← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χαράλαμπου Γεωργίου, Αρ. Υπόθεσης: 7904/13, 15/3/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χαράλαμπου Γεωργίου, Αρ. Υπόθεσης: 7904/13, 15/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7904/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χαράλαμπου Γεωργίου, από την Πάφο Κατηγορούμενου ------------------------------------ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 15.3.2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Περγαντή Για τον κατηγορούμενο: κ. Νικήτα Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος σύμφωνα με το κατηγορητήριο αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: Αξιόποινος παράνομη είσοδος, κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα, απειλή, κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα και τέλος, αντίσταση κατά της νομίμου συλλήψεως, κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Ποινικού Κώδικα (βλ. τις κατηγορίες 1 μέχρι 3, κατ' αντιστοιχία αδικήματος). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι την 13η Ιουλίου 2012, στο χωριό Λεμόνα της επαρχίας Πάφου, παράνομα εισήλθε στο μοναστήρι του Αγίου Εφραίμ, με σκοπό να διαπράξει μέσα σ' αυτό αδίκημα, δηλαδή, το αδίκημα που αναφέρεται στη 2η κατηγορία. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, προκάλεσε τρόμο στον πάτερ Εφραίμ, απειλώντας τον ότι θα επαγάγει βλάβη στο πρόσωπό του με τη φράση, «Θα σας θάψω και τους δύο.» Τέλος, με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, αντιστάθηκε στη νόμιμη σύλληψή του. Προς απόδειξη των παραπάνω κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε ως μάρτυρες, το μοναχό Εφραίμ (κατά κόσμο Παύλο Κατσιάρη), το λοχία 1289 Πάμπο Αναστάση και τέλος, τον εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 2350 Μάριο Ιεροκηπιώτη (Μ.Κ.1 μέχρι 3, αντίστοιχα). Σε σχέση με τον τελευταίο, επειδή, από το περιεχόμενο της αγόρευσης της ευπαίδευτης εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής είναι φανερό ότι υπάρχει κάποια παρανόηση, ως προς το κατά πόσο θα πρέπει να θεωρηθεί δικός της μάρτυρας ή μάρτυρας υπεράσπισης, παρατηρώ τα εξής: Ο μάρτυρας, εν πάση περιπτώσει είναι μάρτυρας κατηγορίας. Κλήθηκε στο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 26

(1)
(2)του περί Αποδείξεως Νόμου, προκειμένου να αντεξεταστεί επί του περιεχομένου αρχικών δηλώσεων στις οποίες προέβη, οι οποίες, κατά τη δίκη προσήχθησαν από τους δυο άλλους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής ως, εξ ακοής μαρτυρία. Ωστόσο, εν τέλει, με τον τρόπο που μεταχειρίστηκε το μάρτυρα η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, τον κατέστησε εξ υπαρχής, ως μάρτυρα κατηγορίας. Συγκεκριμένα, η κα Περγαντή, αφού τον είχε ορκίσει, αντί να τον προσφέρει αμέσως στην υπεράσπιση, για να τύχει αντεξέτασης επί του περιεχόμενου των αρχικών δηλώσεων στις οποίες προέβη, οι οποίες - για να επαναλάβω - προσήχθησαν ως εξ ακοής μαρτυρία τού υπέδειξε τη γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία (τεκμήριο 4) και το ρώτησε εάν την αναγνωρίζει. Όταν της υποδείχθηκε εκ μέρους μου ότι ο μάρτυρας παρουσιάστηκε για σκοπούς αντεξέτασης, αν και συμφώνησε, ήταν η θέση της, ότι ο μάρτυρας θα έπρεπε να καταθέσει ως τεκμήριο την κατάθεσή του, όπως και έγινε. Αφού λοιπόν ο μάρτυρας την αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενό της, ακολούθως έγινε τεκμήριο. Εξέλιξη, η οποία αυτόματα έδωσε το δικαίωμα στη υπεράσπιση να αντεξετάσει το μάρτυρα, εφ' όλης της ύλης. Ο κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά τήρησε σιωπή, χωρίς να καλέσει κανένα μάρτυρα προς υπεράσπισή του. Σε συντομία, η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης είναι η εξής: Ο παραπονούμενος μοναχός Εφραίμ (Μ.Κ.1), στον ουσιώδη χρόνο ήταν - και είναι ακόμη - υπεύθυνος του μοναστηριού «Άγιος Εφραίμ». Το μοναστήρι βρίσκεται στο χωριό Λεμόνα, υπάγεται στην Ιερά Μητρόπολη Πάφου και ο παραπονούμενος, εκτός από υπεύθυνος είναι και κτήτοράς του. Ο κατηγορούμενος, το Μάρτη του 2012 εντάχθηκε στο εν λόγω μοναστήρι ως δόκιμος μοναχός, ωστόσο, μετά από λίγες μέρες εκδιώχθηκε από αυτό από τον παραπονούμενο, λόγω ανυπακοής στους κανόνες του μοναστηριού. Επειδή δε δέχτηκε αυτή την εξέλιξη, έκτοτε πηγαινοερχόταν στο μοναστήρι και εισερχόταν σ' αυτό παράνομα. Μολονότι ο παραπονούμενος, σε αρκετές περιπτώσεις τού ζητούσε να αποχωρήσει δε συμμορφωνόταν και συνέχισε να μπαινοβγαίνει στο μοναστήρι. Όταν ο παραπονούμενος στις 13/7/2012 γύρω στις 10:00, επέστρεψε στο μοναστήρι από κάποιο πανηγύρι στην Πόλη Χρυσοχούς - όπου είχε διανυκτερεύσει το προηγούμενο βράδυ -, εκεί βρήκε τον κατηγορούμενο να μιλά με το μοναχό Δημήτριο. Τόσο ο παραπονούμενος όσο και ο Δημήτριος τού ζήτησαν να φύγει από το μοναστήρι, ωστόσο, αυτός, αντί να συμμορφωθεί φώναζε δυνατά και τούς απείλησε ότι θα τους θάψει. Συνεπεία αυτού, αναγκάστηκαν να καλέσουν σε βοήθεια κάποιο γεωργό, ονόματι Ευαγόρα, ο οποίος έχει χωράφι δίπλα από το μοναστήρι. Παρά την προσπάθεια και των τριών να τον πείσουν να εγκαταλείψει το μοναστήρι, δεν έφευγε. Συνεπεία αυτού, ο παραπονούμενος, γύρω στις 13:30 αναγκάστηκε να ειδοποιήσει την Αστυνομία και να καταγγείλει το συμβάν. Είκοσι περίπου λεπτά αργότερα μετέβησαν στο μέρος, ο λοχίας 1289 Πάμπος Αναστάση (Μ.Κ.2) και ο εξεταστής της υπόθεσης, αστυφύλακας 2350 Μάριος Ιεροκηπιώτης (Μ.Κ.3) και οι δυο τού Αστυνομικού Σταθμού Παναγιάς. Εκεί συνάντησαν τον παραπονούμενο, το μοναχό Δημήτριο και τον κατηγορούμενο. Όταν ο εξεταστής πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι είναι ανεπιθύμητος στο μέρος και του ζήτησε να το εγκαταλείψει, αυτός τού ανάφερε ότι θα το εγκαταλείψει και κατευθύνθηκε προς την έξοδο του μοναστηριού. Ωστόσο, στη συνέχεια επέστρεψε και απευθυνόμενος προς τον εξεταστή καθώς και τον παραπονούμενο τούς είπε: «Εγώ δεν πρόκειται να φύγω και όπου θέλεις πήεννε.». Ακολούθως άρχισε να φωνάζει και να προκαλεί ανησυχία. Τότε, ο εξεταστής της υπόθεσης, τον πληροφόρησε ότι διέπραττε το αδίκημα της παράνομης εισόδου και του επέστησε την προσοχή στο Νόμο. Αυτός, απευθυνόμενος και πάλι προς το μάρτυρα καθώς και τον παραπονούμενο τούς είπε: «Θα σας κάψω ούλλους ζωντανούς.» Συνεπεία αυτού, ο εξεταστής της υπόθεσης, τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη. Αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, τον άγγιξε στον ώμο και του είπε να τον ακολουθήσει στο αστυνομικό όχημα, άρχισε να φωνάζει και να προβάλλει αντίσταση, σπρώχνοντας τον εξεταστή, μη αποδεχόμενος τη σύλληψη. Ο τελευταίος, με τη βοήθεια του συναδέλφου του Μ.Κ.2, χρησιμοποιώντας την ανάλογη βία, τον έθεσε υπό τον έλεγχό του. Αφού του τοποθέτησε χειροπέδες, στη συνέχεια το μετέφερε στα αστυνομικά κρατητήρια της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου όπου τέθηκε υπό κράτηση. Ο κατηγορούμενος, καθώς ήδη έχει αναφερθεί αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής, χωρίς να καλέσει κανένα μάρτυρα προς υπεράσπισή του. Απ' εκεί και πέρα, στο βαθμό που μπορεί να γίνει λόγος για την εκδοχή του, σε όσα του καταμαρτυρούνται από την κατηγορούσα αρχή, αυτή, θα πρέπει να αναζητηθεί μέσα από τις διάφορες υποβολές του ευπαίδευτου δικηγόρου του προς τους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής, παρότι, εν τέλει, η θέση του ότι πρέπει να αθωωθεί στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει εδράζεται σε καθαρά νομικό λόγο, τον οποίο προέβαλε ο ευπαίδευτος δικηγόρος του με την τελική του αγόρευση. Συγκεκριμένα, με αυτή, ο κ. Νικήτα, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Το σημαντικότερο σημείο της δίκης, το οποίο κατά τη γνώμη του καθορίζει και το αποτέλεσμα της υπόθεσης είναι οι ομολογίες του εξεταστή της υπόθεσης μέσα από τη μαρτυρία του ότι λήφθηκε κατάθεση από τον κατηγορούμενο, η οποία, ωστόσο, δεν ξέρει που είναι, αν χάθηκε, αν καταστράφηκε. Από τη στιγμή που η εκδοχή του κατηγορούμενου ήταν εντελώς διαφορετική από τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, προστίθεται, το να μην αποκαλυφθεί και παρουσιαστεί στο Δικαστήριο η συγκεκριμένη κατάθεση, τότε παραβιάζονται πάραυτα τα δικαιώματα του κατηγορούμενου και κυρίως, το συνταγματικά κατοχυρωμένο και προστατευόμενο από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ανθρώπινο δικαίωμα της αρχής της δίκαιης δίκης. Με αναφορά και σε διάφορες αυθεντίες, όπως αναφέρει καταληκτικά ο κ. Νικήτα, θεωρεί περιττή οποιαδήποτε αναφορά στην υπόλοιπη μαρτυρία, οπότε και με κάλεσε να αθωώσω τον κατηγορούμενο και στις τρεις κατηγορίες. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας στο σύνολό του και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή και τους τρεις μάρτυρες, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Ακολούθως, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Τέλος, επειδή ο κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής, δε μου διαφεύγει το ανεπίτρεπτο σχολιασμού, ως σχετικού προς την ενοχή, η άσκηση εκ μέρους του αυτού του δικαιώματος (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195 κ.ο.κ). Δηλώνω ευθέως, ότι η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία και των τριών μαρτύρων που κατάθεσαν για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής είναι θετική. Και οι τρεις απαντούσαν άμεσα, πειστικά και με απόλυτη ειλικρίνεια, σ' όλες τις ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν και, παρότι αντεξετάστηκαν από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου, εντούτοις κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία τους, επί της ουσίας όσων ανάφεραν. Στο βαθμό δε που αμφισβητήθηκαν, αυτό έγινε με υποβολές που παρέμειναν έωλες, υπό την έννοια ότι δεν υποστηρίζονται καθόλου από μαρτυρία. Απ' εκεί και πέρα, απλή σύγκριση του ουσιαστικού μέρους της μαρτυρίας και των τριών αποδεικνύει πλήρη ταύτιση για οτιδήποτε ανάφεραν σε σχέση με όλα τα κρίσιμα και ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Και κάτι ακόμη. Σημαντικό μέρος της μαρτυρίας τους παρέμεινε αναντίλεκτο, χωρίς να μου διαφεύγει και το γεγονός, ότι, καθ' ον χρόνο έδινε μαρτυρία ο εξεταστής της υπόθεσης, ο κατηγορούμενος προκάλεσε, ας μου επιτραπεί να πω, την εισαγωγή εξ ακοής μαρτυρίας, η οποία, είναι πλήρως ευθυγραμμισμένη με την υπόλοιπη μαρτυρία. Ασφαλώς αναφέρομαι στη γραπτή κατάθεση του πατέρα Δημήτριου (τεκμήριο 5), ο οποίος, αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών πως ήταν παρών κατά το επίδικο περιστατικό. Μολονότι εξ ακοής η μαρτυρία του, εντούτοις, την αποδέχομαι, επειδή, πρώτο εισήχθη κατ' απαίτηση του κατηγορούμενου και δεύτερο, στο σύνολό της επιβεβαιώνεται από την αξιόπιστη μαρτυρία των υπόλοιπων μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής. Αναμφίβολα εντοπίζω και κάποιες αντιφάσεις μεταξύ όσων ανάφεραν οι τρεις μάρτυρες, τόσο μεταξύ τους όσο και αυτοτελώς. Ωστόσο, αυτές, δεν είναι ουσιαστικής μορφής, αλλά αφορούν σε μικρολεπτομέρειες. Επομένως, όχι μόνο δεν τις θεωρώ ικανές να αποδυναμώσουν τη μαρτυρία οποιουδήποτε μάρτυρα, την οποία γενικά θεωρώ αξιόπιστη, αλλά, αντίθετα, την ενδυναμώνουν. Οι εν λόγω αντιφάσεις, τις οποίες αποδίδω και στην πάροδο του μακρού χρόνου που μεσολάβησε από την ημέρα που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα μέχρι και την ημέρα που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο και κατάθεσαν γι αυτά οι μάρτυρες, αν αποδεικνύουν κάτι είναι την απουσία συνεννόησης ή προσχεδιασμού μεταξύ τους για το τι θα κατάθεταν. Αν είναι κάτι που μου έκανε αρνητική εντύπωση, το οποίο αφορά τον παραπονούμενο - χωρίς, ωστόσο, να επηρεάζει καθοιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία του ως μάρτυρα - είναι η συμπεριφορά του στο εδώλιο, η οποία, με λύπη παρατηρώ πως δεν ήταν η αρμόζουσα, αφού, κατά τη γνώμη μου, δε συνάδει με το σχήμα του ως ιερομόναχου. Ο μάρτυρας, κατά την αντεξέτασή του ήταν οξύθυμος, ευέξαπτος, ευερέθιστος, αλλά και καχύποπτος, ακόμη και έναντι του Δικαστηρίου, ενώ υπήρξαν στιγμές, που η συμπεριφορά του έναντι του δικηγόρου του κατηγορούμενου, για να χρησιμοποιήσω ήπιο χαρακτηρισμό, δεν ήταν η πρέπουσα. Παρότι - για να επαναλάβω - όλα αυτά δεν επηρεάζουν την αξιοπιστία του ως μάρτυρα, επί της ουσίας όσων ανάφερε, τα οποία εξάλλου, σε σημαντικό βαθμό επιβεβαιώνονται και από τη μαρτυρία των δυο αυτοπτών και αυτήκοων αστυνομικών μαρτύρων καθώς και από τη μαρτυρία του πατέρα Δημήτριου, που επίσης ήταν παρόν κατά το επίδικο περιστατικό, εντούτοις, επειδή ενίοτε, η συμπεριφορά κάποιου μάρτυρα στο εδώλιο έχει τη σημασία της για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας του, σημειώνω όλα τα παραπάνω, χάριν ορθής και πλήρους καταγραφής όσων αφορούν σ' αυτή τη δικαστική διεργασία, ως θέμα αρχής. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου βρίσκω ότι τα ουσιαστικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, ως εκτίθεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω), επομένως δε χρειάζεται να τα επαναλάβω. Προστίθενται και τα εξής: Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της εξουσιοδότησης, ημερομηνίας 7/3/2012 (τεκμήριο 2), με αυτή, η Ιερά Μητρόπολη Πάφου έδωσε εξουσία στον «ηγούμενο», όπως αποκαλεί τον παραπονούμενο, αλλά και «κτήτορα» της μονής Αγίου Εφραίμ, να καλεί την Αστυνομία και να διώχνει από τη μονή - δηλαδή από το μοναστήρι -, οποιοδήποτε λαϊκό ή δόκιμο μοναχό δημιουργεί προβλήματα σ' αυτή και δεν υπακούει στους εσωτερικούς της κανονισμούς. Τέλος, όπως αναφέρεται στη γραπτή κατάθεση του πατέρα Δημήτριου (τεκμήριο 5), όταν στον ουσιώδη χρόνο ο ίδιος καθώς και ο παραπονούμενος ζήτησαν από τον κατηγορούμενο να εγκαταλείψει το μοναστήρι και αυτός τούς απείλησε ότι θα τους θάψει, ο παραπονούμενος, επειδή φοβήθηκε κάλεσε τηλεφωνικώς για βοήθεια το γεωργό Ευαγόρα, ο οποίος έχει χωράφι δίπλα από το μοναστήρι. Επειδή η κρίση μου αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία των μαρτύρων καθώς και η εξαγωγή συμπερασμάτων αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης δε θα ήθελα να θεωρηθεί ότι δε λαμβάνει υπόψη τη νομική υπεράσπιση που ήγειρε ο κατηγορούμενος με τη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου του, στη συνέχεια, θα παραθέσω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να επικαλείται τη συγκεκριμένη υπεράσπιση, ως λόγο αθώωσής του σ' οποιαδήποτε κατηγορία. Όταν ο εξεταστής της υπόθεσης (Μ.Κ.3), αντεξεταζόμενος, ρωτήθηκε εάν έλαβαν κατάθεση από τον κατηγορούμενο απάντησε ως εξής: «Εν φυσικό να ληφθεί κατάθεση. Για να είναι κατηγορούμενος σημαίνει λήφθηκε του κατάθεση.» Όταν ακολούθως ρωτήθηκε εάν ο ίδιος έλαβε κατάθεση από τον κατηγορούμενο, απαντώντας ισχυρίστηκε πως δεν είναι ο ίδιος που του έλαβε γραπτή κατάθεση. «Είστε ο εξεταστής;» ρωτήθηκε στη συνέχεια. Απάντησε καταφατικά. Όταν στη ακολούθως τού ζητήθηκε να καταθέσει την κατάθεση του κατηγορούμενου, «Την ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου;» απάντησε. «Δεν ξέρετε τι σημαίνει κατάθεση;» ήταν η επόμενη ερώτηση. «Ξέρω, θέλετε να την καταθέσω;» απάντησε. Παρενέβη τότε η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής με τη φράση «Γραπτή κατηγορία, όχι κατάθεση.» και ακολούθησε δική μου υπόδειξη, ότι στο φάκελο του Δικαστηρίου δεν υπάρχει γραπτή κατάθεση. Ερωτηθείς στη συνέχεια ο εξεταστής από τον κ, Νικήτα, πού είναι η κατάθεση απάντησε πως δε γνωρίζει. Το ίδιο απάντησε και όταν ακολούθως ρωτήθηκε εάν μπορεί να πετάχτηκε, ενώ στην τελευταία ερώτηση, που ήταν εάν μπορεί να καταστράφηκε η κατάθεση του κατηγορούμενου, «Δεν ξέρω.» είπε. Από τις παραπάνω ερωτήσεις του κ. Νικήτα και τις απαντήσεις του εξεταστή σ' αυτές, το συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι, πιθανόν και να μην είχε ληφθεί ανακριτική κατάθεση ή οποιαδήποτε γραπτή κατάθεση από τον κατηγορούμενο για το επίδικο περιστατικό. Και τούτο, για δυο λόγους: καταρχήν, ο εξεταστής της υπόθεσης, ουδέποτε ισχυρίστηκε με θετικό τρόπο ότι λήφθηκε οποιαδήποτε γραπτή κατάθεση από τον κατηγορούμενο. Ότι υπόθεση έκανε επί του προκειμένου αποδεικνύεται από την απάντησή του, όταν ρωτήθηκε από τον κ. Νικήτα, εάν έλαβαν κατάθεση από τον κατηγορούμενο, ερώτηση στην οποία - για να επαναλάβω - απάντησε ως εξής: «Εν φυσικό να ληφθεί κατάθεση. Για να είναι κατηγορούμενος σημαίνει λήφθηκε του κατάθεση.» Έπειτα είναι και το γεγονός, ότι, ουδέποτε υποβλήθηκε στον εξεταστή ότι λήφθηκε οποιαδήποτε γραπτή κατάθεση από τον κατηγορούμενο. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και να είχε ληφθεί οποιαδήποτε κατάθεση από τον κατηγορούμενο, η οποία, για οποιοδήποτε λόγο, δεν παρουσιάστηκε ως τεκμήριο κατά την ακρόαση, για λόγους που θα αναφέρω αμέσως, ομολογώ πως δεν αντιλαμβάνομαι κατά ποία έννοια ή λογική στοιχειοθετείται ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι παραβιάστηκε το συνταγματικό του δικαίωμα για δίκαιη δίκη. Ειδικότερα: Ισχυρίζεται ο ευπαίδευτος δικηγόρος του, ότι, από τη στιγμή που η εκδοχή του ήταν εντελώς διαφορετική από τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, το να μην αποκαλυφθεί και παρουσιαστεί στο Δικαστήριο η κατάθεσή του, παραβιάζεται το συνταγματικά κατοχυρωμένο ανθρώπινο δικαίωμά του για δίκαιη δίκη. Δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Όταν ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, επέλεξε - φυσικά, ως είχε δικαίωμα - το δικαίωμα της σιωπής. Κι όμως, θα μπορούσε να ασκήσει οποιοδήποτε από τα άλλα δυο δικαιώματα που είχε (να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ή να καταθέσει ενόρκως) και μέσω του, να θέσει κι αυτός την «εντελώς διαφορετική» εκδοχή του από τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής. Μάλιστα, νοουμένου ότι του είχε ληφθεί οποιαδήποτε γραπτή κατάθεση και είχε αντίγραφό της, θα μπορούσε κάλλιστα να υιοθετήσει το περιεχόμενό της - ανάλογα με το δικαίωμα που θα επέλεγε να ασκήσει -, είτε ως την ανώμοτη δήλωσή του είτε για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Ούτε και υποβλήθηκε στον εξεταστή της υπόθεσης, ότι, μολονότι λήφθηκε οποιαδήποτε κατάθεση από τον κατηγορούμενο, εντούτοις, κατά παράβαση του άρθρου 7 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου δεν του δόθηκε αντίγραφό της. Για να συνεχίσω, από τη στιγμή που ο κατηγορούμενος επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής και ουσιαστικά, να μην αποκαλύψει στο Δικαστήριο την εκδοχή του, προφανώς, για την επιλογή του αυτή, δεν μπορεί να αιτιάται την κατηγορούσα αρχή. Για να καταλήξω, κατά τη γνώμη μου, ο κατηγορούμενος, θα είχε δίκαιο να καταλογίζει στην κατηγορούσα αρχή ότι παρέλειψε να αποκαλύψει ουσιώδη μαρτυρία, εάν είχε στη διάθεσή της τέτοια μαρτυρία - άλλη από τη δική του -, η οποία περιήλθε στην κατοχή της κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, ιδιαίτερα, εάν η αποκάλυψη αυτή - όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Ηλιάδη και Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές»
(2014), σελ. 610 -, θα μπορούσε ευλόγως να συνδράμει στην υπεράσπισή του. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αξιόποινης παράνομης εισόδου, κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της σχετικής - 1ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι την 13η Ιουλίου 2012, στο χωριό Λεμόνα της επαρχίας Πάφου, παράνομα εισήλθε στο μοναστήρι του Αγίου Εφραίμ, με σκοπό να διαπράξει μέσα σ' αυτό αδίκημα, δηλαδή, το αδίκημα που αναφέρεται στη 2η κατηγορία. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 493: «Το Άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, προβλέπει ότι όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος ή με σκοπό τον εκφοβισμό, εξύβριση ή όχληση του κατόχου τέτοιας περιουσίας, ή όποιος αφού εισέλθει νόμιμα σε μια τέτοια περιουσία, παραμένει σ' αυτή παρανόμως με σκοπό τον εκφοβισμό, την εξύβριση ή όχληση του κατόχου της περιουσίας ή με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, είναι ένοχος πλημμελήματος. ........ ........ Το Άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, δημιουργεί ένα αδίκημα το οποίο συνίσταται ουσιαστικά στην παράνομη παρουσία προσώπου με σκοπό τον εκφοβισμό, την εξύβριση ή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. Ο νόμος ήθελε να καταστήσει σαφές ότι το αδίκημα της παράνομης επέμβασης διαπράττεται ανεξαρτήτως του αν ο κατηγορούμενος εισήλθε μεν νομίμως, αλλά στη συνέχεια εξετράπη ή αν εισήλθε στη συγκεκριμένη περιουσία με πρόθεση εξ αρχής να διαπράξει τα αδικήματα που αναφέρονται στο Άρθρο 280. Δεν είναι, κατά την κρίση μας, θέμα πρώτου ή δευτέρου μέρους του άρθρου, όπως έγινε προσπάθεια να διατυπωθεί κατά την ακρόαση. Το Άρθρο 280 ουσιαστικά στοιχειοθετεί ένα αδίκημα το οποίο συνίσταται στην είσοδο ή παραμονή προσώπου σε υποστατικό με σκοπό την εξύβριση, εκφοβισμό ή διάπραξη ποινικού αδικήματος.» Καθόλα σχετικά είναι και τ' ακόλουθα από τη απόφαση στην υπόθεση Ανθία ν. Δημοκρατίας (Αρ. 1)
(1999)2 Α.Α.Δ. 404: «Η πρόθεση όχλησης αποτελεί απαραίτητο στοιχείο του αδικήματος (Protopapas, πιο πάνω). Σύμφωνα με καλώς θεμελιωμένη νομολογιακή αρχή η πρόθεση μπορεί να συναχθεί ως πραγματικό γεγονός από τις περιστάσεις που περιβάλλουν την συγκεκριμένη υπόθεση. Δεν είναι αρκετό ότι το συμπέρασμα για ύπαρξη πρόθεσης είναι εύλογο, πρέπει να είναι το μόνο εύλογο συμπέρασμα το οποίο μπορεί να συναχθεί από τα γεγονότα. Το βάρος απόδειξης της πρόθεσης το φέρει η κατηγορούσα αρχή σε όλα τα στάδια της δίκης (Βλ. Stavrinou v. Republic
(1969)2 C.L.R. 97, 104, Pefkos v. Police
(1961)C.L.R. 340, Katelaris v. Police
(1980)2 C.L.R. 230, Eracleous v. Police
(1972)2 C.L.R. 102, R. v. Georghiades (No. 2) 22 C.L.R. 128 και Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258, 262). Η πρόθεση δεν μπορεί να αποδειχθεί με θετική άμεση απόδειξη. Ωστόσο τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του. (Georghiades, πιο πάνω, σελ. 133). Την ίδια προσέγγιση βρίσκουμε και στο "The Penal Law of India" by Dr. Sir Harri Singh Gour 9th ed., Vol. IV, σελ. 3576-113 σε σχέση με την έννοια του όρου "intent to annoy" στο άρθρο 441 του Ινδικού Ποινικού Κώδικα, το λεκτικό του οποίου είναι ταυτόσημο με το δικό μας άρθρο 280. Την παραθέτουμε: ............................ ............................ Σε μετάφραση: "... άμεση μαρτυρία της πρόθεσης δύσκολα μπορεί ποτέ να παρουσιασθεί και η πρόθεση πρέπει στις περισσότερες υποθέσεις να συναχθεί από τις περιστάσεις. Υπάρχει ένα καλώς γνωστό τεκμήριο ότι ο κάθε άνθρωπος έχει πρόθεση να επιφέρει τις πιθανές συνέπειες των πράξεων του. Το τεκμήριο είναι μαχητό, αλλά εάν δεν ανατραπεί θα ισχύσει. Η ενόχληση στην οποία γίνεται αναφορά στο άρθρο 441 του Ινδικού Ποινικού Κώδικα δεν σκοπείται να είναι ακαριαία. Μπορεί να επισυμβεί σε μεταγενέστερο στάδιο."» Παρατηρώ τα εξής: Το επίδικο μοναστήρι στο οποίο εισήλθε ο κατηγορούμενος στον ουσιώδη χρόνο, έχει αποδειχθεί και θα έλεγα, ούτε και αμφισβητείται πως ήταν στην κατοχή του παραπονούμενο (Μ.Κ.1). Το γεγονός αυτό, πέραν από την αξιόπιστη μαρτυρία του παραπονούμενου που το αποδεικνύει, επιμαρτυρείται και από το περιεχόμενο της γραπτής εξουσιοδότησης της Ιεράς Μητρόπολης Πάφου (τεκμήριο 2), με την οποία, ο παραπονούμενος αποκαλείται «κτήτορας» και κυρίως, «ηγούμενος» της μονής. Για να συνεχίσω, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, ενώ είχε εκδιωχθεί από το μοναστήρι και γνώριζε πως ήταν ανεπιθύμητος σ' αυτό, εντούτοις, στον ουσιώδη χρόνο επανήλθε χωρίς την άδεια ή συγκατάθεση του παραπονούμενου, είτε ακόμη της Ιεράς Μητρόπολης Πάφου στην οποία υπάγεται το μοναστήρι, καθιστά την είσοδο και παραμονή του σ' αυτό παράνομη. Απ' εκεί και πέρα, το γεγονός ότι, όταν του ζητήθηκε από τον παραπονούμενο να φύγει από το μοναστήρι, αντί να συμμορφωθεί άρχισε να φωνάζει δυνατά και να απειλεί τον παραπονούμενο καθώς και τον πατέρα Δημήτριο ότι θα τους θάψει και τους δυο, εξ αντικειμένου στοιχειοθετεί και αποδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και την πρόθεσή του να διαπράξει το αδίκημα που του αποδίδεται με τις λεπτομέρειες αδικήματος της υπό κρίση κατηγορίας, μέσω της παράνομης εισόδου - και παραμονής - του στο μοναστήρι. Το ίδιο γεγονός αποδεικνύει ακόμη, ότι, εν πάση περιπτώσει, πρόθεσή του ήταν να ενοχλήσει τον παραπονούμενο. Και, με δεδομένο ότι, ουσιαστικά, ούτε καν επιχείρησε να ανατρέψει το τεκμήριο, ότι κάθε πρόσωπο έχει πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεών του (βλ. την Ανθία, ανωτέρω), η ευθύνη του για τη διάπραξη του αδικήματος στοιχειοθετείται πλήρως. Στο βαθμό δε που ο σκοπός της παράνομης εισόδου του στο μοναστήρι καθώς έχει κριθεί ήταν η ενόχληση του παραπονούμενου, η καταδίκη του στην ίδια κατηγορία, θα μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς να υπάρχει ανάγκη τροποποίησης των λεπτομερειών αδικήματος της κατηγορίας (βλ. την Ιωάννου, ανωτέρω). Η 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος περικλείει το αδίκημα της απειλής, κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, προκάλεσε τρόμο στον πατέρα Εφραίμ - δηλαδή στον παραπονούμενο (Μ.Κ.1) -, απειλώντας τον ότι θα επαγάγει βλάβη στο πρόσωπό του με τη φράση, «Θα σας θάψω και τους δύο.» Το άρθρο 91Α του Ποινικού Κώδικα που δημιουργεί το αδίκημα της απειλής προνοεί ότι: «Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη.» Στην προκειμένη περίπτωση έχοντας υπόψη και τις λεπτομέρειες αδικήματος της υπό κρίση κατηγορίας, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: πρώτο, η πρόκληση τρόμου σε άλλον, δεύτερο, με την απειλή βίας ή άλλης παράνομης πράξης. Νοείται ότι, σε εφαρμογή και πάλι της Ιωάννου (ανωτέρω), τηρουμένων των αναλογιών, το αδίκημα στοιχειοθετείται και σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος, με την απειλή βίας ή άλλης παράνομης πράξης, προκάλεσε στον παραπονούμενο ανησυχία. Αρχίζοντας από το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, η αντίδραση του κατηγορούμενου, όταν του ζητήθηκε από τον παραπονούμενο και τον πατέρα Δημήτριο να φύγει από το μοναστήρι, ο οποίος, αντί να συμμορφωθεί, απευθυνόμενος προς αυτούς τούς είπε ότι θα τους θάψει και τους δυο, αναμφίβολα συνιστά απειλή τη εννοία του Νόμου. Ακόμη και να λεχθεί πως δεν κυριολεκτούσε με τη φράση αυτή που τους απηύθυνε, στην καλύτερη περίπτωση, αυτό που εννοούσε είναι ότι θα τους έκανε κάποιο κακό, προφανώς με βία ή με κάποια άλλη, παράνομη πράξη. Και, με δεδομένο ότι, εκτός από τους τρεις, ουδείς άλλος βρισκόταν στο μοναστήρι τη στιγμή αυτή, ο οποίος θα μπορούσε να παρέμβει άμεσα προκειμένου να τον αποτρέψει από το να υλοποιήσει την απειλή δεν μπορεί να λεχθεί ότι πρόκειται για κενή απειλή, η συγκεκριμένη φράση, η οποία, λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε δεν μπορούσε να προκαλέσει στον παραπονούμενο είτε εκφοβισμό είτε τρόμο, είτε ακόμη και ανησυχία (βλ. τηρουμένων των αναλογιών, την Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 1). Ακολουθεί ότι το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος έχει αποδειχθεί. Στο ερώτημα εάν ισχύει το ίδιο και για το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος παρατηρώ τα εξής: Σύμφωνα με το «Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας» του Γ. Μπαμπινιώτη, Β' Έκδοση,
(2002), σελ. 1798, «τρόμος», κατά μία ερμηνεία - την πρώτη - είναι το ισχυρό και αιφνίδιο αίσθημα φόβου και πανικού. Το γεγονός ότι, όταν ο κατηγορούμενος απηύθυνε την επίμαχη φράση εναντίον παραπονούμενου και του πατέρα Δημήτριου, επειδή - όπως αναφέρει ο δεύτερος στη γραπτή κατάθεσή του -, ο παραπονούμενος φοβήθηκε, κάλεσε με το κινητό του τηλέφωνο το γεωργό που έχει γειτονικό αγρόκτημα, αποδεικνύει απλώς ότι ο παραπονούμενος φοβήθηκε. Ωστόσο, αυτό δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι ο κατηγορούμενος του προκάλεσε τρόμο και τούτο, επειδή, για να συνέβαινε κάτι τέτοιο, η απειλή, θα έπρεπε να του είχε προκαλέσει όχι απλώς αίσθημα φόβου, αλλά και πανικού. Και μάλιστα ισχυρό αίσθημα. Τίθεται το ερώτημα κατά πόσο η αποτυχία της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει αυτό το στοιχείο, με βάση τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, καθιστά αυτή, έκθετη σε απόρριψη. Η απάντηση είναι αρνητική. Ναι μεν δεν έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος προκάλεσε τρόμο στον παραπονούμενο, με τη φράση με την οποία τον είχε απειλήσει, ωστόσο, του προκάλεσε φόβο, ο οποίος, σύμφωνα και πάλι με το λεξικό του Γ. Μπαμπινιώτη (ανωτέρω), σελ. 1892, κατά μία ερμηνεία - τη δεύτερη - είναι η ανησυχία ότι επίκειται κίνδυνος. Και, με δεδομένο ότι το άρθρο 91Α - όπως και το άρθρο 280 - του Ποινικού Κώδικα, ουσιαστικά δημιουργεί ένα αδίκημα, το οποίο συνίσταται στην πρόκληση σε άλλον τρόμου ή ανησυχίας με την απειλή χρήσης βίας ή με άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, σε εφαρμογή και πάλι όσων αναφέρονται στην Ιωάννου (ανωτέρω), τα οποία, τηρουμένων των αναλογιών ισχύουν και για το αδίκημα της απειλής, κατά το άρθρο 91Α του Ποινικού Κώδικα, η ευθύνη του κατηγορούμενου για τη διάπραξη του αδικήματος στοιχειοθετείται πλήρως, χωρίς και πάλι να χρήζει καθόλου μεταβολής το κατηγορητήριο και συγκεκριμένα, οι λεπτομέρειες αδικήματος της σχετικής - 2ης κατηγορίας. Ούτε και διαπιστώνω να έχει επηρεαστεί η υπεράσπιση του κατηγορούμενου καθοιονδήποτε τρόπο, εξαιτίας του τρόπου που είναι διατυπωμένες οι λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας. Η 3η κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος περικλείει το αδίκημα της αντίστασης, κατά της νομίμου συλλήψεως, κατά το άρθρο 244(α) του Ποινικού Κώδικα. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία αντιστάθηκε στη νόμιμη σύλληψή του. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι πρώτο, η επίθεση εναντίον άλλου, δεύτερο, με σκοπό την αντίσταση κατά της νόμιμης σύλληψης, είτε του επιτιθέμενου είτε άλλου και τρίτο, για κάποιο ποινικό αδίκημα. Στην προκειμένη περίπτωση, όταν ο εξεταστής της υπόθεσης, αστυφύλακας 2350 Μάριος Ιερωκηπιώτης (Μ.Κ.3) πληροφόρησε τον κατηγορούμενο πως ήταν ανεπιθύμητος στο μοναστήρι και του ζήτησε να εγκαταλείψει το μέρος και αυτός, μολονότι αρχικά ανάφερε στο μάρτυρα ότι θα συμμορφωνόταν και κατευθύνθηκε προς την έξοδο του μοναστηριού, ακολούθως επέστρεψε και απευθυνόμενος προς το μάρτυρα και τον παραπονούμενο τούς είπε: «Εγώ δεν πρόκειται να φύγω και όπου θέλεις πήεννε.» και ακολούθως άρχισε να φωνάζει και να προκαλεί ανησυχία, εκτός από το αδίκημα της παράνομης εισόδου κατά το άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα, διέπραττε και το αδίκημα της ανησυχίας, κατά το άρθρο 95 του ίδιου Νόμου. Και, με δεδομένο ότι και για τα δυο αυτά αδικήματα προβλέπεται ποινή φυλάκισης, ο μάρτυρας είχε το δικαίωμα να το συλλάβει - και ορθώς, εν τέλει, το συνέλαβε - για αυτόφωρο αδίκημα, αφού, δυνάμει του άρθρου 14
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, ο αστυνομικός δικαιούται να συλλάβει χωρίς ένταλμα οποιοδήποτε, ο οποίος διαπράττει ποινικό αδίκημα στην παρουσία του, το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση. Ακολουθεί ότι το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος έχει αποδειχθεί. Απ' εκεί και πέρα, η ενέργεια του κατηγορούμενου - μετά που είχε πληροφορηθεί από το μάρτυρα ότι είναι υπό σύλληψη, ο οποίος του επέστησε την προσοχή στο Νόμο και τον άγγιξε στον ώμο, λέγοντάς του να τον ακολουθήσει στο αστυνομικό όχημα - ο οποίος, αντί να συμμορφωθεί, άρχισε να φωνάζει και να σπρώχνει το μάρτυρα, προβάλλοντας αντίσταση στη νόμιμη σύλληψή του, η οποία επιτεύχθηκε με τη χρήση ανάλογης βίας από το μάρτυρα καθώς και από το συνάδελφό του λοχία 1289 Αναστάση (Μ.Κ.2) αποτελεί ασφαλώς επίθεση τη εννοία του Νόμου, με σκοπό την αντίσταση στη νόμιμη σύλληψη του κατηγορούμενου που ήταν ο επιτιθέμενος. Έπεται ότι και το πρώτο καθώς και το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος έχουν αποδειχθεί. Ακολουθεί ότι ευθύνη του κατηγορούμενου για τη διάπραξη και αυτού του αδικήματος, στοιχειοθετείται πλήρως. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους (νομικούς και πραγματικούς), ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την ενοχή του κατηγορούμενου και στις τρεις κατηγορίες, πέραν, πάσης, λογικής αμφιβολίας. Ακολουθεί ότι ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στις τρεις κατηγορίες. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Αναφορά: τελική απόφαση (Αξιόποινος παράνομη είσοδος, κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα, απειλή, κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα και τέλος, αντίσταση κατά της νομίμου σύλληψης, κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Ποινικού Κώδικα - βλ. τις κατηγορίες 1 μέχρι 3, κατ' αντιστοιχία αδικήματος -).

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.