← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Γεώργιος Μιχαηλίδης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2821/15, 21/4/2017

Δημοκρατία ν. Γεώργιος Μιχαηλίδης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2821/15, 21/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2821/15 Δημοκρατία εναντίον

  1. Γεώργιος Μιχαηλίδης
  2. Φειδίας Σαρίκας
  3. Ευστάθιος Ευσταθίου
  4. Βασίλειος Βασιλείου
  5. Γιώργος Σιαηλής Κατηγορουμένων ------------- Ημερομηνία: 21 Απριλίου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Δημοκρατία : κ. Ν. Κέκκος με κ. Α. Χ"Κύρου Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Χ. Χ"Λοϊζου με κα Σ. Χ"Nεοφύτου Για τον κατηγορούμενο 2: κ. Τριανταφυλλίδης με κ. Παυλίδη, κ. Μάνουλλο και κ. Καπάταη Για τον κατηγορούμενο 3: κ. Σ. Αγγελίδης με κα Λ. Θεοφάνους και κα Ιγνατίου Για τον κατηγορούμενο 4: κ. Γ. Θωμά με κα Ευφρ. Γεωργιάδου Για τον κατηγορούμενο 5: κ. Κ. Σιαηλής Κατηγορούμενοι 1, 2, 3, 4 και 5 - παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Εξήντα-μία

(61)συνολικά κατηγορίες περιλαμβάνει το κατηγορητήριο της υπό το ως άνω αριθμό και τίτλο υπόθεσης, ως τελικά τούτο είχε διαμορφωθεί κατά την εξέλιξη της διαδικασίας. Οι ως άνω κατηγορίες αφορούν αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στους κατηγορούμενους, πρόσωπα που κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν ο δήμαρχος της πόλης της Πάφου και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Πάφου, (κατηγορούμενος αρ. 2) ως επίσης δημοτικοί σύμβουλοι στο δημοτικό συμβούλιο της ίδιας πόλης και μέλη του διοικητικού συμβουλίου του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Πάφου, (κατηγορούμενοι αρ. 1, 3, 4 και 5) καθ' όν χρόνο βρισκόταν σε εξέλιξη η κατασκευή, λειτουργία και συντήρηση του κεντρικού αποχετευτικού συστήματος συλλογής και επεξεργασίας των υγρών αποβλήτων της περιοχής της μείζονος Πάφου και η κατασκευή υποδομής του συστήματος αποχέτευσης των όμβριων υδάτων. Ο κατηγορούμενος αρ. 1 (Γεώργιος Μιχαηλίδης) αντιμετώπιζε συνολικά 28 κατηγορίες, που αφορούν στα αδικήματα του δεκασμού δημόσιου λειτουργού, κατά παράβαση του άρθρου 100(α), του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, (βλ. κατηγορίες 1, 20, 26 και 53) της απόσπασης από δημόσιο λειτουργό, κατά παράβαση του άρθρου 101 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, (βλ. κατηγορίες 3, 21, 29 και 54) της κατηγορίας της κατάχρησης εξουσίας κατά παράβαση του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, (βλ. κατηγορίες 5, 22, 32 και 55) των συναλλαγών με αντιπροσώπους οι οποίοι υποδηλώνουν διαφθορά, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3(α), 4, 5 και 6 του περί Προλήψεως της Διαφθοράς Νόμου, Κεφ. 161 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 97(Ι)/2012, (βλ. κατηγορίες 7, 23, 35 και 56) της αθέμιτης απόκτησης περιουσιακού οφέλους από λειτουργό του δημοσίου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4 και 5 του περί Αθέμιτης Κτήσης Περιουσιακού Οφέλους από Αξιωματούχους και Λειτουργούς του Δημοσίου Νόμου 51(Ι)/2004, (βλ. κατηγορίες 9, 24, 38 και 57) της νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1)(α)(iii)
(2), 5, 7 και 8 του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης τη Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/2007, (βλ. κατηγορίες 11, 25, 42 και 58), της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, (βλ. κατηγορίες 52, 59 και 61) και τις τρεις από κοινού με τους Σάββα Βέργα και Ευτύχιο Μαληκίδη και της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, (βλ. κατηγορία 60) από κοινού με τους κατηγορούμενους αρ. 3, 4 και τον Ευτύχιο Μαληκίδη). Είναι σημαντικό να σημειωθεί, από αυτό το πρώιμο στάδιο, ότι οι ευπαίδευτοι εκπρόσωποι της Κατηγορούσας Αρχής, μετά την ολοκλήρωση της παρουσίασης της μαρτυρίας από όλες τις πλευρές και κατά το στάδιο των τελικών εισηγήσεων τους, για τους λόγους που εξήγησαν, δήλωσαν ότι η Κατηγορούσα Αρχή αναστέλλει τις κατηγορίες υπ' αριθμό 26, 29, 32, 35, 38 και 42 στο κατηγορητήριο, οι οποίες στο σύνολό τους, αφορούσαν τον κατηγορούμενο αρ.
  1. Τούτο, οδήγησε το Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο αρ. 1 από τις περί ου ο λόγος κατηγορίες που του αποδίδονταν. Ο κατηγορούμενος αρ. 2 (Φειδίας Σαρίκας) αντιμετωπίζει συνολικά 7 κατηγορίες που αφορούν στα αδικήματα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, μαζί με τον Ευτύχιο Μαληκίδη, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, (βλ. κατηγορία 45), του δεκασμού δημόσιου λειτουργού, κατά παράβαση των άρθρων 100(α), του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, (βλ. κατηγορία 46), της απόσπασης από δημόσιο λειτουργό, κατά παράβαση του άρθρου 101 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, (βλ. κατηγορία 47), της κατάχρησης εξουσίας, κατά παράβαση του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, (βλ. κατηγορία 48), των συναλλαγών με αντιπροσώπους οι οποίες υποδηλώνουν διαφθορά κατά παράβαση των άρθρων
  2. 3(α), 4, 5 και 6 του περί Προλήψεως της Διαφθοράς Νόμου, Κεφ. 161, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 97(Ι)/2012, (βλ. κατηγορία 49) της αθέμιτης απόκτησης περιουσιακού οφέλους από λειτουργό του δημοσίου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4 και 5 του περί Αθέμιτης Κτήσης Περιουσιακού Οφέλους από Αξιωματούχους και Λειτουργούς του Δημοσίου, Νόμος 51(Ι)/2004, (βλ. κατηγορία 50) και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1)(α)(iii)
(2), 5, 7 και 8 του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από παράνομες δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/2007 (βλ. κατηγορία 51). Ο κατηγορούμενος αρ. 3, (Ευστάθιος Ευσταθίου) αντιμετωπίζει συνολικά 14 κατηγορίες. Ειδικότερα τις κατηγορίες του δεκασμού δημόσιου λειτουργού, κατά παράβαση του άρθρου 100(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, (βλ. κατηγορίες 2 και 27) της απόσπασης από δημόσιο λειτουργό, κατά παράβαση του άρθρου 101 του Ποινικού Κώδικα. Κεφ. 154, (βλ. κατηγορίες 4 και 30) της κατάχρησης εξουσίας, κατά παράβαση του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, (βλ. κατηγορίες 6 και 33) των συναλλαγών με αντιπροσώπους οι οποίες υποδηλώνουν διαφθορά, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3(α), 4, 5 και 6 του περί Προλήψεως της Διαφοράς Νόμου, Κεφ. 161, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 97(Ι)/2012, (βλ. κατηγορίες 8 και 36) της αθέμιτης απόκτησης περιουσιακού οφέλους από λειτουργό του δημοσίου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4 και 5 του περί Αθέμιτης Κτήσης Περιουσιακού Οφέλους από Αξιωματούχους και Λειτουργούς του Δημοσίου, Νόμος 51(Ι)/2004, (βλ. κατηγορίες 10 και 39) της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1)(α)(iii)
(2), 5, 7 και 8 του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από παράνομες δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/2007, (βλ. κατηγορίες 12 και 43) της κατηγορίας της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος μαζί με τον κατηγορούμενο αρ. 1 και τους Σάββα Βέργα και Ευτύχιο Μαληκίδη, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, (βλ. κατηγορία 59) και της κατηγορίας της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, μαζί με τους κατηγορούμενους αρ. 1, 4 και τον Ευτύχιο Μαληκίδη, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, (βλ. κατηγορία 60). Ο κατηγορούμενος αρ. 4, (Βασίλειος Βασιλείου) αντιμετωπίζει 7 κατηγορίες. Την κατηγορία του δεκασμού δημόσιου λειτουργού, κατά παράβαση του άρθρου 100(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, (βλ. κατηγορία 28) της απόσπασης από δημόσιο λειτουργό, κατά παράβαση του άρθρου 101 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (βλ. κατηγορία 31), της κατάχρησης εξουσίας, κατά παράβαση του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (βλ. κατηγορία 34), των συναλλαγών με αντιπροσώπους οι οποίες υποδηλώνουν διαφθορά, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3(α), 4, 5 και 6 του περί Προλήψεως της Διαφοράς Νόμου, Κεφ. 161, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 97(Ι)/2012, (βλ. κατηγορία 37) της αθέμιτης απόκτησης περιουσιακού οφέλους από λειτουργό του δημοσίου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4 και 5 του περί Αθέμιτης Κτήσης Περιουσιακού Οφέλους από Αξιωματούχους και Λειτουργούς του Δημοσίου, Νόμος 51(Ι)/2004, (βλ. κατηγορία 40) της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1)(α)(iii)
(2), 5, 7 και 8 του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από παράνομες δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/2007 και άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, (βλ. κατηγορία 44) και της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος με τους κατηγορούμενους αρ. 1, 3 και τον Ευτύχιο Μαληκίδη, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, (βλ. κατηγορία 60). Ο πέμπτος κατηγορούμενος, (Γιώργος Σιαηλής) αντιμετωπίζει 8 κατηγορίες. Η πρώτη, αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος με το Σάββα Βέργα, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (βλ. κατηγορία 13). Η δεύτερη, αφορά το αδίκημα του δεκασμού δημόσιου λειτουργού, κατά παράβαση των άρθρων 100(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (βλ. κατηγορία 14). Η τρίτη, αφορά το αδίκημα της απόσπασης από δημόσιο λειτουργό, κατά παράβαση του άρθρου 101 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (βλ. κατηγορία 15). Η τέταρτη, αφορά το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας, κατά παράβαση των άρθρων 105 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, (βλ. κατηγορία 16) η πέμπτη, αφορά το αδίκημα των συναλλαγών με αντιπροσώπους οι οποίοι υποδηλώνουν διαφθορά, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3(α), 4, 5 και 6 του περί Προλήψεως της Διαφθοράς Νόμου, Κεφ. 161, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 97(Ι)/2012 (βλ. κατηγορία 17). Η έκτη κατηγορία που του αποδίδεται, αφορά το αδίκημα της αθέμιτης απόκτησης περιουσιακού οφέλους από λειτουργό του δημοσίου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4 και 5 του περί Αθέμιτης Κτήσης Περιουσιακού Οφέλους από Αξιωματούχους και Λειτουργούς του Δημοσίου, Νόμος 51(Ι)/2004, (βλ. κατηγορία 18). Η έβδομη κατηγορία, αφορά στο αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1)(α)(iii)
(2), 5, 7 και 8 του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από παράνομες δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/2007 (βλ. κατηγορία 19) και η όγδοη κατηγορία που του αποδίδεται αφορά το αδίκημα της παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία, κατά παράβαση του άρθρου 122(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (βλ. κατηγορία 41). Για σκοπούς πληρέστερης κατανόησης των ζητημάτων που απασχολούν στην παρούσα, χρήσιμο είναι, αισθανόμαστε, να σημειωθεί, στη βάση παραδεκτών γεγονότων αλλά και πραγματικών γεγονότων, στοιχείων και μαρτυρίας που όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκαν από οποιαδήποτε πλευρά στη διαδικασία, αλλά αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ όλων των παραγόντων της διαδικασίας, ότι το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Πάφου, (ΣΑΠΑ) αποτελεί Οργανισμό Δημοσίου Δικαίου που εγκαθιδρύθηκε με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου το 1993 (τεκμήριο 69). Βασική αποστολή του ΣΑΠΑ είναι η κατασκευή, λειτουργία και συντήρηση του κεντρικού αποχετευτικού συστήματος συλλογής, επεξεργασίας και διάθεσης των υγρών αποβλήτων της περιοχής μείζονος Πάφου, ως επίσης η κατασκευή της βασικής υποδομής του συστήματος αποχέτευσης των όμβριων υδάτων. Ο σχεδιασμός του ως άνω αποχετευτικού συστήματος χωρίστηκε σε δύο φάσεις. Η Α' φάση, αφορούσε το Δήμο Πάφου ενώ με τη Β΄ φάση το αποχετευτικό θα επεκτεινόταν και σε άλλες περιοχές της μείζονος περιοχής της πόλης της Πάφου. Ο σχεδιασμός της Α΄ φάσης του ως άνω αποχετευτικού έργου, ξεκίνησε με την υπογραφή συμβολαίου με την εταιρεία Louis Berger and M.G Iordanou Associates, οι οποίοι ήταν οι σύμβουλοι μηχανικοί που θα είχαν την ευθύνη για το σχεδιασμό, ετοιμασία εγγράφων προσφορών, επίβλεψη και τη διαχείριση των κατασκευαστικών συμβολαίων, μέχρι την αποπεράτωση των έργων. Τέσσερα ήταν τα κατασκευαστικά συμβόλαια της Α΄ φάσης. Το συμβόλαιο αρ. 1, που υπογράφτηκε με την εταιρεία Ιacovou Bros (Construction) Ltd. Τα συμβόλαια αρ. 2Α/2Β, που υπογράφτηκαν με την κοινοπραξία εταιρειών Zachariades και Atlas Pantou - JV και το συμβόλαιο αρ. 3, που υπογράφτηκε με την εταιρεία Awatech Gmbh Abwasser Technik. Μετά την ολοκλήρωση της Α΄ φάσης, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΣΑΠΑ, για το σχεδιασμό, ετοιμασία εγγράφων προσφορών, αξιολόγηση προσφορών, επίβλεψη και διαχείριση των συμβολαίων μέχρι την αποπεράτωση των έργων της Β΄ φάσης του Αποχετευτικού Συστήματος Πάφου, υπογράφτηκε σύμβαση με κοινοπραξία Γαλλικής και Κυπριακής εταιρείας, ειδικότερα της Sogreah AF Modinos & SA Vrahimis. Για τη Β΄ φάση του ως άνω αποχετευτικού συστήματος καταρτίστηκαν συνολικά πέντε συμβόλαια, με τέσσερις διαφορετικούς εργολάβους. Για τα συμβόλαια Α και Ε, ο εργολάβος που ανέλαβε τα κατασκευαστικά έργα ήταν η κοινοπραξία εταιρειών Medcon Construction Ltd-General Construction Company Ltd - JV. Το συμβόλαιο Α ανατέθηκε στην ως άνω κοινοπραξία κατόπιν προκήρυξης προσφορών, ενώ το συμβόλαιο Ε, ήταν αποτέλεσμα ανάθεσης σε αυτήν, χωρίς να προκηρυχθούν προσφορές. Το συμβόλαιο Β ανατέθηκε στην κοινοπραξία Loizos Iordanou Constructions & Ergoliptiki Eteria Ch. P. Th. Alexandrou Ltd JV. Το συμβόλαιο Γ ανατέθηκε στην εταιρεία Nemesis Constructing Public Company Ltd ενώ το συμβόλαιο Δ, που αφορούσε σχεδιασμό, κατασκευή και διαχείριση για δύο συν δέκα χρόνια της λειτουργίας της βιολογικής μονάδας του αποχετευτικού συστήματος Πάφου, στην εταιρεία ENVITEC S.A. Τα συμβόλαια Β, Γ και Δ ανατέθηκαν στις ως άνω εταιρείες κατόπιν προκήρυξης σχετικού διαγωνισμού. Το ΣΑΠΑ, διοικείται από διοικητικό συμβούλιο, μέλη του οποίου είναι, κατόπιν σχετικού διορισμού τους με την ίδια ως άνω απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, πέραν από τους κοινοτάρχες συγκεκριμένων χωριών και τους δημάρχους δημαρχούμενων περιοχών της ευρύτερης περιοχής της πόλης της Πάφου, όλα τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου Πάφου. Πρόεδρος του ΣΑΠΑ είναι ο εκάστοτε δήμαρχος Πάφου, ενώ ο γενικός διευθυντής του, συμμετέχει στις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου του ΣΑΠΑ, ενεργώντας ως σύμβουλος, χωρίς όμως να έχει δικαίωμα ψήφου. Πέραν από την ολομέλεια του διοικητικού συμβουλίου του ΣΑΠΑ, για σκοπούς υποβοήθησης του έργου του εν λόγω συμβουλίου, λειτουργούσαν και διάφορες άλλες επιτροπές, μία εκ των οποίων ήταν η εποπτική επιτροπή, με αρμοδιότητες που είχαν να κάνουν, μεταξύ άλλων, με αντιμετώπιση και επίλυση διαφόρων προβλημάτων που προέκυπταν και είχαν άμεση σχέση με τεχνικά θέματα και την εξέλιξη των εργασιών του αποχετευτικού συστήματος Πάφου (τεκμήριο 54, έγγραφο αριθμός 34). Σύμφωνα με την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής - όπως αυτή αναδεικνύεται από τις λεπτομέρειες αδικήματος στην κάθε μία κατηγορία επί του κατηγορητηρίου μετά από τροποποιήσεις που έλαβαν χώρα αλλά και διευκρινίσεις - λεπτομέρειες που δόθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή, ο Γιώργος Μιχαηλίδης, (κατηγορούμενος αρ. 1) σε άγνωστη ημερομηνία κατά το 2010, ενώ ήταν δημοτικός σύμβουλος Πάφου, μέλος του διοικητικού συμβουλίου του ΣΑΠΑ και μέλος της εποπτικής επιτροπής του ΣΑΠΑ, έλαβε από τους Δήμητρα Καραντώκη και Κυριάκο Αβρααμίδη, διευθυντές της κοινοπραξίας Medcon Construction Ltd - General Construction Company Ltd, το χρηματικό ποσό των €50.000,00 για την δήθεν ομαλή διεξαγωγή και εκτέλεση του συμβολαίου Ε της Β΄ φάσης του ως άνω αποχετευτικού συστήματος Πάφου, διαπράττοντας τα αδικήματα που περιγράφονται στις κατηγορίες 1, 3, 5, 7, 9, 11 και
  1. Περαιτέρω, κατά το 2008 έχοντας τις ίδιες πιο πάνω ιδιότητες, επιφορτισμένος λόγω του λειτουργήματος του με την επίβλεψη, εκτέλεση και λειτουργία του βιολογικού σταθμού λυμάτων στην επαρχία Πάφου, έλαβε από τον Χρίστο Δρακόπουλο, διευθυντή της εταιρείας ENVITECH S.A., το χρηματικό ποσό των €50.000,00, με σκοπό να υλοποιηθούν και να εφαρμοστούν οι όροι του συμβολαίου Δ της Β΄ φάσης για να καταβάλλονται οι πληρωμές στην ώρα τους, κατά τρόπο που διέπραξε τα αδικήματα που περιγράφονται στις κατηγορίες 20, 21, 22, 23, 24, 25, και
  2. Αποδίδεται επίσης στον ως άνω κατηγορούμενο αρ. 1, ότι μεταξύ 2008-2009 συνωμότησε με τους Σάββα Βέργα και Ευτύχιο Μαληκίδη (κατηγορία 52) ενώ ήταν δημοτικός σύμβουλος Πάφου, μέλος του διοικητικού συμβουλίου ΣΑΠΑ και μέλος της εποπτικής επιτροπής του συμβουλίου του ΣΑΠΑ, επιφορτισμένος λόγω του λειτουργήματος του με την επίβλεψη και εκτέλεση του αποχετευτικού συστήματος στην επαρχία Πάφου να διαπράξουν κακούργημα (τα αδικήματα που περιγράφονται στις κατηγορίες 53 μέχρι 56) και έλαβε από τον Λοίζο Ιορδάνους, διευθυντή της εταιρείας Loizos Iordanou Constructions Ltd το χρηματικό των €117.000,00 για τον εαυτό του, προς εκτέλεση ενέργειας κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων του λειτουργήματος του, δηλαδή ζήτησε το εν λόγω ποσό για να βοηθήσει στην κατακύρωση της προσφοράς του συμβολαίου Β της Β΄ φάσης κατασκευής του αποχετευτικού Πάφου στην κοινοπραξία Loizos Iordanou Constructions & Ergoliptiki Eteria Ch. P. Th. Alexandrou Ltd­ - JV κατά τρόπο που διέπραξε τα αδικήματα που περιγράφονται στις κατηγορίες, 53, 54, 55, 56, 57 και
  3. Περαιτέρω, σύμφωνα πάντα με την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής, αποδίδεται στον κατηγορούμενο αρ. 1 ότι το 2008 συνωμότησε μαζί με τους κατηγορούμενους αρ. 3 και 4 ως επίσης με τον Ευτύχιο Μαληκίδη (κατηγορία 60) να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή να λάβουν παράνομα το συνολικό ποσό των €230.000,00 προς όφελος τους από την κοινοπραξία Zachariades και Atlas Pantou - JV μέσω του Ε. Μαληκίδη με σκοπό τον διακανονισμό των απαιτήσεων των συμβολαίων 2Α/2Β της Α΄ φάσης κατασκευής του αποχετευτικού συστήματος Πάφου, διαπράττοντας τα αδικήματα που περιγράφονται στις κατηγορίες 26-40 και 42-
  4. Κατά τον ίδιο τρόπο, αποτελεί εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο Φειδίας Σαρίκας (κατηγορούμενος αρ. 2) σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ετών 2000 και 2003, ενώ ήταν δήμαρχος Πάφου και πρόεδρος του ΣΑΠΑ, επιφορτισμένος λόγω του λειτουργήματος του με την επίβλεψη και εκτέλεση του αποχετευτικού συστήματος στην επαρχία Πάφου, έλαβε από τον Γεώργιο Μπάφα, εκπρόσωπο της εταιρείας Awatech, το χρηματικό ποσό των €55.000,00 για τον εαυτό του, με σκοπό να διευθετήσει όπως η εν λόγω εταιρεία κερδίσει την προσφορά για την ανέγερση του βιολογικού σταθμού Πάφου της Α΄ φάσης κατασκευής του Αποχετευτικού Συστήματος Πάφου και να μεριμνήσει για την δήθεν ομαλή εφαρμογή του συμβολαίου, διαπράττοντας τα αδικήματα που περιγράφονται στις κατηγορίες 45, 46, 47, 48, 49, 50 και 51 στο κατηγορητήριο. Περαιτέρω, αποτελεί εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι ο Ευστάθιος Ευσταθίου, (κατηγορούμενος αρ. 3) κατά το 2010, ενώ ήταν Δημοτικός Σύμβουλος Πάφου, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΣΑΠΑ και μέλος της εποπτικής επιτροπής, επιφορτισμένος λόγω του λειτουργήματος του για την επίβλεψη και εκτέλεση του αποχετευτικού συστήματος στην επαρχία Πάφου, έλαβε για τον εαυτό του, από τους Δήμητρα Καραντώκη και Κυριάκο Αβρααμίδη, διευθυντές της κοινοπραξίας Medcon Construction Ltd-General Construction Company Ltd - JV το χρηματικό ποσό των €50.000,00 χάριν εκτέλεσης ενέργειας κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων του λειτουργήματος του, ζητώντας το πιο πάνω ποσό για την δήθεν ομαλή διεξαγωγή και εκτέλεση του συμβολαίου Ε της Β΄ φάσης κατασκευής του αποχετευτικού συστήματος Πάφου, διαπράττοντας έτσι τα αδικήματα που του αποδίδονται στις κατηγορίες 2, 4, 6, 8, 10, 12 και 59 στο κατηγορητήριο. Αποτελεί επίσης εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο κατηγορούμενος αρ. 3 σε άγνωστη ημερομηνία, κατά το έτος 2008, στην Κυπριακή Δημοκρατία, ενώ ήταν δημοτικός σύμβουλος Πάφου, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΣΑΠΑ και της εποπτικής επιτροπής, επιφορτισμένος λόγω του λειτουργήματος του με την επίβλεψη και εκτέλεση του αποχετευτικού συστήματος στην επαρχία Πάφου έλαβε για τον εαυτό του από την κοινοπραξία Zachariades και Atlas Pantou - JV το χρηματικό ποσό των €60.000,00 με σκοπό τον διακανονισμό των απαιτήσεων των ου συμβολαίων με αριθμό 2Α/2Β της Α΄ φάσης κατασκευής του αποχετευτικού Πάφου, διαπράττοντας τα αδικήματα που του αποδίδονται στις κατηγορίες 27, 30, 33, 36, 39, 43 και 60 στο κατηγορητήριο. Σε σχέση με τον Βάσο Βασιλείου, (κατηγορούμενο αρ. 4) αποτελεί θέση της Κατηγορούσας Αρχής ως αναδύεται κατά τον τρόπο που ετέθη ανωτέρω, ότι σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2008 στην Κυπριακή Δημοκρατία, ενώ ήταν δημοτικός σύμβουλος Πάφου, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ΣΑΠΑ και της εποπτικής επιτροπής, επιφορτισμένος λόγω του λειτουργήματος του με την επίβλεψη και εκτέλεση του αποχετευτικού συστήματος στην επαρχία Πάφου έλαβε για τον εαυτό του από την Κοινοπραξία Zachariades και Atlas Pantou - JV το χρηματικό ποσό των €60.000,00 με σκοπό τον διακανονισμό των απαιτήσεων των συμβολαίων με αρ. 2Α/2Β της Α΄ φάσης κατασκευής του αποχετευτικού Πάφου κατά τρόπο που διέπραξε τα αδικήματα που του αποδίδονται στις κατηγορίες υπ΄ αριθμό 28, 31, 34, 37, 40, 44 και 60 στο κατηγορητήριο. Σε σχέση με τον Γιώργο Σιαηλή, (κατηγορούμενο αρ. 5) αποτελεί εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο τελευταίος με το Σάββα Βέργα, μεταξύ Σεπτεμβρίου 2013 και Ιανουαρίου 2014, στην Κυπριακή Δημοκρατία, συνωμότησαν μεταξύ τους για να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή να λάβουν παράνομα από το Χρίστο Δρακόπουλο, διευθυντή της εταιρείας Envitech S.A. το χρηματικό ποσό των €27.500,00 για τον 5ον κατηγορούμενο, με σκοπό να υλοποιηθεί χωρίς κωλυσιεργία και χωρίς προσκόμματα η απόφαση της ολομέλειας του ΣΑΠΑ για πληρωμή της πιο πάνω εταιρείας σχετικά με οικονομικές απαιτήσεις που είχε για την εκτέλεση του έργου του συμβολαίου Δ της Β΄ φάσης του αποχετευτικού συστήματος Πάφου (κατηγορία 13). Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος αρ. 5 μεταξύ 15.12.2013 και Ιανουαρίου του 2014 ενώ ήταν δημοτικός σύμβουλος Πάφου, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΣΑΠΑ και της εποπτικής επιτροπής, επιφορτισμένος λόγω του λειτουργήματος του με την επίβλεψη, εκτέλεση και λειτουργία του βιολογικού σταθμού λυμάτων στην περιοχή Πάφου, έλαβε από τον Χρίστο Δρακόπουλο, διευθυντή της εταιρείας Envitech S.A. το χρηματικό ποσό των €27.500,00 για τον εαυτό του με σκοπό να υλοποιηθεί χωρίς κωλυσιεργία και χωρίς προσκόμματα η απόφαση της ολομέλειας του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Πάφου για πληρωμή της πιο πάνω εταιρείας σχετικά με οικονομικές απαιτήσεις που η εταιρεία είχε για το συγκεκριμένο έργο, διαπράττοντας τα αδικήματα που του αποδίδονται στις κατηγορίες 14, 15, 16, 17, 18 και
  5. Τέλος, αποτελεί εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο κατηγορούμενος αρ. 5, στις 03.12.2014, στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου παρότρυνε τον τελών υπό κράτηση Σάββα Βέργα, να επικοινωνήσει με το Χρίστο Δρακόπουλο, διευθυντή της εταιρείας Envitech S.A., μάρτυρα κατηγορίας στην υπό συζήτηση υπόθεση και να του πει να μην μιλήσει στην αστυνομία για το χρηματικό ποσό των €55.000.00 που έδωσε στην Αθήνα ο Χρίστος Δρακόπουλος στον κατηγορούμενο αρ. 5, διαπράττοντας το αδίκημα της παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία, κατά παράβαση του άρθρου 122(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, αδίκημα που του αποδίδεται με την κατηγορία αρ. 41 στο κατηγορητήριο. Στον αντίποδα, όλοι οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν τις κατηγορίες που τους αποδίδονται. Αποτέλεσε καθολική εκδοχή των κατηγορουμένων ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε με τη μαρτυρία που προσέφερε στο Δικαστήριο να αποσείσει το βάρος απόδειξης των επίδικων κατηγοριών στο βαθμό που τούτο είναι αναγκαίο σε ποινικές υποθέσεις ως η υπό συζήτηση, υποδεικνύοντας ότι η ουσιαστική μαρτυρία που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου στερείται αξιοπιστίας, μη δυνάμενη να αξιοποιηθεί από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, ευπαίδευτοι συνήγοροι υπεράσπισης ανέπτυξαν τις θέσεις τους σε ζητήματα που άπτονται όχι μόνο της πληρότητας και της επάρκειας του ανακριτικού έργου, αλλά και της ποιότητας του τελευταίου. Εκτενής αναφορά, όπου τούτο κρίνεται αναγκαίο, θα γίνει στη συνέχεια. Κατά τη δίκη, δηλώθηκαν ως παραδεκτά και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο στη βάση του άρθρου 19 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, σειρά γεγονότων που αφορούν σε διάφορες συνιστώσες είτε του ανακριτικού έργου είτε για ζητήματα που γενικότερα αφορούσαν την υπό συζήτηση υπόθεση ή τα οποία απασχόλησαν κατά την εξέλιξη της παρουσίασης της υπόθεσης. Εντάξαμε και αναλύσαμε όλα ανεξαιρέτως τα παραδεκτά γεγονότα που δηλώθηκαν και εγκρίθηκαν ως τέτοια στη δίκη, (ασχέτως αν δεν τα αναφέρουμε ρητώς στην απόφαση μας) στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, θεωρώντας τα ως δεδομένα (βλέπε κατ' αναλογία Ανδρέα κ.α. ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 598, 501) κρίνοντας τα, καθηκόντως, ως παραδεκτή κατά το δίκαιο μαρτυρία (βλέπε κατ' αναλογία Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Παρουσιάζοντας την υπόθεση της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε συνολικά 27 μάρτυρες κατηγορίες. Ένας εξ αυτών, κατ' απαίτηση της υπεράσπισης του κατηγορουμένου αρ. 5, ο Σάββας Βέργας, (Μ.Κ.12) επανακλήθηκε για σκοπούς αντεξέτασης, αφού τούτο κρίθηκε ότι θα εξυπηρετούσε τη διαδικασία. Παράλληλα, οι εκπρόσωποι της κατηγορούσας αρχής πρόσφεραν στην πλευρά της υπεράσπισης των κατηγορουμένων, τη δυνατότητα να αντεξετάσουν, αν το επιθυμούσαν, το σύνολο των υπολοίπων μαρτύρων τα ονόματα των οποίων περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, πλην του Γεώργιου Μπάφα, (Μ.51 ως αριθμείται στον πίνακα μαρτύρων στο κατηγορητήριο) τον οποίο, όχι μόνο δεν κάλεσε αλλά ούτε και προσέφερε για αντεξέταση στην υπεράσπιση, θεωρώντας τον, ως δήλωσε, αναξιόπιστο μάρτυρα. Τη μαρτυρία τους προσέφεραν στη διαδικασία επίσης, οι κατηγορούμενοι αρ. 1, 2 και 4 ενώ ο κατηγορούμενος αρ. 5, όπως είχε κάθε δικαίωμα, κληθείς να παρουσιάσει την υπόθεση του επέλεξε να προβεί σε δήλωση ανωμοτί, με τον κατηγορούμενο αρ. 3 να επιλέγει το δικαίωμα της σιωπής. Την μαρτυρία τους προσέφεραν επίσης οκτώ μάρτυρες υπεράσπισης, ενώ κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν στο Δικαστήριο εκατοντάδες τεκμήρια και έγγραφα. Κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων κατηγορίας, των κατηγορούμενων και των μαρτύρων υπεράσπισης, όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων και εγγράφων, αξιοποιήθηκαν και αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό έστω και αν δεν διατυπώνονται ρητώς στο σκεπτικό μας. Σημειώνουμε βέβαια το αυτονόητο, πως αξιολογώντας την αποδεικτική βαρύτητα της προαναφερόμενης ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου αρ. 5 και της άσκησης εκ μέρους του κατηγορούμενου αρ. 3 του δικαιώματος της σιωπής, κατά τον τρόπο που υποδεικνύει η νομολογία, λαμβάνουμε υπόψη ότι οι επιλογές αυτές δεν μπορούν να θεωρηθούν ζημιογόνες για τους ίδιους (βλ. κατ΄ αναλογίαν R. v. Sparou
(1973)2 All E.R. 12 και Themistokleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Δεν απαιτείται εδώ - και δεν συνίσταται, για πρακτικούς κυρίως λόγους - η επανάληψη του συνόλου της μαρτυρίας και η αναφορά σε κάθε επιμέρους πτυχή της. (Βλ. κατ΄ αναλογίαν, G & K Exclusive Fashions Ltd v. Παπαδοπούλου και άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Paphos Stone C. Estates v. Ζαβρού και άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Το Δικαστήριο, καθηκόντως, προσδιορίζοντας τα επίδικα θέματα και ζητήματα τα συνάρθρωσε με τα ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας για να καταλήξει στο τέλος σε σαφή και σχετικά ευρήματα (Λάρκου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1399). Παραθέτουμε σε πρώτο στάδιο σύνοψη της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας, προκειμένου να καταστεί αντιληπτό το ευρύτερο πλέγμα της υπόθεσης κατά την οπτική της κατηγορούσας αρχής. Προς εξυπηρέτηση του ίδιου στόχου, ακολουθεί στη συνέχεια η παράθεση, περιληπτικά πάντα, των θέσεων και της μαρτυρίας των κατηγορουμένων και των μαρτύρων που κάποιοι από αυτούς κάλεσαν προς υπεράσπιση τους, ως επίσης το περιεχόμενο της δήλωσης, ανωμοτί, του κατηγορουμένου αρ.5 (Γιώργου Σιαηλή) ώστε να γίνει καλύτερα αντιληπτή η εκδοχή και των κατηγορούμενων για την εξέλιξη των γεγονότων που εδώ απασχολούν. Η αστυφύλακας με αύξων αριθμό μητρώου 1939, Άντρη Γεωργίου, (Μ.Κ.1) μέλος της ανακριτικής ομάδας η οποία συστάθηκε με οδηγίες του Αρχηγού Αστυνομίας για τη διερεύνηση αδικημάτων που φέρονταν να διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια της κατασκευής του αποχετευτικού συστήματος Πάφου, συμμετείχε σε διάφορες εξετάσεις και έρευνες, λαμβάνοντας παράλληλα καταθέσεις από διάφορα πρόσωπα. Υιοθετώντας γραπτή της κατάθεση, (Έγγραφο Α) εξήγησε ότι έχοντας οριστεί ως υπεύθυνη για το χειρισμό τεκμηρίων, πέραν από την ετοιμασία σχετικού καταλόγου διακίνησης τους, τον οποίο παρουσίασε, έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου διάφορα τεκμήρια τα οποία περιλαμβάνονται στον ως άνω κατάλογο που ετοίμασε, ως επίσης ανακριτικές καταθέσεις που η ίδια έλαβε από κατηγορούμενους. Ο αστυφύλακας με αύξων αριθμό μητρώου 1525, Γιαννάκης Μανούρη, (Μ.Κ.2) μέλος επίσης της ως άνω ανακριτικής ομάδας, επεξήγησε και ανέπτυξε τις ενέργειες του ιδίου κατά το στάδιο της διερεύνησης της υπό συζήτηση υπόθεσης, με σημείο αναφοράς πάντα το περιεχόμενο των δύο καταθέσεων του (Έγγραφα Β και Β1) και σε συνάρτηση με τεκμήρια που τέθηκαν στο Δικαστήριο. Μεταξύ άλλων, έλαβε καταθέσεις, εκτέλεσε εντάλματα σύλληψης σε βάρος κατηγορουμένων, παρέλαβε μαρτυρικό υλικό, ενώ υποστήριξε με την ένορκη δήλωση του, αίτημα των ανακριτικών αρχών στο Δικαστήριο για έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης τραπεζικών δεδομένων διαφόρων προσώπων. Ο Χρίστος Μαλέκκος, (Μ.Κ.3) λογιστής, τοποθετημένος από τον Αύγουστο του 2014 στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, ήταν το πρόσωπο στο οποίο ανατέθηκε από την ανακριτική ομάδα να προβεί σε ανάλυση των τραπεζικών δεδομένων των κατηγορουμένων. Η όλη εργασία του, ως ο ίδιος αποσαφήνισε, έγινε για σκοπούς πληροφόρησης χωρίς ο ίδιος να καταλήγει σε οποιοδήποτε συμπέρασμα. Ετοίμασε προς τούτο σχετική πολυσέλιδη έκθεση - σε ηλεκτρονική μορφή - η οποία τιτλοφορείται «Ανάλυση Τραπεζικών Δεδομένων Κατηγορουμένων», (Έγγραφο Γ) ενώ στη συνέχεια ετοίμασε δεύτερη, συμπληρωματική έκθεση, (Έγγραφο Γ1) αφού κατέστη αναγκαίο, όπως εξήγησε, να αφομοιωθούν στην έκθεση του, αλλαγές σε δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν στην ως άνω πρώτη έκθεση-ανάλυση του (Έγγραφο Γ). Ο μάρτυρας, κλήθηκε και εξήγησε με λεπτομέρεια τις αναλύσεις στις οποίες προέβηκε, τη μεθοδολογία που ακολούθησε, τα στοιχεία και δεδομένα που χρησιμοποίησε και αξιοποίησε καθώς επίσης και τις ασκήσεις στις οποίες προέβηκε στο πλαίσιο της εργασίας που ανέλαβε, καταγράφοντας τα αποτελέσματα της εργασίας του σε διάφορους πίνακες που συνοδεύουν, τόσο το Έγγραφο Γ όσο και το Έγγραφο Γ
  1. Η Χριστίνα Γεωργιάδου, (Μ.Κ.4) Οικονομικός Διευθυντής του ΣΑΠΑ και από τις 25.10.2014 εκτελών χρέη Γενικού Διευθυντή το ως άνω οργανισμού, παρουσίασε και υιοθέτησε έξι καταθέσεις της στις ανακριτικές αρχές, (Έγγραφα Δ, Δ1, Δ2, Δ3, Δ4 και Δ5) στα πλαίσια των οποίων αναφέρεται στα της εγκαθίδρυσης του ΣΑΠΑ και στην αποστολή του τελευταίου, εξηγώντας παράλληλα τον σχεδιασμό του αποχετευτικού συστήματος της Πάφου και την απόφαση αυτό να γίνει σε δύο φάσεις. Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στα συμβόλαια που αφορούσε η κάθε φάση και τις εταιρείες οι οποίες ανέλαβαν να τα υλοποιήσουν, εξηγώντας ταυτόχρονα τον τρόπο λειτουργίας και λήψης αποφάσεων στο Συμβούλιο του ΣΑΠΑ. Αναφέρθηκε επίσης με λεπτομέρεια σε διαφορές που προέκυπταν κατά την εκτέλεση των συμβολαίων με τις εταιρείες που ανέλαβαν να εκτελέσουν τις εργασίες των διαφόρων συμβολαίων, παραπέμποντας ταυτόχρονα σε διαφωνίες της ίδιας με τον τρόπο χειρισμού διαφόρων ζητημάτων από τον τότε Γενικό Διευθυντή του ΣΑΠΑ Ευτύχιο Μαληκίδη. Έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου αριθμό τεκμηρίων στα οποία και κατά περίπτωση αναφέρθηκε, σχολιάζοντας και επεξηγώντας τα. Ο Ανδρέας Χασαπόπουλος, (Μ.Κ.5) Διευθυντής Τεχνικού Ελέγχου της Ελεγκτικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, υιοθετώντας την κατάθεση του ημερ. 23.10.2014, (Έγγραφο Ε) αναφέρθηκε στην εμπλοκή της υπηρεσίας του στις συνεδρίες της Βουλής των Αντιπροσώπων, οι οποίες αφορούσαν συζήτηση θεμάτων οικονομικής διαχείρισης. Μεταξύ άλλων και στη συζήτηση του θέματος της δεινής οικονομικής κατάστασης του ΣΑΠΑ, τις πιθανές ευθύνες για τη σωστή διαχείριση του οργανισμού και τις επιπτώσεις στους πολίτες. Ο μάρτυρας υπέδειξε ότι ήταν το πρόσωπο στο οποίο απευθύνθηκε ο Σαβέριος Βραχίμης, (πρόσωπο που παρείχε συμβουλευτικές υπηρεσίες στο ΣΑΠΑ για τον σχεδιασμό/επίβλεψη της Β΄ φάσης του αποχετευτικού συστήματος Πάφου ως εκπρόσωπος των συμβούλων μηχανικών του έργου) μετά τον τερματισμό των υπηρεσιών του στο ΣΑΠΑ, προβαίνοντας σε διάφορες καταγγελίες σε βάρος του Δημάρχου, μελών του Συμβουλίου του ΣΑΠΑ και του Γενικού Διευθυντή του ΣΑΠΑ, ως επίσης του προηγούμενου Δημάρχου και προηγούμενων μελών του Συμβουλίου του ΣΑΠΑ. Το εν λόγω πρόσωπο, υπέδειξε ο μάρτυς, είχε προσπαθήσει και στο παρελθόν να καταγγείλει αυτά τα ζητήματα απευθυνόμενος στον προηγούμενο Διευθυντή Ελέγχου, χωρίς όμως να υπάρξει συνέχεια, για λόγους που επικαλέστηκε, ειδικότερα ενόψει του γεγονότος ότι μετά την πρώτη του επικοινωνία με τον προηγούμενο διευθυντή, απειλούμενος από εργολάβους σταμάτησε οποιεσδήποτε ενέργειες. Η σχετική πληροφόρηση στην οποία ο Βραχίμης προέβη στην παρουσία του μάρτυρος προς την προηγούμενη Γενική Ελέγκτρια, κα Γιωρκάτζιη, επαναλήφθηκε και προς τον νέο Γενικό Ελεγκτή κ. Μιχαηλίδη. Μετά την πληροφόρηση που ο Σαβέριος Βραχίμης οικειοθελώς προέβη προς την υπηρεσία του, η Ελεγκτική Υπηρεσία, μέσω της επιστολής ημερ. 20.10.2014, (τεκμήριο 52) απευθύνθηκε στην αστυνομία ενημερώνοντας την για το ζήτημα. Ο Ανδρέας Χειμαρίδης, (Μ.Κ.6) Τεχνικός Διευθυντής της εταιρίας Medcon Construction Ltd και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εν λόγω εταιρείας, καταθέτοντας από το εδώλιο του μάρτυρος, αφού υιοθέτησε αριθμό καταθέσεων του στην αστυνομία, υπέδειξε ότι ουσιαστικά ήταν το πρόσωπο μέσω του οποίου η κοινοπραξία Medcon Construction Ltd - General Construction Company Ltd - JV, η οποία είχε αναλάβει την εκτέλεση των συμβολαίων Α και Ε της Β' φάσης του αποχετευτικού συστήματος Πάφου - έδιδε χρήματα, «μίζες» στον τότε δήμαρχο της Πάφου και πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του ΣΑΠΑ, Σάββα Βέργα, τον γενικό διευθυντή του ΣΑΠΑ, Ευτύχιο Μαληκίδη, ως επίσης στους Γιώργο Μιχαηλίδη (κατηγορούμενο αρ. 1) και Ευστάθιο Ευσταθίου (κατηγορούμενο αρ. 3). Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στον τρόπο και κάτω από τις περιστάσεις που ως ισχυρίστηκε δίδονταν τα ως άνω χρήματα από τον ίδιο στα εν λόγω πρόσωπα. Όλες οι ενέργειες του είχαν την έγκριση των διευθυντών των εταιρειών που αποτελούσαν την ως άνω κοινοπραξία. Της Δήμητρας Καραντώκη για την Medcon Construction Ltd και του Ανδρέα Αβρααμίδη για την General Construction Company Ltd ( στο εξής GCC Ltd). Ο Κώστας Κορωνής, (Μ.Κ.7) Οικονομικός Διευθυντής της εταιρείας Medcon Construction Ltd και υπεύθυνος του λογιστηρίου της περί ου ο λόγος εταιρείας, υιοθετώντας το περιεχόμενο γραπτών καταθέσεων του στις ανακριτικές αρχές, (Έγγραφα Ζ και Ζ1) επιβεβαίωσε το γεγονός ότι κατ' εντολή της εκτελεστικής προέδρου της εταιρείας Medcon Construction Ltd, Δήμητρας Καραντώκη, έδινε στην τελευταία χρήματα σε μετρητά, από διάφορους λογιστικούς λογαριασμούς της εν λόγω εταιρείας, με σκοπό να πληρωθούν κάποιοι που είχαν εμπλοκή με τα συμβόλαια Α και Ε της Β φάσης του αποχετευτικού συστήματος της Πάφου που η εταιρεία του, σε κοινοπραξία με την εταιρεία GCC Ltd, είχαν αναλάβει να ολοκληρώσουν. Τον σκοπό της καταβολής των συγκεκριμένων χρημάτων του τον ανέφεραν σε μεταγενέστερο στάδιο. Τα ως άνω μετρητά, τα οποία εξασφάλιζε κατά τον τρόπο που εξήγησε από λογαριασμούς της εταιρείας, άλλοτε τα έδινε απευθείας στην κα Καραντώκη και άλλοτε, κατ' εντολή της τελευταίας, απευθείας στον κ. Χειμαρίδη. Ο Χρίστος Θεοδώρου, (Μ.Κ.8) Διοικητικός Λειτουργός του ΣΑΠΑ από το 2005, αναφέρθηκε στον τρόπο λειτουργίας τόσο της ολομέλειας του ΣΑΠΑ όσο και άλλων επιτροπών του ΣΑΠΑ, όπως είναι η Εποπτική Επιτροπή. Ο ίδιος λειτουργούσε υποβοηθητικά στις διάφορες επιτροπές, σε γραφειακό επίπεδο, τηρώντας τα πρακτικά των συνεδριών των επιτροπών, χωρίς να έχει οποιαδήποτε ουσιαστική εμπλοκή ή θέση για τη λήψη των σχετικών αποφάσεων. Για την τήρηση των πρακτικών της ολομέλειας του συμβουλίου του ΣΑΠΑ ήταν επιφορτισμένη άλλη γραφέας. Το 2012, όταν ο κ. Σωτήρης Παπάς, ο οποίος προσελήφθη ως διευθυντής του έργου της Β' φάσης του αποχετευτικού συστήματος Πάφου απέστειλε σημείωμα στην εποπτική επιτροπή υποδεικνύοντας ότι η εταιρεία που ανέλαβε την επίβλεψη του έργου παραβιάζει το συμβόλαιο της, τόσο ο ίδιος όσο και άλλα διοικητικά στελέχη του ΣΑΠΑ όπως η οικονομική διευθύντρια, Χριστίνα Γεωργιάδου, και ο διευθυντής τεχνικών υπηρεσιών, Γεώργιος Χατζηγεωργίου ετοίμασαν εσωτερικό υπόμνημα με το οποίο ζητούσαν όπως ληφθούν μέτρα για την όλη κατάσταση και όπως τερματιστεί το συμβόλαιο των συμβούλων μηχανικών. Ο αρχιαστυφύλακας με αύξων αριθμό μητρώου 106, Μάριος Σταυρινού (Μ.Κ.9) με αναφορά στο περιεχόμενο γραπτών του καταθέσεων, (Έγγραφα Θ και Θ1) κατέθεσε ως μέλος της ανακριτικής ομάδας, αναφερόμενος, ανάμεσα σε άλλα, σε καταθέσεις που έλαβε από διάφορα πρόσωπα κατά την εξέλιξη του ανακριτικού έργου. Στις 16.12.2014, συνόδευσε τον Χειμαρίδη καθ' ον χρόνο ο τελευταίος υπέδειξε τους χώρους που ως ισχυριζόταν παρέδιδε χρήματα στους Βέργα, Μαληκίδη, Μιχαηλίδη (κατηγορούμενο αρ.1) και Ευσταθίου (κατηγορούμενο αρ. 4) διασυνδέοντας αυτές τις ενέργειες του, κατά περίπτωση, με τα συμβόλαια Α και Ε της Β' φάσης της κατασκευής του αποχετευτικού συστήματος της Πάφου. Προς τούτο, ο μάρτυς ετοίμασε σχετικό έντυπο-έγγραφο υπόδειξης σκηνών (τεκμήριο 73). Ο αρχιαστυφύλακας με αύξων αριθμό μητρώου 521, Μανώλης Μανώλη, (Μ.Κ.10) μέλος επίσης της ανακριτικής ομάδας, παραπέμποντας στο περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης, (Έγγραφο Ι) αναφέρθηκε σε διάφορες πτυχές του ανακριτικού έργου στις οποίες και ο ίδιος συμμετείχε, όπως τη λήψη καταθέσεων, στη διενέργεια έρευνας στην οικία του πρώτου κατηγορούμενου και τη λήψη από διάφορα τραπεζικά ιδρύματα στοιχείων που παραδόθηκαν στην ανακριτική ομάδα στη βάση του διατάγματος αποκάλυψης τραπεζικών δεδομένων, ημερ. 29.10.2014, (τεκμήριο 77Α) που εξασφαλίστηκε στα πλαίσια της αίτησης με αριθμό 47/2014, Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, (τεκμήριο 77) τα οποία παρέδωσε στις 08.01.2015 στον λογιστή Χρίστο Μαλέκκο (Μ.Κ.3) Ο Χρίστος Δρακόπουλος, (Μ.Κ.11) με αναφορά και στο περιεχόμενο των γραπτών του καταθέσεων προς την αστυνομία, (Έγγραφα ΙΑ και ΙΑ1) αναφέρθηκε στην εμπλοκή του στην εξέλιξη των γεγονότων, ειδικότερα σε ότι αφορά ζητήματα που άπτονταν του συμβολαίου Δ της Β' φάσης του αποχετευτικού συστήματος Πάφου, το οποίο η εταιρεία του, ENVITEC SA ανέλαβε να εκτελέσει. Οι αναφορές του, συναρτήθηκαν με την ανάμιξη και εμπλοκή κάποιων εκ των κατηγορουμένων σε ότι καταλογίζεται σε αυτούς στο κατηγορητήριο. Ο Σάββας Βέργας, (Μ.Κ.12) πρώην δήμαρχος Πάφου και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του ΣΑΠΑ σε ουσιώδεις για την υπό συζήτηση υπόθεση χρόνους, καταδικασθέντας ήδη στα πλαίσια της υπόθεσης 12057/2014, Κακουργιοδικείου Πάφου, για αδικήματα όμοια με αυτά που οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν στα πλαίσια της παρούσας ποινικής υπόθεσης σε σχέση και συνάρτηση πάντα με τις εργασίες του αποχετευτικού συστήματος Πάφου και τα ως άνω συμβόλαια του ΣΑΠΑ, με παραπομπή επίσης σε αριθμό καταθέσεων του προς την αστυνομία, αναφέρθηκε, όχι μόνο στη δική του εμπλοκή στην εξέλιξη των γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση αλλά και στην ανάμιξη, την εμπλοκή και τον ρόλο κάποιων εκ των κατηγορουμένων αλλά και άλλων προσώπων σε αυτά. Κατά το στάδιο που επανακλήθηκε ως μάρτυρας στη διαδικασία, αναφέρθηκε ότι στο πλαίσιο διερεύνησης από τις ανακριτικές αρχές ζητημάτων που αφορούσαν το ΧΥΤΑ Πάφου, ο ίδιος προέβηκε σε γραπτή κατάθεση, ημερ. 25.03.2016, (τεκμήριο 150) πλην όμως, επικαλούμενος ουσιαστικά το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης, υπέδειξε ότι δεν επιθυμούσε να επεκταθεί επί του θέματος και της όποιας εμπλοκής του ιδίου. Σε κάθε περίπτωση, υποστήριξε, ο ίδιος, σε χρόνο πολύ προγενέστερο της διερεύνησης από την αστυνομία των ζητημάτων που αφορούσαν το ΧΥΤΑ Πάφου, ήδη από τον Ιανουάριο του 2015 είχε ενημερώσει τους ανακριτές για τα ζητήματα του ΧΥΤΑ, Η αναφορά του δε κατά το στάδιο που κατέθετε στο Δικαστήριο περί μη εμπλοκής του σε οποιοδήποτε άλλο σκάνδαλο, αφορούσε σε ζητήματα όπως η συναυλία Ρουβά η ζητήματα σχετικά με γήπεδο τένις, για τα οποία αντιλήφθηκε ότι γινόταν επίσης λόγος για εμπλοκή του. Ο Γιώργος Χατζηγεωργίου, (Μ.Κ.13) διευθυντής τεχνικών υπηρεσιών του ΣΑΠΑ, παρουσιάζοντας και υιοθετώντας πολυσέλιδες καταθέσεις του στην αστυνομία, (Έγγραφα ΙΓ, ΙΓ1, ΙΓ2 και ΙΓ3) εξήγησε με λεπτομέρεια τι περιλάμβανε η πρώτη και δεύτερη φάση του αποχετευτικού συστήματος της μείζονος περιοχής Πάφου, αναφέροντας λεπτομέρειες για την προκήρυξη προσφορών και την κατάληξη στην απόφαση ανάθεσης σε συγκεκριμένες εταιρείες - εργολάβους για κάθε ένα από τα συμβόλαια που αφορούσαν οι δύο φάσεις. Αναφέρθηκε στο ιστορικό και την πορεία της λήψης των αποφάσεων της έναρξης και ολοκλήρωσης των εργασιών, των διαφόρων προβλημάτων που παρουσιάζονταν στην εξέλιξη των εργασιών και των λύσεων που δίδονταν από τα διάφορα όργανα του ΣΑΠΑ. Ο Κώστας Λιασίδης, (Μ.Κ.14) λογιστικός λειτουργός στο Δήμο Πάφου, καταθέτοντας στο Δικαστήριο υιοθέτησε την κατάθεση του, (Έγγραφο ΙΔ) στα πλαίσια της οποίας ουσιαστικά έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου το μισθολόγιο του Φειδία Σαρίκα, (κατηγορούμενου αρ. 2) ο οποίος διορίστηκε στη θέση του Δημάρχου Πάφου την 01.01.
  2. Τα ως άνω στοιχεία που έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου καλύπτουν την περίοδο από 01.05.1997 μέχρι 31.05.2006, σημειώνοντας ταυτόχρονα ότι το 2007, στη βάση απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου Πάφου, ο κατηγορούμενος αρ. 2 έλαβε επιπρόσθετα, ως φιλοδώρημα, το ποσό των Λ.Κ.25.700,
  3. Ο Σωτήρης Ζίγκας, (Μ.Κ.15) υπεύθυνος του Κλάδου Εγγραφής στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου, παρουσίασε και υιοθέτησε τις καταθέσεις του στην αστυνομία, (Έγγραφα ΙΕ και ΙΕ1) στα πλαίσια των οποίων καταγράφονται πληροφορίες για την ακίνητη περιουσία του κατηγορούμενου αρ. 2, τα αποξενωθέντα ακίνητα του ιδίου για την χρονική περίοδο μεταξύ 01.01.1999 μέχρι 11.02.2015 ως επίσης πληροφορίες για την ακίνητη περιουσία διαφόρων εταιρειών. Η Ιωάννα Παυλίδου, (Μ.Κ.16) υπάλληλος στο ποινικό τμήμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, καταθέτοντας από το εδώλιο του μάρτυρα έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου το κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης υπ' αριθμό 12057/2014 ως είχε τροποποιηθεί, (τεκμήριο 93) ως επίσης τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την κατηγορούσα αρχή σε σχέση με τους κατηγορούμενους στην εν λόγω υπόθεση, Σάββα Βέργα και Ευτύχιο Μαληκίδη, (τεκμήριο 94) οι οποίοι παραδέχθηκαν διάφορες κατηγορίες που τους αποδίδονταν στο πλαίσιο της εν λόγω υπόθεσης. Τέθηκε επίσης υπόψη του Δικαστηρίου, έντυπο που τιτλοφορείται γραπτή αγόρευση του δικηγόρου του κατηγορουμένου 1 (Σάββα Βέργα) για σκοπούς μετριασμού της ποινής (τεκμήριο 95) στην ως άνω υπόθεση υπ' αριθμό 12057/
  4. Ο Λοχίας με αύξων αριθμό μητρώου 2192, Γιάννος Κωνσταντίνου, (Μ.Κ.17) με αναφορά στο περιεχόμενο γραπτής του κατάθεσης, (Έγγραφο ΙΣΤ) κατέθεσε ως μέλος της ανακριτικής ομάδας, επεξηγώντας χειρισμούς που έλαβαν χώρα κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, τόσο από τον ίδιο όσο και από την ευρύτερη ανακριτική ομάδα. Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στη δική του εμπλοκή και ενέργειες κατά την εξέλιξη του ανακριτικού έργου. Ο Ευτύχιος Μαληκίδης, (Μ.Κ.18) Γενικός Διευθυντής του ΣΑΠΑ κατά ουσιώδη χρόνο, καταδικασθέντας ήδη στα πλαίσια της ως άνω αναφερόμενης υπόθεσης υπ. αριθμό 12057/2014 για τη διάπραξη όμοιων αδικημάτων όπως αυτά που οι κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζουν, σε σχέση πάντα με τα έργα κατασκευής του αποχετευτικού της μείζονος περιοχής Πάφου, με αναφορά και στο περιεχόμενο γραπτών του καταθέσεων προς την αστυνομία, όπως είναι μεταξύ άλλων τα τεκμήρια 103, 104 και 105, κατέθεσε τόσο για τη δική του εμπλοκή στην εξέλιξη των πραγμάτων όσο και την ανάμιξη κατηγορουμένων σε ζητήματα πάντα που τους καταλογίζονται στο κατηγορητήριο αλλά και άλλων προσώπων. Ο Χαράλαμπος Στυλιανίδης, (Μ.Κ.19) Πολιτικός Μηχανικός στον οποίο είχε ανατεθεί από το γραφείο του Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας - μαζί με άλλο συνάδελφο του - ο έλεγχος και η διερεύνηση των συμβολαίων της Α φάσης του αποχετευτικού συστήματος Πάφου, υιοθετώντας έγγραφες καταθέσεις του προς την αστυνομία (Έγγραφα ΙΗ και ΙΗ1) εξήγησε ότι ο ίδιος, σε σχέση με το συμβόλαιο αρ. 3 της Α' φάσης, που αφορούσε την ανάθεση και την κατασκευή του βιολογικού σταθμού και αντλιοστασίων, ετοίμασε σχετικές εκθέσεις, τις οποίες και παρουσίασε. Η πρώτη, (Έγγραφο ΙΗ2) αφορά τη διαδικασία προσφορών και την επιλογή του εργολάβου για το συγκεκριμένο έργο ενώ η δεύτερη, (Έγγραφο ΙΗ3) αφορά τον φιλικό διακανονισμό που έγινε για το συγκεκριμένο συμβόλαιο και τη διαιτησία. Ο υπαστυνόμος Ελευθέριος Κυριάκου, (Μ.Κ.20) με αναφορά και στο περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης, (Έγγραφο ΙΘ) κατέθεσε ως επικεφαλής της ανακριτικής ομάδας που ορίστηκε από τον Αρχηγό Αστυνομίας για διερεύνηση της υπό συζήτηση υπόθεσης. Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια σε διάφορες πτυχές του ανακριτικού έργου, δίδοντας εξηγήσεις και παρέχοντας διευκρινίσεις για την πορεία και την εξέλιξη του ευρύτερου ανακριτικού έργου επεξηγώντας χειρισμούς που έλαβαν χώρα κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, όχι μόνο από τον ίδιο αλλά και από την ευρύτερη ανακριτική ομάδα. Η Δήμητρα Καραντώκη, (Μ.Κ.21) Εκτελεστικός Πρόεδρος της Medcon Construction Ltd, υιοθετώντας επίσης κατάθεση στην οποία προέβη στην αστυνομία, (Έγγραφο Κ) αναφέρθηκε στην εμπλοκή της εταιρείας της ως μέρους της κοινοπραξίας με την εταιρεία GCC Ltd, στην ανάληψη και διεκπεραίωση εργασιών του αποχετευτικού συστήματος Πάφου, ειδικότερα εργασιών που αφορούσαν τα συμβόλαια Α και Ε της Β' φάσης του αποχετευτικού. Εξήγησε περαιτέρω τη δική της εμπλοκή στην εξέλιξη των γεγονότων που αφορούν ζητήματα που άπτονται κατηγοριών που κατηγορούμενοι σε αυτή τη διαδικασία αντιμετωπίζουν. Περαιτέρω, δήλωσε ενήμερη του γεγονότος ότι η εταιρεία της, μέσω του διευθυντή τεχνικών έργων, Ανδρέα Χειμαρίδη, κατέβαλλε κατά την εξέλιξη των εργασιών, διάφορα ποσά σε διάφορα πρόσωπα, υποστηρίζοντας ότι τούτο ήταν αποτέλεσμα εκβιασμού που δεχόταν η εταιρεία. Ο Δημήτρης Ευσταθίου, (Μ.Κ.22) Αρχιφοροθέτης, στο Επαρχιακό Γραφείο Φόρου Εισοδήματος Πάφου, υιοθετώντας σχετικές καταθέσεις του, (Έγγραφα ΚΑ, ΚΑ1 και ΚΑ2) αναφέρθηκε στις φορολογικές δηλώσεις των κατηγορουμένων αρ.1 και 2 και στις φορολογίες που κατ' έτος επιβλήθηκαν σε αυτούς, θέτοντας υπόψη του Δικαστηρίου σχετικά έγγραφα της υπηρεσίας του. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο αρ.2, (Φειδία Σαρίκα) αναφέρθηκε και σχολίασε το περιεχόμενο κατάστασης ενεργητικού και παθητικού που ο τελευταίος υπέβαλε στην υπηρεσία του, (τεκμήριο 141) η οποία καλύπτει την περίοδο 31.12.1999 μέχρι 31.12.
  5. Ο Λοίζος Ιορδάνου, (Μ.Κ.23) υιοθετώντας το περιεχόμενο γραπτών καταθέσεων του, (τεκμήρια 110, 131 και 132) αναφέρθηκε επίσης στην εμπλοκή του ιδίου και της εταιρείας του, (Loizos Iordanou Construction Ltd) στην ανάληψη εργασιών που αφορούσαν το αποχετευτικό σύστημα Πάφου, τόσο στην Α' φάση, ως υπεργολάβος της Awatech (συμβόλαιο αρ. 3) όσο και στη Β' φάση, είτε ως εργολάβος, αρχικά ως κοινοπραξία με την Ergoliptiki Eteria Ch. P. Th. Alexandrou Ltd­ και στη συνέχεια από μόνη της η εταιρεία του, (συμβόλαιο Β) είτε ως υπεργολάβος της ENVITEC SA (συμβόλαιο Δ). Αναφέρθηκε στην εξέλιξη των γεγονότων για τη ανάληψη και εκτέλεση των ως άνω εργασιών, υποδεικνύοντας παράλληλα τον τρόπο με τον οποίο, σε διάφορες περιπτώσεις, προσέφερε χρήματα σε διάφορα πρόσωπα, σε συνάρτηση πάντα με εργασίες στο αποχετευτικό σύστημα Πάφου τις οποίες ανέλαβε να διεκπεραιώσει. Ο Τώνης Τουμαζή, (Μ.Κ.24) διευθύνων σύμβουλος της εργοληπτικής εταιρείας Atlas Pantou Ltd, η οποία αποτέλεσε μέρος της κοινοπραξίας Zachariades και Atlas Pantou - JV που ανέλαβε τα συμβόλαια 2Α και 2Β της Α' φάσης του αποχετευτικού συστήματος Πάφου, υιοθετώντας γραπτή του κατάθεση, (τεκμήριο 139) υποστήριξε ότι για να γίνει κατορθωτός ο διακανονισμός των απαιτήσεων της κοινοπραξίας σε σχέση με το τελικό ποσό που θα έπρεπε να καταβληθεί στην ως άνω κοινοπραξία από το ΣΑΠΑ, μετά την ολοκλήρωση των εργασιών των ως άνω συμβολαίων, ζητήθηκε, μέσω του Μαληκίδη (Μ.Κ.18) ένα ποσό της τάξης των Λ.Κ.200.000,
  6. Τόσο ο ίδιος εκ μέρους της εταιρείας του όσο και ο συνεταίρος του υπέκυψαν στον ως άνω εκβιασμό, με τον ίδιο να καταβάλλει το μερίδιο του (το μισό του ως άνω ποσού) στον Μαληκίδη. Ο αστυφύλακας με αύξων αριθμό μητρώου 3096, Χαράλαμπος Παλαόντας, (Μ.Κ.25) υιοθετώντας την γραπτή του κατάθεση (Έγγραφο ΚΒ) υπέδειξε ότι στις 03.12.2014 ασκούσε τα καθήκοντα του στο χώρο κρατητηρίων του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου, χώρο όπου κρατείτο ο Σάββας Βέργας. Ο μάρτυρας, με παραπομπές σε οπτικά πλάνα που λήφθηκαν από κάμερα εγκατεστημένη στο «χώρο επισκεπτών» στα κρατητήρια του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου, (τεκμήριο 3) υπέδειξε ότι ο κατηγορούμενος αρ. 5, την εν λόγω ημέρα παρουσιάστηκε στον ίδιο ως ο δικηγόρος του Σάββα Βέργα, υποδεικνύοντας του μάλιστα τη δικηγορική του ταυτότητα, με αποτέλεσμα ο ίδιος, αφού κατέγραψε τούτο σε σχετικό έντυπο, οδήγησε τον κατηγορούμενο αρ. 5 σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο όπου διενεργούνται οι επισκέψεις δικηγόρων - κρατουμένων, όπου ο κατηγορούμενος αρ. 5 και ο κρατούμενος Βέργας είχαν συνάντηση μισής περίπου ώρας. Ο Πολύδωρος Πολυδώρου, (Μ.Κ.26) Δημοτικός Σύμβουλος στο Δήμο Πάφου και μέλος του Συμβουλίου του ΣΑΠΑ κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, υιοθετώντας κατάθεση του στην αστυνομία, (Έγγραφο ΚΓ) επιβεβαίωσε το γεγονός ότι περί τα τέλη του 2013 συναντήθηκε στο ξενοδοχείο Amathus, στην Πάφο, με τον διευθυντή της εταιρείας Envitech SA, Χρίστο Δρακόπουλο, συνάντηση που έγινε στην παρουσία του τότε δημάρχου Σάββα Βέργα. Έπραξε τούτο, υπέδειξε, ως μέλος της εποπτικής επιτροπής, θέλοντας να ακούσει τις θέσεις του εργολάβου σε σχέση με διάφορα αιτήματα που ο τελευταίος είχε για καταβολή στην εταιρεία του επιπρόσθετων ποσών. Όταν αντιλήφθηκε ότι η συζήτηση εξελισσόταν σε προσπάθεια χρηματισμού του, διέκοψε τη συνάντηση και έφυγε. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι στο χώρο του εν λόγω ξενοδοχείου, είτε πριν τη συνάντηση του ιδίου με τον Δρακόπουλο είτε μετά από αυτή, εντόπισε και τον κατηγορούμενο αρ.
  7. Υπέθεσε πως όπως και ο ίδιος έτσι και ο εν λόγω συνάδελφος του μετέβη στο χώρο για να ακούσει την άποψη του εργολάβου για τα αιτήματα του. Με δεδομένη την απόρριψη αιτήματος εκ μέρους της υπεράσπισης του κατηγορουμένου αρ. 2, όπως η κατηγορούσα αρχή υποχρεωθεί να παρουσιάσει ως μάρτυρα, πρόσωπο που περιλαμβάνεται στον κατάλογο μαρτύρων επί του κατηγορητηρίου, ειδικότερα τον Γεώργιο Μπάφα, Μ.51 στον πίνακα μαρτύρων επί του κατηγορητηρίου, (σχετική είναι η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, ημερ. 24.06.2016) ο Θουκυδίδης Χρυσοστόμου, (Μ.Κ.27) αποτέλεσε τον μοναδικό μάρτυρα που η πλευρά της υπεράσπισης (ειδικότερα η υπεράσπιση του κατηγορούμενου αρ.1) αιτήθηκε από την κατηγορούσα αρχή όπως, όντας μάρτυρας κατηγορίας στον πίνακα μαρτύρων επί του κατηγορητηρίου, κληθεί να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο για σκοπούς αντεξέτασης. Όπως διευκρίνισε ο περί ου ο λόγος μάρτυς, καθ' ον χρόνο αντεξεταζόταν από το συνήγορο του κατηγορουμένου αρ. 1, πρόκειται για τον κοινοτάρχη, από το 2000, του χωριού Λέμπα, ο οποίος εκπροσωπεί την κοινότητα του αλλά και τις κοινότητες πέριξ της Λέμπας στο Συμβούλιο του ΣΑΠΑ. Αποτέλεσε παράλληλα μέρος της εποπτικής επιτροπής του ΣΑΠΑ. Καθ' όλη τη διάρκεια της θητείας του, υπέδειξε, δεν αντιλήφθηκε να λειτουργεί οποιαδήποτε ομάδα η οποία να αντιστρατεύεται τα συμφέροντα του ΣΑΠΑ. Ούτε διαπίστωσε οποιαδήποτε προσπάθεια εκ μέρους του κατηγορούμενου αρ. 2 να επηρεάσει τον ίδιο ή οποιοδήποτε άλλο μέλος της εποπτικής επιτροπής ή ευρύτερα του συμβουλίου του ΣΑΠΑ για οποιοδήποτε θέμα συζητείτο στα εν λόγω σώματα. Έχοντας ήδη αποτυπώσει, συνοπτικά, τη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας παρατίθενται στη συνέχεια, κατά τον ίδιο τρόπο, η μαρτυρία τόσο των κατηγορούμενων όσο και των μαρτύρων που κάλεσαν προς υπεράσπιση τους. Για σκοπούς πληρότητας, παρατίθεται στη συνέχεια, αυτούσια, η δήλωση, ανωμοτί, του κατηγορούμενου αρ.
  8. O κατηγορούμενος αρ. 1, (Γεώργιος Μιχαηλίδης) απέρριψε τα όσα του καταλογίζονται στο κατηγορητήριο, υποδεικνύοντας πως όσα οι μάρτυρες κατηγορίας κατέθεσαν, εμπλέκοντας τον στην διάπραξη των αδικημάτων που του αποδίδονται, αποτελούν ψέματα. Πέραν της δήλωσης του ότι ουδέποτε χρηματίστηκε από οποιοδήποτε πρόσωπο ή εταιρεία σε σχέση με τα καθήκοντα του ως δημοτικός σύμβουλος Πάφου και μέλος του συμβουλίου του ΣΑΠΑ, αναφέρθηκε ευρύτερα στην επαγγελματική δραστηριοποίηση, στην οικονομική του κατάσταση και σε κινήσεις τραπεζικών του λογαριασμών, υποδεικνύοντας παράλληλα ότι συστηματικά τον βοηθούσαν οικονομικά, κατά τον τρόπο που εξήγησε, διάφορα μέλη της στενής και ευρύτερης οικογένειας της αποβιωσάσης συζύγου του. Η Χριστιάνα Αταλιώτου, (Μ.Υ.1) ήταν η πρώτη μάρτυρας η οποία κλήθηκε από την πλευρά του κατηγορούμενου αρ.
  9. Υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου, αναφέρθηκε σε κινήσεις λογαριασμών που ο κατηγορούμενος αρ. 1 διατηρούσε στην τράπεζα που η ίδια εργοδοτείται, παρουσιάζοντας, ανάμεσα σε άλλα, σχετικές καταστάσεις λογαριασμού και εξηγώντας τον τρόπο που σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ενήργησε η ως άνω τράπεζα, διαχειριζόμενη κινήσεις στους εν λόγω λογαριασμούς. Ο Ανδρέας Δημητρίου, (Μ.Υ.2) λογιστής, συνεταίρος στον Οίκο KPMG Ltd, εξήγησε ότι από το 2007 ενεργούν ως λογιστές-ελεγκτές της εταιρίας K.Ν.G. VILLAS LTD. Μέτοχοι και διευθυντές της εν λόγω εταιρείας είναι τρία άτομα, σε ποσοστό 1/3 ο καθένας. Ένας εξ' αυτών είναι ο κατηγορούμενος αρ.
  10. Το 2009, στη βάση στοιχείων που λήφθηκαν από τους μετόχους, χωρίς να τεθούν υπόψη των λογιστών οποιεσδήποτε αποδείξεις ή άλλα στοιχεία, ετοιμάστηκαν μη ελεγμένοι λογαριασμοί για την εταιρέια, καλύπτοντας την περίοδο από το 2002 μέχρι το
  11. Ως εκ τούτου, διευκρίνισε, ως λογιστικός - ελεγκτικός οίκος δεν μπορούν να αναλάβουν την ευθύνη για τους ως άνω λογαριασμούς. Σύμφωνα πάντως με τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη τους, ο κατηγορούμενος αρ. 1 παρουσιάζεται να έλαβε διάφορα ποσά από την εταιρεία, ενώ είναι ο μόνος από τους τρεις μετόχους και διευθυντές που οφείλει στην εταιρεία, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους δύο, οι οποίοι έχουν να παίρνουν από αυτή. Η Ευθυμία Αναστασίου, (Μ.Υ.3) αποτέλεσε την τρίτη από τους συνολικά πέντε μάρτυρες υπεράσπισης που κλήθηκαν από την πλευρά της υπεράσπισης του κατηγορουμένου αρ.
  12. Αδελφή της αποβιώσασας συζύγου του κατηγορούμενου αρ. 1, επιβεβαίωσε το γεγονός ότι μετά το θάνατο της αδελφής της και συζύγου του κατηγορούμενου αρ.1, τόσο η ίδια όσο και άλλες τρεις θείες της, συνέδραμαν οικονομικά τον κατηγορούμενο αρ. 1 και τα δύο παιδιά του, κατά τον τρόπο που εξήγησε. Ο Κυριάκος Δρουσιώτης, (Μ.Υ.4) λογιστής, οικονομολόγος που διατηρεί σήμερα δικό του γραφείο στην Πάφο, εξήγησε ότι το γραφείο του ήταν αυτό που το 2006 βοήθησε τον κατηγορούμενο αρ.1 να ετοιμάσει τις φορολογικές του δηλώσεις για την περίοδο 1999-
  13. Τούτο, διευκρίνισε, έγινε στη βάση στοιχείων τα οποία ο ίδιος ο κατηγορούμενος αρ.1 είχε προσκομίσει. Σχολιάζοντας την πληρότητα και την ορθότητα της έκθεση του Χρίστου Μαλέκκου, (Έγγραφα Γ και Γ1) εργασία η οποία του ανατέθηκε από την πλευρά του κατηγορούμενου αρ.1, εξέφρασε δυσμενή γνώμη ως προς την ποιότητα και την πληρότητά της. Υπέδειξε πως παρά το γεγονός ότι δεν πιστώνει τον Χρίστο Μαλέκκο με οποιαδήποτε σκοπιμότητα, εντούτοις, η παρουσίαση των ποσών τα οποία περιλαμβάνονται στις ως άνω εκθέσεις έγινε κατά τρόπο που αυτά να φαίνονται αυξημένα, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται λανθασμένες και παραπλανητικές εντυπώσεις. Παρά τις διορθώσεις που έγιναν με τη συμπληρωματική έκθεση εκ μέρους του κυρίου Μαλέκκου, εξακολουθούν να υπάρχουν λανθασμένες αποτυπώσεις ποσών και άλλες παραλείψεις. Ετοίμασε και παρουσίασε στο Δικαστήριο σχετική έκθεση, (τεκμήριο 166) στα πλαίσια της οποίας, κατά τον τρόπο που εξήγησε, προχωρεί σε περαιτέρω αναλύσεις των ποσών που περιλαμβάνονται στην έκθεση του Μαλέκκου. Τελευταίος μάρτυρας υπεράσπισης για την πλευρά του πρώτου κατηγορούμενου, κλήθηκε ο Κρίτωνας Τσαγκαρίδης, (Μ.Υ.5) υπάλληλος στο Τμήμα Φορολογίας, ειδικότερα στο τμήμα Φ.Π.Α.. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος αρ.1 για την περίοδο 2007, 2008, 2009, 2010 και 2011 υπέβαλε φορολογικές δηλώσεις στην υπηρεσία του. Ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει αν τα ποσά που ο κατηγορούμενος αρ. 1 δήλωσε στις ως άνω δηλώσεις του ότι πλήρωσε, έχουν πράγματι πληρωθεί. Αναφερόμενος γενικότερα σε ζητήματα επιβολής Φ.Π.Α. και στις συνέπειες αναληθούς δήλωσης φορολογούμενου, συμφώνησε με την θέση ότι ο κύκλος εργασιών που δηλώνεται στο Φόρο Εισοδήματος, θα πρέπει λογικά να συνάδει με το Φ.Π.Α. που επίσης δηλώνεται. Ο κατηγορούμενος αρ. 2 (Φειδίας Σαρίκας) απέρριψε όλες τις εναντίον του κατηγορίες, τη μαρτυρία και τις υποβολές θέσεων εκ μέρους των εκπροσώπων της κατηγορούσας αρχής που έτειναν να τις θεμελιώσουν, δίδοντας εξηγήσεις για δικές του ενέργειες και χειρισμούς κατά την εξέλιξη των γεγονότων που αφορούν την υπό συζήτηση υπόθεση, στην έκταση που αυτά τα γεγονότα συναρτώνται με τις κατηγορίες που του αποδίδονται. Χαρακτήρισε ταυτόχρονα την έκθεση του Χρίστου Μαλέκκου, στην οποία αποτυπώνεται η οικονομική του κατάσταση κατά τον ουσιώδη χρόνο πρόχειρη, λανθασμένη και επιπόλαιη η οποία καταλήγει σε λανθασμένα και αυθαίρετα συμπεράσματα, παραπέμποντας σε συγκεκριμένα παραδείγματα προς υποστήριξη της ως άνω θέσης του και προβαίνοντας παράλληλα σε εξηγήσεις σε σχέση με τον χειρισμό των χρημάτων του και τη διαχείριση διαφόρων περιουσιακών του στοιχείων. Ο Νεόφυτος Κουταλιανός, (Μ.Υ.6) ο οποίος κλήθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης του κατηγορούμενου αρ. 2, κομματικό στέλεχος επί σειρά ετών του κόμματος της ΕΔΕΚ και εργαζόμενος στα γραφεία του ως άνω κόμματος στην Πάφο, αναφέρθηκε σε συνάντηση που αντιλήφθηκε ότι είχαν ο κατηγορούμενος αρ. 2 μαζί με τον Ευτύχιο Μαληκίδη στο γραφείο που διατηρούσε ο κατηγορούμενος αρ. 2 στα γραφεία της ΕΔΕΚ στην Πάφο, τον Δεκέμβριο του
  14. Στη συνάντηση εκείνη, υπέδειξε, έγινε μια έντονη συζήτηση από πλευράς του Μαληκίδη, ο οποίος φεύγοντας κτύπησε την πόρτα δυνατά. Ο κατηγορούμενος αρ. 2, αναστατωμένος τον ενημέρωσε ότι ο Μαληκίδης τον πίεζε έντονα να παρέμβει για να σταματήσουν οι έρευνες σε ότι αφορά το ΣΑΠΑ και πως όταν ο κατηγορούμενος αρ. 2 δήλωσε αδυναμία να ενεργήσει με τον πιο πάνω τρόπο, υποδεικνύοντας στο Μαληκίδη πως ούτε ήθελε ούτε μπορούσε να ενεργήσει με αυτόν τον τρόπο, ο τελευταίος εκνευρισμένος τον απείλησε και έφυγε από το γραφείο, χωρίς να του πει ένα γεια. Ο Σάββας Μιχαήλ, (Μ.Υ.7) κλήθηκε επίσης από την πλευρά της υπεράσπισης του κατηγορούμενου αρ.
  15. Σήμερα συνταξιούχος λογιστής, περί το 2004 μέχρι το 2006 ήταν ο υπεύθυνος συνεταίρος του λογιστικού οίκου που εξυπηρετούσε τον κ. Σαρίκα και το γραφείο που ο τελευταίος διατηρούσε. Δήλωσε γνώστης του περιεχομένου της κεφαλαιουχικής κατάστασης για την περίοδο 1999-2006 που ο κατηγορούμενος αρ. 2 υπέβαλε, την οποία ετοίμασε συνάδελφος του, (τεκμήριο 141) το περιεχόμενο της οποίας και σχολίασε. Σε διάφορες περιπτώσεις είχε συμβουλεύσει, από οικονομικής άποψης τον κατηγορούμενο αρ.
  16. Δική του ήταν και η συμβουλή για ίδρυση εταιρείας στο εξωτερικό στην οποία μεταβιβάστηκαν επαύλεις του κ. Σαρίκα, κατά τρόπο που ανάμεσα σε άλλα, αυτά να μην εμπλακούν στη συζήτηση περί των περιουσιακών στο πλαίσιο του διαζυγίου με τη τότε σύζυγο του. Ο κατηγορούμενος αρ. 4 (Βάσος Βασιλείου) με αναφορά σε γραπτή του δήλωση, (Έγγραφο ΚΔ) αναφέρθηκε σε όσα του αποδίδονται από την κατηγορούσα αρχή, μέσω των κατηγοριών που αντιμετωπίζει, απορρίπτοντας τη μαρτυρία που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου η οποία τον εμπλέκει στη διάπραξη των ως άνω αδικημάτων. Αναφέρθηκε σε έκταση στην οικονομική κατάσταση του ιδίου και της οικογένειας του, στα πλαίσια της προσπάθειάς του να δικαιολογήσει και να εξηγήσει διάφορες κινήσεις λογαριασμών του ιδίου, λογαριασμών που διατηρούσε με άλλα συγγενικά του πρόσωπα αλλά και τη σύνδεση του με λογαριασμούς άλλων προσώπων, τους οποίους ήταν εξουσιοδοτημένος να χειρίζεται. Η Νάσω Ευσταθίου, (Μ.Υ.8) κλήθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης του κατηγορουμένου αρ.
  17. Πρώην νύμφη του εν λόγω κατηγορούμενου, επιβεβαίωσε το γεγονός ότι μετά το γάμο της με τον πρώην σύζυγο της και υιό του κατηγορούμενου αρ. 4, ο οποίος τελέστηκε στις 30.12.2007, ειδικότερα μετά τις 12 Φεβρουαρίου του 2008, χρονικό σημείο που «έσπασαν» με τον τότε σύζυγο της σχετικό γραμμάτιο που διατηρούσαν σε τράπεζα, παρέδωσαν σε μετρητά στον κατηγορούμενο αρ. 4 ποσό ύψους €20.000,00, αντιλαμβανόμενοι με τον τότε σύζυγο της ότι τα πρώην πεθερικά της είχαν επωμιστεί ένα ποσό της τάξης των €45.000,00 για την δεξίωση του γάμου τους στην Πάφο. Έχοντας ήδη σημειώσει ότι ο κατηγορούμενος αρ. 3 (Ευστάθιος Ευσταθίου) επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής, χωρίς επίσης να προσφέρει οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία, παραθέτουμε στη συνέχεια, αυτούσια, την δήλωση του κατηγορούμενου αρ. 5 (Γιώργου Σιαηλή) την οποία φρόντισε να καταγράψει: «Έντιμε Κύριε Πρόεδρε, Έντιμοι Κύριοι Δικαστές, Οι κατηγορίες εναντίον μου όπως τις έχει προσάψει η κατηγορούσα αρχή είναι το προϊόν συνεννόησης και ανταλλαγμάτων μεταξύ των διωκτικών αρχών και των μαρτύρων κατηγορίας Δρακόπουλου και Βέργα. Το αντάλλαγμα που πήρε ο Σάββας Βέργας ήταν η απαλλαγή της συζύγου του από την κράτηση της και η μη δίωξη της, ως προκύπτει από την μαρτυρία του Βέργα. Το αντάλλαγμα του Χρήστου Δρακόπουλου ήταν η μη δίωξη του ενώ οι διωκτικές αρχές είχαν στα χέρια τους την κατάθεση του ότι είχε δωροδοκήσει τον Βέργα. Ποτέ δεν έχω συναντηθεί με Σάββα Βέργα και Δρακόπουλο σε ξενοδοχείο της Πάφου και ποτέ δεν ζήτησα αντάλλαγμα ή μου προτάθηκε αντάλλαγμα για να βοηθήσω τον Δρακόπουλο να πετύχει συμφέρουσα για την εταιρεία του συμφωνία με το ΣΑΠΑ. Ποτέ είτε από μόνος μου είτε σε συνεργασία με τον Βέργα απείλησα ή εκβίασα τον Δρακόπουλο ότι αν δεν μου δώσει χρήματα θα φέρω προσκόμματα στην υλοποίηση της συμφωνίας ημερομηνίας 19.12.13, άλλωστε κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο να γίνει αφού η υλοποίηση της συμφωνίας δεν ήταν μέσα στα καθήκοντα μου ως Δημοτικός Σύμβουλος. Ποτέ δεν έχω συναντήσει τον Δρακόπουλο στην Αθήνα και ούτε μου έχει δώσει λεφτά ή φακέλους για να φέρω στην Κύπρο. Ποτέ επίσης δεν ανέφερα στον αστυφύλακα 3096 Χ. Παλάοντα όταν επισκέφτηκα τον Βέργα στα κρατητήρια ότι είμαι ο δικηγόρος του και ποτέ δεν ζήτησα από τον Βέργα να μιλήσει στον Δρακόπουλο. Τόσο ο Βέργας όσο και ο Δρακόπουλος αλλά και ο Παλάοντας είναι ψεύτες. Με λυπεί το γεγονός ότι αυτοί που σκηνοθέτησαν τις κατηγορίες εναντίον μου δεν παρουσίασαν ως μάρτυρα κατηγορίας τον επικεφαλής της ανακριτικής ομάδας κον Γιαννάκη Γεωργίου για να αντεξεταστεί από τον δικηγόρο μου αν και είναι το πρόσωπο που είχε συναντήσει και ΕΠΕΙΣΕ τον Δρακόπουλο να δώσει κατάθεση που να με εμπλέκει στην υπόθεση (συναντήσεις στην Πρεσβεία στην Αθήνα) αλλά είναι και το πρόσωπο που είχε αρκετές συναντήσεις με τον Βέργα για την υπόθεση πριν αυτός να καταθέσει ενώπιον σας. Θεωρώ ακόμη και σήμερα μετά και το τέλος της ακροαματικής διαδικασίας ότι κακώς βρίσκομαι ενώπιον σας αφού ουδέποτε διέπραξα οποιοδήποτε από τα αδικήματα για οποία κατηγορούμαι». Οι αγορεύσεις των εκπροσώπων της κατηγορούσας αρχής και των δικηγόρων υπεράσπισης εστιάστηκαν, ανάμεσα σε άλλα, στην ποιότητα και την επάρκεια του μαρτυρικού υλικού, σε συνδυασμό με την αντιπαραβολή του με τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων που αποδίδονται σε κάθε ένα από τους κατηγορούμενους. Στο σύνολο τους (πλην του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου αρ. 2) κατέγραψαν σε πολυσέλιδα γραπτά κείμενα τις τελικές τους εισηγήσεις, ενώ παράλληλα οι συνήγοροι υπεράσπισης έστρεψαν την προσοχή του Δικαστηρίου σε περαιτέρω ζητήματα που ενδιέφεραν την πλευρά του κάθε ενός κατηγορούμενου. Έχοντας ήδη σημειώσει την τοποθέτηση των ευπαιδεύτων συνηγόρων της κατηγορούσας αρχής για την αναστολή των κατηγοριών υπ΄ αριθμό 26, 29, 32, 35, 38 και 42 στο κατηγορητήριο, οι οποίες αφορούσαν και αποδίδονταν στον κατηγορούμενο αρ. 1, (Γιώργο Μιχαηλίδη) αποτέλεσε τελική εισήγηση τους ότι οι υπόλοιπες εναπομείνασες κατηγορίες στο κατηγορητήριο αποδείχθηκαν σε βάρος ενός εκάστου των κατηγορουμένων στον απαιτούμενο βαθμό. Στον αντίποδα, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορούμενων για τους λόγους που εξήγησαν, ορισμένοι εκ των οποίων δεν αφορούν αποκλειστικά ζητήματα αξιοπιστίας και επάρκειας της τεθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, αλλά ζητήματα παραβίασης νόμου ή και συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων των κατηγορούμενων, υποστήριξαν ακριβώς το αντίθετο. Θα αναφερθούμε εκτενέστερα στις τοποθετήσεις των μερών εκεί που θα εκτιμήσουμε ότι τούτο είναι αναγκαίο, χωρίς ασφαλώς να θεωρούμε ότι υπάρχει υποχρέωση απάντησης σε κάθε εγειρόμενο και επουσιώδες (υπό τις περιστάσεις) επιχείρημα (βλέπε κατ' αναλογία Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, 495) ή καθήκον ενασχόλησης με κάθε στοιχείο μαρτυρίας ή διαζευκτικής εκδοχής ή πιθανότητας που προβάλλεται και κρίνεται στην ολότητα της μαρτυρίας ως αντικειμενικά απίθανη ή παράλογη (βλ. κατ' αναλογία Τιμοθέου ν. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 671, 686). Είναι, πιστεύουμε αυτονόητο, πως εάν η προσέγγιση που εξηγούμε ήταν διαφορετική, θα καλούμαστε να εξετάσουμε πιθανότητες ή θεωρίες ως προς τα συμβάντα που δεν θα μπορούσαν ευλόγως να εξαχθούν από τη μαρτυρία, κάτι που αφίσταται προφανώς του δικαστικού έργου (βλ. κατ' αναλογία Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195, 224). Γίνεται κατανοητό, από τις τελικές εισηγήσεις των δικηγόρων όλων των πλευρών, ότι όλοι ομονοούν, αντιλαμβάνονται και αποδέχονται πως πλείστα όσα ζητήματα που απασχολούν στα πλαίσια της παρούσας, απολήγουν να είναι ζητήματα αποκρυστάλλωσης των πραγματικών γεγονότων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση, (όπως εξάλλου στις πλείστες των περιπτώσεων που άγονται ενώπιον της δικαιοσύνης) ως εκ τούτου και στην υπό εξέταση περίπτωση, το ζήτημα της αξιοπιστίας ή μη των προσώπων που προσέφεραν την μαρτυρία τους, ανάγεται σε μείζον. Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, ως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο, αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας συγκρινόμενα βεβαίως και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Ως εκ τούτου, αξιολογώντας τη μαρτυρία δεν περιοριστήκαμε μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489, 500), αλλά την παραβάλαμε και διερευνήσαμε στο σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας είτε αυτή προερχόταν από την κατηγορούσα αρχή είτε από την υπεράσπιση (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Βασιλείου ν Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 254, 260 και Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η δικαστική μας τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία, αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Σύμφωνα με τη νομολογία, η μαρτυρία κρίνεται στην ολότητά της και δεν αξιολογείται μόνο από μερικά της στοιχεία, κατ' απομόνωση (βλ. Σάββα κ.ά. ν. Γεωργίου
(2006)1 Α.Α.Δ. 658) (βλέπε σχετικά, Ιωάννου v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ 538). Οι αντιφάσεις σε μικρολεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια κατά τα άλλα αξιόπιστη μαρτυρία. Αντιθέτως μπορεί να οδηγούν στην αντίθετη κατεύθυνση. Ενδυναμώνουν την πεποίθηση του Δικαστηρίου, ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων, ως προς το τι θα κατέθεταν, ώστε να επιτευχθεί η καταδίκη του κατηγορουμένου (Γεώργιος Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑ.Δ. 612 και Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148) (βλέπε σχετικά, Ιωσηφίδη v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 243/2012, ημερ. 02.05.2014 και Μαρκίτσης v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 23/2015, ημερ. 21.04.2016). Το Δικαστήριο διατηρεί πάντα τη δυνατότητα, νοουμένου ότι η σχετική προσέγγιση του αιτιολογείται επαρκώς και ικανοποιητικά, να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας, προσφέρεται βέβαια στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα, το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο. Σημειώνεται ότι η ως άνω δυνατότητα του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση πάντα, ότι ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και αιτιολογημένα δεν επιδέχεται εκ των προτέρων περιορισμούς (βλ. Kades v Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R. 212, Γεωργιάδης ν. Αστυνομίας
(1985)2 Α.Α.Δ. 56, Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301, Κωνσταντίνου v Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 754, George Elia-Motor Engineer Ltd κ.α. v. Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας, Ποινική Έφεση Αρ. 207/2014 κ.α., ημερ. 20.12.2016 και Μιχαήλ κ.α. v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ.145/2014 κ.α., ημερ. 15.04.2016). Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε και να ακούσουμε, με την ίδια προσοχή και υπομονή, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μας, όπως και τους κατηγορούμενους. Αξιολογώντας τη μαρτυρία όλων τους, (με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης) θέσαμε ως δείκτες, ανάμεσα σε άλλα, το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία αυτή, την πηγή και την εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, στο βαθμό που τούτες αφορούσαν εκείνα περί των οποίων κατέθεταν, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική εξέταση με τις μικροαντιφάσεις), την ύπαρξη προηγούμενων γραπτών ή προφορικών ασυνεπών ή αντιφατικών δηλώσεων, την ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ύπαρξη νευρικότητας ή επιφυλακτικότητας, και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμασταν εξαιρετικά προσεκτικοί στο να μην αποδώσουμε υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς τους, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως, να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου,
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1797) επειδή δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 401, 406), αλλά και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 676, 685). Εκτιμήσαμε επίσης, με προσοχή, την κάθε περίπτωση παράλειψης αναφοράς των μαρτύρων σε γεγονότα και στοιχεία στις γραπτές τους καταθέσεις προς την αστυνομία τα οποία παρέθεσαν για πρώτη φορά κατά τη μαρτυρία τους στη δίκη. Πράττοντας έτσι, γνωρίζαμε και την ευρύτερη νομική αρχή, (απόρροια κοινής λογικής) ότι το γεγονός πως ένας μάρτυς παραλείπει κατά τη γραπτή του κατάθεση προς την αστυνομία (ή σε άλλη γραπτή ή προφορική του δήλωση, οιασδήποτε μορφής), να αποτυπώσει όλα όσα είναι που γνωρίζει σε σχέση με το τι καταθέτει, δεν οδηγεί αναπόδραστα σε απόρριψη της μαρτυρίας του ή σε αποκάλυψη άλλων, σκοτεινών και αλλότριων κινήτρων, ξένων προς το καθήκον του να θέσει ως ειλικρινής μάρτυρας και μάρτυρας της αλήθειας όλα όσα γνωρίζει σε σχέση με το τι καταθέτει. Η μαρτυρία, όπως πάντα, επιβάλλεται να προσεγγίζεται στο σύνολο της με ιδιαίτερη προσοχή και εγρήγορση και δεν αξιολογείται αποσπασματικά και κατ΄ απομόνωση. Έτσι λειτουργήσαμε και εμείς σε κάθε περίπτωση που θα μπορούσε να εφαρμοστεί η ως άνω αρχή. (Βλέπε κατ΄ αναλογία Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 14, 19). Παράλληλα όπου οι μάρτυρες προέβησαν σε τυχόν αντιφατικές ή ανακόλουθες δηλώσεις (συγκριτικώς με προγενέστερες γραπτές τους καταθέσεις προς την αστυνομία, ιχνηλατήσαμε τους λόγους που τους ώθησαν στη συζητούμενη επιλογή (ή κατάσταση), χωρίς να παραβλέπουμε την ετοιμότητα κάποιων μαρτύρων να καταλήγουν σε ψεύδη ή ανακρίβειες προς εξυπηρέτηση ιδίου συμφέροντος (βλέπε κατ' αναλογία Τεβλετιάν και άλλου ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 512, 518-520). Αποτελεί καλά αναγνωρισμένη αρχή ότι στις περιπτώσεις όπου μάρτυρες είχαν στενή φιλική ή επαγγελματική σχέση μεταξύ τους ή με τους κατηγορούμενους, το Δικαστήριο πρέπει να είναι εξίσου προσεκτικό στην πραγμάτευση και αποτίμηση της μαρτυρίας τους, έχοντας ασφαλώς πάντα κατά νου, ότι από μόνη της μια τέτοια σχέση δεν μπορεί - στη συνήθη ροή των πραγμάτων - να αποτελέσει εύλογη βάση αμφισβήτησης της αξιοπιστίας των εν λόγων μαρτύρων, (Βλ. κατ΄ αναλογία, Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 385, 395-398, Σάββα ν. Κυριακίδη
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 83, 93-94, Κότσαπας ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 167, 175-176, Μουζάκης ν. Αστυνομίας
(1995)1 Α.Α.Δ. 220, 224, καίτοι μπορεί να αποβεί κρίσιμη, αναλόγως των συνθηκών της κάθε περίπτωσης (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Δημητρίου κ.α. ν. Ξανδρή
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 2184, Χαμπή ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 70, 77-78, Γεωργίου ν. Δημητριάδου
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 273, 278). Με δεδομένο ότι στα πλαίσια της παρουσίασης της υπό εξέταση υπόθεσης προσέφεραν τη μαρτυρία τους, όχι μόνο μάρτυρες οι οποίοι, κατόπιν δικής τους παραδοχής έχουν ήδη καταδικαστεί στο πλαίσιο άλλης ποινικής υπόθεσης, (της υπ' αριθμό 12057/2014, Κακουργιοδικείου Πάφου) για αδικήματα που άμεσα σχετίζονται με τα γεγονότα που περιβάλουν τα αδικήματα και τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν κατηγορούμενοι σε αυτή τη διαδικασία, (Βέργας και Μαληκίδης, Μ.Κ 12 και 18 αντίστοιχα) αλλά και αριθμός άλλων μαρτύρων που κατά την εκδοχή που οι ίδιοι παρουσιάζουν, φέρονται να σχετίζονται με την εξέλιξη γεγονότων και ζητημάτων που απασχολούν στο πλαίσιο της παρούσας, κατά τρόπο ουσιαστικό, ώστε η μαρτυρία τους κρίνεται ότι είναι τέτοιας φύσης και υφής που δύναται να καταταχθεί ως μαρτυρία προερχόμενη από μάρτυρες με δικό τους σκοπό να εξυπηρετήσουν ή ακόμα από πρόσωπα που δυνατόν να ορμώνται από αλλότρια κίνητρα, (βλέπε κατ΄ αναλογίαν Papachrysostomou ν. The Police
(1988)2 C.L.R. 55, 63-64, Mousoulides v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 336, 340) είναι αισθανόμαστε επιβεβλημένη η αυτοπροειδοποίηση στην οποία προβαίνουμε, για την ανάγκη προσέγγισης της μαρτυρίας όλων των πιο πάνω, με άκρα επιφυλακτικότητα και προσοχή - αναλόγως με το τι η μαρτυρία αυτή εκφράζει στην κάθε περίπτωση - ώστε να κριθεί αν η μαρτυρία αυτή μπορεί να αποτελέσει, στο σύνολο της ή μέρος της, ασφαλή βάση για κατάληξη σε τελικά συμπεράσματα και για καταδίκη, δεδομένης της διασύνδεσης αυτών των μαρτύρων με την διάπραξη των επιδίκων αδικημάτων ή άλλων, συναφών με αυτά εγκλημάτων που απορρέουν ή δυνατόν να απορρέουν, από την ίδια αλυσίδα γεγονότων. (Βλέπε κατ΄ αναλογίαν Petrosyan ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 90, 96-97, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, Ευαγγέλου ν. Αστυνομίας (Αρ. 1)
(1999)2 Α.Α.Δ. 24, Αριστοδήμου άλλως Γιουρούκκης ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 231 Zacharia v The Republic
(1962)C.L.R. 52, 60-64). Η ίδια αναγκαιότητα αυτοπροειδοποίησης και επιφυλακτικής προσέγγισης της μαρτυρίας, με την προσοχή να βρίσκεται στον ύψιστο βαθμό και κάθε σχετική αίσθηση σε εγρήγορση, ισχύει άλλωστε και στην περίπτωση κατηγορουμένων οι οποίοι συμφωνούν στην παροχή βοήθειας προς τις διωκτικές αρχές για καταπολέμηση σοβαρών εγκλημάτων, όπως έγινε για παράδειγμα στην υπόθεση R. v. Daniels
(2011)1 Cr. Ap. R. 228, με αναφορά στο άρθρο 83 του Serious Organize Crime and Police Act του 2005. Η αυτοπροειδοποίηση του Δικαστηρίου σε σχέση με τον κίνδυνο καταδίκης στη βάση μαρτυρίας και των ως άνω προσώπων, κρίνεται κατά την αντίληψη μας επίσης επιβεβλημένη. Των ως άνω λεχθέντων, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι έχουμε επίσης κατά νου, την βασική αρχή πως ένας μάρτυρας δεν μπορεί να ενισχύσει άλλο μάρτυρα όταν ο κάθε ένας από αυτούς είναι συνεργός με τον κατηγορούμενο για τη διάπραξη του ίδιου αδικήματος. (Βλέπε Makris alias Petinos v. The Police
(1961)C.L.R. 330, 337, Demetriou v. The Republic
(1961)C.L.R. 309, 314-316, D.P.P. v. Gilbord
(1973)1 All E.R. 440, 446-448. Σε σχέση με τη μαρτυρία ειδικών - εμπειρογνωμόνων μαρτύρων, η μαρτυρία τους αξιολογήθηκε και αντιμετωπίστηκε στη βάση των καλά καθιερωμένων αρχών για το ζήτημα. (Cross on Evidence, 5η έκδοση, σελ 446, Republic v. Chacholiades
(1992)1 Α.Α.Δ. 446). Παρά το γεγονός ότι η συμπεριφορά στο εδώλιο ενός εμπειρογνώμονα παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του, δεν θεωρήσαμε κατά την αξιολόγηση του την παράμετρο αυτή τόσο σημαντική όσο στην περίπτωση των άλλων μαρτύρων και τούτο, βάση σαφών υποδείξεων της νομολογίας, (βλ. Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, 62-65 και Star Fiberglass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1(B) A.A.Δ. 875) χωρίς ασφαλώς να σημαίνει πως αξιολογήσαμε τη μαρτυρία τους στη βάση άλλων από τις καθιερωμένες αρχές ή τους αντιμετωπίσαμε κατά διαφορετικό τρόπο από τους υπόλοιπους μάρτυρες. Κάτι τέτοιο θα ήταν παντελώς ασύμβατο με καλά καθιερωμένες νομολογιακές αρχές (βλ. κατ΄ αναλογίαν Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2298, 2309-2310 και Ψάλτης ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113, 119). Αναμφίβολα, η σοβαρότητα και υπευθυνότητα με την οποία μάρτυρες-πραγματογνώμονες εκτελούν τα καθήκοντα τους, αποτελεί σημαντικό στοιχείο αξιολόγησης τους (βλ. κατ' αναλογίαν Μιτσιγιώργη και Άλλος ν. Αδελφών Γαλαζή (Ομόρρυθμης Εταιρείας)
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1811, 1814). Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω, προσεγγίσαμε την μαρτυρία όλων των μελών της αστυνομίας που κατέθεσαν από το εδώλιο του μάρτυρα με ιδιαίτερη προσοχή και διερευνητική διάθεση, έτσι ώστε να διακριβώσουμε αν όλα όσα αυτοί μετέφεραν στο Δικαστήριο, εξέφραζαν πιστά και με ακρίβεια την πραγματικότητα, έχοντας πάντα υπόψη και τις γενικότερες παρατηρήσεις που αναφέρθηκαν στην Volettos v. The Republic
(1961)C.L.R. 169, 180-182 για το ζήτημα. Η γενική μας εντύπωση για όλους ανεξαιρέτως τους μάρτυρες αστυνομικούς, (Μ.Κ.1, 2, 9, 10, 17, 20, 25) είναι ότι απέδωσαν στο Δικαστήριο την πραγματικότητα όπως τη συνέλαβαν και τη συγκράτησαν, χωρίς διαθλάσεις, εξογκώσεις ή υπερβολές και χωρίς να διαπιστώνεται ότι διακατέχονταν από υπερβάλλοντα ζήλο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους σε σχέση με την υπόθεση ή για αυτά περί των οποίων κατέθεσαν (βλ. Fournaris and Another v The Republic
(1978)2 CLR 28, 36). Με σαφή και θετικό τρόπο, χωρίς αμφιταλαντεύσεις, αναφέρθηκαν και εξήγησαν την δική τους εμπλοκή στην εξέλιξη του ανακριτικού έργου. Δεν διατηρούμε οποιαδήποτε αμφιβολία ότι ο κάθε ένας από αυτούς έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι περιήλθε στην αντίληψη του, χωρίς διάθεση να παραστήσουν γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η ως άνω διαπίστωσή μας για την ποιότητα της μαρτυρίας τους και την φιλαλήθειά τους, επιβεβαιώνεται αβίαστα από τη διεργασία αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός εκάστου, η οποία δικαιολογεί την κατάληξη ότι πρόκειται για αξιόπιστους και ειλικρινείς μάρτυρες. Πέραν όμως από την ως άνω γενικότερη διαπίστωση μας σε σχέση με την ποιότητα της μαρτυρίας των αστυνομικών που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου κρίνεται σκόπιμη, σε αυτό το στάδιο, η περαιτέρω ενασχόληση με θέσεις που προβλήθηκαν από την πλευρά συνηγόρων υπεράσπισης, οι οποίες, ευθέως απέδιδαν σε μέλη της ανακριτικής ομάδας ύποπτες συναλλαγές και κίνητρα σκοτεινά, ξένα προς το καθήκον τους να διερευνήσουν, ως όφειλαν, ακριβοδίκαια την υπόθεση, επεκτείνοντας ορισμένοι από αυτούς τις ίδιες μομφές και εναντίον του θεσμού της Γενικής Εισαγγελίας. Υποβλήθηκε στον επικεφαλή της ανακριτικής ομάδας, υπαστυνόμο Ελευθέριο Κυριάκου, (Μ.Κ.20) όπως και σε άλλα μέλη της ανακριτικής ομάδας, ότι ενεργούσαν - λαμβάνοντας προς τούτο οδηγίες προερχόμενες στο τέλος της ημέρας από το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα, (ειδικότερα του τότε Βοηθού του Γενικού Εισαγγελέα) - με σαφή κατεύθυνση την ενοχοποίηση συγκεκριμένων κατηγορούμενων. Αποτέλεσε εξάλλου κοινή υπερασπιστική γραμμή των κατηγορουμένων ότι οι ανακριτικές αρχές ενήργησαν κατά τρόπο που καταδεικνύει ύποπτες συναλλαγές με πρόσωπα διαπλεκόμενα στην εξέλιξη των γεγονότων, κατά τρόπο που τα τελευταία, όχι μόνο έτυχαν ειδικότερου και ευνοϊκού χειρισμού αλλά έχοντας εξασφαλίσει ως αντάλλαγμα τη μη δίωξη τους, πείστηκαν να προβούν σε καταθέσεις και να προσφέρουν τη μαρτυρία τους εμπλέκοντας τους κατηγορούμενους, ψευδώς, στη διάπραξη των αδικημάτων που τους αποδίδονται. Η ίδια πρακτική ακολουθήθηκε, υποστήριξαν, εκ μέρους της ανακριτικής ομάδας και της Γενικής Εισαγγελίας και στην περίπτωση των μαρτύρων κατηγορίας Βέργα και Μαληκίδη. Οι τελευταίοι, παρά το «βαρύ» κατηγορητήριο που αντιμετώπιζαν στα πλαίσια της υπόθεσης 12057/14, στην οποία υπήρξαν κατηγορούμενοι για την διάπραξη ομοειδών αδικημάτων στη βάση των ίδιων γεγονότων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση, ως αντάλλαγμα της συνεργασίας που προσέφεραν στις ανακριτικές αρχές, στο τέλος της ημέρας αντιμετώπισαν πολύ λιγότερες κατηγορίες τις οποίες και παραδέχθηκαν. Σημειώνουμε ακόμα, την ειδικότερη θέση της πλευράς του κατηγορουμένου αρ. 5, ότι η ανακριτική ομάδα, με τους χειρισμούς της, εξυπηρέτησε την πολιτική στοχοποίηση του τελευταίου, υποστηρίζοντας ότι αυτή προερχόταν και καθοδηγείτο από τον τότε Βοηθό του Γενικού Εισαγγελέα, ως επίσης τη σφοδρή επίθεση από την πλευρά του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορουμένου αρ. 5 στον αστυφύλακα με αρ. μητρώου 3096, Χαράλαμπο Παλαόντα, (Μ.Κ.25) - μάρτυρα που δεν αποτελεί μέρος της ανακριτικής ομάδας - με την υπόδειξη ουσιαστικά ότι η μαρτυρία του εν λόγω αστυφύλακα σε σχέση με ενέργειες και συμπεριφορά του κατηγορούμενου αρ. 5 κατά την 03.12.2014, χρόνο κατά τον οποίο δεν αμφισβητείται ότι επισκέφθηκε ο τελευταίος τον κρατούμενο Βέργα στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου, ήταν ψευδής και αποτέλεσμα εκβιασμών που έγιναν προς το πρόσωπο του από τους ανωτέρους του. Χωρίς αμφιβολία η εντιμότητα, η έλλειψη προκατάληψης, η απουσία ευτελών ή αλλότριων κινήτρων και η ευθυκρισία, αποτελούν στοιχεία που πρέπει να χαρακτηρίζουν την προσωπικότητα των ανακριτών και να αντανακλούν στις ανακριτικές ενέργειες. Όπως χαρακτηριστικά υπεδείχθη στην υπόθεση Σκορδέλλη κ..α. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. αρ. 101/2013, ημερ. 06.06.2016: «Είναι αναντίλεκτο και πηγάζει ως σύμφυτο της έννοιας της δίκαιης δίκης ότι η εξέταση της δικαιότητας και του «καθαρού» τρόπου δράσης της Αστυνομίας κατά την ανάκριση είναι έκφανση - και μάλιστα σημαντική - για να καταστήσει τη δίκη μη δίκαιη και κατά συνέπεια την καταδίκη ανασφαλή. Εάν αυτό το πρωτογενές βάθρο ενεργειών είναι σαθρό, μοιραία αυτό επηρεάζει - πολλές φορές με θανάσιμο τρόπο - ό,τι επακολουθεί, ακόμη και αν η διαδικασία στο Δικαστήριο είναι άψογη.» Όπως άλλωστε αναδύεται από τον λόγο της ως άνω απόφασης, τα Δικαστήρια δεν θα πρέπει να έχουν κανένα δισταγμό, παρεμβαίνοντας δραστικά στις κατάλληλες πάντα περιπτώσεις, να προχωρούν στην απαλλαγή ενός κατηγορούμενου στην περίπτωση που διαπιστώνουν ότι η δράση των διωκτικών αρχών ήταν μολυσμένη από αλλότρια κίνητρα και αθέμιτες συναλλαγές κατά τρόπο που να πλήττεται η θεμελιώδης αρχή της δίκαιης δίκης. Είναι βεβαίως αυτονόητο, ότι όλες οι αποφάσεις και δη οι ανακριτικές, όπως και το ζήτημα αν το ανακριτικό έργο το οποίο παρήχθη επηρέασε είτε δυσμενώς την υπεράσπιση των κατηγορούμενων, θέτοντας τους σε μειονεκτική θέση έναντι της κατηγορούσας αρχής, είτε με οποιονδήποτε τρόπο τις καλά καθιερωμένες αρχές της δίκαιης δίκης, στην ευρύτερη διάσταση τους, κρίνονται εκ του αποτελέσματος, με τελικό κριτή το ίδιο το Δικαστήριο. Εξετάσαμε με προσοχή και ανάλογα αξιολογήσαμε, έχοντας πάντα κατά νου το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση, όλες τις εισηγήσεις της υπεράσπισης για τις ενέργειες και την δικαιότητα του ανακριτικού έργου και τους ευρύτερους χειρισμούς της κατηγορούσας αρχής με ιδιαίτερη προσοχή και αυστηρότητα. Διαφωνούμε με όλες τις ως άνω εισηγήσεις. Ο επικεφαλής της ανακριτικής ομάδας, υπαστυνόμος Κυριάκου, (Μ.Κ.20) όπως και άλλα μέλη της ανακριτικής ομάδας στους οποίους τέθηκε το ζήτημα, εξήγησαν, κατά τρόπο αφοπλιστικά πειστικό, γιατί οποιοδήποτε μέλος της ανακριτικής ομάδας δεν ήταν δυνατό να προβεί, κατά την εξέλιξη του ανακριτικού έργου, σε οποιεσδήποτε συνεννοήσεις ή διευθετήσεις με πρόσωπα τα οποία εμπλέκονταν με οποιονδήποτε τρόπο στην εξέλιξη ουσιαστικών για την υπό εξέταση υπόθεση γεγονότων, παρέχοντας τους διαβεβαιώσεις περί μη δίωξης τους. Στο τέλος της ημέρας, όπως υπεδείχθη, τούτο αποτελεί ζήτημα αρμοδιότητας και εξουσιών που κανένα μέλος της ανακριτικής ομάδος δεν είχε. Ούτε τέθηκε υπόψη μας οποιοδήποτε στοιχείο ή μαρτυρία που να καταδεικνύει ή να επιτρέπει συμπερασματικά, την κατάληξη στη θέση ότι «εξουσιοδοτήθηκαν», έστω, προς τούτο. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, ως έχει τεθεί υπόψη μας χωρίς να αμφισβητηθεί, ο επικεφαλής της ανακριτικής ομάδας, υπαστυνόμος Κυριάκου, με την συμπλήρωση του ανακριτικού έργου και στη βάση αυτού, καθηκόντως υπέβαλε σχετική έκθεση στην Εισαγγελική Αρχή. Κανένα στοιχείο ή μαρτυρία έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, ικανό να οδηγήσει στη μη αποδοχή της θέσης ότι η απόφαση ποιοι από τους φερόμενους ως εμπλεκόμενους, με οποιοδήποτε τρόπο, θα διώκονταν ή όχι και αν κάποιοι θα αξιοποιούνταν ως μάρτυρες κατηγορίας ή και καθόλου στην υπό συζήτηση υπόθεση, αποτέλεσε, ως η κείμενη άλλωστε νομοθεσία υποδεικνύει, απόφαση της Γενικής Εισαγγελίας του κράτους. Γεγονός παραμένει ότι πρόσωπα που με τις καταθέσεις τους, όχι μόνο ενέπλεκαν κατηγορούμενους αλλά τοποθετούσαν και τους εαυτούς τους στην εξέλιξη των γεγονότων, κατά τρόπο που πιθανόν να εγείρει τουλάχιστον υποψίες ως προς τον ρόλο τους σε αυτά, δεν επιδιώχθηκε η σύλληψη τους από τις ανακριτικές αρχές. Η πραγματικότητα όμως αυτή, από μόνη της, δεν προσφέρεται για την εξαγωγή, δίχως άλλο, συμπεράσματος ότι ο συγκεκριμένος τρόπος λειτουργίας των ανακριτικών αρχών ήταν αποτέλεσμα της συναλλαγής με τα συγκεκριμένα πρόσωπα, κατά τον τρόπο μάλιστα που υποστηρίζεται από διάφορες πλευρές της υπεράσπισης. Η σύλληψη άλλωστε κάποιου προσώπου, δεν αποτελεί πάντα νομοτελειακή εξέλιξη. Οι ανακριτικές αρχές είναι εκείνες που οδηγούν την ανάκριση ενώ ως και η νομολογία των δικαστηρίων μας διακηρύσσει, μια σύλληψη κρίνεται δικαιολογημένη όταν είναι αναγκαία για την διευκόλυνση του ανακριτικού έργου. Στην υπό συζήτηση περίπτωση ο επικεφαλής της ανακριτικής ομάδας εξήγησε ότι στο στάδιο που βρισκόταν ήδη το ανακριτικό έργο, η σύλληψη προσώπων ως τα πιο πάνω, όταν προέβαιναν σε σχετικές καταθέσεις, δεν ήταν αναγκαία ούτε θα εξυπηρετούσε την πορεία του ανακριτικού έργου. Δεν παραβλέπουμε εξάλλου το γεγονός ότι κατά την πρόοδο του ανακριτικού έργου, πρόσωπα τα οποία αξιοποιήθηκαν στο τέλος της ημέρας ως μάρτυρες στη διαδικασία, όπως οι Δρακόπουλος, (Μ.Κ.11), Τουμαζής (Μ.Κ.24) και Χειμαρίδης, (Μ.Κ.6) όχι μόνο συνελήφθηκαν για τη διευκόλυνση των αστυνομικών ανακρίσεων αλλά για κάποια από αυτά, όπως ο Ανδρέας Χειμαρίδης, (Μ.Κ.6) ζητήθηκε και η περαιτέρω κράτηση τους για σκοπούς διευκόλυνσης του ανακριτικού έργου, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε από αρμόδιο Δικαστήριο. Σε βάρος των μαρτύρων κατηγορίας Βέργα και Μαληκίδη, που με τις καταθέσεις τους ενέπλεξαν κατηγορούμενους στην υπό συζήτηση υπόθεση, προωθήθηκε η ποινική υπόθεση 12057/2014, (Κακουργιοδικείου Πάφου) στο πλαίσιο της οποίας και τα δύο αυτά πρόσωπα ήταν συγκατηγορούμενοι με τους κατηγορούμενους αρ. 1, 3, 4 και 5 της υπό εξέταση υπόθεσης (τεκμήριο 93). Στο πλαίσιο εκείνης της υπόθεσης, κατόπιν παραδοχής τους, οι ως άνω μάρτυρες στην παρούσα διαδικασία, καταδικάσθηκαν σε πολυετείς ποινές φυλάκισης. Η εισήγηση ότι παρόλα αυτά, οι δύο έτυχαν ευνοϊκής μεταχείρισης από την κατηγορούσα αρχή μέσω της απόσυρσης σε βάρος τους αριθμού κατηγοριών, υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλουν την περίπτωση, δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Η διακοπή και η απόσυρση μιας κατηγορίας εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, δυνατόν να οφείλεται σε διάφορους παράγοντες και για μια σειρά από λόγους, όπως, για παράδειγμα, η δυσκολία στοιχειοθέτησης μιας κατηγορίας ή η υπερκάλυψη των συστατικών στοιχείων ενός αδικήματος από κάποιο άλλο που αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος κατά τρόπο που να κρίνεται από την κατηγορούσα αρχή αχρείαστη η επιμονή στην προώθηση και των δύο ή περισσότερων κατηγοριών, χωρίς να εξυπακούεται ότι ήταν το αποτέλεσμα ευνοϊκής μεταχείρισης ενός κατηγορούμενου. Δεν παραβλέπουμε ασφαλώς ότι η ρητή δήλωση του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, ότι ήταν απόφαση της Εισαγγελικής Αρχής, σε ανώτατο επίπεδο, να διωχθούν πρόσωπα που κατείχαν δημόσια αξιώματα, αφού αυτό κρίθηκε ότι επέβαλλε το δημόσιο συμφέρον, έγινε μόλις στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων των πλευρών, με ότι αυτό σημαίνει για την δυνατότητα του Δικαστηρίου να την αξιολογήσει, ωστόσο, γεγονός παραμένει πως δεν έχει τεθεί οτιδήποτε υπόψη του Δικαστηρίου ικανό να οδηγήσει στην υιοθέτηση της θέσης ότι η απόφαση διαφόρων προσώπων που εμπλέκονται στην εξέλιξη των γεγονότων να προβούν σε κατάθεση, ήταν το αποτέλεσμα ύποπτων ανταλλαγμάτων εκ μέρους της ανακριτικής ομάδας προς αυτούς. Αντίθετα σε όσα από αυτά τα πρόσωπα κλήθηκαν ως μάρτυρες στη διαδικασία τέθηκε το ζήτημα, απέρριψαν τούτο, με το Χειμαρίδη μάλιστα να δηλώνει ότι δεν γνωρίζει ακόμη ποια θα είναι η τελική απόφαση της Εισαγγελικής Αρχής σε σχέση με την προώθηση ή μη σε βάρος του οποιασδήποτε ποινικής υπόθεσης. Ακόμα όμως και στην περίπτωση που είμαστε διατεθειμένοι να ακολουθήσουμε σε κάποια έκταση το σκεπτικό των ευπαιδεύτων συνηγόρων της υπεράσπισης, ότι δηλαδή η κατηγορούσα αρχή προς εξασφάλιση αναγκαίας μαρτυρίας για τη στοιχειοθέτηση και προώθηση της υπό συζήτηση υπόθεσης, συγκατάνευσε, όπως πρόσωπα που φαίνεται να εμπλέκονται με κάποιο τρόπο στην εξέλιξη των γεγονότων αξιοποιηθούν μόνο ως μάρτυρες παρά να διωχθούν ποινικά, δεν έχουμε κανένα ενδοιασμό να υποδείξουμε, επαναλαμβάνοντας καλά καθιερωμένη στο παγκόσμιο σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης πρακτική, ότι τίποτε το παράτυπο ή ανάρμοστο προκύπτει από την απόφαση της κατηγορούσας αρχής να μην διώξει τελικά, πρόσωπα που φέρονται να εμπλέκονται στην εξέλιξη των γεγονότων και στην πιθανή διάπραξη αδικημάτων, αξιοποιώντας τους ως μάρτυρες. Ένας τέτοιος χειρισμός δεν αποτελεί πρωτοτυπία. Το ζήτημα της παραχώρησης ασυλίας στην δίωξη σε συνεργούς διάπραξης αδικημάτων, ιδιαίτερα αδικημάτων εξαιρετικής σοβαρότητας αλλά και πολυπλοκότητας, είναι από μακρού χρόνου καλά αναγνωρισμένο (βλ. κατ΄ αναλογίαν R v. Smith
(2009)1 SCR 146, R. v. Chan Wai- Keung
(1995)1 HKLR 123, People v. Manson
(1976)61 Cal App. 3d 102). Συναυτουργός ή συνεργός στη διάπραξη ενός αδικήματος, μπορεί, κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις να μην κατηγορηθεί από τις αρμόδιες αρχές για μια σειρά από λόγους που αυτές μπορούν να επικαλεστούν κατά την άσκηση της διακριτικής τους ευχέρειας. Ένας από αυτούς τους λόγους μπορεί να είναι και η δυσκολία ή η παντελής αδυναμία στοιχειοθέτησης κατηγοριών χωρίς τη μαρτυρία του μάρτυρα στον οποίο σκοπείται να δοθεί η ασυλία. Αδικήματα κατά της διαφθοράς και της διαπλοκής αποτελούν εκ της φύσεως τους και εκ προοιμίου αδικήματα που παρουσιάζουν όχι μόνο πολυπλοκότητα αλλά και υψηλό δείκτη δυσκολίας στην εξιχνίαση τους, με αποτέλεσμα η επιλογή της παροχής ασυλίας σε πρόσωπα που παρουσιάζονται να εμπλέκονται στη διάπραξη ενός τέτοιου αδικήματος, δεν φαίνεται εκ προοιμίου να είναι μεμπτή. Είναι ασφαλώς σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι η όποια ενθάρρυνση από μέρους της αστυνομίας προς τέτοιους μάρτυρες, θα πρέπει να αποσκοπεί αποκλειστικά στην παράθεση της αλήθειας που οι τελευταίοι γνωρίζουν και τίποτα περισσότερο. Ότι είναι μεμπτό και ασυγχώρητο, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου άλλως Ρόπα κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 652 είναι η παρότρυνση με υποσχέσεις και ανταλλάγματα προς συνεργούς μάρτυρες να πουν οτιδήποτε άλλο εκτός από την αλήθεια ή να παραποιήσουν τη μαρτυρία τους προς εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπιμοτήτων. Είναι εξάλλου αυτονόητο ότι το Δικαστήριο σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να είναι εξαιρετικά προσεκτικό κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας αυτών των μαρτύρων, αυτοπροειδοποιούμενο κατάλληλα (γεγονός που έχουμε ήδη επισημάνει και πράξει) ως προς τους κινδύνους που ελλοχεύουν και τις δυνητικές επιπτώσεις αποδοχής της μαρτυρίας τους και αν στη βάση μόνο αυτής, χωρίς οποιαδήποτε άλλη ενίσχυση, μπορεί να καταλήξει σε τελικά συμπεράσματα και καταδίκη. Κατά τον ίδιο τρόπο εξ' άλλου θα πρέπει να αντιμετωπίζεται η μαρτυρία προσώπων που αν και δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως συνεργοί με τη στενή έννοια του όρου, εντούτοις, στη βάση του συνόλου των γεγονότων και της μαρτυρίας, αναδύονται ως πρόσωπα που έχουν ιδιαίτερο συμφέρον στην εξέλιξη της υπόθεσης. Σε καμία περίπτωση όμως, η πραγματικότητα αυτή κατατάσσει, εκ προοιμίου, τη μαρτυρία των ως άνω μαρτύρων ως αναξιόπιστη. Ακόμα και νομολογία του ΕΔΑΔ, αναγνωρίζει την πιθανότητα δίκαιης καταδίκης κατηγορούμενου στη βάση μαρτυρίας συναυτουργού ή συνεργού που τυγχάνει ασυλίας στις περιπτώσεις που η μαρτυρία προσεγγίζεται και αιτιολογείται με την ανάλογη προσοχή και τις κατάλληλες δικαστικές αυτοπροειδοποιήσεις περί της ασφάλειας της καταδίκης χωρίς ενισχυτική μαρτυρία, παρέχοντας στον κατηγορούμενο κάθε δυνατότητα αμφισβήτησης της μαρτυρίας αυτής κατά την ακροαματική διαδικασία (Χ. v. The United Kingdom
(1976)7 DR 115, 118). Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, δεν μπορούμε επίσης να αποδεχθούμε την προσωποποίηση του ζητήματος, όπως επιχειρήθηκε να τεθεί, ιδιαίτερα από την πλευρά του κατηγορούμενου αρ. 5, σε σχέση με το πρόσωπο του τότε Βοηθού του Γενικού Εισαγγελέα. Είμαστε ασφαλώς έτοιμοι να διερευνήσουμε δικαστικά κάθε ζήτημα που προβάλλεται από την πλευρά ενός κατηγορούμενου, αναγόμενο μάλιστα στην έννοια της δίκαιης δίκης, στην ευρύτερη διάσταση του όρου. Η διερεύνηση καταγγελιών και ισχυρισμών, σε βάρος οποιουδήποτε, αποτελεί υποχρέωση των αρμόδιων οργάνων και θεσμών της πολιτείας. Η εκτέλεση αυτού του καθήκοντος, από μόνη της, δεν κατανοούμε πως επιτρέπει ή δικαιολογεί την προβολή του ισχυρισμού της στοχοποίησης. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, πέραν από τις γενικές και αόριστες υποβολές περί στοχοποίησης εκ μέρους της πλευράς του κατηγορούμενου αρ. 5, κανένα στοιχείο ή μαρτυρία δεν τέθηκαν υπόψη μας ικανά να πείσουν, ότι πράγματι, ο τελευταίος υπήρξε θύμα στοχοποίησης είτε των ανακριτικών αρχών είτε του τότε Βοηθού του Γενικού Εισαγγελέα. Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη μας, η ως άνω θέση δεν μπορεί να υιοθετηθεί και αναπόδραστα απορρίπτεται. Δεν παραβλέπουμε εξάλλου, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη μας χωρίς να αμφισβητηθούν, ότι η ανακριτική ομάδα κατά την εξέλιξη της αστυνομικής διερεύνησης συνεννοείτο ή ελάμβανε οδηγίες για το χειρισμό διαφόρων ζητημάτων που προέκυπταν από το γραφείο του έντιμου Γενικού Εισαγγελέως, στα πλαίσια συσκέψεων, σε αρκετές από τις οποίες παρευρίσκοντο, πέρα από τον Βοηθό του Γενικού Εισαγγελέα και ο ίδιος ο Γενικός Εισαγγελέας αλλά και άλλη λειτουργός της Γενικής Εισαγγελίας. Το ζήτημα δηλαδή, δεν φαίνεται να ετύγχανε αποκλειστικού χειρισμού από τον τότε Βοηθό του Γενικού Εισαγγελέα, κατά τρόπο που θα επέτρεπε στον τελευταίο να ενεργήσει, ειδικότερα σε βάρος του κατηγορούμενου αρ. 5, όπως του αποδίδεται. Στη δική μας αντίληψη, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, το σύνολο των μελών της ανακριτικής ομάδας ενήργησε στα πλαίσια των καθηκόντων του και με αποκλειστικό γνώμονα την ισορροπημένη και δίκαιη διερεύνηση της υπό συζήτηση υπόθεσης. Μιας πολύπλοκης και δαιδαλώδους από ανακριτικής απόψεως υπόθεσης που κάλυπτε γεγονότα που εξελίχθησαν σε βάθος χρόνου. Δεν διακρίνουμε οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα στις ενέργειες των ανακριτικών και αστυνομικών αρχών, ούτε οποιαδήποτε πρόθεση καταδίωξης ή επιδίωξη άδικης καταδίκης οποιουδήποτε εκ των κατηγορουμένων. Ομοίως δεν διαπιστώσαμε την ύπαρξη οποιασδήποτε συμπαιγνίας των αστυνομικών ανακριτών με μάρτυρες κατηγορίας για να εμπλέξουν οι τελευταίοι, ψευδώς και κατά τον τρόπο που εισηγείται η υπεράσπιση τους κατηγορούμενους, στη διάπραξη των αδικημάτων που τους αποδίδονται. Η απόδοση αυτού του κινήτρου στα μέλη της ανακριτικής ομάδας, είναι τουλάχιστον άδικη. Το ανακριτικό έργο και ο τρόπος που αυτό παρήχθη από την ομάδα των ανακριτών, καταλήγουμε, δεν επηρέασε δυσμενώς την υπεράσπιση των κατηγορουμένων θέτοντας τους σε μειονεκτική θέση έναντι της κατηγορούσας αρχής, ούτε και επηρέασε τις καλά καθιερωμένες αρχές της δίκαιης δίκης, στην ευρύτερη διάσταση τους. Η καθ' όλα θετική αντίληψη μας για την ποιότητα της μαρτυρίας του αστυφύλακα Παλαόντα, (Μ.Κ.25) σε συνδυασμό θεωρούμενη με το γεγονός ότι οι τοποθετήσεις και εξηγήσεις του μάρτυρα για την εξέλιξη των γεγονότων στα οποία αναφέρθηκε, ενισχύονται και εν μέρει επιβεβαιώνονται από άλλα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, όπως το έντυπο καταχωρήσεων επισκέψεων δικηγόρου-κρατουμένου (τεκμήριο 2) και τα πλάνα από τη κάμερα στο χώρο επισκεπτών των κρατητηρίων του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου, (τεκμήριο 3) δεν επιτρέπουν την υιοθέτηση των μετέωρων υποβολών, ως παρέμειναν, που τέθηκαν στον ως άνω μάρτυρα σε σχέση με τα κίνητρα που τον ώθησαν να τοποθετηθεί με συγκεκριμένο τρόπο, όσον αφορά τις ενέργειες και αναφορές του κατηγορούμενου αρ. 5 κατά τον χρόνο της επίσκεψης του τελευταίου στα κρατητήρια του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου, στις 03.12.
  1. Το γεγονός ότι σε χρόνο προγενέστερο, ο αστυφύλακας Παλαόντας τέθηκε σε κάποιο στάδιο σε διαθεσιμότητα, η οποία ήρθη ήδη από τον Ιούλιο του 2012, ενώ κατά τον χρόνο που προσέφερε τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο, αντιμετώπιζε ως υπέδειξε κατηγορία για το αδίκημα της κοινής επίθεσης, δεν αποτελούν γεγονότα που από μόνα τους, θα επέτρεπαν την υιοθέτηση της θέσης ότι ήταν ικανά να μετατρέψουν το μάρτυρα σε υποχείριο των ανωτέρων του, για την εξυπηρέτηση άνομων σκοπών και επιδιώξεων των τελευταίων σε βάρος του κατηγορούμενου αρ. 5, όπως η πλευρά του τελευταίου προέβαλε. Η παρουσία εξάλλου του Μ.Κ.25 στο χώρο των κρατητηρίων κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, είναι δεδομένο ότι ήταν στα πλαίσια των καθηκόντων που του ανατέθηκαν ήδη από τον Ιούλιο του
  2. Δεν προγραμματίστηκε επί σκοπό και εν αναμονή της επίσκεψης του κατηγορουμένου 5 στο συγκεκριμένο χώρο, (πως ήταν δυνατό άλλωστε να γνωρίζουν οι αξιωματικοί στους οποίους αναφέρεται ο ευπαίδευτος συνήγορος, πότε και αν θα επισκεπτόταν ο κατηγορούμενος αρ. 5 τον Βέργα) για να αξιοποιηθεί κατά τον πιο πάνω τρόπο ο μάρτυρας Παλαόντας, σε βάρος του κατηγορούμενου αρ.
  3. Καθ' όλα θετική υπήρξε η αντίληψη μας για την ποιότητα της μαρτυρίας υπηρεσιακών στελεχών του ΣΑΠΑ οι οποίοι κλήθηκαν και προσέφεραν τη μαρτυρία τους. Η Χριστίνα Γεωργιάδου, (Μ.Κ.4) Οικονομικός Διευθυντής του ΣΑΠΑ και εκτελούσα χρέη Γενικού Διευθυντή από τις 25.10.2014, ο Χρίστος Θεοδώρου, (Μ.Κ.8) Διοικητικός Λειτουργός του ΣΑΠΑ και ο Γεώργιος Χατζηγεωργίου, (Μ.Κ.13) Διευθυντής Τεχνικών Υπηρεσιών του ΣΑΠΑ, υιοθετώντας πολυσέλιδες καταθέσεις τους, καθ' ον χρόνο έδιναν μαρτυρία εξήγησαν με λεπτομέρεια διάφορα ζητήματα, όπως τον τρόπο λειτουργίας του ΣΑΠΑ, τις λήψεις αποφάσεων στον περί ου ο λόγος οργανισμό και τα κατασκευαστικά συμβόλαια που είχε συνάψει, θέτοντας υπόψη του Δικαστηρίου πληθώρα στοιχείων και πληροφοριών για τα πιο πάνω. Η μαρτυρία τους, στις ουσιαστικές της πτυχές δεν έχει αμφισβητηθεί από την πλευρά της υπεράσπισης. Πέραν της θετικής εικόνας που εξέπεμπαν από το εδώλιο του μάρτυρος, με δεδομένο ότι πλείστες από τις αναφορές και τοποθετήσεις τους συνάδουν ή επιβεβαιώνονται από το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου δεν έχουμε οποιαδήποτε δυσκολία να υιοθετήσουμε την μαρτυρία τους σε σχέση με την εξέλιξη των γεγονότων στα οποία αναφέρθηκαν. Πολύ καλή εντύπωση δημιούργησαν στο Δικαστήριο ο Κώστας Λιασίδης, (Μ.Κ.14) Λογιστικός Λειτουργός στο Δήμο Πάφου, ο Σωτήρης Ζίγκας, (Μ.Κ.15) Υπεύθυνος του Κλάδου Εγγραφής στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου, ο Δημήτρης Ευσταθίου, (Μ.Κ.22) Αρχιφοροθέτης στο Επαρχιακό Γραφείο Φόρου Εισοδήματος Πάφου και η Ιωάννα Παυλίδου, (Μ.Κ.16) υπάλληλος στο Ποινικό Τμήμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Τυπικοί μάρτυρες, ως εξελίχθηκε η μαρτυρία τους - οι τρεις πρώτοι εκ των οποίων δεν αντεξετάστηκαν καν από την πλευρά της υπεράσπισης - οι αναφορές τους για τα ζητήματα τα οποία κατέθεσαν, με δεδομένη και την μη αμφισβήτηση τους από την πλευρά της υπεράσπισης, γίνονται αποδεκτές. Ούτε οι Μ.Κ.14, 15 και 22 αντεξετάσθηκαν από την πλευρά της υπεράσπισης. Σύμφωνα με τη νομολογία, όταν ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του, παρέχεται στο δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε, αφού κατά κανόνα, (έστω και όχι άκαμπτο) η παράλειψη αντεξέτασης ισοδυναμεί με παραδοχή. Στην προκείμενη περίπτωση, το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αντεξέτασης των ως άνω μαρτύρων ισοδυναμεί με παραδοχή από την πλευρά της υπεράσπισης της μαρτυρίας τους. Η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή. Θετική είναι επίσης η αντίληψη μας για την ποιότητα της μαρτυρίας του Θουκυδίδη Χρυσοστόμου, (Μ.Κ.27) ο οποίος, κατ' απαίτηση της υπεράσπισης του κατηγορουμένου 1, κλήθηκε για σκοπούς αντεξέτασης. Δεν διατηρούμε οποιαδήποτε αμφιβολία ότι ο μάρτυς ήταν ειλικρινής καθ' ον χρόνο υπεδείκνυε πως όντας μέλος του συμβουλίου του ΣΑΠΑ και της εποπτικής επιτροπής του ως άνω συμβουλίου, δεν αντιλήφθηκε να λειτουργεί εντός των εν λόγω σωμάτων ομάδα που αντιστρατευόταν τα συμφέροντα του ΣΑΠΑ και πως ούτε ο κατηγορούμενος αρ. 1 προσπάθησε να τον επηρεάσει για οποιοδήποτε θέμα που αφορούσε το ΣΑΠΑ. Θα ήταν τραγικό, τόσο για τον ως άνω οργανισμό όσο και τον μάρτυρα, εάν ο τελευταίος, καθ' όλη τη διάρκεια της θητείας του στα πιο πάνω σώματα, αντιλαμβανόταν οποιεσδήποτε συμπεριφορές όπως αυτές που του τέθηκαν και παρέμενε αδιάφορος και σιωπηλός. Ο Ανδρέας Χασαπόπουλος, (Μ.Κ.5) Διευθυντής Τεχνικού Ελέγχου της Ελεγκτικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, με λόγο σταθερό, άμεσο και συνεπή, εξήγησε στο Δικαστήριο την εμπλοκή του ιδίου και ευρύτερα της υπηρεσίας του στην εξέλιξη των γεγονότων που προηγήθηκαν της αστυνομικής διερεύνησης. Δεν διατηρούμε καμία αμφιβολία ότι αποστασιοποιημένος από τα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε, αποτέλεσε μάρτυρα της αλήθειας, μεταφέροντας στο Δικαστήριο όσα ο ίδιος γνώριζε για την υπόθεση. Έχουμε σημειώσει τη θέση της πλευράς του κατηγορούμενου αρ. 2 ότι η εμπλοκή ουσιαστικά της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, μέσω του κ. Χασαπόπουλου, ήταν αντινομική και αντισυνταγματική και ως εκ τούτου οποιαδήποτε μαρτυρία έχει έναυσμα αυτή την εμπλοκή, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Ως ειδικότερα υποστήριξε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου αρ. 2, μετά την ετοιμασία της ετήσιας έκθεσης τους, οι λειτουργοί της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, έχοντας ολοκληρώσει την εργασία τους, στερούντο ουσιαστικά αρμοδιότητας να προβούν σε οποιοδήποτε άλλο έλεγχο. Μοναδική δυνατότητα που είχαν, υπέδειξε, ήταν να παραπέμψουν το πρόσωπο που αρχικά φέρεται να απευθύνθηκε στην Ελεγκτική Υπηρεσία καταγγέλλοντας διάφορα ζητήματα που αφορούσαν το ΣΑΠΑ, στη μόνη αρμόδια αρχή, δηλαδή την αστυνομία και όχι να ασχοληθούν, χωρίς να έχουν πλέον αρμοδιότητα, με την διερεύνηση τους. Πέραν του γεγονότος ότι δεν συμφωνούμε με την γενικότερη εισήγηση ότι η Ελεγκτική Υπηρεσία, στη βάση των εξουσιών που της παρέχονται απευθείας από το σύνταγμα, (άρθρα 115 μέχρι 117 ), αλλά και της κείμενης νομοθεσίας, (βλ. μεταξύ άλλων τους περί Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Έλεγχος Λογαριασμών) Νόμους του 1983 έως 2007, τους περί Δήμων Νόμους του 1985 μέχρι 1997, τον περί Κοινοτήτων Νόμο 86(Ι)/99 και του περί της Καταθέσεως Στοιχείων και Πληροφοριών στο Γενικό Ελεγκτή της Δημοκρατίας νόμου, (Ν. 113(I)/2002) ως έχει τροποποιηθεί), στερείτο δικαιοδοσίας να διενεργήσει όχι μόνο ετήσιο αλλά και επιπρόσθετο διαχειριστικό ή άλλο έλεγχο στο πλαίσιο των καθηκόντων της, για ζητήματα που αφορούσαν ένα Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, όπως ο ΣΑΠΑ, τη δανειοδότηση του οποίου εγγυήθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι επί της ουσίας, η Ελεγκτική Υπηρεσία, μέσω του μάρτυρα Χασαπόπουλου και κατά τον τρόπο που αυτός εξήγησε, δεν έπραξε οτιδήποτε άλλο από αυτό που εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου
  4. Όταν δηλαδή περιήλθαν στην αντίληψη της υπηρεσίας του, με τον τρόπο που εξήγησε, αναφορές συγκεκριμένου προσώπου, του Σαβέριου Βραχίμη, (Σύμβουλου Μηχανικού για τα έργα της Β' Φάσης του Αποχετευτικού Συστήματος Πάφου) για ενδεχόμενες οικονομικές ατασθαλίες από μέλη του ΣΑΠΑ, οι πληροφορίες αυτές, όπως και παρατηρήσεις που προέκυψαν στα πλαίσια του ελέγχου της Κεντρικής Επιτροπής Αλλαγών και Απαιτήσεων, (ΚΕΕΑ) με την οποία η υπηρεσία του μάρτυρα, κατά παράκληση ως εξήγησε αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής, συνεργάστηκε, γνωστοποιήθηκαν στην αστυνομία, μέσω επιστολής ημερ. 20.10.2014, (τεκμήριο 52) για να διερευνηθούν από την αρμόδια προς τούτο αστυνομική αρχή. Ο Πολύδωρος Πολυδώρου, (Μ.Κ.26) κατά πάντα ουσιώδη χρόνο δημοτικός σύμβουλος στο Δήμο Πάφου και μέλος του συμβουλίου του ΣΑΠΑ, στην κατάθεσή του, ημερομηνίας 20.11.2014, στην αστυνομία, (Έγγραφο ΚΓ) δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε αναφορά σε σχέση με συνάντηση που ο ίδιος είχε με τον Χρίστο Δρακόπουλο και τον Σάββα Βέργα, τότε Δήμαρχο Πάφου, στο ξενοδοχείο Amathus, στην Πάφο, περί τα τέλη του
  5. Παράλληλα, τοποθετούμενος σε επί τούτου ερώτηση, υποδεικνύει ότι ο Λοίζος Ιορδάνους δεν τον προσέγγισε για να του προσφέρει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό, με σκοπό να τον βοηθά σε υποθέσεις του ΣΑΠΑ. Δεκαοκτώ μέρες αργότερα, σε συμπληρωματική του κατάθεση, (τεκμήριο 148) τοποθετούμενος σε σχετική ερώτηση, αναφέρθηκε για την ως άνω συνάντηση στο ξενοδοχείο Amathus, ενώ παράλληλα, αντίθετα με τη θέση του επί του ίδιου ζητήματος στην πρώτη του κατάθεση, (Έγγραφο ΚΓ) αναφέρεται σε προσπάθεια του Λοίζου Ιορδάνους, το 2010, να τον εξαγοράσει, προσφέροντας του €30.000,00 ενόψει του γεγονότος ότι τη συγκεκριμένη περίοδο αντιμετώπιζε προβλήματα με συμβόλαια που είχε με το ΣΑΠΑ και αιτήματα πληρωμών που διεκδικούσε δεν περνούσαν. Το Δικαστήριο, έχοντας σημειώσει την εμπλοκή του μάρτυρα στην εξέλιξη των γεγονότων, όπως ο ίδιος τελικά αποφάσισε να αποκαλύψει, ανάλογα προσεγγίζει την μαρτυρία του με την απαιτούμενη προσοχή και διερευνητική διάθεση. Έχοντας κατά νου τη ζωντανή παρουσία του μάρτυρα και τη θετική αντίληψη που αποκομίσαμε για την ποιότητα της μαρτυρίας του, δεν έχουμε αμφιβολία ότι ο τελευταίος ήταν ειλικρινής μάρτυρας. Η θέση του για συνάντηση του ιδίου μαζί με τους Σάββα Βέργα και τον διευθυντή της εταιρείας Envitech S.A., Χρίστο Δρακόπουλο, η οποία έλαβε χώρα στον υπαίθριο χώρο του ξενοδοχείου Amathus στην Πάφο, εντός του 2013, στα πλαίσια της οποίας έγινε προσπάθεια από τον Δρακόπουλο να τον δελεάσει, με τον τρόπο που ο μάρτυρας εξήγησε (προσφέροντας στο μάρτυρα τα χρήματα για χορηγίες του τελευταίου σε φιλανθρωπικές οργανώσεις και για κοινωφελείς σκοπούς) έχουμε πειστεί ότι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ότι αυτή ήταν εξάλλου η πρόθεση του Δρακόπουλου, επιβεβαιώνεται επί της ουσίας και από τον ίδιο τον Βέργα. Κατά τον ίδιο τρόπο, γίνεται αποδεκτή η θέση του ότι την ίδια μέρα, στους χώρους του ως άνω ξενοδοχείου, είδε εξ αποστάσεως και το συνάδελφο του, Γιώργο Σιαηλή (κατηγορούμενο αρ. 5) δημοτικό σύμβουλο του Δήμου Πάφου και μέλος - όπως και ο ίδιος - της εποπτικής επιτροπής του ΣΑΠΑ, χωρίς όμως να έχει την ευκαιρία να τον συναντήσει από κοντά και να συνομιλήσουν. Σύμφωνα με τη γενικότερη θεώρηση της νομολογίας για τη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων, το Δικαστήριο, αφού πρώτα πειστεί ότι ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει, στη συνέχεια θα πρέπει να εξετάσει αν με τη μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και εφόδια ώστε να καταστήσει ικανό το Δικαστήριο να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει τη δική του, ανεξάρτητη κρίση, με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία. Η επιστημονική μαρτυρία η οποία τίθεται στη διάθεση του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να υποκαταστήσει το έργο του, αλλά να το υποβοηθήσει να καταλήξει, στη περίπτωση πάντα που χρειάζεται ιδιαίτερη επιστημονική πληροφόρηση που δεν εμπίπτει στη σφαίρα εμπειριών και γνώσεων του Δικαστηρίου, σε κάθε θέμα που τελεί υπό εξέταση. Ο ειδικός, εμπειρογνώμονας μάρτυρας, βοηθά κατ' ουσία με την παράθεση των σχετικών επιστημονικών κριτηρίων και εξειδικευμένων γνώσεων του το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του, ανεξάρτητα συμπεράσματα (βλ. μεταξύ άλλων Cross on Evidence, (ανωτέρω), Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 390, Νεάρχου ν. Στεφανίδη κ.α.
(2003)1(Α) ΑΑΔ 351). Το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να υιοθετήσει τις απόψεις ενός εμπειρογνώμονα έστω και αν αυτός δεν έχει αντεξεταστεί. Μπορεί δε να υιοθετήσει τη θέση ενός εμπειρογνώμονα είτε εν όλω, είτε εν μέρει, είτε καθόλου, ανάλογα με τα ευρήματα του και την αξιολόγηση της μαρτυρίας, έχοντας πάντα κατά νου ότι οι εμπειρογνώμονες δεν έχουν οποιοδήποτε προβάδισμα έναντι άλλων μαρτύρων και ότι η μαρτυρία τους υπόκειται στους ίδιους ακριβώς κανόνες αξιολόγησης όπως οι συνήθεις μάρτυρες επί γεγονότων (βλ. Vasilikos Cements Works ν. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389 και Ν. Νικολάου ν. Κλεάνθης Σταύρου
(1992)1(B) ΑΑΔ 746). Σε σχέση με τους μάρτυρες Χρίστο Μαλέκκο, (Μ.Κ.3) λογιστή, Χαράλαμπο Στυλιανίδη, (Μ.Κ.19) πολιτικό μηχανικό, Ανδρέα Δημητρίου, (Μ.Υ.2) λογιστή, Κυριάκο Δρουσιώτη, (Μ.Υ.4) λογιστή, οικονομολόγο και Σάββα Μιχαήλ, (Μ.Υ.7) λογιστή, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη μας αναφορικά με τις γνώσεις, κατάρτιση, ειδίκευση και εμπειρία τους, δεχόμαστε ότι αποτελούν ειδικούς - πραγματογνώμονες μάρτυρες στο βαθμό και την έκταση που προσέφεραν μαρτυρία για τα εξειδικευμένα θέματα περί των οποίων κατέθεσαν. Άλλωστε τα προσόντα τους και η εμπειρογνωμοσύνη τους στα ζητήματα για τα οποία κλήθηκαν να καταθέσουν δεν αμφισβητήθηκαν. Οι πλευρές όλων των κατηγορουμένων αμφισβήτησαν την εγκυρότητα και αξιοπιστία της εργασίας του Χρίστου Μαλέκκου, (Μ.Κ.2) όπως αυτή αποτυπώνεται στην έκθεση του με τίτλο «Ανάλυση των Τραπεζικών Δεδομένων Κατηγορουμένων» (Έγγραφο Γ) αλλά και στη συμπληρωματική του έκθεση επί του ίδιου ζητήματος, (Έγγραφο Γ1). Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ως άνω έκθεσης του αλλά και ως εξήγησε ο Μαλέκκου καθ' ον χρόνο κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα, οι οδηγίες που του είχαν δοθεί από την ανακριτική ομάδα ήταν να αναλύσει τις τραπεζικές καταθέσεις των κατηγορουμένων για συγκεκριμένες χρονικές περιόδους, περιορίζοντας την ανάλυση στον εντοπισμό και καταγραφή όλων των καταθέσεων που έγιναν στους τραπεζικούς λογαριασμούς τους, στη βάση των τραπεζικών δεδομένων που είχε εξασφαλίσει η ανακριτική ομάδα, κατ' εκτέλεση σχετικών δικαστικών διαταγμάτων αποκάλυψής τους. Ό,τι πρωτίστως πρέπει να σημειωθεί, είναι ότι η ανάλυση του Χρίστου Μαλέκκου δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια απλή κατηγοριοποίηση στοιχείων που αντλήθηκαν από τα τραπεζικά δεδομένα των κατηγορούμενων, όπως αυτά παραδόθηκαν στον ίδιο από την ανακριτική ομάδα, χωρίς ο ίδιος να προβεί σε οποιαδήποτε διασταύρωση και/ή επιβεβαίωση της πιστότητας τους, είτε μέσω επαφής με τα τραπεζικά ιδρύματα, είτε με αναζήτηση διευκρινίσεων απευθείας από τους ίδιους τους κατηγορούμενους. Στη βάση αυτής της κατηγοριοποίησης, και έχοντας ως βάση τα ως άνω στοιχεία που παρέλαβε από τους ανακριτές, ετοίμασε αρχικά κατάλογο με φερόμενους χρηματισμούς (Παράρτημα 1 Εγγράφου Γ) ενώ ακολούθως, αξιοποιώντας τη βάση δεδομένων που κατήρτισε, προέβη σε σύγκριση των καταθέσεων σε μετρητά στους λογαριασμούς των κατηγορούμενων, (Παράρτημα 2 Εγγράφου Γ) σε σύγκριση των καταθέσεων με τις φορολογικές δηλώσεις τους, (Παράρτημα 3 Εγγράφου Γ) σε σύγκριση των καταθέσεων σε μετρητά των κατηγορουμένων, με τις πληρωμές από το ΣΑΠΑ προς τους εργολάβους για την Α' Φάση, (Παράρτημα 4 Εγγράφου Γ) σε σύγκριση των καταθέσεων σε μετρητά των κατηγορουμένων, με τις πληρωμές προς τους εργολάβους για τη Β' Φάση, (Παράρτημα 5 Εγγράφου Γ) σε ανάλυση των καταθέσεων σε μετρητά των κατηγορουμένων για περίοδο 15 ημερών πριν και μετά την ημερομηνία ανάθεσης και υπογραφής των συμβολαίων της Α και Β Φάσης, (Παράρτημα 6 Εγγράφου Γ) και σε σύγκριση των καταθέσεων των κατηγορουμένων, μεταξύ τους, όπως αυτές εντοπίστηκαν και καταγράφονται στα Παραρτήματα 4-6 της ως άνω έκθεσης του (Παράρτημα 7 Εγγράφου Γ). Η έλλειψη της αναγκαίας διασταύρωσης και επιβεβαίωσης των τραπεζικών δεδομένων που χρησιμοποίησε ο Μ.Κ.2, οδήγησε στην ανάγκη ετοιμασίας από τον ίδιο της συμπληρωματικής έκθεσης του, (Έγγραφο Γ1) σκοπός της οποίας, όπως αναφέρεται στο προοίμιό της, ήταν η διόρθωση και/ή διευκρίνιση καταχωρήσεων της αρχικής του έκθεσης, με αποτέλεσμα την αναπροσαρμογή των διαφόρων Παραρτημάτων της (βλέπε αναθεωρημένα Παραρτήματα της συμπληρωματικής έκθεσης, Έγγραφο Γ1). Σπεύδουμε να σημειώσουμε ότι η ετοιμασία εκ μέρους του μάρτυρα συμπληρωματικής έκθεσης, σε χρόνο ανύποπτο και πριν από την ένορκη μαρτυρία του στο Δικαστήριο, δεν μπορεί από μόνη της να αποδώσει στον τελευταίο οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα καθ' ον χρόνο ετοίμαζε την αρχική του έκθεση. Διαπίστωσε προφανώς, στην πορεία, ότι στοιχεία τα οποία καταγράφονταν στην έκθεση του (Έγγραφο Γ) δεν ήταν ακριβή, ανεξάρτητα από τους λόγους στους οποίους αυτό οφείλεται, επιχειρώντας, εκεί που έκρινε ότι πράγματι χρειαζόταν ανασκευή των καταλήξεων του, να το πράξει. Είναι παραδεκτή εκ μέρους του μάρτυρα Μαλέκκου η έλλειψη στοιχειώδους προσπάθειας εκ μέρους του, επαλήθευσης και/ή επιβεβαίωσης της πιστότητας των στοιχείων που του δόθηκαν για να διεκπεραιώσει την εργασία που ανέλαβε, θεωρώντας προφανώς ότι τα στοιχεία που τέθηκαν στη διάθεση του, καθ' ην έκταση προέρχονταν από τραπεζικά ιδρύματα, αποτύπωναν την πραγματικότητα. Τα πιο πάνω, ως καταδείχθηκε ήδη κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, είχε τη δική του σημασία και αντανάκλαση στα ευρήματα του όπως αυτά αποτυπώθηκαν, τόσο στην αρχική όσο και στη συμπληρωματική του έκθεση. Τόσο από την αντεξέταση του μάρτυρα Μαλέκκου όσο και από το σύνολο της μαρτυρίας που προσκομίστηκε από την πλευρά των κατηγορούμενων στα πλαίσια παρουσίασης της υπεράσπισης τους σε σχέση με το περιεχόμενο των υπό αναφορά εκθέσεων, (Έγγραφα Γ και Γ1) αναδείχθηκαν πλείστα ζητήματα αξιοπιστίας των τραπεζικών δεδομένων, στα οποία βασίσθηκε ο Μαλέκκος και συνακόλουθα του τρόπου που αυτά ενσωματώθηκαν, έτυχαν επεξεργασίας και αποτυπώθηκαν στους σχετικούς πίνακες της έκθεσης του. Όπως διαφάνηκε, καταθέσεις που λογίστηκαν στα πλαίσια της εργασίας του μάρτυρα Μαλέκκου ως μετρητά ήταν καταθέσεις επιταγών, ενώ ποσά που λογίστηκαν ως μετρητά, ήταν καταθέσεις επιταγών. Περαιτέρω, καταθέσεις μετρητών σε διάφορους λογαριασμούς, αφορούσαν τελικά εκταμιεύσεις ποσών συγκεκριμένων δανείων, χρήματα πελατών των κατηγορουμένων ή συνδέονταν με πωλήσεις ακινήτων, ενώ λογαριασμοί που εμφανίζονταν ως προσωπικοί λογαριασμοί των κατηγορουμένων, διαφάνηκε τελικά ότι ήταν κοινοί λογαριασμοί με άλλα πρόσωπα ή που ανήκαν σε τρίτα νομικά πρόσωπα με τα οποία κάποιοι κατηγορούμενοι φέρονται ότι συνδέονταν. Το κρίσιμο βεβαίως ερώτημα, σε σχέση με το σύνολο της κοπιώδους ομολογουμένως εργασίας του μάρτυρα Μαλέκκου, είναι, αν σε αυτή περιέχονται τέτοια στοιχεία και πληροφόρηση που μπορούν να αξιοποιηθούν και να βοηθήσουν το Δικαστήριο στην επίλυση των επίδικων θεμάτων της υπό συζήτηση υπόθεσης. Δεν μπορούν. Και αν ακόμη ήμασταν διατεθειμένοι να υπερκεράσουμε τα πλείστα όσα ζητήματα πιστότητας που φαίνεται να προκύπτουν σε σχέση με τα τραπεζικά δεδομένα και τον τρόπο που αυτά αξιοποιήθηκαν στο πλαίσιο των ως άνω εκθέσεων, ανασκευάζοντας επί της ουσίας το περιεχόμενο των Εγγράφων Γ και Γ1 με τη διόρθωση των διαφόρων ανακριβειών που περιέχονται σε αυτά, όπως εντοπίστηκαν, υποδείχθηκαν και εξηγήθηκαν κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας από την πλευρά της υπεράσπισης, στο βαθμό και την έκταση που αυτά γίνονται αποδεκτά, το Δικαστήριο, είναι φανερό ότι δεν θα μπορούσε να υποβοηθηθεί κατά τρόπο ουσιαστικό στην εξαγωγή οποιωνδήποτε ασφαλών και χρήσιμων συμπερασμάτων για τα ζητήματα που κατά τρόπο ουσιαστικό απασχολούν στην υπό συζήτηση υπόθεση. Οι διάφορες καταθέσεις μετρητών που εντοπίζονται στους τραπεζικούς λογαριασμούς των κατηγορουμένων, δεν προκύπτει από τη μαρτυρία που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, ότι διασυνδέονται με μετρητά που η κατηγορούσα αρχή αποδίδει ότι δόθηκαν στους κατηγορούμενους, κατά τον τρόπο και στο χρόνο που καταγράφεται στο κατηγορητήριο. Προσεγγίζοντας την μαρτυρία του Χαράλαμπου Στυλιανίδη, (Μ.Κ.19) πολιτικού μηχανικού, στον οποίο ανετέθη από το γραφείο του Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας ο έλεγχος των συμβολαίων της Α΄ φάσης του αποχετευτικού συστήματος Πάφου, πρέπει εξαρχής να σημειώσουμε ότι δεν μας βρίσκει σύμφωνους η κατά τρόπο γενικό έως και αφοριστικό προταχθείσα θέση της υπεράσπισης του κατηγορουμένου 2, ότι η μαρτυρία του περί ου ο λόγος μάρτυρος, η οποία ουσιαστικά ήταν επέκταση και περαιτέρω επεξήγηση δύο εκθέσεων που ετοίμασε σε σχέση με το συμβόλαιο αριθμός 3 της Α΄ φάσης του αποχετευτικού συστήματος Πάφου, ήταν ένα συνονθύλευμα εικασιών και θεωριών και ότι ο μάρτυς, τελώντας σε διατεταγμένη υπηρεσία από τον εντολέα του, ήτοι το γραφείο του Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας, προέβαινε σε γενικεύσεις καταλήγοντας σε αυθαίρετα συμπεράσματα. Η εντύπωση που εμείς αποκομίσαμε είναι ότι ο μάρτυρας, προσπάθησε, με μεθοδικότητα και διερευνητική διάθεση να διεκπεραιώσει την εργασία που του ανατέθηκε, στηριζόμενος σε υλικό που άντλησε κατά το στάδιο της έρευνας του και στο οποίο παρέπεμψε καταθέτοντας στο Δικαστήριο, εντοπίζοντας κατά την κρίση του συγκεκριμένα ζητήματα τα οποία έχρηζαν περαιτέρω διερεύνησης. Ασφαλώς, δεν είμαστε διατεθειμένοι να υιοθετήσουμε συμπερασματικές καταλήξεις του ως άνω μάρτυρα, σχετικές με την εξέλιξη των γεγονότων στα οποία αναφέρθηκε, στο βαθμό και στην έκταση που αυτές δεν μπορούν με την ασφάλεια που απαιτείται σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση να επιβεβαιωθούν από διάφορα στοιχεία, μαρτυρία και τεκμήρια που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου. Η κατάληξη σε τελικά συμπεράσματα για ζητήματα που κατά τρόπο ουσιαστικό ενδιαφέρουν στα πλαίσια της παρούσας αποτελεί, αδιαπραγμάτευτα, έργο του Δικαστηρίου. Ουσιαστικές πτυχές των τοποθετήσεων του μάρτυρος θα απασχολήσουν στη συνέχεια της παρούσας, καθ' ον χρόνο το Δικαστήριο πραγματεύεται ζητήματα που αφορούν ειδικότερα το συμβόλαιο αρ. 3 της Α΄ φάσης του αποχετευτικού συστήματος Πάφου το οποίο ουσιαστικά αφορούσαν οι εκθέσεις που ετοίμασε και συνακόλουθα η μαρτυρία του. Έχοντας κατά νου τη θετική εικόνα της Χριστιάνας Αταλιώτου (Μ.Υ.1) στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό θεωρούμενο τούτο με το γεγονός ότι οι τοποθετήσεις της σε σχέση με τα ζητήματα τα οποία της ετίθεντο, δεν έτυχαν ουσιαστικής αμφισβήτησης, η μαρτυρία της γίνεται στο σύνολο της αποδεκτή από το Δικαστήριο. Καθ' όλα θετική επίσης είναι η αντίληψη του Δικαστηρίου για την ποιότητα της μαρτυρίας του Ανδρέα Δημητρίου (Μ.Υ.2) ο οποίος έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου όσα ο ίδιος γνώριζε για τα ζητήματα τα οποία του ετίθεντο σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της εταιρείας A.N.G. VILLAS LTD της οποίας ο κατηγορούμενος αρ.1 είναι μέτοχος κατά 1/3 και ένας από τους τρεις διευθυντές της. Σημειώνουμε και υιοθετούμε τη θέση του πως καθ' ην έκταση οι λογαριασμοί που ετοιμάστηκαν για την ως άνω εταιρεία από τον ελεγκτικό οίκο στον οποίο εργάζεται δεν έχουν ελεγχθεί, δεν μπορεί κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις να αποδοθεί σε αυτούς η εγκυρότητα που συνοδεύει λογαριασμούς ελεγμένους από εξουσιοδοτημένους προς τούτο λογιστές - ελεγκτές. Ομοίως θετική είναι η αντίληψη μας για την ποιότητα της μαρτυρίας της Ευθυμίας Αναστασίου (Μ.Υ.3). Η μάρτυς με λόγο απλό, έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου όσα η ίδια γνώριζε για την εξέλιξη των γεγονότων στα οποία αναφέρθηκε, πείθοντας ότι πρόκειται για ειλικρινή μάρτυρα. Δεν έχουμε οποιοδήποτε ενδοιασμό, να υιοθετήσουμε την θέση της μάρτυρος ότι ο κατηγορούμενος αρ. 1 και τα δύο παιδιά του, σε τακτική βάση και κατά τον τρόπο που η ίδια εξήγησε, υποστηρίζονταν οικονομικά τόσο από την ίδια όσο και από τρεις θείες της. Θετική είναι επίσης η αντίληψη μας για την ποιότητα της μαρτυρίας του Κυριάκου Δρουσιώτη (Μ.Υ.4). Ο μάρτυς ουσιαστικά έθεσε στο Δικαστήριο στοιχεία και εξήγησε τις θέσεις και τον συλλογισμό του, επιβεβαιώνοντας

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.