Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Μάριου Αντωνιάδη, Αρ. Υπόθεσης: 4073/13, 21/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4073/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Μάριου Αντωνιάδη, από την Πέγεια Κατηγορούμενου ------------------------------------ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 21.2.2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Σάββα Για τον κατηγορούμενο: κα Α. Σαββίδου Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος σύμφωνα με το κατηγορητήριο αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος, χωρίς ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρος, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)(α)
(3)
(4)
(5)
(6)
(7)
(8)και 40 του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου 96
(1)/2000, όπως τροποποιήθηκε και Κ.Δ.Π. 312/2007 (5η κατηγορία) και παράνομη κατοχή περιουσίας, κατά παράβαση του άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα (6η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 5ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 12/3/2013 και 15/3/2013, στην επαρχία Πάφου, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΗΚΝ 808, χωρίς να υπάρχει για αυτόν που χρησιμοποιεί το πιο πάνω όχημα ασφάλεια κατά των κινδύνων υπέρ τρίτου. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 6ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι την 23η Μαρτίου, 2013, στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας - Λεμεσού, στην επαρχία Λεμεσού, είχε στην κατοχή του το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΗΚΝ 808, για το οποίο υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι είναι κλοπιμαίο. Ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε και τις κατηγορίες 1 μέχρι 4. Ωστόσο, σ' αυτές αθωώθηκε από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Επειδή, οι δυο κατηγορίες που αντιμετωπίζει ακόμη είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τις τέσσερις κατηγορίες στις οποίες έχει αθωωθεί, για σκοπούς καλύτερης κατανόησης όσων ακολουθούν θεωρώ αναγκαία την αναφορά στις εν λόγω κατηγορίες καθώς και την παράθεση των σχετικών λεπτομερειών αδικήματος που περικλείουν. Ειδικότερα: Διάρρηξη κτιρίου, κατά παράβαση του άρθρου 294(α) του Ποινικού Κώδικα (1η κατηγορία), κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα (2η κατηγορία), διάρρηξη κατοικίας, κατά παράβαση του άρθρου 292(α) του Ποινικού Κώδικα (3η κατηγορία) και τέλος, κλοπή από κατοικία, κατά παράβαση των άρθρων 266(β) και 255 του Ποινικού Κώδικα (4η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 1/3/2013 και 12/3/2013, στην οδό Αροδαφνούσας 1 στην Πέγεια της επαρχίας Πάφου διέρρηξε και εισήλθε στο γκαράζ της οικίας που βρίσκεται στην πιο πάνω οδό και διέπραξε μέσα σ' αυτό κακούργημα, δηλαδή, την κλοπή που αναφέρεται στη 2η κατηγορία. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, έκλεψε από το γκαράζ που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΗΚΝ 808, μάρκας ISUZU, αξίας €3.000,00, μία μπαταρία αυτοκινήτου, αξίας €60,00, ένα ηλεκτρικό δίσκο κοπής μάρκας Skilsaw, αξίας €150,00, δύο ηλεκτρικά τρυπάνια, συνολικής αξίας €250,00, μία μηχανή κοπής μάρκας Steel, αξίας €240,00, ένα κομπρεσόρο αέρα, αξίας €350,00, μία πιστόλα αέρος, αξίας €150,00, μία ηλεκτρική μηχανή μπογιατίσματος μάρκας Bosch, αξίας €200,00, δυο σμυρίλια μάρκας Bosch, συνολικής αξίας €200,00 και διάφορα εργαλεία χειρός, αξίας €50,00, όλα περιουσία του KEITH WILLIAM MASSEY από την Αγγλία. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 12/3/2013 και 15/3/2013, διέρρηξε και εισήλθε στην κατοικία του KEITH WILLIAM MASSEY από την Αγγλία που βρίσκεται στην οδό Αροδαφνούσας 1 στην Πέγεια και διέπραξε μέσα σ' αυτή κακούργημα, δηλαδή, την κλοπή που αναφέρεται στην 4η κατηγορία. Τέλος, με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 4ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 3η κατηγορία, έκλεψε από την κατοικία που αναφέρεται στην 3η κατηγορία, έντεκα σετ κλειδιών καθώς και το κλειδί του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ΗΚΝ 808 μάρκας ISUZU, συνολικής αξίας €30,00, όλα περιουσία του KEITH WILLIAM MASSEY από την Αγγλία. Προς απόδειξη των παραπάνω κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε τους ακόλουθους μάρτυρες: το Jack Dennis Inkpin, τον παραπονούμενο Keith William Massey, τον αστυφύλακα 2387 Άγγελο Παπαϊωάννου και τέλος, τον εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 3854 Χριστόφορο Χριστοφόρου (Μ.Κ.1 μέχρι 4, αντίστοιχα). Ο κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση, χωρίς να καλέσει κανένα μάρτυρα προς υπεράσπισή του. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής για τις επίδικες κατηγορίες, σε συντομία είναι η εξής: Ο κατηγορούμενος, στον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το επίδικο αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΗΚΝ 808 στην Πάφο, χωρίς ασφάλεια, γεγονός το οποίο απορρέει από τις καταθέσεις του στην Αστυνομία. Αυτά σε σχέση με την 5η κατηγορία. Αναφορικά με την 6η κατηγορία, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, στην Αστυνομία προέβηκε σε αντιφατικές δηλώσεις αναφορικά με το πώς περιήλθε στην κατοχή του το εν λόγω όχημα σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι και σε άλλη, παρόμοια υπόθεση που εξεταζόταν εναντίον του, κατονόμασε το ίδιο πρόσωπο που κατονόμασε και στην παρούσα υπόθεση, ως αυτό που του είχε δώσει το αυτοκίνητο, το οποίο, ωστόσο και στις δυο περιπτώσεις, δεν εντοπίστηκε από την Αστυνομία, οδηγεί σε απόδειξη της σχετικής - 6ης κατηγορίας που αντιμετωπίζει. Με τη σειρά του, ο κατηγορούμενος προέβηκε στην ακόλουθη ανώμοτη δήλωση: «Είμαι αθώος, δε φαντάστηκα ότι το αυτοκίνητο ήταν κλοπιμαίο.» Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας στο σύνολό του και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με το περιεχόμενο των δυο ανακριτικών καταθέσεων του κατηγορούμενου (τεκμήρια 8 και 9) λαμβάνω υπόψη, ότι, το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη τους επαφίεται στη διακριτική μου ευχέρεια (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 190). Σ' ό,τι αφορά στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου και την αποδεικτική της αξία σύμφωνα με τη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22: «.Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ. μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic (1973 2 C.L.R. 139, 188 - 191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σε. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245 - 288, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195).» Βλέπε και την Iddin v. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 47/14, ημερομηνίας 29/2/2016, στην οποία επισημαίνεται ότι η αξία της ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον περιορισμένη, αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Παραπέμπω ακόμη και στη Mariano κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 112/14 και 113/14, ημερομηνίας 20/11/2015, όπου, με αναφορά στην Anastasiades (ανωτέρω) υποδεικνύεται ότι, σε ό,τι αφορά τις ανώμοτες δηλώσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να αφήνει τον εαυτό του να δει τα γεγονότα που τίθενται ενώπιόν του με διαφορετικό φως. Ούτε και μου διαφεύγει το ανεπίτρεπτο σχολιασμού, ως σχετικού προς την ενοχή, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος επέλεξε να ασκήσει το συγκεκριμένο δικαίωμα (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195 κ.ο.κ). Τέλος παραπέμπω και στην Αλ - Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117 σύμφωνα με την οποία, η προσφυγή στο ψεύδος δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Η ουσία της μαρτυρίας του Jack Dennis Inkpin (Μ.Κ.1) περιέχεται στις δυο γραπτές καταθέσεις του στην Αστυνομία (τεκμήρια 1 και 2 στα αγγλικά και τεκμήρια 1Α και 2Α η πιστή μετάφρασή τους στα ελληνικά), το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί καθόλου από την ευπαίδευτη δικηγόρο του κατηγορούμενου. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία του, επί της ουσίας πάντοτε, γίνεται αποδεκτή, αφού, εκτός του ότι - για να επαναλάβω - παρέμεινε αναντίλεκτη, επιβεβαιώνεται και από άλλη, επίσης, αξιόπιστη και αναντίλεκτη μαρτυρία. Δεκτή στο σύνολό της και ως αναντίλεκτη, εκτός από αξιόπιστη είναι και η μαρτυρία του παραπονούμενου Keith William Massey (Μ.Κ.2), ο οποίος, δεν έτυχε καθόλου αντεξέτασης από την ευπαίδευτη δικηγόρο του κατηγορούμενου. Η μαρτυρία του περιέχεται στις δυο γραπτές καταθέσεις που κι αυτός έδωσε στην Αστυνομία (τεκμήρια 4 και 5 στα αγγλικά και τεκμήρια 4Α και 5Α η πιστή μετάφρασή τους στα ελληνικά), το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της. Η μαρτυρία του αστυφύλακα 2387 Άγγελου Παπαϊωάννου (Μ.Κ.3) περιέχεται στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 6), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτός για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Κατά τη σύντομη αντεξέτασή του από την ευπαίδευτη δικηγόρο του κατηγορούμενου, δεν αμφισβητήθηκε για οτιδήποτε αναφέρει στη γραπτή κατάθεσή του, επομένως, η μαρτυρία και αυτού, γίνεται αποδεκτή, αφού, εκτός από αξιόπιστη, ουσιαστικά είναι και αναντίλεκτη. Ο αστυφύλακας 3854 Χριστόφορος Χριστοφόρου (Μ.Κ.4) καθώς ήδη έχει αναφερθεί είναι ο εξεταστής της υπόθεσης. Το σύνολο των ενεργειών του και ό,τι γνωρίζει για την υπόθεση αναφέρονται στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 7), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτός - όπως και οι άλλοι τρεις μάρτυρες που κατάθεσαν στην υπόθεση - για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της. Ο μάρτυρας, καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του απαντούσε άμεσα, πειστικά, με ευθύτητα και με απόλυτη ειλικρίνεια, σ' όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και κατά τη σύντομη αντεξέτασή του από την ευπαίδευτη δικηγόρο του κατηγορούμενου κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία του για οτιδήποτε ανάφερε. Θα έλεγα πως, ούτε και αμφισβητήθηκε επί της ουσίας όσων ανάφερε, παρά μόνο, σε μια περίπτωση, όταν του υποβλήθηκε ότι δεν έπραξε τα δέοντα ώστε να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου, ως προς το πώς περιήλθε το επίδικο αυτοκίνητο του παραπονούμενου στην κατοχή του. Επειδή, αυτό το θέμα, που άπτεται της νομικής της πτυχής της υπόθεσης σε σχέση με την 6η κατηγορία συναρτάται και με την αξιοπιστία του κατηγορούμενου, συναφώς με την ουσία της υποβολής προς το μάρτυρα, το βάσιμο ή όχι της εν λόγω υποβολής και οι ενδεχόμενες επιπτώσεις στη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου στη συγκεκριμένη κατηγορία, θα με απασχολήσουν σε κατοπινό στάδιο. Ο κατηγορούμενος καθώς ήδη έχει αναφερθεί προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση, με την οποία ισχυρίστηκε ότι είναι αθώος και πως δε φαντάστηκε ότι το επίδικο αυτοκίνητο ήταν κλοπιμαίο. Για το πρώτο, προφανώς θα αποφανθώ στο τέλος. Το δεύτερο, ασφαλώς, θα πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των δυο ανακριτικών καταθέσεών του, που με τη σειρά του, θα πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία. Και, με δεδομένο ότι αυτή - για να επαναλάβω - επί της ουσίας παρέμεινε αναντίλεκτη, θεωρώ ορθό να παραθέσω πρώτα τα ουσιαστικά γεγονότα που απορρέουν στη βάση της και ακολούθως να αξιολογήσω το περιεχόμενο των δυο ανακριτικών καταθέσεων του κατηγορούμενου. Ειδικότερα: Ο παραπονούμενος (Μ.Κ.2), μόνιμος κάτοικος Αγγλίας είναι ιδιοκτήτης οικίας, η οποία βρίσκεται στην οδό Αροδαφνούσας 1 στην Πέγεια. Η οικία του διαθέτει και γκαράζ και σ' αυτό, στον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν το αυτοκίνητό του με αριθμό εγγραφής ΗΚΝ 808, μάρκας ISUZU, αξίας περίπου €3.000,00 - το οποίο εμφαίνεται στις τρεις φωτογραφίες που συνθέτουν το τεκμήριο 3 -. Το γκαράζ ήταν πάντα κλειστό και κλειδωμένο. Επειδή, κατά τον ίδιο χρόνο, ο παραπονούμενος βρισκόταν στην Αγγλία, λόγω της φιλίας του με το Μ.Κ.1 τού είχε δώσει τα κλειδιά της οικίας του για να προσέχει την περιουσία του. Στις 12/3/2013 γύρω στις 09:30, ο γείτονας του παραπονούμενου, Λοΐζος Χριστοδούλου διαπίστωσε ότι η πόρτα του γκαράζ της οικίας του παραπονούμενου ήταν παραβιασμένη. Όταν είδε πως δεν υπήρχε οτιδήποτε στο γκαράζ τηλεφώνησε αμέσως στον παραπονούμενο και τον ενημέρωσε σχετικά. Αυτός τού ανάφερε ότι στο γκαράζ υπήρχε σταθμευμένο το επίδικο αυτοκίνητό του και κλάπηκε. Ακολούθως ειδοποίησε το Μ.Κ.1, ο οποίος μετέβη αμέσως στο μέρος για έλεγχο, οπότε διαπίστωσε κι αυτός την κλοπή. Η τελευταία φορά που είδε το όχημα του παραπονούμενου στο γκαράζ ήταν το Σεπτέμβρη του
- Το γκαράζ το είδε απ' έξω για τελευταία φορά, αρχές του Μάρτη του 2013 και ήταν εντάξει. Την ίδια μέρα, ο παραπονούμενος κατάγγειλε τηλεφωνικώς το συμβάν και στην Αστυνομία. Όταν γύρω στις 11:00 μετέβη στη σκηνή για επιτόπιες εξετάσεις ο εξεταστής της υπόθεσης (Μ.Κ.4) μαζί με το συνάδελφό του, αστυφύλακα 2543 του ΤΑΕ Πάφου, στο πλαίσιο των εξετάσεών τους διαπίστωσαν ότι οι δράστες πέτυχαν είσοδο - έξοδο στο γκαράζ, από την κύρια πόρτα, την οποία παραβίασαν πιθανόν με αιχμηρό αντικείμενο, οπότε και έκλεψαν το αυτοκίνητο του παραπονούμενου το οποίο ήταν εκεί σταθμευμένο και κλειδωμένο. Στις 15/3/2013 και περί ώρα 15:30, ο Μ.Κ.1 μετέβη στην οικία του παραπονούμενου για έλεγχο, οπότε και διαπίστωσε ότι το γυαλί του παραθύρου του δωματίου ήταν σπασμένο. Συνεπεία αυτού επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον παραπονούμενο και τον ενημέρωσε σχετικά και την επομένη, 16/3/2013 κατάγγειλε το συμβάν στην Αστυνομία. Συγκεκριμένα κατάγγειλε ότι διαρρήχθηκε η κατοικία του παραπονούμενου, χωρίς να γνωρίζει τι είχε κλαπεί. Μετά την καταγγελία, ο εξεταστής της υπόθεσης (Μ.Κ.4) μετέβη και πάλι στο μέρος για επιτόπιες εξετάσεις. Στο πλαίσιό τους διαπίστωσε ότι οι δράστες πέτυχαν είσοδο - έξοδο στην οικία από παράθυρο, το οποίο παραβίασαν, σπάζοντας το γυαλί. Δεδομένου ότι ο Μ.Κ.1 έλεγξε την κατοικία για τελευταία φορά, στις 12/3/2013 και ήταν όλα εντάξει είναι φανερό, ότι, η παραβίαση του παραθύρου και η είσοδος - όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια - των δραστών στην οικία έγιναν μεταξύ 12 και 15/3/
- Ως αποτέλεσμα των παραπάνω γεγονότων που έλαβαν χώρα στην οικία του, ο παραπονούμενος, την ίδια μέρα ήρθε εσπευσμένα στην Κύπρο. Μετά από έλεγχο που έκανε στο γκαράζ διαπίστωσε ότι από αυτό, εκτός από το αυτοκίνητό του, είχαν κλαπεί και όλα τα υπόλοιπα που αναφέρονται στις λεπτομέρειες αδικήματος της σχετικής - 2ης κατηγορίας, ενώ, μετά από ανάλογο έλεγχο που έκανε στην οικία, διαπίστωσε ότι έλειπαν - επειδή προφανώς κι αυτά είχαν κλαπεί - 12 σετ κλειδιών καθώς και το κλειδί του επίδικου οχήματός του, τα οποία βρίσκονταν στην κουζίνα και στο σαλόνι. Στις 23/3/2013 και περί ώρα 23:20, ο αστυφύλακας 2387 Άγγελος Παπαϊωάννου (Μ.Κ.3), της τροχαίας Αρχηγείου, ενώ διενεργούσε έλεγχο τροχαίας - μαζί με το συνάδελφό του, αστυφύλακα 2410 - στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας - Λεμεσού, από την Κοφίνου μέχρι και τον κυκλικό κόμβο Γερμασόγειας καθώς και αντίστροφα διαπίστωσε ότι διερχόμενο όχημα, μετά την έξοδο της Ακτής Κυβερνήτη κινείτο με υπερβολική ταχύτητα. Αφού ενημέρωσε σχετικά το συνάδελφό του, αυτός άναψε αμέσως τους μπλε φανούς του περιπολικού οχήματος, ενώ ο μάρτυρας προχώρησε στην αριστερή λωρίδα του δρόμου και έκανε σήμα στον οδηγό του οχήματος να σταματήσει. Αυτός, μολονότι όταν πέρασε από το σημείο όπου βρίσκονταν οι δυο αστυνομικοί, ελάττωσε ταχύτητα, εντούτοις συνέχισε την πορεία του, αγνοώντας τους. Συνεπεία αυτού, ο μάρτυρας και ο συνάδελφός του ακολούθησαν το εν λόγω όχημα και αφού εξασφάλισαν τους αριθμούς του, το ανέκοψαν παρά την έξοδο Αγίου Γεώργιου Αλαμάνου. Επρόκειτο για το επίδικο αυτοκίνητο του παραπονούμενου το εν λόγω όχημα, το οποίο οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Από περαιτέρω εξετάσεις που έγιναν την ίδια ώρα, μέσω ΚΕΜ Αρχηγείου διαπιστώθηκε ότι όχημα ήταν κλοπιμαίο. Συνεπεία αυτού, ο μάρτυρας συνέλαβε τον κατηγορούμενο και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε «Έδωκε μου το ο υπάλληλος του μάστρου μου δανεικό να κάμω τη δουλειά μου.» Ακολούθως, ο κατηγορούμενος καθώς και το επίδικο όχημα οδηγήθηκαν στον Αστυνομικό Σταθμό Μονής. Στις 00:25 της 24/3/2013, ο μάρτυρας πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι θα καταγγελθεί για τ' ακόλουθα αδικήματα: οδήγηση με υπερβολική ταχύτητα, οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης, παράλειψη συμμόρφωσης σε σήμα αστυνομικού με στολή, οδήγηση χωρίς ασφάλεια, χωρίς άδεια κυκλοφορίας και χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο παραδέχθηκε και τα έξι αδικήματα. Από τον κατηγορούμενο λήφθηκαν δυο ανακριτικές καταθέσεις για την υπόθεση και θα πρέπει να σημειωθεί από τώρα, ότι, παρότι κατά τη δίκη προέβη σε ανώμοτη δήλωση, ουδέποτε αποκήρυξε το περιεχόμενό τους. Στην πρώτη (τεκμήριο 9), η οποία του λήφθηκε μεταξύ των ωρών 01:30 - 02:10, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Αγόρασε το επίδικο αυτοκίνητο πριν από 8 μέρες από το συγχωριανό του Μιχάλη Χριστοδούλου, ηλικίας 27 ετών και με αριθμό τηλεφώνου 96455523, για το ποσό των €2.000,
- Πλήρωσε στο Μιχάλη €1.700,00 με μετρητά και του χρωστούσε ακόμη €250,
- Ο Μιχάλης πήγε και του είπε αν ήθελε να το αγοράσει και συμφώνησαν. Όταν το αγόρασε, ο Μιχάλης τού έδωσε τη μεταβίβασή του και αφού την υπόγραψε την πήρε πίσω για να τα κανονίσει, όπως του είπε. Έτσι, ο ίδιος πήρε το αυτοκίνητο και το οδηγούσε κανονικά, αφού δεν ήξερε πως ήταν κλοπιμαίο. Ο Μιχάλης τού έδωσε και το κκοτσάνιν του αυτοκινήτου και όταν είδε πως ήταν ξένο και το ρώτησε τού είπε ότι το αγόρασε από δημοπρασία. Μάλιστα, την Πέμπτη 21/3/2013 τον πήρε τηλέφωνο και του είπε να του κανονίσει τα υπόλοιπα λεφτά και το Σάββατο, δηλαδή χθες, θα πήγαινε κατεχόμενα και όταν θα επέστρεφε, να του έδινε τα λεφτά και εκείνος να του έδινε το κκοτσάνιν. Το Μιχάλη το γνωρίζει πολλά χρόνια, αφού είναι συγχωριανός του, αλλά δεν ήξερε ότι έκανε τέτοια πράγματα. Χθες, 23/3/2013 γύρω στις 13:00 πήρε την αδελφή του και μια φίλη του