Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χαράλαμπου Κίτσιου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6513/16, 20/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6513/16 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν.
- Χαράλαμπου Κίτσιου, από την Πάφο
- Ηλία Μούζου, από τη Λεμεσό Κατηγορούμενων ------------------------------------ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 20.4.2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Παπαλαζάρου Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Σιαηλής Για τον κατηγορούμενο 2: κ. Ιωάννου Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι σύμφωνα με το κατηγορητήριο αντιμετωπίζουν τις ακόλουθες κατηγορίες: Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, πράξεις που στοχεύουν την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση των άρθρων 20, 21 και 228(α) του Ποινικού Κώδικα, και τέλος, πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση των άρθρων 231, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα (βλ. τις κατηγορίες 1 μέχρι 3, κατ' αντιστοιχία αδικήματος). Αντιμετώπιζαν και τις κατηγορίες της κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β που απαγορεύεται, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4
(1)και 51
(1), ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ του περί Πυροβόλων και μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113
(1)/04 όπως έχει τροποποιηθεί και των άρθρων 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα (βλ. τις κατηγορίες 4 και 5, κατ' αντιστοιχία αδικήματος). Ωστόσο, σ' αυτές αθωώθηκαν από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, επειδή έκρινα ότι αντιμετώπιζαν σοβαρό πρόβλημα εξ αντικειμένου στοιχειοθέτησης. Το πλήρες σκεπτικό της εν λόγω απόφασής μου, θα δοθεί στο πλαίσιο της παρούσας απόφασης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, καταλογίζεται στους κατηγορούμενους, ότι την 6ην Απριλίου, 2016, στην Πάφο, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή τα αδικήματα που αναφέρονται στις κατηγορίες 2 - 5. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι την 6ην Απριλίου, 2016, στην Πάφο, με σκοπό παραμόρφωσης, πρόκλησης αναπηρίας ή βαριάς σωματικής βλάβης στον Ιάκωβο Ξενοφώντος από την Πάφο, το χτύπησαν με τη χειρολαβή πιστολιού, αγνώστων στοιχείων και του προκάλεσαν βαριά σωματική βλάβη. Τέλος, με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι την 6ην Απριλίου, 2016, στην Πάφο, παράνομα προκάλεσαν βαριά σωματική βλάβη στον Ιάκωβο Ξενοφώντος από την Πάφο. Προς απόδειξη των παραπάνω κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε ως μάρτυρες, τον παραπονούμενο Ιάκωβο Ξενοφώντος, την εξετάστρια της υπόθεσης, αστυφύλακα 3025 Έλενα Παρπέρη, την οφθαλμίατρο στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, Χριστίνα Λιασίδου, την ειδική αστυφύλακα 5161 Βάσω Χαραλάμπους, τον ιατροδικαστή Σοφοκλή Σοφοκλέους και τέλος, το χειρούργο/οφθαλμίατρο - υπεύθυνο της οφθαλμολογικής κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας, Μάριο Προκοπίου (Μ.Κ. 1 μέχρι 6, αντίστοιχα). Οι κατηγορούμενοι, αφού κλήθηκαν σε απολογία στις τρεις πρώτες κατηγορίες και τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματά τους προέβησαν σε ανώμοτη δήλωση. Ο 2ος κατηγορούμενος, προς υπεράσπισή του παρουσίασε ως μάρτυρα το γιατρό στην ιδιωτική κλινική «Ευαγγελισμός», Ανδρέα Χαραλάμπους (Μ.Υ.1). Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης περικλείεται στη γραπτή κατάθεση(τεκμήριο 1) του παραπονούμενου (Μ.Κ.1), το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από αυτόν, για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Ειδικότερα: Ο παραπονούμενος διαμένει σε διαμέρισμα στη Χλώρακα, μαζί με τη φίλη του Ιορδάνκα Γεωργίεβα από τη Βουλγαρία. Πριν από τέσσερις περίπου μέρες (από τις 7/4/2016 που είναι η ημερομηνία της κατάθεσής του), γύρω στα μεσάνυκτα, ενώ οι δυο τους βρίσκονταν στο διαμέρισμά τους, χτύπησε την πόρτα ο 1ος κατηγορούμενος. Όταν ο παραπονούμενος την άνοιξε και το ρώτησε τι ήθελε, αυτός ξαφνιάστηκε και τα έχασε. Επειδή ο παραπονούμενος υποψιάστηκε ότι πήγε εκεί για να πουλήσει ναρκωτικά στη συμβία του, το χαστούκισε, τον έβγαλε έξω και έκλεισε την πόρτα. Μισή περίπου ώρα αργότερα, ο 1ος κατηγορούμενος τού τηλεφώνησε στο κινητό του τηλέφωνο με αριθμό κλήσης 97 857220 από το κινητό του τηλέφωνο με αριθμό κλήσης 96 683784 και άρχισε να τον απειλεί με τις φράσεις «Εν να δεις ήντα μπου να πάθεις. Εν να δεις ήντα μπου να σου κάμει ο άλλος.». Πρόκειται για το 2ο κατηγορούμενο, από τη Λεμεσό, ο «άλλος» και ο παραπονούμενος γνωρίζει πολύ καλά ότι ασχολείται με τη διακίνηση ναρκωτικών στην Πάφο. Γνωρίζει ακόμη, ότι ο 1ος κατηγορούμενος είναι υπάλληλός του και του δίνει τα ναρκωτικά και τα πουλά στην Πάφο. Ο παραπονούμενος τού έκλεισε το τηλέφωνο, χωρίς να του πει οτιδήποτε. Στις 5/4/2016 και ώρα 23:30, ενώ ο παραπονούμενος βρισκόταν στην μπυραρία S-300 και έβλεπε ποδόσφαιρο πήγε και το βρήκε ο 1ος κατηγορούμενος. Αφού κάθισε για λίγο στο τραπέζι του, προσπαθώντας να συμφιλιωθούν τού ζήτησε συγνώμη και του είπε πως όλα ήταν παρεξήγηση. Ο παραπονούμενος τού είπε «εντάξει» και του ζήτησε να μην του τηλεφωνήσει ξανά και ούτε να ξαναπάει στο σπίτι του. Την επομένη, 6/4/2016 γύρω στις 23:00, ο 1ος κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον παραπονούμενο με το κινητό τηλέφωνο με τον ίδιο αριθμό κλήσης και του ζήτησε να συναντηθούν σε κάποιο σημείο, κοντά στα θερμοκήπια, κάτω στο Μούτταλο, με σκοπό - όπως του είπε - να του δείξει ένα γραπτό μήνυμα που είχε στο κινητό του, το οποίο του είχε στείλει προηγουμένως η φίλη του Ιορδάνκα. Του είπε πως δεν μπορούσε και του έκλεισε το τηλέφωνο. Δέκα περίπου λεπτά αργότερα, ο 1ος κατηγορούμενος τού τηλεφώνησε ξανά και του ανάφερε τα ίδια πράγματα, οπότε του έκλεισε και πάλι το τηλέφωνο. Όταν γύρω στις εντεκάμισι τού τηλεφώνησε ξανά, επειδή εκείνη τη στιγμή βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητό του, του είπε να συναντηθούν στο σημείο που του είχε αναφέρει αρχικά για να τελειώνουν. Μετέβη στο συγκεκριμένο μέρος με το αυτοκίνητό του με αριθμό εγγραφής ΕΒΖ 454, μάρκας BMW 318 και στάθμευσε. Μετά από ένα λεπτό πλησίασε το αυτοκίνητό του πεζός ο 1ος κατηγορούμενος, ο οποίος, αφού πήγε κοντά του στο παράθυρο του οδηγού, άνοιξε το τηλέφωνό του για να του δείξει κάτι. Σε δευτερόλεπτα και προτού προλάβει να δει οτιδήποτε και ο 1ος κατηγορούμενος να του πει οτιδήποτε, ο τελευταίος τράβηξε προς τα πίσω και αμέσως, ο ίδιος είδε να πλησιάζει κοντά στο παράθυρό του ο 2ος κατηγορούμενος, κρατώντας στο χέρι του ένα πιστόλι μαύρου χρώματος. Προτού ο ίδιος προλάβει να του πει οτιδήποτε, αυτός, το χτύπησε με δύναμη με το πίσω μέρος του πιστολιού, εκεί που είναι η χειρολαβή, μέσα στο δεξί μάτι. Από τον πόνο και το χτύπημα έγειρε προς τη μαξιλάρα του συνοδηγού και ταυτόχρονα έβγαλε από το παράθυρο της πόρτας του οδηγού το δεξί του πόδι και τον κλότσησε προς τα πίσω. Τη στιγμή αυτή βγήκε το παπούτσι του και έπεσε στο έδαφος. Τότε, ο 2ος κατηγορούμενος στάθηκε απέναντί του και το σημάδεψε με το πιστόλι στο πρόσωπο, αλλά πρόλαβε και έβαλε το πόδι του μέσα στο αυτοκίνητο και αφού πάτησε τη βενζίνη κατάφερε να φύγει από το μέρος. Μετά από 5 λεπτά και ενώ οδηγούσε για να πάει στο σπίτι της μάνας του στο Μούτταλο τού τηλεφώνησε ο 2ος κατηγορούμενος από το κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου και τον απείλησε με τη φράση «Ρε γιε της πουτάνας. Αν γελαστείς να πάεις στην Αστυνομία, θα σε σκοτώσω τζιαι σαν εσένα εσκότωσα πολλούς.» Χωρίς να του πει οτιδήποτε τού έκλεισε το τηλέφωνο και συνοδεία του γαμβρού του Ιωσηφάκη πήγε στην ιδιωτική κλινική «Ευαγγελισμός» γιατί αιμορραγούσε το μάτι του. Εκεί, αφού τον εξέτασε ο γιατρός Ανδρέας Χαραλάμπους (Μ.Υ.1) τού είπε ότι το μάτι του είναι σοβαρά και ότι θέλει χειρουργική επέμβαση. Έφυγε απ' εκεί και πήγε στο νοσοκομείο Πάφου, όπου τον εξέτασαν ξανά και του είπαν το ίδιο πράγμα. Την ίδια στιγμή ενημέρωσε την Αστυνομία, η οποία μετέβη στο μέρος. Πιστεύει ότι οι κατηγορούμενοι ήταν κρυμμένοι στο σημείο που του είπαν να πάει να τους συναντήσει επειδή δεν είδε να υπάρχει εκεί κοντά σταθμευμένο οποιοδήποτε όχημα. Δεν μπορεί να πει τι φορούσε ο 2ος κατηγορούμενος, επειδή στο σημείο που έγινε το συμβάν δεν είχε καθόλου φωτισμό. Τον αναγνώρισε όμως, επειδή το γνωρίζει πολύ καλά από προηγουμένως. Ούτε και τα ρούχα του 1ου κατηγορούμενου μπορεί να περιγράψει. Με το 2ο κατηγορούμενο, δεν είχαν καμιά παρεξήγηση στο παρελθόν που να δικαιολογεί αυτή τη συμπεριφορά του. Οι κατηγορούμενοι καθώς ήδη έχει αναφερθεί αφού κλήθηκαν σε απολογία και τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματά τους προέβησαν σε ανώμοτη δήλωση. Ο 2ος κατηγορούμενος, από γραπτό κείμενο (τεκμήριο 29). Ο 1ος κατηγορούμενος ανάφερε τα εξής: «Αυτά που λέει ο Ιάκωβος Ξενοφώντος είναι ψέματα. Ποτέ δεν συνωμότησα με τον Ηλία για οτιδήποτε και είμαι αθώος.» Με τη σειρά του, ο 2ος κατηγορούμενος είπε τ' ακόλουθα: «Εγώ ο Ηλίας Μούζος κατηγορούμενος στην παρούσα ποινική υπόθεση έχω να κάνω την πιο κάτω δήλωση: Σε σχέση με τις κατηγορίες ότι συνωμότησα με τον άλλο κατηγορούμενο για να διαπράξω κακούργημα θέλω να αναφέρω ότι ουδέποτε συμφώνησα τέτοιο πράγμα. Ουδέποτε ήρθα σε συμφωνία με τον 1ον κατηγορούμενο και ουδέποτε κτύπησα τον παραπονούμενο και ούτε τον γνωρίζω προσωπικά. Σε σχέση με την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης ουδέποτε τον κτύπησα ή είχα πρόθεση να τον κτυπήσω αφού καμία σχέση δεν έχω εγώ μαζί του. ο παραπονούμενος λέει ψέματα.» Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας στο σύνολό του και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει στο στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων η πραγματική μαρτυρία, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326,366: «..η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας». Για εκτενέστερη ανάλυση του όρου πραγματική ή εμπράγματη μαρτυρία, ιδιαίτερα χρήσιμη αναφορά γίνεται στην υπόθεση Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298. Ειδικά για την αξία της ιατρικής μαρτυρίας παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439: «Η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 Α.Α.Δ. 1003, 1010, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51).» Σ' ό,τι αφορά στις ανώμοτες δηλώσεις των κατηγορούμενων και την αποδεικτική τους αξία σύμφωνα με τη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22: «.Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ. μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic (1973 2 C.L.R. 139, 188 - 191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σε. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245 - 288, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195).» Βλέπε και την Iddin v. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 47/14, ημερομηνίας 29/2/2016, στην οποία επισημαίνεται ότι η αξία της ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον περιορισμένη, αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Παραπέμπω ακόμη και στη Mariano κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 112/14 και 113/14, ημερομηνίας 20/11/2015, όπου, με αναφορά στην Anastasiades (ανωτέρω) υποδεικνύεται ότι, σε ό,τι αφορά τις ανώμοτες δηλώσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να αφήνει τον εαυτό του να δει τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του με διαφορετικό φως. Ούτε και μου διαφεύγει το ανεπίτρεπτο σχολιασμού, ως σχετικού προς την ενοχή, το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι επέλεξαν να ασκήσουν το συγκεκριμένο δικαίωμα (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195 κ.ο.κ). Η μαρτυρία της εξετάστριας της υπόθεσης, αστυφύλακα 3025 Έλενας Παρπέρη (Μ.Κ.2) είναι αποδεκτή. Η ουσία της - που κατά βάση άπτεται των ενεργειών της για σκοπούς διερεύνησης της υπόθεσης -, περιέχεται στη γραπτή κατάθεσή της (τεκμήριο 5), το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από αυτή για σκοπούς κυρίως εξέτασης, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του 2ου κατηγορούμενου, που είναι και ο μόνος που την έχει αντεξετάσει. Από τη μαρτυρία της, μόνο δυο σημεία δεν αποδέχομαι τα οποία αποδίδω σε απλό ανθρώπινο λάθος και όχι επειδή θεωρώ αναξιόπιστη μάρτυρα την υπό αναφορά, που δεν έλεγε την αλήθεια συναφώς με αυτά. Το πρώτο λάθος της μάρτυρος, αφορά στον αριθμό κλήσης του κινητού τηλεφώνου του παραπονούμενου. Ενώ ο ορθός αριθμός, όπως προκύπτει και από το περιεχόμενο των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων (τεκμήρια 21 και 22), το οποίο αποτελεί παραδεκτό γεγονός είναι ο 97 857220, η μάρτυρας, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης ισχυρίστηκε ότι είναι ο 97
- Το άλλο λάθος της αφορά στον ισχυρισμό της (στη γραπτή κατάθεσή της), ότι ο παραπονούμενος, στις 7/4/2016 και περί ώρα 00:30 τηλεφώνησε στο ΚΕΜ Πάφου και συνομίλησε με τη Μ.Κ.4, στην οποία, ουσιαστικά κατάγγειλε το 2ο κατηγορούμενο ότι το χτύπησε με πιστόλι στο μάτι και ότι στη συνέχεια, αφού το σημάδεψε με το πιστόλι, κατάφερε να διαφύγει. Επειδή, επί του προκειμένου, ασφαλώς πρόκειται για εξ ακοής η μαρτυρία της εξετάστριας θεωρώ ότι η ορθή ώρα καταγγελίας και το ακριβές περιεχόμενό της είναι σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Κ.4, η οποία είχε δεχθεί την καταγγελία και τουλάχιστον, σ' ό,τι αφορά την ώρα που έγινε (στις 00:42) επιβεβαιώνεται και πάλι με απόλυτη ακρίβεια από το περιεχόμενο των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων (βλ. το τεκμήριο 22). Απ' εκεί και πέρα, αυτό που κατάγγειλε ο παραπονούμενος είναι αυτό που αναφέρει στη γραπτή κατάθεσή της η Μ.Κ.4 (τεκμήριο 23) και συγκεκριμένα, ότι συναντήθηκε με το 2ο κατηγορούμενο και αυτός το χτύπησε στο κεφάλι και στο μάτι με το πιστόλι και τον απείλησε ότι θα το σκοτώσει. Πρόκειται για την ειδική αστυφύλακα 5161 Βάσω Χαραλάμπους η Μ.Κ.4, η οποία εργάζεται στο Κέντρο Ελέγχου Μηνυμάτων και η ουσία της μαρτυρίας της έγκειται στα παραπάνω γεγονότα. Δηλαδή, στην ώρα που έγινε η καταγγελία του επίδικου συμβάντος από τον παραπονούμενο καθώς και στο περιεχόμενο της καταγγελίας. Και τα δυο αυτά γεγονότα - για να επαναλάβω -περιέχονται στη γραπτή κατάθεση της μάρτυρος (τεκμήριο 23), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτή για σκοπούς κυρίως εξέτασης, χωρίς και πάλι να έχει αμφισβητηθεί από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου που είναι και ο μόνος ο οποίος την υπόβαλε σε αντεξέταση. Ακολουθεί ότι το σχετικό μέρος της μαρτυρίας της είναι αποδεκτό. Η Χριστίνα Λιασίδου (Μ.Κ.3) είναι οφθαλμίατρος στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Όπως αναφέρει στη σχετική έκθεση που ετοίμασε για τον παραπονούμενο (τεκμήριο 2), τον εξέτασε στις 7/4/2016 και ώρα 01:
- Ανάμεσα στα ευρήματά της είναι η ρήξη βολβού και το θλαστικό τραύμα στο δεξί μάτι, τα οποία επιβεβαιώνονται από άλλη ιατρική και ιατροδικαστική μαρτυρία, περιλαμβανομένης και της μαρτυρίας του γιατρού Ανδρέα Χαραλάμπους (Μ.Υ.1). Το ίδιο ισχύει και για τη διατύπωση της γνώμης της ότι ο παραπονούμενος χρήζει χειρουργικής επέμβασης στο δεξί μάτι - που αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι έγινε από το Μ.Κ.6 στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας και ήταν πολύωρη -. Η μάρτυρας, καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της απαντούσε με πειστικότητα και απολύτως τεκμηριωμένα, σ' όλες τις ερωτήσεις (επεξηγηματικού χαρακτήρα και διευκρινιστικής φύσεως, σε σχέση με τα ευρήματά της αναφορικά με τον παραπονούμενο) που της υποβλήθηκαν και εξέφρασε την επιστημονική της γνώμη, όποτε και όταν της ζητήθηκε να το πράξει, χωρίς να υποπέσει σε καμιά αντίφαση. Και αυτή αντεξετάστηκε μόνο από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του 2ου κατηγορούμενου, ο οποίος ούτε καν επιχείρησε να την αμφισβητήσει για οτιδήποτε ανάφερε. Από τη μαρτυρία της - την οποία και αποδέχομαι - συγκρατώ και τα εξής: Ρήξη βολβού σημαίνει ότι η κάκωση ήταν τόσο βαριά που ο ιστός έπαθε ρήξη. Δηλαδή, σπάσιμο με πιο απλά λόγια. Ο παραπονούμενος, την ώρα που τον εξέταζε πονούσε και δεν έβλεπε. Το τραύμα που υπέστη μπορεί να προκληθεί μόνο μετά από βίαιο χτύπημα, απευθείας στο βολβό. Το συγκεκριμένο μάτι, πιθανόν να δει φως στο μέλλον, σίγουρα όμως δε θα είναι σε θέση να έχει μια καλή οπτική οξύτητα. Αυτά στο στάδιο της κυρίως εξέτασης. Αντεξεταζόμενη ανάφερε και τα εξής: Ερωτηθείσα εάν τα τραύματα που διαπίστωσε ότι έφερε ο παραπονούμενος μπορούν να προκληθούν από απότομη πτώση, πρόσκρουση σε στερεό αντικείμενο ή έδαφος απάντησε ως εξής: «Η ερώτηση σας έχει δυο σκέλη. Το έδαφος, που σίγουρα όχι δε θα μπορούσε να προκληθεί και το δεύτερο, η πρόσκρουση σε σκληρό αντικείμενο. Εάν η πτώση γινόταν σε σκληρό αντικείμενο απευθείας στο βολβό, πιθανόν.» Δεκτή στο σύνολό της επί της ουσίας είναι και η μαρτυρία του ιατροδικαστή Σοφοκλή Σοφοκλέους (Μ.Κ.5), η οποία, εν μέρει απορρέει από το περιεχόμενο της σχετικής έκθεσης που κι αυτός ετοίμασε (τεκμήριο 4), συναφώς με τις δικές του διαπιστώσεις κατά την εξέταση του παραπονούμενου από τον ίδιο στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας, στις 7/4/
- Οι διαπιστώσεις του συνάδουν πλήρως με τις αντίστοιχες διαπιστώσεις των τριών άλλων γιατρών που εξέτασαν τον παραπονούμενο στον ουσιώδη χρόνο και θα έλεγα πως, κατά την, πολύ σύντομη, αντεξέτασή του από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των κατηγορούμενων, δεν αμφισβητήθηκε για οτιδήποτε ανάφερε. Από τη μαρτυρία του συγκρατώ ιδιαίτερα τα εξής: Ο παραπονούμενος χτυπήθηκε στην κογχική χώρα και πρέπει να ήταν δυνατό το χτύπημα, γιατί, όπως είπε κατά λέξη «.έχουμε και τραύμα, έχουμε και εκχυμώσεις..». Ερωτηθείς εάν κάποιος που πέφτει στο έδαφος μπορεί να έχει τα τραύματα που είχε ο παραπονούμενος απάντησε ως εξής: «Όχι δε θα ανέμενα διότι σας έχω πει, όταν πέσεις στο έδαφος δεν κτυπάς μέσα στην κογχική χώρα γιατί υπάρχει το μέτωπο να το πούμε. Εκεί φαίνεται ότι χτυπήθηκε, ας το πούμε, κατευθείαν η κογχική χώρα. Εκτός αν υπάρχει κάτι που μπει μέσα στην κογχική χώρα. Εάν χτυπήσω έτσι, θα χτυπήσω στο μέτωπο. Προστατεύει να πούμε. Όχι, πιστεύω ότι χτυπήθηκε κατευθείαν στην κογχική χώρα.» Συγκρατώ και τα εξής, τα οποία ανάφερε αντεξεταζόμενος: Δεν μπορεί να ξέρει εάν οι κακώσεις που έφερε ο παραπονούμενος προήλθαν από ένα ή περισσότερα χτυπήματα. Προκλήθηκαν από θλον όργανο, δηλαδή, όργανο με πλατιά επιφάνεια, ωστόσο, δεν μπορεί να ξέρει με ποιο όργανο. Και η γροθιά είναι θλον όργανο. Δεκτή στο σύνολό της είναι και η μαρτυρία του γιατρού Μάριου Προκοπίου (Μ.Κ.6), ο οποίος καθώς ήδη έχει αναφερθεί αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι είναι χειρουργός/οφθαλμίατρος, ο οποίος υπόβαλε σε πολύωρη χειρουργική επέμβαση τον παραπονούμενο στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Και αυτός, όπως και όλοι οι άλλοι γιατροί μάρτυρες, ήταν απόλυτα ειλικρινής και τεκμηριωμένος για οτιδήποτε ανάφερε και θα έλεγα πως, με εξαίρεση την έωλη υποβολή που του έγινε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του 1ου κατηγορούμενου, ότι η όραση του παραπονούμενου έχει αποκατασταθεί πλήρως, κατά τα λοιπά, η μαρτυρία του, επί της ουσίας παρέμεινε αναντίλεκτη. Από αυτή συγκρατώ τα εξής: Τη στιγμή του τραύματος, πριν το χειρουργείο, ο παραπονούμενος δεν έβλεπε. Ερωτηθείς από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, εάν μετά την εγχείρηση που του έκανε στο μάτι θα βλέπει, απάντησε ως εξής: «Ο ασθενής μετά την πρώτη εγχείρηση, συνεχίζει να μη βλέπει, διότι είπα το λόγο της πρώτης επέμβασης, ήταν για να διατηρηθεί ο βολβός και θα ακολουθούσαν άλλες επεμβάσεις έξω, όπου είχαν κλειστεί ραντεβού στη Λευκωσία σε άλλους συναδέλφους και θα υποβαλλόταν και σε άλλες επεμβάσεις για να δουν την πρόγνωση..» Ερωτηθείς και πάλι από την κα Παπαλαζάρου τι σημαίνει ρήξη βολβού, βασικά, σε συμφωνία με τη συνάδελφό του Χριστίνα Λιασίδου (Μ.Κ.3) απάντησε ως εξής: «Είχε τρυπήσει. Είναι ο βολβός και είχε τρυπήσει το μάτι, δηλαδή είχε σκάσει. Φανταστείτε ακριβώς όπως είναι ένα καρπούζι που είχε σκάσει, που είχε ανοίξει και πρέπει να φτιαχτεί.» Συγκρατώ τέλος και τη θέση του - στο στάδιο αντεξέτασής του από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του 2ου κατηγορούμενου - ότι τραύματα, όπως και αυτά που υπέστη ο παραπονούμενος είναι σοβαρά και συνήθως αφήνουν απώλεια, μόνιμη βλάβη. Επέλεξα, όχι τυχαία, να ασχοληθώ στο τέλος με τη μαρτυρία του γιατρού Ανδρέα Χαραλάμπους (Μ.Υ.1) που είναι και ο μόνος ο οποίος κατάθεσε ως μάρτυρας υπεράσπισης και συγκεκριμένα, για την υπόθεση του 2ου κατηγορούμενου καθώς και με τη μαρτυρία του παραπονούμενου (Μ.Κ.1), που είναι και ο σημαντικότερος μάρτυρας για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Αυτό θα γίνει επειδή για ένα από τα πλέον σημαντικά και κεφαλαιώδους σημασίας γεγονότα της υπόθεσης, που αφορά στην αιτία πρόκλησης των τραυματισμών του παραπονούμενου στον ουσιώδη χρόνο, οι κατηγορούμενοι επικαλούνται τη μαρτυρία του εν λόγω γιατρού, για να καταρρίψουν την εκδοχή του παραπονούμενου, συναφώς με αυτό. Αντιπαραβάλλοντας τις επί του προκειμένου εκατέρωθεν εκδοχές δηλώνω ευθέως πως δε δέχομαι τον ισχυρισμό του γιατρού Χαραλάμπους, ότι ο παραπονούμενος ανάφερε οποτεδήποτε, είτε στον ίδιο είτε σε άλλους γιατρούς, ότι χτύπησε στο μάτι από πτώση στο έδαφος. Ανεξάρτητα από την κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του παραπονούμενου κατά τα λοιπά, δεν μπορώ να δεχθώ ότι, ενώ από τη μια «ανάφερε» στο μάρτυρα είτε σε άλλους γιατρούς ότι χτύπησε στο μάτι από πτώση στο έδαφος, σε ελάχιστο χρόνο αργότερα, θα κατάγγελλε στην Αστυνομία κάτι τελείως διαφορετικό, τη στιγμή μάλιστα, που η εκδοχή του, επί του προκειμένου, όπως είναι διατυπωμένη στη γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία, στην οποία επέμενε μέχρι τέλους, υποστηρίζεται απόλυτα από την ιατρική μαρτυρία, σε αντίθεση με τη φερόμενη - από το μάρτυρα - εκδοχή του, η οποία, μόνο υπό προϋποθέσεις - που δεν εδράζονται καθόλου σε στοιχεία μαρτυρίας - έχει έρεισμα με βάση τη μαρτυρία και των τριών γιατρών μαρτύρων που κατάθεσαν για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Χωρίς να σημαίνει ότι δέχομαι την εκδοχή του παραπονούμενου, ότι πρόκειται για το 2ο κατηγορούμενο, το πρόσωπο που του προκάλεσε τους σοβαρούς τραυματισμούς στο μάτι, για τους παραπάνω λόγους και κυρίως, για λόγους που άπτονται της αξιοπιστίας του γιατρού Χαραλάμπους, αποκλειστικά γι αυτή την πτυχή της μαρτυρίας του, αυτή απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Τα παραδείγματα που ακολουθούν, κατά τη γνώμη μου αιτιολογούν πλήρως το συμπέρασμά μου πως δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του γιατρού Χαραλάμπους και να προβώ σε εύρημα ότι ο παραπονούμενος ανάφερε οποτεδήποτε σε οποιοδήποτε ότι χτύπησε στο μάτι από πτώση στο έδαφος. Ειδικότερα: Ο μάρτυρας για σκοπούς κυρίως εξέτασης υιοθέτησε ως μέρος της το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής του στην Αστυνομία (τεκμήριο 12), στην οποία, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Είναι γιατρός οφθαλμίατρος και εργάζεται στην ιδιωτική κλινική «Ευαγγελισμός» στην Πάφο. Στις 6/4/2016 και ώρα έντεκα και μισή το βράδυ προσήλθε στο τμήμα Α' Βοηθειών της κλινικής ο παραπονούμενος, ο οποίος ανάφερε στους επί καθήκοντι γιατρούς ότι μετά από πτώση στο έδαφος χτύπησε στο δεξί του μάτι. Στις 7/4/2016 και ώρα δώδεκα και δεκαπέντε περίπου κλήθηκε από την κλινική για να προσέλθει στο τμήμα Α' Βοηθειών και να εξετάσει τον παραπονούμενο. Μετέβη αμέσως στην κλινική και από την εξέτασή του διαπίστωσε τα όσα αναφέρει στη συνέχεια, τα οποία δηλώνω από τώρα ότι αποδέχομαι αφού συνάδουν πλήρως με την υπόλοιπη ιατρική μαρτυρία. Ας δούμε τώρα και τι ανάφερε στο Δικαστήριο για το επίμαχο ζήτημα. Ειδικότερα: Ερωτηθείς από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του 2ου κατηγορούμενου, εάν είχε οποιαδήποτε συνομιλία με τον παραπονούμενο, καθ' ον χρόνο τον εξέταζε απάντησε ως εξής: «Η μόνη ερώτηση που του κάναμε, απάντησε πολύ πτωχά και είπε ότι είχε πτώση και έπαθε το πρόβλημα. Εγώ δεν επέμενα γιατί επικεντρώθηκα στο πρόβλημα που είχε το μάτι.» Οι πρώτες αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε είναι ολοφάνερες. Εκεί όπου, όπως αναφέρει στη γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία, ο παραπονούμενος ανάφερε στους επί καθήκοντι γιατρούς, τουλάχιστον, μισή ώρα προτού κληθεί ο ίδιος να μεταβεί εκεί για να τον εξετάσει, ότι μετά από πτώση στο έδαφος χτύπησε στο δεξί του μάτι, στο Δικαστήριο, πιθανόν, κατόπιν καθοδήγησης ισχυρίστηκε ότι προέβη στη σχετική αναφορά μετά από ερώτηση που του έκαναν καθ' ον χρόνο τον εξέταζαν. Και πού λέει στη γραπτή κατάθεσή του ότι τον εξέτασε μαζί με άλλους γιατρούς; Και τι εννοεί όταν καταλογίζει στον παραπονούμενο ότι απάντησε πολύ πτωχά; Δηλαδή, πώς ήθελε να απαντήσει για να θεωρούσε ότι του απάντησε πλήρως; Και ενώ λίγο αργότερα ισχυρίστηκε ότι ο παραπονούμενος, ότι έπεσε στο έδαφος, το ανάφερε στον ίδιο και όπως είπε λίγο νωρίτερα, νομίζει ότι αυτό το ανάφερε και στην κατάθεσή του στην Αστυνομία, ας δούμε και τι ανάφερε αντεξεταζόμενος, για το ίδιο, πάντοτε, θέμα. Ειδικότερα: Την επίμαχη φράση, ο παραπονούμενος την είπε και στον ίδιο. Όπως είπε κατά λέξη «Όταν πήγα μετά από 10 λεπτά, διότι συνηθίζουμε πριν από την εξέταση να παίρνουμε ένα ιστορικό και στην ερώτηση «πώς έγινε» μου είπαν ότι έγινε μετά από πτώση στο έδαφος» Ερωτηθείς στη συνέχεια, ποιος του είπε και λέει «μου είπαν;» «Ήταν όλοι, 5 άτομα γύρω τριγύρω και ο ίδιος.» απάντησε. Για να διευκρινίσει ακολούθως, ότι του είπαν και οι γιατροί και ο ίδιος ο παραπονούμενος. Όταν λίγο αργότερα ρωτήθηκε εάν ρώτησε τον παραπονούμενο τι έπαθε στο μάτι και αυτός τού είπε ότι έπεσε κάτω, «Απ' ό,τι θυμάμαι ήταν πολλοί μαζί που το είπαν.» ήταν η απάντησή του. Όταν ευθύς αμέσως κλήθηκε να πει εάν ανάμεσα στους πολλούς που είπε μπορεί να μην ήταν και ο παραπονούμενος απάντησε ως εξής: «Εγώ δεν έδωσα σημασία στη συγκεκριμένη αυτή, διότι είχα πιο σοβαρό πρόβλημα και επικεντρώθηκα πάνω στο μάτι.» Όταν στη συνέχεια του υποβλήθηκε ότι ο παραπονούμενος ποτέ δεν του είπε ότι έπεσε στο έδαφος, ισχυρίστηκε ότι στην ερώτησή του πώς έγινε, άκουσε την απάντηση χωρίς να βλέπει το στόμα του παραπονούμενου ή των άλλων και δεν μπορεί να κάνει διαχωρισμό ποιος το είπε ή ποιος δεν το είπε. Όταν λίγο αργότερα τού υποβλήθηκε ότι ναι μεν άκουσε τι φέρεται να είπε ο παραπονούμενος, αλλά δεν είναι καθόλου σίγουρος ότι το είπε αυτός, «Πώς θα ήμουν σίγουρος; Πώς θα επιβεβαίωνα ότι ήμουν σίγουρος; Εγώ άκουσα ότι έπεσε και δεν επικεντρώθηκα στη συγκεκριμένη ερώτηση να ακούσω παραπάνω, γιατί εξέταζα το μάτι.» απάντησε. Φυσικά, ευθύς αμέσως, όταν ρωτήθηκε εάν το έπεσε κάτω μπορεί να το είπε οποιοσδήποτε από τους παραβρισκόμενους, «Όχι, ο ίδιος το είπε.» ήταν η απάντησή του, για να εισπράξει τη δικαιολογημένη αντίδραση της ευπαίδευτης εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, η οποία, βασικά τού υπενθύμισε ότι μόλις πριν δυο λεπτά, άλλα έλεγε για το ίδιο θέμα. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας του - για να επαναλάβω - αποκλειστικά, γι αυτή τη πτυχή της μαρτυρίας του, την οποία δε δέχομαι. Κατά τα λοιπά, η μαρτυρία του, για λόγους που έχουν ήδη αναφερθεί γίνεται αποδεκτή, αφού συγκεντρώνει όλα τα αναγκαία στοιχεία αξιοπιστίας. Ο Ιάκωβος Ξενοφώντος (Μ.Κ.1) καθώς ήδη έχει αναφερθεί είναι ο παραπονούμενος και σημαντικότερος μάρτυρας της υπόθεσης. Από τη μαρτυρία του είμαι διατεθειμένος να δεχθώ εκείνο, μόνο, το μέρος που συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας. Συγκεκριμένα δέχομαι ότι τα πολύ σοβαρά τραύματα που έφερε στον ουσιώδη χρόνο αποτελούν απότοκο επίθεσης που είχε δεχθεί από άλλο πρόσωπο (ή πρόσωπα). Το σχετικό μέρος της μαρτυρίας του ενισχύεται ουσιωδώς και/ή επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της ιατρικής μαρτυρίας, η οποία καθώς ήδη έχει αναφερθεί αποτελεί και πραγματική μαρτυρία, με ό,τι αυτό σημαίνει για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, ως θέμα αρχής (βλ. τις Δημητρίου, Γιωργαλλά και Γεωργίου, ανωτέρω). Πέραν τούτου, ελλείψει οποιουδήποτε στοιχείου μαρτυρίας, αλλά και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, αδυνατώ να δεχθώ την έωλη θέση των κατηγορούμενων, ότι οι τόσο σοβαροί τραυματισμοί που έφερε ο παραπονούμενος στον ουσιώδη χρόνο, οφείλονται σε απλή πτώση του στο έδαφος και αυτός, εντελώς αναίτια αποφάσισε να τους αποδώσει στους ίδιους. Ειδικά για το 2ο κατηγορούμενο, έχοντας υπόψη και τη θέση του - σύμφωνα με το περιεχόμενο της ανώμοτης του δήλωσης - ότι δεν το γνωρίζει προσωπικά. Παρόλα αυτά, ενώ δεν αποκλείω να πρόκειται για το 2ο κατηγορούμενο, το πρόσωπο που επιτέθηκε και τραυμάτισε τόσο σοβαρά τον παραπονούμενο στον ουσιώδη χρόνο σύμφωνα με την εκδοχή του, εντούτοις, για λόγους που θα αναφέρω αμέσως, οι οποίοι άπτονται καθαρά της αξιοπιστίας του ως μάρτυρα, ομολογώ πως δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του και να καταλήξω με ασφάλεια στην εξαγωγή ενός τέτοιου συμπεράσματος. Δεν μπορώ λοιπόν να δεχθώ το σχετικό μέρος της μαρτυρίας του, επειδή, σε σχέση με αυτό - μεταξύ άλλων - υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις και προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας, είτε ακόμη, που έρχονται σε σύγκρουση με το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων και κυρίως, που καταρρίπτονται από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας. Τα παραδείγματα που ακολουθούν, κατά τη γνώμη μου αιτιολογούν πλήρως, όλες τις παραπάνω διαπιστώσεις μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του ως μάρτυρα. Ειδικότερα: Όπως αναφέρει στη γραπτή κατάθεση που του λήφθηκε δυο περίπου ώρες μετά το επίδικο περιστατικό (τεκμήριο 1), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ανεπιφύλακτα, για σκοπούς κυρίως εξέτασης, τέσσερις περίπου μέρες πριν από το επίδικο συμβάν, γύρω στα μεσάνυκτα, ενώ βρισκόταν στο διαμέρισμά του μαζί με τη συμβία του, μετέβη εκεί ο 1ος κατηγορούμενος, ο οποίος χτύπησε την πόρτα. Αφού του άνοιξε, όταν το ρώτησε τι ήθελε και γιατί χτυπούσε την πόρτα, αυτός ξαφνιάστηκε και τα έχασε. Τότε, το χαστούκισε γιατί υποψιάστηκε ότι πήγε για να δώσει ναρκωτικά στη συμβία του. Ακολούθως, τον έβγαλε έξω και έκλεισε την πόρτα. Μετά από μισή περίπου ώρα, ο 1ος κατηγορούμενος τού τηλεφώνησε στο κινητό του τηλέφωνο με αριθμό κλήσης 97 857220 από το κινητό του τηλέφωνο με αριθμό κλήσης 96 683784 και άρχισε να τον απειλεί με τις φράσεις, «Εν να δεις ήντα μπου να πάθεις. Εν να δεις ήντα μπου να σου κάμει ο άλλος.». Πρόκειται για το 2ο κατηγορούμενο από τη Λεμεσό, ο «άλλος», στον οποίο αναφέρθηκε ο 1ος κατηγορούμενος και ο ίδιος γνωρίζει πολύ καλά ότι ασχολείται με τη διακίνηση ναρκωτικών στην Πάφο. Γνωρίζει ακόμη, ότι ο 1ος κατηγορούμενος είναι υπάλληλος του 2ου κατηγορούμενου, ο οποίος του δίνει τα ναρκωτικά και τα πουλά στην Πάφο. Το πρώτο που παρατηρώ είναι το εξής: δεδομένης της ομολογίας του - στο στάδιο αντεξέτασής του από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του 2ου κατηγορούμενου -, ότι στον ουσιώδη χρόνο, ο ίδιος ήταν χρήστης ναρκωτικών, συγκεκριμένα μαριχουάνας, ομολογώ, δυσκολεύομαι να δεχθώ ότι ο 1ος κατηγορούμενος - με τον οποίο αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ τους ότι γνωρίζονταν τότε -, θα πήγαινε στο διαμέρισμά του τα μεσάνυκτα για να πουλήσει ναρκωτικά στη συμβία του και μάλιστα, απρόσκλητα και απροειδοποίητα. Επ' εκεί και πέρα, ενώ στη γραπτή του κατάθεση στην Αστυνομία, ουσιαστικά, αυτό που λέει είναι πως όταν τον είδε μπροστά του ο 1ος κατηγορούμενος και ο ίδιος το ρώτησε τι ήθελε και για ποιο λόγο χτυπούσε την πόρτα, αυτός ξαφνιάστηκε και τα έχασε και ουσιαστικά δεν του απάντησε στην ερώτηση που του έκανε, οπότε, επειδή υποψιάστηκε ότι μετέβη εκεί για να πουλήσει ναρκωτικά στη συμβία του, το χαστούκισε, τον έβγαλε έξω από το διαμέρισμα και έκλεισε την πόρτα και λίγο παρακάτω ισχυρίζεται απλώς, ότι ο 2ος κατηγορούμενος ασχολείται με τη διακίνηση ναρκωτικών στην Πάφο, έχοντας ως υπάλληλό του τον 1ο κατηγορούμενο, ο οποίος τα πουλά στην Πάφο, ας δούμε και τι ανάφερε για το ίδιο θέμα, αντεξεταζόμενος από το δικηγόρο του 1ου κατηγορούμενου: Ερωτηθείς πώς γνωρίζει ότι ο 1ος κατηγορούμενος είναι υπάλληλος του 2ου κατηγορούμενου ισχυρίστηκε ότι υπάρχουν πολλές μαρτυρίες. Όταν κλήθηκε να πει, ο ίδιος πώς το γνωρίζει ισχυρίστηκε ότι του το είπε ο ίδιος ο 1ος κατηγορούμενος. Όταν στη συνέχεια τού υποβλήθηκε η ερώτηση «Πώς, ήρθε πάνω σ' άνεμο και είπε σου είμαι υπάλληλος του 2ου κατηγορούμενου;» απάντησε ως εξής: «Όταν ήρθε και μπήκε στο διαμέρισμα και χαστούκισα τον ήρτασιν ούλλα.» Όπως είπε απαντώντας στην επόμενη ερώτηση, τότε είναι που έμαθε ότι είναι υπάλληλος του 2ου κατηγορούμενου. Το μέγεθος της αντίφασης στην οποία υπέπεσε είναι ολοφάνερο. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Για το ίδιο θέμα, αντεξεταζόμενος από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του 2ου κατηγορούμενου, μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε τα εξής: Όταν ρωτήθηκε για ποιο λόγο χειροδίκησε πάνω στον 1ο κατηγορούμενο ισχυρίστηκε ότι αυτός πήγε τα μεσάνυχτα στο διαμέρισμα της κοπέλας του με σκοπό να της δώσει τι θα της έδινε, χωρίς να πάρει κανένα τηλέφωνο, χωρίς να μιλήσει στον ίδιο, χτύπησε την πόρτα και όταν τον είδε ξαφνιάστηκε και όταν το ρώτησε τι γύρευε εκεί, δεν μπορούσε να του δώσει εξηγήσεις και τότε είναι που του έδωσε τους δυο μπάτσους και του είπε να μην ξαναπατήσει το πόδι του εκεί. «Δηλαδή, χωρίς ο άνθρωπος να σου πει για ποιο λόγο επισκέφθηκε το συγκεκριμένο διαμέρισμά, εσύ το χτύπησες, σωστά;» ρωτήθηκε στη συνέχεια. Απαντώντας ισχυρίστηκε ότι του έδωσε δυο μπάτσους, γιατί ο σκοπός του ήταν να πουλήσει ναρκωτικά της γυναίκας του. Ερωτηθείς πού το ξέρει αυτό, το ξέρει είπε και μπορεί να μαρτυρήσει γι αυτό η γυναίκα του (η οποία, θα πρέπει να σημειωθεί πως δεν κατάθεσε στην υπόθεση). Ωστόσο, ο κ. Ιωάννου επέμενε και όταν στη συνέχεια το ρώτησε, εάν ρώτησε τον 1ο κατηγορούμενο τι γύρευε στο διαμέρισμά του η ώρα 12:30 «Δεν εμπόρεν να μιλήσει από την κατάσταση που βρισκόταν.» απάντησε. Για να συμπληρώσει, προτού καν του υποβληθεί η επόμενη ερώτηση «Δεν είμαι γιατρός για να ξέρω, ούτε και μπορώ να ξέρω ήνταν μπου ερούφησε πριν να έρτει τζιαμαί.», αποδίδοντας του έμμεσα, πως ήταν υπό την επήρεια ναρκωτικών. Η ευκολία με την οποία, για το ίδιο θέμα μετακινιόταν από τη μια θέση στην άλλη είναι ολοφάνερη. Όπως αναφέρει και πάλι στην κατάθεσή του στην Αστυνομία, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ο 1ος κατηγορούμενος, αφού πήγε στο παράθυρο του οδηγού άνοιξε το κινητό του τηλέφωνο για να του δείξει κάτι και σε δευτερόλεπτα, προτού προλάβει να δει οτιδήποτε και χωρίς να του πει οτιδήποτε ο 1ος κατηγορούμενος, τράβηξε προς τα πίσω και αμέσως είδε τον 2ο κατηγορούμενο να πλησιάζει κοντά στο παράθυρο, κρατώντας ένα πιστόλι μαύρου χρώματος, ο οποίος προτού προλάβει να του πει οτιδήποτε, το χτύπησε με δύναμη με το πίσω μέρος του πιστολιού στο δεξί μάτι. Μολονότι ο ισχυρισμός του ότι χτυπήθηκε στο μάτι συνάδει με το περιεχόμενο της ιατρικής μαρτυρίας, εντούτοις, το γεγονός πως, όταν λίγη ώρα μετά το επίδικο συμβάν, τηλεφώνησε στην Αστυνομία για να το καταγγείλει και ανάφερε στη Μ.Κ.4, ότι συναντήθηκε με κάποιο Ηλία Μούζο, δηλαδή, με το 2ο κατηγορούμενο και αυτός το χτύπησε στο κεφάλι και στο μάτι με πιστόλι και τον απείλησε ότι θα τον σκοτώσει, για δυο λόγους, με προβληματίζει έντονα για το γνήσιο της εκδοχής του. Καταρχήν, δεδομένης της εκδοχής του για το πώς διαδραματίστηκαν τα γεγονότα στον ουσιώδη χρόνο, θεωρώ πως και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, στη Μ.Κ.4, θα έπρεπε να είχε αναφέρει και τον 1ο κατηγορούμενο πως ήταν παρών κατά τη συνάντηση στην οποία του επιτέθηκε ο 2ος κατηγορούμενος, επειδή πρώτο, αποτελεί θέση του πως ήταν κι αυτός παρών, δεύτερο, ο ρόλος του για ό,τι του έκανε ο 2ος κατηγορούμενος ήταν ουσιαστικός και τρίτο, βασικά, για ό,τι καταλογίζει και στους δυο, αιτία, και κατ' επέκταση το κίνητρό τους ήταν το γεγονός πως, όταν ο 1ος κατηγορούμενος μετέβη στο διαμέρισμά του για να πουλήσει ναρκωτικά στη συμβία του, ενεργούσε ως υπάλληλος του 2ου κατηγορούμενου. Επειδή το χαστούκισε και οι δυο είχαν λόγο να θέλουν να τον τιμωρήσουν και να τον εκδικηθούν. Ακολούθως, αφ' ης στιγμής ο 2ος κατηγορούμενος τον είχε χτυπήσει μόνο στο μάτι με το πιστόλι, το γεγονός ότι στη Μ.Κ.4 ανάφερε ότι το χτύπησε και στο κεφάλι, δε μου επιτρέπει να το θεωρήσω φιλαλήθη μάρτυρα. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Ιωάννου και πάλι, απαντώντας σε σχετική ερώτηση, όπως είπε απασχόλησε την Αστυνομία κατά το παρελθόν. Όταν κλήθηκε να πει πότε την απασχόλησε τα τελευταία δυο με τρία χρόνια, απαντώντας ισχυρίστηκε πως όταν μετά τα τραγικά γεγονότα που έπαθε, έχασε το δεξί του μάτι (ισχυρισμός, που εν πάση περιπτώσει δεν ευσταθεί), μετά που άρχισαν οι απειλές και πρόσφατα ήρθαν και τοποθέτησαν και μια βόμβα έξω από το σπίτι. Συνεχίζοντας ανάφερε τα εξής: «Έχουμε ένα μωρό δυο χρονών μέσα στο σπίτι και η βόμβα ήταν κατόπιν απειλών τους κυρίους εκεί απέναντι και άρχισαν τα προβλήματα με τις Αστυνομίες.» Από την παραπάνω απάντησή του, ενώ είναι σαφές, ότι αποτελεί θέση του, πως τα τελευταία δυο με τρία χρόνια, η μόνη ανάμειξή του με την Αστυνομία ήταν μετά το επίδικο συμβάν, όταν οι κατηγορούμενοι τον απειλούσαν και έβαλαν βόμβα έξω από το σπίτι του, οπότε και άρχισαν τα προβλήματα με την Αστυνομία, στη συνέχεια της αντεξέτασής του προέκυψε ότι η ενασχόληση της Αστυνομίας μαζί του, κατά βάση είναι τελείως διαφορετική. Το σχετικό μέρος από την αντεξέτασή του ακολουθεί αυτούσιο: «Ε. Η ερώτηση είναι αν απασχόλησες εσύ την Αστυνομία για αδικήματα. Α. Έρχομαι στα Δικαστήρια τα τελευταία 4 με 5 χρόνια. Ε. Για ποια αδικήματα; Α. Για διάφορα αδικήματα. Για τροχαία αδικήματα, για άλλα αδικήματα, σαν συμπλοκή, όμως δεν καταδικάστηκα για οτιδήποτε.» Ε. Εκκρεμούν υποθέσεις; Α. Εκκρεμούσιν υποθέσεις μάλιστα. Ε. Εκκρεμούν για τα ναρκωτικά; Α. Μάλιστα. Ε. Εκκρεμούν για την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης; Α. Εκκρεμούν μάλιστα. Ε. Εκκρεμούν υποθέσεις για απειλές; Α. Δεν απείλησα κανένα. Ε. Εκκρεμούν υποθέσεις για χρήση ναρκωτικών; Α. Εκκρεμούσιν ναι. Ε. Εκκρεμούν υποθέσεις για προμήθεια ναρκωτικών; Α. Δεν είμαι σίγουρος. Ε. Εκκρεμούν για την πρόκληση κακόβουλης ζημιάς; Α. Εκκρεμούσιν έτσι υποθέσεις.» Από τις παραπάνω παραδοχές του σε συνδυασμό και με την ομολογία του ότι στον ουσιώδη χρόνο κάπνιζε μαριχουάνα, αυτό που προκύπτει είναι το εξής: όχι απλώς έχει απασχολήσει την Αστυνομία τα τελευταία χρόνια και την απασχολεί ακόμη, αλλά, καθ' ομολογία του αντιμετωπίζει όλες αυτές τις σοβαρές υποθέσεις που του αναφέρθηκαν, ως κατηγορούμενος και όχι ως θύμα των απειλών και της βομβιστικής επίθεσης των κατηγορούμενων κατά της οικίας του, που δεν έχει αποδειχθεί. Το μέγεθος της νέας σοβαρής αντίφασης στην οποία υπέπεσε είναι ολοφάνερο. Καθώς ήδη έχει λεχθεί όπως αναφέρει στη γραπτή κατάθεσή του καταλογίζει στο 2ο κατηγορούμενο ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο, του χτύπησε με το πιστόλι στο μάτι. Από τον πόνο και το χτύπημα έγειρε προς τη μαξιλάρα του συνοδηγού και ταυτόχρονα έβγαλε το δεξί του πόδι από το παράθυρο της πόρτας του οδηγού και τον κλώτσησε προς τα πίσω. Τότε, ο 2ος κατηγορούμενος στάθηκε απέναντί του και το σημάδεψε με το πιστόλι στο πρόσωπο, αλλά πρόλαβε και έβαλε το πόδι του πίσω μέσα στο αυτοκίνητο και αφού πάτησε τη βενζίνη κατάφερε να φύγει από το μέρος. Αντεξεταζόμενος για το ίδιο θέμα από τον κ. Ιωάννου ισχυρίστηκε ότι από την ώρα που το χτύπησε ο 2ος κατηγορούμενος μέχρι και την ώρα που έφυγε πέρασαν 5 με 6 δευτερόλεπτα. «Να σε ρωτήσω κάτι και αν θέλεις να επεξηγήσεις. Εκείνος που πρόταξε κατά την εισήγησή σου το πιστόλι, ήθελε παραπάνω χρόνο;» ρωτήθηκε στη συνέχεια. Απαντώντας ισχυρίστηκε ότι δεν ήθελε να τον παίξει. Όπως είπε κατάλαβε ότι δεν ήθελε να τον παίξει και το έκανε μόνο για εκφοβισμό. «Πώς το κατάλαβες;» ήταν η επόμενη ερώτηση. «Γιατί αν ήταν να με έπαιζε, θα με έπαιζε την ώρα που μου κόντεψε και εκτύπησε μου.» απάντησε. «Μπορεί και να μην ήθελε καν να σε κτυπήσει εκείνος ο άνθρωπος;» ρωτήθηκε στη συνέχεια. «Δεν μπορώ να το γνωρίζω αυτό.» απάντησε. Το πόσο παράλογες - εκτός από αντιφατικές - είναι οι παραπάνω απαντήσεις του καταφαίνεται από τα εξής: Ενώ στη γραπτή του κατάθεση ισχυρίζεται ότι με το που του πρόταξε το πιστόλι ο 2ος κατηγορούμενος και το σημάδεψε στο πρόσωπο, προφανώς επειδή φοβήθηκε εγκατέλειψε το μέρος με τον - και κάπως, κινηματογραφικό, θα έλεγα - τρόπο, που ανάφερε, αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι με αυτή την κίνηση που αποδίδει στον κατηγορούμενο, κατάλαβε ότι δεν ήθελε να τον παίξει αλλά μόνο να τον εκφοβίσει. Εν τοιαύτη περιπτώσει τίθεται και το ερώτημα, γιατί τότε έφυγε από μέρος τόσο βιαστικά, σχεδόν με το ένα πόδι έξω από το αυτοκίνητο; Απ' εκεί και πέρα, εάν τα γεγονότα διαδραματίστηκαν όπως ο ίδιος τα παραθέτει στη γραπτή κατάθεσή του και τα επανέλαβε στο Δικαστήριο και ο 2ος κατηγορούμενος τού επιτέθηκε τόσο βίαια, χτυπώντας του με το πιστόλι στο δεξί μάτι, τραυματίζοντάς τον τόσο σοβαρά σε βαθμό που, όπως - καθ' υπερβολή - ισχυρίζεται έχασε το συγκεκριμένο μάτι, η απάντησή του στην ερώτηση, βασικά, εάν ο 2ος κατηγορούμενος μπορεί και να μην ήθελε καν να το χτυπήσει ομολογώ με έχει αφήσει άναυδο. Αντεξεταζόμενος και πάλι από τον κ. Ιωάννου ισχυρίστηκε πως όταν έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία ήταν μια χαρά, εκτός από το μάτι του που δεν έβλεπε. Αργότερα, απαντώντας σε σχετική ερώτηση ισχυρίστηκε ότι την κατάθεσή του την έδωσε το πρωί της επομένης - του επίδικου περιστατικού - μέρας, που εν πάση περιπτώσει δεν ισχύει, αφού, όπως αναφέρεται στην ίδια την κατάθεσή του, αυτή τού λήφθηκε στον ορθοπεδικό θάλαμο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφο, στις 7/4/2016, μεταξύ των ωρών 01:50 και 02:
- Όταν ακολούθως ρωτήθηκε εάν είναι μετά τις 10 το πρωί ισχυρίστηκε πως δε θυμόταν την ώρα ακριβώς. Όταν κλήθηκε να πει στο περίπου, διερωτήθηκε αν ήταν πρωί στις 09:00, 10:00 ή 11:
- Όταν στη συνέχεια τού υποβλήθηκε πως λέει ψέματα «Εγώ που το σοκ που έπαθα..» απάντησε. Διερωτώμαι τι από τα δύο ισχύει. Ο ισχυρισμός του πως έπαθε σοκ και γι αυτό δεν ήταν σε θέση να θυμάται, έστω στο περίπου, τι ώρα έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία για το συμβάν ή ο άλλος ισχυρισμός του, τον οποίο προέβαλε προηγουμένως, πώς όταν έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία ήταν μια χαρά, εκτός από το μάτι του που δεν έβλεπε; Και πάλιν στο στάδιο της αντεξέτασής του από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του 2ου κατηγορούμενου, όταν ρωτήθηκε εάν κατά τον κρίσιμο χρόνο είδε το 2ο κατηγορούμενο να έρχεται από την πίσω πλευρά του αυτοκινήτου του, απάντησε καταφατικά. «Που το καθρεφτάκι φαντάζομαι;» ρωτήθηκε στη συνέχεια, οπότε απάντησε και πάλι καταφατικά. Ευθύς αμέσως τού υποβλήθηκε ότι ο επί του προκειμένου ισχυρισμός του είναι ψέμα, το οποίο αποφάσισε να πει «σήμερα». Απάντησε ως εξής: «Δεν αποφάσισα σήμερα ότι τον είδα από το καθρεφτάκι. Προσπαθείς με κάθε τρόπο να με παραπλανήσεις.» «Που ποιο καθρεφτάκι του αυτοκινήτου τον είδες;» ρωτήθηκε στη συνέχεια. Θεωρώ την απάντησή του στην ερώτηση αρκούντως αποκαλυπτική, της ευκολίας με την οποία επιχειρούσε να αναδιπλωθεί κάθε φορά που συνειδητοποιούσε τη δύσκολη θέση στην οποία βρισκόταν υπό το βάρος της αντεξέτασης στην οποία υποβάλλονταν. Την ίδια ώρα εντείνονται και οι αμφιβολίες μου για το γνήσιο της εκδοχής του, στο βαθμό που με αυτή αποδίδει το επίδικο συμβάν στους κατηγορούμενους. Η απάντησή του ακολουθεί αυτούσια: «Δεν μπορώ να σου πω ακριβώς ποιο ήταν, είδα τον που το καθρεφτάκι, δεν μπορώ να σου πως ακριβώς ότι είδα τον που το καθρεφτάκι. Δαμέ παραδέχομαι ήταν λάθος απάντησή μου εδώ, ναι, όμως εγώ, όπως σας είχα πει και προηγουμένως, τράβησε πίσω ο Χαράλαμπος και ήρθε τούτος και χτύπησε μου και μετά, προτάσσοντας το πιστόλι, τζιαμέ τον αναγνώρισα.» Με όλο το σεβασμό θεωρώ πως, άλλο είναι το λάθος του και όχι αυτό που ανάφερε. Το λάθος του είναι που ταυτίζει την έννοια του ψεύδους με αυτή του λάθους. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Αντεξεταζόμενος και πάλι από τον κ. Ιωάννου ισχυρίστηκε πως όταν τηλεφώνησε στην Αστυνομία και έκανε το παράπονό του για το επίδικο συμβάν, παραπονέθηκε και για τους δυο κατηγορούμενους. Όταν του υποβλήθηκε - και ορθά - ότι με βάση το μαρτυρικό υλικό έκανε παράπονο για ένα πρόσωπο απάντησε ως εξής: «Μπορεί να μεν το εγράψασιν. Εγώ είπα και για τους δυο ακριβώς όπως το λέω και στην κατάθεσή μου, τα ίδια πράγματα τους είπα.» Η Μ.Κ.4 που είχε δεχθεί το παράπονό του, η οποία κατάθεσε ως μάρτυρας κατηγορίας και κρίθηκε αξιόπιστη, το διαψεύδει. Και τούτο, επειδή αποτελεί θέση της, ότι, αυτά που της είπε όταν τηλεφώνησε για να καταγγείλει το συμβάν είναι αυτά που αναφέρει στην κατάθεσή της (τεκμήριο 23). Συγκεκριμένα, ότι συναντήθηκε με κάποιο Ηλία Μούζο και αυτός το χτύπησε στο κεφάλι και στο μάτι με πιστόλι και τον απείλησε ότι θα το σκοτώσει. Το τελευταίο και, θα έλεγα, σημαντικότερο θέμα που θα με απασχολήσει αφορά στις διάφορες τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχε ο παραπονούμενος με τον 1ο κατηγορούμενο στον ουσιώδη χρόνο και ιδιαίτερα, κατά τον κρίσιμο χρόνο, που είναι ο χρόνος, όπου σύμφωνα με την εκδοχή του παραπονούμενου τού είχε επιτεθεί με το πιστόλι ο 2ος κατηγορούμενος. Στη γραπτή κατάθεσή του ο παραπονούμενος (τεκμήριο 1), το περιεχόμενο της οποίας - για να επαναλάβω - υιοθέτησε ανεπιφύλακτα για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της, ισχυρίζεται τα εξής: Το επίδικο επεισόδιο έγινε γύρω στις 23:30 στις 6/4/
- Τέσσερις περίπου μέρες προηγουμένως, γύρω στα μεσάνυχτα μετέβη στο διαμέρισμά του ο 1ος κατηγορούμενος για να πουλήσει - όπως υποψιάστηκε ο ίδιος - ναρκωτικά στη συμβία του. Αφού το χαστούκισε και τον έβγαλε έξω από το διαμέρισμα, μισή περίπου ώρα αργότερα, ο 1ος κατηγορούμενος τού τηλεφώνησε στο κινητό του τηλέφωνο με αριθμό κλήσης 97 857220 από το κινητό του τηλέφωνο με αριθμό κλήσης 96 683784 και τον απείλησε με τη φράση που αναφέρεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω). Ο ίδιος τού έκλεισε το τηλέφωνο χωρίς να του πει οτιδήποτε. Στις 5/4/2016 και ώρα 23:30, ο 1ος κατηγορούμενος, το συνάντησε στην μπυραρία S - 300, του ζήτησε συγνώμη και προσπάθησε να συμφιλιωθούν. Ο ίδιος του είπε «εντάξει» και του ζήτησε να μην του ξανατηλεφωνήσει και ούτε να πάει ξανά στο σπίτι του. Την επομένη, 6/4/2016, περίπου στις 23:00, ο 1ος κατηγορούμενος επικοινώνησε τηλεφωνικώς και πάλι μαζί του από το κινητό τηλέφωνο με τον ίδιο αριθμό κλήσης και του ζήτησε να συναντηθούν σε κάποιο σημείο, κοντά στα θερμοκήπια, κάτω από το Μούτταλο, με σκοπό - όπως του είπε - να του δείξει ένα γραπτό μήνυμα που είχε στο κινητό του, το οποίο του είχε στείλει προηγουμένως η φίλη του Ιορδάνκα. Του είπε πως δεν μπορούσε καθώς και το λόγο και του έκλεισε το τηλέφωνο. Μετά από 10 περίπου λεπτά, ο 1ος κατηγορούμενος τού τηλεφώνησε ξανά και του ανάφερε τα ίδια πράγματα, οπότε του έκλεισε και πάλι το τηλέφωνο. Στις 23:30 περίπου, ο 1ος κατηγορούμενος τού τηλεφώνησε ξανά (δηλαδή, για τρίτη φορά) και επειδή τη στιγμή αυτή, ο ίδιος βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητό του τού είπε να συναντηθούν στο σημείο που του είχε πει αρχικά για να τελειώνουν. Παρατηρώ τα εξής: Τα αποτελέσματα τηλεπικοινωνιακών δεδομένων των εταιρειών MTN και CYTA (τεκμήρια 21 και 22, αντίστοιχα) εξασφαλίστηκαν δυνάμει σχετικού δικαστικού διατάγματος (τεκμήριο 10), μεταξύ άλλων, αναφορικά με τις εισερχόμενες, εξερχόμενες και αναπάντητες κλήσεις καθώς και τα γραπτά μηνύματα των αριθμών 97 857220 (με κάτοχο αριθμού κλήσης τον παραπονούμενο) και 96 683784 (με κάτοχο αριθμού κλήσης τον 1ο κατηγορούμενο), για την περίοδο 1/4/2016 - 7/4/
- Το περιεχόμενο των εν λόγω δεδομένων, εκτός από πραγματική μαρτυρία αποτελεί και κοινό παραδεκτό γεγονός και όπως θα διαφανεί σε λίγο, περισσότερο διαψεύδει - παρά επιβεβαιώνει - τον παραπονούμενο, σχεδόν για όλους τους παραπάνω ισχυρισμούς του και όχι μόνο. Το περιεχόμενο των εν λόγω δεδομένων σε συνδυασμό και με μερικούς από τους ισχυρισμούς του παραπονούμενου στο στάδιο αντεξέτασής του, βασικά, αποδομούν την εκδοχή του για πλείστα όσα έχει αναφέρει τα οποία ανάγονται σε χρόνο, προ, κατά και μετά τον κρίσιμο χρόνο, που είναι ο χρόνος κατά τον οποίο, όπως είναι η θέση του τού επιτέθηκε ο 2ος κατηγορούμενος με το πιστόλι. Μια πρώτη, αναγκαία και σημαντική παρατήρηση που θέλω να κάνω είναι η εξής: από τη μελέτη των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων προκύπτει ότι η μεταξύ παραπονούμενου και 1ου κατηγορούμενου τηλεπικοινωνιακή επικοινωνία ή προσπάθεια τέτοιας επικοινωνίας, αρχίζει στις 4/4/
- Δηλαδή, δύο μόλις μέρες πριν από τον κρίσιμο χρόνο. Μεταξύ των δυο υπήρξε τηλεπικοινωνιακή επικοινωνία ή έγινε προσπάθεια για να έχουν τέτοια επικοινωνία, για κάθε μία από τις ημερομηνίες 4, 5, 6 και 7/4/2016, αναλυτικά, ως ακολούθως: 4/4/2016 Ώρα 02:17:57, κλήση, διάρκειας 8 δευτερολέπτων, από το κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου στο κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου (τεκμήριο 21). Ώρα 19:54:00, γραπτό μήνυμα από το κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου στο κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου (τεκμήριο 21). Ώρα 19:54:04, γραπτό μήνυμα, από το κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου στο κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου (τεκμήριο 21). Ώρα 19:54:06, γραπτό μήνυμα, από το κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου στο κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου (τεκμήριο 22). Ώρα 19:54:07, γραπτό μήνυμα, από το κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου στο κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου (τεκμήριο 21). Ώρα 19:54:13, γραπτό μήνυμα, από το κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου στο κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου (τεκμήριο 22). Ώρα 19:54:17, γραπτό μήνυμα, από το κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου στο κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου (τεκμήριο 22). Ώρα 23:22:27, κλήση, διάρκειας 114 δευτερολέπτων, από το κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου στο κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου (τεκμήρια 21 και 22). Ώρα 23:37:28, κλήση, διάρκειας 2 δευτερολέπτων, από το κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου στο κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου (τεκμήριο 21). Ώρα 23:38:49, κλήση, διάρκειας 2 δευτερολέπτων, από το κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου στο κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου (τεκμήριο 21). Ώρα 23:40:31, κλήση, διάρκειας 7 δευτερολέπτων, από το κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου στο κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου (τεκμήριο 21). Ώρα 23:40:56, κλήση, διάρκειας 5 δευτερολέπτων, από το κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου στο κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου (τεκμήριο 21). Ώρα 23:43:44, κλήση, διάρκειας 5 δευτερολέπτων, από το κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου στο κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου (τεκμήριο 21). Ώρα 23:58:12, κλήση, διάρκειας 6 δευτερολέπτων, από το κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου στο κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου (τεκμήριο 21). 5/4/2016 Ώρα 00:00:04, γραπτό μήνυμα, από το κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου στο κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου (τεκμήριο 21). Ώρα 01:49:47, γραπτό μήνυμα, από το κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου στο κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου (τεκμήριο 22). Ώρα 13:41:49
(50), κλήση, διάρκειας 28 δευτερολέπτων, από το κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου στο κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου (τεκμήρια 22 και 21, αντίστοιχα). Ώρα 15:30:06, κλήση, διάρκειας 16 δευτερολέπτων, από το κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου στο κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου (τεκμήρια 21 και 22). Ώρα 15:30:56, κλήση, διάρκειας 11 δευτερολέπτων, από το κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου στο κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου (τεκμήρια 21 και 22). Ώρα 23:56:41
(42), κλήση, διάρκειας 19
(18)δευτερολέπτων, από το κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου στο κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου (τεκμήρια 22 και 21, αντίστοιχα). 6/4/2016 Ώρα 00:13:30, κλήση, διάρκειας 5 δευτερολέπτων, από το κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου στο κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου (τεκμήριο 21). Ώρα 00:15:14, κλήση, διάρκειας 11 δευτερολέπτων, από το κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου στο κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου (τεκμήρια 21 και 22). Ώρα 22:16:28
(27), κλήση, διάρκειας 31 δευτερολέπτων, από το κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου στο κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου (τεκμήρια 21 και 22, αντίστοιχα). Ώρα 22:28:38, κλήση, διάρκειας 1
(2)δευτερολέπτων, από το κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου στο κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου (τεκμήρια 21 και 22, αντίστοιχα). Ώρα 22:31:27, κλήση, διάρκειας 1
(2)δευτερολέπτων, από το κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου στο κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου (τεκμήρια 21 και 22, αντίστοιχα). Ώρα 22:37:31
(32), κλήση, διάρκειας 21 δευτερολέπτων, από το κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου στο κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου (τεκμήρια 21 και 22, αντίστοιχα). Ώρα 22:39:25, κλήση, διάρκειας 12 δευτερολέπτων, από το κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου στο κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου (τεκμήρια 21 και 22). Ώρα 22:42:48, κλήση, διάρκειας 4 δευτερολέπτων, από το κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου στο κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου (τεκμήριο 21). Ώρα 22:42:51, αναπάντητη κλήση, από το κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου στο κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου (τεκμήριο 22). Ώρα 22:43:00, κλήση, διάρκειας 1
(2)δευτερολέπτων, από το κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου στο κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου (τεκμήρια 21 και 22, αντίστοιχα). Ώρα 22:43:16
(17), κλήση, διάρκειας 183 δευτερολέπτων, από το κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου στο κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου (τεκμήρια 21 και 22, αντίστοιχα). Ώρα 22:46:53, κλήση, διάρκειας 7 δευτερολέπτων, από το κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου στο κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου (τεκμήριο 21). Ώρα 22:46:59, αναπάντητη κλήση, από το κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου στο κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου (τεκμήριο 22). Ώρα 22:57:06, κλήση, διάρκειας 29 δευτερολέπτων, από το κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου στο κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου (τεκμήριο 21). Ώρα 22:57:33, αναπάντητη κλήση, από το κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου στο κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου (τεκμήριο 22). Ώρα 23:18:14, αναπάντητη κλήση, από το κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου στο κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου (τεκμήριο 22). Ώρα 23:27:24, αναπάντητη κλήση, από το κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου στο κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου τεκμήριο 22). 7/4/2016 Ώρα 00:27:27, κλήση, διάρκειας 27 δευτερολέπτων, από το κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου στο κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου (τεκμήριο 21). Ώρα 00:27:50, αναπάντητη κλήση, από το κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου στο κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου τεκμήριο 22). Ώρα 00:39:37, γραπτό μήνυμα, από το κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου στο κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου (τεκμήριο 22). Ώρα 00:39:39, γραπτό μήνυμα, από το κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου στο κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου (τεκμήριο 21). Ώρα 00:40:19, κλήση, διάρκειας 9 δευτερολέπτων, από το κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου στο κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου (τεκμήριο 21). Ώρα 00:40:26, αναπάντητη κλήση, από το κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου στο κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου (τεκμήριο 22). Ώρα 00:40:49, κλήση, διάρκειας 38 δευτερολέπτων, από το κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου στο κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου (τεκμήρια 21 και 22). Παρατηρώ τα εξής: Έχοντας υπόψη ότι το επίδικο συμβάν έλαβε χώρα αργά το βράδυ της 6ης/4/2006 γύρω στις 23:30 και όπως ισχυρίζεται ο παραπονούμενος στη γραπτή κατάθεσή του, η οποία του λήφθηκε στις 7/4/2016, μεταξύ των ωρών 01:50 με 02:50, τέσσερις περίπου μέρες προηγουμένως, γύρω στα μεσάνυχτα μετέβη στο διαμέρισμά του ο 1ος κατηγορούμενος για να πουλήσει ναρκωτικά στη συμβία του, το γεγονός αυτό - με απόκλιση μίας μέρας πάνω κάτω -, λογικά έλαβε χώρα, είτε στις 2 είτε στις 3 είτε το πολύ, στις 4/4/
- Και, με δεδομένο τον ισχυρισμό του πως όταν έδιωξε τον κατηγορούμενο από το διαμέρισμα - αφού προηγουμένως το χαστούκισε - αυτός, μισή περίπου ώρα αργότερα τού τηλεφώνησε από το κινητό του τηλέφωνο και τον απείλησε ότι θα του έκανε κάποιο κακό ο 2ος κατηγορούμενος, προκειμένου να ελέγξω κατά πόσο η σχετική τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν οι δυο τους επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων διαπίστωσα τα εξής: Στις 2 και 3/4/2016, ουδεμία τηλεφωνική επικοινωνία υπήρξε μεταξύ τους. Απ' εκεί και πέρα, στις 4/4/2016 και ώρα 02:17:57 - και όχι μισή περίπου ώρα μετά τα μεσάνυχτα που ο παραπονούμενος έδιωξε τον 1ο κατηγορούμενο από το διαμέρισμά του -, ο 1ος κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον παραπονούμενο και συνομίλησε μαζί του για 8 δευτερόλεπτα, ενώ, από τις 19:54:00 μέχρι και τις 19:54:17, δηλαδή, σε διάστημα 17 δευτερολέπτων τού απέστειλε και 5 γραπτά μηνύματα, με άγνωστο περιεχόμενο, γεγονός για το οποίο, ο παραπονούμενος που είναι και μόνος που θα μπορούσε να διαφωτίσει σχετικά το Δικαστήριο, ουδέν έχει αναφέρει. Ακολούθως, από τις 23:22:27 μέχρι και τις 23:58:12 της ίδιας μέρας, δηλαδή, σε διάστημα 36 περίπου λεπτών, ο 1ος κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον παραπονούμενο 7 φορές και η μεταξύ τους συνομιλία ήταν διάρκειας 114, 2, 2, 7, 5, 5 και 6 δευτερόλεπτων, αντίστοιχα. Δεδομένου του προχωρημένου της ώρας που έγιναν όλες αυτές οι κλήσεις σε συνδυασμό και με την ώρα που έδωσε τη γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία ο παραπονούμενος, οι εν λόγω κλήσεις, ουσιαστικά έγιναν δυο, μόλις, μέρες, πριν από τον ουσιώδη χρόνο. Ακολουθεί πως, η θέση του παραπονούμενου ότι μισή περίπου ώρα μετά το συμβάν στο διαμέρισμά του, ο 1ος κατηγορούμενος τού τηλεφώνησε και τον απείλησε, δεν επιβεβαιώνεται. Την ίδια ώρα παραμένει άγνωστο το περιεχόμενο όλων αυτών των συνομιλιών που είχε μαζί του, όταν αυτός του είχε τηλεφωνήσει τόσο αργά το βράδυ, στις 4/4/2016 και όχι μόνο αυτό. Άγνωστο παραμένει και το περιεχόμενο των δυο γραπτών μηνυμάτων που του είχε στείλει ο 1ος κατηγορούμενος, ευθύς αμέσως και συγκεκριμένα, στις 5/4/2016 και ώρα 00:00:04, το πρώτο και - ακόμη πιο αργά - η ώρα 01:49:47, το δεύτερο. Για να συνεχίσω, με βάση τη γραπτή κατάθεση του παραπονούμενου και πάλι, στις 5/4/2016, δηλαδή την παραμονή του επίδικου περιστατικού, η μόνη επαφή που φαίνεται να είχε με τον 1ο κατηγορούμενο, ήταν το βράδυ στις 23:30, όταν ο τελευταίος το συνάντησε στην μπυραρία και του ζήτησε να συμφιλιωθούν, ζητώντας του συγγνώμη, με τον ίδιο να του λέει «εντάξει», ωστόσο, ζητώντας του να μην του τηλεφωνήσει ξανά και ούτε να ξαναπάει στο σπίτι του. Μετά από 10 περίπου λεπτά, ο 1ος κατηγορούμενος σηκώθηκε και έφυγε από κοντά του και μετά από λίγη ώρα έφυγε και ο ίδιος. Παρόλα αυτά, τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα αποκαλύπτουν και πάλι, ότι η εν λόγω συνάντηση, είτε δεν έγινε είτε ακόμη και να έγινε, δεν ήταν και η μόνη επαφή που είχαν οι δυο τους. Και τούτο, επειδή σύμφωνα πάντοτε με τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα, ο 1ος κατηγορούμενος, από τις 13:41:49 της 5ης/4/2016 μέχρι και τις 00:15:14 της 6ης/4/2016 τηλεφώνησε στον παραπονούμενο 6 φορές, συνομιλώντας μαζί του κάθε φορά, 28, 16, 11, 19, 5 και 11 δευτερόλεπτα, αντίστοιχα. Και, με δεδομένο ότι του τηλεφώνησε την τέταρτη φορά, στις 23:56:41, την πέμπτη, στις 00:13:30 και την έκτη, στις 00:15:14, δηλαδή, σε διάστημα μόλις 19 λεπτών, τρεις φορές τα μεσάνυκτα, μεταξύ 5 και 6/4/2016 που τοποθετεί και τη συνάντησή του με τον 1ο κατηγορούμενο στην μπυραρία, η υποψία μου ότι πιθανόν και να μην υπήρξε τέτοια συνάντηση μεταξύ τους θεωρώ πως είναι εύλογη και δικαιολογημένη. Το επίδικο βράδυ, δηλαδή, στις 6/4/2016, με βάση πάντοτε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του παραπονούμενου, ο 1ος κατηγορούμενος τού τηλεφώνησε στις 23:00 περίπου και του ζήτησε να συναντηθούν κοντά στα θερμοκήπια, κάτω από το Μούτταλο, για να του δείξει το γραπτό μήνυμα που του είχε στείλει προηγουμένως η συμβία του στο κινητό του τηλέφωνο. Του είπε όχι και του έκλεισε το τηλέφωνο. Δέκα περίπου λεπτά αργότερα, ο 1ος κατηγορούμενος τού τηλεφώνησε ξανά και του ζήτησε το ίδιο πράγμα οπότε του έκλεισε ξανά το τηλέφωνο. Όταν όμως, γύρω στις 23:30 τού τηλεφώνησε για τρίτη φορά, επειδή ο ίδιος τη στιγμή αυτή βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο τού είπε να συναντηθούν για να τελειώνουν. Τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα και πάλι, που αποτελούν αδιάψευστο μάρτυρα της σχετικής επικοινωνίας που υπήρξε μεταξύ τους κατά τους χρόνους που αναφέρει ο παραπονούμενος στην κατάθεσή του, δηλαδή, μεταξύ 23:00 και 23:30, όχι μόνο δεν επιβεβαιώνουν την εκδοχή του, αλλά, αντίθετα, την αποδομούν ακόμη περισσότερο. Εξηγώ αμέσως τι εννοώ: ο 1ος κατηγορούμενος, στις 6/4/2016, από τις 22:16:27 μέχρι και τις 22:31:27, δηλαδή, πριν από τις 23:00 που αναφέρει ο προπονούμενος στην κατάθεσή του τού τηλεφώνησε τρεις φορές. Συνομίλησαν και τις τρεις, την πρώτη φορά, 31 δευτερόλεπτα. Απ' εκεί και πέρα, όσο πλησιάζουμε στις 23:00, που υποτίθεται ότι ο 1ος κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον παραπονούμενο για πρώτη φορά και του ζήτησε να συναντηθούν στα θερμοκήπια για να του δείξει το μήνυμα που του είχε στείλει στο κινητό του η συμβία του, οι δυο τους, είτε επικοινώνησαν είτε προσπάθησαν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, άλλες 10 φορές. Στις 22:37:31, 22:39:25 και 22:42:48, αυτός που τηλεφώνησε ήταν ο παραπονούμενος στον 1ο κατηγορούμενο και όχι το αντίθετο και η μεταξύ τους συνομιλία διήρκησε 21, 12 και 4 δευτερόλεπτα, αντίστοιχα και μάλιστα, με άγνωστο και πάλι το περιεχόμενό της. Ούτε και γνωρίζω για ποιο λόγο ο παραπονούμενος, ο οποίος αναφέρεται στις τρεις τηλεφωνικές επικοινωνίες που υποτίθεται πως είχε μεταξύ 23:00 και 23:30 με τον 1ο κατηγορούμενο, τις οποίες προκάλεσε ο τελευταίος, αποσιώπησε τις τρεις υπαρκτές, όταν του είχε τηλεφωνήσει ο ίδιος. Υπάρχει όμως και συνέχεια, αφού, μέχρι και τις 23:00, μεταξύ των δυο υπήρξαν και άλλες τηλεφωνικές επικοινωνίες ή ανάλογες ανεπιτυχείς προσπάθειες. Στις 22:42:51, ο παραπονούμενος τηλεφώνησε και πάλι του 1ου κατηγορούμενου, ωστόσο, η κλήση του παρέμεινε αναπάντητη. Στις 22:43:00 τού τηλεφώνησε ο 1ος κατηγορούμενος και συνομίλησαν για 1 λεπτό (με βάση το τεκμήριο 21) ή 2 λεπτά (με βάση το τεκμήριο 22). Το επόμενο τηλεφώνημα που καταγράφεται που έχει και τη μεγαλύτερη διάρκεια έγινε από τον παραπονούμενο, στις 22:43:16 και ήταν διάρκειας 183 δευτερολέπτων. Δηλαδή, πέραν των τριών λεπτών. Ευθύς αμέσως και συγκεκριμένα, στις 22:46:53, ο 1ος κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον παραπονούμενο και συνομίλησε μαζί του για 7 δευτερόλεπτα, ακολούθως καταγράφεται μια αναπάντητη κλήση, η οποία έγινε και πάλι από τον κατηγορούμενο, ο οποίος, στις 22:57:06 τηλεφώνησε ξανά στον παραπονούμενο και συνομίλησε μαζί του για 29 δευτερόλεπτα. Η τελευταία κλήση που έγινε πριν από τις 23:00 έγινε από τον κατηγορούμενο στον παραπονούμενο, στις 22:57:33 και δεν απαντήθηκε από τον τελευταίο. Το παράδοξο γύρω από το θέμα είναι ότι, κατά το χρόνο που ο παραπονούμενος τοποθετεί τις τρεις τηλεφωνικές κλήσεις που είχε δεχθεί από τον 1ο κατηγορούμενο, ο οποίος του ζήτησε να συναντηθούν κοντά στα θερμοκήπια για να του δείξει το μήνυμα που του είχε στείλει συμβία του στο κινητό του (μεταξύ 23:00 και 23:30), αυτό που έγινε στην πραγματικότητα είναι το εξής: ο παραπονούμενος επιχείρησε δυο φορές να συνομιλήσει με τον 1ο κατηγορούμενο, στον οποίο τηλεφώνησε στις 23:18:14 και στις 23:27:24, πλην όμως και οι δυο κλήσεις του παρέμειναν αναπάντητες. Συνεχίζοντας ο παραπονούμενος να εξιστορεί πως εκτυλίχθησαν τα γεγονότα - σύμφωνα πάντοτε με τη γραπτή του κατάθεση - ισχυρίζεται ότι, μετά που του είχε τηλεφωνήσει για τρίτη φορά ο 1ος κατηγορούμενος και του ζήτησε να συναντηθούν - για το λόγο που έχει αναφερθεί αρκετές φορές - τού είπε «εντάξει». Από το συνδυασμό όσων ακολουθούν συνάγεται ότι το επίδικο συμβάν κατά το οποίο - για να επαναλάβω δέχομαι ότι - ο παραπονούμενος είχε δεχθεί επίθεση από κάποιο πρόσωπο (ή πρόσωπα) το οποίο του προκάλεσε το σοβαρό τραυματισμό στο δεξί μάτι, τοποθετείται χρονικά, λίγο πριν από τις 23:
- Πρόκειται για το φύλλο ασθενούς, με αναφορά στον παραπονούμενο, το τεκμήριο 3 και όπως αναφέρεται σ' αυτό, ο παραπονούμενος εισήχθη στην ιδιωτική κλινική «Ευαγγελισμός» στις 23:30 και εξήλθε στις 00:
- Στη συνέχεια μετέβη στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, γεγονός το οποίο επιμαρτυρείται από τα εξής στοιχεία μαρτυρίας: όπως αναφέρει στη γραπτή κατάθεσή της η Μ.Κ.4 (τεκμήριο 23), ο παραπονούμενος, στις 7/4/2016 και ώρα 00:42 τηλεφώνησε στο ΚΕΜ Πάφου και της ανάφερε ότι βρίσκεται τραυματισμένος στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Σε ερώτησή της τι έγινε τής κατάγγειλε το συμβάν. Εν πάση περιπτώσει, ότι ο παραπονούμενος μετά που εξήλθε από την ιδιωτική κλινική «Ευαγγελισμός» μετέβη στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου αποδεικνύεται και από ανεξάρτητη μαρτυρία. Αναφέρομαι στο ημερολόγιο ενεργείας της Αστυνομίας (τεκμήριο 11) και στη σχετική καταχώρηση που έγινε στις 01:00 τις 7ης/4/2016 σύμφωνα με την οποία, οι αστυφύλακες 3025 και 3894 αφίχθηκαν στο Τμήμα Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου όπου εντόπισαν τον Ιάκωβο Ξενοφώντος κ.ο.κ. Αποτελεί θέση του παραπονούμενου ότι μετά που του είχε επιτεθεί ο 2ος κατηγορούμενος, χτυπώντας τον με το πιστόλι στο μάτι, ο οποίος, ακολούθως στάθηκε απέναντί του και το σημάδεψε με το πιστόλι στο πρόσωπο, αφού πρόλαβε να βάλει το πόδι του πίσω μέσα στο αυτοκίνητο πάτησε βενζίνη και κατάφερε να φύγει από το μέρος. Μετά από 5 λεπτά και ενώ οδηγούσε για να πάει στο σπίτι της μητέρας του τού τηλεφώνησε ο 2ος κατηγορούμενος από το τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου και τον απείλησε - αφού προηγουμένως τον αποκάλεσε «γιο της πουτάνας» - ότι εάν γελαστεί να πάει στην Αστυνομία, θα το σκοτώσει και ότι σκότωσε πολλούς σαν εκείνο. Χωρίς να του πει οτιδήποτε τού έκλεισε το τηλέφωνο και συνοδεία του γαμβρού του πήγε στην ιδιωτική κλινική «Ευαγγελισμός» Ας δούμε πόσο επιβεβαιώνονται από τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα, οι παραπάνω ισχυρισμοί του, έχοντας υπόψη ότι - για να επαναλάβω - το επίδικο συμβάν έλαβε χώρα λίγο πριν τις 23:30, στις 23:30 εισήλθε στην ιδιωτική κλινική «Ευαγγελισμός», από την οποία έφυγε στις 00:30 και ακολούθως μετέβη στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, από το οποίο, στις 00:42 της 7ης/4/2016 τηλεφώνησε στην Αστυνομία και συνομιλώντας με τη Μ.Κ.4 τής κατάγγειλε το συμβάν. Κυρίως έχει σημασία να εξεταστεί κατά πόσο αποτελεί γεγονός, ότι ο 2ος κατηγορούμενος, 5 λεπτά μετά που του είχε επιτεθεί τού τηλεφώνησε από το κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου και τον απείλησε ότι εάν γελαστεί να πάει στην Αστυνομία, θα το σκοτώσει. Όπως θα διαφανεί αμέσως, τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα, όχι απλώς δεν επιβεβαιώνουν τους εν λόγω ισχυρισμούς του, αλλά, αντίθετα για μια φορά ακόμη, θα έλεγα ότι δίδουν μια εντελώς διαφορετική διάσταση, σε ό,τι ακολούθησε του επίδικου περιστατικού. Καταρχήν, από τις 23:27:24 στις 6/4/2016 που ο παραπονούμενος τηλεφώνησε στον 1ο κατηγορούμενο και η κλήση του παρέμεινε αναπάντητη, η επόμενη επικοινωνία που υπήρξε μεταξύ τους ήταν στις 7/4/2016 και ώρα 00:27:27 που ο παραπονούμενος τηλεφώνησε στον 1ο κατηγορούμενο, με καταγραμμένη συνομιλία, διάρκειας 27 δευτερολέπτων. Εάν ευσταθούσε ο ισχυρισμός του, ότι 5 λεπτά μετά το επίδικο συμβάν τού τηλεφώνησε ο 2ος κατηγορούμενος από το κινητό τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου, θα έπρεπε να υπάρχει σχετική καταχώρηση στα τεκμήρια 21 και 22 και συγκεκριμένα, σχετική κλήση, γύρω στις 23:
- Και ενώ αυτό δε συμβαίνει, αποδεδειγμένα, όταν ο παραπονούμενος τηλεφώνησε στον 1ο κατηγορούμενο, στις 00:27:27, δηλαδή, μια περίπου ώρα μετά το επίδικο συμβάν, ο ίδιος βρισκόταν στην ιδιωτική κλινική «Ευαγγελισμός». Απ' εκεί και πέρα, ευθύς αμέσως, τηλεφώνησε και πάλι στον 1ο κατηγορούμενο, ο οποίος δεν απάντησε στη σχετική κλήση του, ενώ, στις 00:39:37 και 00:39:39, του έστειλε και δυο γραπτά μηνύματα. Η πρώτη κλήση που έγινε από το κινητό τηλέφωνο του κατηγορούμενου στο κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου ήταν στις 00:40:19 και διάρκειας 9 δευτερολέπτων. Για δυο λόγους, προφανώς δεν μπορώ να θεωρήσω ότι πρόκειται για το τηλεφώνημα που ο παραπονούμενος αποδίδει στον 2ο κατηγορούμενο, ο οποίος τον απείλησε ότι θα το σκοτώσει εάν πήγαινε στην Αστυνομία. Ο παραπονούμενος τοποθετεί το εν λόγω τηλεφώνημα, 5 λεπτά μετά το επίδικο συμβάν, δηλαδή, λίγο μετά τις 23:30, ενώ το παραπάνω τηλεφώνημα έγινε μία ώρα αργότερα. Έπειτα αποτελεί θέση του πως, όταν του τηλεφώνησε ο 2ος κατηγορούμενος και τον απείλησε, ο ίδιος ήταν μέσα στο αυτοκίνητό του και πήγαινε στο σπίτι της μητέρας του, ενώ, η αλήθεια είναι πως, όταν του έγινε το παραπάνω τηλεφώνημα (η ώρα 00:40:19), είτε ήταν είτε πήγαινε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Το ίδιο ισχύει και όταν στις 00:40:49 τηλεφώνησε ο ίδιος στον 1ο κατηγορούμενο, με καταγραμμένη συνομιλία, διάρκειας 38 δευτερολέπτων, με άγνωστο περιεχόμενο, κάτι που ισχύει τόσο για την άλλη κλήση του στις 00:27:27 όσο και για τα δυο μηνύματα που του έστειλε, 12 περίπου λεπτά αργότερα. Μολονότι θεωρώ αρκετά όσα έχουν αναφερθεί προκειμένου να αιτιολογήσω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ αναξιόπιστο μάρτυρα τον παραπονούμενο στο βαθμό που αποδίδει το επίδικο συμβάν στους κατηγορούμενους, εντούτοις, επειδή, όταν αντεξεταζόμενος συνειδητοποίησε πόσο εκτίθεται από το περιεχόμενο των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων επιχείρησε να αναδιπλωθεί, στη συνέχεια, θα ασχοληθώ και με μερικούς από τους ισχυρισμούς του τούς οποίους προέβαλε αντεξεταζόμενος από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του 1ου κατηγορούμενου. Ειδικότερα: Κληθείς να πει εάν ο ίδιος τηλεφώνησε ποτέ στον 1ο κατηγορούμενο ισχυρίστηκε ότι του τηλεφώνησε μετά το περιστατικό που τον απειλούσε. Όταν κλήθηκε να πει πότε συνέβη αυτό ισχυρίστηκε πως δε θυμόταν ακριβώς ημερομηνία, ως επίσης και πως, ό,τι είπε στην κατάθεσή του, αυτά είναι αλήθειες. Δυο είναι τα σχόλιά μου: καταρχήν, για λόγους που ήδη έχουν αναφερθεί έκρινα ότι πλείστα όσα έχει αναφέρει στην κατάθεσή του δεν είναι αλήθεια. Ακολούθως, στη γραπτή κατάθεσή του αναφέρει ότι ο 1ος κατηγορούμενος, τον απείλησε μόνο μια φορά και συγκεκριμένα, το βράδυ που πήγε στο διαμέρισμά του για να πουλήσει ναρκωτικά στη συμβία του. Επομένως, ο ισχυρισμός του ότι του τηλεφώνησε ο ίδιος μετά το περιστατικό που τον «απείλαν», ασφαλώς αποτελεί αντίφαση. Όταν του υποβλήθηκε ότι στις 6/4/ και ώρα 22:42:48 τηλεφώνησε στον 1ο κατηγορούμενο, «Πριν το περιστατικό;» διερωτήθηκε. «Ναι. Εσύ του τηλεφώνησες.» του λέχθηκε από τον κ. Σιαλή. Και η απάντησή του. «Δε γνωρίζω αν του τηλεφώνησα, δε νομίζω, εκτός και αν το έπιασε το τηλέφωνο μου άλλος και τηλεφώνησε του.» «Ποιο από τα δύο να πιάσουμε, δε γνωρίζεις ή αν έπιασε..» ήταν η ημιτελής ερώτηση που του έγινε στη συνέχεια, στην οποία απάντησε ως εξής: «Για να έρθει στο σπίτι μου, δεν του τηλεφώνησα εγώ να έρθει στο σπίτι μου.» Το μέγεθος της σύγχυσης που τον είχε κυριεύσει, αντιλαμβανόμενος πόσο εκτίθεται από το περιεχόμενο των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων είναι ολοφάνερο. Πολύ περισσότερο, αν ληφθεί υπόψη, ότι το τηλεφώνημα που του αναφέρθηκε από το συνήγορο δεν είναι και το μόνο που έκανε στον 1ο κατηγορούμενο, κατά τον ίδιο χρόνο. Προηγήθηκαν άλλα δυο, σε διάστημα μόλις 5 λεπτών, ενώ, ευθύς αμέσως, μετά το τηλεφώνημα που του υποβλήθηκε - και ορθά - ότι έκανε, το οποίο, κατά μια εκδοχή απέδωσε σε άλλο πρόσωπο, ακολούθησε μια αναπάντητη κλήση του και στις 22:43:16, το μεγαλύτερο σε διάρκεια τηλεφώνημα που καταγράφεται στα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα, διάρκειας 183 δευτερολέπτων, κι αυτό δικό του. Για να συνεχίσω, ευθύς αμέσως ισχυρίστηκε πως δε θυμάται να τηλεφώνησε στον 1ο κατηγορούμενο πριν το συμβάν, προσθέτοντας ότι αυτός του τηλεφώνησε, ισχυρισμός που καταρρίπτεται από το περιεχόμενο των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων, αφού - για να επαναλάβω - του τηλεφώνησε επτά φορές (μαζί με τις τρεις αναπάντητες). Ερωτηθείς εάν μετά το συμβάν τηλεφώνησε του 1ου κατηγορούμενου αρνήθηκε και ισχυρίστηκε ότι του τηλεφώνησαν οι κατηγορούμενοι. Ωστόσο, όταν του υποβλήθηκε - και ορθά - ότι στις 00:40:49 τηλεφώνησε στον 1ο κατηγορούμενο και μίλησαν 38 δευτερόλεπτα ισχυρίστηκε ότι του τηλεφώνησε πρώτα ο 2ος κατηγορούμενος από το τηλέφωνο του 1ου κατηγορούμενου, όπως τα είπε και προηγουμένως στην κατάθεσή του και μετά, τους πήρε και αυτός τηλέφωνο και τους είπε να παρακαλούν να μην πάθει κάτι το μάτι του και δε θα πάει στην Αστυνομία. Πέραν από τις προφανείς αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε είναι και το γεγονός πως, όταν έκανε το συγκεκριμένο τηλεφώνημα είχε ήδη εξεταστεί στην ιδιωτική κλινική «Ευαγγελισμός» και γνώριζε πόσο βαριά είχε τραυματιστεί το μάτι του, ενώ, δυο λεπτά αργότερα τηλεφώνησε στην Αστυνομία και κατάγγειλε ονομαστικά το 2ο κατηγορούμενο για το συμβάν. Η επιμονή του στη συνέχεια ότι πριν το επίδικο συμβάν είναι ο 1ος κατηγορούμενος που του τηλεφωνούσε και μάλιστα συνέχεια είναι ενδεικτική του πόσο εκτίθεται από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας, το οποίο αποτελεί και παραδεκτό γεγονός. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Συγκεφαλαιώνοντας, δεδομένης της κρίσης μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του παραπονούμενου ως μάρτυρα, τα μόνο ασφαλή συμπεράσματα γεγονότων στα οποία μπορώ να προβώ είναι τα εξής: Ο παραπονούμενος στον ουσιώδη χρόνο και συγκεκριμένα, στις 6/4/2016 λίγο πριν τις 23:30, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες δέχθηκε επίθεση από κάποιο πρόσωπο (ή πρόσωπα) το οποίο του χτύπησε με κάποιο αντικείμενο που μπορεί να είναι και πιστόλι στο δεξί μάτι, τραυματίζοντάς τον σοβαρά. Κατά πόσο το εν λόγω αντικείμενο είναι όντως πιστόλι, επειδή, αυτό, δηλαδή το πιστόλι, δεν αποτελεί απλώς ζήτημα πραγματικό, αλλά και νομική έννοια, αυτό που με ασφάλεια μπορώ να πω είναι ότι, το συγκεκριμένο αντικείμενο, τουλάχιστον έμοιαζε με πιστόλι. Ωστόσο, δεν μπορώ να προβώ στην εξαγωγή ασφαλούς συμπεράσματος ότι πρόκειται για πιστόλι τη εννοία του Νόμου, επειδή δεν έχει αποδειχθεί κάτι τέτοιο. Εξ ου και το γεγονός, ότι οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως στις σχετικές κατηγορίες κατοχής πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β που απαγορεύεται (4η κατηγορία) και μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β που απαγορεύεται (5η κατηγορία). Το πλήρες σκεπτικό μου να τους αθωώσω στις εν λόγω κατηγορίες, θα δοθεί σε λίγο. Για να καταλήξω με τα γεγονότα, ενώ δεν αποκλείω να πρόκειται για τον 2ο κατηγορούμενο το πρόσωπο που επιτέθηκε και τραυμάτισε τον παραπονούμενο, εντούτοις, για όλους τους λόγους που έχουν αναφερθεί που άπτονται της αξιοπιστίας του παραπονούμενου ως μάρτυρα, σε σχέση με αυτό το, τόσο καίριας σημασίας επίδικο θέμα, δεν αποκλείω να πρόκειται για κάποιο άλλο πρόσωπο (πρόσωπα) ο δράστης (δράστες), το οποίο ενεργούσε είτε για λογαριασμό των κατηγορούμενων ή του ενός από αυτούς είτε αυτόβουλα για τους δικούς του λόγους. Χάριν πληρότητας της απόφασής μου προστίθενται και τα εξής: Δεδομένης της φύσης και σοβαρότητας των τραυματισμών που υπέστη ο παραπονούμενος στον ουσιώδη χρόνο, ανάμεσά τους και η ρήξη βολβού στο δεξί μάτι, χωρίς να είναι βέβαιο κατά πόσο θα αποκατασταθεί πλήρως η συγκεκριμένη βλάβη, δε νομίζω να διαφωνεί κανείς, ότι αυτή συνιστά «βαριά σωματική βλάβη» σύμφωνα με τη σχετική ερμηνεία της έννοιας, όπως αυτή ορίζεται από το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προνοεί ότι: «"βαριά σωματική βλάβη" σημαίνει σωματική βλάβη που ισοδυναμεί με ακρωτηριασμό ή επικίνδυνη σωματική βλάβη ή που επιφέρει ή που πρόκειται να επιφέρει σοβαρή ή μόνιμη βλάβη στην υγεία ή την άνεση ή που εκτείνεται μέχρι τη μόνιμη παραμόρφωση ή τη μόνιμη ή σοβαρή βλάβη εξωτερικού ή εσωτερικού σωματικού οργάνου, μεμβράνης ή αίσθησης» Οι κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν και την κατηγορία της κατοχής καθώς και την κατηγορία της μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β που απαγορεύεται (4η και 5η κατηγορία, αντίστοιχα), κατά παράβαση των άρθρων 2, 4
(1)και 51
(1), ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ του περί Πυροβόλων και μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113
(1)/04 όπως έχει τροποποιηθεί και των άρθρων 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος των εν λόγω κατηγοριών, τους καταλογίζεται ότι την 6ην Απριλίου του 2016 στην Πάφο, είχαν στην κατοχή τους (4η κατηγορία) και μετέφεραν (5η κατηγορία) ένα πυροβόλο όπλο που απαγορεύεται, δηλαδή, ένα πιστόλι αγνώστων στοιχείων. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί, οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως και στις δυο αυτές κατηγορίες, επειδή έκρινα ότι αντιμετώπιζαν σοβαρό πρόβλημα, εξ αντικειμένου στοιχειοθέτησης. Το πλήρες σκεπτικό της εν λόγω απόφασής μου, είναι το εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Πυροβόλων και μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113
(1)/04 (στο εξής «ο Νόμος») «Στον παρόντα Νόμο, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια- .... .... «πυροβόλο όπλο» σημαίνει οποιοδήποτε φορητό όπλο με κάννη, το οποίο εξακοντίζει, είναι σχεδιασμένο να εξακοντίζει ή μπορεί να μετατραπεί ώστε να εξακοντίζει σφαίρα, βολίδα ή βλήμα μέσω της ενέργειας εκρηκτικής ύλης και το οποίο εμπίπτει σε οποιαδήποτε από τις κατηγορίες που προβλέπονται στο σημείο Ι του Πρώτου Παραρτήματος του παρόντος Νόμου, εκτός εάν εξαιρείται για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο σημείο ΙΙΙ του εν λόγω Παραρτήματος˙» Το άρθρο 4
(1)του Νόμου προνοεί ότι: «Με την επιφύλαξη των εδαφίων
(2),
(3)και (3Α) του παρόντος άρθρου και του εδαφίου
(2)του άρθρου 37, απαγορεύεται η εισαγωγή, εξαγωγή, απόκτηση, κατοχή ή μεταφορά πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών των Κατηγοριών Α, Β και Γ και οποιουδήποτε πυροβόλου όπλου που δεν διαθέτει στοιχεία που επιτρέπουν τον προσδιορισμό του σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 11 της Κοινοτικής Οδηγίας 91/477/ΕΟΚ. ... .....» Ακολούθως σύμφωνα με το άρθρο 51
(1)του Νόμου: «Πρόσωπο, το οποίο αυτοπροσώπως ή δια υπαλλήλου του ή άλλου εκπροσώπου του, παραλείπει να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, είναι, εφόσον δεν προβλέπεται άλλη ποινή σε άλλη διάταξη του παρόντος Νόμου, ένοχο αδικήματος και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης του σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα 15 έτη ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις 25 χιλιάδες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές και οποιαδήποτε όπλα σχετικά με τα οποία διαπράχθηκε αδίκημα κατάσχονται και δημεύονται ή καταστρέφονται με τη συγκατάθεση του προσώπου αυτού.» Τέλος, με βάση το ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ του Νόμου, τα πιστόλια αποτελούν πυροβόλο όπλο κατηγορίας Β. Δεδομένου ότι οι κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν κατηγορία κατοχής καθώς και κατηγορία μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β και το πιστόλι θεωρείται ένα τέτοιο όπλο, δηλαδή, πυροβόλο όπλο κατηγορίας Β, για σκοπούς στοιχειοθέτησης και των δυο κατηγοριών, θα έπρεπε να είχε αποδειχθεί ότι το αντικείμενο με το οποίο «είχε επιτεθεί ο 2ος κατηγορούμενος» του παραπονούμενου στον ουσιώδη χρόνο - όπως είναι η θέση του - το οποίο ο ίδιος αποκαλεί πιστόλι ήταν πυροβόλο όπλο τη εννοία του Νόμου. Δηλαδή, φορητό όπλο με κάννη, το οποίο εξακοντίζει, είναι σχεδιασμένο να εξακοντίζει ή μπορεί να μετατραπεί ώστε να εξακοντίζει σφαίρα, βολίδα ή βλήμα μέσω της ενέργειας εκρηκτικής ύλης. Στο ερώτημα, κατά πόσο έχει αποδειχθεί οτιδήποτε απ' όλα αυτά, η απάντηση είναι σαφώς αρνητική. Και όχι μόνο. Δεδομένου ότι δεν έχει εντοπιστεί το εν λόγω αντικείμενο, αυτό, χωρίς να αποκλείεται να ήταν πιστόλι, δεν αποκλείεται να ήταν απλώς ομοίωμά του. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους (νομικούς και πραγματικούς) ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την ενοχή των κατηγορούμενων σ' οποιαδήποτε κατηγορία. Ακολουθεί ότι οι κατηγορούμενοι, εκτός από τις κατηγορίες 4 και 5 στις οποίες έχουν αθωωθεί από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, αθωώνονται και στις κατηγορίες 1, 2 και 3. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Criminal/Final (Αναφορά: συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος, πράξεις που στοχεύουν την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β που απαγορεύεται. - αξιολόγηση μαρτυρίας, πραγματική μαρτυρία, συστατικά στοιχεία κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β)