Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Μανώλη Δημητρίου, Αρ. Υπόθεσης: 3075/13, 29/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3075/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Μανώλη Δημητρίου, από την Τσάδα Κατηγορούμενου ----------------------------- Ημερομηνία: 29/3/2017 Για την κατηγορούσα αρχή: κα Περγαντή Για τον κατηγορούμενο: κα Λεμονάρη Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το ακόλουθο κατηγορητήριο: «ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 1 Παράνομη κατοχή ελεγχόμενου Φαρμάκου Τάξεως Β, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6
(1)
(2), Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ, 30, 31, 31Α και τρίτος Πίνακας του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 67/83, 20(Ι)/92, 91(Ι)/03, 24
(1)/2010 και ΚΔΠ81/95 και 4/96. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος την 12ην Φεβρουαρίου του 2012 στην Πάφο είχε στη κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β, δηλαδή κάνναβη βάρους 0,0658 γραμμαρίων, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 2 Παράνομη χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 10(α), Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ, 30 και 31, και Τρίτος Πίνακας του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 67/83, 20
(1)/92, 91
(1)/2003, 24
(1)/2010 και ΚΔΠ81/95 και 4/96. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος μεταξύ του μηνός Δεκεμβρίου του 2011 και 12/2/2012 στην Πάφο έκαμε χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, ήτοι κάπνισε κάνναβη. ΥΚΑΝ ΠΑΦΟΥ 33/2012 ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 3 Παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6
(1)
(2)Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ, 30, 31, 31Α και Τρίτος Πίνακας του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 67/83, 20
(1)/92, 91
(1)/2003, 24
(1)/2010 και ΚΔΠ81/95 και 4/96. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος την 1ην Μαρτίου του 2013 στην Πάφο είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β, δηλαδή κάνναβη βάρους 132,6013 γραμμαρίων, χωρίς άδεια του Υπουργού Υγείας. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 4 Παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6
(1)
(2)Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ, 30, 31, 31Α και Τρίτος Πίνακας του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 67/83, 20
(1)/92, 91
(1)/2003, 24
(1)/2010 και ΚΔΠ81/95 και 4/96. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος την 1ην Μαρτίου του 2013 στην Πάφο είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β, δηλαδή μια ζυγαριά ακριβείας στην οποία ανιχνεύθηκαν ίχνη κάνναβης, χωρίς άδεια του Υπουργού Υγείας. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 5 Κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β', με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, πρώτος πίνακας, Μέρος ΙΙ, 5
(1),(β), 6
(1)
(3), 30, 30Α, 31, 31Α και τρίτος πίνακας του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 67/83, 20
(1)/92, 91
(1)/03, 24
(1)/2010 και ΚΔΠ81/95 και 4/96. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος την 1ην Μαρτίου του 2013 στην Πάφο, είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β, ήτοι κάνναβη βάρους 132,6013 γραμμαρίων, με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 6 Παράνομη χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 10(α), Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ, 30 και 31, και Τρίτος Πίνακας του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 67/83, 20
(1)/92, 91
(1)/2003, 24
(1)/2010 και ΚΔΠ81/95 και 4/
- ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος την 28ην Φεβρουαρίου του 2013 στην Πάφο, έκαμε χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, ήτοι κάπνισε κάνναβη.» Παραδέχθηκε τις κατηγορίες 1, 2, 3 και 6, μα όχι και τις κατηγορίες 4 και 5, για τις οποίες έγινε ακρόαση, εξ ου και η παρούσα απόφαση. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη των εν λόγω κατηγοριών παρουσίασε ως μάρτυρα, τον εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 2791 Χαράλαμπο Γιαννακού. O κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε σε απολογία και στις δύο κατηγορίες, κατάθεσε ενόρκως, χωρίς να καλέσει κανένα μάρτυρα προς υπεράσπισή του. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό, ότι κατά τη διάρκεια της δίκης δηλώθηκαν και αρκετά παραδεκτά γεγονότα. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης, κατά κύριο λόγο απορρέει από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του αστυφύλακα Γιαννακού (τεκμήριο 1), το οποίο ο μάρτυρας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της. Ειδικότερα: Ο μάρτυρας υπηρετεί στην Υ.ΚΑ.Ν και το τελευταίο διάστημα έφθασαν πληροφορίες στο γραφείο τους, ότι ο κατηγορούμενος ασχολείται με την κατοχή και διακίνηση ναρκωτικών, τα οποία αποκρύβει είτε στην οικία του στην Τσάδα είτε σε ξύλινη οικία και υποστατικά που διατηρεί σε διαφορετικά σημεία, στην περιοχή «Πρόμος» στην Τσάδα. Την 1/3/2013 και περί ώρα 10:00, δυνάμει εντάλματος έρευνας (τεκμήριο 8), το οποίο εκδόθηκε στις 20/2/2013, τα παραπάνω υποστατικά τέθηκαν υπό παρακολούθηση από το μάρτυρα και από αριθμό άλλων συναδέλφων του, για σκοπούς διεξαγωγής έρευνας. Ο μάρτυρας μαζί με τρεις ακόμη αστυφύλακες, έθεσαν υπό παρακολούθηση τα υποστατικά στην περιοχή «Πρόμος», όπου ο κατηγορούμενος διατηρεί κοτέτσι και κλουβιά σκύλων. Άλλοι δυο αστυφύλακες έθεσαν υπό παρακολούθηση την ξύλινη οικία του κατηγορούμενου, η οποία βρίσκεται σε άλλο σημείο στην ίδια περιοχή, ενώ, άλλος αστυφύλακας έθεσε υπό παρακολούθηση την οικία του κατηγορούμενου στην Τσάδα. Γύρω στις 12:00, ο κατηγορούμενος, οδηγώντας το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΕΕΕ 996 προσήλθε στο μέρος όπου βρίσκεται το κοτέτσι. Αφού βγήκε από αυτό εισήλθε στο κοτέτσι και μετά από μερικά λεπτά μετέβη στο χώρο των κλουβιών των σκύλων του όπου γέμισε δυο παγούρια νερών. Ακολούθως, κρατώντας τα παγούρια με νερό άρχισε να κατευθύνεται προς το αυτοκίνητό του, οπότε, στις 12:15 ανακόπηκε από το μάρτυρα και το συνάδελφό του Χριστοφή για έλεγχο. Όταν ο μάρτυρας τού έδειξε την αστυνομική του ταυτότητα και τον ενημέρωσε για την ιδιότητά τους στο μέρος καθώς και για τις υποψίες που είχε εναντίον του και του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός δεν απάντησε οτιδήποτε. Κατά τη διάρκεια σωματικής έρευνας που του έκανε ο μάρτυρας βρήκε στο σακάκι του, στην αριστερή τσέπη, δυο διαφανή νάιλον σακούλια δεμένα κόμπο, εντός των οποίων υπήρχε πράσινη ξηρή φυτική ύλη και ένα κινητό τηλέφωνο, μάρκας ΝΟΚΙΑ. Στη δεξιά τσέπη του σακακιού βρήκε άλλα δυο τέτοια σακούλια, με ίδιο περιεχόμενο και ακόμη ένα κινητό τηλέφωνο, μάρκας SAMSUNG. Περαιτέρω, στην εσωτερική αριστερή τσέπη του ίδιου σακακιού, ο μάρτυρας βρήκε ακόμη ένα ίδιο διαφανές νάιλον σακούλι δεμένο κόμπο, το οποίο περιείχε την ίδια ουσία καθώς και το χρηματικό ποσό των €70,00, σε διάφορα χαρτονομίσματα (τεκμήριο 22). Πρόκειται για τα τεκμήρια 10, 12, 15, 17 και 20, τα πέντε νάιλον σακούλια και για τα τεκμήρια 11, 13, 16, 18 και 21, η πράσινη ξηρή φυτική ύλη που περιείχαν, η οποία αποτελεί κάνναβη, συνολικού βάρους 132,6013 γραμμαρίων. Βλέπε τη σχετική έκθεση του Γενικού Χημείου του Κράτους (τεκμήριο 4), το περιεχόμενο της οποίας αποτελεί κοινό παραδεκτό γεγονός. Τα πέντε σακούλια κάνναβης εμφαίνονται και σε αριθμό φωτογραφιών που συνθέτουν σε δέσμη το τεκμήριο 5 και ήταν βάρους 26,5047, 26,7088, 26,7289, 26,2051 και 26,4538 γραμμαρίων, αντίστοιχα. Για να συνεχίσω, μετά την ανεύρεση όλων των παραπάνω, αφού ο μάρτυρας τα υπέδειξε στον κατηγορούμενο, τον οποίο πληροφόρησε ότι η πράσινη ξηρή φυτική ύλη που περιείχαν τα σακούλια είναι κάνναβη, η κατοχή και χρήση της οποίας απαγορεύονται και του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε ότι είναι για δική του χρήση. Ακολούθως συνελήφθηκε από το μάρτυρα για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως "Β". Αφού του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψής του και του επιστήθηκε εκ νέου η προσοχή στο Νόμο, δεν απάντησε. Το ίδιο έκανε και όταν στη συνέχεια πληροφορήθηκε από το μάρτυρα ότι το χρηματικό ποσό που είχε στην κατοχή του, πιθανόν να προερχόταν από αγοραπωλησίες ναρκωτικών. Κατά τη διάρκεια έρευνας που έγινε στο αυτοκίνητο με το οποίο μετέβη στο μέρος ο κατηγορούμενος, μεταξύ των ωρών 13:33 - 13:40, κατόπιν συγκατάθεσής του και στην παρουσία του, ο μάρτυρας εντόπισε σε ντουλαπάκι μεταξύ της θέσης του οδηγού και του συνοδηγού, μία ζυγαριά ακριβείας με πλαστικό κάλυμμα, μέσα σε δερμάτινη θήκη (τεκμήριο 23), στην οποία υπήρχαν ίχνη πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης (βλ. τη δεύτερη έκθεση του Γενικού Χημείου του Κράτους - τεκμήριο 30 -, το περιεχόμενο της οποίας αποτελεί παραδεκτό γεγονός). Αφού ο μάρτυρας την υπέδειξε στον κατηγορούμενο και τον πληροφόρησε ότι τα ίχνη πράσινης ξηρής φυτικής ύλης που υπήρχαν πάνω στη ζυγαριά είναι κάνναβη, της οποίας η κατοχή και χρήση απαγορεύονται και του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε ότι δεν είναι δική του. Στο ίδιο σημείο όπου βρισκόταν η ζυγαριά ακριβείας ο μάρτυρας βρήκε και δυο χαρτονομίσματα των €20,00 (τεκμήριο 24). Αφού πληροφόρησε και πάλι τον κατηγορούμενο ότι το ποσό αυτό πιθανόν να προερχόταν από αγοραπωλησίες ναρκωτικών και του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός δεν απάντησε. Την ίδια, πάντοτε, μέρα, στις 14:40, ο κατηγορούμενος υπέδειξε στο μάρτυρα συγκεκριμένο σημείο σε άκρη του δρόμου στην περιοχή «Πρόμος», αναφέροντάς του ότι εκεί είναι το σημείο όπου είχε κρύψει τα επίδικα ναρκωτικά το προηγούμενο βράδυ και τα παρέλαβε «σήμερα», καθοδόν για το χωράφι του, για να τα κρύψει εκεί. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν Πάφου. Εκεί ανάφερε στο μάρτυρα, ότι το κινητό τηλέφωνο, μάρκας SAMSUNG (τεκμήριο 19) και η ζυγαριά ακριβείας (τεκμήριο 23) ανήκουν στον Ανδρέα Παντελή. Ο τελευταίος, ο οποίος τελούσε υπό σύλληψη στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν Πάφου για άλλη υπόθεση, ερωτηθείς σχετικά για τον επί του προκειμένου ισχυρισμό του κατηγορούμενου, τον επιβεβαίωσε. Την ίδια μέρα και ώρα 19:45, ο μάρτυρας συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης για το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως "Β" με σκοπό την προμήθειά του σε άλλο πρόσωπο. Αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψής του και του και του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε «Απολογούμαι» Αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός, ότι τα πέντε νάιλον σακούλια που περιείχαν την επίδικη ποσότητα ναρκωτικών καθώς και η ζυγαριά ακριβείας με το πλαστικό κάλυμμα μέσα στη θήκη της υποβλήθηκαν σε επιστημονικές εξετάσεις, σε επίπεδο γενετικού υλικού (DNA). Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των εν λόγω εξετάσεων, όπως καταγράφονται στην εμπιστευτική έκθεση του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου (τεκμήριο 28), το περιεχόμενο της οποίας αποτελεί παραδεκτό γεγονός, από τα κουμπιά και την οθόνη της ζυγαριάς ακριβείας απομονώθηκε μικρή ποσότητα μεικτού γενετικού υλικού, με τον κατηγορούμενο να είναι κύριος δότης του. Όπως αναφέρεται στην ίδια έκθεση, δεν έχουν προκύψει οποιαδήποτε στοιχεία που να συνδέουν τον Ανδρέα Παντελή με τα αντικείμενα που υποβλήθηκαν σε εξετάσεις σε επίπεδο γενετικού υλικού. Επειδή, με εξαίρεση τις διάφορες δηλώσεις του κατηγορούμενου προς τον εξεταστή της υπόθεσης, όλα τα παραπάνω γεγονότα, είτε είναι παραδεκτά είτε αποτελούν ισχυρισμούς του μάρτυρα που παρέμειναν αναντίλεκτοι είτε ακόμη τους οποίους επανέλαβε και ο κατηγορούμενος, τόσο στη γραπτή του κατάθεση στη Αστυνομία (τεκμήριο 6) όσο και στη γραπτή του δήλωση (τεκμήριο 31) καθώς και ενόρκως στο Δικαστήριο, να θεωρηθούν από τώρα δεδομένα και αποδεδειγμένα. Όπως επίσης αποδεδειγμένο, θα πρέπει να θεωρηθεί και το γεγονός, ότι, το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος στον ουσιώδη χρόνο, όπως προκύπτει από το σχετικό πιστοποιητικό εγγραφής του (τεκμήριο 9) ήταν ιδιοκτησίας του Φοίβου Νικολάου από το Πολέμι. Η εκδοχή του κατηγορούμενου αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης απορρέει από το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης στην Αστυνομία (τεκμήριο 6) σε συνδυασμό με όσα αναφέρει στη γραπτή του δήλωση (τεκμήριο 31) το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Οι κύριες θέσεις και ισχυρισμοί του έχουν ως ακολούθως: Είναι χρήστης κάνναβης για περίπου 10 χρόνια και πολύ εθισμένος στην εν λόγω ουσία. Μέχρι και την ημέρα που συνελήφθηκε έκανε καθημερινή χρήση κάνναβης και γι αυτό φρόντιζε να έχει αρκετή ποσότητα στην κατοχή του, λόγω του ότι ήταν επικίνδυνο να πηγαίνει συχνά να αγοράζει τη συγκεκριμένη ουσία και να κυκλοφορεί στους δρόμους με αυτή. Στις 28/2/2013 μετέβηκε στη Λεμεσό και αγόρασε αρκετή ποσότητα (την επίδικη), η οποία βρέθηκε στην κατοχή του την 1/3/2013 και μόλις επέστρεψε πήγε και την έκρυψε στο μέρος που υπέδειξε στην Αστυνομία, κοντά στο χωράφι του στην Τσάδα. Είχε αγοράσει την κάνναβη, διαχωρισμένη και κατασκευασμένη, όπως βρέθηκε στην κατοχή του. Η ζυγαριά που βρέθηκε στο αυτοκίνητο που οδηγούσε την ημέρα που συνελήφθηκε δεν είναι δική του, αλλά του Ανδρέα Παντελή, ο οποίος του δάνεισε το αυτοκίνητο. Την έχει αγγίξει αφού βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο που οδηγούσε για ένα περίπου μήνα. Όταν κατηγορήθηκε γραπτώς στις 8/3/2013, σε καμιά περίπτωση παραδέχτηκε ότι κατείχε τη ζυγαριά ακριβείας, αφού, εξ υπαρχής ανάφερε τόσο προφορικά στην Αστυνομία όσο και στην κατάθεσή του, ημερομηνίας 1/3/2013 ότι αυτή δεν είναι δική του, αλλά βρισκόταν στο όχημα που είχε δανειστεί από τον Παντελή. Επίσης, σε καμιά περίπτωση παραδέχθηκε ότι κατείχε την κάνναβη με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο, αφού, εξ υπαρχής επίσης ανάφερε τόσο προφορικά όσο και στην κατάθεσή του, ημερομηνίας 1/3/2013 ότι κατείχε την εν λόγω κάνναβη για δική του χρήση. Είναι σίγουρος, ότι στη γραπτή κατηγορία (τεκμήριο 27), εκ παραδρομής και εκ λάθους σημειώθηκε ότι παραδέχεται εκτός της κατηγορία
- Αυτό που έπρεπε να γραφτεί είναι ότι παραδέχεται εκτός από τις κατηγορίες 2 και
- Σε καμιά περίπτωση κατείχε την κάνναβη με σκοπό να την πουλήσει σε άλλα πρόσωπα, ουδέποτε πούλησε κάνναβη σε άλλα πρόσωπα, αλλά πάντοτε αγόραζε την κάνναβη για προσωπική του χρήση, γιατί ήταν πραγματικά εξαρτημένος από αυτή την ουσία και την είχε ανάγκη επί καθημερινής βάσης. Όλοι οι παραπάνω ισχυρισμοί του είναι από τη γραπτή του δήλωση στο Δικαστήριο. Προστίθενται και τα εξής, τα οποία αναφέρει στη γραπτή του κατάθεση στην Αστυνομία, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε με τη γραπτή του δήλωση: Όταν στις 28/2/2013 πήγε στη Λεμεσό συμφώνησε με κάποιο που δε θέλει να πει ποιος είναι και αγόρασε 5 άουντζες κάνναβης, οι οποίες ήταν σε 5 σακούλια. Αγόρασε την κάνναβη για το ποσό των €1.000,
- Έδωσε προκαταβολή το ποσό των €500,00 και χρωστά τα υπόλοιπα. Ο λόγος που πήγε στο χωράφι του στον ουσιώδη χρόνο ήταν για να φροντίσει τις κότες και να κρύψει εκεί την κάνναβη για να μην τη βρει η Αστυνομία. Το τηλέφωνο SAMSUNG που κρατούσε κατά τη διάρκεια της σωματικής έρευνας που του έγινε είναι του Αυτουλλά. Η ζυγαριά ακριβείας πρέπει να είναι του Αυτουλλά, επειδή το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ίδιος είναι του Αυτουλλά και του το δάνεισε γιατί το δικό του είχε πρόβλημα. Άγγιξε πολλές φορές πάνω στη ζυγαριά, γιατί κρατά το αυτοκίνητο του Αυτουλλά ένα μήνα. Δε χρησιμοποίησε τη ζυγαριά για να πουλήσει ναρκωτικά. Πρόκειται για τον Ανδρέα Παντελή (ανωτέρω) ο Αυτουλλάς, ο οποίος δεν ήξερε ότι ο ίδιος οδηγούσε το αυτοκίνητό του και είχε ναρκωτικά πάνω του. Τα €70,00 που είχε πάνω του και τα €40,00 που ήταν μέσα στο αυτοκίνητο είναι δικά του από το ανεργιακό επίδομα που παίρνει. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας στο σύνολό του και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί, καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή, τόσο τον εξεταστή της υπόθεσης όσο και τον κατηγορούμενο, που είναι και οι μόνοι που έδωσαν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλ. και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Επισημαίνεται και η πάγια νομική αρχή σύμφωνα με την οποία, εκεί όπου υπάρχει σύγκρουση της μαρτυρίας με τα παραδεκτά γεγονότα υπερισχύουν τα παραδεκτά γεγονότα (βλ. Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143 και Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους
(2000)2 Α.Α.Δ. 186). Αναφορικά με το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη, ότι, το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη της επαφίεται στη διακριτική μου ευχέρεια (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 190). Αναφορικά με την αποδεικτική αξία της περιστατικής μαρτυρίας, παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Παφίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102: «Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή ή κατηγορία μαρτυρίας της άμεσης μαρτυρίας, δηλαδή μαρτυρίας η οποία αφεαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα (όπως μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων). Όχι μόνο δεν υπάρχει προκατάληψη, και αυτό είναι η δεύτερη διαπίστωση που θέλουμε να κάμουμε, εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους. .Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας (βλ. μεταξύ άλλων Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R., 73 p. 79 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνον όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του.» Βλ. και Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 746. Αναμφίβολα, ο εντοπισμός - ύπαρξη - του γενετικού υλικού στον τόπο του εγκλήματος αποτελεί σημαντικό στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 428) και το ίδιο ισχύει και για τα δακτυλικά αποτυπώματα. Ωστόσο, όπως αναφέρεται στη Χαρίτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 225: «Στην περίπτωση δακτυλικών αποτυπωμάτων η ύπαρξη τους δεν οδηγεί κατ' ανάγκη σε εύρημα ότι το άτομο που άφησε τα αποτυπώματά του στον τόπο του εγκλήματος είναι ο δράστης. Η άρνηση ενοχής συναρτάται και εκτιμάται σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η επαφή με το αντικείμενο του εγκλήματος. Ανάλογα δε με την εξήγηση που μπορεί να υπάρχει για την ύπαρξη τους, η παρουσία δακτυλικών αποτυπωμάτων είναι δυνατή και από μόνη της να στηρίξει καταδίκη (βλ. μεταξύ άλλων Charitonos v. Republic
(1971)2 C.L.R. 40, Mantis v. Police
(1981)2 C.L.R. 234, Χατζηπέτρου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174 και Ιωάννου άλλως Τίτος κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 409, σελ. 418 - 419). Κατ' αναλογία και η ύπαρξη γενετικού υλικού παρόλο που είναι αρκετή από μόνη της για να οδηγήσει σε καταδίκη, αυτό δεν είναι απαραίτητο διότι η ύπαρξη του μπορεί να έχει λογική εξήγηση. Τότε μόνο οδηγεί σε ενοχή, εφόσο η ύπαρξή του συνεκτιμούμενη με τα άλλα περιστατικά του εγκλήματος δεν αφήνει λογικά περιθώριο για άλλη ερμηνεία ή εξήγηση. (Γιαννίδης ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143, Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171 και Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 331).» Προστίθενται και το εξής: Ούτε και μπορεί να λεχθεί ότι η απουσία αποτυπωμάτων οδηγεί σε αρνητική διαπίστωση επαφής με κάποιο αντικείμενο (βλ. Πιτσιλλίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ 662. Τέλος παραπέμπω και στο ακόλουθο απόσπασμα, από τη Χαρίτου (ανωτέρω), σε σχέση με τις προηγούμενες αντιφατικές καταθέσεις: «Στην Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2) (πιο πάνω) σελ. 651 λέχθηκαν τα εξής: «Το Δικαστήριο είναι ο κριτής της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Προηγούμενες αντιφατικές καταθέσεις, καθώς και οι προεκτάσεις τους συνιστούν γεγονότα που προσμετρούν στην κρίση της αξιοπιστίας του μάρτυρα. Δεν εξουδετερώνουν, όμως, τη μαρτυρία του, ως το αντικείμενο αξιολόγησης (από το δικαστήριο) παραδεκτής, κατά το δίκαιο της αποδείξεως, μαρτυρίας. Το ακόλουθο απόσπασμα από τη Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας, (ανωτέρω), αντανακλά τη σωστή προσέγγιση: .......» Στην Τεβλετιάν κ.