Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ευέλθων Γρηγοριάδη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11355/13, 16/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11355/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ευέλθων Γρηγοριάδη, από την Πάφο
- Χρίστου, Γρηγοριάδη, από την Πάφο Κατηγορούμενων ------------------------------------ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 16.2.2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Περγαντή (για ν' ακούσει απόφαση, κ. Ζαμπάς) Για τους κατηγορούμενους 1 και 2: κα Κορακίδου Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι σύμφωνα με το κατηγορητήριο αντιμετωπίζουν τις ακόλουθες κατηγορίες: Αξιόποινος παράνομη είσοδος, κατά παράβαση των άρθρων 280 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση των άρθρων 243 και 20 του Ποινικού Κώδικα και τέλος, ανησυχία, κατά παράβαση των άρθρων 95 και 20 του Ποινικού Κώδικα (βλ. τις κατηγορίες 1 μέχρι 3, κατ' αντιστοιχία αδικήματος). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι την 6ην Ιουλίου του 2013, στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, αφού εισήλθαν νόμιμα στο χώρο των Α' Βοηθειών, παρέμειναν παράνομα με σκοπό να διαπράξουν μέσα σ' αυτό αδικήματα, δηλαδή τα αδικήματα που αναφέρονται στις κατηγορίες 2 και
- Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, επιτέθηκαν εναντίον του νοσηλευτή Νεόφυτου Στεφάνου και του προκάλεσαν πραγματική σωματική βλάβη. Τέλος, με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, σε δημόσιο μέρος, χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσαν θόρυβο κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσουν διασάλευση της ειρήνης. Προς απόδειξη των παραπάνω κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε συνολικά 4 μάρτυρες και 7 τεκμήρια. Μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, η ευπαίδευτη δικηγόρος των κατηγορούμενων υπόβαλε εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους, σ' οποιαδήποτε κατηγορία. Η εισήγηση, όπως την αντιλαμβάνομαι, εδράζεται και στους δυο λόγους - τους οποίους θα αναφέρω στη συνέχεια -, για τους οποίους δικαιολογείται η απαλλαγή του κατηγορούμενου σ' αυτό το, πρώιμο, στάδιο της δίκης. Η θέση της ευπαίδευτης εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής στην εισήγηση της υπεράσπισης υπήρξε εκ διαμέτρου αντίθετη. Σε αντίθεση με την κα Κορακίδιου, η οποία, για λόγους που έχει αναφέρει στο πλαίσιο της αγόρευσής της, ζήτησε την απαλλαγή των κατηγορούμενων σ' όλες τις κατηγορίες από αυτό το στάδιο, η κα Περγαντή, για λόγους που επίσης έχει αναφέρει στο πλαίσιο της δικής της αγόρευσης ζήτησε την κλήση τους σε απολογία. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό, τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται σοβαρά υπόψη. Έχει νομολογηθεί ότι η απαλλαγή του κατηγορούμενου σ' αυτό το στάδιο, δικαιολογείται όταν: (α) δε στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας, λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και, (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση, το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αφού το μέτρο, δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου (δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης), αλλά, εκείνες του νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων, Αζίνας ν. Αστυνομίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Παναγιώτου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Νικολαΐδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 271). Περαιτέρω, όπως αναφέρεται συναφώς στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευσταθίου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9: «Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιαστεί αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορούμενου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Και λίγο παρακάτω: «Στην υπόθεση R. v. Hipson
(1969)Cr. L. R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα αρχή». Τέλος παραπέμπω και στο απόσπασμα που ακολουθεί από την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Mariano κ.ά. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 112/2014 και 113/2014, ημερομηνίας 20/11/2015, στην οποία επαναλαμβάνονται όλες οι παραπάνω αρχές: «Όπως πλειστάκις νομολογήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, ο όρος«εκ πρώτης όψεως» υποδηλώνει προκαταρκτική θεώρηση των πραγμάτων, γι' αυτό και ο όρος χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133 και Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας, ανωτέρω). Περαιτέρω, το δικαστήριο στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης δεν προβαίνει κατά κανόνα σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και δεν υπεισέρχεται σε θέματα πειστικότητας μαρτυρίας, εκτός και αν η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται παντελώς πειστικότητας, ώστε κανένα δικαστήριο να μην μπορεί να στηριχθεί σ' αυτήν (βλ.Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9). Τα πάντα σ' αυτό το στάδιο της δίκης θα πρέπει να έχουν αντικειμενικό έρεισμα, γι' αυτό εξάλλου και απαιτείται από τη νομολογία ότι για να μην κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία θα πρέπει η μαρτυρία να ήταν τέτοια που κάθε «λογικό δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα».» Με υπαγωγή της ενώπιον μου μαρτυρίας σ' όλες τις παραπάνω αρχές είμαι ικανοποιημένος ότι η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως, από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως εναντίον και των δυο κατηγορούμενων, σ' όλες τις κατηγορίες, με αναφορά σ' όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που περικλείουν οι εν λόγω κατηγορίες. Η περί αντιθέτου εισήγηση της υπεράσπισης δε με βρίσκει σύμφωνο. Και τούτο, επειδή παραβλέπει ότι σ' αυτό το στάδιο - για να επαναλάβω - το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αφού το μέτρο, δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου (δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης), αλλά, εκείνες του νοητού λογικού Δικαστηρίου. Ωστόσο, έχοντας υπόψη τι ακολουθεί δε θα ήθελα να επεκταθώ (βλ. τη Mariano, ανωτέρω και την Παναγιώτου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191). Κατ' ακολουθία όλων όσων ανάφερα, η εισήγηση απορρίπτεται. Οι κατηγορούμενοι καλούνται σε απολογία, σ' όλες τις κατηγορίες. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Αναφορά: Αξιόποινος παράνομη είσοδος, κατά παράβαση των άρθρων 280 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση των άρθρων 244 και 20 του Ποινικού Κώδικα και τέλος, ανησυχία, κατά παράβαση των άρθρων 95 και 20 του Ποινικού Κώδικα - εκ πρώτης όψεως υπόθεση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο