← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Σάββα Ομήρου, Αρ. Υπόθεσης: 9957/15, 28/2/2017

Δημοκρατία ν. Σάββα Ομήρου, Αρ. Υπόθεσης: 9957/15, 28/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2017:2 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Δ.Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9957/15 Δημοκρατία εναντίον Σάββα Ομήρου Κατηγορούμενου ____________________________ Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου 2017 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. Σίμος Συμεού Για τον Κατηγορούμενο: κ. Αντώνης Χουβαρτάς Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, αντιμετωπίζει συνολικά τέσσερις

(4)κατηγορίες. Την κατηγορία του βιασμού, κατά παράβαση των άρθρων 144 και 145 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η Κατηγορία) της ληστείας, κατά παράβαση των άρθρων 282 και 283 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (2η Κατηγορία) της απαγωγής, κατά παράβαση του άρθρου 148 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (3η Κατηγορία) και της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (4η Κατηγορία). Αποτελεί, συνοπτικώς, εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, όπως αυτή εμφαίνεται και στις λεπτομέρειες των αδικημάτων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, ότι στις 4 Οκτωβρίου 2015, στην Πάφο, ο τελευταίος ήρθε σε παράνομη συνουσία με την Amber Jasmijn Strootman από την Ολλανδία, που στο εξής θα καλείται «παραπονούμενη», χωρίς τη συναίνεσή της (1η κατηγορία) και ότι την ίδια ημερομηνία και στον ίδιο τόπο, με σκοπό τη συνουσία, την απήγαγε χωρίς τη θέλησή της, (3η κατηγορία), της επιτέθηκε και της προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη (4η κατηγορία) και τη λήστεψε (2η κατηγορία). Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε στο σύνολο τους τις κατηγορίες που του αποδίδονται. Αποτέλεσε πυρήνα της υπερασπιστικής του γραμμής, ότι η σεξουαλική συνεύρεση μεταξύ του ιδίου και της παραπονούμενης, που ως παραδέχθηκε πράγματι επισυνέβη στις 04.10.2015, ήταν αποτέλεσμα ελεύθερης και κοινής βούλησης των δύο, προκρίνοντας παράλληλα τη θέση ότι ουδέποτε διέπραξε σε βάρος της παραπονούμενης τις κατηγορίες που του αποδίδονται. Παρεμβάλλουμε στο σημείο αυτό ότι κατά την πρόοδο της ακροαματικής διαδικασίας και πριν προσφέρει την μαρτυρία της η παραπονούμενη από το εδώλιο του μάρτυρα, ο κατηγορούμενος, μέσω του συνηγόρου του, δήλωσε ότι είναι έτοιμος να παραδεχτεί κατηγορία κλοπής της τσάντας της παραπονούμενης και των αντικειμένων που αυτή περιείχε, όπως αυτά περιγράφονται στις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας που αφορά την κατηγορία της ληστείας, με επιφύλαξη όμως όσον αφορά την αξία τους. Ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, τοποθετούμενος σχετικά, υπέδειξε ότι η κατηγορούσα αρχή θα επιμείνει στην προώθηση της κατηγορία της ληστείας σε βάρος του κατηγορούμενου. Παρουσιάζοντας την υπόθεση της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε συνολικά δώδεκα
(12)μάρτυρες κατηγορίας. Παράλληλα, προσέφερε στην πλευρά της υπεράσπισης τη δυνατότητα να αντεξετάσει, αν το επιθυμούσε, το σύνολο των υπολοίπων μαρτύρων, τα ονόματα των οποίων περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο. Ο κατηγορούμενος, όπως είχε κάθε δικαίωμα, κληθείς να παρουσιάσει την υπόθεση του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως, καλώντας περαιτέρω πέντε
(5)μάρτυρες υπεράσπισης. Στο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, περιλαμβάνονται επίσης, 17 έγγραφα και 35 τεκμήρια. Ανάμεσα στα τελευταία, περιλαμβάνονται το Βιογραφικό Σημείωμα του Δρ. Μάριου Ανδρέου Καριόλου (Τεκ. 27) και εμπιστευτική έκθεση (Β.Ε.Τ. 467/2015) του Αστ. 3416 Π. Εκτωρίδη, μέλους του Εργαστηρίου Φωτογραφίας, Εικόνας και Γραφικών της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας, με Αρ. Αναφοράς ΥΠ.ΕΓ.Ε 6176/2015, ημερ. 10.12.2015, (Τεκ. 28) που κατατέθηκαν κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας και για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Επίσης, συμπεριλαμβάνεται γραπτό κείμενο που κατατέθηκε εκ συμφώνου από τις δύο πλευρές, (τεκμήριο 29) το περιεχόμενο του οποίου εγκρίθηκε και από το Δικαστήριο ως παραδεκτό γεγονός (βάση του άρθρου 19 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9) για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Σύμφωνα με το τεκμήριο 29, αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι: «
(1)Η λήψη, συσκευασία, σφράγιση, φύλαξη και διακίνηση όλων των τεκμηρίων μέχρι την κατάθεσή τους στο Δικαστήριο έγινε νόμιμα και νομότυπα χωρίς να επέλθει οποιαδήποτε αλλοίωση ή επέμβαση από οποιονδήποτε, πλην για τις επιστημονικές εξετάσεις.
(2)Εμπιστευτική Έκθεση με Αρ. Αναφοράς ΥΠΕΓΕ 6176/15 του Αστ. 3416 Παύλου Εκτωρίδη του Εργαστηρίου Φωτογραφίας Εικόνας και Γραφικών. Οι φωτογραφίες 1 έως 12 που αναφέρονται στην έκθεση του αντιστοιχούν στο Τεκμήριο Δικαστηρίου 14.
(3)Οι τρείς ψηφιακοί δίσκοι που αναφέρονται στην Εμπιστευτική Έκθεση του Παύλου Εκτωρίδη Αστ. 3416 με Αρ. Αναφοράς ΥΠΕΓΕ 6175/15 με επικεφαλίδα Περιγραφή Τεκμηρίων και Αύξων αριθμό 1 αντιστοιχεί στο Τεκ. Δικαστηρίου 15, με αύξων αριθμό 2 στο Τεκ. Δικαστηρίου 16 και με αύξων αρ. 3 στο Τεκμήριο Δικαστηρίου 17». Κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων κατηγορίας, του κατηγορούμενου και των μαρτύρων υπεράσπισης, όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων, αξιοποιήθηκαν και αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό, έστω και αν αυτό δεν διατυπώνεται ρητώς στο σκεπτικό μας. Δεν απαιτείται εδώ - και δεν συνίσταται, για πρακτικούς κυρίως λόγους - η επανάληψη του συνόλου της μαρτυρίας και η αναφορά σε κάθε επιμέρους πτυχή της. (Βλ. κατ΄ αναλογίαν, G & K Exclusive Fashions Ltd v. Παπαδοπούλου και άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Paphos Stone C. Estates v. Ζαβρού και άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Το Δικαστήριο, καθηκόντως, προσδιορίζοντας τα επίδικα θέματα και ζητήματα τα συνάρθρωσε με τα ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας για να καταλήξει στο τέλος σε σαφή και σχετικά ευρήματα (Λάρκου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1399). Ταυτόχρονα, εντάξαμε και αναλύσαμε όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, (ασχέτως αν δεν τα αναφέρουμε ρητώς στην απόφαση) θεωρώντας τα ως δεδομένα, (βλ. κατ' αναλογία, Ανδρέα κ.ά ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, 501) κρίνοντας τα, καθηκόντως, ως παραδεκτή κατά το δίκαιο μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 640). Παραθέτουμε σε πρώτο στάδιο σύνοψη της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας για να καταστεί αντιληπτό το ευρύτερο πλέγμα της υπόθεσης, κατά την οπτική της κατηγορούσας αρχής. Ακολουθεί, η σύνοψη της μαρτυρίας του κατηγορουμένου και των μαρτύρων, που κλήθηκαν από την πλευρά της υπεράσπισης, ώστε να γίνει καλύτερα αντιληπτή η εκδοχή του κατηγορούμενου, για την εξέλιξη των γεγονότων, που εδώ απασχολούν. Ο Α/Αστ. με αρ. μητρώου 1830, Νεόφυτος Παπαριστοδήμου, αποτέλεσε τον πρώτο μάρτυρα της κατηγορούσας αρχής. Υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής του κατάθεσης (Έγγραφο Α) και κατέθεσε στο Δικαστήριο τα τεκμήρια 2-8 τα οποία, ως εξήγησε, παρέλαβε στις 10.02.2016 και ώρα 11:55 από τη Μαριλένα Χατζηβασιλείου στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου (συσκευασμένα και σφραγισμένα). Πρόκειται για ρούχα τα οποία η παραπονούμενη φέρεται να φορούσε κατά τον ουσιώδη για την υπό συζήτηση υπόθεση χρόνο, κολπικά επιχρίσματα της τελευταίας και παρειακά επιχρίσματα τόσο της παραπονούμενης όσο και του κατηγορούμενου. Περαιτέρω, κατέθεσε στο Δικαστήριο έντυπο (άλμπουμ) δώδεκα φωτογραφιών, (τεκμήριο 9) που έτυχε επιθεώρησης από την παραπονούμενη στις 27.05.2016 και ώρα 10:15, σε γραφείο του ΤΑΕ Πάφου, το οποίο του παρέδωσε ο Α/Αστυφ. 3070, Αντρέας Τσεκούρας, (Μ.Κ.5) στις 02.06.2016 και ώρα 07:30 στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου. Μ.Κ.2, κατέθεσε ο Αστ. με αρ. μητρώου 2543, Τρύφωνας Τρύφωνος. Υιοθετώντας το περιεχόμενο γραπτής του κατάθεσης, ημερ. 29.11.2015, (Έγγραφο Β) εξήγησε ότι στις 04.10.2005 και ώρα 12:00, στη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού, στην παρουσία του Α/Αστυφ. 3070, Αντρέα Τσεκούρα, (Μ.Κ.5) έλαβε 5 φωτογραφίες της παραπονούμενης, η οποία υπέδειξε ανοιχτό χώρο, ως το σημείο που υπέστη βιασμό (τεκμήριο 10). Η τελευταία, πέραν της υπόδειξης γενικότερα του χώρου όπου εξελίχθησαν τα γεγονότα του βιασμού της, δεν μπορούσε να προσδιορίσει εντός του υπ' αναφορά χωραφιού, το ακριβές σημείο που υποστήριξε ότι βιάστηκε. Η παραπονούμενη, την οποία αναγνώρισε στη φωτ. 2 του τεκ. 10, κατά τον χρόνο που τους υπεδείκνυε τον πιο πάνω χώρο φαινόταν σε πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση, ήταν συνέχεια σκυφτή στο έδαφος και σχεδόν έτρεμε. Μ.Κ.3 κατέθεσε η Αστ. με αρ. μητρώου 1939, Άντρη Γεωργίου. Υιοθετώντας, το περιεχόμενο γραπτής της κατάθεσης, ημερ. 10.02.2016, (Έγγραφο Γ) εξήγησε ότι στις 04.10.2015 και μεταξύ των ωρών 18:41-18:58, στην παρουσία και καθ΄ υπόδειξη του ιατροδικαστή Σοφοκλή Σοφοκλέους, έλαβε είκοσι οχτώ
(28)φωτογραφίες της παραπονούμενης, κατά τη διάρκεια της ιατροδικαστικής εξέτασης της τελευταίας, από τις οποίες επέλεξε για σκοπούς εμφάνισης, τις είκοσι τέσσερεις
(24)(τεκμήριο 11). Περαιτέρω επεξήγησε τη συμμετοχή της στη διακίνηση των τεκμηρίων 6 και 7, (κολπικά επιχρίσματα της παραπονούμενης) τα οποία λήφθηκαν κατά την ιατροδικαστική εξέταση της τελευταίας. Η παραπονούμενη, υπέδειξε η μάρτυς, παραπέμποντας και σε φωτογραφίες του τεκμηρίου 11, κατά τον χρόνο λήψης των φωτογραφιών αυτών ήταν αναστατωμένη και έκλαιγε. Όταν ο ιατροδικαστής, κατά την διάρκεια της ιατροδικαστικής εξέτασης ρώτησε την παραπονούμενη πως προκλήθηκαν τα τραύματα που έφερε στο σώμα της, τα οποία η μάρτυς φωτογράφησε καθ' υπόδειξη του ιατροδικαστή, αυτή του ανέφερε ότι είχε πέσει από τη μοτοσυκλέτα. Καταθέτοντας από το εδώλιο του μάρτυρα η παραπονούμενη, (Μ.Κ.4) αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο των καταθέσεών της, (Έγγραφα Δ, Δ.2 και Δ.3) και γραπτής της δήλωσης, (Έγγραφο Δ.1) αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, ως το πρόσωπο που τη βίασε, υποδεικνύοντας ότι κατά την ημέρα που διέπραξε σε βάρος της το ως άνω αδίκημα, είχε ελαφρύ μούσι και τα μαλλιά του ήταν διαφορετικά. Εξήγησε ότι τη γραπτή δήλωση της, (Έγγραφο Δ.1) την οποία παρέδωσε στο Μ.Κ.5 στις 05.10.2015 και ώρα 16:30, την ετοίμασε στη δουλειά της, αφού όταν έδινε την πρώτη της κατάθεση, στις 04.10.2015 μεταξύ των ωρών 09:25 και 11:00, (Έγγραφο Δ) ήταν αγχωμένη ενώ ήταν πολύ δύσκολο για τη ίδια να μιλήσει για όλες τις λεπτομέρειες των επίδικων γεγονότων, υποδεικνύοντας παράλληλα κάποια προβλήματα που εντόπισε στη μεταφορά στην ελληνική των λεγομένων της. Όπως προκύπτει, τόσο από τις καταθέσεις, όσο και από την ένορκη μαρτυρία της, η παραπονούμενη ήλθε στην Κύπρο στις 31.05.2015, για να δουλέψει στο Olympic Lagoon Resorts (ασχολούμενη με την ψυχαγωγία παιδιών) και παρέμεινε μέχρι τις 08.11.2015, οπότε επέστρεψε στην πατρίδα της, την Ολλανδία. Εξαιτίας των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, αισθανόταν ότι δεν μπορούσε πλέον να μείνει στην Κύπρο. Στις 4.10.2015 και περί ώρα 05:15 περπατούσε μόνη της στη Λεωφόρο Ποσειδώνος, επιστρέφοντας στο σπίτι της, μετά από νυχτερινή διασκέδαση με φίλους σε διάφορα μπαρ του Κόλπου των Κοραλίων και της Κάτω Πάφου, στα οποία είχε καταναλώσει διάφορα αλκοολούχα ποτά. Στο μέσο περίπου της διαδρομής, λίγο πριν από στάση λεωφορείου, που βρίσκεται σχεδόν απέναντι από το ξενοδοχείο "Alexander The Great", την προσέγγισε ο κατηγορούμενος, ο οποίος επέβαινε σε ένα μικρό μοτοποδήλατο σκούρου, πιθανότατα πράσινου χρώματος και τη ρώτησε που πήγαινε. Του απάντησε ότι πήγαινε σπίτι της. Αυτός της συστήθηκε με το όνομα «Ανδρέας», προσφέρθηκε να την πάρει στο σπίτι της και αυτή το αποδέχθηκε. Στη διαδρομή, όταν πέρασαν μπροστά (κοντά) από το σπίτι της, ειδικότερα από το στρίψιμο που οδηγεί σε αυτό, του είπε να σταματήσει, αλλά αυτός συνέχισε να οδηγεί πιο γρήγορα. Του ζήτησε πολλές φορές να σταματήσει, χωρίς αποτέλεσμα, και η ίδια φοβήθηκε να κατέβει από το μοτοποδήλατο. Ο κατηγορούμενος σε κάποιο στάδιο εισήλθε με το μοτοποδήλατο σε ποδηλατόδρομο επί του οποίου εξακολουθούσε να το οδηγεί, με την ίδια να επιβαίνει σε αυτό. Προσπάθησε στο μεταξύ, δυο φορές, να της αρπάξει το χέρι της, για να το τοποθετήσει πάνω στο πέος του, με την ίδια να αρνείται τραβώντας το πίσω. Σε κάποιο στάδιο και ενώ το μοτοποδήλατο εξακολουθούσε να είναι σε κίνηση, την έσπρωξε κάτω από αυτό. Έπεσε στον ποδηλατόδρομο, με αποτέλεσμα να κτυπήσει στα δύο γόνατα και στην κοιλιά της. Ο κατηγορούμενος σταμάτησε το μοτοποδήλατό του, λίγο πιο πέρα, ενώ η ίδια, σοκαρισμένη, εξακολουθούσε να είναι ξαπλωμένη στον ποδηλατόδρομο και να μην μπορεί να κινηθεί. Ο κατηγορούμενος περπάτησε προς το μέρος της, βγάζοντας την μπλούζα του, και στάθηκε ακριβώς από πάνω της. Η ίδια άρχισε να ουρλιάζει, ζητώντας βοήθεια, πλην όμως δεν ήταν κανείς εκεί για να την ακούσει. Ο κατηγορούμενος προσπάθησε να αρπάξει το χέρι της και την κοίταξε στα μάτια, απειλώντας την, ότι αν δεν σταματούσε να ουρλιάζει θα την σκότωνε. Τη σήκωσε, περπάτησαν λίγο πιο πέρα εισερχόμενοι σε παρακείμενο χωράφι όπου ο κατηγορούμενος την έσπρωξε να καθίσει κάτω, προσπαθώντας να την αναγκάσει να του κάνει πεοθηλασμό, πράγμα που η ίδια αρνήθηκε. Την ξάπλωσε κάτω, ξεκούμπωσε το πουκάμισό της, (τεκμήριο 2) που ήταν ήδη μισάνοιχτο και κατέβασε το κολάν της, (τεκμήριο 4) μέχρι τα γόνατα. Στη συνέχεια κατέβασε το παντελόνι του και ήρθε πάνω της, μπήκε μέσα της (στο κόλπο της) με το πέος του και συνέχισε να μπαινοβγαίνει με το πέος του στον κόλπο της για περίπου 3 λεπτά. Όταν δεν μπορούσε να συνεχίσει άλλο, σηκώθηκε, τράβηξε το παντελόνι του πάνω, άρπαξε την φανέλα του και την τσάντα της με το περιεχόμενό της, της είπε «bye bye» και έτρεξε μακριά, χωρίς η ίδια να δει σε ποια κατεύθυνση. Η παραπονούμενη παρέμεινε στο χώρο για περίπου δέκα
(10)λεπτά, επιστρέφοντας στη συνέχεια στο διαμέρισμα της. Ανάφερε τι είχε συμβεί σε μια συγκάτοικο της η οποία ειδοποίησε επί τούτου και τον προϊστάμενο της παραπονούμενης. Στη συνέχεια, αφού έκανε ντους, μετέβη στην αστυνομία και προέβη στην καταγγελία της υπόθεσης στο ΤΑΕ Πάφου. Κατέθεσε στο Δικαστήριο τα αποτελέσματα εξετάσεων - αναλύσεων στις οποίες υποβλήθηκε μετά το περιστατικό στο Νοσοκομείο «Ευαγγελισμός», (τεκμήριο 12) αναφέροντας ότι εκεί επισκέφθηκε και την κλινική ψυχολόγο Ruth Greenhalgh, (Μ.Κ.7). Αναγνώρισε και υπέδειξε σε φωτογραφίες του τεκμηρίου 11 (φωτογραφίες που λήφθηκαν κατά τη διάρκεια της εξέτασης της από ιατροδικαστή στις 04.10.2015, μεταξύ των ωρών 18:41-18:58) τους τραυματισμούς που υπέστη, στην κοιλιά και τα γόνατα της, από την πτώση της από το μοτοποδήλατο ενώ παράλληλα υπέδειξε ότι στις φωτογραφίες του τεκμηρίου 10 φαίνεται η ίδια να υποδεικνύει, (στις 04.10.2015) τον τόπο που υπέστη το βιασμό, ως επίσης ότι αποτυπώνεται σε αυτές ο ποδηλατόδρομος που η ίδια έπεσε και τραυματίστηκε όταν την έριξε κάτω από το μοτοποδήλατο ο κατηγορούμενος. Τη δεύτερη φορά που επισκέφθηκε το συγκεκριμένο χώρο, κατά το χρονικό διάστημα της επανόδου της στην Κύπρο για να προσφέρει τη μαρτυρία της στην παρούσα ακροαματική διαδικασία, αντιλήφθηκε ότι το μέρος πλέον, κατά τον τρόπο που εξήγησε, έχει διαφοροποιηθεί. Επιθεωρώντας το χάρτη-αεροφωτογραφία, (τεκμήριο 13) σημείωσε επί τούτου, μεταξύ άλλων, το σημείο στο οποίο ο κατηγορούμενος εισήλθε με το μοτοποδήλατο στον ποδηλατόδρομο και το σημείο που τη βίασε. Αναγνώρισε επίσης το τεκμήριο 9, ως το άλμπουμ 12 φωτογραφιών, που της υπεδείχθη στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου, στις 27.05.2016, κατά τον τρόπο που περιγράφει στην κατάθεσή της ίδιας ημερομηνίας (Έγγραφο Δ.3) και στο οποίο αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που τη βίασε στις 04.10.
  1. Η μάρτυς, αναγνώρισε επίσης, στις φωτογραφίες 10 και 11 του τεκμηρίου 14, (δέσμη φωτογραφιών που αντλήθηκαν από κάμερες ασφαλείας διαφόρων καταστημάτων στην περιοχή της Κάτω Πάφου) τον εαυτό της, καθ΄ ον χρόνο κινείται πεζή στο πεζοδρόμιο οδεύοντας προς το σπίτι της. Καταθέτοντας ο A/Αστ. με αρ. μητρώου 3070, Ανδρέας Τσεκούρας, (Μ.Κ.5) εξεταστής της υπόθεσης, ως ο ίδιος δήλωσε, υιοθέτησε το περιεχόμενο των καταθέσεών του, ημερ. 13.11.2015 και 27.05.2016, (Έγγραφα Ε και Ε2 αντίστοιχα) και του ημερολογίου ενεργείας που ο ίδιος ετοίμασε, (Έγγραφο Ε1) στα οποία περιγράφονται αναλυτικά, κατά χρονολογική σειρά, όλες οι ανακριτικές ενέργειες, στις οποίες προέβη, στα πλαίσια διερεύνησης της υπό συζήτηση υπόθεσης. Η παραπονούμενη, υπέδειξε, προσερχόμενη στο ΤΑΕ Πάφου, στις 04.10.2015 και ώρα 08:30, κλαίοντας του ανέφερε τι είχε συμβεί λίγες ώρες προηγουμένως. Στα πλαίσια των ενεργειών του, με δική του πρωτοβουλία, στην αεροφωτογραφία - χάρτη, (τεκμήριο 13) πρόσθεσε με κόκκινο μελάνι κάποια σημεία στα οποία επεξήγησε και τη διαδρομή που η παραπονούμενη του υπέδειξε ότι ακολούθησε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο μαζί με τον κατηγορούμενο. Ετοίμασε προς τούτο, το σχετικό ευρετήριο που εμφαίνεται στο τεκμήριο
  2. Αναγνώρισε και έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου διάφορα τεκμήρια τα οποία περισυλλέγησαν κατά την πρόοδο του ανακριτικού έργου, επεξηγώντας το περιεχόμενο τους. Ανάμεσα σε αυτά, ήταν και η ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου, ημερ. 09.11.2015, (τεκμήριο 18) - στο πλαίσιο της οποίας ο κατηγορούμενος αρνείται κάθε ανάμιξη ή εμπλοκή στην υπό συζήτηση υπόθεση - κατάθεσή του τελευταίου, ημερ. 13.11.2015, μέσω της οποίας διαδηλώνεται η άρνηση του τελευταίου να εξετασθεί από κυβερνητικό ψυχίατρο, (τεκμήριο 19) και γραπτή συγκατάθεσή του κατηγορούμενου, ημερ. 09.11.2015, για τη λήψη μετρήσεων, φωτογραφιών, δακτυλικών και παλαμικών αποτυπωμάτων, καθώς και δειγμάτων σάλιου, (τεκμήριο 20). Η παραπονούμενη, την επόμενη ημέρα της καταγγελίας, παρέδωσε στον ίδιο γραπτή της δήλωση-κατάθεση, (Έγγραφο Δ.1) εξηγώντας του ότι καθ΄ ον χρόνο προέβαινε σε κατάθεση στην αστυνομία στις 04.10.2015, ήταν συναισθηματικά φορτισμένη και κουρασμένη ενώ ένιωθε ότι στην εν λόγω κατάθεση της υπήρχαν λέξεις ή φράσεις που πιθανόν να μεταφράστηκαν λανθασμένα. Η τελευταία αναγνώρισε, κατά τον τρόπο που ο μάρτυς εξήγησε, τον κατηγορούμενο στη φωτογραφία 4 του τεκμηρίου 9, ως το πρόσωπο που ενήργησε σε βάρος της κατά τον τρόπο που του αποδίδει στις καταθέσεις της. Κατά την υπόδειξη της σκηνής δεν ήταν σε θέση να υποδείξει συγκεκριμένο σημείο στο χώρο όπου επεσυνέβη ο βιασμός, αναφέροντας ότι τούτο επισυνέβη «κάπου εδώ γύρω», υποδεικνύοντας μια ακτίνα 3 περίπου μέτρων εντός ενός καλλιεργημένου αλλά επίπεδου χωραφιού. Διευκρίνισε παράλληλα ότι σύμφωνα με την παραπονούμενη, ο κατηγορούμενος οδηγούσε το μοτοποδήλατο στον ποδηλατόδρομο της Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού και όχι στο οδόστρωμα της υπ' αναφοράς λεωφόρου, εξηγώντας ότι στο τεκμήριο 13, η κατεύθυνση που ο ίδιος σημείωσε με κόκκινο μελάνι, είναι η κατεύθυνση που ακολούθησε με το περιπολικό της αστυνομίας, όταν η παραπονούμενη τους υπεδείκνυε τη διαδρομή που είχε ακολουθήσει ο κατηγορούμενος, κατά τον επίδικο χρόνο. Η παραπονούμενη, του υπέδειξε επίσης το σημείο που την έσπρωξε ο κατηγορούμενος, (επί του ποδηλατόδρομου) με αποτέλεσμα η τελευταία να πέσει από το μοτοποδήλατο και να τραυματισθεί στα γόνατα και στην κοιλιά. Σχολιάζοντας τη θέση της υπεράσπισης ότι κατά την επίδικη ημερομηνία η παραπονούμενη συνευρέθηκε ερωτικά με τον κατηγορούμενο, με τη θέλησή της, σε άλλο χώρο, πλησίον του χώρου που αυτή υπέδειξε, ενώ παράλληλα το συμβάν έγινε αντιληπτό από τρίτο πρόσωπο που διέμενε σε παρακείμενο διαμέρισμα, επεσήμανε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, στο στάδιο των ανακρίσεων αρνήθηκε κάθε ανάμειξή του στην υπόθεση, ισχυριζόμενος, όχι μόνο ότι δεν γνώριζε την παραπονούμενη ή συνευρέθηκε μαζί της, αλλά και ότι είχε ενάμιση χρόνο να έχει ερωτική επαφή με γυναίκα. Η Δρ. Ιφιγένεια Χαραλάμπους, (Μ.Κ.6) ήταν η γιατρός που εξέτασε την παραπονούμενη στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου γύρω στις 18:18 της 04.10.2015, κατόπιν παραπομπής της τελευταίας προς τούτο από την αστυνομία. Υιοθετώντας τα ευρήματα της από την ως άνω εξέταση, όπως αυτά καταγράφονται στην έκθεση της, ίδιας ημερομηνίας, (Έγγραφο ΣΤ) εξήγησε περαιτέρω τους τραυματισμούς που εντόπισε, («εκδορές τριβής σε αρ. υποχόνδριο και κοιλιακή χώρα, εγκαύματα τριβής στις πρόσθιες επιφάνειες γονάτων αμφώ χωρίς άλλες εξωτερικές κακώσεις») τους οποίους αναγνώρισε και στις φωτογραφίες που λήφθηκαν κατά την ιατροδικαστική εξέταση της παραπονούμενης, (τεκμήριο 11) προσδιορίζοντας ταυτόχρονα πιθανές αιτίες πρόκλησης τους. Με την παραπονούμενη, υπέδειξε, κατά την πιο πάνω εξέτασή της, δεν είχε καλή επικοινωνία ούτε η τελευταία ήταν σε θέση να της δώσει ένα καλό ιστορικό αφού ήταν ιδιαίτερα σοκαρισμένη, έκλαιγε και δεν μιλούσε. Εξήγησε ότι λόγω της κατάστασης στην οποία βρισκόταν, χορήγησε στην παραπονούμενη Ativan, (1mgr) - ήπιο ηρεμιστικό φάρμακο - μέχρι να επισκεφθεί ειδικό ψυχολόγο στον οποίο την παρέπεμψε. Η κλινική ψυχολόγος στο Ιδιωτικό Νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» Δρ. Ruth Greenhalgh, (Μ.Κ.7), αφού εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο προσήλθε στο ιατρείο της η παραπονούμενη, προσπάθησε να σκιαγραφήσει το συναισθηματικό και ψυχολογικό προφίλ της τελευταίας, όπως η μάρτυς είχε την ευκαιρία να το διαπιστώσει κατά την διάρκεια των τεσσάρων συναντήσεων που είχε με την παραπονούμενη. Διευκρίνισε, ότι ο δικός της ρόλος ήταν θεραπευτικός και υποστηρικτικός και ότι προσπάθησε να βοηθήσει την παραπονούμενη να μπορέσει να μπει στη διαδικασία να συνεχίσει (τη ζωή της) μετά το σοβαρό τραυματικό γεγονός του βιασμού της, όπως η ίδια το χαρακτήρισε, που είχε βιώσει. Έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου έκθεση που ετοίμασε, (Έγγραφο Ζ) - κατατέθηκε εκ συμφώνου πιστή μετάφραση της στα ελληνικά, (Έγγραφο Ζ1) - κατόπιν γραπτού αιτήματος της αστυνομίας, (τεκμήριο 24) στη βάση των σημειώσεων που κρατούσε στη διάρκεια των τεσσάρων συνολικά συναντήσεων που είχε με την παραπονούμενη. Επισήμανε πώς κατά τη διάρκεια αυτών των συναντήσεων δεν γνώριζε ότι μετέπειτα θα χρειαζόταν να ετοιμάσει την υπ' αναφορά έκθεση ή να εμφανισθεί ενώπιον Δικαστηρίου. Ήταν κατηγορηματική, ότι η ίδια, τόσο στην έκθεση όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου, μετέφερε απλώς το περιεχόμενο των συναντήσεων της με την παραπονούμενη και τα επιστημονικά συμπεράσματα στα οποία κατέληξε, απορρίπτοντας ταυτόχρονα τη θέση ότι η κατάληξη στα ευρήματα της βασίστηκε σε παραπληροφόρηση ως προς τα γεγονότα, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο των συμπερασμάτων της. Παράλληλα, τοποθετούμενη σε σχετικές υποβολές του συνηγόρου υπεράσπισης, ήταν κατηγορηματική ότι για την ετοιμασία της ως άνω έκθεσης της, δεν συναλλάχθηκε, με οποιοδήποτε τρόπο και προς εξυπηρέτηση οποιουδήποτε αλλότριου σκοπού με την παραπονούμενη, την οποία, μετά την τελευταία τους συνάντηση και την αναχώρησή της στην Ολλανδία, δεν έχει ξαναδεί. Καταθέτοντας ο Α/Αστ. με αρ. μητρώου 1898 Λούης Γεωργιάδης, (Μ.Κ.8) υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (Έγγραφο Η). Όπως εξήγησε, ήταν το πρόσωπο που στις 05.10.2015 μετέφερε από το ΤΑΕ Πάφου στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου στη Λευκωσία, συγκεκριμένα τεκμήρια που περισυλλέγησαν κατά την εξέλιξη του ανακριτικού έργου, (ρούχα τα οποία η παραπονούμενη φέρεται να φορούσε κατά τον ουσιώδη για την υπό συζήτηση υπόθεση χρόνο, κολπικά και παρειακά επιχρίσματα της τελευταίας) τα οποία και αντιστοίχισε με τα τεκμήρια αρ. 2 έως 7 στη διαδικασία. Μ.Κ.9 κατέθεσε ο Αστ. με αρ. μητρώου 4857 Μάριος Μπαρρής. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (Έγγραφο Θ) και κατέθεσε το ένταλμα σύλληψης στη βάση του οποίου, στις 09.11.2015, συνέλαβε τον κατηγορούμενο για την παρούσα υπόθεση (τεκμήριο 25) ως επίσης το ένταλμα έρευνας, ημερ. 08.11.2015, (τεκμήριο 26) στη βάση του οποίου ερεύνησε την οικία του τελευταίου. Η μαρτυρία του Μ.Κ.10, Αστ. με αρ. μητρώου 4908, Μαρίνου Χρίστου, ουσιαστικά περιορίσθηκε στην υιοθέτηση της γραπτής του κατάθεσης, (Έγγραφο Ι) από την οποία προκύπτει ότι, στις 08.10.2015, στην παρουσία του, σε ανοιχτό χώρο του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου, η παραπονούμενη είδε κάποιον Ανδρέα Ιωάννου που είχε συλληφθεί και τελούσε υπό κράτηση, ως ύποπτος για την διάπραξη των υπό συζήτηση αδικημάτων σε βάρος της, δηλώνοντας ότι δεν επρόκειτο για το πρόσωπο που τη βίασε. Για τις εξετάσεις γενετικού υλικού (DNA) κατέθεσε ο Δρ. Μάριος Ανδρέου Καριόλου, (Μ.Κ.11), Διευθυντής του Εργαστηρίου Δικανικής Γενετικής του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, ο οποίος ετοίμασε σχετική έκθεση, (Έγγραφο ΙΑ) την οποία παρουσίασε, υιοθέτησε και εξήγησε ενώπιον του δικαστηρίου. Στην ως άνω έκθεση του, εξηγείται, μεταξύ άλλων, ο τρόπος παραλαβής των τεκμηρίων 2 έως 8, που στάλθηκαν από την αστυνομία στο ως άνω εργαστήριο, οι εξετάσεις, στις οποίες αυτά υποβλήθηκαν και οι αναλύσεις που έγιναν, καθώς και τα συμπεράσματα του. Διαφαίνεται, από την εν λόγω έκθεση και τη μαρτυρία του Μ.Κ.11, ότι (α) από την εξέταση των δειγματοληψιών, που λήφθηκαν από το κολάν της παραπονούμενης (τεκμήριο 4), εντοπίστηκε γενετικό υλικό, το οποίο προέρχεται από σπερματικά και μη κύτταρα του κατηγορούμενου (βλέπε συμπεράσματα αρ. 7, 10, 11, 13 και 15) του εγγράφου ΙΑ) και (β) στο κολπικό επίχρισμα της παραπονούμενης, (τεκμήριο 5) εντοπίστηκε ανδρικό γενετικό υλικό το οποίο προέρχεται από σπερματικά και μη κύτταρα του κατηγορούμενου (βλέπε συμπεράσματα αρ. 23 έως και 26 του εγγράφου ΙΑ). Καταθέτοντας στο Δικαστήριο ο Ιατροδικαστής Σοφοκλής Σοφοκλέους, (Μ.Κ.12) υιοθέτησε το περιεχόμενο ιατροδικαστικής έκθεσης που ετοίμασε εξετάζοντας την παραπονούμενη στις 04.10.2015 στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, (Έγγραφο ΙΒ). Παραπέμποντας σε φωτογραφίες που λήφθηκαν κατά την ιατροδικαστική εξέταση της παραπονούμενης, (τεκμήριο 11) υπέδειξε τα τραύματα που εντόπισε στο σώμα της τελευταίας, όπως αυτά περιγράφονται στην ως άνω έκθεση του, (εγκαύματα τριβής με απόσπαση της επιδερμίδας στην πρόσθια χώρα του δεξιού και αριστερού γονάτου και εκδορές τριβής με απόσπαση της επιδερμίδας στο αριστερό υποχόνδριο και στην αριστερή κοιλία, διαστάσεων 23Χ16 εκ.), διευκρινίζοντας ότι οι εκδορές τριβής έχουν κατεύθυνση από το κάτω μέρος της κοιλίας προς τα πάνω. Εξήγησε, παραστατικά, με ποιο τρόπο κατά τη θέση του, τόσο τα ως άνω εγκαύματα όσο και οι εκδορές τριβής, θα μπορούσαν να προκληθούν από την πτώση και το σύρσιμο (τρίψιμο) του μπροστινού μέρους του σώματος της παραπονούμενης στον ποδηλατόδρομο, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος, ως τέθηκε υπόψη του, έσπρωχνε την παραπονούμενη από το μοτοποδήλατο, με αποτέλεσμα η τελευταία να πέσει από αυτό ενώ το μοτοποδήλατο εξακολουθούσε να είναι σε κίνηση. Σχολιάζοντας το γεγονός ότι στα εξωτερικά γεννητικά όργανα της παραπονούμενης, όπως αναφέρει και στην έκθεσή του, δεν εντοπίστηκαν κακώσεις, διευκρίνισε ότι η μη ανεύρεση των κλασσικών ευρημάτων βιασμού, δε σημαίνει ότι δεν υπήρξε βιασμός. Τούτο, υπέδειξε, είναι πιθανόν να οφείλεται στο γεγονός ότι το θύμα φοβήθηκε και δεν αντέδρασε. Ως πιο πάνω έχει ήδη σημειωθεί, μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο τελευταίος επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Καταθέτοντας ο κατηγορούμενος από το εδώλιο του μάρτυρα απέρριψε την εκδοχή της παραπονούμενης για την εξέλιξη των γεγονότων, παραδεχόμενος μόνο την κλοπή της τσάντας της. Αποτέλεσε θέση του κατηγορούμενου ότι στις 04.10.2015, (πρωινές ώρες) αφού διασκέδασε σε δισκοθήκη στην Κάτω Πάφο, πήρε το μοτοποδήλατο ενός φίλου του, για να πάει μια βόλτα μέχρι την «παραλία του Ρίκκου». Καθ' οδόν και ενώ βρισκόταν στη Λεωφόρο Ποσειδώνος, πλησίον του Ξενοδοχείου «Alexander the Great», άκουσε ένα δυνατό σφύριγμα. Από περιέργεια έκανε επαναστροφή και επέστρεψε σε στάση λεωφορείου στην οποία στεκόταν η παραπονούμενη. Η τελευταία του χαμογέλασε και χωρίς να του πει οτιδήποτε, έκατσε πάνω στο μοτοποδήλατο, πίσω από τον ίδιο και έφυγαν μαζί. Έστριψε αριστερά (στην οδό Μελίνας Μερκούρη) και όταν έφθασε στη διασταύρωση της υπ' αναφορά οδού με τη λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού, η οποία ελέγχεται από φώτα τροχαίας, έστριψε επίσης αριστερά. Κινούμενος επί της λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού, σταμάτησε σε φώτα ελέγχου τροχαίας τα οποία συνάντησε στην πορεία του, για να προχωρήσει στη συνέχεια την ευθεία πορεία του. Σε ένα σημείο της εν λόγου λεωφόρου, όπου υπάρχει διάβαση πεζών, στην προσπάθεια του να κινηθεί με το μοτοποδήλατο αριστερά ως η πορεία του και να ανέβει στη διάβαση, έχασε την ισορροπία του και το μοτοποδήλατο έγειρε στο έδαφος, με αποτέλεσμα, τόσο ο ίδιος όσο και η παραπονούμενη να πέσουν επίσης στο έδαφος. Βοήθησε την παραπονούμενη να σηκωθεί και περπάτησαν μερικά μέτρα πιο κάτω. Αφού άφησε το μοτοποδήλατο στο πεζοδρόμιο, πήγαν κάτω από ένα φίκο όπου και έκαναν συναινετικό σεξ. Στη συνέχεια, έκλεψε την τσάντα της παραπονούμενης και λέγοντας της «bye bye», έφυγε. Κατέθεσε δέσμη φωτογραφιών, (τεκμήριο 31) επεξηγώντας το περιεχόμενό τους και αεροφωτογραφία-χάρτη της ευρύτερης περιοχής, (τεκμήριο 32) υποδεικνύοντας επί τούτου το σημείο που σύμφωνα με την εκδοχή του, έκαναν συναινετικό σεξ με την παραπονούμενη. Το εν λόγω σημείο έδειξε και σε φωτογραφίες του τεκμηρίου 31, στις οποίες υπέδειξε και το κτίριο των τουριστικών διαμερισμάτων Lefki, από παράθυρο των οποίων, όπως υποστήριξε, κάποιος φίλος του, ονόματι Ανδρέας, ελληνοποντιακής καταγωγής, είδε τη σκηνή. Παρουσιάζοντας στο δικαστήριο άλλη δέσμη φωτογραφιών, (τεκμήριο 33) παραπέμποντας σε συγκεκριμένες φωτογραφίες του εν λόγο τεκμηρίου, υπέδειξε μεταξύ άλλων, τη στάση λεωφορείου στην οποία στεκόταν η παραπονούμενη, (φωτ. αρ. 5) το σημείο στο οποίο έπεσε με την παραπονούμενη κατά τον τρόπο που εξέτασε από το μοτοποδήλατο, (φωτ. αρ. 23) το σημείο στο οποίο στάθμευσε το μοτοποδήλατο και το φίκο, κάτω από τον οποίο έκανε σεξ με την παραπονούμενη, (φωτ. αρ. 24) ως επίσης το παράθυρο των διαμερισμάτων Lefki, που βρισκόταν ο φίλος του Ανδρέας, (φωτ. αρ. 27). Μ.Υ.1 κατάθεσε ο Ελευθέριος Χαριλάου, πρώην αστυνομικός του Τμήματος Τροχαίων Δυστυχημάτων Πάφου, στο οποίο υπηρέτησε ως φωτογράφος και σχεδιαστής για 20 χρόνια, αφυπηρετώντας το
  1. Καταθέτοντας δέσμη φωτογραφιών, τις οποίες ως εξήγησε έλαβε κατά την επίσκεψη του στο χώρο, (τεκμήριο 34) υπέδειξε με αναφορά στις αεροφωτογραφίες-χάρτες, (τεκμήρια 13 και 32) ότι στη φωτ. 6 του τεκμηρίου 34 απεικονίζεται ο τόπος που έχει σημειωθεί με Χ6 στο τεκμήριο 13, τον οποίο σημείωσε (θέτοντας τα αρχικά του Ε.Χ) και στο τεκμήριο
  2. Στο τεκμήριο 32, σημείωσε επίσης (θέτοντας τα σημεία Χ.Ε.Χ.) το χώρο που απεικονίζεται στις φωτ. 13 έως και 23 του τεκμηρίου 34, εξηγώντας ότι ο συγκεκριμένος χώρος είναι αυτός που υποδεικνύει η παραπονούμενη και απεικονίζεται στις φωτογραφίες του τεκμηρίου
  3. Ο χώρος, εξήγησε, που η παραπονούμενη φαίνεται να υποδεικνύει στις φωτογραφίες του τεκμηρίου 10, δεν αποτυπώνεται στην αεροφωτογραφία-χάρτη τεκμήριο
  4. Ο μάρτυς υπέδειξε και σημείωσε επίσης επί της ίδιας αεροφωτογραφίας-χάρτη, (τεκμήριο 32) τα διαμερίσματα Lefki και το φίκο, που ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι έκανε σεξ με την παραπονούμενη, όταν ο μάρτυς επισκέφθηκε μαζί του το χώρο, επισημαίνοντας, πως ούτε αυτά τα σημεία αποτυπώνονται στην αεροφωτογραφία-χάρτη (τεκμήριο 13). Σημείωσε παράλληλα ότι τα σημεία που ο ίδιος εντόπισε και σημείωσε με τα σημεία Ε.Χ. και Χ.Ε.Χ στο τεκμήριο 32, παρόλο που δεν μοιάζουν μεταξύ τους, απεικονίζουν δυο ανοιχτά χωράφια, που βρίσκονται στην αριστερή πλευρά της λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού, σε απόσταση 150 με 200 μέτρα περίπου το ένα από το άλλο. Συμφώνησε επίσης, ότι ο τοίχος που φαίνεται στη φωτ. 19 του τεκμηρίου 34 (ο οποίος βρίσκεται μπροστά από το χωράφι που σημειώθηκε με Χ.Ε.Χ στο τεκμήριο 32 από τον μάρτυρα), δεν υπήρχε στις 05.10.2015 και ότι εκείνη την ημερομηνία υπήρχαν δέντρα μέσα στο χωράφι, ενώ η πρόσβαση σε αυτό από το πεζοδρόμιο ήταν εύκολη, διότι ήταν επίπεδο. Καταθέτοντας ο Χρίστος Σταύρου, (Μ.Υ.2) κλινικός ψυχολόγος στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, υπέδειξε ότι δεν πιθυμεί να σχολιάσει την έκθεση της κλινικής ψυχολόγου Ruth Greenhalgh, (Μ.Κ.7) καθ' ην έκταση και εξ' όσων ο ίδιος γνωρίζει, η υπ' αναφορά μάρτυς δεν είναι εγγεγραμμένη στο Μητρώο Ψυχολόγων Κύπρου, οπότε, δεν μπορεί να ασκεί το επάγγελμα ή να εργοδοτείται στην Κύπρο και ως εκ τούτου, δεν έχει δικαίωμα να παρουσιάσει τη συγκεκριμένη έκθεση, η οποία, κατά τον μάρτυρα, θεωρείται άκυρη. Κατά συνέπεια, υποστήριξε, είναι αντιδεοντολογικό για τον ίδιο να τη σχολιάσει. Αντεξεταζόμενος, συμφώνησε, ότι το φάρμακο Ativan (το οποίο χορήγησε στην παραπονούμενη στις 04.10.2015 στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου η ιατρός Ιφιγένεια Χαραλάμπους, (Μ.Κ.6) χορηγείται και από τις Πρώτες Βοήθειες του Νοσοκομείου, όταν διαπιστωθεί ότι κάποιος είναι σε υπερβολική ένταση και σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Μ.Υ.3 κατέθεσε ο Ανδρέας Πελιβανίδης. Ο μάρτυς, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, στις 04.10.2015, και περί ώρα 04:00 με 04:30 ευρισκόμενος με φίλη του, (Ιταλικής καταγωγής με την οποία διατηρούσε τότε ελεύθερη ερωτική σχέση) σε διαμέρισμα που ενοικίαζε η τελευταία στα τουριστικά διαμερίσματα «Lefki», είδε τον κατηγορούμενο να συνευρίσκεται ερωτικά με μια εύσωμη κοπέλα κάτω από δέντρο, ειδικότερα στο σημείο που έχει υποδείξει στην ένορκη μαρτυρία του ο κατηγορούμενος. Καταθέτοντας ο Χάρης Αντωνίου, (Μ.Υ.4) ιδιώτης επιδότης, ανέφερε ότι παρέλαβε από το συνήγορο υπεράσπισης δυο μαρτυρικές κλήσεις για να τις επιδώσει στον Πέτρο Ευθυβούλου, διευθυντή των τουριστικών διαμερισμάτων «Lefki» και στην εταιρεία Olympic Lagoon Resort. Εξήγησε τους λόγους για τους οποίους δεν κατέστη δυνατή η επίδοσή τους. Πέμπτος και τελευταίος μάρτυρας για την πλευρά της υπεράσπισης, κλήθηκε και προσέφερε την μαρτυρία του ο ειδικός ιατροδικαστής και παθολογοανατόμος Μάριος Ματσάκης. Παρεμβάλλουμε πως τούτο έγινε κατορθωτό μετά από σχετικό αίτημα της υπεράσπισης για επιπρόσθετη οικονομική ενίσχυση, πέραν της κάλυψης ήδη των εξόδων της νομικής εκπροσώπησης του κατηγορούμενου με τη μέθοδο της νομικής αρωγής, αίτημα στο οποίο δεν υπήρξε ένσταση από την πλευρά της κατηγορούσας αρχής, το οποίο και το Δικαστήριο ενέκρινε, (για τους λόγους που εμφαίνονται σε σχετική ενδιάμεση απόφασή του) επιτρέποντας την καταβολή επιπρόσθετου χρηματικού ποσού, κατά τρόπο που η πλευρά της υπεράσπισης να εξασφαλίσει τη βοήθεια και συνδρομή του ως άνω ειδικού μάρτυρα για την μελέτη και παρουσίαση της υπόθεσης της. Ο εν λόγω Μ.Υ.5, αν και δεν αμφισβήτησε τα ευρήματα του ιατροδικαστή Σοφοκλέους, όπως αυτά διαπιστώθηκαν από τον τελευταίο κατά την ιατροδικαστική εξέταση της παραπονούμενης και διατυπώθηκαν στην έκθεσή του, (Έγγραφο ΙΒ) άφησε ωστόσο αιχμές, σε σχέση με την πληρότητά της ιατροδικαστικής εξέτασης. Πέραν του γεγονότος ότι αναφέρθηκε γενικότερα σε ζητήματα που του ετέθησαν προς σχολιασμό, όπως αυτό της μέθης και των ευρημάτων που συνήθως εντοπίζονται σε θύματα βιασμού, (π.χ. κακώσεις ή τραυματισμοί) τα οποία σχολίασε και σε συνάρτηση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση και τα ιατροδικαστικά ευρήματα, ως αυτά περιήλθαν ως εξήγησε στην αντίληψη του, αποστασιοποιήθηκε από τις τοποθετήσεις του ιατροδικαστή Σοφοκλέους σε σχέση με πιθανούς τρόπους πρόκλησης των τραυματισμών που εντοπίστηκαν στο σώμα της παραπονούμενης και αποτυπώνονται στην ιατροδικαστική έκθεση (Έγγραφο ΙΒ). Εξήγησε στο δικαστήριο τη δική του θέση για τον πιθανό τρόπο πτώσης της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου από το μοτοποδήλατο κατά πάντα ουσιώδη χρόνο και τον τραυματισμό της πρώτης. Οι αγορεύσεις του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής και του συνηγόρου υπεράσπισης εστιάστηκαν, ανάμεσα σε άλλα, στην επάρκεια του μαρτυρικού υλικού, αλλά και στην αντιπαραβολή του με τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Αποτέλεσε τελική εισήγηση του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής προς το Δικαστήριο, ότι οι επίδικες κατηγορίες εναντίον του κατηγορούμενου αποδείχθηκαν στον απαιτούμενο βαθμό. Στον αντίποδα, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου υποστήριξε ακριβώς το αντίθετο. Θα αναφερθούμε εκτενέστερα στις τοποθετήσεις των μερών εκεί που θα εκτιμήσουμε ότι τούτο είναι αναγκαίο, χωρίς ασφαλώς να θεωρούμε ότι υπάρχει υποχρέωση απάντησης σε κάθε εγειρόμενο και επουσιώδες (υπό τις περιστάσεις) επιχείρημα (βλέπε κατ' αναλογία Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, 495) ή καθήκον ενασχόλησης με κάθε στοιχείο μαρτυρίας ή διαζευκτικής εκδοχής ή πιθανότητας που προβάλλεται και κρίνεται στην ολότητα της μαρτυρίας ως αντικειμενικά απίθανη ή παράλογη (βλ. κατ' αναλογία Τιμοθέου ν. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 671, 686). Είναι, πιστεύουμε, αυτονόητο πως εάν η προσέγγιση που εξηγούμε ήταν διαφορετική, θα καλούμαστε να εξετάσουμε πιθανότητες ή θεωρίες ως προς τα συμβάντα που δεν θα μπορούσαν ευλόγως να εξαχθούν από τη μαρτυρία, κάτι που αφίσταται προφανώς του δικαστικού έργου (βλ. κατ' αναλογία Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195, 224). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Αξιολογώντας τη μαρτυρία δεν περιοριστήκαμε μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489, 500), αλλά την παραβάλαμε και διερευνήσαμε στο σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας, είτε αυτή προερχόταν από την κατηγορούσα αρχή είτε από την υπεράσπιση (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Βασιλείου ν Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 254, 260 και Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η δικαστική μας τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία, αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Το Δικαστήριο ασφαλώς διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της (βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 301). Σε σχέση με τη μαρτυρία ειδικών-εμπειρογνωμόνων μαρτύρων, η μαρτυρία τους αξιολογήθηκε και αντιμετωπίστηκε στη βάση των καλά καθιερωμένων αρχών για το ζήτημα (Cross on Evidence, 5η έκδοση, σελ 446, Republic v. Chacholiades
(1992)1 ΑΑΔ 446). Παρά το γεγονός ότι η συμπεριφορά στο εδώλιο ενός εμπειρογνώμονα παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του, δεν θεωρήσαμε κατά την αξιολόγηση του την παράμετρο αυτή τόσο σημαντική όσο στην περίπτωση των άλλων μαρτύρων και τούτο, βάση σαφών υποδείξεων της νομολογίας, (βλ. Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41, 62-65 και Star Fiberglass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1(B) AAΔ.875) χωρίς ασφαλώς να σημαίνει πως αξιολογήσαμε τη μαρτυρία τους στη βάση άλλων από τις καθιερωμένες αρχές ή τους αντιμετωπίσαμε κατά διαφορετικό τρόπο από τους υπόλοιπους μάρτυρες. Κάτι τέτοιο θα ήταν παντελώς ασύμβατο με καλά καθιερωμένες νομολογιακές αρχές (βλ. κατ΄ αναλογίαν Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2298, 2309-2310 και Ψάλτης ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 113, 119). Αναμφίβολα, η σοβαρότητα και υπευθυνότητα με την οποία μάρτυρες-πραγματογνώμονες εκτελούν τα καθήκοντα τους, αποτελεί σημαντικό στοιχείο αξιολόγησης τους (βλ. κατ' αναλογίαν Μιτσιγιώργη και Άλλος ν. Αδελφών Γαλαζή (Ομόρρυθμης Εταιρείας)
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1811, 1814). Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε και να ακούσουμε, με την ίδια προσοχή και υπομονή, όλους τους μάρτυρες (είτε αυτοί κλήθηκαν από τη κατηγορούσα αρχή, είτε από την υπεράσπιση) κατά τη διάρκεια που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μας. Κατά τον ίδιο τρόπο λειτουργήσαμε καθ' ον χρόνο ο κατηγορούμενος κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρος. Αξιολογώντας τη μαρτυρία τους (με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης), θέσαμε ως δείκτη, ανάμεσα σε άλλα, το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία αυτή, την πηγή και εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, στο βαθμό που τούτες αφορούσαν εκείνα περί των οποίων κατέθεταν, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική εξέταση με τις μικροαντιφάσεις), την ύπαρξη προηγούμενων γραπτών ή προφορικών ασυνεπών ή αντιφατικών δηλώσεων, την ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ύπαρξη νευρικότητας ή επιφυλακτικότητας, και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμασταν εξαιρετικά προσεκτικοί στο να μην αποδώσουμε υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς τους, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως, να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου, ΠΕ 250/08, ημ. 20.10.11), επειδή δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), αλλά και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Ήμασταν επίσης προσεκτικοί, στην προσέγγιση και την πραγμάτευση μαρτυρίας προσώπων που είχαν φιλική ή επαγγελματική σχέση μεταξύ τους ή με τον κατηγορούμενο, έχοντας υπόψη ότι, από μόνη της, μια τέτοια σχέση δεν μπορεί - στη συνήθη ροή των πραγμάτων - να αποτελέσει εύλογη βάση αμφισβήτησης της αξιοπιστίας τους, παρόλο που αναλόγως των συνθηκών της κάθε περίπτωσης μπορεί να αποβεί κρίσιμη (βλ. κατ΄ αναλογίαν Χαμπή ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 70). Εκτιμήσαμε επίσης, με προσοχή, την κάθε περίπτωση παράλειψης αναφοράς των μαρτύρων σε γεγονότα και στοιχεία στις γραπτές τους καταθέσεις προς την αστυνομία, τα οποία παρέθεσαν για πρώτη φορά, κατά τη μαρτυρία τους στη δίκη. Πράττοντας έτσι, γνωρίζαμε και την ευρύτερη νομική αρχή, (απόρροια κοινής λογικής) ότι το γεγονός πως ένας μάρτυς παραλείπει κατά τη γραπτή του κατάθεση προς την αστυνομία (ή σε άλλη γραπτή ή προφορική του δήλωση, οιασδήποτε μορφής), να αποτυπώσει όλα όσα είναι που γνωρίζει σε σχέση με το τι καταθέτει, δεν οδηγεί αναπόδραστα σε απόρριψη της μαρτυρίας του ή σε αποκάλυψη άλλων, σκοτεινών και αλλότριων κινήτρων, ξένων προς το καθήκον του να θέσει ως ειλικρινής μάρτυρας και μάρτυρας της αλήθειας όλα όσα γνωρίζει σε σχέση με το τι καταθέτει (βλ. Σκορδέλλη κ.α. ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:B267, Ποιν. Έφεση αρ. 101/2013, ημερ. 06.06.2016 και Παπανδρέας Αθανάση ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 45/2014, ημερ. 05.10.2014). Η μαρτυρία, όπως πάντα, επιβάλλεται να προσεγγίζεται στο σύνολο της με ιδιαίτερη προσοχή και εγρήγορση. Έτσι λειτουργήσαμε και εμείς σε κάθε περίπτωση που θα μπορούσε να εφαρμοστεί η ως άνω αρχή. (Βλέπε κατ΄ αναλογία Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 14, 19). Παράλληλα όπου οι μάρτυρες προέβησαν σε τυχόν αντιφατικές ή ανακόλουθες δηλώσεις (συγκριτικώς με προγενέστερες γραπτές τους καταθέσεις προς την αστυνομία, ιχνηλατήσαμε τους λόγους που τους ώθησαν στη συζητούμενη επιλογή (ή κατάσταση), χωρίς να παραβλέπουμε την ετοιμότητα κάποιων μαρτύρων να καταλήγουν σε ψεύδη ή ανακρίβειες προς εξυπηρέτηση ιδίου συμφέροντος (βλέπε κατ' αναλογία Τεβλετιάν και άλλου ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 512, 518-520). Πριν συνεχίσουμε με μια πιο λεπτομερή αιτιολόγηση της κατάληξής μας για την αξιοπιστία κάποιων εκ των μαρτύρων κατηγορίας, για τους οποίους θεωρούμε πως υπάρχει τέτοια εξειδικευμένη ανάγκη, λόγω διαφόρων ζητημάτων που επισημάνθηκαν στις αγορεύσεις ή ανεδείχθησαν μέσα από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, θα πρέπει από την αρχή να επισημάνουμε, ότι τη μαρτυρία των αστυνομικών οργάνων την προσεγγίσαμε με ιδιαίτερη προσοχή, έχοντας υπόψη και κάποιες παρατηρήσεις που αναφέρθηκαν στην Volettos v. The Republic
(1961)C.L.R. 169, 180-182, έτσι ώστε να διακριβώσουμε αν όλα όσα αυτοί ανέφεραν, εξέφραζαν πιστά και με ακρίβεια την πραγματικότητα. Η γενική μας εντύπωση για όλους ανεξαιρέτως τους μάρτυρες αστυνομικούς, (Μ.Κ. 1,2,3,5,8,9 και 10) είναι ότι απέδωσαν στο Δικαστήριο την πραγματικότητα όπως οι ίδιοι τη συνέλαβαν και συγκράτησαν, χωρίς διαθλάσεις, εξογκώσεις ή υπερβολές και χωρίς να διαπιστώνεται ότι διακατέχονταν από υπερβάλλοντα ζήλο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους σε σχέση με την υπόθεση ή για αυτά περί των οποίων κατέθεσαν. Με σαφή και θετικό τρόπο αναφέρθηκαν εξάλλου και εξήγησαν την δική τους εμπλοκή στην υπόθεση και στο ανακριτικό έργο. Δεν διατηρούμε οποιαδήποτε αμφιβολία ότι ο κάθε ένας από αυτούς έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι περιήλθε στην αντίληψη του, χωρίς διάθεση, ηθελημένα, να παραστήσουν γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η ως άνω διαπίστωσή μας για την ποιότητα της μαρτυρίας τους και την φιλαλήθειά τους, επιβεβαιώνεται αβίαστα από τη διεργασία αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός εκάστου, η οποία δικαιολογεί την κατάληξη ότι πρόκειται για αξιόπιστους και ειλικρινείς μάρτυρες. Σημειώνουμε το γεγονός ότι η μαρτυρία των Μ.Κ.1, 8, 9 και 10 ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, καθώς τους υποβλήθηκαν μόνο διευκρινιστικές ερωτήσεις. Ως έχει δε καλά νομολογηθεί, όταν ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του, παρέχεται στο δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε, αφού κατά κανόνα, (έστω και όχι άκαμπτο, αφού το δικαστήριο προβαίνει σε αποτίμηση της κάθε τέτοιας περίπτωσης σταθμίζοντας τα πράγματα με προσοχή και αναλόγως πάντοτε της σοβαρότητας της συζητούμενης παράλειψης) η παράλειψη αντεξέτασης ισοδυναμεί με παραδοχή. Υποβλήθηκε στο Μ.Κ.5, ο οποίος ως δήλωσε ορίστηκε εξεταστής της υπόθεσης, ανάμεσα σε άλλα, ότι δεν εξέτασε με επιμέλεια την υπόθεση, ότι παραπλανήθηκε από την παραπονούμενη πιστεύοντας την ότι υπήρξε θύμα βιασμού, με αποτέλεσμα να είναι προκατειλημμένος και να εξετάσει όχι με το δέοντα τρόπο και ενδελεχώς την υπόθεση αλλά με επιπολαιότητα, ότι είπε ψέματα στο δικαστήριο, προβαίνοντας σε εικασίες για να στηρίξει την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, προκειμένου να καταδικασθεί ο κατηγορούμενος για αδικήματα που δεν διέπραξε, με το συνήγορο υπεράσπισης να του αποδίδει ακόμα και αλλότρια κίνητρα, διασυνδέοντας πιθανή δική του προαγωγή στην περίπτωση καταδίκης του κατηγορούμενου. Καταλόγισε ακόμα στον συγκεκριμένο μάρτυρα, ότι έχοντας υπόψη πως ο κατηγορούμενος είναι παιδί χωρισμένων γονιών, εργαζόμενος ως διανομέας σε πιτσαρία, δεν ενδιαφέρθηκε εάν θα κατηγορείτο άδικα για τα σοβαρά αδικήματα που του αποδίδονται, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι έχει και ο κατηγορούμενος τα ίδια δικαιώματα, όπως και όλοι οι πολίτες της δημοκρατίας. Μομφή απέδωσε ο ευπαίδευτος συνήγορος στον ως άνω μάρτυρα και για το γεγονός, ως ισχυρίστηκε, ότι ο περί ου ο λόγος αστυνομικός δεν βοήθησε τον κατηγορούμενο, μετά τη σύλληψή του, κατά τρόπο που θα επέτρεπε στον τελευταίο να μην φοβάται - επειδή είχε κλέψει την τσάντα της παραπονούμενης - και να πει την αλήθεια. Χωρίς αμφιβολία η εντιμότητα, η έλλειψη προκατάληψης, η απουσία ευτελών ή αλλότριων κινήτρων και η ευθυκρισία, είναι στοιχεία, που πρέπει να χαρακτηρίζουν την προσωπικότητα και να αντανακλούν στις ανακριτικές ενέργειες του εξεταστή μιας υπόθεσης. Όπως χαρακτηριστικά υπεδείχθη στην υπόθεση Σκορδέλλη (ανωτέρω) «Είναι αναντίλεκτο και πηγάζει ως σύμφυτο της έννοιας της δίκαιης δίκης ότι η εξέταση της δικαιότητας και του «καθαρού» τρόπου δράσης της Αστυνομίας κατά την ανάκριση είναι έκφανση - και μάλιστα σημαντική - για να καταστήσει τη δίκη μη δίκαιη και κατά συνέπεια την καταδίκη ανασφαλή. Εάν αυτό το πρωτογενές βάθρο ενεργειών είναι σαθρό, μοιραία αυτό επηρεάζει - πολλές φορές με θανάσιμο τρόπο - ό,τι επακολουθεί, ακόμη και αν η διαδικασία στο Δικαστήριο είναι άψογη.» Βεβαίως, αναπόδραστα, όλες οι αποφάσεις, και δη οι ανακριτικές, κρίνονται εκ του αποτελέσματος, με τελικό και μοναδικό κριτή το ίδιο το δικαστήριο. Στη δική μας αντίληψη, ο Μ.Κ.5 ενήργησε, σε γενικότερο επίπεδο, στα πλαίσια των καθηκόντων του και με αποκλειστικό γνώμονα την ισορροπημένη και δίκαιη διερεύνηση αυτής της υπόθεσης. Δεν διακρίνουμε οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα στις ενέργειές του, ούτε οποιαδήποτε πρόθεση καταδίωξης ή επιδίωξη άδικης καταδίκης του κατηγορούμενου, κατά τον τρόπο που επιχείρησε να αναδείξει η υπεράσπιση. Αόριστοι και μετέωροι ισχυρισμοί και θέσεις ως παρέμειναν τα πιο πάνω, αναπόδραστα απορρίπτονται. Οι ανακριτικές ενέργειες του Μ.Κ.5, τις οποίες έθεσε υπόψη όλων των παραγόντων της διαδικασίας, στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, με κάθε σεβασμό δεν φαίνεται να αποκαλύπτουν, υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την περίπτωση, την ύπαρξη κινήτρων όπως αυτά που απέδωσε στον μάρτυρα η υπεράσπιση. Ούτε μπορεί ασφαλώς, άνευ άλλου τινός, να υιοθετηθεί η κατά τρόπο γενικό και αφοριστικό υποβληθείσα θέση της υπεράσπισης ότι ο μάρτυς είπε ψέματα και έκανε εικασίες κατά το στάδιο διερεύνησης της υπόθεσης, με στόχο την πάση θυσία καταδίκη του κατηγορούμενου. Το ανακριτικό έργο που παρήγαγε ο μάρτυς, ως εξεταστής της υπό συζήτηση υπόθεσης, δεν φαίνεται επίσης να έχει τέτοιες ελλείψεις, ελαττώματα ή αδυναμίες κατά τρόπο που να δικαιολογεί τους ως άνω χαρακτηρισμούς - άδικους ως κρίνουμε - του ευπαίδευτου συνηγόρου υπεράσπισης για τον μάρτυρα εξεταστή. Στη δική μας αντίληψη, είναι προφανές, ότι ο Μ.Κ.5, σε κανένα στάδιο του ανακριτικού έργου δεν ενήργησε με οποιαδήποτε σκοπιμότητα, αλλά, κατά τον τρόπο που ο ίδιος θεώρησε ορθό και δίκαιο, προκειμένου να διερευνήσει, με αμεροληψία και δικαιότητα, όλες τις πτυχές της υπόθεσης και με σαφή και ειλικρινή πρόθεση να υποβοηθήσει το Δικαστήριο στο έργο του. Σε κάθε περίπτωση δε, η εργασία του περί ου ο λόγος μάρτυρα, ως εξεταστή της υπό συζήτηση υπόθεσης, υπό το σύνολο των περιστάσεων που τέθηκαν υπόψη μας, δεν θεωρούμε ότι απέβη επιζήμια ή επηρέασε δυσμενώς την υπεράσπιση του κατηγορούμενου, θέτοντας την σε μειονεκτική θέση έναντι της κατηγορούσας αρχής, ούτε ότι ήταν τέτοιας μορφής και χαμηλού επιπέδου, που επηρέασε τις καλά καθιερωμένες αρχές της δίκαιης δίκης στην ευρύτερη διάσταση τους. Σπεύδουμε να σημειώσουμε ότι την ως άνω αντίληψη μας για την ποιότητα της μαρτυρίας του Μ.Κ.5, δεν διαφοροποιεί το γεγονός, ως διεφάνη κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας και την παράθεση σχετικής επί τούτου μαρτυρίας, ιδιαίτερα από την πλευρά της υπεράσπισης, ότι η πρωτοβουλία που ανέλαβε ο μάρτυς να τοποθετήσει σε αεροφωτογραφία-χάρτη, (τεκμήριο 13) μεταξύ άλλων και το σημείο που η παραπονούμενη, κατά τη θέση του, υποδεικνύει στις φωτογραφίες του τεκμηρίου 10 ότι υπέστη το βιασμό, σημειώνοντας το με το σημείο «Χ6», είναι λανθασμένο, για τους λόγους που πιο κάτω θα εξηγήσουμε. Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, η ως άνω πρωτοβουλία του Μ.Κ.5 για τη μεταφορά και υπόδειξη επί του τεκμηρίου 13 του σημείου που η παραπονούμενη υπέδειξε ως το χώρο που εξελίχθηκαν τα γεγονότα στις 04.10.2015, όπως διαπιστώνεται ότι αυτή έπραξε και στις φωτογραφίες του τεκμηρίου 10, δεν μπορεί να αποδοθεί σε οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα του μάρτυρα ή σε διάθεση του να ψευσθεί για το ζήτημα. Το θέμα εξακολουθεί να παραμένει ζήτημα πραγματικών γεγονότων, πέραν και ανεξάρτητα από την προσπάθεια του μάρτυρα να το αποτυπώσει στο τεκμήριο 13. Αποτελεί δε έργο του Δικαστηρίου, στη βάση του συνόλου της τεθείσας ενώπιον του μαρτυρίας να το αποσαφηνίσει και να καταλήξει σε ασφαλή και τελικά συμπεράσματα επί τούτου. Δεν διαλανθάνει άλλωστε της προσοχής του Δικαστηρίου η σύγχυση διαφόρων παραγόντων της διαδικασίας επί του θέματος, περιλαμβανομένων, πέραν από μάρτυρες και των συνηγόρων που εκπροσώπησαν την κατηγορούσα αρχή και τον κατηγορούμενο. Σύμφωνα με τη γενικότερη θεώρηση της νομολογίας για τη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων, το Δικαστήριο, αφού πρώτα πειστεί ότι ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει, στη συνέχεια θα πρέπει να εξετάσει αν με τη μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και εφόδια ώστε να καταστήσει ικανό το Δικαστήριο να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει τη δική του, ανεξάρτητη κρίση, με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία. Η επιστημονική μαρτυρία η οποία τίθεται στη διάθεση του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να υποκαταστήσει το έργο του, αλλά να το υποβοηθήσει να καταλήξει, στη περίπτωση πάντα που χρειάζεται ιδιαίτερη επιστημονική πληροφόρηση που δεν εμπίπτει στη σφαίρα εμπειριών και γνώσεων του Δικαστηρίου, σε κάθε θέμα που τελεί υπό εξέταση. Ο ειδικός, εμπειρογνώμονας μάρτυρας, βοηθά κατ' ουσία με την παράθεση των σχετικών επιστημονικών κριτηρίων και εξειδικευμένων γνώσεων του το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του, ανεξάρτητα συμπεράσματα (βλ. μεταξύ άλλων Cross on Evidence, (ανωτέρω), Vasilico Cements Works v Σταύρου
(1978)1ΑΑΔ 389, Νεάρχου ν. Στεφανίδη κ.α.
(2003)1(Α) ΑΑΔ 351). Όπως έχει σημειωθεί, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση G. V. D.P.P.
(1997)2 All E.R. 755 και Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 390, η μαρτυρία ψυχιάτρου ή κλινικού ψυχολόγου είναι μη αποδεκτή όταν η επίδραση της θα είναι στην ουσία να πληροφορήσει το Δικαστήριο κατά πόσο ένα άτομο έλεγε την αλήθεια. Το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να υιοθετήσει τις απόψεις ενός εμπειρογνώμονα έστω και αν αυτός δεν έχει αντεξεταστεί. Μπορεί δε να υιοθετήσει τη θέση ενός εμπειρογνώμονα είτε εν όλω, είτε εν μέρει, είτε καθόλου, ανάλογα με τα ευρήματα του και την αξιολόγηση της μαρτυρίας, έχοντας πάντα κατά νου ότι οι εμπειρογνώμονες δεν έχουν οποιοδήποτε προβάδισμα έναντι άλλων μαρτύρων και ότι η μαρτυρία τους υπόκειται στους ίδιους ακριβώς κανόνες αξιολόγησης όπως οι συνήθεις μάρτυρες επί γεγονότων (βλ. Vasilikos Cements Works ν. Stavrou (ανωτέρω) και Ν. Νικολάου ν. Κλεάνθης Σταύρου
(1992)1(B) ΑΑΔ 746). Αμφισβητήθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης η δυνατότητα της Ruth Greenhalgh, (Μ.Κ.7) να εξετάσει, ως ψυχολόγος, την παραπονούμενη και κατ' επέκταση να προσφέρει σχετική με την πιο πάνω εξέταση μαρτυρία. Τούτο, ως απόρροια του γεγονότος, ως διεφάνη κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας, ότι η περί ου ο λόγος μάρτυς, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο δεν ήταν εγγεγραμμένη στο μητρώο εγγεγραμμένων ψυχολόγων, σύμφωνα με την κείμενη επί του θέματος νομοθεσία στη Δημοκρατία. Για να καταθέσει κάποιος ως ειδικός μάρτυρας - πραγματογνώμονας, πέραν του γεγονότος ότι θα πρέπει να καταδειχθεί στο Δικαστήριο πως η μαρτυρία του είναι αναγκαία για την υπόθεση, θα πρέπει παράλληλα, ως έχει ήδη σημειωθεί, να καταδειχθεί ότι κατέχει τα απαιτούμενα προσόντα για κάτι τέτοιο (R. v. Francis
(2013)EWCA Crim. 123). Η πραγματογνωμοσύνη, μπορεί να είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης. Ως τέτοια ειδική μαρτυρία, έχει κατ' επανάληψη διακηρυχτεί ότι μπορεί να γίνει αποδεκτή, μαρτυρία η οποία προέρχεται και από επιστήμονες στα πλαίσια της επιστημοσύνης τους. Ως έχει ήδη σημειωθεί η κατοχή ή μη των προσόντων από κάποιο για να θεωρηθεί και αντιμετωπιστεί ως ειδικός - εμπειρογνώμονας μάρτυρας, αποτελεί έργο του Δικαστηρίου, το οποίο, κατά προτεραιότητα θα εξετάσει υπό το σύνολο των στοιχείων που έχουν τεθεί υπόψη του για το ζήτημα, αν ικανοποιούνται τα καλά καθιερωμένα κριτήρια και προϋποθέσεις προς τούτο. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν αμφισβητήθηκαν τα ακαδημαϊκά προσόντα της Μ.Κ.7 στον τομέα της ψυχολογίας, τα οποία απέκτησε, μετά από ακαδημαϊκές σπουδές σε δύο πανεπιστημιακά ιδρύματα του Ηνωμένου Βασιλείου. Δήλωσε άλλωστε την ετοιμότητά της να παραθέσει στους παράγοντες της διαδικασίας αντίγραφα των τίτλων των ακαδημαϊκών της σπουδών στον τομέα της ψυχολογίας, ως αυτά περιγράφονται στην έκθεση της (Έγγραφο Ζ). Γεγονός παραμένει ότι η ως άνω μάρτυς δεν έχει εγγραφεί - παρά το γεγονός ότι εκκρεμεί εδώ και αρκετό χρόνο η σχετική αίτηση της ως έχει τεθεί από την ίδια χωρίς να αμφισβητηθεί - στο σχετικό μητρώο εγγεγραμμένων ψυχολόγων, κατά απαίτηση ως γίνεται κατανοητό, σχετικής νομοθεσίας (βλ. ανάμεσα σε άλλα Ν.68
(1)/1995 ως έχει τροποποιηθεί). Το γεγονός ότι η Μ.Κ.7, η οποία έχει τα ακαδημαϊκά προσόντα και ως εξήγησε τη σχετική επιστημοσύνη στον τομέα της ψυχολογίας, δεν είναι εγγεγραμμένη στο ως άνω μητρώο, πραγματικότητα που πιθανόν θα της επέτρεπε να αποκτήσει άδεια εξάσκησης επαγγέλματος εγγεγραμμένου ψυχολόγου στη Δημοκρατία, δεν φαίνεται να στερεί από την ίδια, αυτόματα, τη δυνατότητα να θεωρηθεί από το Δικαστήριο ως ειδικός - εμπειρογνώμονας μάρτυρας για ζητήματα ψυχολογίας. Το ζήτημα της κατοχής των προσόντων εκείνων που επιτρέπουν στο Δικαστήριο να κατατάξει ή μη τη Μ.Κ.7 ως ειδικό - εμπειρογνώμονα μάρτυρα στον τομέα της ψυχολογίας, για τον οποίο κλήθηκε να προσφέρει τη μαρτυρία της, είναι στο τέλος της ημέρας διαφορετικό από το εάν η Μ.Κ.7 έχει ή δεν έχει εξασφαλίσει, στη βάση της κείμενης νομοθεσίας στη Δημοκρατία, την εγγραφή της στο μητρώο εγγεγραμμένων ψυχολόγων. Έχοντας συνακόλουθα κατά νου τα αδιαμφισβήτητα επιστημονικά προσόντα της περί ου ο λόγος Μ.Κ.7 στον τομέα της ψυχολογίας, κρίνουμε ότι η τελευταία κατέχει τα προσόντα για να θεωρηθεί και να αντιμετωπιστεί ως ειδικός - εμπειρογνώμονας μάρτυρας για τα ζητήματα τα οποία κλήθηκε να προσφέρει τη μαρτυρία της. Ομοίως, σε σχέση με τους μάρτυρες Ιφιγένεια Χαραλάμπους (Μ.Κ.6) ιατρό των Πρώτων Βοηθειών, Μάριο Καριόλου (Μ.Κ.11) γενετιστή, Σοφοκλή Σοφοκλέους (Μ.Κ.12) ιατροδικαστή, Χρίστο Σταύρου (Μ.Υ.2) κλινικό ψυχολόγο και Μάριο Ματσάκη (Μ.Υ.5) ιατροδικαστή-παθολογοανατόμο, δεχόμαστε, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη μας ότι αποτελούν ειδικούς-πραγματογνώμονες μάρτυρες για τα εξειδικευμένα θέματα περί των οποίων κατέθεσαν. Άλλωστε, τα προσόντα τους και η εμπειρογνωμοσύνη τους στα ζητήματα για τα οποία κλήθηκαν να καταθέσουν, δεν αμφισβητήθηκαν. Στρέφοντας την προσοχή μας στη μαρτυρία της κλινικής ψυχολόγου Ruth Greenhalgh, (Μ.Κ.7) σημειώνουμε εξ αρχής το αυτονόητο. Ότι δηλαδή, οι τοποθετήσεις και τα συμπεράσματα της, σε σχέση με το τι τελικά συνιστούσε, κατά την ίδια, η συμπεριφορά του κατηγορούμενου απέναντι στην παραπονούμενη κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, δεν λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και εκ των πραγμάτων αποκλείονται ως μαρτυρικό υλικό δυνάμενο να αξιοποιηθεί από το τελευταίο. Έχει κατ' επανάληψη διακηρυχθεί ότι ζητήματα που αφορούν το έσχατο συμπέρασμα, (ultimate issue) επαφίενται αποκλειστικά και μόνο στο Δικαστήριο και στην τελική του κρίση. Ουδείς δύναται να το υποκαταστήσει. Σπεύδουμε επίσης να σημειώσουμε ότι στο βαθμό που η μάρτυς, στα πλαίσια τόσο της έκθεσής της, (Έγγραφο Ζ) όσο και της προφορικής της μαρτυρίας, μετέφερε απλώς αναφορές της παραπονούμενης προς την ίδια, χωρίς να τις διυλίζει επιστημονικά, πείθοντας μάλιστα ότι έπραξε τούτο στη βάση σχετικών επιστημονικών κριτηρίων, δεν μπορούν εκ των πραγμάτων να αξιοποιηθούν στα πλαίσια της μαρτυρίας της ως ειδικού - πραγματογνώμονα μάρτυρα. Των ως άνω λεχθέντων, δεν διατηρούμε οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι η Μ.Κ.7 προσήλθε και κατέθεσε στο Δικαστήριο για τα ουσιαστικά ζητήματα που στα πλαίσια της παρούσας απασχολούν, αποστασιοποιημένη και ουδέτερη από τα γεγονότα της υπό συζήτηση υπόθεσης, έχοντας συναίσθηση της σοβαρότητας του έργου που ανέλαβε και του ρόλου της ως ειδικού μάρτυρα. Έχοντας κατά νου το σύνολο των στοιχείων και της μαρτυρίας που τέθηκαν ενώπιον μας, αποτελεί κατάληξη μας ότι οι υποβολές του ευπαίδευτου συνηγόρου υπεράσπισης, περί συνεννόησης της μάρτυρος με την παραπονούμενη και απόδοσης αλλότριων κινήτρων της Μ.Κ.7, που επηρέασαν τις τοποθετήσεις και τη μαρτυρία της τελευταίας, παρέμειναν μετέωρες και αόριστες υποβολές, χωρίς έρεισμα και ως τέτοιες απορρίπτονται. Η μάρτυς, τόσο στην έκθεσή της όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου, αναφέρθηκε αναλυτικά και με κάθε λεπτομέρεια, στα στοιχεία και στους παράγοντες που η ίδια έλαβε υπόψη της για την κατάληξη σε συγκεκριμένα συμπεράσματα για το χαρακτήρα, τον ψυχικό κόσμο της παραπονούμενης και την επακόλουθη επίδραση των επίδικων γεγονότων πάνω στη ζωή και την ευεξία της. Δεν μετέφερε απλώς, ούτε υιοθέτησε, άκριτα τις θέσεις της παραπονούμενης για την εξέλιξη των γεγονότων. Δικαιολόγησε και εξήγησε την επιστημονική της κατάληξη σε διάφορα ζητήματα τα οποία της ετίθεντο, παραπέμποντας, πέρα από τη κλινική εικόνα της παραπονούμενης, στη σταθερότητα που η τελευταία επέδειξε στη διήγηση των γεγονότων, (τα οποία αναγκάστηκε να αφηγηθεί πολλές φορές κατά την διάρκεια των συναντήσεών τους) στο γεγονός ότι ήταν απόλυτα συνεργάσιμη χωρίς να επιδιώκει να υπερασπιστεί τις δικές της πράξεις, συνεκτιμώντας επιπρόσθετα και την εξαιρετικά ασυνήθιστη αντίδραση της παραπονούμενης κατά την εκτέλεση από μέρους της ειδικών ασκήσεων για μείωση του άγχους, στην οποία την υπέβαλε, στοιχεία που σύμφωνα με τη μάρτυρα ενδυναμώνουν την πεποίθηση για τη φιλαλήθεια της παραπονούμενης. Τεκμηρίωσε περαιτέρω τις θέσεις και συμπεράσματα της, με παραπομπή σε σχετικά συγγράμματα και επιστημονική αρθρογραφία, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση που δικαιολόγησε την απουσία οποιασδήποτε αντίδρασης της παραπονούμενης στις ενέργειες του κατηγορούμενου σε βάρος της, με αναφορά και επεξήγηση του ψυχολογικού φαινομένου, γνωστού ως Tonic Immobility, εξηγώντας και δικαιολογώντας παράλληλα την κατάληξη της στο συμπέρασμα ότι η παραπονούμενη θα ήταν εξαιρετικά αδύνατο να προβεί σε ξεκάθαρη και λογική διήγηση των γεγονότων, στην περίπτωση που είχε καταναλώσει υπερβολικό αλκοόλ. Εξηγώντας τους λόγους για τους οποίους η επιστημονική της κατάρτιση της επέτρεψε να υποστηρίξει ότι η παραπονούμενη, κατά τον χρόνο που η ίδια κατ' επανάληψη την συνάντησε, ήταν ειλικρινής στις αναφορές της και δεν την παραπλάνησε, επέτρεψε στο δικαστήριο με την παράθεση των σχετικών επιστημονικών κριτηρίων και εξειδικευμένων γνώσεων της, να εξάξει τα δικά του συμπεράσματα επί του ζητήματος, τα οποία, χωρίς οποιοδήποτε ενδοιασμό διακηρύσσουμε, συνεκτιμώντας το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν υπόψη μας στα πλαίσια της παρούσας, ότι συμπίπτουν με τις μάρτυρος επί τούτου. Σε σχέση με τον Χρίστο Σταύρου, (Μ.Υ.2) κλινικό ψυχολόγο, παρά την προφανή επιστημονική του κατάρτιση, η μαρτυρία του δεν προσφέρει οτιδήποτε ουσιαστικό στην επίλυση των επίδικων θεμάτων της υπόθεσης, αφού, κληθείς να σχολιάσει το περιεχόμενο της έκθεσης της Μ.Κ.7, επικαλούμενος ζητήματα επαγγελματικής δεοντολογίας, απέφυγε τούτο. Η πλευρά της υπεράσπισης, η οποία κλήτευσε τον περί ου ο λόγος μάρτυρα, περιορίστηκε στην πιο πάνω τοποθέτηση χωρίς να επιζητήσει τις θέσεις του ως άνω μάρτυρα για ζητήματα της ειδικότητας του που τυχόν την απασχολούσαν. Η μαρτυρία του Μ.Υ.2 υπήρξε τελικά διαφωτιστική μόνο σε σχέση με το φάρμακο Ativan και τις ιδιότητες του, την οποία και αποδεχόμαστε. Καθ' όλα θετική υπήρξε επίσης η αντίληψη μας για την ποιότητα της μαρτυρίας της Μ.Κ.6 Ιφιγένειας Χαραλάμπους (ιατρού στις Πρώτες Βοήθειες του Γ.Ν. Πάφου). Με προφανή επιστημονική επάρκεια, με λόγο σταθερό, χωρίς αμφισημίες και ταλαντεύεις, προσπάθησε, ως ειλικρινής μάρτυρας, ουδέτερος και αποστασιοποιημένος από τα γεγονότα, να βοηθήσει το δικαστήριο. Έχοντας κατά νου τη συνολική παρουσία της στο Δικαστήριο, δεν διατηρούμε οποιαδήποτε αμφιβολία για την εξαιρετική ποιότητα της μαρτυρίας της, την οποία και αποδεχόμαστε. Αποτελεί, συνακόλουθα, εύρημα του Δικαστηρίου, κατ' αποδοχή της μαρτυρίας της Μ.Κ.6, πως καθ' ον χρόνο η τελευταία εξέτασε την παραπονούμενη, περί τις 18:18 της 04.10.2015, στο σώμα της παραπονούμενης, εντοπίστηκαν οι κακώσεις, όπως αυτές περιγράφονται στο σχετικό ιατρικό της πιστοποιητικό (Έγγραφο ΣΤ) και εξηγήθηκαν από την εν λόγω ιατρό, με αναφορά και στις φωτογραφίες του τεκμηρίου
  1. Η ορθότητα της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης (Έγγραφο ΙΑ) του Μάριου Καριόλου, Μ.Κ.11, παρέμεινε ενώπιον μας ακλόνητη. Είμαστε πεπεισμένοι, ότι τα συμπεράσματά του, σε σχέση με εύρεση γενετικού υλικού του κατηγορούμενου, (όπως ο μάρτυρας το προσδιόρισε) στο κολάν και στα κολπικά επιχρίσματα της παραπονούμενης, είναι προϊόν της επιστημονικής του κατάρτισης και εμπειρίας στο Εργαστήριο Δικανικής Γενετικής του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, του οποίου προΐσταται, κατόπιν ενδελεχών και λεπτομερών εξετάσεων, αλλά και αναλύσεων. Με αντικειμενικές και επαρκώς θεμελιωμένες αναφορές τοποθετήθηκε στα ερωτήματα που του τέθηκαν. Σημειώνεται ότι η αξιοπιστία του ως άνω μάρτυρα, δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Η μαρτυρία του, στο σύνολο της γίνεται αποδεκτή. Προσεγγίζοντας τη μαρτυρία του ιατροδικαστή Σοφοκλή Σοφοκλέους, Μ.Κ.12, κατά τον ίδιο τρόπο και στη βάση των ίδιων αρχών, όπως και των άλλων εμπειρογνωμόνων, διαπιστώσαμε ότι ο περί ου λόγος μάρτυς, έχοντας προφανώς συναίσθηση της σοβαρότητας του έργου που ανέλαβε αλλά και του ρόλου του ως ειδικού μάρτυρα, αντίθετα με τις υποβολές της υπεράσπισης περί προκατάληψης σε βάρος του κατηγορούμενου, παρέμεινε αποστασιοποιημένος και ουδέτερος από τα γεγονότα και τους πρωταγωνιστές τους, θέτοντας υπόψη του Δικαστηρίου τα ευρήματα και τις θέσεις του για τα ζητήματα που του ετίθεντο. Κατά τρόπο κατανοητό και πειστικό παρουσίασε και εξήγησε τα συμπεράσματα και τις θέσεις του, τεκμηριώνοντας τις επαρκώς, όχι μόνο κατ' επίκληση της επιστημοσύνης του, αλλά και της κοινής λογικής. Με δεδομένη την θετική μας αντίληψη για την ποιότητα της μαρτυρίας του, προϊόν της επιστημονικής του κατάρτισης και εμπειρίας, κρίνουμε ότι το Δικαστήριο μπορεί να στηριχθεί σε αυτή για την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Οι όποιες ελλείψεις στην διεκπεραίωση της εργασίας του, όπως τις εντόπισε ο Μ.Υ.5, ιατροδικαστής - παθολογοανατόμος, τυπικής μορφής στην πλειοψηφία τους, π.χ. η μη ύπαρξη κλίμακας σε όλες τις φωτογραφίες που απεικονίζουν τα τραύματα, η μη καταγραφή του ιστορικού της υπόθεσης στην ιατροδικαστική έκθεση, η μη τοξικολογική εξέταση και η μη καταγραφή της ακριβούς ώρας που έγινε η ιατροδικαστική εξέταση καθώς και η μη αυτοψία της σκηνής, δεν φαίνεται, υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, να επηρεάζουν τον πυρήνα των ευρημάτων και συμπερασμάτων του, ούτε καθιστούν αδύνατη την αξιοποίησή της. Είναι γεγονός ότι ο Δρ. Μάριος Ματσάκης, (Μ.Υ.5) ιατροδικαστής - παθολογοανατόμος ως ο ίδιος υπέδειξε, δεν είχε την ευκαιρία να εξετάσει την παραπονούμενη ή τον κατηγορούμενο κατά τον ουσιώδη χρόνο της εξέλιξης των γεγονότων ούτε να προβεί, κατά τον ίδιο χρόνο, σε αυτοψία σχετικών με την υπόθεση χώρων. Μη έχοντας αυτό το πλεονέκτημα, για τις τοποθετήσεις του σε ζητήματα τα οποία του ετίθεντο, περιορίστηκε, ως υπέδειξε, στις παρατηρήσεις του συναδέλφου του ιατροδικαστή Σοφοκλέους ενώ, ως εισηγήθηκε, επισκέφθηκε και τους χώρους που κατά την παραπονούμενη και τον κατηγορούμενο εξελίχτηκαν τα γεγονότα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Παράλληλα, πέραν από την ενημέρωση της οποίας έτυχε από τον δικηγόρο του κατηγορούμενου για την υπόθεση, τέθηκαν υπόψη του από τον τελευταίο, διάφορα έγραφα και στοιχεία, μέρος του μαρτυρικού υλικού που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Έχοντας κατά νου την ζωντανή παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα, εύκολα διακριτή ήταν η διάθεσή του, παρά την προσπάθεια να προβάλει και να προωθήσει την αμεροληψία και την ουδετερότητά του - απότοκο ως υπόμνησε και του γεγονότος ότι η αμοιβή του στην συγκεκριμένη περίπτωση καταβλήθηκε από τη Δημοκρατία και όχι απευθείας από τον κατηγορούμενο - να βοηθήσει με τις τοποθετήσεις του, την πλευρά του κατηγορούμενου. Παρά το γεγονός, ότι διατύπωνε τις θέσεις του με ένα προσεκτικό τρόπο, θέλοντας να πείσει για την αντικειμενικότητά των απόψεων και τοποθετήσεών του, σε κάποιες περιπτώσεις άφηνε στο Δικαστήριο την εντύπωση ότι λειτουργούσε περισσότερο ως συνήγορος υπεράσπισης παρά ως ειδικός εμπειρογνώμονας, επιχειρηματολογώντας και σχολιάζοντας όχι μόνο επιστημονικές θέσεις και εξηγώντας διάφορα συμβάντα, κατά τον τρόπο που του επέτρεπε η εμπειρογνωμοσύνη του, πράγμα άλλωστε καθόλα θεμιτό, αναμενόμενο και επιτρεπτό, αλλά προβαίνοντας σε εικασίες, προεκτάσεις και συλλογισμούς που συνειδητά και με μεθοδευμένο τρόπο, ως κρίνουμε, στόχευαν στην ενίσχυση της υπόθεσης του κατηγορούμενου. Αποτέλεσε θέση του μάρτυρα ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, η παραπονούμενη θα πρέπει να ήταν μεθυσμένη, εξηγώντας παράλληλα τις συνέπειες της μέθης, ανάμεσα σε άλλα στις λειτουργίες του κεντρικού νευρικού συστήματος και στη μνήμη, υποδεικνύοντας ταυτόχρονα πως όταν κάποιος τελεί σε κατάσταση μέθης είναι δυνατό να προβεί σε πράξεις που δεν θα έκανε αν ήταν ξεμέθυστος, για τις οποίες πολύ πιθανό στη συνέχεια θα μετανιώσει. Στήριξε τη πιο πάνω θέση του στο γεγονός ότι η παραπονούμενη, σε προγενέστερο στάδιο, είχε καταναλώσει διασκεδάζοντας με φίλους της, ποσότητα αλκοολούχων ποτών. Πέραν του ότι ο μάρτυς, επιχείρησε να διασυνδέσει το επιτρεπόμενο όριο ποσοστού αλκοόλης ως έχει νομοθετικά τεθεί για σκοπούς διασφάλισης της ασφαλούς οδήγησης, με την πραγματική κατάσταση μέθης, ζητήματα που είναι προφανώς διαφορετικά, προκαλεί ταυτόχρονα εντύπωση η ευκολία με την οποία τοποθετήθηκε επί του ζητήματος, στηριζόμενος απλώς και επικαλούμενος, σε γενικότερο επίπεδο, διάφορους δείκτες και πληροφόρηση που είχε επί του θέματος της κατανάλωσης αλκοόλ και των αποτελεσμάτων του. Όπως όμως ο ίδιος παραδέχθηκε, για να περιέλθει ένα άτομο σε κατάσταση μέθης, διαδραματίζουν διάφοροι παράγοντες ρόλο, όπως ο σωματότυπος του ατόμου, ο μεταβολισμός του, οι αντοχές κάθε ατόμου στο αλκοόλ, ο χρόνος που έχει παρέλθει από την κατανάλωσή του αλκοόλ κλπ. Με δεδομένη άλλωστε την άγνοια του μάρτυρα σε σχέση με το είδος των αλκοολούχων ποτών που η παραπονούμενη σε προγενέστερο στάδιο κατανάλωσε, και το ποσοστό αλκοόλης που το κάθε ένα από αυτά περιείχε, η θέση του για το πιο πάνω ζήτημα, δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Η κάθετη τοποθέτηση της παραπονούμενης, η οποία ήταν κατηγορηματική πως παρά την εύχαρη της διάθεση, απόρροια και του γεγονότος ότι είχε προηγηθεί η έξοδος της με φίλους της, είχε πλήρη επίγνωση των πράξεων της και αντίληψη των γενομένων, ενισχύεται εξ' άλλου από τις τοποθετήσεις της Μ.Κ.7 για το ζήτημα. Η Μ.Κ.7, σχολιάζοντας το γεγονός ότι η παραπονούμενη ήταν σε θέση να αναφέρεται σε πλείστες όσες λεπτομέρειες για την εξέλιξη των γεγονότων κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπέδειξε ότι τούτο αποτελεί στοιχείο που καταδεικνύει ότι η τελευταία, κατά την εξέλιξη των ουσιαστικών γεγονότων που αφορά η παρούσα, δεν ήταν υπό την επήρεια μέθης, θέση που ενίσχυσε με παραπομπή σε ανάλογο επιστημονικό άρθρο (Τεκμήριο 22). Ανάμεσα στις μομφές που ο Μ.Υ.5 απέδωσε στην εξέταση της υπόθεσης από ιατροδικαστικής απόψεως, ήταν και το γεγονός ότι ο ιατροδικαστής δεν προέβη άμεσα σε αυτοψίες του χώρου που υπέδειξαν τόσο η παραπονούμενη ότι υπέστη βιασμό από τον κατηγορούμενο, όσο και ο κατηγορούμενος ότι συνευρέθηκε ερωτικά με τη συναίνεση της παραπονούμενης. Είναι φανερό ότι ο μάρτυς, δεν συνυπολόγισε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος προέβαλε την εκδοχή του περί συναινετικής ερωτικής συνεύρεσης του με την παραπονούμενη σε συγκεκριμένο σημείο, για πρώτη φορά, καθ' oν χρόνο έδιδε ένορκη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε σημείο μάλιστα διαφορετικό από αυτό που υπέβαλε ο συνήγορος του στην παραπονούμενη, κατά το στάδιο της αντεξέτασης της. Κατά τον ίδιο τρόπο, η καταγραφή ως παράλειψη του ιατροδικαστή Σοφοκλέους, να προβεί σε ιατροδικαστική εξέταση του κατηγορούμενου, είναι φανερό ότι παραγνωρίζει το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος συνελήφθη σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο, τον Νοέμβριο του 2015, σε χρονικό διάστημα που συνδέθηκε με την παρούσα υπόθεση μέσω επιστημονικών εξετάσεων, σε επίπεδο γενετικού υλικού (DNA). Αποτέλεσε επίσης θέση του Μ.Υ.5, ότι η εκδοχή της παραπονούμενης σε σχέση με το χώρο που η τελευταία υπέδειξε ότι έλαβε χώρα το επεισόδιο του βιασμού της, θα πρέπει να απορριφθεί. Δικαιολόγησε την ως άνω κατάληξή του, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση του εδάφους στο συγκεκριμένο χώρο (χωράφι) την ημέρα που ο ίδιος είχε την ευκαιρία να τον επιθεωρήσει - ενωρίτερα την ίδια μέρα που προσήλθε στο Δικαστήριο και προσέφερε τη μαρτυρία του - σε συνδυασμό με τη διαβεβαίωση του συνηγόρου υπεράσπισης, ο οποίος τον οδήγησε και του υπέδειξε τον συγκεκριμένο χώρο, ότι ο τελευταίος βρισκόταν σε παρόμοια κατάσταση και στις 4.10.
  2. Εάν τέτοια ήταν η κατάσταση του χώρου, υπέδειξε, όπως ο ίδιος την αντιλήφθηκε κατά το χρόνο που την επιθεώρησε, θα έπρεπε στην πλάτη της παραπονούμενης να υπήρχαν σημάδια, πράγμα το οποίο δεν εντοπίζεται στις φωτογραφίες που λήφθηκαν κατά την ιατροδικαστική της εξέταση (Τεκμήριο 11, φωτογραφίες 14 και 15). Δεν μπορούμε παρά να σημειώσουμε, και πάλι, με κάθε σεβασμό προς τον μάρτυρα, την ελαφρότητα με την οποία ο τελευταίος τοποθετήθηκε επί του ζητήματος. Ανάμεσα σε άλλα, δεν φαίνεται να απασχόλησε τον μάρτυρα ότι το ζήτημα του εντοπισμού ή όχι περισσότερων ή λιγότερων τραυματισμών ή και σημαδιών στο σώμα ενός θύματος, αποτελεί ζήτημα πραγματικό, εξαρτώμενο σε κάθε περίπτωση από διάφορους παράγοντες, όπως η ένταση της πίεσης που ασκείται είτε απευθείας επί του θύματος, είτε μέσω της πίεσης του τελευταίου επί του εδάφους. Η ίδια η εξέλιξη ενός επεισοδίου, εξάλλου, είναι δυνατόν να καθορίσει την εύρεση περισσότερων ή λιγότερων, ακόμα δε σε κάποιες περιπτώσεις - ως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου - και καθόλου ευρημάτων τραυματισμού. Πέραν όμως από την ως άνω αδυναμία της ως άνω θέσης, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η ως άνω τοποθέτηση του μάρτυρα, απολήγει πραγματικά να είναι άνευ σημασίας και χωρίς οποιαδήποτε χρησιμότητα για τα ζητήματα που απασχολούν στην παρούσα. Τούτο γιατί, όπως διαπιστώνεται από τις αναφορές του ίδιου του Μ.Υ.5, ο χώρος όπου τον οδήγησε ο συνήγορος του κατηγορουμένου, υποδεικνύοντας του ότι ήταν το σημείο που η παραπονούμενη ισχυρίστηκε ότι υπέστη το βιασμό, δεν ήταν ο χώρος που πραγματικά η παραπονούμενη υπέδειξε (δέσμη φωτογραφιών Τεκμηρίου 10). Όπως ο Μ.Υ.5 εξήγησε, ο ως άνω χώρος στον οποίο οδηγήθηκε από το συνήγορο υπεράσπισης είναι χώρος όπου υπάρχουν κάγκελα, χώρος που σύμφωνα με μαρτυρία που προσήχθη σε προγενέστερο στάδιο από την πλευρά της υπεράσπισης, μέσω του Μ.Υ.3 και η οποία για λόγους που πιο κάτω αναφέρονται γίνεται αποδεκτή και από το Δικαστήριο, είναι διαφορετικός από το χώρο που η παραπονούμενη υπέδειξε στις 04.10.2015 και αποτυπώνεται στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου
  3. Ο Μ.Υ.5, χωρίς να αμφισβητεί τα ευρήματα του ιατροδικαστή Σοφοκλέους σε σχέση με τους τραυματισμούς της παραπονούμενης, αντίθετα, ενισχύοντας τη θέση του τελευταίου ότι οι τραυματισμοί της τελευταίας είχαν φορά από κάτω προς τα πάνω, σημείωσε ότι σε διαφορετική περίπτωση δεν θα εντοπίζονταν τραυματισμοί κάτω από το μαστό της παραπονούμενης. Εισηγήθηκε ωστόσο ότι οι τραυματισμοί στο σώμα της παραπονούμενης δεν μπορεί να προκλήθηκαν κατά τον τρόπο που εισηγήθηκε ο ιατροδικαστής Σοφοκλέους. Κατά τη δική του θέση, οι συγκεκριμένοι τραυματισμοί στο κορμό του σώματος της, θα μπορούσαν να προκληθούν καθ΄ ον χρόνο το μοτοποδήλατο επί του οποίου επέβαιναν ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη, έγειρε προς τα αριστερά και συρόμενο, διέγραψε ταυτόχρονα πλάγια και κυκλική κίνηση. Απέδωσε μάλιστα σε τούτο, το γεγονός ότι οι τραυματισμοί στο μπροστινό μέρος του σώματος της παραπονούμενης παρουσιάζονται περισσότεροι στην αριστερή πλευρά. Με δεδομένους τους τραυματισμούς που εντοπίστηκαν στο σώμα της παραπονούμενης, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι κατά την εξέλιξη του επεισοδίου δεν υπέστη οποιοδήποτε τραυματισμό, η πιο πάνω εισήγηση του Μ.Υ.5 όσον αφορά την πιθανή εξέλιξη των γεγονότων το συγκεκριμένο χρονικό σημείο και τον τρόπο πρόκλησης των τραυματισμών της παραπονούμενης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Εάν η εξέλιξη πραγμάτων ήταν όπως την εισηγείται ο περί ου ο λόγος μάρτυς, θα ανέμενε κανείς, εύλογα να υπάρχουν τραυματισμοί κυρίως στην αριστερή πλευρά του σώματος της παραπονούμενης, με δεδομένη την εισήγηση του μάρτυρα ότι το μοτοποδήλατο γέρνοντας σύρθηκε, κατά τον τρόπο που υπέδειξε, στη σκληρή επιφάνεια του οδοστρώματος ή του ποδηλατοδρόμου. Ομοίως, θα ανέμενε κανείς τον τραυματισμό κατά τον ίδιο τρόπο και του οδηγού της μοτοσυκλέτας, πρωτίστως στην αριστερή πλευρά του σώματος του. Είναι σημαντικό να σημειώσουμε πραγματευόμενοι το συγκεκριμένο ζήτημα, την απουσία οποιασδήποτε απόπειρας εκ μέρους του μάρτυρα Ματσάκη, στην περίπτωση που κάποιος αποδεχόταν την εισήγηση του όσον αφορά τον τρόπο τραυματισμού της παραπονούμενης, να εξηγήσει τον εντοπισμό τραυματισμού και στο δεξί γόνατο της παραπονούμενης. Ο συγκεκριμένος τραυματισμός, ο οποίος εντοπίστηκε και αποδόθηκε επίσης στην εξέλιξη του επεισοδίου, χωρίς τούτο να αμφισβητηθεί, δεν φαίνεται σε καμία περίπτωση να συνάδει με την εισήγηση του Μ.Υ.5 για τον τρόπο πρόκλησης των τραυματισμών που εντοπίστηκαν στο σώμα της παραπονούμενης. Το είδος και η ένταση των τραυματισμών στο σώμα της παραπονούμενης, φαίνεται εξάλλου να συνάδουν με τον τρόπο που εξηγήθηκε ότι αυτοί προκλήθηκαν, τόσο από την ίδια την παραπονούμενη όσο και από τον ιατροδικαστή Σοφοκλέους στην περίπτωση που η παραπονούμενη έπεσε από το μοτοποδήλατο με τον τρόπο που υπέδειξε ενώ το τελευταίο εξακολουθούσε να κινείται, με ταχύτητα τέτοια, ικανή πάντως να προκαλέσει το συγκεκριμένο είδος τραυματισμών. Σημειώνουμε ταυτόχρονα ότι ο Μ.Υ.5, παρά το γεγονός ότι χαρακτήρισε δύσκολο εγχείρημα ο κατηγορούμενος να έσπρωξε την παραπονούμενη κατά τον τρόπο που η τελευταία υπέδειξε, με αποτέλεσμα η παραπονούμενη να πέσει από το μοτοποδήλατο, (παραπέμποντας και στο σωματότυπο του κατηγορούμενου και της παραπονούμενης) ωστόσο, δεν απέκλεισε τούτο. Είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε την παραπονούμενη καθ' ον χρόνο κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρος. Να ακούσουμε το λόγο της, να παρατηρήσουμε τη συμπεριφορά της, να δούμε τις αντιδράσεις της. Έχουμε τη δυνατότητα να αντιπαραβάλουμε, νοητικά και ουσιαστικά, τη μαρτυρία της με τη μαρτυρία των υπόλοιπων μαρτύρων, τα τεκμήρια που έχουμε ενώπιον μας αλλά και τις θέσεις της υπεράσπισης. Δεν έχουμε τον παραμικρό ενδοιασμό να αποδώσουμε σε αυτή το χαρακτηρισμό του μάρτυρα της αλήθειας. Είμαστε σε θέση, με απόλυτη βεβαιότητα, να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η παραπονούμενη μετέφερε στο Δικαστήριο, με ειλικρίνεια, όσα η ίδια βίωσε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, πείθοντας για την αλήθεια των λεγομένων της. Ανεπιφύλακτα κρίνεται ειλικρινής και αξιόπιστος μάρτυρας. Κατέθεσε στο Δικαστήριο με λόγο σταθερό, πειστικό, αυθεντικό και πηγαίο, χωρίς ταλαντεύσεις, σφραγίζοντας την αντίληψη του Δικαστηρίου για την αυθεντικότητα του λόγου της. Με αμεσότητα απαντούσε στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν, χωρίς ίχνος αμφιβολίας για τα γεγονότα που βίωσε και περιέγραφε, θέτοντας υπόψη του Δικαστηρίου πλείστες όσες λεπτομέρειες, σε σχέση με την εξέλιξη των επίδικων γεγονότων, χωρίς αντιφάσεις, αυτοαναιρέσεις ή διαφοροποιήσεις, όσες φορές και αν κλήθηκε, καθ' ον χρόνο κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου να τα επαναλάβει. Παρέμεινε σταθερή, κατηγορηματική και ακλόνητη. Τούτο δε, παρά την μακρά, επίπονη και ενίοτε σφοδρή αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε. Η ως άνω αντίληψη του Δικαστηρίου για την ποιότητα της μαρτυρίας της παραπονούμενης, θα πρέπει να σημειωθεί, ότι διαμορφώθηκε, μετά που αυτή προσεγγίστηκε από το Δικαστήριο με πολλή προσοχή, διερευνητική διάθεση και βεβαίως την απαιτούμενη υπό τις περιστάσεις επιφυλακτικότητα. Όπως κατ' επανάληψη έχει σημειωθεί, στις περιπτώσεις σεξουαλικών αδικημάτων, η προσοχή και η εγρήγορση του Δικαστηρίου, στην προσέγγιση της μαρτυρίας, οφείλει και πρέπει να βρίσκεται στην πλήρη της δυναμική. Απασχόλησε, στα πλαίσια των πολλών και πολυεπίπεδων προσεγγίσεων της μαρτυρίας της παραπονούμενης, κατά το στάδιο της αξιολόγησης της, το ενδεχόμενο οι τοποθετήσεις της και η εν γένει καταγγελία της σε βάρος του κατηγορούμενου να ήταν το αποτέλεσμα ιδιοτελών κινήτρων, (διεκδίκηση αποζημιώσεων) όπως προωθήθηκε μέσω υποβολών, από την υπεράσπιση. Υπό το σύνολο των συνθηκών, που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση, ως έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, αλλά και στη βάση της αναντίλεκτης επί του ζητήματος, μαρτυρίας της παραπονούμενης, ότι δηλαδή η ασφάλεια υγείας της εταιρείας Kanika Olympic Lagoon Resorts Paphos, στην οποία εργοδοτείτο, δεν κάλυπτε αυτές τις περιπτώσεις, δεν διαπιστώνεται κάτι τέτοιο. Ούτε οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο, ξένο προς την υποχρέωση και το καθήκον της ως μάρτυρα να πει την αλήθεια, έχουμε ανιχνεύσει, δυνάμενο να αποδοθεί στη συγκεκριμένη μάρτυρα, ικανό να πλήξει την αξιοπιστία της, την αυθεντικότητα του λόγου της και την εν γένει εξαιρετική ποιότητα της μαρτυρίας της. Πέραν από τις γενικές και αόριστες υποβολές περί του αντιθέτου, κανένα στοιχείο ή μαρτυρία δεν τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, ικανά, να διαφοροποιήσουν την ως αν αντίληψη μας. Διυλίσαμε επίσης, αξιολογικά, το γεγονός ότι δεν εντοπίστηκαν οποιοιδήποτε τραυματισμοί, δυνάμενοι να αποδοθούν σε άσκηση βίας κατά την σεξουαλική πράξη ή σημάδια στην πλάτη της παραπονούμενης, αποτέλεσμα, ως τέθηκε από την υπεράσπιση, της επαφής της με το έδαφος. Έχουμε ήδη σημειώσει, ότι ο εντοπισμός ή όχι περισσότερων ή λιγότερων τραυματισμών, αποτελεί, ούτως ή άλλως, ζήτημα πραγματικό εξαρτώμενο σε κάθε περίπτωση, από διάφορους παράγοντες. Πέραν τούτου, η παραπονούμενη εξήγησε ότι η ίδια, λόγω του φόβου και του σοκ που υπέστη από την δραματικά δυσάρεστη εξέλιξη των γεγονότων για την ίδια, πέραν της αρχικής αντίδρασης της, (φώναξε για βοήθεια) ήταν ανήμπορη να αντιδράσει και να αντισταθεί ουσιαστικά. Ο ιατροδικαστής Σοφοκλέους, αναφερόμενος στη μη ανεύρεση κακώσεων στα εξωτερικά γεννητικά όργανα της παραπονούμενης, εξήγησε ότι η μη ύπαρξη των κλασσικών ευρημάτων του βιασμού, δεν αποκλείει το βιασμό υποδεικνύοντας ότι αντιμετώπισε πολλές περιπτώσεις βιασμών, στις οποίες τα θύματα δεν αντέδρασαν επικαλούμενα το φόβο. Με τη θέση αυτή, ομονόησε, ως θέμα αρχής τουλάχιστον και ο ιατροδικαστής Ματσάκης. Η Ruth Greenhalgh, (Μ.Κ.7) εξήγησε ότι η παραπονούμενη, κατά τον ουσιώδη χρόνο, είχε «παγώσει» και γι' αυτό «παραδόθηκε» στις ορέξεις του κατηγορούμενου χωρίς να αντεπιτεθεί. Απέδωσε ουσιαστικά τούτο, όπως αναφέρει στην έκθεσή της, (Έγγραφο Ζ) στο ψυχολογικό φαινόμενο που δυνατό να βιώσει κάποιος όταν έρχεται αντιμέτωπος με ένα εξαιρετικά τραυματικό γεγονός, γνωστό ως Tonic Immobility, (προσωρινή παράλυση) - παραπέμποντας προς τούτο και στο τεκμήριο 23 - υποδεικνύοντας ότι «είναι μια καλά παγιωμένη ακούσια αντανακλαστική αντίδραση στο φόβο, επηρεάζοντας το ερέθισμα. Αυτή η αντίδραση είναι μια απόλυτα αμυντική αντίδραση και δεδομένου ότι είναι ακούσια και αντανακλαστική, είναι απολύτως πέρα από τον έλεγχο του προσώπου, που τη βιώνει». Στην υπό συζήτηση περίπτωση, όπως ευκρινώς σημειώνει στην ίδια έκθεση της η Μ.Κ.7, και γίνεται αποδεκτό από το Δικαστήριο, η έλλειψη αντίδρασης από την παραπονούμενη, δεν υποδεικνύει συγκατάβαση στα γεγονότα, αλλά πόσο φοβερό και ανεπιθύμητο ήταν το τραυματικό γεγονός για αυτή ενόσω τελούσε υπό το κράτος των απειλών του κατηγορούμενου, ότι θα τη σκοτώσει εάν συνέχιζε να φωνάζει, εκλιπαρώντας για βοήθεια. Απασχόλησε περαιτέρω το ζήτημα της κατάστασης, στην οποία βρισκόταν η παραπονούμενη, λόγω της κατανάλωσης, σύμφωνα με τη μαρτυρία της, αλκοολούχων ποτών, πριν από το επίδικο επεισόδιο, σε μπαρ στον Κόλπο των Κοραλίων και στην Κάτω Πάφο, σε συνάρτηση με την υπερασπιστική εκδοχή, ότι ήταν σε κατάσταση μέθης, αναζητώντας ευκαιριακό σεξ. Έχουμε ήδη καταγράψει τους λόγους για τους οποίους απορρίψαμε την ως άνω εκδοχή περί μέθης της παραπονούμενης κατά πάντα ουσιώδη χρόνο. Η τελευταία, δεν είχε οποιοδήποτε ενδοιασμό να αποκαλύψει το γεγονός ότι είχε καταναλώσει αλκοόλ ενωρίτερα το συγκεκριμένο βράδυ. Ένδειξη και αυτό του ανεπιτήδευτου της μαρτυρίας της και της ειλικρίνειάς της. Αναφέρθηκε μάλιστα με λεπτομέρεια στα κέντρα διασκέδασης στα οποία μετέβη ενωρίτερα, και στην ποσότητα των ποτών που κατανάλωσε σε κάθε ένα από αυτά. Απέρριψε όμως κατηγορηματικά τον πιο πάνω υπερασπιστικό ισχυρισμό, ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, δεν επιβεβαιώνεται από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ως αυτή έγινε αποδεκτή. Η ευκρίνεια των γεγονότων, τα οποία κατ' επανάληψη διηγήθηκε, όπως επισημαίνει και η κλινική ψυχολόγος στην έκθεσή της, (Έγγραφο Ζ) δεν παραπέμπει σε πρόσωπο το οποίο είχε πιεί υπερβολικά, αφού σε τέτοια περίπτωση δεν θα ήταν σε θέση να κάνει τόσο ξεκάθαρη και λογική διήγηση των γεγονότων της υπόθεσης, αποτέλεσμα της σοβαρής επίδρασης που θα είχε η κατανάλωση υπερβολικού αλκοόλ στη μνήμη, διαταράσσοντας την ικανότητα διαμόρφωσης μακροπρόθεσμων αναμνήσεων. Ζήτημα στο οποίο επίσης στρέψαμε την προσοχή μας αποτελεί το γεγονός, ως υπέδειξε ο ιατροδικαστής Ματσάκης, ότι στο κολάν (τεκμήριο 4) που φορούσε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, παρά την πτώση της από το μοτοποδήλατο στη σκληρή επιφάνεια του ποδηλατόδρομου και τον τραυματισμό της στα γόνατα, δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε φθορά (σχίσημο ή τριψίματα) στο ύψος των γονάτων. Πέραν του γεγονότος ότι το ζήτημα δεν τέθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο στην παραπονούμενη κατά τρόπο που θα δινόταν η ευκαιρία στο Δικαστήριο να ακούσει τη θέση της επί τούτου, αποτελεί αισθανόμαστε ζήτημα κοινής λογικής ότι σε κάθε περίπτωση τραυματισμού, ακόμα και του είδους που η παραπονούμενη υπέστη στα γόνατα κατά τον τρόπο που διατείνεται, δεν εξυπακούεται, άνευ άλλου τινός και νομοτελειακά η ταυτόχρονη καταστροφή των ενδυμάτων του κατά τον τρόπο που αφέθηκε να νοηθεί από τον ιατροδικαστή Ματσάκη. Άλλωστε, στο μπροστινό μέρος του τζην πουκαμίσου (τεκμήριο 2) που η κατηγορούμενη φορούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο, παρά το γεγονός ότι στο σώμα της εντοπίστηκαν οι τραυματισμοί που αποτυπώνονται στις φωτογραφίες του τεκμηρίου 11, δεν εντοπίζεται ανάλογη φθορά. Με εφόδιο πάντα τις δυνατότητες που μπορεί να προσφέρει η απλή παρατήρηση, σημειώνουμε ταυτόχρονα ότι στη φωτογραφία 11 του τεκμηρίου 14 όπου εντοπίζεται η παραπονούμενη, καθ΄ ον χρόνο κινείται πεζή, κατευθυνόμενη στην οικία της, πριν επιβιβαστεί στο μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και την εξέλιξη των γεγονότων που ακολούθησαν όπως η ίδια τα περιγράφει, η τελευταία φαίνεται να έχει τραβηγμένο το παντελόνι της, (κολάν) στο ύψος του γόνατος. Καθ΄ όλα θετική υπήρξε η αντίληψη του Δικαστηρίου για την ποιότητα της μαρτυρίας του Ελευθέριου Χαριλάου, (Μ.Υ.1). Δεν έχουμε οποιαδήποτε αμφιβολία ότι πρόκειται για ειλικρινή μάρτυρα, αποστασιοποιημένο από τα γεγονότα και τους πρωταγωνιστές τους, ο οποίος, ως μάρτυρας της αλήθειας, επιχείρησε να βοηθήσει το έργο του Δικαστηρίου. Με τρόπο πειστικό, παραπέμποντας σε φωτογραφίες και στις αεροφωτογραφίες - χάρτες που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, αντιπαραβάλλοντας και συγκρίνοντας τις αποσαφήνισε και συγκεκριμενοποίησε το χώρο (χωράφι) που η παραπονούμενη, κατά την 04.10.2015, υποδεικνύει στις φωτογραφίες του τεκμηρίου 10, ότι υπέστη το βιασμό. Εξήγησε στο Δικαστήριο, κατά τρόπο κατανοητό και πειστικό, παραπέμποντας σε σχετικές φωτογραφίες και στον περιβάλλοντα χώρο που αυτές απεικονίζουν, όπως και στις αεροφωτογραφίες - χάρτες που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, ότι ο αστυνομικός εξεταστής της υπόθεσης, (Μ.Κ.5) λανθασμένα τοποθέτησε το σημείο Χ6, ως το σημείο βιασμού και κλοπής, στο τεκμήριο 13 και ότι το χωράφι, που η παραπονούμενη υποδεικνύει στις φωτογραφίες του τεκμηρίου 10, εντός του οποίου διατείνεται ότι υπέστη τον βιασμό, είναι αυτό που ο ίδιος σημείωσε με το σημείο ΧΕΧ στην αεροφωτογραφία - χάρτη (τεκμήριο 32) και του οποίου η σημερινή κατάσταση απεικονίζεται, μεταξύ άλλων, στη φωτογραφία 24 του τεκμηρίου
  4. Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Ως έχουμε ήδη σημειώσει, δεν θεωρούμε ότι το ως άνω, προφανές λάθος του Μ.Κ.5, οφείλεται σε οποιαδήποτε σκοπιμότητα, αφού το τεκμήριο 13 που ο ίδιος ετοίμασε, όπως και το τεκμήριο 32 που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου από την πλευρά της υπεράσπισης, κατατέθηκε με προφανή στόχο την υποβοήθηση του έργου του Δικαστηρίου στην κατανόηση των επιδίκων ζητημάτων της υπόθεσης. Με το ίδιο σκεπτικό, δεν αποδίδουμε οποιαδήποτε ιδιαίτερη σημασία στην υιοθέτηση και από την παραπονούμενη, καθ΄ ον χρόνο η τελευταία κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα, του σημείου Χ6, ως του χώρου του οποίου υπέστη το βιασμό. Έχουμε εξ' άλλου κατά νου ότι η ίδια, ως ανέφερε, δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίζει χάρτες, πολύ δε περισσότερο δεν γνώριζε την συγκεκριμένη περιοχή, αφού πέρα της 04.10.2015 που εξελίχθησαν τα γεγονότα, επισκέφθηκε το συγκεκριμένο χώρο ακόμη μία φορά, σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο. Σε κάθε περίπτωση, η μάρτυς ήταν κατηγορηματική ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν στο χώρο που η ίδια υπέδειξε στις 04.10.2015, κατά τον τρόπο που αποτυπώνεται τούτο στις φωτογραφίες του τεκμηρίου 10, χώρος που ως έχουμε ήδη αποδεχθεί είναι ο χώρος που αποτυπώνεται με το σημείο ΧΕΧ στην αεροφωτογραφία - χάρτη (τεκμήριο 32) και του οποίου η σημερινή κατάσταση απεικονίζεται, μεταξύ άλλων, στη φωτογραφία 24 του τεκμηρίου
  5. Επισημαίνουμε το γεγονός ότι η μαρτυρία του κλινικού ψυχολόγου Χρίστου Σταύρου, (Μ.Υ.2) εκ των πραγμάτων δεν προσφέρει οτιδήποτε στην επίλυση των ουσιαστικών θεμάτων της υπόθεσης. Η υπεράσπιση, η οποία κάλεσε τον περί ου ο λόγος μάρτυρα, δεν επέμενε στην εξασφάλιση των τοποθετήσεων του μάρτυρα σε σχέση τουλάχιστον με ζητήματα της επιστημοσύνης του. Η θέση του ότι το φάρμακο Ativan (το οποίο χορήγησε στην παραπονούμενη στις 04.10.2015 η ιατρός Ιφιγένεια Χαραλάμπους, (Μ.Κ.6)) χορηγείται από το Τμήμα Πρώτων Βοηθειών όταν διαπιστωθεί ότι κάποιος είναι σε υπερβολική ένταση και σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, γίνεται αποδεκτή. Ως έχει ήδη σημειωθεί, ο κατηγορούμενος, καταθέτοντας από το εδώλιο του μάρτυρα, προέβαλε για πρώτη φορά την εκδοχή περί συναινετικού σεξ με την παραπονούμενη, παρουσιάζοντας την τελευταία ως μία κοπέλα που του έδωσε την εντύπωση ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο κυκλοφορούσε αναζητώντας τον περιστασιακό - ευκαιριακό έρωτα. Αντιλήφθηκε τούτο, υποστήριξε, από την πρώτη στιγμή που την είδε, αφού η τελευταία, για να του τραβήξει τη προσοχή του σφύριξε και στη συνέχεια, χωρίς να του πει οτιδήποτε, ανέβηκε στο μοτοποδήλατο του με εμφανή κατά τον ίδιο διάθεση να κάνει σεξ μαζί του. Το μόνο του λάθος, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, ήταν ότι μετά την ερωτική πράξη μαζί της, έκλεψε την τσάντα της και ότι αυτή περιείχε. Πριν την ενασχόληση γενικότερα με την εκδοχή του κατηγορούμενου και ειδικότερα με τη μαρτυρία του τελευταίου σε σχέση με την εξέλιξη των γεγονότων κατά τον ουσιώδη χρόνο, είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι η πιο πάνω αφήγηση γεγονότων από την πλευρά του, δεν ήταν η εκδοχή του για την εξέλιξη των πραγμάτων κατά τον χρόνο που ο ίδιος συνελήφθη από την αστυνομία, στις 09.11.
  6. Τότε, στην ανακριτική κατάθεση που του λήφθηκε την ίδια ημέρα, (τεκμήριο 18) υποστήριξε μεταξύ άλλων ότι στις 04.10.2015, γύρω στις 04:00-05:00 επέστρεφε, μετά από νυχτερινή διασκέδαση, πεζός στο σπίτι του και ότι δεν οδήγησε μοτοσυκλέτα ή μοτοποδήλατο, ως επίσης ότι δεν είχε γνωρίσει, ούτε είχε σεξουαλική επαφή με γυναίκα, προσθέτοντας ότι, λόγω σοβαρού τραυματισμού που είχε υποστεί σε τροχαίο ατύχημα, στις 30.09.2014, (κάταγμα λεκάνης) έκτοτε δεν είχε σεξουαλική επαφή, παρόλο που είχε κανονική στύση και εκσπερμάτωση. Ο κατηγορούμενος, υποστήριξε από το εδώλιο του μάρτυρος, ότι ο λόγος που είπε ψέματα στην αστυνομία και στην κατάθεση του ημερ. 09.11.2015, ήταν επειδή φοβήθηκε, καθότι είχε κλέψει την τσάντα της παραπονούμενης. Πέρα και ανεξάρτητα από την υιοθέτηση ή μη της ως άνω δικαιολογίας που ο κατηγορούμενος προβάλλει για τη διαφοροποίηση της εκδοχής του όσον αφορά την εξέλιξη των γεγονότων κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, και την ύπαρξη ή μη αλλότριων κινήτρων εκ μέρους του προς τούτο, ζήτημα το οποίο θα μας απασχολήσει σε μεταγενέστερο στάδιο, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην εξέταση της μαρτυρίας του κατηγορούμενου όπως προβλήθηκε από το εδώλιο του μάρτυρα και ευρύτερα των θέσεων της υπεράσπισης όσον αφορά την εξέλιξη των γεγονότων, διερευνώντας, καθηκόντως, κατά πόσο η τελευταία δύναται να διέλθει από τη βάσανο της αξιολογικής διύλισης, πείθοντας ότι η εξέλιξη των πραγμάτων κατά πάντα ουσιώδη χρόνο είναι ως προκρίνεται από την πλευρά του κατηγορούμενου. Το δικαϊκό μας σύστημα, αναγνωρίζει στους δικηγόρους θεσμικό ρόλο στην όλη δικαστική διαδικασία. Διατηρούν οι τελευταίοι, παράλληλα, ευρύτατες εξουσίες όσον αφορά την υπόθεση του πελάτη τους. Είναι νομολογημένο ότι ο δικηγόρος υπέχει θέση αντιπροσώπου του πελάτη του και δηλώσεις που γίνονται από αυτόν στη παρουσία του πελάτη, δεσμεύουν τον τελευταίο (βλ. κατ' αναλογία Γιουρούκης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 402, Πήττα κ.α. ν. Δήμου Στροβόλου, Πολιτική Έφεση Αρ.126/10, ημερ. 24.4.2015 και Μαρσέλλο κ.α. v Κωνσταντίνου Ποινική Έφεση Αρ.167/2013 ημέρ. 18.01.2017). Η διάσταση μεταξύ θέσεων που υποβάλλονται από την πλευρά της υπεράσπισης και μαρτυρίας του κατηγορούμενου σε σχέση με τα ίδια ζητήματα, αποτελεί πραγματικότητα που δημιουργεί ρήγματα, δυνάμενη να κλονίσει στο τέλος της ημέρας, στις κατάλληλες περιπτώσεις, την εκδοχή της υπεράσπισης. Στην υπό συζήτηση περίπτωση ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου, κατά τη διάρκεια της μακράς αντεξέτασης της παραπονούμενης υπέβαλε θέσεις οι οποίες, όχι μόνο είναι διαφορετικές από τις τοποθετήσεις του ίδιου του κατηγορούμενου καθ' ον χρόνο έδιδε μαρτυρία από το εδώλιο του μάρτυρα, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις έρχονται και σε πλήρη αντίθεση. Δεν αναφερόμαστε ασφαλώς μόνο στο γεγονός της διάστασης της θέσης που υποβλήθηκε στην παραπονούμενη, ως θέση της υπεράσπισης, με υπόδειξη μάλιστα επί της αεροφωτογραφίας - χάρτη, (τεκμήριο 13) ως προς τον χώρο που έλαβε χώρα η ερωτική συνεύρεση μεταξύ του κατηγορούμενου και της παραπονούμενης και της διαφορετικής τοποθέτησης του κατηγορούμενου επί του ζητήματος, καθ' ον χρόνο κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρος. Παρά το γεγονός ότι οι ως άνω υποβολές προς την παραπονούμενη έγιναν στην παρουσία του κατηγορούμενου, με τον οποίο ο συνήγορος υπεράσπισης, με την άδεια του Δικαστηρίου, ανάλογα διαβουλευόταν, ενώ συνοδεύτηκαν με ανάλογη υπόδειξη επί του τεκμηρίου 13, επί του οποίου, ως διαφάνηκε και έγινε αποδεκτό από το Δικαστήριο με αποδοχή μαρτυρίας που προσήχθη από την πλευρά της υπεράσπισης, (Μ.Υ.3) δεν αποτυπώνεται το σημείο που τελικά υπέδειξε ο κατηγορούμενος καταθέτοντας στο Δικαστήριο, με δεδομένη την παρανόηση, σύγχυση και το λάθος του συνηγόρου υπεράσπισης όπως ο ίδιος δήλωσε, απόρροια και αποτέλεσμα των λανθασμένων αναφορών του εξεταστή της υπόθεσης για το θέμα, ως προέβαλε, οι οποίες παράσυραν και τον ίδιο, σε συνδυασμό με τη δήλωση του κατηγορούμενου περί δυσκολίας του να αντιλαμβάνεται χάρτες, δεν θεωρούμε, ότι η ως άνω αναντιστοιχία θα μπορούσε να απομονωθεί και ως τέτοια, από μόνη της να προκαλέσει ανάλογο ρήγμα στην εκδοχή της υπεράσπισης Δεν είναι όμως μόνο η πιο πάνω, η μοναδική ανακολουθία μεταξύ υποβολής θέσεων για την εξέλιξη των γεγονότων και τοποθετήσεων του κατηγορούμενου. Αποτέλεσε θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου υπεράσπισης, η οποία υπεβλήθη μετ' επιτάσεως στην αντεξεταζόμενη παραπονούμενη, ότι η τελευταία, μετά την ολοκλήρωση της συνεύρεσης της με τον παραπονούμενο, σκούπισε το πέος του τελευταίου και στη συνέχεια προχώρησε σε πεοθηλασμό του. Αντίθετα, καταθέτοντας από το εδώλιο του μάρτυρος, ο κατηγορούμενος υπέδειξε ότι το μόνο πράγμα που έγινε μετά τη ολοκλήρωση της συνεύρεσης και την εκσπερμάτωση του ήταν να σηκωστεί πάνω και παίρνοντας την τσάντα της παραπονούμενης να αποχωρήσει, λέγοντας της «bye-bye». Η αναφορά του σε μεταγενέστερο στάδιο της μαρτυρίας του - αποδίδοντας τούτο στο γεγονός ότι δεν το θυμήθηκε σε προγενέστερο στάδιο που τοποθετήθηκε για το ζήτημα - ότι μετά την σεξουαλική πράξη ο ίδιος σκουπίστηκε, όχι μόνο δεν πείθει, αφού εμφανής ήταν η προσπάθεια του να επανέλθει στο θέμα αντιλαμβανόμενος την διάσταση των αναφορών του με τις θέσεις που υποβλήθηκαν μέσω του δικηγόρου του. Ακόμα όμως και στην περίπτωση που γινόταν αποδεκτή η μεταγενέστερη τοποθέτησή του, είναι φανερό ότι δεν διαφοροποιεί τούτο, και πάλι, την διαπίστωση της διάστασης. Υπεβλήθηκε στην παραπονούμενη από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης, πως καθ' ον χρόνο η τελευταία επιβιβάστηκε στο μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και μέχρι να φτάσουν στο σημείο όπου τελικά προχώρησαν σε συναινετικό σεξ, η ίδια, καθ' οδό φιλούσε τον κατηγορούμενο στο λαιμό και στα αυτιά. Η θέση όμως του κατηγορούμενου ήταν πως αμέσως μετά την επιβίβαση της παραπονούμενης στο μοτοποδήλατο δεν έγινε οτιδήποτε και ότι ο ίδιος, χωρίς να πουν οτιδήποτε ή να συμβεί κάτι μεταξύ τους, οδήγησε το μοτοποδήλατο μέχρι του σημείου όπου κατά τον τρόπο που εισηγήθηκε έπεσαν από το μοτοποδήλατο και στη συνέχεια, κρατώντας χέρι-χέρι κινήθηκαν με τον τρόπο που ανέφερε στο σημείο όπου είχαν συναινετική σεξουαλική επαφή. Ανεξάρτητα από τις πιο πάνω επισημάνσεις, η εκδοχή του κατηγορούμενου από μόνη της, ως αφήγημα γεγονότων, παρουσιάζει αδυναμίες, μη δυνάμενη να πείσει ότι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Τούτο, ανεξάρτητα από την εικόνα που αποκομίσαμε για την κακή ποιότητα της μαρτυρίας του κατηγορούμενου. Ο τελευταίος, με εμφανή την έλλειψη πειστικότητας, ενίοτε νευρικός και χωρίς αυθορμητισμό, απόρροια προφανώς του στόχου του να αποστασιοποιηθεί από τις πράξεις που του αποδίδονται, δεν διατηρούμε καμία αμφιβολία ότι δεν είχε οποιοδήποτε δισταγμό να παραστήσει γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Αποτέλεσε θέση του κατηγορούμενου ότι η παραπονούμενη, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, αφού του σφύριξε, αναγκάζοντας τον να κάνει επαναστροφή και να την πλησιάσει, χωρίς να του αναφέρει οτιδήποτε ανέβηκε στο μοτοποδήλατο που οδηγούσε. Ο ίδιος, ο οποίος κατευθυνόταν σε συγκεκριμένο προορισμό (παραλία σε ερημική περιοχή) αλλάζει κατεύθυνση, κινούμενος πλέον στο δρόμο που οδηγεί στην περιοχή που βρίσκεται η οικία της παραπονούμενης, γεγονός που ως διατείνεται δεν το γνωρίζει. Αυταπόδεικτη είναι πιστεύουμε η αδυναμία της πιο πάνω θέσης. Πέραν από την αδυναμία που παρουσιάζει η θέση ότι την δεδομένη χρονική στιγμή η παραπονούμενη επιβιβάστηκε στο μοτοποδήλατο χωρίς να συνεννοηθούν μεταξύ τους προς τούτο, το γεγονός ότι η κατεύθυνση που ακολουθεί πλέον ο κατηγορούμενος οδηγός του μοτοποδηλάτου είναι προς την οικία της παραπονούμενης ενισχύει την εκδοχή της παραπονούμενης ότι ο κατηγορούμενος, αφού συνεννοήθηκαν προς τούτο, προσφέρθηκε να την μεταφέρει στο σπίτι της. Εύλογα διερωτάται ο τρίτος παρατηρητής, αν η κατάσταση πραγμάτων ήταν όπως επιχείρησε, ανεπιτυχώς, να την παρουσιάσει ο κατηγορούμενος, γιατί δεν συνέχισε την πορεία του προς την ερημική παραλία που ήδη κατευθυνόταν, για να προσφέρει στην παραπονούμενη αυτό που ο ίδιος διατείνεται ότι αντιλήφθηκε πως η παραπονούμενη «ήθελε». Περαιτέρω, αν πράγματι η παραπονούμενη «ήθελε», διερωτάται κανείς γιατί να μην οδηγηθούν στο σπίτι της, κοντά στο οποίο ήδη βρίσκονταν. Εντύπωση σε κάθε περίπτωση προκαλεί η επιμονή του κατηγορούμενου στη θέση ότι ο ίδιος, από την πρώτη στιγμή που συνάντησε την παραπονούμενη μέχρι να φτάσουν στο σημείο που υπέδειξε ότι συναινετικά συνευρέθηκαν ερωτικά δεν μίλησε με την παραπονούμενη. Στην τελευταία, συστήθηκε μόνο στο συγκεκριμένο σημείο, αναφέροντας της μάλιστα όχι μόνο το όνομα αλλά και το επίθετο του. Πέραν του ότι είναι προφανές κατά την αντίληψή μας, ότι η πιο πάνω θέση του προβάλλεται στο πλαίσιο της στοχευμένης προσπάθειας του να φανεί συνεπής στη θέση του ότι δεν γνωρίζει αγγλικά, έστω για σκοπούς τυπικής συνεννόησης, έχοντας κατά νου την εξέλιξη των γεγονότων, όπως ο ίδιος την εισηγείται, (πτώση τους από το μοτοποδήλατο και αδιαμφισβήτητος από τα μέρη τραυματισμός της παραπονούμενης) η επιμονή του ότι δεν αντάλλαξαν ούτε λέξη μεταξύ τους, δεν παρουσιάζει επίσης λογική συνέχεια. Θα ανέμενε κανείς ότι το πρώτο μέλημα του κατηγορούμενου θα ήταν να ενδιαφερθεί αν η συνεπιβάτης του κτύπησε και ανάλογα να την βοηθήσει και όχι, όπως εισηγήθηκε, πιάνοντας την από το χέρι σαν να μην συνέβαινε τίποτε, να κινηθούν και οι δύο σε παραπλήσιο χώρο, παραμένοντας στο μεταξύ σιωπηλοί για να επιδοθούν στη συνέχεια σε συναινετικό σεξ αφού ο κατηγορούμενος, (μόνο τότε ) της συστηθεί. Είναι σημαντικό αισθανόμαστε να σημειώσουμε και τούτο. Με δεδομένο ότι η παραπονούμενη, η οποία ως της υποβλήθηκε ήθελε ούτως ή άλλως να εκδικηθεί τον κατηγορούμενο για την κλοπή της τσάντας της, γνώριζε το ονοματεπώνυμο του τελευταίου, αφού ο ίδιος της συστήθηκε, θα ανέμενε κανείς, όταν κατέφυγε στην αστυνομία καταγγέλλοντας το περιστατικό, να αναφέρει το ονοματεπώνυμο του κατηγορουμένου και όχι να υποδεικνύει ότι το πρόσωπο που σταμάτησε και προσφέρθηκε να την μεταφέρει στην οικία της, της συστήθηκε ως Ανδρέας. Ο κατηγορούμενος δικαιολόγησε το γεγονός ότι ο ίδιος δεν τραυματίστηκε καθόλου όταν έπεσαν από το μοτοποδήλατο γέρνοντας προς τα αριστερά, κατά τον τρόπο που εισηγείται, υποδεικνύοντας ότι έπεσε πάνω στην παραπονούμενη. Την ως άνω εκδοχή, σε κάποιο τουλάχιστο βαθμό, ενίσχυσε με τις τοποθετήσεις του ο ιατροδικαστής Ματσάκης (Μ.Υ.5). Έχουμε ήδη σημειώσει τους λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τον τρόπο που ο Μ.Υ.5 υποστήριξε ότι το μοτοποδήλατο κινήθηκε συρόμενο γέρνοντας αριστερά. Ούτε η θέση του κατηγορούμενου, αυτούσια, ότι δηλαδή στην προσπάθεια να κινηθεί αριστερά ανεβαίνοντας προς τη διάβαση το μοτοποδήλατο έσβησε και έγειρε αριστερά, με αποτέλεσμα οι επιβαίνοντες να πέσουν κάτω από αυτό γίνεται αποδεκτή. Σε τέτοια περίπτωση θα ήταν αναπόφευκτο, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη μας, ότι η παραπονούμενη θα τραυματιζόταν και στην αριστερή πλευρά του σώματος της, με την οποία θα συνελείτο πρωτίστως η πρόσκρουση της στο έδαφος μετά την πτώση των επιβαινόντων από το μοτοποδήλατο. Ο δε τραυματισμός της στο δεξί γόνατο, δεν παρουσιάζεται συμβατός με τον τρόπο που ο παραπονούμενος προέβαλε ότι επήλθε η πτώση. Εντύπωση επίσης προκαλεί το γεγονός - υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα την αδυναμία της εισήγησης του κατηγορούμενου για το ζήτημα - ότι ο ίδιος, όντας οδηγός του μοτοποδηλάτου υπό τις συνθήκες που περιγράφει ότι έπεσαν από το μοτοποδήλατο, δεν τραυματίστηκε ούτε κατ' ελάχιστο. Η δικαιολογία που επιχείρησε να προβάλει, ότι δηλαδή το σώμα της παραπονούμενης λειτούργησε ως ασπίδα για τον ίδιο, υπό τις συνθήκες που ο ίδιος διατείνεται ότι επισυνέβη η πτώση, δεν μπορεί να υιοθετηθεί και απορρίπτεται. Το Δικαστήριο για τους λόγους που πιο πάνω ενδεικτικά έχουν καταγραφεί δεν είναι διατεθειμένο να αποδεχθεί τη μαρτυρία του κατηγορουμένου όσον αφορά την εξέλιξη των ουσιαστικών γεγονότων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση και γενικότερα την εκδοχή που επιχείρησε να παρουσιάσει καθ' ον χρόνο κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα. Είναι φανερό κατά την αντίληψη μας, ότι ο κατηγορούμενος, με την πάροδο του χρόνου, ενόψει και της ανεύρεσης γενετικού υλικού του στο κολάν και στα κολπικά επιχρίσματα της παραπονούμενης, αντιλήφθηκε ότι η αρχική εκδοχή του δεν θα μπορούσε με ευκολία να γίνει πιστευτή, ως εκ τούτου, επέλεξε πλέον να προβάλει την εκδοχή της συναινετικής συνεύρεσης. Στρέφοντας την προσοχή μας στη μαρτυρία, αναφορές και τοποθετήσεις του Μ.Υ.3, Ανδρέα Πελιβανίδη, σημειώνουμε εξαρχής ότι έχουμε υπόψη μας τη βασική αρχή ότι η συγγενική ή φιλική σχέση ενός μάρτυρα με ένα κατηγορούμενο, από μόνη της - στη συνήθη ροή των πραγμάτων - δεν μπορεί να αποτελέσει εύλογη βάση αμφισβήτησης της αξιοπιστίας του, παρόλο που αναλόγως των συνθηκών της κάθε περίπτωσης μπορεί να αποβεί κρίσιμη. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, έχοντας κατά νου, όχι μόνο το περιεχόμενο της μαρτυρίας του Ανδρέα Πελιβανίδη ως αποτυπώνεται στα «στεγνά» πρακτικά της δικαστικής διαδικασίας, όπως πολλές φορές έχουν χαρακτηριστεί, αλλά και τη ζωντανή εικόνα του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν διατηρούμε οποιαδήποτε αμφιβολία για την διάθεση του να βοηθήσει τον κατηγορούμενο και να ενισχύσει την εκδοχή του για τα διαδραματισθέντα, χωρίς να τον απασχολεί η υποχρέωση του να βοηθήσει το Δικαστήριο, ως μάρτυρας της αλήθειας, να καταλήξει στα σωστά συμπεράσματα για τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση. Είμαστε πεπεισμένοι ότι πρόκειται για ανειλικρινή μάρτυρα, στις προθέσεις του οποίου ήταν να προβάλει κατασκευασμένη και μη ανταποκρινόμενη στα πραγματικά γεγονότα μαρτυρία, για να βοηθήσει τον κατηγορούμενο φίλο του - παρόλο που προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να αποστασιοποιηθεί από τη θέση του κατηγορούμενου ότι ήταν μεταξύ τους φίλοι - στην προώθηση της εκδοχής που ο τελευταίος επιχείρησε να προβάλει από το εδώλιο του μάρτυρα. Η μαρτυρία του, ως παντελώς αναξιόπιστη και ψευδής επί ουσιαστικών για την υπό συζήτηση περίπτωση ζητημάτων, απορρίπτεται. Προσεκτική θεώρηση της μαρτυρίας του μάρτυρα Πελιβανίδη, καταδεικνύει, πέραν από τα πιο πάνω αλλότρια κίνητρα του, την ελλιπή προετοιμασία του προς τούτο. Είναι γεγονός ότι ο ως άνω μάρτυς, παρουσιάζεται να συμπλέει, να ενισχύει και ενίοτε να επιβεβαιώνει βασικές πτυχές της εκδοχής του κατηγορούμενου, όπως είναι το συναινετικό σεξ του τελευταίου με την παραπονούμενη κατά την ημερομηνία και στο χώρο που ο κατηγορούμενος υποστήριξε στο Δικαστήριο. Αποτέλεσε θέση του Μ.Υ.3 ότι ο ίδιος αντιλήφθηκε, κατά τον τρόπο που εισηγήθηκε, το όλο περιστατικό να εκτυλίσσεται κάτω από δέντρο, μπροστά από το διαμέρισμα που ενοικίαζε τότε αλλοδαπή φίλη του, με την οποία βρισκόταν σε ελεύθερη ερωτική σχέση. Είδε τον κατηγορούμενο και μια εύσωμη κοπέλα να συνευρίσκονται ερωτικά, γύρω στις 04:00 με 04:30 της 04.10.2015. Πέραν όμως από την αναντίλεκτη μαρτυρία της παραπονούμενης, η οποία δεν αντεξετάστηκε για το ζήτημα, σύμφωνα με την οποία προκύπτει ότι η ίδια, το συγκεκριμένο χρονικό σημείο, βρισκόταν ακόμη στο Boogis Karaoke Bar, στην Κάτω Πάφο, (βλέπε σχετικά έγγραφα Δ και Δ.1) όπως ανέφερε στο Δικαστήριο και πάλι χωρίς να αμφισβητηθεί, έφυγε από το τελευταίο club που επισκέφθηκε εκείνη το βράδυ,(Vibes Club) περί τις 05:15, κινούμενη με τα πόδια και κατευθυνόμενη προς το σπίτι της. Στις φωτογραφίες 10 και 11 άλλωστε του τεκμηρίου 14, εντοπίζεται η παραπονούμενη στις 04.10.2015, η ώρα 05:40:44 και 05:40:46 αντίστοιχα, να κινείται πεζή έξω από κατάστημα καθ' οδό για το σπίτι της. Η ως άνω θέση του «αυτόπτη» μάρτυρα Μ.Υ.3, διαψεύδεται επίσης και από τον συνήγορο του κατηγορούμενου, ο οποίος υπέδειξε πως στις 04.10.2015 και η ώρα 05:39:08 και 05:42:11 ως αποτυπώνεται στις φωτογραφίες 8 και 9 του τεκμηρίου 14, απεικονίζεται ο κατηγορούμενος με φίλο του σε μοτοσυκλέτα, σε χρόνο μάλιστα που προηγήθηκε της συνάντησης του με την παραπονούμενη. Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι φανερό ότι στις 04.10.2015 γύρω στις 04:00 με 04:30 που ο μάρτυς Πελιβανίδης διατείνεται ότι είδε τον κατηγορούμενο με μια κοπέλα που ο σωματότυπος της έμοιαζε με αυτόν της παραπονούμενης να συνευρίσκονται ερωτικά, κατά τον τρόπο μάλιστα που παραστατικά επιχείρησε να περιγράψει, αποτελεί ψεύδος του τελευταίου, εντασσόμενο και αυτό στην ως άνω προσπάθεια του να βοηθήσει τον κατηγορούμενο. Πέραν των πιο πάνω, δεν διαλανθάνει της προσοχής μας πως η θέση του Μ.Υ.3 ότι την πρώτη φορά που αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο στο χώρο αυτός ήταν μόνος του, έρχεται σε αντίθεση με τη θέση του κατηγορούμενου, ο οποίος, ως και οι υποβολές του συνηγόρου υπεράσπισης προς την παραπονούμενη, επέμενε ότι μαζί με την τελευταία κατευθύνθηκαν στο συγκεκριμένο σημείο και αμέσως συνευρέθηκαν ερωτικά. Η επιμονή του εξάλλου ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η γυναίκα που αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο να κάνει σεξ μαζί της, την οποία δεν γνώριζε αλλά πάντως επιβεβαίωνε ότι στο σωματότυπο έμοιαζε με την παραπονούμενη, φορούσε φόρεμα, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον κοινό τόπο σε αυτή τη διαδικασία ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η παραπονούμενη φορούσε πουκάμισο και παντελόνι (κολάν). Στρέφοντας την προσοχή μας στην μαρτυρία του Μ.Υ.4, τυπικού μάρτυρα, την οποία και αποδεχόμαστε, παρατηρούμε ότι η πλευρά της υπεράσπισης δεν επέμενε, ως είχε κάθε δικαίωμα, στην επίδοση των μαρτυρικών κλήσεων που φρόντισε να εκδοθούν για στελέχη οργανισμών που ως γίνεται κατανοητό, αφενός διαχειριζόταν τα τουριστικά διαμερίσματα «Lefki» και αφετέρου της εταιρείας Olympic Lagoon Resorts, στην οποία εργοδοτείτο η παραπονούμενη. Σε σχέση με την πρώτη, απώλεσε, εικάζουμε μόνο, την ευκαιρία αν τούτο ήταν δυνατόν, να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει, ανάμεσα σε άλλα, τον Μ.Υ.3 σε σχέση με την διαμονή της αλλοδαπής φίλης του κατά τον ουσιώδη χρόνο σε συγκεκριμένο διαμέρισμα των διαμερισμάτων «Lefki». . Το γεγονός ότι το Δικαστήριο απέρριψε τη μαρτυρία και εκδοχή του κατηγορούμενου, δεν συνιστά τούτο στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας ενισχυτικό της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής. Ούτε ότι ο κατηγορούμενος είπε ψέματα, απομονωμένο ως γεγονός, αποδεικνύει την υπόθεση της τελευταίας, η οποία εξακολουθεί να έχει το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων των επίδικων εγκλημάτων πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. κατ΄ αναλογίαν Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 260). Πριν από την ενασχόληση του Δικαστηρίου με την νομική πτυχή των ζητημάτων που απασχολούν στην παρούσα υπόθεση και βεβαίως την κατάληξη σε τελικά συμπεράσματα όσον αφορά τα διαδραματισθέντα θα πρέπει να σημειώσουμε την καλά θεμελιωμένη αρχή του κοινοδικαίου πως στις περιπτώσεις σεξουαλικών αδικημάτων, (όπως είναι η παρούσα περίπτωση) ως θέμα πρακτικής, είναι επιθυμητό να αναζητείται, ενισχυτική μαρτυρία. Ωστόσο ως επίσης έχει διακηρυχτεί, η αναγκαιότητα αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας, παρά την ύπαρξη του πιο πάνω κανόνα πρακτικής, δεν είναι απόλυτη. Το Δικαστήριο δεν εμποδίζεται στην κατάλληλη περίπτωση, (εκτός αν τέτοια δυνατότητα δεν παρέχεται δυνάμει ρητής νομοθετικής επιταγής) να καταδικάσει χωρίς ενίσχυση αφού βεβαίως προηγούμενα προειδοποιήσει κατάλληλα των εαυτό του για τους κινδύνους που ελλοχεύουν (βλ. Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258, Καϊλής ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 251, Aouad ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 90 και R.N.Herny and Manning
(1969)Cr. Appeal R. (A) 150). Η προειδοποίηση αυτή, είναι αρκετό να διατυπώνεται στην απόφαση του Δικαστηρίου χωρίς να χρειάζεται να καθιερωθεί προς τούτο, σταθερός τύπος φρασεολογίας. Το Δικαστήριο, συνακόλουθα, έχοντας πλήρη επίγνωση των κινδύνων που θα μπορούσε να συνεπάγεται και στην υπό συζήτηση περίπτωση η αποδοχή της μαρτυρίας της παραπονούμενης χωρίς ενίσχυση, σταθμίζοντας τους με προσοχή, ανάλογα αυτοπροειδοποιείται. Έχοντας ήδη εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους κρίναμε την παραπονούμενη αξιόπιστη μάρτυρα, αποτελεί ακλόνητη πεποίθηση του Δικαστηρίου ότι η μαρτυρία της είναι τέτοιας υψηλής ποιότητας που χωρίς οποιοδήποτε ενδοιασμό ή δισταγμό μπορούμε να βασιστούμε αποκλειστικά σε αυτήν, όχι μόνο ως αληθινή αλλά και να στηριχθούμε σε αυτήν χωρίς την αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας. Πέραν και ανεξάρτητα από την ως άνω τοποθέτηση του Δικαστηρίου για την ποιότητα της μαρτυρίας της παραπονούμενης, η οποία έχουμε αποφανθεί ότι από μόνη της είναι ικανή να στηρίξει την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, κρίνουμε πως η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας δεν θα ήταν στην υπό συζήτηση υπόθεση άτοπη (ή έστω περιττή). Ως κατ' επανάληψη έχει διακηρυχθεί, δεν αποτελεί σφάλμα η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας έστω και αν το Δικαστήριο είναι διατεθειμένο να καταδικάσει και χωρίς αυτή, αφού αυτή μπορεί να ενδυναμώσει, έστω και εκ του περισσού, το ήδη αξιόπιστο της δικαστικής κρίσης (βλέπε κατ΄ αναλογίαν Brierley ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 476). Σημειώνουμε ταυτόχρονα ότι η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας δεν συνεπάγεται ύπαρξη εγγενών ή ενδόμυχων αμφιβολιών στη σκέψη του Δικαστηρίου ως προς την ενοχή ή αθωότητα του κατηγορουμένου (βλ. κατά αναλογίαν Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 221 και Μεϊτανής ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 177 ). Ενισχυτική μαρτυρία είναι η ανεξάρτητη και αξιόπιστη εκείνη μαρτυρία, κάθε μορφής που είναι σχετική με τα επίδικα θέματα και αποδεκτή κατά το δίκαιο, τείνουσα να εδραιώσει ή να επιβεβαιώσει άλλη αξιόπιστη μαρτυρία στην ίδια υπόθεση. Το είδος της ενίσχυσης που απαιτείται, δεν είναι η επιβεβαίωση με ανεξάρτητη μαρτυρία ολόκληρης της αφήγησης του παραπονούμενου, αφού σε τέτοια περίπτωση η μαρτυρία του θα απέληγε να ήταν άχρηστη. Εκείνο που χρειάζεται είναι μια ανεξάρτητη μαρτυρία που να τείνει να τον συνδέσει με τα επίδικα αδικήματα, μαρτυρία άμεση ή περιστατική, που να τον εμπλέκει και που να επιβεβαιώνει σε κάποιο ουσιώδες σημείο, όχι μόνο τη μαρτυρία του παραπονούμενου ότι διαπράχθηκαν τα αποδιδόμενα αδικήματα, αλλά και πως τα αδικήματα αυτά τα διέπραξε ο κατηγορούμενος (βλ. Παρμαξής v Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 224, Saab κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 106, Turner v Blunden
(1986)2 All E.R. 75 και Τοουλιάς ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 258). Έχει κατ' επανάληψη αναγνωριστεί ότι τα ψέματα ενός κατηγορούμενου, μπορούν, κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις, να αποτελέσουν ενισχυτική μαρτυρία εναντίον του. Ψέματα που λέχθηκαν από τον κατηγορούμενο, είτε εντός είτε εκτός Δικαστηρίου, μπορούν να αποτελέσουν περιστατική μαρτυρία σε βάρος του, εφόσον ισχύουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις οι οποίες έχουν καθοριστεί από τη νομολογία. Ειδικότερα, (α) Το ψέμα πρέπει να είναι ηθελημένο, (β) Πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδες ζήτημα, (γ) Το κίνητρο για το ψέμα πρέπει να είναι η επίγνωση της ενοχής και ο φόβος της αλήθειας (το Δικαστήριο πρέπει πάντα να έχει κατά νου ότι είναι ενδεχόμενο κάποιος να λέει ψέματα στην προσπάθεια του, για παράδειγμα, να προβάλει μια δίκαιη υπόθεση ή από ντροπή ή από πανικό) και (δ) Το ψέμα πρέπει να αποδεικνύεται είτε με παραδοχή είτε με μαρτυρία από ανεξάρτητο μάρτυρα. (βλ Το Δίκαιο της Απόδειξης, (Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές) των Ηλιάδη και Σάντη, σελ. 505 κ.ε., R v. Loucas
(1981)2 All E.R. 1007, R v. Sharp
(1993)3 All.E.R. 224, R v. Bey
(1993)3 All E.R. 252, R v. Goodway
(1993)4 All.E.R. 897, Κωνσταντίνου v Δημοκρατία
(1999)2 Α.Α.Δ. 260, Τσεκούρα ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 563 και Ξυδάς v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ 807). Επανερχόμενοι στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν υπάρχει αμφισβήτηση από την πλευρά της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος, καθ' ον χρόνο προέβαινε στην κατάθεση του, στις 09.11.2015, (τεκμήριο 18) είπε ηθελημένα ψέματα, για ουσιώδη ζητήματα που αφορούν την υπό συζήτηση υπόθεση. Επιχειρήθηκε βέβαια να προβληθεί από την πλευρά της υπεράσπισης ότι η καταφυγή του στο ψεύδος προκλήθηκε εξαιτίας της ντροπής του κατηγορούμενου για τη συμπεριφορά του απέναντι στην παραπονούμενη, ειδικότερα του γεγονότος ότι έκλεψε από την τελευταία την τσάντα της με τα αντικείμενα που αυτή περιείχε. Υποδείχτηκε ακόμα από την πλευρά του κατηγορούμενου ότι έπραξε τούτο από φόβο, αφού δεν διευκολύνθηκε από τον αστυνομικό εξεταστή να πει την αλήθεια στην κατάθεση του. Μας απασχόλησαν σοβαρά οι αιτιάσεις, τα κίνητρα και οι δικαιολογίες που η πλευρά του κατηγορούμενου πρόβαλε, για να δικαιολογήσει τα σοβαρά ψέματα που είπε, τα οποία αφορούν κύρια ζητήματα και παραμέτρους της υπό συζήτηση υπόθεσης. Έχοντας υπόψη όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για το ζήτημα, δεν διατηρούμε οποιαδήποτε αμφιβολία ότι τα σοβαρά και πολλαπλά ψεύδη του κατηγορούμενου, ως περιλαμβάνονται στην κατάθεση του ημερ. 09.11.2015, (τεκμήριο 18) δεν λέχθηκαν για αθώο λόγο ούτε από το φόβο να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της κλοπής της τσάντας της παραπονούμενης, πράξη που παραδέχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ούτε επειδή δεν διευκολύνθηκε από τον εξεταστή αστυνομικό να πει την αλήθεια, εκφοβιζόμενος ουσιαστικά από τον τελευταίο ως ήταν η γενικότερη εισήγηση. Σημειώνουμε, σε σχέση με το τελευταίο, ότι ο κατηγορούμενος δεν δίστασε, ως καταγράφεται στην κατάθεση του αστυνομικού εξεταστή (Μ.Κ.5) ημερ. 13.11.2015, (Έγγραφο Ε) χωρίς τούτο να αμφισβητηθεί, ότι εβρισκόμενος υπό κράτηση παρουσιάζεται επιθετικός και φραστικά απειλητικός. Αντίθετα, δεν διατηρούμε οποιαδήποτε αμφιβολία ότι η καταφυγή στο ψεύδος από την πλευρά του, έγινε προς το σκοπό απόκρυψης κρίσιμων γεγονότων, αποστασιοποίησης του ιδίου από την υπόθεση και παραπλάνησης των ανακριτικών αρχών. Οι ψευδείς ισχυρισμοί του, που κάλυπταν ένα ευρύτατο φάσμα της εξέλιξης των γεγονότων, δεν λέχθηκαν για αθώο σκοπό αλλά από τον φόβο και μόνο της αλήθειας και με σκοπό την αποφυγή τυχόν καταδίκης του. Είναι για αυτούς τους λόγους που αποκτούν ιδιαίτερη σημασία κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας και επιτρέπεται στην υπό συζήτηση περίπτωση να θεωρηθούν ως στοιχείο ενισχυτικής μαρτυρίας των τοποθετήσεων και της εκδοχής της παραπονούμενης. Έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου και έγινε αποδεκτό, από αριθμό μαρτύρων που ήλθαν σε επαφή με την παραπονούμενη τις ώρες που ακολούθησαν μετά το περιστατικό, ότι η τελευταία βρισκόταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, ήταν αναστατωμένη, αγχωμένη, σοκαρισμένη, δεν μπορούσε να μιλήσει και έκλαιγε. Ως έχει νομολογηθεί, η αξία και αυτού του στοιχείου είναι δυνατό να εκτιμηθεί στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας. Όπως έχει υποδειχθεί στο σύγγραμμα Andrews and Hirst On Criminal Evidence, στη σελίδα 215: «The general rule appears to be that independent evidence of the complainant's distress may indeed be corroborative, provided that the court or jury is wholly satisfied that the distress has not been feigned.» Προσεγγίζοντας το πιο πάνω ζήτημα με την δέουσα προσοχή και διερευνητική διάθεση, έχοντας πάντα κατά νου και συνεκτιμώντας τη θέση της υπεράσπισης, η οποία εκφράστηκε μέσω σχετικών υποβολών και θέσεων ότι η ως άνω συμπεριφορά της παραπονούμενης ήταν πλαστή, προσποιητή ή ακόμα, το αποτέλεσμα θεατρινισμού εκ μέρους της, είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι την πιο πάνω κατάσταση στην οποία βρισκόταν η παραπονούμενη, επιβεβαίωσαν, όχι μόνο ο εξεταστής της υπόθεσης (Μ.Κ.5) που συνάντησε την παραπονούμενη μόλις δύο περίπου ώρες μετά το περιστατικό, αλλά και αστυνομικοί που την συνόδευσαν αργότερα την ίδια μέρα, είτε στην υπόδειξη της σκηνής από την παραπονούμενη (Μ.Κ.2) είτε κατά την διάρκεια της ιατροδικαστικής εξέτασης (Μ.Κ.3.) Κατά τον ίδιο τρόπο τοποθετήθηκαν η ιατρός που την εξέτασε την ίδια μέρα στο Τμήμα Πρώτων βοηθειών (Μ.Κ.6) στο οποίο παραπέμφθηκε για εξετάσεις, η οποία έκρινε αναγκαίο, να της χορηγήσει προς τούτο ηρεμιστικό χάπι, μέχρι να επισκεφθεί ειδικό ψυχολόγο στον οποίο την παρέπεμψε, ως επίσης και ο ιατροδικαστής, (Μ.Κ12) ο οποίος επιβεβαίωσε ότι και κατά την διάρκεια της ιατροδικαστικής εξέτασης η παραπονούμενη έκλαιε. Υπό το σύνολο των στοιχείων και της μαρτυρίας που έχει τεθεί υπόψη μας, οι θέσεις της υπεράσπισης περί θεατρινισμού και προσποίησης της παραπονούμενης στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν μπορούν να υιοθετηθούν. Η άσχημη ψυχολογική διάθεση, η αναστάτωση και η εικόνα της κατά τον τρόπο και στο χρόνο που διαπιστώθηκαν αυτά από τους ως άνω μάρτυρες, πέραν του ότι αποτελεί μέρος της γενικότερης εικόνας της αξιοπιστίας της ίδιας, ταυτόχρονα αποτελεί περαιτέρω ενισχυτική μαρτυρία (βλ. Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259, Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 477 και Α.Δ. v Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:B296, Ποιν. Έφ. Αρ. 91/2014, ημερ. 22.06.2016). Συνακόλουθα των πιο πάνω, στην περίπτωση που δεν θα ήμασταν διατεθειμένοι να στηριχθούμε μόνο στη μαρτυρία της παραπονούμενης, αλλά θα κρίναμε ότι έπρεπε να αναζητήσουμε ενισχυτική μαρτυρία, καταλήγουμε ότι αυτή υπάρχει, αφού ως τέτοια θεωρούμε ότι αποτελούν, τα ψέματα που είπε ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση, ως επίσης η αναστατωμένη εμφάνιση και η αγχώδης κατάσταση στην οποία η παραπονούμενη βρισκόταν μετά το επεισόδιο, όπως προέκυψε από πληθώρα αξιόπιστης μαρτυρίας. Στη βάση όλων των πιο πάνω και με δεδομένη την αντίληψη του Δικαστηρίου σε σχέση με την ποιότητα της τεθείσας ενώπιον του μαρτυρίας, αποτέλεσμα της προηγηθείσας αξιολόγησης, σε συνδυασμό θεωρούμενη με τα παραδεκτά γεγονότα και το σύνολο των στοιχείων τα οποία το Δικαστήριο κατά τρόπο παραδεκτό είναι δυνατό να λάβει υπόψη του στα πλαίσια διαδικασίας, ως η υπό συζήτηση, διατυπώνουμε στη συνέχεια τα επιπρόσθετα ευρήματα και συμπεράσματα μας για τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν και αφορούν την υπό συζήτηση υπόθεση, πέρα από αυτά τα οποία έχουμε ήδη καταγράψει. Η παραπονούμενη ήρθε στην Κύπρο στις 31.05.2015, με σκοπό να εργαστεί στο Olympic Lagoon Resorts, (στον τομέα της ψυχαγωγίας παιδιών) παραμένοντας μέχρι τις 08.11.2015, οπότε και επέστρεψε στην πατρίδα της, την Ολλανδία, αφού εξαιτίας των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.