ά. ν. Αστυνομίας (πιο πάνω) σελ. 520 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Ως προς το ζήτημα προηγούμενων αντιφατικών καταθέσεων ενός μάρτυρα και το κατά πόσο τέτοιες καταθέσεις καθιστούν τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, εκ προοιμίου, αναξιόπιστη, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην υπόθεση Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, στην οποία το προαναφερόμενο ερώτημα απαντήθηκε αρνητικά. Χρήσιμη αναφορά μπορεί επίσης να γίνει στην υπόθεση Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 510 όπου παρατηρήθηκε πως τα κριτήρια για την αποτίμηση αντιφάσεων σχετίζονται άμεσα με τους διαφαινόμενους λόγους που οδηγούν στην προβολή διϊστάμενων θέσεων και με την ετοιμότητα του μάρτυρα να καταφύγει σε ψεύδη ή ανακρίβειες, προς εξυπηρέτηση ιδίου συμφέροντος. Το τελικό κριτήριο είναι η προσήλωση του μάρτυρα στην αλήθεια......» Βλ. και την Αλ - Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117 σύμφωνα με την οποία, η προσφυγή στο ψεύδος δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Η μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 2791 Χαράλαμπου Γιαννακού, με μία, μόνο, εξαίρεση γίνεται αποδεκτή, αφού, εκτός από αξιόπιστη, ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη, ενώ, σημαντικό της μέρος αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών, είτε στη βάση παραδεκτών γεγονότων είτε γιατί τα όσα ανάφερε ο μάρτυρας, επιβεβαιώνονται από τον κατηγορούμενο. Το μόνο μέρος της μαρτυρίας του που δεν αποδέχομαι αφορά στον ισχυρισμό του, πως όταν κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο, ουσιαστικά, για τα αδικήματα των κατηγοριών 3 μέχρι 6 που αντιμετωπίζει στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, η παραδοχή του κατηγορούμενου και για το αδίκημα της 3ης κατηγορίας, δηλαδή, της αντίστοιχης 5ης κατηγορίας, στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, δεν αποτελεί λάθος και δε συμφωνεί ότι η κατηγορία που εννοούσε ο κατηγορούμενος ότι δεν παραδέχεται είναι η 3η και όχι η 2η, όπως είπε με την απάντησή του. Είναι γεγονός πως, όταν ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς από το μάρτυρα, για τα τέσσερα, συνολικά αδικήματα που περικλείει η γραπτή κατηγορία, όταν του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Παραδέχομαι εκτός από την κατηγορία δύο». Που σημαίνει ότι η μόνη κατηγορία που δεν είχε παραδεχθεί είναι ότι στον ουσιώδη χρόνο είχε στην κατοχή του παράνομα ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β', δηλαδή, μια ζυγαριά ακριβείας με ίχνη κάνναβης. Μολονότι αυτή ήταν η απάντησή του στη γραπτή κατηγορία, για δυο λόγους δεν μπορώ να δεχθώ ότι αυτό που απάντησε και ορθά καταγράφηκε από το μάρτυρα είναι αυτό που εννοούσε. Επί του προκειμένου δέχομαι τη σχετική υποβολή της κας Λεμονάρη προς το μάρτυρα, όχι επειδή θεωρώ αξιόπιστο μάρτυρα τον κατηγορούμενο και αναξιόπιστο το μάρτυρα, που δεν έλεγε την αλήθεια, αλλά, επειδή, πρώτο, η θέση του κατηγορούμενου στη γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία (τεκμήριο 6) ότι η επίδικη ποσότητα ναρκωτικών ήταν για δική του χρήση, είναι τόσο ξεκάθαρη, οπότε και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, δεν μπορώ να δεχθώ ότι με την απάντησή του στη γραπτή κατηγορία - χωρίς στο μεταξύ να μεσολαβήσει κάτι άλλο -, παραδέχθηκε ότι κατείχε τα ναρκωτικά με σκοπό την προμήθειά τους σε άλλο πρόσωπο. Χωρίς βέβαια να σημαίνει αυτό, ότι δεν ήταν αυτός ο σκοπός του. Αυτό είναι κάτι που θα με απασχολήσει στη συνέχεια. Όμως, ακόμη κι αν ήθελε κριθεί ότι αυτός ήταν ο σκοπός του, η επί του προκειμένου κατάληξή μου, δε θα έχει ως υπόβαθρο, τη φερόμενη παραδοχή του για τη διάπραξη του σχετικού αδικήματος. Έχω τη γνώμη, ότι πράγματι, αυτό που ήθελε να πει με την απάντησή του ο κατηγορούμενος και εκ λάθους είπε κάτι άλλο είναι ότι παραδέχεται τις κατηγορίες που του προσάφθηκαν από το μάρτυρα, με εξαίρεση την 3η κατηγορία. Ο άλλος λόγος για τον οποίο δε δέχομαι τη θέση του μάρτυρα, για το ίδιο θέμα είναι γιατί αυτή δεν εδράζεται σε γνώση του μάρτυρα, αλλά αποτελεί προϊόν υποθέσεων που έκανε. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του κατηγορούμενου ως μάρτυρα είναι τελείως αρνητική. Και τούτο, επειδή, σε ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης, μεταξύ άλλων υπήρξε αντιφατικός, έλεγε ψέματα και προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνταν λογικής και πειστικότητας, είτε ακόμη, που συγκρούονται με το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας, των παραδεκτών γεγονότων καθώς και με ισχυρισμούς του εξεταστή της υπόθεσης, οι οποίοι παρέμειναν αναντίλεκτοι. Και κάτι ακόμη. Στην προσπάθειά του να με πείσει να δεχθώ την εκδοχή του «προκάλεσε» την εισαγωγή μαρτυρίας, η οποία τον εκθέτει ανεπανόρθωτα. Ακολουθεί ότι, από τη μαρτυρία του, το μόνο μέρος που αποδέχομαι είναι αυτό που συνάδει με άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία. Κατά τα λοιπά, η μαρτυρία του απορρίπτεται ως αναξιόπιστη, σαφώς κατασκευασμένη και ψευδής. Τα παραδείγματα που ακολουθούν, κατά τη γνώμη μου, αιτιολογούν επαρκώς, όλες τις παραπάνω διαπιστώσεις μου. Ειδικότερα: Στη γραπτή του κατάθεση στην Αστυνομία (τεκμήριο 6) αναφέρει ότι η επίδικη ζυγαριά ακριβείας πρέπει να είναι του Αυτουλλά, δηλαδή του Ανδρέα Παντελή, επειδή το αυτοκίνητο που οδηγούσε για ένα μήνα είναι δικό του και άγγιξε πολλές φορές πάνω στη ζυγαριά. Το ίδιο αναφέρει και στη γραπτή του δήλωση (τεκμήριο 31). Ο Ανδρέας Παντελή, στην ανακριτική του κατάθεση (τεκμήριο 29), η οποία παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, μέσω του εξεταστή της υπόθεσης στο στάδιο της αντεξέτασής του, κατ' απαίτηση της ευπαίδευτης δικηγόρου του κατηγορούμενου ισχυρίζεται ότι την εν λόγω ζυγαριά, την έφερε από την Ολλανδία, αλλά δεν τη χρησιμοποίησε για να ζυγίζει ναρκωτικά. Έχοντας υπόψη το παραδεκτό γεγονός, ότι στην εν λόγω ζυγαριά - με πλαστικό κάλυμμα η οποία στον ουσιώδη χρόνο ήταν στη θήκη της μέσα στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος - υπήρχαν ίχνη κάνναβης, ως επίσης και ότι από τα κουμπιά και την οθόνη της, απομονώθηκε μεικτό γενετικό υλικό, με κύριο δότη τον κατηγορούμενο, χωρίς να συνδέεται καθόλου ο Παντελή με τη ζυγαριά σε επίπεδο γενετικού υλικού και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη, ότι η επίδικη ποσότητα ναρκωτικών, την οποία ο κατηγορούμενος παραδέχεται ότι κατείχε κατά τον ίδιο χρόνο είναι κάνναβη, το μόνο ασφαλές συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι ο κατηγορούμενος, όχι απλώς άγγιξε τη ζυγαριά ακριβείας, αλλά ευθύνεται κιόλας για τα ίχνη κάνναβης που υπήρχαν σ' αυτή. Ισχυρίζεται ακόμη ο κατηγορούμενος στη γραπτή του κατάθεση στην Αστυνομία ότι αγόρασε την επίδικη ποσότητα ναρκωτικών από τη Λεμεσό, στις 28/2/2013 και μετά πήγε και την έκρυψε σε σημείο που έδειξε στην Αστυνομία. Την επομένη, 1/3/2013, αφού πήγε και την πήρε και την έβαλε στις τσέπες του πήγε στο χωράφι του εκεί όπου συνελήφθηκε από την Αστυνομία για να φροντίσει τις κότες και να κρύψει την κάνναβη για να μην τη βρει η Αστυνομία. Το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: εάν ο λόγος που είχε στις τσέπες του τα 5 σακούλια με την κάνναβη ήταν αυτός που ανάφερε, γιατί δεν τα έκρυψε από την πρώτη στιγμή - δηλαδή, από την ώρα που επέστρεψε από τη Λεμεσό - στο χωράφι του και προτίμησε να τα κρύβει σε άλλο σημείο, κοντά στο χωράφι του, με αποτέλεσμα να εκτεθεί δυο φορές σε κίνδυνο να γίνει αντιληπτός, τόσο κατά την τοποθέτησή τους στο σημείο που τα έκρυψε την πρώτη φορά καθώς και στο σημείο που θα τα τοποθετούσε τη δεύτερη, όσο και κατά την παραλαβή τους από το πρώτο σημείο; Ακολούθως, αφού το σημείο που τα είχε κρύψει την πρώτη φορά ήταν κοντά στο χωράφι του, ποιος ο λόγος να τα παραλάβει απ' εκεί και να τα κρύψει στο χωράφι του, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη και ο ισχυρισμός του, ότι ο λόγος που θα τα έκρυβε εκεί ήταν για να μην τα βρει η Αστυνομία; Δεδομένου ότι και στο ένα σημείο και στο άλλο, κρυμμένα θα τα είχε, με ποια λογική θεώρησε ότι εκεί όπου τα είχε κρύψει, θα τα έβρισκε η Αστυνομία, αλλά, αν τα έκρυβε στο χωράφι του, δε θα τα έβρισκε; Το πόσο παράλογοι είναι οι παραπάνω ισχυρισμοί του είναι ολοφάνερο. Το τι προτίθετο να κάνει την επίδικη ποσότητα ναρκωτικών, έστω έμμεσα προκύπτει από την αναντίλεκτη μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης. Όπως αναφέρει ο μάρτυρας στη γραπτή του κατάθεση, στον ουσιώδη χρόνο και ενώ το μέρος όπου ο κατηγορούμενος καταλείφθηκε επ' αυτοφώρω να έχει στην κατοχή του την επίδικη ποσότητα ναρκωτικών, βρισκόταν υπό συνεχή - αστυνομική - παρακολούθηση, από τις 10:00, χωρίς αυτός να εντοπιστεί, προσήλθε στο μέρος στις 12:00, με το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΕΕΕ 996 και αφού εξήλθε αυτού εισήλθε πεζός στο κοτέτσι του και μετά πάροδο μερικών λεπτών μετέβη στο χώρο των κλουβιών των σκύλων του όπου γέμισε τα δυο παγούρια με νερό. Στη συνέχεια, κρατώντας τα δυο παγούρια, κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητο και στις 12:15 ανακόπηκε για έλεγχο οπότε και διαπιστώθηκε ότι κατείχε τα ναρκωτικά. Οι παραπάνω κινήσεις του, αν αποδεικνύουν κάτι, δεν είναι τον ισχυρισμό του ότι πήγε στο χωράφι του για να κρύψει εκεί τα ναρκωτικά για να μην τα βρει η Αστυνομία, τα οποία είχε στις τσέπες του για 15 λεπτά, χωρίς να έχει τέτοια ανησυχία, αλλά, πως ήταν έτοιμος να αναχωρήσει από το μέρος, μαζί με τα ναρκωτικά. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος, ερωτηθείς από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής εάν μπορούσε να κατονομάσει το πρόσωπο από τη Λεμεσό από το οποίο είχε αγοράσει τα ναρκωτικά «Φυσικά.» απάντησε. Όπως είπε απαντώντας στις επόμενες ερωτήσεις, το όνομά του είναι Γιάννος, αλλά δε γνωρίζει το επίθετό του. Η επόμενη ερώτηση που του υποβλήθηκε ήταν η εξής: «Γιατί με τόση ευκολία το λέτε σήμερα στο Δικαστήριο το όνομά του και δεν το αναφέρατε στην κατάθεσή σας τότε που ρωτηθήκατε;» «Δεν το ρώτησαν.» απάντησε. Διέλαθε νομίζω της προσοχής του, πρώτο, ότι, η κατάθεσή του στην Αστυνομία είναι αφηγηματική, δεύτερο, ότι προέβη σ' αυτή, κατόπιν δικής του επιθυμίας και όχι με πρωτοβουλία της Αστυνομίας και τρίτο και βασικότερο, ότι, όπως αναφέρει σ' αυτή δε θέλει να πει ποιος είναι αυτός από τον οποίο είχε αγοράσει τα ναρκωτικά. Η ευκολία με την οποία κατέφευγε στο ψεύδος είναι ολοφάνερη. Στη γραπτή του κατάθεση στην Αστυνομία και πάλι αναφέρει ότι αγόρασε την επίδικη ποσότητα κάνναβης για δική του χρήση, για το ποσό των €1.000,
- Έδωσε €500,00 ως προκαταβολή και χρωστά τα υπόλοιπα. Αντεξεταζόμενος, μεταξύ άλλων ανάφερε και τα εξής: Στον ουσιώδη χρόνο δεν εργαζόταν. Ήταν λήπτης δημόσιου βοηθήματος για το ποσό των €552,
- Το πρόσωπο από τη Λεμεσό από το οποίο είχε αγοράσει τα ναρκωτικά, το γνώρισε εκείνη την περίοδο. Έκτοτε ξαναπήγε δυο, τρεις φορές και αγόρασε ναρκωτικά από τον ίδιο. Συμφώνησε μαζί του να αγοράσει 5 άουντζες κάνναβη, 28 γραμμάρια κάθε μία. Με αυτά τα 28 γραμμάρια έκανε περίπου 30 τσιγάρα. Όταν του υποβλήθηκε ότι δεν είναι 30 τσιγάρα που κάνει με τα 28 γραμμάρια κάνναβης, αλλά 112, απαντώντας, ισχυρίστηκε ότι αυτό εξαρτάται. Όπως είπε κατά λέξη «.έχει διαφορές, άλλος μπορεί να κάνει 11 τσιγάρα, άλλος 20 τσιγάρα, άλλος 112 όπως λέεις εγώ.» Λίγο αργότερα ισχυρίστηκε ότι κάπνιζε καθημερινά, γύρω στα 10 τσιγάρα. Ευθύς αμέσως ισχυρίστηκε πως δεν ήταν όλες τις μέρες το ίδιο, κάποτε 2, 3 γραμμάρια. Δεν τα ζύγιζε, τα υπολόγιζε. Δεν υπήρχε περίπτωση να ζυγιστεί η ποσότητα που χρησιμοποιούσε επειδή δεν είχε στην κατοχή του ζυγαριά. Όταν κλήθηκε να εξηγήσει για ποιο λόγο βρέθηκε το DNA του στα κουμπιά και στην επιφάνεια της ζυγαριάς καθώς και στη θήκη της εσωτερικά ισχυρίστηκε πως ήταν μέσα στο αυτοκίνητο του Ανδρέα και απλώς τη χρησιμοποίησε από περιέργεια να δει τι ήταν και την έβαλε πίσω στον τόπο της. Αργότερα ισχυρίστηκε ότι καθένα από τα 5 σακούλια κάνναβης περιείχε ακριβώς την ίδια ποσότητα και συγκεκριμένα, 28 γραμμάρια κάθε σακουλάκι, μαζί με το σακούλι. Ερωτηθείς εάν αυτός που του έδωσε τα ναρκωτικά, τα ζύγισε μπροστά του, απάντησε αρνητικά. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε πώς ξέρει ότι στα 5 σακούλια είχε την ίδια ποσότητα, όπως είπε απαντώντας, επειδή του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη. Όταν κλήθηκε να πει πού έβρισκε λεφτά για να αγοράσει τόσο μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών, δεδομένου ότι τότε συντηρείτο με το δημόσιο βοήθημα της τάξης των €552,00, ισχυρίστηκε ότι φύλαξε λίγα λεφτά, πήγε και αγόρασε τα ναρκωτικά για να τα φυλάξει να μην πηγαίνει και να έρχεται Λεμεσό, επειδή είναι και επικίνδυνα στους δρόμους. Όταν ρωτήθηκε γιατί ο Γιάννος τού έδωσε την επίδικη ποσότητα ναρκωτικών σε 5 διαφορετικές συσκευασίες και όχι σε ένα σακούλι, αφού ήταν για δική του χρήση, για να παίρνει όση θέλει να καπνίζει, απαντώντας ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος του είπε να το κάνει έτσι, σε ένα σακούλι, επειδή δεν είχε να το φυλάξει κάπου και είπε να πιάνει λίγο λίγο. Όπως είπε απαντώντας στην επόμενη ερώτηση, αν ήταν όλο σε ένα σακούλι, δεν θα ήταν πιο πρακτικό, επειδή δε θα μπορούσε να υπολογίσει περίπου αν ήταν σωστό, ενώ, κομμάτι, κομμάτι ήταν εύκολο για τον ίδιο, διευκρινίζοντας ότι αυτό που εννοεί είναι ότι δεν μπορούσε να υπολογίσει εάν ήταν σωστό που του το έδωκε - αναφερόμενος στο Γιάννο - γι αυτό του είπε να το κάνει ένα, ένα. Όταν του υποβλήθηκε ότι ο λόγος που τα ναρκωτικά ήταν σε 5 διαφορετικές συσκευασίες ήταν γιατί τις είχε έτοιμες προς πώληση, «Στο χωράφι μου;» διερωτήθηκε; Λίγο αργότερα ισχυρίστηκε ότι αγόραζε πάντοτε από το ίδιο πρόσωπο τα ναρκωτικά, κάθε φορά 2, 5 άουντζες. Και τούτο, επειδή δεν μπορούσε να τρέχει καθημερινά στη Λεμεσό και να κινδυνεύει στους δρόμους. Όπως είπε στη συνέχεια, στη Λεμεσό πήγαινε όποτε του τέλειωνε η κάνναβη, περίπου κάθε 3 με 4 μήνες. Ερωτηθείς για το λόγο που στην κατάθεσή ισχυρίζεται ότι άγγιξε πολλές φορές στη ζυγαριά ακριβείας, γιατί κρατούσε ένα μήνα το αυτοκίνητο του Αυτουλλά, απάντησε ως εξής: «Αφού ήταν μέσα στο αυτοκίνητο την έβαλα στο ντουλαπάκι να μην τη βλέπω, να μην είναι στα πόδια μου» Ωστόσο, όταν του υποβλήθηκε - και ορθά - με αναφορά στη φωτογραφία αρ. 16 (μέρος του τεκμηρίου 5), ότι η ζυγαριά βρέθηκε σε θήκη μεταξύ οδηγού και συνοδηγού κοντά στο χειρόφρενο «Δε γνωρίζω κύριε εντιμότατε.» απάντησε. Όλες οι παραπάνω θέσεις και ισχυρισμοί του αναδεικνύουν το μέγεθος της αναξιοπιστίας του ως μάρτυρα, για όλους τους λόγους που αναφέρονται σε άλλο σημείο (πιο πάνω). Ειδικότερα: Ενώ αποτελεί παραδεκτό γεγονός, ότι, καθένα από τα 5 σακούλια που περιείχαν την επίδικη ποσότητα κάνναβης ήταν βάρους 26,5047, 26,7088, 26,7289, 26,2051 και 26,4538 γραμμάρια, αντίστοιχα, ο ίδιος ισχυρίστηκε και επέμενε πως όλα μαζί με το σακούλι, ήταν 28 γραμμάρια. Ενώ ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που ξέρει ότι τα 5 σακούλια ναρκωτικά περιείχαν την ίδια ποσότητα, μολονότι ο Γιάννος που του τα πούλησε δεν τα είχε ζυγίσει μπροστά του, είναι γιατί του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη, αργότερα ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που είπε στο Γιάννο να του βάλει την κάνναβη σε 5 σακούλια, ήταν γιατί του ήταν πιο εύκολο έτσι να υπολογίσει εάν ο Γιάννος του είχε δώσει τη σωστή ποσότητα. Χωρίς βέβαια να μου διαφεύγει ότι προηγουμένως, ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που είπε στο Γιάννο να του βάλει την κάνναβη σε 5 σακούλια και όχι σε ένα ήταν επειδή δεν είχε κάπου να τη φυλάξει και είπε να πιάνει λίγο λίγο. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός, ότι η επίδικη ποσότητα ναρκωτικών είναι συνολικού βάρους 132,6013 γραμμάρια και θέση του κατηγορούμενου - ο οποίος επέμενε ότι τα αγόρασε για δική του χρήση -, ότι με τα 28 γραμμάρια που περιείχε κάθε σακούλι - και όχι 26 και κάτι γραμμάρια που είναι το ορθό βάρος - έκανε περίπου 30 τσιγάρα. Περαιτέρω, ότι τότε κάπνιζε 10 περίπου τσιγάρα την ημέρα, έπαιρνε μηνιαίο δημόσιο βοήθημα €552,00, αγόρασε την επίδικη ποσότητα ναρκωτικών για το ποσό των €1.000,00 και κατέβαλε στο Γιάννο το ποσό των €500,00 ως προκαταβολή και του χρωστούσε το υπόλοιπο ποσό. Τέλος αποτελεί θέση του, ότι ο λόγος που αγόρασε τόσο μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών ήταν για να τα φυλάξει να μην πηγαίνει και να έρχεται Λεμεσό επειδή είναι επικίνδυνα στους δρόμους, ως επίσης και ότι πήγαινε στη Λεμεσό όταν του τέλειωνε η κάνναβη, κάθε 3 με 4 μήνες. Το πόσο συνθλίβεται η αξιοπιστία του ως μάρτυρα, με την προβολή όλων των παραπάνω ισχυρισμών καταφαίνεται από τα εξής. Αν υποτεθεί ότι κάπνιζε 10 τσιγάρα την ημέρα, τα οποία περιείχαν περίπου ένα γραμμάριο κάνναβη το καθένα, δεδομένης της θέσης του ότι με τα 28 γραμμάρια έκανε περίπου 30 τσιγάρα σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι η πραγματική ποσότητα ναρκωτικών που βρέθηκε στην κατοχή του είναι 132,6013 γραμμάρια κάνναβης, με ένα πρόχειρο μαθηματικό υπολογισμό, αυτό σημαίνει ότι θα έπρεπε να πηγαίνει στη Λεμεσό για να αγοράσει νέα ποσότητα ναρκωτικών, όταν του τέλειωνε αυτή που είχε, κάθε 15 περίπου μέρες και όχι κάθε 3 με 4 μήνες, όπως ήταν η θέση του. Το μέγεθος της αντίφασης στην οποία υπέπεσε είναι ολοφάνερο. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Αν υποτεθεί και πάλι, ότι η επίδικη ποσότητα ναρκωτικών την οποία αγόρασε σε τιμή ευκαιρίας €1.000,00, ήταν για δική του χρήση και κάθε 15 περίπου μέρες, θα έπρεπε να αγοράζει νέα ποσότητα, έστω, σε τιμή ευκαιρίας πάντοτε, πού θα έβρισκε κάθε μήνα το ποσό των €2.000,00 που απαιτείτο για το σκοπό αυτό, χωρίς να συνυπολογίζω και τις διάφορες άλλες ανάγκες του, που όπως κάθε άνθρωπος, υποθέτω είχε κι αυτός, τη στιγμή που το μόνο εισόδημά του ήταν το μηνιαίο δημόσιο βοήθημα των €552,00; Και πώς μπορεί να ισχυρίζεται ότι ο λόγος που δε ζύγιζε ποτέ του την ποσότητα ναρκωτικών που χρησιμοποιούσε αλλά την υπολόγιζε είναι γιατί δεν είχε στην κατοχή του ζυγαριά, τη στιγμή που βρέθηκε στην κατοχή του ζυγαριά ακριβείας, η οποία, όπως είναι η θέση του βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο που κρατούσε για ένα μήνα και την άγγιξε και στην οποία αποτελεί παραδεκτό γεγονός, ότι υπήρχαν ίχνη κάνναβης; Δηλαδή, της ουσίας που έκανε χρήση ο ίδιος; Ακολούθως, ποια από τις παρακάτω θέσεις του ισχύει; ότι ο λόγος που εντοπίστηκε το DNA του στα κουμπιά και στην επιφάνεια της ζυγαριάς ακριβείας είναι γιατί τη χρησιμοποίησε από περιέργεια για να δει τι ήταν και την έβαλε στον τόπο της, όπως είπε κατά μία περίπτωση αντεξεταζόμενος, ότι την έβαλε στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου για να μην τη βλέπει, να μην είναι μέσα στα πόδια του, όπως είπε σε άλλη περίπτωση, αντεξεταζόμενος και πάλι, ή ότι την άγγιξε πολλές φορές, επειδή βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο του Αυτουλλά, το οποίο κρατούσε για ένα μήνα ο ίδιος; Και κάτι τελευταίο. Παρότι στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του εξεταστή της υπόθεσης δέχθηκα τη θέση του κατηγορούμενου που υποβλήθηκε στο μάρτυρα σύμφωνα με την οποία, όταν ο κατηγορούμενος, αφού κατηγορήθηκε γραπτώς από το μάρτυρα απάντησε ότι παραδέχεται εκτός από την κατηγορία 2, εκ παραδρομής ανάφερε τον αριθμό 2, αφού αυτό που ήθελε να πει είναι τον αριθμό 3, εντούτοις, ο κατηγορούμενος, ακόμη και γι αυτή την πτυχή της υπόθεσης δεν απέφυγε το ψεύδος. Εξηγώ αμέσως τι θέλω να πω: Όταν αντεξεταζόμενος ρωτήθηκε, γιατί ενώ, όταν κατηγορήθηκε γραπτώς απάντησε ότι παραδέχεται εκτός από την κατηγορία 2, η οποία περικλείει το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως "Β", δηλαδή μια ζυγαριά ακριβείας με ίχνη κάνναβης και στο Δικαστήριο δεν παραδέχεται την κατηγορία που αφορά την προμήθεια της επίδικης ποσότητας ναρκωτικών ισχυρίστηκε ότι παραδέχθηκε από την αρχή που συνελήφθηκε όταν του διάβασαν τις κατηγορίες εκτός από την κατηγορία της εμπορίας με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο και τη ζυγαριά ακριβείας. Όταν στη συνέχεια του υποδείχθηκε από την κα Περγαντή, ότι η γραπτή κατηγορία (τεκμήριο 27) λέει ότι παραδέχεται όλες τις κατηγορίες εκτός από τη 2η κατηγορία και ότι υπόγραψε το συγκεκριμένο τεκμήριο, απάντησε ως εξής: «Όπως μου διάβαζαν τις κατηγορίες, ύστερα κάτι έγινε αλλαγή πάνω, δεν ήταν έτσι.» Ακολουθούν τα σχόλιά μου: στο σύνολό του το περιεχόμενο της γραπτής κατηγορίας, περιλαμβανομένης και της απάντησής του είναι δαχτυλογραφημένο, με μόνη εξαίρεση, το όνομά του καθώς και αυτό της μητέρας του εντελώς στην αρχή και την υπογραφή του στο τέλος της γραπτής κατηγορίας, μετά την απάντησή του και συγκεκριμένα, μετά που ρωτήθηκε από τον εξεταστή, εάν επιθυμούσε να πει οτιδήποτε και πληροφορήθηκε ότι δεν ήταν υπόχρεος να πει, αλλά, αν ήθελε να πει οτιδήποτε, θα καταγραφόταν και να δυνατόν να δινόταν ως μαρτυρία. Όμως, το σημαντικότερο που προκύπτει από τη γραπτή κατηγορία είναι ότι, ουδεμία αλλαγή ή διόρθωση υπάρχει σ' αυτή, γεγονός το οποίο, εκτός του ότι - για να επαναλάβω - διαψεύδει τον κατηγορούμενο, ο οποίος ισχυρίστηκε πως, όπως του διάβαζαν τις κατηγορίες, ύστερα έγινε αλλαγή πάνω, την ίδια ώρα, ο εν λόγω ισχυρισμός του, για μια φορά ακόμη, το φέρνει σε σύγκρουση με το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ - μολονότι θα μπορούσα να το κάνω - προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας του κατηγορούμενου ως μάρτυρα. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου βρίσκω ότι τα πραγματικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, η οποία εκτίθεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω), επομένως δε χρειάζεται να επαναλάβω. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως "Β" στοιχειοθετείται όταν κάποιος έχει στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως "Β" (βλ. το άρθρο 6
(1)
(2)του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 - στο εξής «ο Νόμος» - ). Το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως "Β" με σκοπό την προμήθειά του σε άλλο πρόσωπο στοιχειοθετείται όταν κάποιος, πρώτο, έχει στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως "Β", δεύτερο, με σκοπό την προμήθειά του σε άλλο πρόσωπο (βλ. το άρθρο 6
(3)του Νόμου). Επισημαίνεται ότι σε σχέση και με τα δυο αδικήματα (ως ανωτέρω), το άρθρο 32 του Νόμου προνοεί ορισμένες υπερασπίσεις. Σε σχέση με το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθειά του σε άλλο πρόσωπο προκύπτει από το άρθρο 30Α του Νόμου, ότι, σε περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί ότι κάποιος κατείχε 30 ή περισσότερα γραμμάρια κάνναβης ή παράγωγά της θεωρείται ότι τα κατείχε με σκοπό να τα προμηθεύσει σε τρίτο πρόσωπο, εκτός αν ικανοποιήσει το Δικαστήριο για το αντίθετο. Ασφαλώς πρόκειται για μαχητό, το τεκμήριο που δημιουργεί η συγκεκριμένη διάταξη και καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σκούλλου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 87): «Η δημιουργία μαχητών τεκμηρίων, ως προς τις προθέσεις και ενέργειες του κατηγορούμενου, καθώς και η εναπόθεση οποιουδήποτε αποδεικτικού βάρους στον κατηγορούμενο πρέπει να είναι συμβατά με το τεκμήριο της αθωότητος. Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ορίζει ότι δεν αποκλείεται, εκ προοιμίου, η καθιέρωση από το νόμο μαχητών τεκμηρίων ή η εναπόθεση αποδεικτικού βάρους στον κατηγορούμενο, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά περιορίζονται σε λογικά πλαίσια, τα οποία δεν αντιμάχονται το τεκμήριο της αθωότητας του κατηγορούμενου - (βλ. μεταξύ άλλων, Salabiaku v. France [1988] 13 EHRR 379, Η. ν. UK App No 15023/89 (4 April 1990, enreported), Bates v. UK App No 26280/95 (16 January 1996, unreported). Aναφορά στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων γίνεται στην πολύ πρόσφατη απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην R. v. DPP, ex p Kebeline [1999] 4 All E.R. 801. Άποψή μας είναι ότι η δημιουργία μαχητού τεκμηρίου μπορεί να συμβιβασθεί με το θεμελιώδες τεκμήριο της αθωότητος, εφόσον - (α) Τα συμπεράσματα, τα οποία προκύπτουν από την απόδειξη γεγονότων, συναρτώνται άμεσα και αποτελούν φυσιολογικό επακόλουθο των γεγονότων αυτών· οπόταν, με την καθιέρωσή τους, ιχνηλατείται αυτό που φυσιολογικά προκύπτει και όχι ανεξάρτητο μη τεκμηριωθέν γεγονός. (β) Το αποδεικτικό βάρος, το οποίο εναποτίθεται στον κατηγορούμενο για την απόσεισή τους (των επίμαχων συμπερασμάτων), δεν εκτείνεται πέραν της δημιουργίας λογικής αμφιβολίας για την ύπαρξη των φυσιολογικών επακόλουθων· και (γ) το βάρος απόδειξης της κατηγορίας - (το αποδεικτικό βάρος) - παραμένει στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής καθ' όλη τη διάρκεια της δίκης και δε μετατίθεται, με τη δημιουργία μαχητού τεκμηρίου, οποιοδήποτε μέρος του.» Στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος, αποδεδειγμένα κατείχε τα ναρκωτικά - αντικείμενο της σχετικής - 5ης κατηγορίας -, καλείται να αποσείσει το σχετικό τεκμήρο, επειδή η ποσότητα κάνναβης που κατείχε είναι πέραν των 30 γραμμαρίων (132,6013 γραμμάρια). Προς τούτο έχει απλώς το βάρος να δημιουργήσει λογική αμφιβολία, χωρίς όμως να υποχρεούται να αποδείξει ότι οι ισχυρισμοί του είναι αληθείς ή βάσιμοι. Ούτε και είναι αναγκαίο να προσαγάγει μαρτυρία προκειμένου να δημιουργήσει λογική αμφιβολία. Η μαρτυρία μπορεί να προέρχεται είτε από τον ίδιο είτε από την κατηγορούσα αρχή. (βλ. μεταξύ άλλων και την εντελώς πρόσφατη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χρυσάνθου, Ποινική Έφεση 137/2015, ημερομηνίας 2/6/2016, τη Σκούλλου (ανωτέρω), Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250, Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211 κ.ο.κ.). Η έννοια της κατοχής ναρκωτικών, ρυθμίζεται από το άρθρο 2
(3)του Νόμου, σύμφωνα με το οποίο: «Διά τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, παν πρόσωπον θεωρείται ως έχον εν τη κατοχή αυτού οιαδήποτε αντικείμενα τελούντα υπό τον έλεγχον αυτού καίτοι ταύτα ευρίσκονται υπό την φύλαξιν ετέρου προσώπου». Σχετικές επί του θέματος είναι οι υποθέσεις Ιακώβου (ανωτέρω) και Oueiss v. The Republic
(1987)2 C.L.R. 49, στις οποίες διευκρινίστηκε ότι «κατοχή» τη εννοία του Νόμου σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόχρονη γνώση της φύσης του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής (βλ. επίσης Ιωάννου άλλως Τίτος κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 409 και DPP v. Brooks
(1974)2 All E.R. 840, A.C. 862, P.C.). Φυσική φύλαξη πρέπει να θεωρείται η περίπτωση όπου το πρόσωπο κρατεί στα χέρια του το αντικείμενο ή ακόμη όταν το φυλάσσει σε οποιοδήποτε μέρος του σώματός του. Έλεγχος υφίσταται όταν το πρόσωπο έχει δυνατότητα επέμβασης επί του αντικειμένου, αποκλειστική ή μαζί με άλλα πρόσωπα. Αν κάποιος κρύβει ναρκωτικά στο ντουλάπι της κουζίνας του σπιτιού του ή στο συρτάρι του γραφείου του έχει τον έλεγχο και συνεπώς, την κατοχή τους. Αν τα ναρκωτικά φυλάσσονται σε ιδιωτικό χώρο, όπου τρίτα πρόσωπα μπορούν να εισέρχονται μόνο κατόπιν αδείας του, τότε το στοιχείο του ελέγχου καταδεικνύεται πιο εύκολα. Κάποτε όμως, παράνομα αντικείμενα φυλάσσονται σε δημόσιους ή ανοικτούς χώρους, προκειμένου ο κάτοχός τους να μη διατρέχει τον κίνδυνο αυτά να βρεθούν στην κατοχή του. Εφόσον τα παράνομα αντικείμενα βρίσκονται εν γνώσει του σε συγκεκριμένο σημείο, συνήθως κρυμμένα και δύναται να επισκέπτεται το χώρο και να λαμβάνει τη φυσική κατοχή τους, τότε αυτά είναι υπό τον έλεγχο και κατ' επέκταση, υπό την κατοχή του. Κατοχή μπορεί να υπάρξει ακόμα και όταν τα αντικείμενα φυλάσσονται στα υποστατικά τρίτου, νοουμένου πάντοτε, ότι ο κατηγορούμενος διατηρεί τον έλεγχό τους (βλ. Ιωάννου άλλως Τίτος κ.ά., ανωτέρω). Αλληλένδετο με την έννοια της κατοχής είναι το στοιχείο της γνώσης (βλ. Ιακώβου, ανωτέρω και Καΐμης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 662). Θα πρέπει δηλαδή να προσκομισθεί μαρτυρία (άμεση ή περιστατική) που να καταδεικνύει ότι ο φερόμενος κάτοχος είχε γνώση της κατοχής των ναρκωτικών. Στην Καΐμης (ανωτέρω), τονίζεται πως δεν αρκεί η απόδειξη φυσικής κατοχής και ότι απαιτείται και απόδειξη γνώσης της κατοχής όπως και της φύσης του αντικειμένου της κατοχής. Το βάρος απόδειξης των συστατικών αυτών στοιχείων, φέρει πάντοτε η κατηγορούσα αρχή. Όπως αναφέρεται συναφώς: «..Σε καμία περίπτωση το βάρος της απόδειξης της γνώσης δεν παρακάμπτεται, μειώνεται ή πολύ περισσότερο μετατοπίζεται στους ώμους του κατηγορούμενου.» Η γνώση μπορεί να αποδειχθεί είτε με άμεση είτε με περιστατική μαρτυρία. Κατά κανόνα συμπεραίνεται από τα ίδια τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Ιακώβου, ανωτέρω, Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 75, Βενιζέλου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 59 κ.ο.κ.) Όταν η γνώση θα συναχθεί από περιστατική μαρτυρία, το αποτέλεσμα που ανακύπτει θα πρέπει να είναι απόλυτο. Θα πρέπει δηλαδή να μην παραμένει καμία αμφιβολία. Στην υπόθεση Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289, το ζήτημα τέθηκε ως εξής: «Επειδή βέβαια το στοιχείο της γνώσης συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου, η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση, και που αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη γνώση. Οποιαδήποτε εξήγηση του κατηγορουμένου που δημιουργεί αμφιβολία στο Δικαστήριο για την ύπαρξη αυτού του στοιχείου, δηλαδή της γνώσης, οδηγεί στην αθώωση του.» Θα πρέπει δηλαδή, το αποτέλεσμα που προκύπτει να είναι ασυμβίβαστο με κάθε βάση, πλην την ενοχής του κατηγορουμένου (βλ. Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 75, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172 και Γεωργίου άλλως Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 444). Διαπιστώνω τα εξής: Με σωρευτική θεώρηση και αποτίμηση των ακόλουθων - μεταξύ άλλων - στοιχείων άμεσης, περιστατικής, πραγματικής, επιστημονικής και ενισχυτικής μαρτυρίας, σε συνδυασμό ασφαλώς και με το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων, οδηγούμαι στο μόνο, ασφαλές συμπέρασμα, πως έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο κατηγορούμενος στον ουσιώδη χρόνο, εκτός από την κατοχή της επίδικης ζυγαριάς ακριβείας την οποία παραδέχεται ότι κατείχε, ήταν κάτοχος τη εννοία του Νόμου και των ιχνών κάνναβης που υπήρχαν σ' αυτή. Περαιτέρω έχει αποδειχθεί στο ίδιο επίπεδο, ότι την επίδικη ποσότητα κάνναβης που είχε στην κατοχή του κατά τον ίδιο χρόνο, συνολικού βάρους 132,6013 γραμμαρίων, την κατείχε με σκοπό την προμήθειά της σε άλλο πρόσωπο/πρόσωπα. Ειδικότερα: Η Αστυνομία, στον ουσιώδη χρόνο, μετά από πληροφορίες που είχαν φθάσει στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν ότι ο κατηγορούμενος ασχολείται με την κατοχή και διακίνηση ναρκωτικών, τα οποία αποκρύβει είτε στην οικία του στην Τσάδα είτε σε ξύλινη οικία και υποστατικά που διατηρεί σε διαφορετικά σημεία στη περιοχή «Προμός», έδαφος Τσάδας, δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας, έθεσε υπό παρακολούθηση όλα τα παραπάνω υποστατικά του. Οι πληροφορίες της Αστυνομίας αποδείχθηκαν απολύτως ακριβείς και βάσιμες, αφού, μετά από δίωρη παρακολούθηση των υποστατικών του κατηγορούμενου, στο πλαίσιο συντονισμένης επιχείρησης, αυτός καταλήφθηκε επ' αυτοφώρω - σ' ένα από τα υποστατικά του, για τα οποία υπήρχαν οι πληροφορίες ότι κατείχε και διακινούσε ναρκωτικά -, να έχει στην κατοχή του και συγκεκριμένα στο σακάκι που φορούσε μέσα στις τσέπες του, τα 5 σακούλια κάνναβης, δεμένα κόμπο, τα οποία περιείχαν συνολική ποσότητα κάνναβης 132,6013 γραμμάρια. Ο κατηγορούμενος μετέβη στο μέρος με το αυτοκίνητο στο οποίο υπήρχε η ζυγαριά ακριβείας και καθ' ον χρόνο ήταν έτοιμος να αναχωρήσει από το ίδιο μέρος, εξακολουθούσε να έχει στην κατοχή του τα ναρκωτικά. Πάνω στην εν λόγω ζυγαριά ακριβείας - με πλαστικό κάλυμμα μέσα στη θήκη της - εντοπίστηκαν ίχνη κάνναβης, δηλαδή, η ίδια απαγορευμένη ουσία που ο κατηγορούμενος είχε σε σημαντική ποσότητα στις τσέπες του, ενώ, στα κουμπιά και την οθόνη της ζυγαριάς εντοπίστηκε μεικτό γενετικό υλικό, με κύριο δότη τον ίδιο, ο οποίος παραδέχεται ότι άγγιξε τη ζυγαριά. Καθένα από τα 5 σακούλια κάνναβης περιείχε περίπου την ίδια ποσότητα (26 και κάτι γραμμάρια), γεγονός το οποίο σημαίνει ότι αυτά είχαν ζυγιστεί. Και, με δεδομένο ότι ο κατηγορούμενος κατείχε και ζυγαριά ακριβείας, το μόνο ασφαλές συμπέρασμα που εξάγεται είναι πως είχαν ζυγιστεί από τον ίδιο. Στο βαθμό δε που επιχείρησε να με πείσει ότι αυτό έγινε από το κατονομαζόμενο Γιάννο από τη Λεμεσό, από τον οποίο υποτίθεται πως είχε αγοράσει τα ναρκωτικά για δική του χρήση, έλεγα ψέματα και κρίθηκε εντελώς αναξιόπιστος. Με αυτό δεδομένο, όπως αναφέρεται και στη Χρυσάνθου (ανωτέρω), το Δικαστήριο οφείλει να μην ασχολείται με απομακρυσμένα σενάρια ή εκδοχές που δε συμβιβάζονται με την πραγματική μαρτυρία. Με όλα αυτά δεδομένα είναι φανερό, ότι η επίδικη ποσότητα ναρκωτικών, όπως εντοπίστηκε στην κατοχή του κατηγορούμενου ήταν έτοιμη και προοριζόταν για προμήθεια σε άλλο πρόσωπο/πρόσωπα. Ο κατηγορούμενος, στην προσπάθειά του να καταρρίψει το μαχητό τεκμήριο που δημιουργεί το άρθρο 30Α του Νόμου, το οποίο, δεδομένης της ποσότητας κάνναβης που κατείχε τέθηκε σε λειτουργία, όχι απλώς απέτυχε να το αποσείσει, πείθοντάς με ότι τα εν λόγω ναρκωτικά προορίζονταν για δική του χρήση - όπως ήταν η προσπάθειά του -, αλλά, ίχνος αμφιβολίας έχει δημιουργήσει ότι τα κατείχε με σκοπό την προμήθειά τους σε άλλο πρόσωπο/πρόσωπα. Στο σύνολό τους οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί του, για όλους τους λόγους που έχουν αναφερθεί στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του είναι ψευδείς και ανυπόστατοι. Είναι σαφές, ότι, τα διάφορα ψέματα που είπε στην προσπάθειά του να με πείσει ότι η επίδικη ποσότητα ναρκωτικών ήταν για δική του χρήση ή έστω, προκειμένου να δημιουργήσει λογική αμφιβολία ότι την κατείχε με σκοπό την προμήθειά της σε άλλο πρόσωπο/πρόσωπα, ήταν σκόπιμα και τούτο, επειδή γνώριζε ότι τα κατείχε παράνομα για το σκοπό που του αποδίδεται με τη σχετική - 5η κατηγορία. Δηλαδή, για να τα προμηθεύσει σε άλλο πρόσωπο/πρόσωπα. Επομένως, το κίνητρό του να ψευσθεί είναι φανερό πως ήταν η αντίληψη ενοχής και ο φόβος για την αλήθεια. Στη Χρυσάνθου (ανωτέρω), της οποίας τα γεγονότα, σε σημαντικό βαθμό προσομοιάζουν με αυτά της παρούσας υπόθεσης, ο εφεσείων κατείχε 130,9171 γραμμάρια φυτού κάνναβης, από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. Κρίθηκε κατ' έφεση, ότι η συγκεκριμένη ποσότητα, η οποία θεωρήθηκε μεγάλη, οπότε και έθεσε σε λειτουργία το τεκμήριο του άρθρου 30Α του Νόμου - το οποίο ο εφεσείων, βασικά, ούτε καν επιχείρησε να αποσείσει δεδομένου ότι η υπερασπιστική του θέση ήταν ότι τα ναρκωτικά δεν ήταν δικά του και ουδέποτε τα είχε ανοίξει - , ο τρόπος συσκευασίας της κάνναβης μέσα σε σακουλάκια και η ανεύρεσή της μαζί με ηλεκτρονική ζυγαριά ακριβείας, υπό τις περιστάσεις, δεν άφηναν καμιά αμφιβολία ότι στοιχειοθετείται η σχετική - 3η κατηγορία της παράνομης κατοχής της παραπάνω ποσότητας κάνναβης με σκοπό την προμήθειά της σε άλλα πρόσωπα. Μάλιστα έγινε παραπομπή και στην υπόθεση Hurbanek v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 524, στην οποία, η τοποθέτηση 67 μόλις γραμμαρίων κάνναβης σε μικρές ποσότητες σε νάιλον σακουλάκια λήφθηκε ιδιαίτερα υπόψη, ως στοιχείο που δε συνήδε με προσωπική χρήση. Πολλώ μάλλον, που στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος κατείχε σχεδόν διπλάσια ποσότητα κάνναβης και τα διάφορα στοιχεία μαρτυρίας επί των οποίων εδράζεται το βέβαιο συμπέρασμά μου, πως δεν την κατείχε για δική του χρήση, αλλά με σκοπό την προμήθειά της σε άλλο πρόσωπο/πρόσωπα είναι πολύ περισσότερα απ' ό,τι και στις δυο παραπάνω εφετειακές υποθέσεις. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανέφερα, η ευθύνη του κατηγορούμενου για τη διάπραξη και των δυο αδικημάτων στοιχειοθετείται πλήρως. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους (νομικούς και πραγματικούς), ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την ενοχή του κατηγορούμενου και στις δυο κατηγορίες, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος, τόσο στην 4η όσο και στην 5η κατηγορία. (Υπ.) ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Αναφορά: τελική απόφαση (παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως "Β", κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6
(1)
(2)Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ, 30, 31, 31Α και Τρίτος Πίνακας του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 και κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως "Β", με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, πρώτος πίνακας, Μέρος ΙΙ, 5
(1),(β), 6
(1)
(3), 30, 30Α, 31, 31Α και τρίτος πίνακας του ίδιου Νόμου (29/77, ανωτέρω).