Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χαράλαμπου Κίτσιου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6513/16, 2/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6513/16 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χαράλαμπου Κίτσιου, από την Πάφο 2. Ηλία Μούζου, από τη Λεμεσό Κατηγορούμενων ------------------------------------ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 2.2.2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Παπαλαζάρου Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Σιαηλής Για τον κατηγορούμενο 2: κ. Ιωάννου (για ν' ακούσει απόφαση, κ. Χριστοδούλου) Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι σύμφωνα με το κατηγορητήριο αντιμετωπίζουν τις ακόλουθες κατηγορίες: Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, πράξεις που στοχεύουν την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση των άρθρων 20, 21 και 228(α) του Ποινικού Κώδικα, πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση των άρθρων 231 και 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, κατοχή πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β που απαγορεύεται, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4
(1)και 51
(1), ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ του περί Πυροβόλων και μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113
(1)/04 όπως έχει τροποποιηθεί και των άρθρων 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα και τέλος, μεταφορά πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β που απαγορεύεται, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4
(1)και 51
(1), ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ του ίδιου νόμου (113
(1)/04, ανωτέρω) (βλ. τις κατηγορίες 1 μέχρι 5, κατ' αντιστοιχία αδικήματος). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι την 6ην Απριλίου του 2016 στην Πάφο, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή τα αδικήματα που αναφέρονται στις κατηγορίες 2-
- Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι την 6ην Απριλίου του 2016 στην Πάφο, με σκοπό παραμόρφωσης, πρόκλησης αναπηρίας ή βαριάς σωματικής βλάβης στον Ιάκωβο Ξενοφώντος από την Πάφο, τον κτύπησαν με τη χειρολαβή πιστολιού αγνώστων στοιχείων και του προκάλεσαν βαριά σωματική βλάβη. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι την 6ην Απριλίου του 2016 στην Πάφο, παράνομα προκάλεσαν βαριά σωματική βλάβη στον Ιάκωβο Ξενοφώντος από την Πάφο. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 4ης κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι την 6ην Απριλίου του 2016 στην Πάφο, είχαν στην κατοχή τους ένα πυροβόλο όπλο που απαγορεύεται, δηλαδή ένα πιστόλι αγνώστων στοιχείων. Τέλος, με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 5ης κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι την 6ην Απριλίου του 2016 στην Πάφο, μετέφεραν ένα πυροβόλο όπλο που απαγορεύεται, δηλαδή ένα πιστόλι αγνώστων στοιχείων. Προς απόδειξη των παραπάνω κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε συνολικά 6 μάρτυρες και 28 τεκμήρια. Μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των κατηγορούμενων υπόβαλαν εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση στις κατηγορίες 4 και
- Επιπλέον, ο κ. Χριστοδούλου, εκ των δικηγόρων του 2ο κατηγορούμενου και στην 1η κατηγορία. Και οι δυο εισηγήσεις εδράζονται στον πρώτο, από τους δυο λόγους - τους οποίους θα αναφέρω στη συνέχεια -, για τους οποίους δικαιολογείται η απαλλαγή του κατηγορούμενου σ' αυτό το, πρώιμο, στάδιο της δίκης. Η θέση της ευπαίδευτης εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής στις εισηγήσεις της υπεράσπισης υπήρξε εκ διαμέτρου αντίθετη. Σε αντίθεση με τους κ.κ. Σιαηλή και Χριστοδούλου που εκπροσωπούν, αντίστοιχα, τους δυο κατηγορούμενους, οι οποίοι, για τους λόγους που αναφέρουν στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσής τους, ζητούν την απαλλαγή των κατηγορούμενων στις κατηγορίες που έχουν αναφερθεί από αυτό το στάδιο, η κα Παπαλαζάρου, για λόγους που επίσης έχει αναφέρει στο πλαίσιο της δικής της αγόρευσης ζητά την κλήση τους σε απολογία, σ' όλες τις κατηγορίες. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό, τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται σοβαρά υπόψη. Έχει νομολογηθεί ότι η απαλλαγή του κατηγορούμενου σ' αυτό το στάδιο, δικαιολογείται όταν: (α) δε στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας, λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και, (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση, το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αφού το μέτρο, δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου (δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης), αλλά, εκείνες του νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων, Αζίνας ν. Αστυνομίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Παναγιώτου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Νικολαΐδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 271). Περαιτέρω, όπως αναφέρεται συναφώς στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευσταθίου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9: «Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιαστεί αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορούμενου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Και λίγο παρακάτω: «Στην υπόθεση R. v. Hipson
(1969)Cr. L. R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα αρχή». Τέλος παραπέμπω και στο απόσπασμα που ακολουθεί από την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Mariano κ.ά. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 112/2014 και 113/2014, ημερομηνίας 20/11/2015, στην οποία επαναλαμβάνονται όλες οι παραπάνω αρχές: «Όπως πλειστάκις νομολογήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, ο όρος«εκ πρώτης όψεως» υποδηλώνει προκαταρκτική θεώρηση των πραγμάτων, γι' αυτό και ο όρος χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133 και Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας, ανωτέρω). Περαιτέρω, το δικαστήριο στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης δεν προβαίνει κατά κανόνα σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και δεν υπεισέρχεται σε θέματα πειστικότητας μαρτυρίας, εκτός και αν η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται παντελώς πειστικότητας, ώστε κανένα δικαστήριο να μην μπορεί να στηριχθεί σ' αυτήν (βλ.Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9). Τα πάντα σ' αυτό το στάδιο της δίκης θα πρέπει να έχουν αντικειμενικό έρεισμα, γι' αυτό εξάλλου και απαιτείται από τη νομολογία ότι για να μην κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία θα πρέπει η μαρτυρία να ήταν τέτοια που κάθε «λογικό δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα».» Με υπαγωγή της ενώπιόν μου μαρτυρίας σ' όλες τις παραπάνω αρχές είμαι ικανοποιημένος ότι η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως, από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως εναντίον και των δυο κατηγορούμενων, στις κατηγορίες 1, 2 και 3, σε σχέση με όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που περικλείουν οι εν λόγω κατηγορίες. Η περί αντιθέτου εισήγηση του 2ου κατηγορούμενου σ' ό τι αφορά στην 1η κατηγορία, δε με βρίσκει σύμφωνο. Ωστόσο, έχοντας υπόψη τι ακολουθεί δε θα ήθελα να επεκταθώ (βλ. τη Mariano, ανωτέρω και την Παναγιώτου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191). Απ' εκεί και πέρα συμφωνώ με τους κατηγορούμενους, ότι οι κατηγορίες 4 και 5 αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα εξ αντικειμένου στοιχειοθέτησης. Ωστόσο και πάλι, έχοντας υπόψη τι ακολουθεί, το σκεπτικό μου να δεχθώ την εισήγηση της υπεράσπισης συναφώς με τις δυο αυτές κατηγορίες, θα δοθεί στο πλαίσιο της τελικής μου απόφασης. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανάφερα, η εισήγηση της υπεράσπισης, στην έκταση που έχει αναφερθεί γίνεται αποδεκτή, ενώ, κατά τα λοιπά απορρίπτεται. Οι κατηγορούμενοι, στις κατηγορίες 1, 2 και 3 καλούνται σε απολογία, ενώ, στις κατηγορίες 4 και 5 αθωώνονται. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Αναφορά: συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα κ.ά. - εκ πρώτης όψεως υπόθεση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο