Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. George Mccusker, Αρ. Υπόθεσης: 10713/13, 28/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10713/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. George Mccusker, από την Αγγλία Κατηγορούμενου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 28.2.2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Σάββα Για τον κατηγορούμενο: κ. Σαββίδης Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι στις 15 Ιανουαρίου, 2013, στην Κισσόνεργα της επαρχίας Πάφου, επιτέθηκε εναντίον της Natalie Emma από την Αγγλία και της προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Προς απόδειξη της κατηγορίας, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε ως μάρτυρες, την παραπονούμενη Natalie Emma White (Μ.Κ.1) και τη γιατρό στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, Χρυστάλλα Πρέστου (Μ.Κ.2). Ο κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του κατάθεσε ενόρκως. Προς υπεράσπισή του παρουσίασε ως μάρτυρα, τον εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 836 Πανίκο Χριστοδούλου (Μ.Υ.2). Σε εφαρμογή του άρθρου 26
(1)
(2)του περί Αποδείξεως Νόμου, ως μάρτυράς του, λογίζεται και η γιατρός στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, Ρενάτα Σαββίδου (Μ.Υ.1), η οποία παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και αντεξετάστηκε από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με το περιεχόμενο της ιατρικής έκθεσης που ετοίμασε για τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 4), το οποίο παρουσιάστηκε από τον ίδιο, ως εξ ακοής μαρτυρία. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης περικλείεται στη γραπτή κατάθεση της παραπονούμενης (τεκμήριο 1, στα αγγλικά και τεκμήριο 1Α, η πιστή μετάφρασή της στα ελληνικά), το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από τη μάρτυρα, για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Σε συντομία είναι η εξής: Η παραπονούμενη κατάγεται από την Αγγλία και τα τελευταία 6 χρόνια διαμένει μόνη σε διαμέρισμα που νοικιάζει στην Κισσόνεργα. Στις 15/1/2013 γύρω στις 15:30 πήγε στην μπυραρία «Julies» στην Κισσόνεργα για ένα ποτό. Εκεί γνώρισε τον James, ο οποίος κατάγεται από τη Σκωτία. Γύρω στις 19:00, οι δυο τους πήγαν στο διαμέρισμά της για λίγα ποτά. Εκεί, όπου πήγαν με το αυτοκίνητό της, καθώς έπιναν ένα ποτό, μετά από μισή, περίπου, ώρα, κάποιος χτύπησε την πόρτα. Κοίταξε από το παράθυρο, αλλά δεν είδε κανένα. Ο James τής είπε ότι πιθανόν να είναι ο αδελφός του, δηλαδή ο κατηγορούμενος, τον οποίο η ίδια γνωρίζει από το «Julies» επειδή πίνει τακτικά εκεί, αλλά δεν του μιλά. Άνοιξε την πόρτα και τον κάλεσε να έρθει μέσα. Κάθισε και του πρόσφερε μια μπύρα. Ξαφνικά, τα δυο αδέλφια άρχισαν να λογομαχούν μπροστά της. Τους έβλεπε χωρίς να λέει τίποτε και τότε, ο κατηγορούμενος γύρισε και της είπε ότι είναι «πουτάνα» και κοιμάται μ' οποιοδήποτε. Δεν είπε τίποτα και τότε, ο κατηγορούμενος έβγαλε τα ρούχα και έμεινε γυμνός. Ακολούθως άρχισε να παίζει τα ντραμς που είχε στο διαμέρισμα και όταν σταμάτησε, απευθυνόμενος στην ίδια τής είπε ξανά ότι είναι «πουτάνα». Του απάντησε πως δεν είναι αλήθεια και ότι όλα αυτά είναι φήμες. Τότε, ο κατηγορούμενος σηκώθηκε πάνω και τη γρονθοκόπησε στο πρόσωπο, χωρίς να το περιμένει. Ο αδελφός του σηκώθηκε πάνω και στάθηκε μπροστά του για να την προστατεύσει από το να τη γρονθοκοπήσει. Μετά, ο κατηγορούμενος συνέχισε να τη χτυπά και νομίζει τη γρονθοκόπησε (κατ' ακρίβεια «μπούνιαρε» είναι η λέξη που χρησιμοποιεί) τουλάχιστον 5 φορές. Τότε σταμάτησε και άρχισε να του φωνάζει να βγει έξω. Αφού φόρεσε το παντελόνι του βγήκε έξω από το διαμέρισμα με τον αδελφό του και τον είδε να φεύγει με το αυτοκίνητό του. Νομίζει πως ήταν μεθυσμένος. Δε γνωρίζει πώς βρήκε που μένει η ίδια, αλλά ξέρει ότι ο James, σε κάποιο σημείο έλαβε τηλεφώνημα, πιθανόν από αυτό και ίσως του είπε που μένει. Επισκέφθηκε το νοσοκομείο και εξετάστηκε από γιατρό, ο οποίος ανακάλυψε ότι έχει εκδορές στο αριστερό μάγουλο και σπασμένα χείλη. Έχει παράπονο εναντίον του κατηγορούμενου, επειδή της επιτέθηκε και τη γρονθοκόπησε στο πρόσωπο. Ο κατηγορούμενος δεν αμφισβητεί το επίδικο περιστατικό. Ωστόσο, του δίνει διαφορετική διάσταση. Η εκδοχή του συναφώς με αυτό περικλείεται στην ανακριτική του κατάθεση (τεκμήριο 3, στα αγγλικά, τεκμήριο 3A, το ίδιο κείμενο, δαχτυλογραφημένο και τεκμήριο 3Β, η πιστή μετάφρασή της, στα ελληνικά). Σύμφωνα με αυτή: Μένει στην Κύπρο τα τελευταία 9 1/2 χρόνια και διαμένει στην Τάλα με τη σύζυγό του και τα δυο ανήλικα παιδιά τους. Ο αδελφός του James ήρθε στην Κύπρο για διακοπές, στις 11 του Γενάρη και βγαίνουν μαζί έξω. Στις 15/1/2013 γύρω στις 15:30 πήγαν μαζί στο «Julies Bar» για ένα ποτό. Εκεί είδε την παραπονούμενη την οποία γνωρίζει από προηγουμένως, αφού τη βλέπει να πίνει εκεί και είναι φίλοι. Τη γνωρίζει για τουλάχιστον 2 χρόνια και έχει πάει στο διαμέρισμά της, το οποίο ενοικίαζε στην Κισσόνεργα. Στο «Julies» και οι τρεις έπιναν ποτό. Γύρω στις 19:00, η παραπονούμενη τούς ζήτησε να πάνε στο διαμέρισμά της για ένα ποτό. Έτσι, ο ίδιος αγόρασε 6 μεγάλα μπουκάλια μπύρα Carlsberg για να πάρει μαζί τους. Ο ίδιος και η παραπονούμενη έφυγαν μαζί με το αυτοκίνητό της και ο αδελφός του τούς ακολουθούσε για το διαμέρισμα με το δικό του αυτοκίνητο. Μπήκαν όλοι στο διαμέρισμα και έπιναν μπύρες. Κάποια στιγμή, ο ίδιος σηκώθηκε πάνω και στάθηκε πάνω σε μια σανίδα για να τη δοκιμάσει. Όταν το έκανε αυτό, η παραπονούμενη θύμωσε και άρχισε να του φωνάζει. Κατέβηκε κάτω από τη σανίδα και η παραπονούμενη τού επιτέθηκε με τα χέρια, χτυπώντας τον στο κεφάλι και στο σώμα και κλωτσώντας τον. Προσπάθησε να προστατευτεί και την έσπρωξε προς τα πίσω. Όταν την έσπρωξε μακριά του, αυτή έπεσε πάνω σ' ένα σετ ντραμς που είχε δίπλα απ' εκεί που στεκόταν ο ίδιος και όταν σηκώθηκε, το στόμα της αιμορραγούσε. Άρπαξε ένα παπούτσι και το χτύπησε μ' αυτό στο πρόσωπο. Μετά άρπαξε τη φανέλα του και την έσκισε. Την έσπρωξε και πάλι πίσω και μετά έφυγε από το διαμέρισμα. Μπήκε στο αυτοκίνητό του και πήγε στο σπίτι του. Άφησε τον αδελφό του πίσω, γιατί το μόνο που ήθελε ήταν να φύγει απ' εκεί και να πάει σπίτι του. Χθες το πρωί που σηκώθηκε ένοιωσε τον αριστερό του αντίχειρα να έχει πρηστεί. Σήμερα, 17/1/2013 πήγε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου και έκανε ακτινογραφίες στον αντίχειρα και ο γιατρός τού είπε ότι δεν είναι σπασμένο, αλλά άσχημα χτυπημένο και του το έδεσε με επίδεσμο. Σε καμιά περίπτωση χτύπησε την παραπονούμενη, αλλά ο ίδιος χτυπήθηκε. Έχει παράπονο εναντίον της που του επιτέθηκε και το χτύπησε. Όταν συνέβηκαν αυτά, η παραπονούμενη ήταν μεθυσμένη. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας, στο σύνολό του και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες καθώς και τον κατηγορούμενο, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει στο στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων η πραγματική μαρτυρία, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326,366: «..η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας». Για εκτενέστερη ανάλυση του όρου πραγματική ή εμπράγματη μαρτυρία, ιδιαίτερα χρήσιμη αναφορά γίνεται στην υπόθεση Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298. Ειδικά για την αξία της ιατρικής μαρτυρίας παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439: «Η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 Α.Α.Δ. 1003, 1010, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51).» Αναφορικά με το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη, ότι, το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη της επαφίεται στη διακριτική μου ευχέρεια (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 190). Τέλος παραπέμπω και στην Αλ - Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117 σύμφωνα με την οποία, η προσφυγή στο ψεύδος, δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Αντιπαραβάλλοντας τις εκατέρωθεν εκδοχές, υπό το φως ασφαλώς του συνόλου της μαρτυρίας, ομολογώ πως δεν έχω πειστεί για το αξιόπιστο της εκδοχής, είτε της μιας πλευράς είτε της άλλης, αναφορικά με τα κρίσιμα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο. Παρότι είμαι βέβαιος, ότι στον ουσιώδη χρόνο υπήρξε κάποιο επεισόδιο στο διαμέρισμα της παραπονούμενης, ανάμεσα στην ίδια και τον κατηγορούμενο - εξάλλου, αυτό αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών -, εντούτοις, για λόγους που άπτονται της αξιοπιστίας και των δυο πρωταγωνιστών του, αδυνατώ να αποφανθώ με ασφάλεια επί των κρίσιμων και απολύτως αναγκαίων γεγονότων για τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου. Η μαρτυρία της γιατρού Χρυστάλλας Πρέστου (Μ.Κ.2) γίνεται αποδεκτή, αφού, εκτός από αξιόπιστη, βασικά είναι και αναντίλεκτη. Η ουσία της περιέχεται στη σχετική έκθεση (τεκμήριο 2) που ετοίμασε για την παραπονούμενη, από την οποία, μεταξύ άλλων προκύπτουν τα εξής: Εξέτασε την παραπονούμενη μετά από αναφερόμενη επίθεση από άλλο άτομο. Ήταν χωρίς κεφαλαλγία, ζάλη, εμετό και αυχεναλγία. Στο κάτω χείλος του στόματος στη μεσότητα υπήρχε μικρή απώλεια δέρματος, έφερε μικρή εκδορά στα αριστερά ζυγωματικά και ερυθρότητα (3cm x 6cm) προσθιοπλάγια δεξιά τραχηλικής περιοχής. Ανάφερε άλγος δεξιού αγκώνα και δεξιά ΠΔΚ και στις αριστερές πλευρές, χωρίς εμφανή εξωτερική κάκωση. Η δεξιά ωμοπλάτη έφερε μικρή ερυθρότητα 3cm x 2cm. Εξήλθε με οδηγίες. Της έγινε περιποίηση εκδορών. Όταν αντεξεταζόμενη η μάρτυρας κλήθηκε να πει από πού μπορούν να προκληθούν οι παραπάνω τραυματισμοί ισχυρίστηκε πως δεν μπορεί να ξέρει επειδή δεν είναι της ειδικότητάς της. Όπως είπε χαρακτηριστικά, «Εγώ είμαι γιατρός και όχι ιατροδικαστής.» Ωστόσο, απαντώντας στην επόμενη ερώτηση ισχυρίστηκε ότι μια ερυθρότητα, όπως αυτή που γράφει στην έκθεσή της μπορεί να προκληθεί από τον ίδιο τον ασθενή. Απαντώντας σε κάποια άλλη ερώτηση ισχυρίστηκε ότι δεν μπορεί να προσδιορίσει πότε προκλήθηκαν τα τραύματα της παραπονούμενης, όπως τα περιγράφει στην έκθεσή της. Για τους ίδιους ακριβώς λόγους, δεκτή στο σύνολό της είναι και η μαρτυρία της γιατρού Ρενάτας Σαββίδου (Μ.Υ.1). Η ουσία της περιέχεται στη σχετική έκθεση (τεκμήριο 4) που ετοίμασε για τον κατηγορούμενο, στην οποία, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Στις 18/1/2013 εξέτασε τον κατηγορούμενο, ο οποίος ανάφερε ξυλοδαρμό, στις 15/1/2013. Προσήλθε στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών, στις 17/1/2013, αναφέροντας κάκωση αριστερού αντίχειρα, χωρίς να αναφέρει ξυλοδαρμό. Έγινε ακτινογραφία αριστερού αντίχειρα, χωρίς εμφανείς οστικές κακώσεις. Σήμερα είπε ότι στις 15/1/2013 είχε ξυλοδαρμό. Έφερε τις ακόλουθες κακώσεις: δυο μικρούς μώλωπες αριστερού βραχιονίου, εκδορά 2 εκατοστά αριστερού αντιβραχίου, 3 μώλωπες, περίπου 1 x 2 εκατοστά αριστερού ημιθωρακίου, δυο μώλωπες δεξιού μηρού, 2 x 2 εκατοστά και 6 x 5 εκατοστά περίπου. Μώλωπας αριστερής κνήμης 7 x 3 εκατοστά. Μικρός μώλωπας στην έσω γωνία του αριστερού οφθαλμού, χωρίς άλλες εμφανείς εξωτερικές κακώσεις. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας (δυνάμει του άρθρου 26
(1)
(2)του περί Αποδείξεως Νόμου) στην ερώτηση, εάν κατά την εξέταση του κατηγορούμενου από την ίδια και τις δυο φορές που τον εξέτασε, ο αντίχειράς του ήταν πρησμένος, φουσκωμένος, βασικά, απάντησε αρνητικά. Όπως είπε: «Δεν περιγράφω κάποιες κακώσεις του αντίχειρα. Απλώς πρέπει να είχε πόνο.» Όπως είπε απαντώντας στην επόμενη ερώτηση, εάν ο αντίχειράς του ήταν φουσκωμένος ή πρησμένος, θα το έγραφε. Ο αστυφύλακας 836 Πανίκος Χριστοδούλου (Μ.Υ.2), καθώς ήδη έχει αναφερθεί είναι ο εξεταστής της υπόθεσης. Δέχομαι τη μαρτυρία και αυτού, αφού, εκτός από αξιόπιστη είναι και αναντίλεκτη. Η ουσία της έγκειται στα εξής: συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Μετά που τον πληροφόρησε για το αδίκημα που διερευνούσε και του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, απάντησε πως δε χτύπησε την παραπονούμενη, ενώ, όταν τον κατηγόρησε, απάντησε ότι ποτέ δεν επιτέθηκε εναντίον της. Όπως είπε αντεξεταζόμενος, το πρώτο άτομο που έκανε παράπονο για ξυλοδαρμό ήταν η παραπονούμενη, στις 15/1/2013. Ο κατηγορούμενος προέβη σε ανάλογο παράπονο εναντίον της, στο πλαίσιο της ανακριτικής του κατάθεσης. Την ημέρα που έκανε παράπονο η παραπονούμενη πήγε στο σπίτι τού πατέρα της. Εκεί του έκανε το παράπονο και διαπίστωσε ότι αιμορραγούσε στο κάτω χείλος και της έδωσε σχετικό πιστοποιητικό για να εξεταστεί από κυβερνητικό γιατρό. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία, τόσο της παραπονούμενης (Μ.Κ.1) όσο και του κατηγορούμενου είναι αρνητική. Και οι δυο - μεταξύ άλλων - υπέπεσαν σε σοβαρές αντιφάσεις και προέβαλαν ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας και το σημαντικότερο, η μαρτυρία τους, περισσότερο αφίσταται παρά συνάδει με το περιεχόμενο της ιατρικής μαρτυρίας, η οποία - για να επαναλάβω - αποτελεί και πραγματική μαρτυρία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και τον έλεγχο της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας, ως θέμα αρχής (βλ. τις Δημητρίου, Γεωργαλλά και Γεωργίου, ανωτέρω). Τα παραδείγματα που ακολουθούν, κατά τη γνώμη μου, αιτιολογούν επαρκώς τις παραπάνω διαπιστώσεις μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία και των δυο, ως μαρτύρων. Ειδικότερα: Αρχίζοντας από την παραπονούμενη (Μ.Κ.1), στη γραπτή κατάθεσή της στην Αστυνομία (τεκμήριο 1), το περιεχόμενο της οποίας - για να επαναλάβω -υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Όταν ο κατηγορούμενος ήρθε στο διαμέρισμά της και χτύπησε την πόρτα και ο James της είπε ότι πιθανόν να είναι ο αδελφός του, τον οποίο η ίδια γνωρίζει από το «Julies», επειδή πίνει τακτικά εκεί, αλλά δεν του μιλά, άνοιξε την πόρτα και τον κάλεσε να έρθει μέσα. Κάθισε και του πρόσφερε μια μπύρα. Αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε ότι ο James τον άφησε να μπει στο σπίτι, η ίδια τον άφησε να μπει, ωστόσο, δεν τον καλωσόρισε στο σπίτι. Οι πρώτες αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε είναι ολοφάνερες. Όπως είπε στη συνέχεια, μετά από αυτό ξεκίνησαν να πίνουν και ο κατηγορούμενος έβαλε ένα ποτό για τον εαυτό του και έπινε με τον αδελφό του. Για να επαναλάβω στη γραπτή κατάθεσή της αναφέρει ότι του πρόσφερε μια μπύρα. Πέραν τούτου, μου ακούγεται και παράλογο, ο κατηγορούμενος, ο οποίος πήγε για πρώτη φορά στο διαμέρισμά της, να είχε το θάρρος να βάλει από μόνος ποτό για τον εαυτό του. Φυσικά, όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε ποιος του πρόσφερε το ποτό, «Ο James» απάντησε που αποτελεί νέα αντίφαση. Όταν ρωτήθηκε τι έγινε μετά που άρχισαν να πίνουν τα ποτά τους, ισχυρίστηκε ότι υπήρχε μια λογομαχία, μια διαφωνία μεταξύ των δυο αδελφιών και άκουσε τον κατηγορούμενο να την αποκαλεί «πουτάνα». «Τι ακριβώς έλεγαν;» ρωτήθηκε στη συνέχεια. Όπως είπε, δεν κατάλαβε τι έλεγε ο κατηγορούμενος, επειδή μιλούσε τόσο έντονα και ήταν μεθυσμένος και δεν κατάλαβε την προφορά, τόσο καλά. Όπως διευκρίνισε απαντώντας στην επομένη ερώτηση είναι πολύ δυνατή η προφορά και δεν καταλαβαίνει σκωτσέζικα. Απαντώντας σε κάποια άλλη ερώτηση, ισχυρίστηκε ότι καταλάβαινε την προφορά του James, επειδή είναι λιγότερο δυνατή από του κατηγορούμενου. Όπως είπε λίγο αργότερα, τα δυο αδέλφια είχαν κάποιου είδους διαφωνία σχετικά με τις γυναίκες και ο κατηγορούμενος έλεγε πως είναι «πουτάνα». Φυσικά, λίγο αργότερα ισχυρίστηκε ότι δεν απευθύνθηκε στην ίδια, όταν την αποκάλεσε «πουτάνα», αλλά το είπε στον αδελφό του και το κατάλαβε με την προφορά που μιλά ο κατηγορούμενος. Πέραν από τις προφανείς αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι στη γραπτή κατάθεσή της ισχυρίζεται ότι ο κατηγορούμενος, σε δυο περιπτώσεις, γύρισε προς την ίδια και την αποκάλεσε «πουτάνα» διερωτώμαι και για το εξής: αφού δεν καταλάβαινε την προφορά του τόσο καλά και σκωτσέζικα, συμπτωματικά, το μόνο που κατάλαβε είναι ότι την εξύβρισε με τη λέξη «πουτάνα»; Και τι λόγο είχε να την αποκαλέσει «πουτάνα» μέσα στο σπίτι της και μάλιστα, μετά που είχε λογομαχήσει με τον αδελφό του και όχι με την ίδια; Το πόσο παράλογος είναι ο επί του προκειμένου ισχυρισμός της νομίζω γίνεται εύκολα κατανοητό. Στη γραπτή κατάθεσή της και πάλι ισχυρίζεται ότι ο κατηγορούμενος, χωρίς να το περιμένει τη γρονθοκόπησε στο πρόσωπο. Παρότι ο αδελφός του σηκώθηκε πάνω και στάθηκε μπροστά της για να την προστατεύσει για να μην τη χτυπήσει ξανά, αυτός συνέχισε να τη χτυπά και νομίζει τη γρονθοκόπησε τουλάχιστον 5 φορές. Αντεξεταζόμενη αρνήθηκε την υποβολή ότι επιτέθηκε στον κατηγορούμενο. Ευθύς αμέσως, όταν της υποβλήθηκε ότι του επιτέθηκε, χτυπώντας τον με τα χέρια της σε διάφορα μέρη του σώματός του, «Στην τελική ναι.» απάντησε, για να διευκρινίσει στο στάδιο της επανεξέτασης, ότι ξεκίνησε να του δίνει γροθιές για να προστατεύσει τον εαυτό της, όταν άρχισε να την πνίγει. Ισχυρισμό που δεν προβάλλει στη γραπτή κατάθεσή της και θεωρώ πως, εάν ο κατηγορούμενος στον ουσιώδη χρόνο επιχείρησε να την πνίξει, ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, αυτό θα έπρεπε να ήταν το πρώτο πράγμα που όφειλε να αναφέρει στη κατάθεσή της. Όταν της υποβλήθηκε ότι την ώρα που επιτέθηκε του κατηγορούμενου, αυτός από άμυνα την έσπρωξε και έπεσε πάνω σ' ένα σετ από ντραμς «Αργότερα ναι.» απάντησε. «Τι έγινε αργότερα στην ιστορία;» ρωτήθηκε στη συνέχεια. Απάντησε ως εξής: «Προσπάθησα να αμυνθώ με τα χέρια μου, να υπερασπιστώ τον εαυτό μου με τα χέρια μου. O James τού είπε να σταματήσει και έτσι με έσπρωξε.» Της υπενθυμίζω απλώς, ότι στη γραπτή κατάθεσή της αναφέρει πως, όταν ο κατηγορούμενος τη γρονθοκόπησε στο πρόσωπο για πρώτη φορά, ο αδελφός του στάθηκε μπροστά της για να την προστατεύσει ωστόσο, ο κατηγορούμενος συνέχισε να τη χτυπά και νομίζει ότι τη γρονθοκόπησε τουλάχιστον 5 φορές και τότε σταμάτησε. Ούτε ότι την έσπρωξε αναφέρει μα ούτε και ότι σταμάτησε να τη χτυπά, μετά που του είχε πει ο αδελφός του να σταματήσει, τον οποίο φέρει απλώς να στέκεται μπροστά της για να την προστατεύσει για να μη τη χτυπήσει ξανά. Οι νέες αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε είναι ολοφάνερες. Για να συνεχίσω με το ίδιο θέμα, αντεξεταζόμενη πάντοτε, όπως είπε, όταν ο κατηγορούμενος προσπαθούσε να την πνίξει, ήταν από πάνω της στον καναπέ και η ίδια βρισκόταν με την πλάτη της πιασμένη πάνω στην πλάτη της και ο James τού τραβούσε τους ώμους του από πίσω. Ακολούθως ισχυρίστηκε ότι προσπάθησε να την πνίξει με τους αντίχειρες του. «Γιατί δεν το θεώρησες σημαντικό να το αναφέρεις στην κατάθεσή σου και απλώς ανάφερες ότι σε έσπρωξε;» ρωτήθηκε στη συνέχεια. Απαντώντας ισχυρίστηκε ότι την έπνιγε λίγο πριν φύγει και ήταν σε κατάσταση σοκ. Όπως είπε απαντώντας στη μεθεπόμενη ερώτηση ήταν σε ένα διαφορετικό κόσμο, σοκαρισμένη και πολύ ζαλισμένη. Εκτός του ότι είναι και κάπως ασυνάρτητος ο λόγος της - για να επαναλάβω αυτό που είπα και πριν - εάν αποτελούσε γεγονός, ότι ο κατηγορούμενος επιχείρησε να την πνίξει θεωρώ ότι αυτό είναι το πρώτο πράγμα που όφειλε να αναφέρει στην κατάθεσή της στην Αστυνομία και μετά τα υπόλοιπα. Και πόσο λογικό είναι την στιγμή που δεν ανάφερε το πλέον σημαντικό γεγονός στην κατάθεσή της, έστω για το λόγο που επικαλέστηκε στο Δικαστήριο, ανάφερε όλα τα άλλα; Όταν ρωτήθηκε γιατί έβγαλε τα ρούχα του ο κατηγορούμενος, «Προσπαθούσε να νιώσει άνετα.» απάντησε. «Στο ξένο διαμέρισμα το δικό σου που δεν ξαναήρθε;» ρωτήθηκε στη συνέχεια. «Ναι.» ήταν η απάντησή της. Παρά την άνεση με την οποία απάντησε στις παραπάνω ερωτήσεις, ομολογώ, μου ακούγεται άκρως παράλογο, για να το πιστέψω, ότι, μια γυναίκα μπορεί να επιτρέψει σε ένα άντρα που την επισκέπτεται για πρώτη φορά στο σπίτι της, να βγάζει τα ρούχα του και να μένει ολόγυμνος στην παρουσία της καθώς και στην παρουσία ενός, ακόμη, άντρα, έστω κι αν πρόκειται για τον αδελφό του αυτός, επειδή, με αυτό τον τρόπο προσπαθούσε να νιώσει άνετα. Μου φαίνεται πως, όσο κι αν έχουν εξελιχθεί οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και διαφοροποιήθηκαν τα ήθη στις μέρες μας, δεν έχουν φθάσει στο σημείο να θεωρείται τόσο φυσιολογική και ανεκτή συμπεριφορά, κάποιος που επισκέπτεται ένα ξένο σπίτι και μάλιστα για πρώτη φορά, να ξεγυμνώνονται, απλώς για να νιώσει άνετα. Με αυτό δεδομένο, αυτό που θέλω να πω είναι το εξής. Εάν όντως, ο κατηγορούμενος στον ουσιώδη χρόνο είχε βγάλει εντελώς τα ρούχα του και παρέμεινε γυμνός μέσα στο διαμέρισμα της παραπονούμενης, αυτό συνέβη για διαφορετικό λόγο, που εύκολα μπορεί κανείς να αντιληφθεί, επομένως, δε χρειάζεται να επεκταθώ. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο συμφωνεί ότι από τις 3 που έπινε μέχρι τις 7:30 είχε καταναλώσει τόσο πολύ αλκοόλ, που δεν ήταν σε θέση να αντιλαμβάνεται ακριβώς τι γινόταν, ισχυρίστηκε πως ήπιε δυο μεγάλα ποτήρια μπύρα. Όπως είπε απαντώντας σε κάποια άλλη ερώτηση, δεν κατανάλωσε κάτι άλλο. Αυτές τις δυο μπύρες, τις κατανάλωσε στο «Julies». Απαντώντας στην επόμενη ερώτηση, ισχυρίστηκε ότι στο διαμέρισμα, η ίδια έπινε κάποιο είδος οινοπνευματώδους αλκοόλ που βρισκόταν εκεί. Πριν τον καβγά δεν ήπιε οτιδήποτε στο σπίτι της. «Το οινοπνευματώδες ποτό το κάτι άλλο που δεν ήταν μπύρα, που είπες ότι ήπιες στο σπίτι σου, το ήπιες μετά τον καβγά;», ρωτήθηκε στη συνέχεια. «Όχι μόνο στο «Julies μπαρ».» απάντησε. Λόγω των προφανών αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε, μετά τη συμπλήρωση της μαρτυρίας της, της ζήτησα να ξεκαθαρίσει που ήπιε την μπύρα και τα άλλα αλκοολούχα ποτά. Ομολογώ πως δεν περίμενα ότι, με την απάντησή της, θα έδινε και νέα εκδοχή. Ακολουθεί αυτούσια: «Δεν ήπια οινοπνευματώδη. Ο George και ο James τα ήπιαν.» Η ευκολία με την οποία μετακινιόταν από τη μια θέση στην άλλη για το ίδιο θέμα είναι εκπληκτική. Ο ισχυρισμός της πως δε γνωρίζει ότι ο κατηγορούμενος έχει τραυματιστεί και είχε διάφορους μώλωπες και κακώσεις στο σώμα του και ότι το άκουε αυτό πρώτη φορά από τη συνήγορο, όχι απλώς δεν είναι πειστικός, αλλά τη φέρνει και σε σύγκρουση με το περιεχόμενο της ιατρικής μαρτυρίας, που αποτελεί και πραγματική μαρτυρία, δεδομένου ότι σύμφωνα με τη σχετική έκθεση της γιατρού Σαββίδου (Μ.Υ.1), η οποία εξέτασε τον κατηγορούμενο, έστω στις 17 και 18/1/2013, δηλαδή, για πρώτη φορά, δυο μέρες μετά το επίδικο περιστατικό, αυτός έφερε διάφορους τραυματισμούς και κακώσεις σε διάφορα μέρη του σώματός του. Και, με δεδομένο ότι τα όσα καταγράφει η γιατρός Σαββίδου στην έκθεσή της για τον κατηγορούμενο, δεν προκύπτει από τη μαρτυρία ότι προήλθαν από οποιαδήποτε άλλη αιτία - ούτε και υποβλήθηκε τέτοια θέση στον κατηγορούμενο - προφανώς, όλα αυτά, όπως φυσικά και οι τραυματισμοί της παραπονούμενης αποτελούν απότοκο του μεταξύ τους επίδικου περιστατικού. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας της παραπονούμενης ως μάρτυρα, σε βαθμό που, ενώ δέχομαι ότι έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό, ανάμεσα στην ίδια και τον κατηγορούμενο, κατά το οποίο, με βάση την ιατρική μαρτυρία είναι φανερό, ότι οι δυο τους αλληλοχτυπήθηκαν, εντούτοις, δεν μπορώ να δεχθώ ότι το περιστατικό ξεκίνησε, εξελίχθηκε και κατέληξε σύμφωνα με την αντιφατική - σε ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης - εκδοχή της παραπονούμενης, η οποία, κατά μια εκδοχή ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος τής είχε επιτεθεί και αυτή απλώς αμύνθηκε. Για τους ίδιους περίπου λόγους θεωρώ εξίσου αναξιόπιστο μάρτυρα και τον κατηγορούμενο. Ωστόσο, δεδομένης της κρίση μου επί της αξιοπιστίας της παραπονούμενης, η οποία, ουσιαστικά διαγράφει και την τύχη της υπόθεσης, σε σχέση με αυτόν, θα είμαι σύντομος. Αρχίζοντας με όσα αναφέρει στην ανακριτική του κατάθεση (τεκμήριο 3Β), ο ισχυρισμός του πως όταν έφυγαν από το μπαρ «Julies» για να πάνε στο διαμέρισμα της παραπονούμενης, ο ίδιος επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο της παραπονούμενης και ο αδελφός του, ο οποίος βρισκόταν στην Κύπρο από τις 11/1/2013, δηλαδή, για μόλις 4 μέρες, μετέβη εκεί, οδηγώντας το αυτοκίνητό του, μου ακούγεται πολύ παράλογος για να τον πιστέψω. Ομολογώ, δεν αντιλαμβάνομαι για ποιο λόγο ο ίδιος, αντί να μεταβεί στο διαμέρισμα της παραπονούμενης με αυτοκίνητό του, μετέβη με αυτό της παραπονούμενης, αφήνοντας τον αδελφό του να οδηγεί το δικό του αυτοκίνητο σε μια ξένη χώρα, στην οποία βρισκόταν μόλις 4 μέρες. Ο ισχυρισμός του, στο στάδιο της αντεξέτασης, ότι στο διαμέρισμα της παραπονούμενης είχε πάει δυο φορές πριν το επίδικο συμβάν και μια νύχτα είχε μείνει εκεί, ως επίσης και ότι πριν, ήρθαν σε ερωτική επαφή, ουδέποτε υποβλήθηκε στην παραπονούμενη, για να της δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο, να σχολιάσει. Ειδικά επί του ισχυρισμού του ότι ήρθαν σε ερωτική επαφή με την παραπονούμενη τού υπενθυμίζω και την απάντησή του στην ερώτηση, εάν η παραπονούμενη σήμερα είναι παντρεμένη. «Όχι, αλλά, απ' όσο ξέρω είναι με γυναίκα.» απάντησε. Όπως αναφέρει και πάλι στην ανακριτική του κατάθεση, όταν η παραπονούμενη τού επιτέθηκε, χτυπώντας τον στο κεφάλι και στο σώμα και κλωτσώντας τον, προσπάθησε να προστατευτεί και την έσπρωξε προς τα πίσω. Όταν την έσπρωξε μακριά του, αυτή έπεσε σ' ένα σετ με ντραμς και όταν σηκώθηκε, το στόμα της αιμορραγούσε. Άρπαξε ένα παπούτσι και το χτύπησε στο πρόσωπο με αυτό και μετά τον άρπαξε και του έσκισε τη φανέλα. Την έσπρωξε πάλι πίσω και μετά έφυγε από το διαμέρισμα. Ωστόσο, αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι ποτέ δεν έσπρωξε και ότι απλά τέντωσε τα χέρια του για να προστατευτεί. Όταν του τέθηκε το παραπάνω απόσπασμα από την ανακριτική του κατάθεση και του ζητήθηκε να πει ποια είναι η αλήθεια, απαντώντας ισχυρίστηκε ότι τέντωσε τα χέρια του για να προστατευτεί, να αμυνθεί. Το μέγεθος της αντίφασης στην οποία υπέπεσε είναι ολοφάνερο. Προφανώς, δεν μπορεί τη στιγμή που στην ανακριτική του κατάθεση, σε τρεις περιπτώσεις, ισχυρίζεται ότι έσπρωξε την παραπονούμενη - τις δυο προς τα πίσω και τη μια μακριά του - στο Δικαστήριο, να ισχυρίζεται ότι απλώς τέντωσε τα χέρια του για να προστατευθεί, να αμυνθεί που είναι τελείως διαφορετικό. Η άρνησή του ότι το παράπονο του στην Αστυνομία, το έκανε στην ανακριτική του κατάθεση, η οποία του λήφθηκε στο πλαίσιο διερεύνησης του παραπόνου της παραπονούμενης εναντίον του, ότι της επιτέθηκε, το φέρνει σε ευθεία σύγκρουση με το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας, αφού, ενώ αυτό που του υποβλήθηκε αποτελεί γεγονός, εκτός από την ανακριτική του κατάθεση, καμιά άλλη, δική του κατάθεση έχει τεθεί ενώπιον μου, που να περικλείει καταγγελία ή παράπονο εναντίον της παραπονούμενης, ότι στον ουσιώδη χρόνο του είχε επιτεθεί. Όταν κλήθηκε να πει εάν συμφωνεί ότι η σωματική διάπλαση της παραπονούμενης σε σχέση με τη δική του είναι πολύ μικρή και χαμηλού αναστήματος σε σχέση με τον ίδιο, απάντησε καταφατικά, για να προσθέσει όμως, ότι από εκείνη την ημέρα, ο ίδιος έχει βάλει 26 κιλά και η παραπονούμενη, επίσης έχει μεγάλη σωματική διάπλαση και είναι δυνατή. Όταν του υποδείχθηκε - και ορθά - ότι είναι μια λεπτή κοντή γυναίκα η παραπονούμενη και του υποβλήθηκε ότι ψεύδεται, ουσιαστικά, επιβεβαιώνοντας την επιβολή που του έγινε, απάντησε ως εξής: «Ναι, αλλά τότε, η φυσική της διάπλαση ήταν μεγαλύτερη από τη δική μου.» Θεωρώ πως, καθόλα δικαιολογημένα στη συνέχεια, η κυρία Σάββα, το ρώτησε εάν κόντυνε η παραπονούμενη και βέβαια, η απάντησή του στην ερώτηση που του έγινε, δεν άρει το παράλογο της προηγούμενής του απάντησης. «Όχι, ποτέ δεν είπα ότι ήταν κοντή. Είπα ότι ήταν μεγάλης σωματικής διάπλασης. Βλέπετε ότι έχω μεγάλη σωματική διάπλαση, αλλά τότε ήμουν λεπτός.» Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας και αυτού ως μάρτυρα. Συγκεφαλαιώνοντας, ενώ είμαι βέβαιος, ότι, στον ουσιώδη χρόνο, μεταξύ του κατηγορούμενου και της παραπονούμενης υπήρξε το επίδικο επεισόδιο στο διαμέρισμα της παραπονούμενης και στο πλαίσιό του, οι δυο τους αλληλοχτυπήθηκαν και τραυματίστηκαν, δεδομένου ότι, ως αποτέλεσμα της κρίσης μου επί της αξιοπιστίας και των δυο, ως μαρτύρων - οι οποίοι κρίθηκαν αναξιόπιστοι -, δεν είμαι σε θέση να αποφανθώ ποιος από αυτούς προκάλεσε το επεισόδιο, πώς άρχισε, πώς εξελίχθηκε και πώς κατέληξε το επεισόδιο, προφανώς, η κατηγορία επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 243 που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι έκθετη σε απόρριψη. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους, ότι η κατηγορούσα αρχή απότυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στην κατηγορία που του προσάπτει. Ακολουθεί ότι ο κατηγορούμενος αθωώνεται. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Αναφορά: επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο