← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ιωάννη Σπύρου, Αρ. Υπόθεσης: 3256/13, 7/2/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ιωάννη Σπύρου, Αρ. Υπόθεσης: 3256/13, 7/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3256/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ιωάννη Σπύρου Κατηγορούμενου -------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 7.2.2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Σάββα Για τον κατηγορούμενο: κ. Κ. Μανώλης Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: Έλεγχος ή κατοχή μηχανών τυχερού παιγνιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 4

(1)(α)(β)
(2)(θ) του περί Μηχανών Παιγνιδιού και Μηχανών Ψυχαγωγίας Νόμου 32
(1)/96, όπως τροποποιήθηκε (1η κατηγορία) και επίτρεψη χειρισμού μηχανής τυχερού παιγνιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4, 7, 8, 12 και 15 του ίδιου Νόμου (3η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι στις 13 Οκτωβρίου, 2011, στο πρακτορείο στοιχημάτων με την ονομασία «SCOREBET» που βρίσκεται στην οδό Ομήρου 4 στην Πάφο, είχε υπό τον έλεγχο και κατοχή του 8 μηχανές τυχερού παιγνιδιού, ήτοι, 8 ηλεκτρονικούς υπολογιστές, συνδεδεμένους για τη διεξαγωγή τυχερών παιγνιδιών μέσω λογισμικού προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, ενώ ήταν υπεύθυνος του υποστατικού με την ονομασία «SCOREBET», επέτρεψε στον υπό κάλυψη αστυφύλακα 3135 Σ. Αγαθοκλέους τού ΟΠΕ Πάφου, να χειρίζεται μηχανή τυχερού παιγνιδιού, ήτοι, ηλεκτρονικό υπολογιστή, συνδεδεμένο για τη διεξαγωγή τυχερών παιγνιδιών μέσω λογισμικού προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή. Προς απόδειξη των παραπάνω κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε ως μάρτυρες, τους αστυφύλακες 2622 Ευέλθων Μίτα, 4472 Ανδρέα Αριστοτέλους, 1248 Κωνσταντίνο Αναστασίου και 3135 Σάββα Αγαθοκλέους και τέλος, τον αρχιαστυφύλακα 2680 Πέτρο Αντωνίου (Μ.Κ.1 μέχρι 5, αντίστοιχα). Ο κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Προς υπεράσπισή του παρουσίασε ως μάρτυρα, το Γεώργιο Χαραλάμπους (Μ.Υ.1). Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τις υπό κρίση κατηγορίες σύμφωνα με τη μαρτυρία, περιλαμβανομένων των παραδεκτών γεγονότων είναι η εξής: Επειδή υπήρχε πληροφορία ότι στο πρακτορείο στοιχημάτων με την ονομασία «SCOREBET» που βρίσκεται στην οδό Ομήρου 4 στην Πάφο, ιδιοκτησίας του κατηγορούμενου (στο εξής «επίδικο υποστατικό»), υπήρχαν ηλεκτρονικοί υπολογιστές (στο εξής «υπολογιστές») που μετατρέπονταν σε μηχανές τυχερού παιγνιδιού, δηλαδή «φρουτάκια» και θαμώνες του μέρους έχαναν μεγάλα χρηματικά ποσά, παίζοντας στις εν λόγω μηχανές, στις 13/10/2011 και περί ώρα 19:45, ομάδα αστυνομικών μετέβη στο μέρος για έρευνα, βάσει σχετικού δικαστικού εντάλματος. Εκεί βρισκόταν από τις 19:35, ο αστυφύλακας 3135 Σάββας Αγαθοκλέους (Μ.Κ.4), ο οποίος, αφού συνάντησε τον κατηγορούμενο τού έδωσε ένα χαρτονόμισμα των €20,00 (τεκμήριο 5Α) - το οποίο είχε φωτοτυπήσει προηγουμένως -, λέγοντάς του να του πιστώσει το ποσό αυτό σ' ένα υπολογιστή για να παίξει τυχερό παιχνίδι «φρουτάκια». Ο κατηγορούμενος τού πίστωσε ένα υπολογιστή με 1000 μονάδες, που αντιστοιχούσαν στο ποσό των €20,00 που του είχε δώσει ο μάρτυρας, ο οποίος, αφού άρχισε να παίζει στον υπολογιστή ειδοποίησε αμέσως τηλεφωνικώς την Αστυνομία και συγκεκριμένα, τον αρχιαστυφύλακα 2680 Πέτρο Αντωνίου (Μ.Κ.5). Όταν η Αστυνομία εισήλθε στο επίδικο υποστατικό, ο Μ.Κ.5 συνάντησε το Μ.Κ.4 μπροστά από τον υπολογιστή να παίζει «φρουτάκια», τα οποία έκαναν περιστροφικές κινήσεις. Κατά τη διάρκεια της έρευνας που ακολούθησε, ο αστυφύλακας 1248 Κωνσταντίνος Αναστασίου (Μ.Κ.3) εντόπισε συνολικά 11 υπολογιστές. Κατά την επί τόπου εξέτασή τους από τον ίδιο, στην παρουσία του κατηγορούμενου, που ήταν και ο υπεύθυνος του επίδικου υποστατικού διαπιστώθηκε ότι 8 από τους υπολογιστές μετατρέπονται σε μηχανές τυχερού παιγνίου. Ο κατηγορούμενος - καθώς ήδη έχει αναφερθεί - αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση. Ακολουθεί αυτούσια: «Τα €20,00, τα πληρώθηκα για να χρησιμοποιήσει ο αστυνομικός τον υπολογιστή στο internet απεριόριστα για μια μέρα ή όσες ώρες θέλει. Το κατάστημα «Scorebet» το ενοικίασα λίγες μέρες πριν έρθει η Aστυνομία για να δουλεύω σαν internet καφέ. Παιχνίδια με «φρουτάκια» και άλλες εικόνες υπάρχουν στα κινητά τηλέφωνα smart phones, στο facebook και δεν κερδίζεις τίποτε είναι απλά για ψυχαγωγία και μπορεί ο κάθε ένας να τα έχει σπίτι του ή οπουδήποτε ή σε καφέ οπουδήποτε. Ακόμα και εσείς τωρά, εάν θέλετε μπορείτε να παίξετε εδώ χωρίς λεφτά μέσω του facebook του κινητού σας και είναι μόνο για ψυχαγωγία. Αρνούμαι τις κατηγορίες.» Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω στο σύνολό του το περιεχόμενο της μαρτυρίας - περιλαμβανομένων των παραδεκτών γεγονότων - και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό, τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391) όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει στο στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων η πραγματική μαρτυρία, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326,366: «..η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας». Για εκτενέστερη ανάλυση του όρου πραγματική ή εμπράγματη μαρτυρία, ιδιαίτερα χρήσιμη αναφορά γίνεται στην υπόθεση Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298. Για το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση, δε μου διαφεύγει το ανεπίτρεπτο σχολιασμού, ως σχετικού προς ενοχή, η άσκηση εκ μέρους του αυτού του δικαιώματος (βλ. Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, σελ. 222). Για την αποδεικτική αξία μιας τέτοιας δήλωσης, σύμφωνα με τη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22: «.Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ. μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic (1973 2 C.L.R. 139, 188 - 191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σε. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245 - 288, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195)» Βλέπε και την Iddin v. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 47/14, ημερομηνίας 29/2/2016, στην οποία επισημαίνεται ότι η αξία της ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον περιορισμένη, αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Παραπέμπω ακόμη και στην υπόθεση Mariano κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 112/14 και 113/14, ημερομηνίας 20/11/2015, στην οποία, με αναφορά στην Anastasiades (ανωτέρω) υποδεικνύεται ότι σε ό, τι αφορά τις ανώμοτες δηλώσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να αφήνει τον εαυτό του να δει τα γεγονότα που τίθενται ενώπιόν του με διαφορετικό φως. Τέλος παραπέμπω και στην Αλ - Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117 σύμφωνα με την οποία, η προσφυγή στο ψεύδος δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Η μαρτυρία του αστυφύλακα 2622 Ευέλθων Μίτα (Μ.Κ.1) είναι αποδεκτή. Εκτός από αξιόπιστη και ως αναντίλεκτη. Δεκτή στο σύνολό της είναι και η μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 4472 (Μ.Κ.2) Ανδρέα Αριστοτέλους. Η ουσία της περιέχεται στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 3), το περιεχόμενο της οποίας αποτελεί παραδεκτό γεγονός. Ο αστυφύλακας 1248 Κωνσταντίνος Αναστασίου (Μ.Κ.3) είναι δικανικός αναλυτής ηλεκτρονικών υπολογιστών και υπηρετεί στο Τμήμα Καταπολέμησης Εγκλήματος του Αρχηγείου Αστυνομίας και συγκεκριμένα, στο Δικανικό Εργαστήριο Ηλεκτρονικών Δεδομένων. Τα πλούσια προσόντα του και η επαγγελματική του εμπειρία αναφέρονται στο σχετικό βιογραφικό σημείωμα που κατάθεσε ο ίδιος (τεκμήρια 8 - στα αγγλικά - και 8Α - η μετάφρασή του στα ελληνικά -). Επειδή, κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του μάρτυρα τού υποβλήθηκε ότι δεν έχει τα προσόντα, ως εμπειρογνώμονας, για να διερευνήσει την παρούσα υπόθεση και τούτο, επειδή, όπως αναφέρει ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορούμενου στο πλαίσιο της γραπτής του αγόρευσης, ο μάρτυρας, πρώτο, δεν είναι απόφοιτος πανεπιστημίου σε θέματα ηλεκτρονικών υπολογιστών και δεύτερο, δε γνωρίζει αγγλικά, που είναι απαραίτητα σε θέματα εξέτασης υπολογιστών, όσα ακολουθούν αποβλέπουν στο ν' αναδειχθεί το αβάσιμο της παραπάνω θέσης της υπεράσπισης: Είναι καλά γνωστό, ότι ο πραγματογνώμονας οφείλει να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλα τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και δεδομένα που θα του επιτρέψουν να καταλήξει σε δικαστική κρίση (βλ. μεταξύ άλλων Pouris & another v. The Repuplic
(1983)2 C.L.R 170 και Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R 1). Ακολούθως, ενώ η μαρτυρία πραγματογνώμονα, κατά κανόνα θεωρείται μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα, η εκτίμηση της εν λόγω μαρτυρίας δε διαφέρει από την εκτίμηση της μαρτυρίας άλλων μαρτύρων. Και τούτο, επειδή οι κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία των πραγματογνωμόνων είναι ίδιοι με τους κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία όλων των άλλων μαρτύρων. Τέλος, η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σ' ένα θέμα δε βασίζεται μόνο στα σχετικά ακαδημαϊκά προσόντα που διαθέτει κανείς γύρω από το θέμα, αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σ' αυτό. Ένα πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας, με βάση, είτε τα ακαδημαϊκά του προσόντα είτε την πείρα του σ' ένα τομέα, η οποία, από μόνη της μπορεί να καταστήσει το μάρτυρα εμπειρογνώμονα ή πραγματογνώμονα. Το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να προτιμά τη μαρτυρία του προσώπου που διαθέτει τόσο ακαδημαϊκά προσόντα όσο και πείρα, σε σύγκριση με τη μαρτυρία ενός προσώπου που έχει μόνο πείρα. Όλα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, την όλη εντύπωση και τους λόγους που δίνει ο μάρτυρας για τα όσα κατάθεσε (βλ. τη Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 841). Στην προκειμένη περίπτωση είμαι απόλυτα ικανοποιημένος, ότι ο μάρτυρας έχει θέσει ενώπιόν μου όλα τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και δεδομένα, τα οποία τον καθιστούν εμπειρογνώμονα για ό, τι έκανε στον ουσιώδη χρόνο και για όσα ανάφερε στο Δικαστήριο, ο οποίος διαθέτει τόσο ακαδημαϊκά προσόντα όσο και πραγματική εμπειρία στο σχετικό τομέα. Απλή ανάγνωση του βιογραφικού του σημειώματος (τεκμήρια 8 και 8Α) σε συνδυασμό και με αυτά που αναφέρει στην έκθεσή του (τεκμήριο 9), τα οποία υποστήριξε με ικανοποιητική επάρκεια και τεκμηρίωση κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του, επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές. Εν πάση περιπτώσει διερωτώμαι και για την περί αντιθέτου μαρτυρία που «παρουσίασε» η υπεράσπιση, στο βαθμό που αμφισβητεί το μάρτυρα, για ό, τι ανάφερε υπό την ιδιότητά του ως εμπειρογνώμονα. Απ' εκεί και πέρα, η θέση της υπεράσπισης ότι ο μάρτυρας δε γνωρίζει αγγλικά είναι ανυπόστατη. Οι λόγοι για τους οποίους θεωρώ ότι ο μάρτυρας γνωρίζει αγγλικά και μάλιστα πολύ καλά αναφέρθηκαν από τον ίδιο κατά τη διάρκεια της αντεξέτασής του. Επιπλέον είναι και το γεγονός, ότι, η υπεράσπιση που αμφισβητεί ότι ο μάρτυρας γνωρίζει αγγλικά παραβλέπει ότι ο ίδιος είναι που μετάφρασε το βιογραφικό του σημείωμα, από τα αγγλικά στα ελληνικά. Τέλος, η θέση ότι τα αγγλικά είναι απαραίτητα σε θέματα εξέτασης υπολογιστών είναι τελείως αυθαίρετη, δοθέντος ότι προβάλλεται αποκλειστικά από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου και δεν υποστηρίζεται καθόλου από μαρτυρία που να τη θεμελιώνει. Των παραπάνω λεχθέντων σε συνδυασμό και με την όλη εντύπωση που μου έχει αφήσει ο μάρτυρας, καθ' όλα τη διάρκεια της μαρτυρίας του, η οποία, σε σημαντικό βαθμό παρέμεινε και αναντίλεκτη θεωρώ απολύτως αξιόπιστο μάρτυρα τον υπό αναφορά. Επομένως, η μαρτυρία και αυτού είναι αποδεκτή. Επί της ουσίας, δεκτή στο σύνολό της είναι και η μαρτυρία του αστυφύλακα 3135 Σάββα Αγαθοκλέους (Μ.Κ.4). Η ουσία της περικλείεται στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 10), το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από αυτόν για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Ο μάρτυρας, καθ' όλη τη διάρκεια που έδινε μαρτυρία απαντούσε αυθόρμητα και με απόλυτη ειλικρίνεια, σ' όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, χωρίς να υποπέσει σε καμιά απολύτως αντίφαση. Πέραν τούτου, η μαρτυρία του, επί της ουσίας πάντοτε, επιβεβαιώνεται από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία και σε σημαντικό βαθμό παρέμεινε αναντίλεκτη. Όπως αναφέρει ο μάρτυρας στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 10), στον ουσιώδη χρόνο εισήλθε στο επίδικο υποστατικό και αφού συνάντησε τον κατηγορούμενο που ήταν ο υπεύθυνος του μέρους τού έδωσε το χαρτονόμισμα των €20,00 (τεκμήριο 5Α) - που είχε φωτοτυπήσει προηγουμένως - και του είπε να του τα βάλει σ' ένα υπολογιστή. Ο κατηγορούμενος τού έβαλε 1000 μονάδες - που αντιστοιχούσαν στο ποσό αυτό - στον υπολογιστή, ο οποίος έδειχνε «φρουτάκια». Ακολούθως, ο ίδιος άρχισε να παίζει στον υπολογιστή και ειδοποίησε τηλεφωνικώς αμέσως το Μ.Κ.
  1. Ο μάρτυρας, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης επεξήγησε λεπτομερώς την ακολουθητέα διαδικασία, από τη στιγμή που έδωσε στον κατηγορούμενο το ποσό των €20,00 μέχρι και την ώρα που άρχισε να παίζει «φρουτάκια» στον υπολογιστή. Επιπλέον ανάφερε το είδος του παιγνιδιού που έπαιζε και πώς παιζόταν αυτό, καθώς πότε και πώς κέρδιζε ή αναλόγως, έχανε ο ίδιος. Δεκτή στο σύνολο της είναι και η - σε σημαντικό βαθμό αναντίλεκτη - μαρτυρία του αρχιαστυφύλακα 2680 Πέτρου Αντωνίου (Μ.Κ.5). Ο μάρτυρας, που απαντούσε άμεσα και με απόλυτη ειλικρίνεια σ' όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, κατά τη σύντομη αντεξέτασή του από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία του για οτιδήποτε ανάφερε. Η μαρτυρία του, επί της ουσίας επιβεβαιώνεται από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία. Πέραν τούτου είναι και το γεγονός, ότι, ο κατηγορούμενος, με την ανώμοτη του δήλωση - που καθώς έχει αναφερθεί με αναφορά σε νομολογία δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία - επιχείρησε να διαψεύσει το μάρτυρα για μερικούς από τους ισχυρισμούς του, οι οποίοι παρέμειναν αναντίλεκτοι. Εξηγώ αμέσως τι εννοώ: Η ουσία της μαρτυρίας του υπό αναφορά περιέχεται στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 11), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτός για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορούμενου, περί το τέλος της αντεξέτασης του μάρτυρα τού υπόβαλε ότι τα €20,00 πληρώθηκαν για να χρησιμοποιηθεί ο υπολογιστής και internet. Ακολούθως τού υπόβαλε ότι ο υπολογιστής (εννοώντας προφανώς τον υπολογιστή στον οποίο έπαιζε «φρουτάκια» ο Μ.Κ.4, όταν ο μάρτυρας εισήλθε στο επίδικο υποστατικό) και οι άλλοι υπολογιστές που ήταν στο χώρο, δεν ήταν μηχανές τυχερού παιγνιδιού. Με τη σειρά του, ο κατηγορούμενος, με την ανώμοτη του δήλωση, μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε ότι τα €20,00, τα πληρώθηκε για να χρησιμοποιήσει ο αστυνομικός τον υπολογιστή στο Internet, απεριόριστα, για μια μέρα ή όσες ώρες θέλει. Ισχυρίστηκε ακόμη, ότι το κατάστημα Scorebet το νοίκιασε λίγες μέρες πριν έρθει η Αστυνομία, για να δουλεύει σαν internet καφέ. Ας δούμε τώρα και τι αναφέρει ο μάρτυρας στην κατάθεσή του στην Αστυνομία, για τα οποία ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου και πόσο συνάδουν αυτά με τους παραπάνω ισχυρισμούς του τελευταίου: Εισερχόμενος στο επίδικο υποστατικό συνάντησε το συνάδελφό του (Μ.Κ.4), ο οποίος βρισκόταν μπροστά από την οθόνη ενός υπολογιστή και έπαιζε «φρουτάκια», τα οποία έκαναν περιστροφικές κινήσεις. Ο Μ.Κ.4, προηγουμένως είχε φωτοτυπήσει ένα χαρτονόμισμα των €20,00 και αφού εισήλθε στο επίδικο υποστατικό, το έδωσε στον ιδιοκτήτη και υπεύθυνο του μέρους, δηλαδή στον κατηγορούμενο, ο οποίος, αφού του έβαλε το ανάλογο ποσό στον υπολογιστή, ο Μ.Κ.4 άρχισε να παίζει σ' αυτό. Αφού ο Μ.Κ.3 έλεγξε τους εν λόγω υπολογιστές διαπίστωσε ότι τα παιγνίδια που περιείχαν και εικονίζονταν στις οθόνες τους, ήταν παράνομα. Καθ' υπόδειξη του Μ.Κ.3, ο μάρτυρας κατάσχε τους υπολογιστές ως τεκμήρια. Ακολούθως πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για το αδίκημα που διέπραττε και αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο, αυτός τού απάντησε: «Εντάξει , νόμιζα ότι ήταν νόμιμα, έσιει τρία χρόνια που τα έχω.» Σε έρευνα που έκανε στο ταμείο του επίδικου υποστατικού ο μάρτυρας, στην παρουσία και πάλι του κατηγορούμενου παρέλαβε το χαρτονόμισμα των €20,00 που είχε δώσει στον κατηγορούμενο ο Μ.Κ.4, για να του βάλει παιγνίδι τύπου «φρουτάκια» στον υπολογιστή. Αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο, αυτός απάντησε: «Είναι αυτό που μου έδωσε ο αστυνομικός και του έβαλα να παίξει στο κομπιούτερ.» Προφανώς, ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να αποστεί όλων των παραπάνω δηλώσεών του προς το μάρτυρα, η αλήθεια των οποίων επιβεβαιώνεται από την αξιόπιστη μαρτυρία τριών μαρτύρων (Μ.Κ.3, 4 και 5). Δέχομαι και την - αναντίλεκτη επίσης - μαρτυρία του Γεώργιου Χαραλάμπους (Μ.Υ.1) που είναι και ο μόνος ο οποίος κατάθεσε για την υπόθεση της υπεράσπισης. Από τη μαρτυρία του προκύπτουν τ' ακόλουθα: Ο μάρτυρας, ο οποίος έχει σπουδάσει technical engineering και computers είναι ιδιοκτήτης εταιρείας ηλεκτρονικών, η οποία, μεταξύ άλλων ασχολείται και με ηλεκτρονικούς υπολογιστές για 28 χρόνια. Στο internet υπάρχουν προγράμματα, ιστοσελίδες με «φρουτάκια» και άλλα σύμβολα που μπορεί κάποιος να συνδεθεί για να παίξει τα συγκεκριμένα παιγνίδια, είτε με λεφτά είτε για ψυχαγωγία. Στη δεύτερη περίπτωση δεν πληρώνει. Κερδίζει απλώς πόντους. Τα συγκεκριμένα παιγνίδια, τα έχει οποιαδήποτε συσκευή μπορεί να συνδεθεί στο internet, όπως, το κινητό τηλέφωνο ή smart phones που είναι έξυπνα τηλέφωνα ή tablets. Αυτές οι συσκευές και παιγνίδια άρχισαν το 2010,
  2. Από την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου, το μόνο μέρος που δέχομαι είναι αυτό που συνάδει με τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 (ανωτέρω). Κατά τα λοιπά - για λόγους που ήδη έχουν αναφερθεί - θεωρώ την εν λόγω δήλωση αναξιόπιστη, ψευδή και σαφώς κατασκευασμένη, οπότε και την απορρίπτω. Κατ' ακολουθία των παραπάνω διαπιστώσεών μου θεωρώ ότι τα πραγματικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι τα εξής: Επειδή υπήρχε πληροφορία ότι στο πρακτορείο στοιχημάτων με την ονομασία «SCOREBET» που βρίσκεται στην οδό Ομήρου 4 στην Πάφο, ιδιοκτησίας του κατηγορούμενου υπήρχαν ηλεκτρονικοί υπολογιστές που μετατρέπονταν σε μηχανές τυχερού παιγνιδιού, δηλαδή «φρουτάκια» και θαμώνες του μέρους έχαναν μεγάλα χρηματικά ποσά, παίζοντας στις εν λόγω μηχανές, στις 13/10/2011 και περί ώρα 19:45, ομάδα αστυνομικών μετέβη στο μέρος για έρευνα, βάσει σχετικού δικαστικού εντάλματος. Εκεί βρισκόταν από τις 19:35 ο αστυφύλακας 3135 Σάββας Αγαθοκλέους (Μ.Κ.4), ο οποίος, αφού συνάντησε τον κατηγορούμενο τού έδωσε το χαρτονόμισμα των €20,00 (τεκμήριο 5Α) - το οποίο είχε φωτοτυπήσει προηγουμένως -, λέγοντάς του να του πιστώσει το ποσό αυτό σ' ένα υπολογιστή, για να παίξει τυχερό παιγνίδι «φρουτάκια». Ο κατηγορούμενος τού πίστωσε ένα υπολογιστή με 1000 μονάδες, που αντιστοιχούσαν στο ποσό των €20,00 που του είχε δώσει ο μάρτυρας, ο οποίος, αφού άρχισε να παίζει ειδοποίησε τηλεφωνικώς την Αστυνομία και συγκεκριμένα, τον αρχιαστυφύλακα 2680 Πέτρο Αντωνίου (Μ.Κ.5). Πρόκειται για το δεύτερο στη σειρά, από αριστερά προς δεξιά στη φωτογραφία αρ. 14 - μέρος του τεκμηρίου 2 - ο υπολογιστής στον οποίο έπαιζε ο μάρτυρας. Το παιχνίδι που έπαιζε ονομάζεται «Les Pirates» και φαίνεται στη φωτογραφία αρ. 22, στο ίδιο τεκμήριο. Όπως είπε ο μάρτυρας - χωρίς να έχει αμφισβητηθεί - όταν εμφανίστηκε η εικόνα που φαίνεται στην εν λόγω φωτογραφία (η οποία περιλαμβάνει πειρατές, πτηνά, το σύμβολο του δολαρίου, καράβια, νεκροκεφαλές και κασέλες με θησαυρούς), πατούσε το enter στο πληκτρολόγιο του υπολογιστή, οπότε, τα πιο πάνω σχήματα άρχισαν να γυρίζουν. Όταν σταματούσαν τρία ίδια στη σειρά ή διαγώνια, κέρδιζε. Αν όχι, έχανε. Στοιχημάτιζε κάθε φορά 20 μονάδες και ανάλογα αν κέρδιζε ή έχανε υπήρχε σχετική αυξομείωση των 1000 μονάδων που του πίστωσε ο κατηγορούμενος, όταν του είχε δώσει το ποσό των €20,00 για να παίξει «φρουτάκια». Όταν η Αστυνομία εισήλθε στο επίδικο υποστατικό, ο Μ.Κ.5 συνάντησε το Μ.Κ.4 μπροστά από τον υπολογιστή να παίζει «φρουτάκια», τα οποία έκαναν περιστροφικές κινήσεις. Κατά τη διάρκεια της έρευνας που ακολούθησε, ο αστυφύλακας 1248 Κωνσταντίνος Αναστασίου (Μ.Κ.3), όπως αναφέρει στην έκθεσή του (τεκμήριο 9) εντόπισε 11 ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Κατά την επί τόπου εξέτασή τους από τον ίδιο, στην παρουσία του κατηγορούμενου, μεταξύ άλλων διαπιστώθηκαν τα εξής: Δυο υπολογιστές clients παρουσίαζαν στην οθόνη τους ιστοσελίδες του διαδικτύου. Από έλεγχο που έκανε σε τρίτο κεντρικό υπολογιστή - server, ο οποίος βρισκόταν πίσω από τον πάγκο του υπεύθυνου του υποστατικού, δηλαδή του κατηγορούμενου διαπίστωσε ότι αυτός διαχειριζόταν τους άλλους δυο clients που προσέφεραν υπηρεσίες διαδικτύου. Στο πλαίσιο της ίδιας έρευνας, ο μάρτυρας εντόπισε πίσω από τον πάγκο του ταμείου, ένα κεντρικό υπολογιστή (με το διακριτικό ΚΑ1), ο οποίος παρουσίαζε στην οθόνη του, τρεις υπολογιστές υπηρέτες - clients (με τα διακριτικά ΚΑ2 - ΚΑ4) που ήταν συνδεδεμένοι με τον κεντρικό υπολογιστή (ΚΑ1) καθώς και ένα ειδικό μενού διαχείρισής τους. Οι τρεις υπηρέτες υπολογιστές παρουσίαζαν στις οθόνες τους συνολικά 18 παιγνίδια ηλεκτρονικού τζόγου, τύπου «φρουτάκια» με την ονομασία LUCIANO 2, για τα οποία δεν είχε προσκομισθεί στην Αστυνομία οποιαδήποτε άδεια λειτουργίας τους. Ακολούθως, ο μάρτυρας, από το μενού διαχείρισης του κεντρικού υπολογιστή (με το διακριτικό ΚΑ1) επέλεξε τυχαία τον υπολογιστή με διακριτικό ΚΑ2, με ονομασία "PC1" και αφού τον πίστωσε στο πεδίο "PLAYER IN" με το ποσό των €5,00, τότε, αυτόματα πιστώθηκε ο υπολογιστής με διακριτικό ΚΑ2 με 500 credits. Ακολούθως, αφού επέλεξε και πάλι τυχαία το τυχερό παιχνίδι με την ονομασία "SARAKINOI" άρχισε να παίζει. Ανάλογα με το ποσό που επέλεγε για ποντάρισμα κάθε φορά που έπαιζε, το ίδιο ποσό αφαιρείτο από τα credits που είχαν πιστωθεί αρχικά. Σύμφωνα πάντοτε με το μάρτυρα και όσα αναφέρει στην έκθεσή του, άλλοι τρεις υπολογιστές - clients παρουσίαζαν στην οθόνη τους παιγνίδια τύπου «φρουτάκια», της πλατφόρμας παιγνιδιών ηλεκτρονικού τζόγου με ονομασία G-Server. Για το συγκεκριμένο παιχνίδι προσκομίστηκε άδεια λειτουργίας του στην Αστυνομία από συγκεκριμένη εταιρεία. Η νομική θέση του μάρτυρα για το νόμιμο ή μη του συγκεκριμένου παιγνιδιού, αν κριθεί αναγκαίο, θα με απασχολήσει σε κατοπινό στάδιο. Για να συνεχίσω με τα γεγονότα, μετά από έρευνα που έγινε στο ταμείο του επίδικου υποστατικού εντοπίστηκε από το Μ.Κ.5 το χαρτονόμισμα των €20,00 που είχε δώσει ο Μ.Κ.4 στον κατηγορούμενο, για να του πιστώσει με 1000 credits από τον κεντρικό υπολογιστή (με διακριτικό ΚΑ5, στην έκθεση του Μ.Κ.3) τον υπολογιστή client (με διακριτικό ΚΑ7, στην ίδια έκθεση), με τον οποίο ο μάρτυρας έπαιζε το παιγνίδι τύπου «φρουτάκια» με την ονομασία «Les Pirates» Καθ' υπόδειξη του Μ.Κ.3, ο Μ.Κ.5 κατάσχε 8 υπολογιστές (με διακριτικά ΚΑ1 - ΚΑ8 στην έκθεση του Μ.Κ.3) ως τεκμήρια. Ακολούθως, ο Μ.Κ.5 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για το αδίκημα που διέπραττε και αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο, αυτός του απάντησε: «Εντάξει, νόμιζα ότι ήταν νόμιμα, έσιει τρία χρόνια που τα έχω.» Όταν ο μάρτυρας εντόπισε στο ταμείο του επίδικου υποστατικού και παρέλαβε το χαρτονόμισμα των €20,00 που είχε δώσει στον κατηγορούμενο ο Μ.Κ.4 για να του βάλει παιγνίδι τύπου «φρουτάκια» στον υπολογιστή και επέστησε του κατηγορούμενου την προσοχή στο νόμο, αυτός απάντησε: «Είναι αυτό που μου έδωσε ο αστυνομικός και του έβαλα να παίξει στο κομπιούτερ.» Επισημαίνεται στο σημείο αυτό, ότι, πλείστα από τα παραπάνω γεγονότα επιβεβαιώνονται και από το περιεχόμενο αριθμού φωτογραφιών που περιέχονται είτε στο βιβλιάριο φωτογραφιών (τεκμήριο 2) είτε στα διάφορα παραρτήματα που αποτελούν μέρος της έκθεσης του Μ.Κ.3 (τεκμήριο 9) είτε και στα δυο. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος καθώς ήδη έχει αναφερθεί αντιμετωπίζει την κατηγορία έλεγχος ή κατοχή μηχανών τυχερού παιγνιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 4
(1)(α)(β)
(2)(θ) του περί Μηχανών Παιγνιδιού και Μηχανών Ψυχαγωγίας Νόμου 32
(1)/96, όπως τροποποιήθηκε (1η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι στις 13 Οκτωβρίου, 2011, στο πρακτορείο στοιχημάτων με την ονομασία «SCOREBET» που βρίσκεται στην οδό Ομήρου 4 στην Πάφο, είχε υπό τον έλεγχο και κατοχή του, 8 μηχανές τυχερού παιγνιδιού, ήτοι, 8 ηλεκτρονικούς υπολογιστές, συνδεδεμένους για τη διεξαγωγή τυχερών παιγνιδιών μέσω λογισμικού προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Μηχανών Παιγνιδιού και Μηχανών Ψυχαγωγίας Νόμου 32
(1)/96 - όπως ίσχυε στον ουσιώδη χρόνο - (στο εξής «ο Νόμος»): «Στον παρόντα Νόµο— "µηχανή παιγνιδιού" σηµαίνει— (α) οποιαδήποτε µηχανή που αποσκοπεί στην παροχή απλής ψυχαγωγίας στο πρόσωπο που τη λειτουργεί ή τη χειρίζεται ή τη χρησιµοποιεί χωρίς χρηµατικό κέρδος ή άλλο αντάλλαγµα και της οποίας η λειτουργία, χειρισµός ή χρησιµοποίηση απαιτεί δυνατότητες άσκησης επιδεξιότητας από µέρους του προσώπου που τη λειτουργεί, χειρίζεται ή χρησιµοποιεί∙ και (β) οποιαδήποτε άλλη µηχανή που είναι ουσιαστικά της ίδιας φύσης ή απλή παραλλαγή της εν λόγω µηχανής∙ "µηχανή ψυχαγωγίας" σηµαίνει µηχανή που— (α) δεν είναι µηχανή παιγνιδιού∙ (β) αποσκοπεί στην παροχή απλής ψυχαγωγίας χωρίς κέρδος ή άλλο αντάλλαγµα. και (γ) δεν έχει δυνατότητες παράτασης του χρόνου λειτουργίας της αφότου τέθηκε σε λειτουργία και ενόσω λειτουργεί∙» Το άρθρο 4 του Νόμου, με πλαγιότιτλο «Μηχανές τυχερού παιγνιδιού» προνοεί ότι: «
(1)Κάθε πρόσωπο το οποίο— (α) Χειρίζεται ή θέτει σε λειτουργία µηχανή τυχερού παιγνιδιού ή µετέχει σε συνάθροιση µε σκοπό το χειρισµό ή τη λειτουργία µηχανής τυχερού παιγνιδιού∙ ή (β) έχει υπό τον έλεγχο ή την κατοχή του µηχανή τυχερού παιγνιδιού∙ ή (γ) εισάγει ή κατασκευάζει µηχανή τυχερού παιγνιδιού, είναι ένοχο αδικήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή σε πρόστιµο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο ποινές και το ∆ικαστήριο µπορεί επιπρόσθετα από οποιαδήποτε ποινή να διατάξει την κατάσχεση της µηχανής σε σχέση µε την οποία διαπράχθηκε το αδίκηµα.
(2)Για σκοπούς του άρθρου αυτού 'µηχανή τυχερού παιγνιδιού' σηµαίνει µηχανή που αποβλέπει σε παροχή κέρδους ή άλλου ανταλλάγµατος, ανεξάρτητα από το αν παρέχει ταυτόχρονα δυνατότητες παιγνιδιού ή ψυχαγωγίας ή όχι, και που δεν είναι µηχανή παιγνιδιού ή µηχανή ψυχαγωγίας, περιλαµβάνει δε τις µηχανές που είναι γνωστές µε τα ακόλουθα ονόµατα ή παρόµοιές τους ή παραλλαγή τους: (α) ....· (β) ....· (γ) µηχανές που είναι γνωστές ως µηχανές µε φρουτάκια ή µε παρόµοιες ή άλλες παραστάσεις ή σχήµατα ή γράµµατα ή χρώµατα· (δ) (ε) (στ) (ζ) (η) (θ).....» Έχοντας υπόψη τις λεπτομέρειες αδικήματος της σχετικής - 1ης κατηγορίας, για σκοπούς στοιχειοθέτησής της, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος, στον ουσιώδη χρόνο, πρώτο είχε υπό τον έλεγχο ή κατοχή του, δεύτερο, μηχανές τυχερού παιγνιδιού. Δηλαδή, μηχανές που αποβλέπουν σε παροχή κέρδους ή άλλου ανταλλάγματος. Νοείται ότι, για σκοπούς απόδειξης του δεύτερου συστατικού στοιχείου του αδικήματος, εάν πρόκειται για μηχανές που είναι γνωστές ως «μηχανές με φρουτάκια», σε εφαρμογή της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(2)του άρθρου 4 του Νόμου, αυτές θεωρούνται αυτόματα ως μηχανές τυχερού παιγνιδιού. Σε τέτοια περίπτωση, κατά πόσο τέτοιου είδους μηχανές αποβλέπουν στην παροχή κέρδους ή άλλου ανταλλάγματος αποτελεί στοιχείο αδιάφορο. Βλέπε την Πολυκάρπου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 209, στην οποία επικροτήθηκε αυτή η ερμηνευτική προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Απ' εκεί και πέρα, η αναφορά στο Νόμο σε παροχή κέρδους ή άλλου ανταλλάγματος, στο οποίο θα πρέπει να αποβλέπει η λειτουργία της μηχανής, προκειμένου να θεωρηθεί ως μηχανή τυχερού παιγνιδιού, κατά τη γνώμη μου δεν πρέπει να ταυτίζεται μόνο με τα χρήματα ή άλλα υλικά αγαθά. Επί του προκειμένου ενστερνίζομαι απόλυτα την ερμηνεία που απέδωσε στη σχετική φράση το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην Πολυκάρπου (ανωτέρω). Παρατηρώ τα εξής: Και οι 8 επίδικοι υπολογιστές έχει αποδειχθεί ότι στον ουσιώδη χρόνο κατέχονταν από τον κατηγορούμενο, ο οποίος, ως ιδιοκτήτης και υπεύθυνος του επίδικου υποστατικού, στο οποίο αυτοί βρίσκονταν είχε και τον έλεγχό τους. Ακολουθεί ότι το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος έχει αποδειχθεί. Απ' εκεί και πέρα, οι τρεις υπολογιστές με διακριτικά ΚΑ2, ΚΑ3 και ΚΑ4, όπως αναφέρεται στην έκθεση του Μ.Κ.3 (τεκμήριο 9), χωρίς να έχει αμφισβητηθεί από τον κατηγορούμενο, στον ουσιώδη χρόνο παρουσίαζαν στις οθόνες τους συνολικά 18 παιγνίδια ηλεκτρονικού τζόγου «τύπου φρουτάκια» με την ονομασία LUCIANO 2. Αυτό, με απλά λόγια σημαίνει ότι και οι τρεις αποτελούν μηχανές τυχερού παιχνιδιού, ανεξάρτητα από το αν απέβλεπαν στην παροχή κέρδους ή άλλου ανταλλάγματος. Το αίτημα απόκλισης από την Πολυκάρπου (ανωτέρω), όπως υποβάλλεται στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου δικηγόρου του κατηγορούμενου, με το αιτιολογικό ότι συνάδει με τις κοινωνικές συνθήκες που έχουν αλλάξει από τη δημοσίευση της εν λόγω απόφασης, με όλο το σεβασμό, μου είναι ακατανόητο. Επομένως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Πολλώ μάλλον, που για να μπορεί ένα πρωτόδικο Δικαστήριο να αποστεί δεσμευτικής γι' αυτό νομολογίας, απαιτείται ισχυρή αιτιολογία. Ακολουθεί ότι η ευθύνη του κατηγορούμενου για τη διάπραξη του αδικήματος της 1ης κατηγορίας, συναφώς και με τους τρεις παραπάνω υπολογιστές, στοιχειοθετείται πλήρως. Και φυσικά, το ίδιο ισχύει και για τον υπολογιστή με διακριτικό ΚΑ7, στην ίδια έκθεση (τεκμήριο 9), που είναι αυτός τον οποίο είχε χρησιμοποιήσει ο Μ.Κ.4, παίζοντας το παιγνίδι τύπου «φρουτάκια» με την ονομασία «Les Pirates». Αναφορικά με τους τρεις υπολογιστές - clients, για τους οποίους, όπως αναφέρεται στην ίδια έκθεση, παρουσίαζαν στη οθόνη τους παιγνίδια τύπου «φρουτάκια» της πλατφόρμας παιγνιδιών ηλεκτρονικού τζόγου με ονομασία G-Server, είτε γιατί, όπως αναφέρεται στην έκθεση, σε σχέση με το συγκεκριμένο παιγνίδι προσκομίστηκε άδεια από συγκεκριμένη εταιρεία που το καθιστά νόμιμο, με βάση σχετική γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (η οποία επισυνάπτεται ως παράτημα Α στη έκθεση) είτε επειδή στον ουσιώδη χρόνο αυτοί δε βρίσκονταν σε λειτουργία από οποιοδήποτε πρόσωπο, κατά τη γνώμη μου δεν έχει αποδειχθεί ότι πρόκειται για μηχανές τυχερού παιγνιδιού οι εν λόγω υπολογιστές. Ακολουθεί ότι ο κατηγορούμενος, σε σχέση με αυτούς δεν μπορεί να κριθεί ένοχος. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και την κατηγορία ότι επέτρεψε το χειρισμό μηχανής τυχερού παιγνιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4, 7, 8, 12 και 15 του Νόμου (3η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, ενώ ήταν υπεύθυνος του επίδικου υποστατικού, επέτρεψε στο Μ.Κ.4 να χειρίζεται μηχανή τυχερού παιγνιδιού, ήτοι, ηλεκτρονικό υπολογιστή, συνδεδεμένο για τη διεξαγωγή τυχερών παιγνιδιών μέσω λογισμικού προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή. Το άρθρο 15
(2)του Νόμου προνοεί ότι: «Κάθε πρόσωπο που παραβαίνει τις διατάξεις των άρθρων 4, 5, 6
(1)και 7
(1)είναι ένοχο αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή σε χρηµατική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο ποινές και το Δικαστήριο μπορεί επιπρόσθετα από οποιαδήποτε ποινή, να διατάξει να κατασχεθούν οι μηχανές σε σχέση µε τις οποίες διαπράχθηκε το αδίκηµα.» Έχοντας υπόψη και τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, για σκοπούς στοιχειοθέτησής της, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος στον ουσιώδη χρόνο επέτρεψε στο Μ.Κ.4 να χειρίζεται μηχανή τυχερού παιγνιδιού. Χωρίς να χρειάζεται να επαναλάβω τα γεγονότα, από αυτά έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος στον ουσιώδη χρόνο, έναντι του ποσού των €20,00 που του είχε δώσει ο Μ.Κ.4 τού επέτρεψε να χειριστεί τον υπολογιστή με διακριτικό KA7 στην έκθεση (τεκμήριο 9) του Μ.Κ.3, ο οποίος - υπολογιστής -, για λόγους που έχουν αναφερθεί αποτελεί μηχανή τυχερού παιγνιδιού, τύπου «φρουτάκια». Ότι ο κατηγορούμενος πληρώθηκε από το μάρτυρα το ποσό των €20,00 για να χρησιμοποιήσει τον υπολογιστή είναι κάτι που το παραδέχεται ο κατηγορούμενος με την ανώμοτη του δήλωση. Ακολουθεί ότι η ευθύνη του για τη διάπραξη του αδικήματος της σχετικής - 3ης κατηγορίας στοιχειοθετείται πλήρως. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους, ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την ενοχή του κατηγορούμενου και στις δυο κατηγορίες, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος, στις κατηγορίες 1 και 3 κρίνεται ένοχος. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: General/Criminal/Final (Αναφορά: Έλεγχος ή κατοχή μηχανών τυχερού παιγνιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 4
(1)(α)(β)
(2)(θ) του περί Μηχανών Παιγνιδιού και Μηχανών Ψυχαγωγίας Νόμου 32
(1)/96, όπως τροποποιήθηκε και επίτρεψη χειρισμού μηχανής τυχερού παιγνιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4, 7, 8, 12 και 15 του ίδιου Νόμου (Ν. 32
(1)/96)). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.