← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Κωνσταντίας Βασιλείου, Αρ. Υπόθεσης: 11356/13, 17/3/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Κωνσταντίας Βασιλείου, Αρ. Υπόθεσης: 11356/13, 17/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11356/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Κωνσταντίας Βασιλείου, από την Πάφο Κατηγορούμενης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 17/3/2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Σάββα Για την κατηγορούμενη: κ. Νικήτα (για ν' ακούσει απόφαση, κα Πολυδώρου) Κατηγορούμενη: παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της αξιόποινης παράνομης εισόδου, κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα (1η κατηγορία) και την κατηγορία της κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα (2η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, της καταλογίζεται ότι στις 6 Μαΐου, 2013, στην οδό Λύσης 6 στην Πάφο, παράνομα εισήλθε στην οικία της Έλλης Ανδρέου, με σκοπό να διαπράξει μέσα σ' αυτή αδίκημα, δηλαδή επίθεση. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, της καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, παράνομα επιτέθηκε εναντίον της Έλλης Ανδρέου, από την Πάφο. Προς απόδειξη των παραπάνω κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε ως μάρτυρες, την παραπονούμενη Έλλη Ανδρέου (Μ.Κ.1) και τον εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 1314 Αρτέμη Πελεκάνου (Μ.Κ.2). Η κατηγορούμενη, αφού κλήθηκε σε απολογία και της εξηγήθηκαν τα δικαιώματά της, κατάθεσε ενόρκως, χωρίς να παρουσίασε κανένα μάρτυρα προς υπεράσπισή της. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης περικλείεται στη γραπτή κατάθεση της παραπονούμενης στην Αστυνομία (τεκμήριο 1), το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από αυτήν, για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της. Συνοψίζοντας την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής είναι η εξής: Η παραπονούμενη είναι κάτοικος Πάφου και νονά της κατηγορούμενης. Η τελευταία, ηλικίας 30 ετών μένει σε ιδιόκτητη κατοικία, μερικές γειτονιές πιο κάτω από την κατοικία της πρώτης. Δίπλα από την κατοικία της παραπονούμενης διαμένει η θεία της κατηγορούμενης, Μαίρη. Τη Δευτέρα (6/5/2013), γύρω στις 12:00, ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν στο σπίτι της πήγε εκεί η κατηγορούμενη, η οποία άρχισε να φωνάζει με τις φράσεις «Ήρτα ακονισμένη πούντην τούτη φέρτε την έξω.» Τη στιγμή αυτή, η πόρτα του σπιτιού ήταν ανοικτή και η παραπονούμενη βρισκόταν στην τουαλέτα, πάνω στον όροφο. Η παραπονούμενη, μόλις άκουσε τις φωνές κατέβηκε κάτω. Με το που την είδε η κατηγορούμενη τής επιτέθηκε και την έσπρωξε ενώ άρχισε να φωνάζει. Αντιδρώντας, τότε, η παραπονούμενη, την έβγαλε έξω από το σπίτι και έκλεισε την πόρτα. Αφού βγήκε έξω στο δρόμο η κατηγορούμενη, απευθυνόμενη στην παραπονούμενη άρχισε να φωνάζει δυνατά «Έφκα έξω φτανή.» Η τελευταία, μετά το συμβάν ειδοποίησε την Αστυνομία η οποία πήγε στο μέρος. Εκεί ζήτησε από την Αστυνομία να βρει την κατηγορούμενη και να της κάνει παρατήρηση. Ωστόσο, τις επόμενες μέρες, ξανασκέφθηκε το επεισόδιο και αποφάσισε να καταγγείλει την κατηγορούμενη στην Αστυνομία για να πάει Δικαστήριο να τιμωρηθεί. Μετά την επίθεση που δέχθηκε από αυτή, δε μετέβηκε στο νοσοκομείο και το θεωρεί άσκοπο να πάει σήμερα. Έναντι των παραπάνω ισχυρισμών και θέσεων της παραπονούμενης, η κατηγορούμενη, στην ανακριτική της κατάθεσή (τεκμήριο 3), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτή για σκοπούς κυρίως εξέτασης, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής, τα οποία συνθέτουν τη δική της εκδοχή, αναφορικά με το επίδικο περιστατικό: Είναι βαφτιστικιά της παραπονούμενης. Την περασμένη Δευτέρα, 6/5/2013 μετέβηκε στη θεία της Μαίρη η οποία διαμένει δίπλα από το σπίτι της νονάς της. Όταν μετέβηκε εκεί θεώρησε σωστό να πάει δίπλα στο σπίτι της νονάς της και να της ευχηθεί για το Πάσχα. Όταν πήγε στην εξώπορτα, πρόσεξε ότι η πόρτα της εισόδου ήταν ανοικτή. Μπήκε στο σαλόνι της οικίας και φώναξε της νονάς της να έρθει να της ευχηθεί. Αυτή, μόλις άκουσε τη φωνή της άρχισε να φωνάζει ότι δεν είναι βαφτιστικιά της και σε κάποια στιγμή, την έβγαλε έξω. Βγήκε έξω χωρίς να πει κάτι άλλο και έφυγε για να μην προκαλέσει περαιτέρω ανησυχία. Σε καμιά περίπτωση επιτέθηκε της παραπονούμενης, ούτε την εξύβρισε μα ούτε και γνωρίζει γιατί της συμπεριφέρθηκε με αυτό τον τρόπο. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας στο σύνολό του και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή και τους δυο μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής καθώς και την κατηγορούμενη, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει στο στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων η πραγματική μαρτυρία, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326,366: «.η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας». Για εκτενέστερη ανάλυση του όρου πραγματική ή εμπράγματη μαρτυρία, ιδιαίτερα χρήσιμη αναφορά γίνεται στην υπόθεση Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298. Αναφορικά με το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης της κατηγορούμενης - η οποία αποτελεί και την κυρίως εξέτασή της - λαμβάνω υπόψη, ότι, το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη της επαφίεται στη διακριτική μου ευχέρεια (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 190). Τέλος παραπέμπω και στην υπόθεση Αλ - Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117 σύμφωνα με την οποία, η προσφυγή στο ψεύδος δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 1314 Αρτέμη Πελεκάνου (Μ.Κ.2) είναι θετική. Η ουσία της μαρτυρίας του περικλείεται στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 2), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας απάντησε με απόλυτη ειλικρίνεια και ευθύτητα, σ' όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, χωρίς να υποπέσει σε καμιά αντίφαση. Ακολουθεί ότι, η μαρτυρία του, η οποία σε σημαντικό βαθμό παρέμεινε αναντίλεκτη γίνεται αποδεκτή. Αντιπαραβάλλοντας τις εκατέρωθεν εκδοχές, υπό το φως ασφαλώς του συνόλου της προσαχθείσας μαρτυρίας είμαι απολύτως βέβαιος, ότι τα πραγματικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι σύμφωνα με την εκδοχή της παραπονούμενης και κατ' επέκταση της κατηγορούσας αρχής. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία της παραπονούμενης (Μ.Κ.1) είναι θετική. Η μάρτυρας απαντούσε αυθόρμητα, απλοϊκά και με ειλικρίνεια, σ' όλες τις ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν. Αντεξεταζόμενη δε, κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία της, επί της ουσίας όσων ανάφερε, χωρίς να μου διαφεύγει και το γεγονός, ότι, η κύρια θέση που της υποβλήθηκε, που αφορά στο λόγο για τον οποίο κατάγγειλε την κατηγορούμενη στην Αστυνομία, ενώ από τη μια παρέμεινε εντελώς ατεκμηρίωτη, από την άλλη, σε συνδυασμό και με την απάντησή της σε μια από τις ερωτήσεις του ευπαίδευτου δικηγόρου της κατηγορούμενης που ακολούθησαν, της έδωσε την ευκαιρία να αποδείξει ότι, εκτός από ειλικρινής μάρτυρας ήταν και δίκαιη έναντι της κατηγορούμενης βαφτιστικιάς της. Εξηγώ αμέσως τι εννοώ: Όταν κάποια στιγμή η μάρτυρας ρωτήθηκε εάν λαμβάνει ψυχοφάρμακα, επειδή θεώρησα άσχετη την ερώτηση, δεν την επέτρεψα. Όταν ακολούθως, της υποβλήθηκε ότι λαμβάνει ψυχοφάρμακα, τα οποία της προκαλούν παραισθήσεις, ερωτηθείς εκ μέρους μου ο ευπαίδευτος δικηγόρος της κατηγορούμενης, πού αποβλέπει η εν λόγω υποβολή, όπως είπε, στο γεγονός ότι τα όσα η παραπονούμενη αποδίδει στην κατηγορούμενη είναι από τη φαντασία της και λόγω επηρεασμού των ψυχοφαρμάκων που λαμβάνει. Επέτρεψα τότε την υποβολή, την οποία η παραπονούμενη απέρριψε. Εκτός του ότι, ίχνος μαρτυρίας υπάρχει που να τεκμηριώνει το περιεχόμενο της εν λόγω υποβολής είναι και το γεγονός, ότι, πλείστα όσα έχει αναφέρει η παραπονούμενη, τα οποία, όπως της υποβλήθηκε είναι από τη φαντασία της και λόγω των ψυχοφαρμάκων που λαμβάνει, επιβεβαιώνονται από την ίδια την κατηγορούμενη. Το πλέον σημαντικό όμως που προέκυψε από το περιεχόμενο της εν λόγω υποβολής, η οποία είναι σαφώς προσβλητική για την παραπονούμενη - αφού, ως θέμα καθαρά κοινής λογικής είναι αρκετά δυσάρεστο να υποβάλλει κανείς σε κάποιο άλλο, πολύ περισσότερο, όταν αυτό γίνεται από τη βαφτιστικιά προς τη νονά της, ότι λαμβάνει ψυχοφάρμακα, που με απλά λόγια σημαίνει ότι της αποδίδει πως δεν έχει σώας τας φρένας - είναι το εξής: Όταν ευθύς αμέσως, ο κ. Νικήτα έδωσε την ευκαιρία της παραπονούμενης να προσβάλει αλλά και να μειώσει κι αυτή ανέξοδα την κατηγορούμενη βαφτιστικιά της, δεν το έκανε. «Γνωρίζεις εάν η κατηγορούμενη παίρνει κάποιες ουσίες, οι οποίες είναι αυτές που την έκαναν να σου επιτεθεί;» ήταν η ερώτηση. «Δεν ξέρω.» απάντησε η μάρτυρας. Εξ' ου και το γεγονός ότι τη θεωρώ και δίκαιη έναντι της κατηγορούμενης. Αναμφίβολα, η παραπονούμενη υπέπεσε και σε κάποιες αντιφάσεις. Ωστόσο, ελάχιστη έως καθόλου σημασία αποδίδω σ' αυτές, τις οποίες θεωρώ τόσο ασήμαντες, αφού αφορούν σε μικρολεπτομέρειες, οπότε, όχι μόνο δεν τις θεωρώ ικανές να αποδυναμώσουν τη μαρτυρία της, την οποία γενικά θεωρώ αξιόπιστη, αλλά, αντίθετα, την ενδυναμώνουν. Εν πάση περιπτώσει, τις όποιες αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε η παραπονούμενη, τις αποδίδω και στην πάροδο του μακρού χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε από τότε που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα μέχρι και την ημέρα που κατάθεσε γι' αυτά στο Δικαστήριο. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία της, επί της ουσίας γίνεται αποδεκτή. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία της κατηγορούμενης ως μάρτυρα είναι τελείως αρνητική. Και τούτο, επειδή, σε ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης, μεταξύ άλλαων υπήρξε αντιφατική, προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας, είτε ακόμη που δεν έχουν τεθεί στην παραπονούμενη καθώς και στον εξεταστή της υπόθεσης, για να τους δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο, να σχολιάσουν, χωρίς να μου διαφεύγει και το γεγονός, ότι, σε μια περίπτωση, ουσιαστικά ήρθε σε σύγκρουση και με το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας, με ό,τι αυτό σημαίνει για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, ως θέμα αρχής (βλ. τις Δημητρίου και Γιωργαλλά ανωτέρω). Ακολουθεί ότι η μαρτυρία της - με εξαίρεση εκείνο το μέρος της που συνάδει, επομένως και αποδεικνύεται, από άλλη, αξιόπιστη μαρτυρία - απορρίπτεται ως αναξιόπιστη, σαφώς κατασκευασμένη και ψευδής. Τα παραδείγματα που ακολουθούν, κατά τη γνώμη μου αιτιολογούν επαρκώς, όλες τις παραπάνω διαπιστώσεις μου: Το τι αναφέρει στην ανακριτική της κατάθεση (τεκμήριο 3) εκτίθεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω), επομένως, δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω. Με την επισήμανση, ότι στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, αφού δήλωσε πως υιοθετεί και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της εν λόγω κατάθεσής της, ας δούμε και τι ανάφερε αντεξεταζόμενη, για να διαφανεί πόσο συνάδουν με όσα αναφέρει στην κατάθεσή της και όχι μόνο. Ειδικότερα: «Είχες κάποιο παράπονο που τη νούννα σου;» ρωτήθηκε κάποια στιγμή. «Όχι.» απάντησε. Ωστόσο, όταν λίγο αργότερα ρωτήθηκε αν είχε παράπονο που δεν της έκανε δώρα η παραπονούμενη νονά της, τα Χριστούγεννα, το Πάσχα και στα γενέθλιά της, «Κάθε φυσιολογικό παιδί θα είχε παράπονο.» ήταν η απάντησή της. Η πρώτη αντίφαση στην οποία υπέπεσε είναι γεγονός. Όταν πήγε στο σπίτι της νονάς της για να της ευχηθεί παρότι η πόρτα της εισόδου ήταν ανοικτή, όπως είπε, προτού μπει μέσα, χτύπησε την πόρτα, επειδή το θεώρησε σωστό. Φυσικά, στην ανακριτική της κατάθεσης, ισχυρίζεται πως όταν πήγε στην εξώπορτα και πρόσεξε ότι η πόρτα της εισόδου ήταν ανοικτή μπήκε στο σαλόνι και φώναξε της νονάς της να έρθει να της ευχηθεί. Η νέα αντίφαση στην οποία υπέπεσε αποτελεί επίσης γεγονός. Και ενώ στην κατάθεσή της ισχυρίζεται ότι με το που μπήκε στο σαλόνι φώναξε της νονάς της να έρθει να της ευχηθεί στην οποία αποδίδει ότι με το που άκουσε τη φωνή της άρχισε να φωνάζει πως δεν είναι βαφτιστικιά της και σε κάποια στιγμή την έβγαλε έξω, αντεξεταζόμενη για το ίδιο θέμα ισχυρίστηκε διαφορετικά πράγματα, τα οποία αποτελούν νέα εκδοχή, αφού τίποτε από αυτά αναφέρει στην ανακριτική της κατάθεση. Και τούτο, τη στιγμή που - για να επαναλάβω - στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, ενώ δήλωσε ότι υιοθετεί και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της, όταν ρωτήθηκε από το δικηγόρο της αν έχει να προσθέσει κάτι άλλο, απάντησε αρνητικά. Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε τα εξής: Όταν κτύπησε την πόρτα απάντησαν οι δυο αδελφές της παραπονούμενης, οι οποίες βρίσκονταν μέσα στην κουζίνα. Τους είπε «Πού είσαστε;» της είπαν ότι είναι στην κουζίνα και πήγε απ' εκεί. Ευχήθηκε και στις δυο και τις ρώτησε πού είναι οι υπόλοιποι, δηλαδή, η νονά της, ο νονός της και τα ξαδέλφια της και αυτές της είπαν ότι η καλαδελφή της η παντρεμένη είναι στην Τίμη, η άλλη, αν θυμάται καλά ήταν σπουδές στη Σκωτία, ο νονός της δεν ήταν εκεί και η νονά της βρίσκεται πάνω στην τουαλέτα. «Τι έκανες;» ρωτήθηκε στη συνέχεια από την κα Σάββα. Ισχυρίστηκε ότι είπε και στις δυο αδελφές της νονάς της να της φωνάξουν για να ευχηθεί και αυτής. Όπως είπε απαντώντας στην επόμενη ερώτηση, δεν της φώναξε η ίδια. Εκτός του ότι - για να επαναλάβω - τίποτε από τα παραπάνω αναφέρει στην ανακριτική της κατάθεση είναι και το γεγονός, ότι, σ' αυτή ισχυρίζεται πως όταν μπήκε στο σαλόνι άρχισε να φωνάζει της νονάς της να έρθει να της ευχηθεί που αποτελεί ασφαλώς νέα αντίφαση. Και ενώ η εκδοχή της για το επίδικο περιστατικό σύμφωνα με το περιεχόμενο της ανακριτικής της κατάθεσης περικλείεται σε δέκα, μόλις, γραμμές και όπως προκύπτει από αυτή, με το πέρας της προέβη ιδιοχείρως σε δήλωση ότι τη διάβασε και ότι πληροφορήθηκε ότι μπορούσε να κάνει οποιεσδήποτε προσθήκες, αλλαγές ή προσθέσεις στο περιεχόμενο της και στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, όταν ρωτήθηκε από το δικηγόρο της εάν ήθελε να προσθέσει κάτι άλλο, απάντησε αρνητικά, αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε τα εξής: Όταν οι αδελφές της παραπονούμενης τής είπαν ότι η νονά της βρίσκεται στην τουαλέτα, τους είπε να περιμένει μέχρι να έλθει αλλά δε θα το κάνει, θα πάει στη θεία της δίπλα και όταν έλθει να της πουν ότι αν θέλει να πάει να της ευχηθεί ή να έλθει η ίδια. Όταν γύρισε να φύγει, η νονά της στεκόταν στο τελευταίο σκαλί και της είπε: «Τι θέλεις;» και κούμπιαζε τη ζώνη της. Με τον τρόπο που της το είπε την πήρε το παράπονο, οπότε, με τη σειρά της τής είπε: «Είσαι νούννα μου εσύ;» Η παραπονούμενη της είπε «Όχι». Η ίδια τη ρώτησε ποιος τη βάφτισε τότε, αυτή της είπε πως δεν ξέρει και το μόνο που της απάντησε η ίδια είναι ότι δεν έχει υπόθεση. Εκείνη τη στιγμή, η παραπονούμενη κατέβαινε τα σκαλιά και στο τελευταίο σκαλί την έσπρωξε και πήγε να βγει προς την πόρτα. Η ίδια κρατούσε το πόμολο της πόρτας. Τότε άρχισαν να φωνάζουν και οι δυο και ήρθαν και οι αδελφές της παραπονούμενης και την έσπρωξαν και οι τρεις έξω. Απλή σύγκριση όλων των παραπάνω με το περιεχόμενο της ανακριτικής της κατάθεσης αναδεικνύει και το μέγεθος των αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε, χωρίς να μου διαφεύγει και το γεγονός, ότι, πλείστα όσα ισχυρίστηκε αντεξεταζόμενη, δεν υποβλήθηκαν στην παραπονούμενη. Μολονότι θεωρώ αρκετά όλα τα παραπάνω, προκειμένου να τεκμηριώσω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ αναξιόπιστη μάρτυρα την κατηγορούμενη, στην έκταση που έχει αναφερθεί, εντούτοις, θα συνεχίσω. Το παράδειγμα που ακολουθεί είναι χαρακτηριστικό της ευκολίας με την οποία αυτή κατέφευγε στο ψεύδος. Ταυτόχρονα θεωρώ ότι τεκμηριώνει πλήρως το συμπέρασμά μου ότι ήρθε σε σύγκρουση με το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας. «Όλα αυτά τα οποία μας έχεις εξιστορήσει τώρα, γιατί δεν τα αναφέρεις στην κατάθεσή σου;» ήταν η αμέσως επόμενη ερώτηση που της υποβλήθηκε από την κα Σάββα. Απαντώντας ισχυρίστηκε ότι τα αναφέρει. Όταν η κα Σάββα τής είπε να της διαβάσει την κατάθεσή της, προτού αρχίσει να τη διαβάζει «Θυμούμαι την κατάθεσή.» ισχυρίστηκε. Ωστόσο, επέμενε η κα Σάββα και αφού της διάβασε μέρος της κατάθεσής της, όταν τη ρώτησε πού αναφέρεται στην κατάθεσή της ότι είναι οι αδελφές της παραπονούμενης που της είχαν φωνάξει να έλθει κάτω, οι μεταξύ τους στιχομυθία, ότι την έσπρωξε η νονά της, ότι πιάστηκε από το πόμολο και ότι την έβγαλαν και οι τρεις έξω, απάντησε ως εξής: «Εγώ αυτά τα είπα στην κατάθεσή μου και συγκεκριμένα, τα είπα και τη μέρα που μου τηλεφώνησε ο αστυνομικός.» Περιορίζομαι να πω τούτο. Στον εξεταστή της υπόθεσης (Μ.Κ.2), ουδέποτε υποβλήθηκε πως δεν κατέγραψε στην ανακριτική της κατάθεση, όσα του ανάφερε. Αντίθετα, με το πέρας της, αυτή προέβηκε ιδιοχείρως στην ακόλουθη δήλωση: «Διάβασα την πιο πάνω κατάθεση, πληροφορήθηκα ότι μπορώ να κάμω οποιεσδήποτε προσθήκες, αλλαγές, ή προσθέσεις στο περιεχόμενο της. Αυτή η κατάθεση είναι αληθινή και το περιεχόμενο της όπως εγώ το κατάθεσα.» Μάλιστα, η τελευταία φράση της στην εν λόγω κατάθεση είναι η εξής: «Δεν έχω να πω τίποτε άλλο.» Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας της ως μάρτυρος, στην έκταση που έχει αναφερθεί. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου βρίσκω ότι τα ουσιαστικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, ως εκτίθενται σε άλλο σημείο (πιο πάνω), επομένως, δε χρειάζεται να τα επαναλάβω. Προστίθενται και τα εξής: Χωρίς ακόμη να αποφαίνομαι κατά πόσο αποτελεί επίθεση τη εννοία του νόμου, ο τρόπος με τον οποίο, όπως είναι η θέση της παραπονούμενης - την οποία αποδέχομαι - της είχε επιτεθεί η κατηγορούμενη, αυτός συνίστατο σε σπρωξιές και κτυπήματα με τα χέρια της, στους ώμους και στο στήθος της παραπονούμενης. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της αξιόποινης παράνομης εισόδου, κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, της καταλογίζεται ότι στις 6 Μαΐου, 2013, στην οδό Λύσης 6 στην Πάφο, παράνομα εισήλθε στην οικία της Έλλης Ανδρέου, με σκοπό να διαπράξει μέσα σ' αυτή αδίκημα, δηλαδή επίθεση. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 493: «Το Άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, προβλέπει ότι όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος ή με σκοπό τον εκφοβισμό, εξύβριση ή όχληση του κατόχου τέτοιας περιουσίας, ή όποιος αφού εισέλθει νόμιμα σε μια τέτοια περιουσία, παραμένει σ' αυτή παρανόμως με σκοπό τον εκφοβισμό, την εξύβριση ή όχληση του κατόχου της περιουσίας ή με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, είναι ένοχος πλημμελήματος. ........ ........ Το Άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, δημιουργεί ένα αδίκημα το οποίο συνίσταται ουσιαστικά στην παράνομη παρουσία προσώπου με σκοπό τον εκφοβισμό, την εξύβριση ή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. Ο νόμος ήθελε να καταστήσει σαφές ότι το αδίκημα της παράνομης επέμβασης διαπράττεται ανεξαρτήτως του αν ο κατηγορούμενος εισήλθε μεν νομίμως, αλλά στη συνέχεια εξετράπη ή αν εισήλθε στη συγκεκριμένη περιουσία με πρόθεση εξ αρχής να διαπράξει τα αδικήματα που αναφέρονται στο Άρθρο 280. Δεν είναι, κατά την κρίση μας, θέμα πρώτου ή δευτέρου μέρους του άρθρου, όπως έγινε προσπάθεια να διατυπωθεί κατά την ακρόαση. Το Άρθρο 280 ουσιαστικά στοιχειοθετεί ένα αδίκημα το οποίο συνίσταται στην είσοδο ή παραμονή προσώπου σε υποστατικό με σκοπό την εξύβριση, εκφοβισμό ή διάπραξη ποινικού αδικήματος.» Καθόλα σχετικά είναι και τ' ακόλουθα από τη απόφαση στην υπόθεση Ανθία ν. Δημοκρατίας (Αρ. 1)
(1999)2 Α.Α.Δ. 404: «Η πρόθεση όχλησης αποτελεί απαραίτητο στοιχείο του αδικήματος (Protopapas, πιο πάνω). Σύμφωνα με καλώς θεμελιωμένη νομολογιακή αρχή η πρόθεση μπορεί να συναχθεί ως πραγματικό γεγονός από τις περιστάσεις που περιβάλλουν την συγκεκριμένη υπόθεση. Δεν είναι αρκετό ότι το συμπέρασμα για ύπαρξη πρόθεσης είναι εύλογο, πρέπει να είναι το μόνο εύλογο συμπέρασμα το οποίο μπορεί να συναχθεί από τα γεγονότα. Το βάρος απόδειξης της πρόθεσης το φέρει η κατηγορούσα αρχή σε όλα τα στάδια της δίκης (Βλ. Stavrinou v. Republic
(1969)2 C.L.R. 97, 104, Pefkos v. Police
(1961)C.L.R. 340, Katelaris v. Police
(1980)2 C.L.R. 230, Eracleous v. Police
(1972)2 C.L.R. 102, R. v. Georghiades (No. 2) 22 C.L.R. 128 και Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258, 262). Η πρόθεση δεν μπορεί να αποδειχθεί με θετική άμεση απόδειξη. Ωστόσο τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του. (Georghiades, πιο πάνω, σελ. 133). Την ίδια προσέγγιση βρίσκουμε και στο "The Penal Law of India" by Dr. Sir Harri Singh Gour 9th ed., Vol. IV, σελ. 3576-113 σε σχέση με την έννοια του όρου "intent to annoy" στο άρθρο 441 του Ινδικού Ποινικού Κώδικα, το λεκτικό του οποίου είναι ταυτόσημο με το δικό μας άρθρο 280. Την παραθέτουμε: ............................ ............................ Σε μετάφραση: "... άμεση μαρτυρία της πρόθεσης δύσκολα μπορεί ποτέ να παρουσιασθεί και η πρόθεση πρέπει στις περισσότερες υποθέσεις να συναχθεί από τις περιστάσεις. Υπάρχει ένα καλώς γνωστό τεκμήριο ότι ο κάθε άνθρωπος έχει πρόθεση να επιφέρει τις πιθανές συνέπειες των πράξεων του. Το τεκμήριο είναι μαχητό, αλλά εάν δεν ανατραπεί θα ισχύσει. Η ενόχληση στην οποία γίνεται αναφορά στο άρθρο 441 του Ινδικού Ποινικού Κώδικα δεν σκοπείται να είναι ακαριαία. Μπορεί να επισυμβεί σε μεταγενέστερο στάδιο."» Παρατηρώ τα εξής: Η κατοικία της παραπονούμενης στην οποία εισήλθε η κατηγορούμενη στον ουσιώδη χρόνο, αναμφίβολα βρισκόταν στην κατοχή της πρώτης. Ο τρόπος με τον οποίο εισήλθε σ' αυτή η κατηγορούμενη - απρόσκλητα -, σε συνδυασμό και με όσα ακολούθησαν καθιστά την είσοδό και παραμονή της σ' αυτή παράνομες. Εισήλθε χωρίς να χτυπήσει την πόρτα και άρχισε να φωνάζει και να αναζητεί την παραπονούμενη νονά της με τη φράση «Ήρτα ακονισμένη πούντην τούτη φέρτε την έξω.» Αυτά, τη στιγμή που η νονά της ήταν στην τουαλέτα. Ακολούθως, με το που είδε τη νονά της άρχισε να τη σπρώχνει και να τη χτυπά με τα χέρια της στους ώμους και στο στήθος. Ακόμη και όταν η νονά της την είχε βγάλει έξω από το σπίτι, κλείνοντας και την πόρτα, συνέχιζε να φωνάζει και να της ζητά να βγει έξω, αποκαλώντας την - ουσιαστικά εξυβρίζοντάς την - «φτανή.» Όλα τα παραπάνω στοιχεία, σωρευτικά θεωρούμενα, εξ αντικειμένου στοιχειοθετούν και αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και τον σκοπό της παράνομης μετάβασης, εισόδου και παραμονής της στην κατοικία της νονάς της, που ήταν η διάπραξη του αδικήματος που της αποδίδεται με τις λεπτομέρειες αδικήματος της υπό κρίση κατηγορίας, το οποίο, μάλιστα, όπως θα διαφανεί σε λίγο θεωρώ ότι διέπραξε. Αυτή δε, στο βαθμό που επιχείρησε να ανατρέψει το τεκμήριο ότι κάθε πρόσωπο έχει πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεών του (βλ. την Ανθία, ανωτέρω) κρίθηκε αναξιόπιστη. Ακολουθεί ότι η ευθύνη της για τη διάπραξη του αδικήματος της 1ης κατηγορίας στοιχειοθετείται πλήρως. Η 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει περικλείει το αδίκημα της κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, της καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, παράνομα επιτέθηκε εναντίον της Έλλης Ανδρέου, από την Πάφο. Το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα που δημιουργεί το αδίκημα - για ό,τι μας αφορά - προνοεί ότι: «Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι πρώτο, η επίθεση εναντίον άλλου και δεύτερο, παράνομα. Το αδίκημα στοιχειοθετείται εφόσον αποδειχθεί ότι κάποιο πρόσωπο ασκεί βία εναντίον κάποιου άλλου, είτε με πρόθεση είτε απερίσκεπτα. Στην υπόθεση R. v. Vienna
(1975)3 All E.R. 788 τέθηκαν οι νομολογιακές αρχές και αποφασίστηκε ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της επίθεσης, δε χρειάζεται η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει πρόθεση. Ο όρος «επίθεση» χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο, χωρίς τη συγκατάθεσή του. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574, το άρθρο 242 του Νόμου δε συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης, με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος. Απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας, χωρίς νομικό έρεισμα. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί και χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το άλλο πρόσωπο [βλ. R. v. Rolphe
(1953)36 Cr. App. R. και Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1988)3 All E.R. 445]. Βλ. επίσης το σύγγραμμα Archbold Pleading and Practice, 40η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1280. Παρατηρώ τα εξής: Η ενέργεια της κατηγορούμενης, η οποία, αφού εισήλθε παράνομα στην οικία της παραπονούμενης, ακολούθως, εντελώς αναίτια και απρόκλητα, άρχισε να τη σπρώχνει και να τη χτυπά τους ώμους και στο στήθος συνιστά εκ προθέσεως άσκηση βίας εναντίον της παραπονούμενης, δηλαδή, επίθεση τη εννοία του Νόμου. Και με δεδομένο ότι η παραπονούμενη, ουδέποτε συγκατατέθηκε στο να της επιτεθεί, της επιτέθηκε παράνομα. Ακολουθεί ότι η ευθύνη της για τη διάπραξη κι αυτού του αδικήματος, επίσης στοιχειοθετείται πλήρως. Προτού καταλήξω θα ήθελα να τοποθετηθώ σε μερικούς από τους ισχυρισμούς της κατηγορούμενου, όπως αυτοί προβάλλονται στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου δικηγόρου της. Ειδικότερα: Το γεγονός ότι η κατηγορούμενη είναι βαφτιστικιά της παραπονούμενης δε σημαίνει πως είχε δικαίωμα να εισέρχεται στην κατοικία της, χωρίς τη συγκατάθεσή της. Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει κατηγορία κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα και όχι κατηγορία επίθεσης, με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά το άρθρο 243 του ίδιο Νόμου, για να μπορεί βάσιμα να λεχθεί ότι στην απουσία ιατρικής μαρτυρίας δεν έχει αποδειχθεί το αδίκημα της 2ης κατηγορίας. Η θέση ότι, επειδή δεν έχει αποδειχθεί μα ούτε και διαφάνηκε οποιοδήποτε κίνητρο της κατηγορούμενης να διαπράξει τα αδικήματα, αυτή θα πρέπει να αθωωθεί και τούτο, επειδή, κατά το συνήγορο «Από τη στιγμή που δεν υπάρχει κίνητρο, άρα δεν υπάρχει ούτε και έγκλημα.» με όλο το σεβασμό δεν έχει έρεισμα ούτε στο νόμο μα ούτε και στη νομολογία. Τέλος, το γεγονός, ότι, παρότι υπήρχαν δυο αυτόπτες μάρτυρες κατά το επίδικο περιστατικό, η Αστυνομία δεν τους έλαβε κατάθεση - μα ούτε και παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο για να καταθέσουν ως μάρτυρες, προσθέτω με τη σειρά μου - κανένα κενό αφήνει στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Η υπόθεση ουσιαστικά έχει κριθεί στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας των δυο πρωταγωνιστών κατά το επίδικο περιστατικό, που είναι η παραπονούμενη και η κατηγορούμενη και για όλους τους λόγους που αναφέρω σε άλλο σημείο (πιο πάνω), σε αντίθεση με την πρώτη που κρίθηκε αξιόπιστη, η δεύτερη κρίθηκε αναξιόπιστη. Εν πάση περιπτώσει, εάν η κατηγορούμενη θεωρούσε ότι οι άλλοι δυο αυτόπτες μάρτυρες θα μπορούσαν να συμπληρώσουν ή καλύψουν τα «σημαντικά κενά» στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, όπως είναι η θέση της, την οποία φυσικά δεν αποδέχομαι, θα μπορούσε να τους παρουσιάσει η ίδια ως μάρτυρές της. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους (νομικούς και πραγματικούς), ότι η κατηγορούσα αρχή απόδειξε την ενοχή της κατηγορούμενης και στις δυο κατηγορίες, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατά συνέπεια αυτή κρίνεται ένοχη. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Αναφορά: τελική απόφαση (αξιόποινος παράνομη είσοδος, κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα και κοινή επίθεση, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα).

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.