και ξεκίνησαν από την Πέγεια με το επίδικο όχημα και πήγαν σε βάφτιση σε συγγενικό του σπίτι στο Τσέρι. Στην επιστροφή, σ' ένα σημείο του δρόμου είδε ένα περιπολικό, αλλά καθυστέρησε να δει τον αστυνομικό που του έκανε σήμα να σταματήσει και αφού ελάττωσε ταχύτητα, συνέχισε την πορεία του και τότε είδε πίσω του ένα περιπολικό που του έκανε σήμα να σταματήσει και σταμάτησε. Αφού ήρθαν κοντά του δυο αστυνομικοί τού ζήτησαν τα χαρτιά του αυτοκινήτου και τους έδωσε το κκοτσάνιν. Για το αυτοκίνητο δεν έχει ασφάλεια και οποιοδήποτε άλλο χαρτί. Στη δεύτερη ανακριτική κατάθεση (τεκμήριο 8), η οποία του λήφθηκε την ίδια μέρα, μεταξύ των ωρών 12:35 - 13:10, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Αγόρασε το επίδικο όχημα από το Μιχάλη Χριστοδούλου, τηλέφωνο 96405523, πριν από 8 μέρες. Το Μιχάλη το γνωρίζει εδώ και τρία περίπου χρόνια. Δε γνωρίζει που διαμένει μόνιμα, ούτε και γνωρίζει συγγενείς του. Στην Πέγεια, δε νομίζει να υπάρχουν άλλα άτομα που τον ξέρουν. Πριν από δυο μήνες τού ανάφερε ότι ήθελε να αγοράσει αυτοκίνητο και αυτός του είπε να κάνει υπομονή και θα του φέρει. Σχετικά με τη διάρρηξη και κλοπή της περιουσίας του παραπονούμενου, περιλαμβανομένου και του επίδικου οχήματός του από το σπίτι του, στην οδό Αροδαφνούσας 1 στην Πέγεια, δε γνωρίζει οτιδήποτε, ούτε που βρίσκεται η συγκεκριμένη οδός γνωρίζει μα ούτε πήγε ποτέ στο σπίτι του παραπονούμενου. Προστίθενται και τα εξής, τα οποία απορρέουν από τη μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης (Μ.Κ.4): Ο μάρτυρας γνωρίζει τον κατηγορούμενο, επειδή απασχόλησε και στο παρελθόν την Αστυνομία, με παρόμοιας φύσης αδικήματα. Η κατοικία του είναι σε απόσταση 100 περίπου μέτρων από την οικία του παραπονούμενου. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι είχε αγοράσει το αυτοκίνητο από το Μιχάλη Χριστοδούλου, ο μάρτυρας έκανε πολλές εξετάσεις προς εντοπισμό του, χωρίς αποτέλεσμα. Επίσης ρωτήθηκαν συγγενικά και φιλικά πρόσωπα του κατηγορούμενου και δε γνωρίζει κανείς το εν λόγω άτομο. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο είναι άγνωστη η διεύθυνση διαμονής του. Τέλος έγιναν προσπάθειες για εντοπισμό του, μέσω του τηλεφώνου που είχε δώσει ο κατηγορούμενος, χωρίς αποτέλεσμα. Συγκεκριμένα, κάθε φορά που καλείτο στο τηλέφωνο, αυτό ήταν πάντα κλειστό και δεν ανταποκρινόταν. Σε άλλη υπόθεση κλοπής αυτοκινήτου που διερευνούσε ο Αστυνομικός Σταθμός Πέγειας εναντίον του κατηγορούμενου, αυτός, σε ανακριτική κατάθεση που του είχε ληφθεί ισχυρίστηκε και πάλι πως είχε αγοράσει το αυτοκίνητο από το Μιχάλη Χριστοδούλου, ο οποίος και τότε είχε αναζητηθεί, ωστόσο, χωρίς και πάλι να ανευρεθεί. Παρατηρώ τα εξής: Ο κατηγορούμενος, σε διάστημα δεκατριών, μόλις, ωρών υπέπεσε σε τόσο σοβαρές και κραυγαλέες αντιφάσεις, είπε τόσο σοβαρά ψέματα και προέβαλε τόσο παράλογους και στερούμενους πειστικότητας ισχυρισμούς στην Αστυνομία, για ουσιώδη θέματα της υπόθεσης, σε βαθμό που, οτιδήποτε ανάφερε στην Αστυνομία, με εξαίρεση, εκείνο το μέρος που αποδεικνύεται από την αξιόπιστη μαρτυρία των μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής, απορρίπτεται ως αναξιόπιστο και ψευδές. Ειδικότερα: Ενώ στον ουσιώδη χρόνο ανακόπηκε από την Αστυνομία, στην πρώτη του ανακριτική κατάθεση ισχυρίζεται πως όταν είδε πίσω του ένα περιπολικό να του κάνει σήμα να σταματήσει, σταμάτησε. Όταν ο Μ.Κ.3, αφού είχε διαπιστωθεί ότι το επίδικο όχημα που οδηγούσε ήταν κλοπιμαίο τού επέστησε την προσοχή στο Νόμο, απάντησε ότι του το έδωσε ο υπάλληλος του μάστρου του δανεικό να κάνει τη δουλειά του. Ωστόσο, ανακρινόμενος γραπτώς, μόλις δυο περίπου ώρες αργότερα καθώς και το μεσημέρι της 24/3/2013 ισχυρίστηκε ότι το αγόρασε από το Μιχάλη Χριστοδούλου. Ενώ στον αστυνομικό σταθμό όπου είχε μεταφερθεί παραδέχθηκε στο Μ.Κ.3, ότι στον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το επίδικο όχημα, πρώτο, με υπερβολική ταχύτητα, δεύτερο, υπό την επήρεια αλκοόλης, τρίτο, χωρίς ασφάλεια και τέταρτο, χωρίς άδεια κυκλοφορίας, μία περίπου ώρα αργότερα, στο πλαίσιο της πρώτης ανακριτικής του κατάθεσης ισχυρίστηκε ότι αφού πήρε το αυτοκίνητο από το Μιχάλη Χριστοδούλου, το οδηγούσε κανονικά. Στην πρώτη του ανακριτική κατάθεση αναφέρει ως αριθμό τηλεφώνου του Μιχάλη Χριστοδούλου, τον 96
- Στη δεύτερη έδωσε διαφορετικό αριθμό (96 405523). Το Μιχάλη το γνωρίζει πολλά χρόνια αναφέρει στην πρώτη του κατάθεση, αφού είναι συγχωριανός του. Σύμφωνα όμως με τη δεύτερη, το γνωρίζει εδώ και τρία περίπου χρόνια και δε γνωρίζει που διαμένει μόνιμα, ούτε γνωρίζει συγγενείς του, ενώ στην Πέγεια, δε νομίζει να υπάρχουν άλλα άτομα που τον ξέρουν. Ειδικά για το τελευταίο διερωτώμαι και πως το γνωρίζει αυτό ο ίδιος. Στη δεύτερη και πάλι κατάθεση αναφέρει πως δε γνωρίζει που βρίσκεται η οδός Αραδοφνούσας στην Πέγεια (στην οποία βρίσκεται η επίδικη οικία του παραπονούμενου). Παρόλα αυτά σύμφωνα με την - αναντίλεκτη - μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης (Μ.Κ.4), η κατοικία του βρίσκεται σε απόσταση περίπου 100 μέτρων από την οικία του παραπονούμενου. Στην πρώτη του ανακριτική κατάθεση ισχυρίζεται πως όταν αγόρασε το αυτοκίνητο από το Μιχάλη Χριστοδούλου, αυτός τού έδωσε και το κκοτσάνιν του αυτοκινήτου, δηλαδή, τον τίτλο ιδιοκτησίας του και όταν είδε πως ήταν ξένο και το ρώτησε, αυτός τού είπε ότι το αγόρασε από δημοπρασία. Φυσικά, πως εξηγείται να το είχε αγοράσει είτε από δημοπρασία είτε από αλλού ο Μιχάλης και γιατί ενώ θα το πουλούσε στον ίδιο, αυτό ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα του ξένου και όχι του Μιχάλη, πραγματικά είναι άξιο απορίας. Όπως επίσης είναι άξιο απορίας και με ποιο τρόπο ο Μιχάλης θα το μεταβίβαζε στον ίδιο, τη στιγμή που αυτό ήταν εγγεγραμμένο σε άλλο πρόσωπο (στον παραπονούμενο) και όχι στον ίδιο. Για να συνεχίσω και ενώ, σύμφωνα πάντοτε με το περιεχόμενο της πρώτης ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου, στις 21/3/2013 τον πήρε τηλέφωνο ο Μιχάλης και του είπε να του κανονίσει το υπόλοιπο ποσό αγοράς του επίδικου οχήματος και το Σάββατο 23/3/2013, μετά που θα επέστρεφε από τα κατεχόμενα και θα του έδινε το συγκεκριμένο ποσό, εκείνος θα του έδινε το κκοτσάνιν του αυτοκινήτου και ενώ ο κατηγορούμενος, ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι πραγματοποιήθηκε αυτή η συνάντηση, στην ίδια κατάθεση ισχυρίζεται ότι το επίδικο βράδυ, δηλαδή, το Σάββατο 23/3/2013, όταν ήρθαν κοντά του οι δυο αστυνομικοί και του ζήτησαν τα χαρτιά του, τους έδωσε το κκοτσάνιν και πάλι είναι άξιο απορίας. Στην πρώτη του κατάθεση ισχυρίζεται ότι ο Μιχάλης πήγε και του είπε αν ήθελε να αγοράσει το επίδικο όχημα και συμφώνησαν να το αγοράσει. Στη δεύτερη ισχυρίζεται ότι πριν από δυο μήνες ανάφερε στο Μιχάλη ότι ήθελε να αγοράσει αυτοκίνητο και αυτός τού είπε να κάνει υπομονή και θα του φέρει. Πέραν από την προφανή αντίφαση, διερωτώμαι και για το εξής: Πώς ήξερε ο υποτιθέμενος Μιχάλης, τι αυτοκίνητο ήθελε και με το που του πήρε το επίδικο, το αγόρασε αμέσως; Και πόσο τυχαίο ή συμπτωματικό μπορεί να θεωρηθεί το γεγονός, ότι, ο κατηγορούμενος, σε ανάλογη υπόθεση κλοπής αυτοκινήτου που αντιμετώπιζε, στο πλαίσιο ανακριτικής κατάθεσης που του είχε ληφθεί ισχυρίστηκε και πάλι ότι αγόρασε το αυτοκίνητο από το ίδιο πρόσωπο, δηλαδή το Μιχάλη Χριστοδούλου, ο οποίος, μολονότι και τότε είχε αναζητηθεί «συμπτωματικά» και πάλι δεν εντοπίστηκε; Επειδή, σύμπτωση επαναλαμβανόμενη, παύει να είναι σύμπτωση, η μόνη λογική εξήγηση που μπορεί να δοθεί είναι ότι ο υποτιθέμενος Μιχάλης Χριστοδούλου, αποτελεί εφεύρημα του κατηγορούμενου, στην προσπάθειά του να πείσει την Αστυνομία και ακολούθως, το Δικαστήριο, ότι περιήλθε νόμιμα στην κατοχή του το επίδικο όχημα. Και, με δεδομένο ότι στην Αστυνομία είχε δώσει δυο διαφορετικούς αριθμούς τηλεφώνου του Μιχάλη Χριστοδούλου, η υποβολή της ευπαίδευτης δικηγόρου του προς τον εξεταστή της υπόθεσης (Μ.Κ.4) ότι δεν έπραξε τα δέοντα ώστε να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου, ως προς το πώς περιήλθε το επίδικο όχημα στην κατοχή του είναι ανεδαφική. Και τούτο, ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι, όπως θα διαφανεί και στη συνέχεια, ούτε και είχε τέτοια υποχρέωση ο εξεταστής. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της χρήσης μηχανοκίνητου οχήματος, χωρίς ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρος, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)(α)
(3)
(4)
(5)
(6)
(7)
(8)και 40 του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου 96
(1)/2000, όπως τροποποιήθηκε και Κ.Δ.Π. 312/2007 (5η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 12/3/2013 και 15/3/2013, στην επαρχία Πάφου, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΗΚΝ 808, χωρίς να υπάρχει γι αυτόν που χρησιμοποιεί το πιο πάνω όχημα ασφάλεια κατά των κινδύνων υπέρ τρίτου. Η μόνη μαρτυρία που τείνει να συνδέσει τον κατηγορούμενο με το αδίκημα, χρονικά προέρχεται από τον ίδιο και συγκεκριμένα, από την πρώτη του ανακριτική κατάθεση, ημερομηνίας 24/3/2013, στην οποία αναφέρει ότι αγόρασε το επίδικο όχημα πριν από 8 μέρες από το Μιχάλη Χριστοδούλου και το οδηγούσε κανονικά καθώς και από τη δεύτερη, στην οποία παραδέχεται ότι το οδηγούσε χωρίς ασφάλεια, ωστόσο, χωρίς να προβαίνει σ' οποιοδήποτε συσχετισμό, με αναφορά στο χρόνο και τόπο διάπραξης του αδικήματος. Εν πάση περιπτώσει, δεδομένου ότι κρίθηκε αναξιόπιστος για οτιδήποτε αναφέρει τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη ανακριτική του κατάθεση, με εξαίρεση, εκείνο, μόνο, το μέρος, που αποδεικνύεται από την αξιόπιστη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, κάτι που δεν ισχύει αναφορικά με τον επί του προκειμένου ισχυρισμό του, η υπό κρίση κατηγορία είναι έκθετη σε απόρριψη. Και τούτο, επειδή, ίχνος αποδεκτής μαρτυρίας υπάρχει που να αποδεικνύει ότι αυτός, μεταξύ των ημερομηνιών 12 και 15/3/2013 οδηγούσε το επίδικο όχημα, είτε στην επαρχία Πάφου είτε οπουδήποτε αλλού, για να τίθεται θέμα καταδίκης του στην κατηγορία ότι το οδηγούσε χωρίς ασφάλεια. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Η 6η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος περικλείει το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας, κατά παράβαση του άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι την 23η Μαρτίου, 2013, στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας - Λεμεσού, στην επαρχία Λεμεσού είχε στην κατοχή του το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΗΚΝ 808, για το οποίο υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι είναι κλοπιμαίο. Το άρθρο 309 του Ποινικού Κώδικα που δημιουργεί το αδίκημα προνοεί ότι: «Όποιος έχει στην κατοχή του κινητό, χρήματα, αξιόγραφο ή οποιαδήποτε άλλην περιουσία, για τα οποία υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι είναι κλοπιμαία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση έξι μηνών, εκτός αν αποδείξει με αυτό τον τρόπο που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι απόκτησε νόμιμα την κατοχή τους.» Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Czari Ferencz ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 242/12, ημερομηνίας 3/7/2014 στην οποία με παράπεμψε η ευπαίδευτη δικηγόρος του κατηγορούμενου, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της παράνομης κατοχής περιουσίας του άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα είναι πρώτο, η κατοχή κινητής περιουσίας και δεύτερο, η ύπαρξη εύλογης υπόνοιας ότι είναι κλοπιμαία. Αναφορικά με το πρώτο συστατικό στοιχείο, η αναφορά σε περιουσία παραπέμπει σε περιουσία η οποία μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής. Η οποία, προστίθεται, θα πρέπει να αποκτηθεί με παράνομο - δηλαδή απαγορευμένο από το Νόμο - τρόπο. Αναφορικά με το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος συνάγεται από την υπόθεση Καριπίδης ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 237, ότι η εύλογη υπόνοια αποδεικνύεται ως αντικειμενικό γεγονός από το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας και όχι με την έκφραση της υποκειμενικής κρίσης και αντίληψης του οποιουδήποτε, όπως για παράδειγμα, του εξεταστή της υπόθεσης. Παρατηρώ τα εξής: Χωρίς να χρειάζεται ιδιαίτερη νομική ανάλυση, αναμφίβολα, το επίδικο αυτοκίνητο του παραπονούμενου, αξίας, περίπου €3.000,00 αποτελεί κινητή περιουσία τη εννοία του Νόμου, η οποία, παρά την περί αντιθέτου θέση της υπεράσπισης, όπως αυτή έχει υποβληθεί στο πλαίσιο της γραπτή αγόρευσης της κυρίας Σαββίδου, όχι απλώς δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής, αλλά κλάπηκε κιόλας. Μολονότι ο κατηγορούμενος αθωώθηκε από στάδιο του εκ πρώτης όψεως στη σχετική κατηγορία κλοπής του επίδικου οχήματος του παραπονούμενου καθώς και στις άλλες τρεις κατηγορίες που αντιμετώπιζε, αυτό δε σημαίνει και ότι δε διαπράχθηκαν τα αδικήματα που περικλείουν οι εν λόγω κατηγορίες. Απλή ανάγνωση των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, όπως τα καταγράφω σε άλλο σημείο (πιο πάνω), τα οποία μάλιστα εδράζονται σε διάφορα στοιχεία αναντίλεκτης - εκτός από αξιόπιστης - μαρτυρίας, αποδεικνύει στο αναγκαίο βαθμό, δηλαδή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τη διάπραξη και των τεσσάρων αδικημάτων που περικλείουν οι σχετικές κατηγορίες 1 μέχρι 4, κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος, κάθε κατηγορίας. Για ό,τι μας αφορά περιορίζομαι να πως - εν μέρει, υπό μορφή επανάληψης - τα εξής: Το επίδικο όχημα του παραπονούμενου κλάπηκε από το γκαράζ της οικίας του, μεταξύ των ημερομηνιών 1/3/2013 και 12/3/2013, αφού το γκαράζ είχε διαρρηχθεί. Η είσοδος - έξοδος των δραστών στο γκαράζ όπου βρισκόταν σταθμευμένο και κλειδωμένο το αυτοκίνητο, έγινε από την κύρια είσοδο του γκαράζ και επιτεύχθηκε κατόπιν παραβίασής της, πιθανόν με αιχμηρό αντικείμενο. Προφανώς, ο παραπονούμενος ιδιοκτήτης του οχήματος, ουδέποτε έδωσε τη συγκατάθεσή του για τη λήψη του από το γκαράζ και οι δράστες που το πήραν από το συγκεκριμένο μέρος είχαν πρόθεση να το αποστερήσουν τελεσίδικα από τον παραπονούμενο (για τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής, κατά το άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα, βλ. μεταξύ άλλων και την Ανδρονίκου κ.ά. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486). Για να συνεχίσω, τα παραπάνω ισχύουν και για τα κλειδιά του οχήματος, αξίας, περίπου €30,00, τα οποία κλάπηκαν από την οικία του παραπονούμενου, μεταξύ των ημερομηνιών 12/3/2013 και 15/3/2013, η οποία, επίσης είχε διαρρηχθεί. Σύμφωνα και πάλι με την αναντίλεκτη μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης (Μ.Κ.4), κατά τις επί τόπου εξετάσεις που έγιναν διαπιστώθηκε ότι οι δράστες πέτυχαν είσοδο - έξοδο στην οικία από το παράθυρο, το οποίο παραβίασαν, σπάζοντας το γυαλί. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αιτιολογήσω το συμπέρασμά μου ότι το επίδικο όχημα του παραπονούμενου είχε κλαπεί πριν από τις 23/3/2013, που αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών και - σε κάθε περίπτωση - αποδεδειγμένο γεγονός, ότι το κατείχε ο κατηγορούμενος. Στο ερώτημα, κατά πόσο κατά τον ίδιο χρόνο υπήρχαν εύλογες υπόνοιες ότι το επίδικο όχημα ήταν κλοπιμαίο και ότι αποκτήθηκε από τον κατηγορούμενο με παράνομο τρόπο, με σωρευτική θεώρηση και αποτίμηση των ακόλουθων στοιχείων μαρτυρίας απαντώ καταφατικά στο ερώτημα: Το επίδικο όχημα αποδεδειγμένα είχε κλαπεί τον ίδιο μήνα που βρέθηκε στην κατοχή του κατηγορούμενου, ο οποίος, καθ' ομολογία του, αλλά και με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής (βλ. τη γραπτή κατάθεση του Μ.Κ.3 - τεκμήριο 6 - ), το οδηγούσε χωρίς ασφάλεια, χωρίς άδεια κυκλοφορίας και, κυρίως, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη του. Όταν η Αστυνομία τού έκανε σήμα να σταματήσει, δε συμμορφώθηκε, αλλά συνέχισε την πορεία του, για ν' ανακοπεί σε άλλο σημείο του δρόμου στη συνέχεια. Εξ ου και το γεγονός, ότι, στην Αστυνομία, εκτός από τα παραπάνω αδικήματα παραδέχθηκε και την κατηγορία ότι παρέλειψε να σταματήσει σε σήμα αστυνομικού με στολή. Στο βαθμό δε που στην Αστυνομία επιχείρησε να πείσει ότι απέκτησε νόμιμα την κατοχή του εν λόγω οχήματος, υπήρξε αντιφατικός, είπε ψέματα και προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας. Όλα αυτά, σε διάστημα δεκατριών περίπου ωρών, από τη στιγμή που καταλήφθηκε επ' αυτοφώρω από την Αστυνομία να οδηγεί το επίδικο όχημα. Και, με δεδομένο ότι, ως θέμα καθαρά Νόμου, το επίδικο αυτοκίνητο, όπως και κάθε μηχανοκίνητο όχημα έχει εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη, που στην προκειμένη περίπτωση είναι ο παραπονούμενος και το όχημά του βρέθηκε στην κατοχή του κατηγορούμενου, χωρίς τη συγκατάθεσή του, που είναι και ο μόνος που μπορούσε να επιτρέψει στον κατηγορούμενο να λάβει νόμιμα κατοχή αυτού, είναι ηλίου φαεινότερο, ότι, καθ' ον χρόνο ο κατηγορούμενος το κατείχε, εξ αντικειμένου, οι υπόνοιες που υπήρχαν ότι αυτό ήταν κλοπιμαίο, ήταν κάτι πολύ περισσότερο από εύλογες. Με όλα αυτά τα δεδομένα, ο κατηγορούμενος, όχι απλώς δε με έχει ικανοποιήσει ότι απόκτησε νόμιμα την κατοχή του, αλλά, αντίθετα, ο ισχυρισμός του - τον οποίο προέβαλε με την ανώμοτη του δήλωση - πως δε φαντάστηκε ότι το αυτοκίνητο ήταν κλοπιμαίο, με όλο το σεβασμό, στερείται σοβαρότητας. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανάφερα, η ευθύνη του για τη διάπραξη του αδικήματος στοιχειοθετείται πλήρως. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους (νομικούς και πραγματικούς), ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την ενοχή του κατηγορούμενου στην 6η κατηγορία, πέραν, πάσης, λογικής, αμφιβολίας, κάτι που δεν ισχύει για την 5η κατηγορία. Ακολουθεί ότι ο κατηγορούμενος, στην 6η κατηγορία κρίνεται ένοχος, ενώ στην 5η κατηγορία αθωώνεται. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Αναφορά: τελική απόφαση (χρήση μηχανοκίνητου οχήματος, χωρίς ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρος, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)(α)
(3)
(4)
(5)
(6)
(7)
(8)και 40 του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου 96
(1)/2000, όπως τροποποιήθηκε και Κ.Δ.Π. 312/2007 και παράνομη κατοχή περιουσίας, κατά παράβαση του άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο