατηγορούμενος στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του υποστήριξε τα ακόλουθα. Κατά την επίδικη ημέρα ξεκίνησε να βγει με την όπισθεν με το αυτοκίνητό του από το γκαράζ του σπιτιού του. Φθάνοντας στην έξοδο του γκαράζ εισήλθε εντός πακέτου πλάτους 10 μέτρων και άρχισε να κατευθύνεται προς την Πάφο. Δεν εισήλθε εντός του ασφάλτινου δρόμου. Από την αντίθετη κατεύθυνση οδηγούσε το ποδήλατό του ο παραπονούμενος. Όταν βρέθηκαν δίπλα-δίπλα ο παραπονούμενος του είπε «πού πάεις ρε μαλάκα;». Ο Κατηγορούμενος επέστρεψε και συνάντησε τον παραπονούμενο έξω από το σπίτι του, 20 περίπου μέτρα από το σημείο στο οποίο ο παραπονούμενος τον είχε εξυβρίσει όπως υποστήριξε κατά την αντεξέταση. Τον ρώτησε γιατί τον ύβρισε και τότε ο παραπονούμενος κατέβηκε από το ποδήλατό του, προσέγγισε τον Κατηγορούμενο από την πλευρά του οδηγού και μέσω του ανοικτού παράθυρου κατάφερε στον Κατηγορούμενο δύο γροθιές, μια στην μύτη και μια στο πηγούνι. Στην συνέχεια απομακρύνθηκε από το μέρος με το ποδήλατο. Ακολούθως ο Κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητό του και τότε συνάντησε κάποιο Λεωνίδα Κάρκα ο οποίος ρώτησε τον Κατηγορούμενο τι είχε γίνει. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε στον Κάρκα ότι ο παραπονούμενος τον είχε χτυπήσει και ζήτησε από τον Κάρκα να τον μεταφέρει με το αυτοκίνητο του για να αναχαιτίσουν την πορεία του παραπονούμενου. Ώσπου να ξεκινήσουν με το αυτοκίνητο του Κάρκα έχασαν οπτική επαφή με τον παραπονούμενο αλλά εν τέλει τον εντόπισαν λίγα μέτρα πιο κάτω, έξω από το εργοστάσιο στο οποίο ο παραπονούμενος εργαζόταν. Ο παραπονούμενος είχε κατέβει από το ποδήλατο και όδευε πεζός προς το εργοστάσιο. Ο Κατηγορούμενος ειδοποίησε την Αστυνομία η οποία έφθασε στο μέρος, ενώ τον Κατηγορούμενο τον μετέφερε στο Νοσοκομείο ο υιός του για σκοπούς περίθαλψης. Αντεξεταζόμενος ο Κατηγορούμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο παραπονούμενος ακολουθούσε πορεία αντίθετη από αυτή του Κατηγορούμενου και απείχε από την άκρια της ασφάλτου του δρόμου 10 πόδια. Το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου οδηγείτο στα δεξιά του παραπονούμενου και ο παραπονούμενος ερχόταν καταπάνω του. Συναντήθηκαν δε ακριβώς απέναντι ο ένας από τον άλλο, «μούτρα-μούτρα» όπως ενδεικτικά υπέδειξε ο Κατηγορούμενος. Δέχθηκε ότι ο παραπονούμενος προφανώς θεώρησε ότι ο Κατηγορούμενος είχε εισέλθει εντός της πορείας του, γι' αυτό και εξύβρισε τον Κατηγορούμενο ψέγοντας τον για τον τρόπο με τον οποίο οδηγούσε. Ο παραπονούμενος δεν σταμάτησε αλλά συνέχισε την πορεία του. Αρνήθηκε υποβολή ότι εξύβρισε τον παραπονούμενο με την φράση που αναφέρεται στο κατηγορητήριο και, επίσης, αρνήθηκε υποβολή ότι έπραξε τούτο επειδή θύμωσε που ο παραπονούμενος είχε βρεθεί μπροστά του. Αρνήθηκε, επίσης, υποβολή ότι είχε ανοίξει το συρταράκι του αυτοκινήτου του και ότι έδειξε στον παραπονούμενο ένα μαχαίρι πράσινο λέγοντας του «θα σε σκοτώσω έχω μαχαίρι». Υπέδειξε ότι ουδέποτε μεταφέρει μαχαίρι μέσα στο αυτοκίνητο. Τέλος, αρνήθηκε υποβολή ότι ο παραπονούμενος δεν τον είχε χτυπήσει και επέμεινε στην εκδοχή του. Ο Κατηγορούμενος δεν είπε την πάσα αλήθεια στο Δικαστήριο. Από την μαρτυρία του δεν δέχομαι τα ακόλουθα. Πρώτο, την θέση ότι ο παραπονούμενος του επιτέθηκε απρόκλητα ως αυτή μέσα από την μαρτυρία του αναδύεται. Όπως και στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του παραπονούμενου υποδείχθηκε της επίθεσης είχε προηγηθεί η εξύβριση από τον Κατηγορούμενο καθώς και η απειλή. Αυτά εύλογα επενήργησσαν ως αίτια της επίθεσης. Συνεπώς από την μαρτυρία του Κατηγορούμενου δεν δέχομαι ότι ο Κατηγορούμενος δεν εκστόμισε στον παραπονούμενο τις φράσεις που αναφέρονται στην κατηγορίες. Δεύτερο, από τον ισχυρισμό του Κατηγορούμενου ότι Κατηγορούμενος και παραπονούμενος συναντήθηκαν ο ένας ακριβώς απέναντι από τον άλλο συνάγεται ότι θέση του Κατηγορούμενου ήταν ότι ο παραπονούμενος κατέλαβε την πορεία του Κατηγορούμενου. Η πιο πάνω θέση δεν είναι αποδεκτή. Ο Κατηγορούμενος δεν με έπεισε ότι είπε την αλήθεια επί του σημείου τούτου. Όπως και στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του παραπονούμενου υποδείχθηκε αποδεκτή επί του προκειμένου είναι η μαρτυρία του παραπονούμενου από την οποία συνάγεται με ενάργεια ότι ο Κατηγορούμενος ήταν εκείνος που κατέλαβε την πορεία του παραπονούμενου. Η υπόλοιπη μαρτυρία του Κατηγορούμενου είναι αποδεκτή. Περιλαμβανομένου και του ισχυρισμού του Κατηγορούμενου ότι δεν έδειξε στον παραπονούμενο μαχαίρι. Ο εν λόγω ισχυρισμός συνάδει και με την μαρτυρία του παραπονούμενου σύμφωνα με την οποία το μόνο που ο παραπονούμενος είδε ήταν ένα αντικείμενο χρώματος πράσινου και που δεν αντιλήφθηκε τι ακριβώς ήταν και από την οποία προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος δεν επέδειξε προβάλλοντας ή προτάσσοντας στον παραπονούμενο οτιδήποτε. Δεν δέχομαι, όμως, ότι ο Κατηγορούμενος δεν άνοιξε το συρταράκι του αυτοκινήτου του ή ότι δεν έβγαλε από αυτό το αντικείμενο που ο παραπονούμενος είδε πλην όμως δεν μπορούσε να προσδιορίσει τι ήταν. Το άρθρο 91Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί ως ακολούθως: «Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη». Ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι η ως εκ της απειλής πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στο θύμα. Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται επί το ότι ως εκ της απειλής «θα σε σκοτώσω, έχω μαχαίρι» η οποία εκστομίσθηκε από τον ίδιο προκλήθηκε τρόμος στον παραπονούμενο. Ο ισχυρισμός του παραπονούμενου ότι συνεπεία της απειλής αισθάνθηκε τρόμο δεν έγινε αποδεκτός από το Δικαστήριο. Ελλείψει αποδεκτής μαρτυρίας περί πρόκλησης τρόμου ως αποτέλεσμα της απειλής το αδίκημα δεν έχει στοιχειοθετηθεί. Μοιραία η πρώτη κατηγορία είναι έκθετη σε απόρριψη χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση. Συνακόλουθα ο Κατηγορούμενος αθωώνεται στην πρώτη κατηγορία. Το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης της δεύτερης κατηγορίας ρυθμίζεται από το άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, που έχει ως ακολούθως: «Όποιος σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουσθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει παρευρισκόμενο πρόσωπο σε επίθεση είναι ένοχος πλημμελήματος.». Προκύπτει ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δημόσιας εξύβρισης είναι: η εξύβριση άλλου προσώπου σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο μη δημόσιο με τρόπο ή κάτω από συνθήκες που είναι ενδεχόμενο να ακουσθεί σε δημόσιο χώρο και κατά τρόπο που είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Το τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως αναφέρεται στην Αγγλική υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 ALL ER 1297: «An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it». Επίσης στην υπόθεση Bolster v. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 89 λέχθηκε ότι η εξύβριση στοιχειοθετείται όταν το χρησιμοποιηθέν υπό συνθήκες αντιπαράθεσης λεκτικό δεν είναι δυνατόν να εκληφθεί ως μη υβριστικό. Επομένως, η ακριβής λεκτική απόδοση των εκφρασθέντων στερείται οιασδήποτε ουσιώδους σημασίας. Στις λέξεις που εκστομίζονται πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Δεν χρειάζεται απόδειξη στοιχείου πραγματικής πρόκλησης οποιουδήποτε παρευρισκομένου να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99 είναι ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Το κριτήριο είναι και πάλι αντικειμενικό, δηλαδή, κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί (Βλ. ΓΕ v. Ναταλία Καζίνα
(1999)2 ΑΑΔ 503 και Αχιλλέως v. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 98). Όσον αφορά στην έννοια του δημόσιου χώρου αυτή καθορίζεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε: «δημόσιος χώρος ή δημόσιο υποστατικό περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτήριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής καθώς και κτήριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η φράση που εκστόμισε ο Κατηγορούμενος στον παραπονούμενο και που αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας αποτελεί εξύβριση εν τη εννοία του Νόμου. Κρίνω, επίσης, ότι η εκστόμιση αυτής της φράσης θα μπορούσε να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση. Δεν παραγνωρίζω ότι ο Κατηγορούμενος εκστόμισε την επίδικη φράση ενώ βρισκόταν εντός του αυτοκινήτου του που δεν αποτελεί δημόσιο χώρο. Το αδίκημα συντελείται, όμως, ακόμα και όταν η εξύβριση γίνεται σε χώρο που δεν είναι δημόσιος αν γίνεται με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουσθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο. Το ενδεχόμενο η υβριστική φράση να ακούγονταν από πρόσωπο που βρισκόταν σε δημόσιο χώρο ήταν υπαρκτό. Απόδειξη τούτου ήταν το ότι και ο παραπονούμενος ο ίδιος ο οποίος βρισκόταν σε δημόσιο χώρο άκουσε την υβριστική φράση. Και ως συνέπεια τούτου επιτέθηκε στον Κατηγορούμενο. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την δεύτερη κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνακόλουθα ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην δεύτερη κατηγορία. (Υπ.) ........... Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Απειλή και Δημόσια εξύβριση Subject: Criminal / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο