Αστυνομίας ν. Στέλιου Τσαβέλλα, Αριθμός Αίτησης: 142A/2016, 7/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αριθμός Αίτησης: 142A/2016 Μεταξύ: Αστυνομίας Αιτήτριας και Στέλιου Τσαβέλλα Καθ' ου η αίτηση -------------------------------------- Μονομερής αίτηση, ημερομηνίας 27/10/2016 Ημερομηνία: 7/3/2017 Εμφανίσεις: Για αιτήτρια: κα Σάββα Για καθ' ου η αίτηση: κ. Ζαννούπας Καθ' ου η αίτηση: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Αστυνομία, με αίτηση την οποία υπογράφει ο αστυφύλακας 1105 Νίκος Ιωάννου, ζητά διάταγμα κατακράτησης των αναφερόμενων στον επισυνημμένο κατάλογο (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α) στην ένορκη δήλωση, που υποστηρίζει την αίτηση, τεκμηρίων, «.μέχρι την ολοκλήρωση των αστυνομικών εξετάσεων και μέχρι την ολοκλήρωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας που θα εγερθεί σε σχέση με αυτά.» Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 27, 32 και 32Α του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 σε συνδυασμό με το άρθρο 88 του Νόμου 106
(1)/2012. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του αστυφύλακα Ιωάννου (ανωτέρω). Τα συνοψίζω: Ο μάρτυρας υπηρετεί στο Τ.Α.Ε. της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου και διερευνά υπόθεση που αφορά τα αδικήματα:
(1)κατοχή/λειτουργία παιγνιομηχανήματος περιορισμένου οφέλους, Ν.106
(1)/2012, άρθρο 78, και
(2)κατοχή/λειτουργία παιγνιομηχανήματος που παρέχει υπηρεσίες για τη διεξαγωγή στην Κ.Δ. παιγνιδιών με απευθείας σύνδεση, Ν.106
(1)/2012, άρθρο 79, αδικήματα που διαπράχθηκαν στις 5/10/2016, στο υποστατικό με την ονομασία «STANLEY BET», στην οδό Κωστάκη Παρτασίδη 1, κατάστημα 1, στη Γεροσκήπου. Συγκεκριμένα, στις 5/10/2016 και ώρα 16:10, υπό κάλυψη μέλος της Αστυνομίας, μετά την έκδοση εντάλματος έρευνας μετέβηκε στο πιο πάνω υποστατικό, καθώς υπήρχε εύλογη υποψία, ότι σ' αυτό λειτουργούν παράνομα ηλεκτρονικοί υπολογιστές (στο εξής «Η/Υ») μέσω των οποίων, παράνομα παρέχονται υπηρεσίες για τη διεξαγωγή στη Δημοκρατία, παιγνιδιών, με απευθείας σύνδεση και κατοχή παιγνιομηχανήματος περιορισμένου οφέλους. Το μέλος της Αστυνομίας είχε στην κατοχή του δυο χαρτονομίσματα των €20,00, τα οποία είχε φωτοτυπήσει προηγουμένως. Κατά την είσοδό του στο υποστατικό μετέβη στον πάγκο, όπου βρισκόταν ο υπεύθυνος του μέρους, Δημήτρης Πολυδώρου και έπαιξε κουπόνι στοιχήματος. Εντός του υποστατικού υπήρχαν ενεργοποιημένοι φορητοί Η/Υ, των οποίων η οθόνη έδειχνε το τυχερό παιγνίδι LUCIANO. O υπό κάλυψη αστυνομικός ζήτησε από τον υπεύθυνο να παίξει στους Η/Υ και αφού του έδωσε το ένα από τα δυο χαρτονομίσματα των €20,00, κάθισε σ' ένα Η/Υ και άρχισε να παίζει το τυχερό παιγνίδι LUCIANO. Ακολούθως έστειλε μήνυμα στα μέλη του ΟΠΕ που βρίσκονταν κοντά στο υποστατικό για να εισέλθουν σ' αυτό. Τα μέλη του ΟΠΕ Πάφου εισήλθαν στο υποστατικό δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας, στις 16:45 και ο υπεύθυνος διέκοψε την παροχή ρεύματος στους Η/Υ που βρίσκονταν μπροστά από τον πάγκο. Όταν του υποδείχτηκε το ένταλμα και του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, απάντησε «Κάμετε τη δουλεία σας.» Μετά από μερικά λεπτά έφθασε στο μέρος και o ιδιοκτήτης του υποστατικού, δηλαδή, ο καθ' ου η αίτηση. Όταν υποδείχτηκε και σ' αυτόν το ένταλμα και του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, έδωσε την ίδια απάντηση που έδωσε και ο Πολυδώρου. Εντός του υποστατικού υπήρχαν 11 Η/Υ, τρεις, πίσω από τον πάγκο του ταμείου και 8, αριστερά, μπροστά από τον πάγκο. Μέλος της Αστυνομίας που είναι ειδικός για την προκαταρκτική εξέταση Η/Υ τούς ενεργοποίησε, αλλά δεν μπορούσε να τους εξετάσει, επειδή στην οθόνη ενός από αυτούς έδειχνε «FATAL ERROR.» Κατά τη διάρκεια της έρευνας στο υποστατικό, η οποία έγινε στην παρουσία του καθ' ου η αίτηση παραλήφθηκαν ως τεκμήρια οι 4 από τους 11 Η/Υ, το χρηματικό ποσό των €1.224,00 σε διάφορα χαρτονομίσματα και κέρματα, τα δυο φωτοτυπημένα χαρτονομίσματα που κρατούσε ο υπό κάλυψη αστυνομικός και ένα τηλεχειριστήριο. Όλα τα τεκμήρια μεταφέρθηκαν την ίδια μέρα στο Τ.Α.Ε. Πάφου και στη συνέχεια τέθηκαν υπό ασφαλή φύλαξη. Το ανακριτικό έργο της Αστυνομίας βρίσκεται στο αρχικό στάδιο. Τα τεκμήρια θα μεταφερθούν στις εγκαταστάσεις του ΔΕΗΔ στη Λευκωσία, για να τύχουν δικανικής εξέτασης και να διαπιστωθεί κατά πόσο υπάρχουν εγκατεστημένα προγράμματα που τα μετατρέπουν σε μηχανές τυχερού παιγνίου. Διέταξα την επίδοση της αίτησης στον καθ' ου η αίτηση, ο οποίος, στις 30/11/2016 καταχώρησε ένσταση, η οποία εδράζεται σε 17, συνολικά, λόγους. Επειδή, αρκετοί από αυτούς, είτε είναι συναφείς μεταξύ τους είτε επαναλαμβάνονται με διαφορετική, κάπως, διατύπωση, συνοψίζοντάς τους είναι οι εξής: Πρώτο, στερούμαι εξουσίας να αποφασίσω επειδή τα επίδικα τεκμήρια, κατά παράβαση των άρθρων 25, 27, 28, 29, 30 και 32 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, δεν παραλήφθηκαν κατόπιν εκτέλεσης δικαστικού εντάλματος έρευνας. Ουδέποτε επιδείχθηκε στον καθ' ου η αίτηση οποιοδήποτε ένταλμα έρευνας και η Αστυνομία, ουδέποτε εξασφάλισε τέτοιο ένταλμα. Δεύτερο, ουδέποτε ο καθ' ου η αίτηση έδωσε τη συγκατάθεσή του για κατακράτηση από την Αστυνομία των επίδικων τεκμηρίων. Τρίτο, ο τρόπος με τον οποίο παραλήφθηκαν τα τεκμήρια παραβιάζει συνταγματικά δικαιώματα του καθ' ου η αίτηση. Τέταρτο, δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να δεικνύει την εμπλοκή του καθ' ου η αίτηση στα υπό διερεύνηση αδικήματα, είτε ακόμη, ότι τα επίδικα τεκμήρια συνδέονται με οποιαδήποτε αδικήματα. Πέμπτο, η Αστυνομία δεν προσδιορίζει μα ούτε και αναφέρει οτιδήποτε αναφορικά με τη σχετικότητα και αναγκαιότητα κατακράτησης των επίδικων τεκμηρίων, για άγνωστο ή ακαθόριστο χρονικό διάστημα. Έκτο, η αίτηση είναι γενική και αόριστη, καθότι η Αστυνομία, δεν προσδιορίζει τι έχει πράξει μέχρι σήμερα για την ολοκλήρωση των αστυνομικών εξετάσεων, τι αστυνομικές εξετάσεις θα διεξαχθούν, γιατί οι εξετάσεις δεν έχουν ολοκληρωθεί μέχρι σήμερα, πότε θα ολοκληρωθούν, δεν κάνει οποιαδήποτε αναφορά κατά πόσο από τα μέχρι στιγμής στοιχεία που έχει προκύπτει οτιδήποτε το επιλήψιμο εναντίον του καθ' ου η αίτηση, δεν προσδιορίζει κατά πόσο έχει πρόθεση να το διώξει μα ούτε και πότε θα ολοκληρωθεί η ανύπαρκτη, για την ώρα, ποινική διαδικασία. Έβδομο, η Αστυνομία δεν επικαλείται σύνδεση του καθ' ου η αίτηση με το ένταλμα έρευνας και με την αίτηση, επιδιώκει τη νομιμοποίηση του παράνομου της λήψης των τεκμηρίων. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση, στην οποία, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Αρνείται όλους και καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην αίτηση και την ένορκη δήλωση. Υιοθετεί και επαναλαμβάνει όλους τους λόγους ένστασης. Ουδέποτε η Αστυνομία τού υπόδειξε οποιοδήποτε ένταλμα. Εξ ου και δεν το επισυνάπτει στην αίτηση. Ουδέποτε έδωσε τη συγκατάθεσή του στο να κατακρατούν μέλη της Αστυνομίας τα επίδικα τεκμήρια. Είναι νόμιμος ιδιοκτήτης και κάτοχός τους και η Αστυνομία, τα κατακρατεί παράνομα, από τις 5/10/2016. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Στην υπόθεση Concrete Mix Ltd ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 360, που είναι και η πρώτη και θα έλεγα, θεμελιακή υπόθεση στην οποία έτυχε ερμηνείας το άρθρο 32 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, μεταξύ άλλων αναφέρονται τα εξής: «Το άρθρο 32
(3)του νόμου αποτελεί τμήμα των διατάξεων της ποινικής δικονομίας που διέπουν και ρυθμίζουν την κατάσχεση αντικειμένων για τους σκοπούς των αστυνομικών ανακρίσεων, και την προσαγωγή τους ως μαρτυρία σε ποινική δίκη. Οι διατάξεις που αφορούν την κατάσχεση και κράτηση αντικειμένων (για ανακριτικούς και αποδεικτικούς σκοπούς) είναι ταξινομημένες με χρονολογική σειρά η οποία αντανακλά τα τρία ξεχωριστά στάδια που οριοθετούνται και ρυθμίζονται από το νόμο. Το άρθρο 27 διέπει την εξουσία για την κατάσχεση αντικειμένων. Αυτά μπορεί να κατασχεθούν κατά την εκτέλεση εντάλματος ερεύνης εφόσο η εξέτασή τους κρίνεται αναγκαία για τους σκοπούς της αστυνομικής έρευνας. Η κατάσχεση αντικειμένου, βάσει του άρθρ. 27, παρέχει μόνο περιορισμένο δικαίωμα κράτησης, μέχρι την παρουσίασή του, το συντομότερο δυνατό, ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 32
(1)του νόμου. Κριτής της αναγκαιότητας της περαιτέρω κράτησης του αντικειμένου για τους σκοπούς των ανακρίσεων και μελλοντικής ποινικής διαδικασίας, είναι το Δικαστήριο. Οι πρόνοιες του άρθρ. 32
(1)παρέχουν διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει την κράτηση και φύλαξη κατασχεθέντος αντικειμένου από τις αστυνομικές Αρχές μέχρι και την αποπεράτωση ποινικής διαδικασίας η οποία ήθελε προκύψει από τις αστυνομικές έρευνες. .............................. Οι διατάξεις του άρθρ. 32
(1)παρέχουν εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την κράτηση και φύλαξη αντικειμένων από τις αστυνομικές Αρχές, που κατασχέθηκαν βάσει του άρθρ. 27 για καθορισμένο χρονικό διάστημα ή μέχρι την αποπεράτωση ποινικής διαδικασίας η οποία ήθελε προκύψει από τις ανακρίσεις. Η εξουσία η οποία παρέχεται από το άρθρο 32
(3)για αποδέσμευση των αντικειμένων από την αστυνομική φύλαξη, συναρτάται άμεσα με την προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο με τη διατύπωση κατηγορίας εναντίον του. Η πρόσοψη κατηγορίας οριοθετεί το τρίτο στάδιο της διαδικασίας για την κράτηση κατασχεθέντων αντικειμένων. Το εδάφιο 3 του άρθρ. 32 του νόμου, παρέχει εξουσία για επιστροφή του αντικειμένου στον κάτοχο ή ιδιοκτήτη του, νοουμένου ότι η κράτηση και φύλαξή του δεν απαιτείται για τους σκοπούς της εγερθείσας ποινικής δίωξης. Η ερμηνεία των προνοιών του άρθρ. 32
(3), η οποία υιοθετείται σ' αυτή την απόφαση, επιβάλλεται τόσο από το λεκτικό των διατάξεων του άρθρ. 32
(3), όσο και από την ταξινόμησή του στο πλαίσιο των σχετικών διατάξεων του Κεφ. 155. Η έννοια του όρου "criminal proceedings" (ποινικά μέτρα) προσδιορίζεται από τις διατάξεις του άρθρ. 2 του νόμου και περιλαμβάνει μόνο την κατηγορία ενώπιον του δικαστηρίου και τη διαδικασία που ακολουθεί. Επομένως, συναρτάται η εξουσία που παρέχεται με την πρόσοψη κατηγορίας ενώπιον του δικαστηρίου. Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται και από τις διατάξεις των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίου 3 του άρθρ. 32 με την αναφορά που γίνεται στον κατηγορούμενο. Ο όρος "charged" (κατηγορείται), που απαντάται στις δυο αυτές παραγράφους του άρθρ. 32
(3), αναφέρεται αποκλειστικά σε πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει προσαφθεί κατηγορία επί δικαστηρίω σύμφωνα με την ερμηνεία που αποδίδεται στον όρο "charge" στο άρθρο 2 του Κεφ. 155. Προς την ερμηνεία του άρθρ. 32
(3)που οριοθετεί η ορολογία του, συγκλίνει και η ταξινόμηση, στο πλαίσιο του Κεφ. 155, των διατάξεων που διέπουν την κατάσχεση και κράτηση αντικειμένων για τους σκοπούς των ανακρίσεων και της δίκης - άρθρα 27, 32
(1)και 32
(3)- καθώς και η σκοπιά των προνοιών κάθε μιας από αυτές τις νομοθετικές διατάξεις. Το άρθρο 27 διέπει και καθορίζει την κατάσχεση αντικειμένων στο προκαταρκτικό στάδιο της έρευνας, το άρθρο 32
(1)την κράτηση και φύλαξή τους από τις αστυνομικές Αρχές μετά την κατάσχεσή τους, και το άρθρο 32
(3)την αποδέσμευσή τους μετά την πρόσοψη κατηγορίας επί δικαστηρίω εάν η περαιτέρω κράτησή τους δεν απαιτείται για τους σκοπούς εγερθείσας ποινικής δίωξης.» Όλες οι παραπάνω αρχές, ουσιαστικά επαναβεβαιώνονται στην πολύ μεταγενέστερη υπόθεση Ησαΐα κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 669, από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί: «Όπως σημειώθηκε στις υποθέσεις Concrete Mix Ltd v. Αστυνομίας, ανωτέρω και C.T. Tobacco Ltd κ.α. ν. Τμήματος Τελωνείων
(2003)2 ΑΑΔ 212, η απόφαση για κατακράτηση τεκμηρίων θεωρείται αυτοτελής απόφαση, η οποία αν και άμεσα συνδεδεμένη με το ένταλμα έρευνας, εντούτοις έχει τη δική της αυτοτέλεια, εφόσον ο δικαστής δυνάμει των άρθρων 27-34 του Κεφαλαίου έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια να χειριστεί αντικείμενα που κατασχέθηκαν, ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Για παράδειγμα, μπορεί ανεξάρτητα από τη νομιμότητα του διατάγματος έρευνας, να ανευρέθηκαν παράνομα αντικείμενα, π.χ. όπλα, ναρκωτικά, άλλες δηλητηριώδεις ουσίες, εκρηκτικά, επικίνδυνα ζώα κ.α. τα οποία να μην ανήκουν στο πρόσωπο στην κατοχή του οποίου ανευρέθηκαν. Σε τέτοια περίπτωση, ανεξάρτητα από τη νομιμότητα του εντάλματος έρευνας, το δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 34 δύναται, ελλείψει κάποιας νόμιμης δικαιολογίας από το πρόσωπο στην κατοχή του οποίου ανευρέθηκαν, «να προκαλέσει την κατάσχεση, παραμόρφωση ή καταστροφή» των αντικειμένων, ανεξαρτήτως του ότι κανένα πρόσωπο δεν θα διωχθεί σε σχέση με αυτό.» Με υπαγωγή της ενώπιον μου μαρτυρίας σ' όλες τις παραπάνω αρχές, υπεισέρχομαι στους λόγους ένστασης στην αίτηση, όπως τους απαριθμώ και συνοψίζω σε άλλο σημείο (ανωτέρω). Ειδικότερα: Ο πρώτος λόγος ένστασης είναι αβάσιμος. Εν πάση περιπτώσει, ο καθ' ου η αίτηση κωλύεται να τον προβάλλει στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης, η οποία αφορά σε αίτημα κατακράτησης τεκμηρίων, με δικαιοδοτικό βάθρο το άρθρο 32
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, που αποτελεί το δεύτερο ξεχωριστό στάδιο που αφορά την κατάσχεση και κράτηση τεκμηρίων για ανακριτικούς και αποδεικτικούς σκοπούς, τα οποία, σύμφωνα με τη μαρτυρία της Αστυνομίας, είναι σαφές, ότι κατασχέθηκαν δυνάμει του άρθρου 27 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, που αποτελεί το πρώτο στάδιο της σχετικής διαδικασίας και που στη συνέχεια, σε εφαρμογή του εδαφίου
(1)του άρθρου 32, με την παρούσα αίτηση, παρουσιάστηκαν ενώπιον μου, προκειμένου να αποφασίσω κατά πόσο αναγκαιεί η περαιτέρω κράτησή τους, για ανακριτικούς σκοπούς και για σκοπούς μελλοντικής ποινικής διαδικασίας. Αυτό δε, κατά τη γνώμη μου είναι και το μόνο που μπορώ να εξετάσω στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας και τούτο, επειδή - για να επαναλάβω - σύμφωνα και με τις δυο αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (ανωτέρω), η απόφαση για κατακράτηση τεκμηρίων θεωρείται αυτοτελής, η οποία, αν και άμεσα συνδεδεμένη με το ένταλμα έρευνας, εντούτοις έχει τη δική της αυτοτέλεια. Για να συνεχίσω, έχω τη γνώμη, ότι, τα όσα εγείρει ο καθ' ου η αίτηση, ως συνιστούντα τον πρώτο λόγο ένστασης στην αίτηση, μπορούσε και, κυρίως, όφειλε να τα εγείρει μετά το πέρας του πρώτου σταδίου κατάσχεσης των επίδικων τεκμηρίων και συγκεκριμένα, όταν αυτά, στις 5/10/2016 είχαν κατασχεθεί από την Αστυνομία, δυνάμει του άρθρου 27 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, στρεφόμενος ευθέως - και άμεσα - κατά του δικονομικού, αυτού, διαβήματος, το οποίο μάλιστα έγινε στην παρουσία του και όχι, ευκαιρίας δοθείσης, σήμερα, που η σχετική διαδικασία βρίσκεται πια στο δεύτερο στάδιο, κατά το οποίο καλούμαι απλώς να αποφασίσω κατά πόσο τα εν λόγω τεκμήρια είναι αναγκαία, είτε για ανακριτικούς είτε για αποδεικτικούς σκοπούς στο πλαίσιο οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας ενδέχεται να διεξαχθεί σε σχέση με αυτά, ουσιαστικά, να ζητά την ακύρωση του πρώτου σταδίου της διαδικασίας. Και κάτι ακόμη για το ίδιο θέμα. Κατά πόσο τα επίδικα τεκμήρια κατασχέθηκαν σύννομα ή όχι, είναι κάτι το οποίο ο καθ' ου η αίτηση μπορεί κάλλιστα να εγείρει στο πλαίσιο οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία δυνατό να διεξαχθεί σε σχέση με αυτά, όταν θα επιχειρηθεί η παρουσίασή τους στο Δικαστήριο για αποδεικτικούς σκοπούς. Αφ' ης στιγμής τα επίδικα τεκμήρια κατασχέθηκαν δυνάμει εκτέλεσης εντάλματος έρευνας, ουδεμία συγκατάθεση του καθ' ου η αίτηση χρειαζόταν, για κατακράτησή τους από την Αστυνομία. Αυτό είναι και το μόνο που θέλω να πω για να καταδείξω το αβάσιμο του δεύτερου λόγου ένστασης. Εν πάση περιπτώσει, έχοντας υπόψη ότι με το συγκεκριμένο λόγο ένστασης, ουσιαστικά εγείρεται και πάλι θέμα αμφισβήτησης της διαδικασίας κατάσχεσης και κράτησης των επίδικων τεκμηρίων, με αναφορά στο πρώτο στάδιο της διαδικασίας, το οποίο εδράζεται στο άρθρο 27 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, ισχύουν και όσα έχω αναφέρει σε σχέση με τον πρώτο λόγο ένστασης. Ο γενικός και αόριστος ισχυρισμός του καθ' ου η αίτηση, ότι ο τρόπος με τον οποίο παραλήφθηκαν τα τεκμήρια παραβιάζει συνταγματικά του δικαιώματα, δε θεμελιώνει άνευ άλλου το σχετικό - τρίτο λόγο ένστασης, οπότε κι αυτός απορρίπτεται. Κατά τα λοιπά, ισχύουν και πάλι όσα αναφέρονται για τον πρώτο λόγο ένστασης. Ο τέταρτος λόγος ένστασης απορρίπτεται ως ουσία αβάσιμος. Το γεγονός ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία, ο καθ' ου η αίτηση είναι ιδιοκτήτης του υποστατικού, στο οποίο, στον ουσιώδη χρόνο, ο υπό κάλυψη αστυνομικός, αφού έδωσε στον υπεύθυνο του υποστατικού το ένα από τα δυο χαρτονομίσματα των €20,00, ακολούθως κάθισε μπροστά σ' ένα Η/Υ και άρχισε να παίζει το τυχερό παιγνίδι LUCIANO σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι, στο υποστατικό υπήρχαν ενεργοποιημένοι φορητοί Η/Υ, οι οποίοι, στην οθόνη τους έδειχναν το συγκεκριμένο παιγνίδι, έχοντας υπόψη και τα αδικήματα που διερευνά η Αστυνομία καθώς και τη φύση τους, όλα αυτά, αποτελούν ικανοποιητική μαρτυρία - για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση αίτησης -, ότι όλα τα κατασχεθέντα τεκμήρια συνδέονται και με τα δυο αδικήματα που διερευνά η Αστυνομία. Η ίδια μαρτυρία, την ίδια ώρα δεικνύει και την εμπλοκή του καθ' ου η αίτηση σ' αυτά. Και ο πέμπτος λόγος ένστασης είναι αβάσιμος. Σύμφωνα πάντοτε με τη μαρτυρία, το ανακριτικό έργο βρίσκεται στο αρχικό στάδιο. Τα τεκμήρια, προστίθεται, (είναι σαφές, ότι συγκεκριμένη αναφορά παραπέμπει στους Η/Υ), θα μεταφερθούν στις εγκαταστάσεις της ΔΕΗΔ στη Λευκωσία, για να τύχουν δικανικής εξέτασης, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο υπάρχουν εγκατεστημένα προγράμματα που τα μετατρέπουν σε μηχανές τυχερού παιχνιδιού. Και, με δεδομένο ότι, όπως αναφέρεται καταληκτικά στην ένορκη δήλωση του αστυφύλακα Ιωάννου, το ανακριτικό έργο δεν έχει ολοκληρωθεί, η Αστυνομία, ως έχει κάθε δικαίωμα, σε εφαρμογή του άρθρου 32
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, ζητά την κατακράτηση των τεκμηρίων μέχρι και την ολοκλήρωση των σχετικών εξετάσεών της και μέχρι την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας που θα εγερθεί σε σχέση με αυτά. Απ' εκεί και πέρα, εκτός του ότι δεν είναι απολύτως ακριβές, ότι ζητείται η κατακράτηση των τεκμηρίων για ακαθόριστο ή άγνωστο χρονικό διάστημα, ούτε και μπορεί βάσιμα να λεχθεί ότι θα ήταν επιλήψιμο, ακόμη και να συνέβαινε κάτι τέτοιο. Η Αστυνομία - για να επαναλάβω - ζητά την κατακράτηση των επίδικων τεκμηρίων μέχρι και την ολοκλήρωση της οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας που θα εγερθεί σε σχέση με αυτά. Κατά πόσο θα εγερθεί τέτοια διαδικασία είναι κάτι που θα διαφανεί στην πορεία. Εν πάση περιπτώσει, στην Ησαΐα (ανωτέρω), όπου εκδόθηκε ανάλογο διάταγμα, υπό τον όρο να επιδοθεί στον καθ' ου η αίτηση, εντός τριών ημερών από την έκδοσή του, στον ισχυρισμό του εφεσείοντα, ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε το διάταγμα όφειλε να είχε θέσει χρονικό περιορισμό για την κατακράτηση των τεκμηρίων, το Εφετείο, απάντησε ως εξής: «Δεν συμφωνούμε. Ο όρος που έθεσε το Δικαστήριο ήταν όχι μόνο εύλογος, αλλά και επιβαλλόμενος, αφού ήταν μέσα στα πλαίσια των εξουσιών που του παρέχει το άρθρο 32
(1)και δεν εντοπίζουμε οτιδήποτε ότι κατά το χρόνο που το δικαστήριο έθετε τον εν λόγω όρο, δεν άσκησε ορθά την εξουσία του. Θα ήταν πολύ δύσκολο για το Δικαστήριο σ' εκείνο το στάδιο να προβλέψει την εξέλιξη των αστυνομικών ερευνών και την αποπεράτωση της ποινικής διαδικασίας. Εν πάση περιπτώσει, οι Εφεσείοντες ή οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, είχαν το δικαίωμα ανά πάσα στιγμή να αποταθούν στο δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 32
(3)του Κεφ. 155 και να αιτηθούν επιστροφή των κατακρατηθέντων τεκμηρίων.» Το παραπάνω απόσπασμα απαντά εν μέρει και στον έκτο λόγο ένστασης, ο οποίος, επίσης είναι αβάσιμος. Όπως αναφέρεται στην Concrete (ανωτέρω), η κατάσχεση αντικειμένου βάσει του άρθρου 27 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου παρέχει μόνο περιορισμένο δικαίωμα κράτησής του μέχρι και την παρουσίασή του το συντομότερο δυνατό ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 32
(1)του νόμου. Κριτής της αναγκαιότητας της περαιτέρω κράτησης του αντικειμένου, προστίθεται, για τους σκοπούς των ανακρίσεων και της μελλοντικής ποινικής διαδικασίας είναι το Δικαστήριο. Κατά τη γνώμη μου, αυτό που εξάγεται από τα πιο πάνω είναι το εξής: η Αστυνομία, από τη στιγμή που προχωρά στην κατάσχεση αντικειμένου δυνάμει του άρθρου 27 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου μέχρι και την παρουσίασή του στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 32
(1), το μόνο δικαίωμα που έχει σε σχέση με το αντικείμενο είναι να το κατακρατά, χωρίς να έχει δικαίωμα να το χρησιμοποιήσει καθοιονδήποτε τρόπο, για ανακριτικούς σκοπούς. Κατά πόσο αναγκαιεί ή όχι η κράτησή του για το σκοπό αυτό καθώς και για αποδεικτικούς σκοπούς, στο πλαίσιο οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας είναι δυνατό να διεξαχθεί σε σχέση με αυτό, κριτής είναι το Δικαστήριο, στο πλαίσιο διαδικασίας, όπως είναι η παρούσα διαδικασία. Αυτονόητο πως, μέχρι και την έκδοση σχετικής απόφασης από το Δικαστήριο, η Αστυνομία εξακολουθεί να μην έχει δικαίωμα χρησιμοποίησης του αντικειμένου για σκοπούς διερεύνησης της υπόθεσης. Και, με δεδομένο πως - για να επανέλθω στην υπόθεσή μας και στον υπό εξέταση λόγο ένστασης - και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, κατά πόσο θα καταχωρηθεί ή όχι οποιαδήποτε ποινική υπόθεση σε σχέση με τα επίδικα τεκμήρια, αυτό συναρτάται με την ολοκλήρωση του ανακριτικού έργου και κυρίως, από την αποτίμηση του αποτελέσματός του, αποτελεί σχήμα οξύμωρο, ο καθ' ου η αίτηση να ζητά απόρριψη της αίτησης, επειδή με αυτή, η Αστυνομία, δεν απαντά σε όσα ο ίδιος εγείρει με τον υπό κρίση λόγο ένστασης. Ο έβδομος λόγος ένστασης απορρίπτεται ως νόμω και ουσία αβάσιμος. Απλή ανάγνωση του άρθρου 27 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου αρκεί, προκειμένου να γίνει αντιληπτό, ότι το ένταλμα έρευνας συναρτάται με οποιοδήποτε τόπο στον οποίο υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι υπάρχει οτιδήποτε στο οποίο ή σε σχέση με το οποίο διαπράχθηκε ποινικό αδίκημα ή υπάρχει υποψία ότι διαπράχθηκε κ.ο.κ. και όχι με οποιοδήποτε πρόσωπο. Εν πάση περιπτώσει, δεδομένου ότι δεν αμφισβητείται ότι ο καθ' ου η αίτηση είναι ιδιοκτήτης του υποστατικού στο οποίο εντοπίστηκαν και παραλήφθηκαν τα επίδικα τεκμήρια και αποτελεί θέση του, ότι είναι ο νόμιμος ιδιοκτήτης και κάτοχός τους, αυτόματα στοιχειοθετείται και η σύνδεσή του με το ένταλμα έρευνας, δυνάμει του οποίου εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν τα εν λόγω τεκμήρια, όπως είναι η θέση της Αστυνομίας. Το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου ένστασης απαντάται στο πλαίσιο της εξέτασης άλλων λόγων ένστασης. Εν πάση περιπτώσει και αυτό είναι αβάσιμο. Δεδομένης της απόρριψης, όλων των λόγων ένστασης, ό,τι απομένει είναι να δοθεί απάντηση στο ερώτημα, κατά πόσο κρίνεται αναγκαία η περαιτέρω κράτηση των επίδικων τεκμηρίων, για τους λόγους που αυτή επιδιώκεται με την υπό κρίση αίτηση. Με βάθρο, πάντοτε, την ενώπιον μου μαρτυρία απαντώ καταφατικά στο ερώτημα. Θεωρώντας όλα τα τεκμήρια, άμεσα σχετικά και με τα δυο υπό διερεύνηση αδικήματα, αλλά και απολύτως αναγκαία, για σκοπούς, τόσο ολοκλήρωσης του ανακριτικού έργου και σε περίπτωση καταχώρησης οποιασδήποτε ποινικής υπόθεσης σε σχέση με αυτά, όσο και για σκοπούς απόδειξης και στοιχειοθέτησής της, κατά την άσκηση της διακριτικής μου εξουσίας δυνάμει του άρθρου 32
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, το αιτούμενο διάταγμα εκδίδεται. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανάφερα εκδίδεται διάταγμα κατακράτησης των αναφερόμενων στην ένορκη δήλωση, ημερομηνίας 27/10/2016 (καθώς και στο επισυνημμένο σ' αυτή, ως ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α) τεκμηρίων, που συνοδεύει την αίτηση, ίδιας ημερομηνίας, μέχρι και την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία είναι δυνατό να διεξαχθεί σε σχέση με αυτά. Το διάταγμα, να επιδοθεί στον καθ' ου η αίτηση, εντός τριών ημερών από σήμερα. Αναφορικά με τα έξοδα παρατηρώ τα εξής: Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία είναι πολιτική και όχι ποινική (βλ. την Ησαΐα, ανωτέρω) και η Αστυνομία που είναι ο επιτυχών διάδικος έχει ζητήσει έξοδα, αυτά, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της Αστυνομίας και σε βάρος του καθ' ου η αίτηση. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../ΚΚ Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση κατακράτησης τεκμηρίων.