← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Σάββα Ομήρου, Αρ. Υπόθεσης: 9957/15, 6/4/2017

Δημοκρατία ν. Σάββα Ομήρου, Αρ. Υπόθεσης: 9957/15, 6/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Δ.Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9957/15 Δημοκρατία εναντίον Σάββα Ομήρου Κατηγορούμενου ____________________________ Ημερομηνία: 6 Απριλίου 2017 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. Σίμος Συμεού Για τον Κατηγορούμενο: κ. Αντώνης Χουβαρτάς Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε, στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, τέσσερις

(4)συνολικά κατηγορίες. Με δεδομένη την άρνηση του στο σύνολο των κατηγοριών που του αποδίδονταν, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Με την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, κρίθηκε ότι διέπραξε τα αδικήματα του βιασμού, κατά παράβαση των άρθρων 144 και 145 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία), της απαγωγής, κατά παράβαση του άρθρου 148 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (3η κατηγορία) και της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (4η κατηγορία), αθωώθηκε στην κατηγορία της ληστείας, (2η κατηγορία) κατά παράβαση των άρθρων 282 και 283 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και, κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 85
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, κρίθηκε ένοχος στο αδίκημα της κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Κεφ.
  1. Τα γεγονότα που συνθέτουν την ετυμηγορία του Δικαστηρίου, διατυπώνονται στο σκεπτικό της απόφασης που εκδώσαμε στις 28.02.
  2. Για ευκολία και αποφυγή επαναλήψεων, παραθέτουμε αμέσως τη σχετική κατάληξη των ευρημάτων μας στην ως άνω απόφαση, ημερ. 28.02.2017, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραγνωρίσαμε για σκοπούς της παρούσας, όσα άλλα περιλαμβάνονται στην εν λόγω απόφαση μας. Η παραπονούμενη ήρθε στην Κύπρο στις 31.05.2015, με σκοπό να εργαστεί στο Olympic Lagoon Resorts, (στον τομέα της ψυχαγωγίας παιδιών) παραμένοντας μέχρι τις 08.11.2015, οπότε και επέστρεψε στην πατρίδα της, την Ολλανδία, αφού εξαιτίας των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης δεν αισθανόταν ότι θα μπορούσε να μείνει πλέον στην Κύπρο. Στις 04.10.2015 και περί ώρα 05:15 περπατούσε μόνη της στη Λεωφόρο Ποσειδώνος, στην Κάτω Πάφο, επιστρέφοντας στο σπίτι της, το οποίο βρίσκεται σε συγκρότημα κατοικιών πλησίον της οδού Μελίνας Μερκούρη στην Κάτω Πάφο, μετά από νυχτερινή διασκέδαση με φίλους, σε διάφορα μπαρ του Κόλπου των Κοραλίων και της Κάτω Πάφου, στα οποία είχε καταναλώσει συνολικά διάφορα αλκοολούχα ποτά. Έχοντας ολοκληρώσει την έξοδο της, επέστρεφε ευδιάθετη στο σπίτι της και χωρίς να βρίσκεται σε κατάσταση μέθης. Στο μέσο της διαδρομής, πλησίον στάσης λεωφορείου, μπροστά από τα γραφεία της εταιρείας Constantinou Bros, (σημείο Χ3 επί του τεκμηρίου 13 και φωτογραφίες 5 και 6 του τεκμηρίου 33) την προσέγγισε ο κατηγορούμενος, ο οποίος επέβαινε σε ένα μικρό μοτοποδήλατο σκούρου χρώματος, ρωτώντας την πού πήγαινε. Του απάντησε ότι πήγαινε σπίτι της. Ο κατηγορούμενος της συστήθηκε με το όνομα «Ανδρέας» και προσφέρθηκε να την πάρει στο σπίτι της, πράγμα το οποίο η παραπονούμενη αποδέχθηκε. Ακολουθώντας από το σημείο που παρέλαβε την παραπονούμενη τη διαδρομή που είναι σημειωμένη με κόκκινα βέλη στο τεκμήριο 13, ο κατηγορούμενος έστριψε αριστερά στην οδό Μελίνας Μερκούρη, οδεύοντας προς την κατεύθυνση που ήταν το σπίτι της παραπονούμενης. Φτάνοντας στο ύψος του πιο πάνω δρόμου, όπου βρισκόταν το στρίψιμο που οδηγούσε στην οικία της παραπονούμενης, συνέχισε την ευθεία πορεία του, επιταχύνοντας την ταχύτητα του, παρά την αντίδραση της τελευταίας η οποία κατ' επανάληψη τον καλούσε να σταματήσει επειδή είχαν φτάσει. Φτάνοντας ο κατηγορούμενος στη διασταύρωση της υπ' αναφοράς οδού με τη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού, ελάττωσε ταχύτητα και χωρίς να σταματήσει βγήκε εκτός του οδοστρώματος του δρόμου και διερχόμενος διαμέσου υφιστάμενου ανοίγματος προστατευτικού κιγκλιδώματος, (κάγκελα που ευκρινώς απεικονίζονται, μεταξύ άλλων, στη φωτογραφία Η του τεκμηρίου 31) εισήλθε και άρχισε να οδηγεί το μοτοποδήλατο στον ποδηλατόδρομο, που βρίσκεται στην αριστερή πλευρά της πιο πάνω λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού, σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε. Στο μεταξύ ο κατηγορούμενος προσπάθησε δύο φορές να αρπάξει το χέρι της παραπονούμενης για να το τοποθετήσει πάνω στο πέος του, πλην όμως η παραπονούμενη αρνούμενη το τράβηξε πίσω. Σε κάποιο σημείο και ενώ το μοτοποδήλατο εξακολουθούσε να βρίσκεται σε κίνηση στον ποδηλατόδρομο, ο κατηγορούμενος έσπρωξε με το δεξί του χέρι την καθήμενη πίσω του παραπονούμενη, με αποτέλεσμα η τελευταία να πέσει και να χτυπήσει στα γόνατα και στο μπροστινό μέρος του σώματος της. Ειδικότερα, υπέστη εγκαύματα τριβής με απόσπαση της επιδερμίδας στην πρόσθια χώρα του αριστερού και του δεξιού γόνατος και εκδορές τριβής με απόσπαση της επιδερμίδας στο αριστερό υποχόνδριο και στην κοιλιακή χώρα, διαστάσεων 23Χ16 εκ. (Έγγραφα ΣΤ και ΙΒ ως επίσης φωτογραφίες τεκμηρίου 11). Αμέσως μετά ο κατηγορούμενος, σταμάτησε το μοτοποδήλατό σε μικρή απόσταση από το σημείο που η παραπονούμενη, σοκαρισμένη, εξακολουθούσε να είναι ξαπλωμένη στον ποδηλατόδρομο χωρίς να μπορεί να κινηθεί. Περπάτησε προς το μέρος της βγάζοντας την μπλούζα του και στάθηκε ακριβώς από πάνω της. Η παραπονούμενη άρχισε να φωνάζει, καλώντας σε βοήθεια, πλην όμως δεν υπήρχε οποιοσδήποτε για να την ακούσει. Ο κατηγορούμενος προσπάθησε να αρπάξει το χέρι της και κοιτώντας την στα μάτια, την απείλησε, πως αν δεν σταματούσε να ουρλιάζει θα την σκότωνε. Ενόσω η ίδια είχε «παγώσει» ευρισκόμενη σε κατάσταση προσωρινής παράλυσης «Tonic Immobility», παίρνοντας την από το χέρι, τη σήκωσε από το έδαφος και περπατώντας μαζί της καλύπτοντας κοντινή απόσταση, την οδήγησε σε παρακείμενο χωράφι το οποίο απεικονίζεται στις φωτογραφίες του τεκμηρίου
  3. Στη συνέχεια την έσπρωξε να καθίσει κάτω, προσπαθώντας να την αναγκάσει να γλείψει το πέος του, πλην όμως η παραπονούμενη αρνήθηκε. Την ξάπλωσε στο έδαφος, ξεκούμπωσε το πουκάμισό της, (τεκμήριο 2) κατέβασε το κολάν της (τεκμήριο 4) μέχρι τα γόνατα, και αφού κατέβασε το παντελόνι του, ερχόμενος από πάνω της, μπήκε με το πέος του στον κόλπο της, χωρίς τη χρήση προφυλακτικού, συνεχίζοντας να μπαινοβγαίνει με το πέος του στον κόλπο της για περίπου 3 λεπτά, χρόνο μετά τον οποίο ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε να συνεχίσει άλλο και σηκώθηκε πάνω. Τράβηξε πάνω το παντελόνι του, άρπαξε τη φανέλα του και την τσάντα της και λέγοντας της «bye bye», έτρεξε μακριά σε άγνωστη κατεύθυνση. Η τσάντα της παραπονούμενης, χρώματος μαύρου με ελαφρύ ανοιχτό καφέ και σπασμένη κλειδαριά στη μέση, περιείχε το κινητό της τηλέφωνό, μάρκας Galaxy Samsung S2, χρώματος μαύρου, την ταυτότητά της, μια χρεωστική κάρτα της Τράπεζας Κύπρου, μια χρεωστική κάρτα της RΑΒΟ Bank, τρία κλειδιά (του σπιτιού και της δουλειάς της), μια κάρτα για τη δουλειά της (clock in), το έμβλημα από τη δουλειά με το όνομά της, μακιγιάζ, χτένα μαλλιών και πούδρα. Η παραπονούμενη παρέμεινε στο χώρο για 10 περίπου λεπτά, προσπαθώντας να προσανατολισθεί και να αντιληφθεί την κατεύθυνση που έπρεπε να ακολουθήσει για να επιστρέψει στο διαμέρισμά της. Επιστρέφοντας στο διαμέρισμα της αφού έκανε ντους ανέφερε στη συγκάτοικό της και σε δυο συναδέλφους της τι είχε συμβεί και στη συνέχεια μετέβη στο ΤΑΕ Πάφου, όπου σοκαρισμένη και κλαίοντας κατήγγειλε την υπόθεση. Πέραν από την υπόδειξη σκηνής στην οποία προέβηκε στις 04.10.2015, (τεκμήριο 10) την ίδια μέρα οδηγήθηκε από την αστυνομία στο τμήμα Πρώτων Βοηθειών του νοσοκομείου Πάφου όπου διαπιστώθηκαν οι πιο πάνω τραυματισμοί από την επί καθήκοντι ιατρό, (Έγγραφο Στ) η οποία, διαπιστώνοντας επίσης την άσχημη ψυχολογική κατάσταση στην οποία βρισκόταν, της χορήγησε ηρεμιστικό χάπι, (Ativan) μέχρι να επισκεφθεί ειδικό ψυχολόγο στον οποίο την παρέπεμψε. Την ίδια μέρα, την παραπονούμενη εξέτασε επίσης, στο νοσοκομείο Πάφου και ιατροδικαστής, τα ευρήματα του οποίου καταγράφηκαν επίσης σε ιατροδικαστική έκθεση (Έγγραφο ΙΒ). Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης στο πλαίσιο της αγόρευσης του για μετριασμό της ποινής, δεν αμφισβήτησε τη σοβαρότητα των αδικημάτων για τα οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος. Ωστόσο, υπέδειξε την αυτονόητη αναγκαιότητα, το Δικαστήριο, σε κάθε περίπτωση να εξατομικεύει τις ποινές που θα επιβάλει, λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα διάπραξης των αδικημάτων και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου. Επεσήμανε το γεγονός ότι οι θέσεις του κατηγορούμενου και η ακροαματική διαδικασία ενδεχομένως να του στερούν το ευεργέτημα της παραδοχής, τούτο όμως δεν μπορεί με κανένα τρόπο να επιμετρήσει ως επιβαρυντικός παράγοντας σε βάρος του. Σημείωσε ταυτόχρονα την παραδοχή του για το αδίκημα της κλοπής της τσάντας της παραπονούμενης, σε πρώιμο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, κατά τρόπο που το Δικαστήριο θα πρέπει να θεωρήσει την ως άνω παραδοχή ως άμεση. Αναφερόμενος στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, υποστήριξε ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, είναι διαφορετικά από περιπτώσεις του είδους, στις οποίες, είτε ασκήθηκε βία είτε εξαιτίας της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου παρέμειναν επιπτώσεις στην παραπονούμενη. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, υπέδειξε, δεν υπήρξε σωματική βία, επιθετικές ή βίαιες ενέργειες, ούτε σκληρότητα και βαναυσότητα, ούτε προκλήθηκαν σωματικές ή άλλες βλάβες στην παραπονούμενη που να έχουν σχέση με αυτή καθ' αυτή τη σεξουαλική πράξη, κατά τρόπο που να επιτρέπεται η διαφοροποίηση της περίπτωσης από τις ποινές που συνήθως επιβάλλονται για αυτού του είδους τα αδικήματα. Σε σχέση με τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του κατηγορούμενου, σημείωσε το λευκό ποινικό του μητρώο και το νεαρό της ηλικίας του τελευταίου, υποδεικνύοντας ότι πρόκειται για άτομο ηλικίας 25 περίπου ετών. Οι γονείς του χώρισαν όταν ο κατηγορούμενος ήταν πολύ μικρός. Ο ίδιος μαζί με τα δύο αδέλφια του διέμεναν με την μητέρα του. Τόσο η μητέρα του όσο και ο πατέρας του ξαναπαντρεύτηκαν, με τη μητέρα του να αποκτά από το νέο γάμο της, το τέταρτο παιδί της. Χώρισε και με το δεύτερο σύζυγο της, όταν το τέταρτο παιδί της και μικρότερη αδελφή του κατηγορούμενου, ηλικίας 13 ετών σήμερα, βρισκόταν στην ηλικία των δύο ετών. Ο κατηγορούμενος στερήθηκε της πατρικής παρουσίας, φροντίδας και καθοδήγησης, ζώντας δύσκολα παιδικά χρόνια, με αποτέλεσμα να επηρεαστεί η ψυχοσωματική του ανάπτυξη. Ο πατέρας του, ενόψει προσωπικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε και αντιμετωπίζει, δεν ενδιαφέρθηκε ούτε για τον κατηγορούμενο ούτε και για τα άλλα αδέλφια του. Παρά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος φοίτησε σε διάφορα σχολεία, περιλαμβανομένου και του νυκτερινού, δεν κατάφερε να αποφοιτήσει. Εδώ και πολλά χρόνια, είναι ο προστάτης της οικογένειάς του. Στην ηλικία των 17 ετών, είχε την τραυματική εμπειρία της αυτοκτονίας (μέσω αυτοπυροβολισμού) του μοναδικού του θείου, αδελφού της μητέρας του, με τον οποίο συνδεόταν στενά. Ως τραυματική εμπειρία για τον κατηγορούμενο, χαρακτήρισε επίσης, το γεγονός ότι ο τελευταίος γνώριζε ότι η αναπηρία του πατέρα του, (απώλεια του ενός οφθαλμού του) ήταν αποτέλεσμα του γεγονότος ότι ο πατέρας του, σε νεαρή ηλικία πυροβολήθηκε εκ προθέσεως. Σε ηλικία 17 ετών κατατάχθηκε στην Εθνική Φρουρά από την οποία απολύθηκε - εξαιτίας αναστολών που εξασφάλιζε - μετά την πάροδο τεσσάρων χρόνων, σε ηλικία 22 ετών. Κατά τη διάρκεια της θητείας του, εξαιτίας των ως άνω τραυματικών εμπειριών του, ουδέποτε χρεώθηκε στον κατηγορούμενο οποιοδήποτε όπλο. Μετά την απόλυση του από την Εθνική Φρουρά, στη προσπάθεια του να συνδράμει οικονομικά την οικογένεια του, η οικονομική κατάσταση της οποίας είναι πολύ άσχημη, εργοδοτήθηκε ως διανομέας φαγητού σε γνωστή αλυσίδα εστίασης (Pizza Hut) στην Πάφο. Το 2014, κατά την εκτέλεση της εργασίας του, ενεπλάκη σε σοβαρό τροχαίο ατύχημα, με αποτέλεσμα το σοβαρό τραυματισμό του και τη νοσηλεία του για 17 ημέρες στο νοσοκομείο, ενώ για 2 μήνες παρέμεινε ακίνητος στο κρεβάτι. Έκτοτε δεν μπόρεσε να ξαναεργαστεί, συνεχίζοντας να υποβάλλεται σε φυσιοθεραπεία. Οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, υπέδειξε περαιτέρω ο συνήγορος, έχουν στο μεταξύ διαφοροποιηθεί, αφού ο τελευταίος διατηρεί σήμερα σοβαρό δεσμό με πρόθεση να αρραβωνιαστεί. Πέραν του γεγονότος ότι η καταδίκη του προκάλεσε στη πιο πάνω σχέση του μεγάλη αναστάτωση και δοκιμασία, ενδεχόμενη άμεση φυλάκιση του, σημείωσε, προφανώς θα διαλύσει αυτή τη σχέση. Αποτέλεσε εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορουμένου ότι στην περίπτωση που ο προσανατολισμός του Δικαστηρίου είναι να επιβληθεί ποινή στερητική της ελευθερίας, συντρέχουν οι περιστάσεις που δικαιολογούν την αναστολή της. Στην περίπτωση δε που το Δικαστήριο κρίνει αναπόφευκτη την ποινή της άμεσης φυλάκισης, η περίοδος της πρέπει να είναι τέτοια ώστε ο κατηγορούμενος να έχει την προσδοκία «σύντομα να βρίσκεται στην κοινωνία αλλά και στην νέα πορεία της ζωής του». Ο κατηγορούμενος, κατέληξε, δεν αποτελεί εγκληματία, αλλά ένα πρόσωπο που βρέθηκε σε αυτή την κατάσταση, λόγω της μεμονωμένης, άτυχης και κακής στιγμής να συναντηθεί τυχαία με κάποια άγνωστη του γυναίκα (την παραπονούμενη). Στα πλαίσια της γραπτής του αγόρευσης, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου επισύναψε και δύο ιατρικά πιστοποιητικά, το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της κατηγορούσας αρχής. Το πρώτο, αποτελεί ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Γεώργιου Μεταξά, Β Διευθυντή της Ορθοπαιδικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, ημερ. 21.04.2015, από το οποίο προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, στις 30.09.2014, εισήχθη κατόπιν τροχαίου ατυχήματος στην ορθοπαιδική κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου με κάταγμα ηβοισχιακού κλάδου αριστερά, κάταγμα κοτύλης δεξιά, κάταγμα ηβικού κλάδου δεξιά, ρωγμώδες κάταγμα ιερού οστού και θλαστικό τραύμα οφρύος δεξιά συρραφέν. Στις 17.10.2014 του δόθηκε εξιτήριο από το Νοσοκομείο για κατ' οίκον παραμονή μέχρι της συμπληρώσεως 6 εβδομάδων από τον τραυματισμό του. Στις 28.11.2014 έγινε επανεκτίμηση της κατάστασης του και έκτοτε δεν επανεξετάστηκε. Το δεύτερο πιστοποιητικό, ημερ. 21.04.2015, που τιτλοφορείται «Ψυχιατρική Ανάλυση» εκδόθηκε από τον Δρ. Γρηγόρη Γρηγορίου, ψυχίατρο, μετά από εξέταση και αξιολόγηση του κατηγορούμενου στις 10.03.
  4. Σε σχέση με την ψυχιατρική αξιολόγηση του κατηγορούμενου, καταγράφονται τα ακόλουθα: «Η εμφάνιση και συμπεριφορά του ήταν αρμόζουσα στην περίπτωση, η ομιλία και η καταγραφή των γεγονότων είναι λεπτομερής και στοχευόμενη, δίχως τάσεις για υπερβολές και αχρείαστες υποκειμενικές αξιολογήσεις. Η συναισθηματική έκφραση όσον αφορά την υποκειμενική περιγραφή δεν παρουσιάζει σοβαρά παθολογικά στοιχεία. Η δομή της σκέψης, δηλαδή ο τρόπος σύνδεσης των ιδεών είναι λογική και στοχευόμενη. Δεν παρουσιάζει παραληρητικές ιδέες ή ιδεοληψίες, ούτε ιδέες αναφοράς ή εμμονές. Η αντίληψη δεν παρουσιάζει παθολογικά στοιχεία. Οι νοητικές λειτουργίες, δηλαδή η εκτίμηση των γνωστικών λειτουργιών όπως η μνήμη, αυτοσυγκέντρωση, προσανατολισμός δεν παρουσιάζουν δυσλειτουργία. Παρουσιάζεται όμως ήπια μέχρι μέτρια έκπτωση στην κριτική ικανότητα, σοβαρή έκπτωση στη μάθηση, έκπτωση στην ικανότητα για υπολογισμούς, αφηρημένη σκέψη και έκπτωση στις κοινωνικές, επαγγελματικές και διαπροσωπικές ικανότητες. Αξιολογώντας τα αναφερθέντα ευρήματα και λαμβάνοντας υπόψη την πολυαξονική Διάγνωση (DSM-IV-R) στον άξονα Ι δεν διαπιστώνονται διαταραχές όπως η Σχιζοφρένια ή Διπολική Διαταραχή. Στον άξονα ΙΙ όπου καταγράφονται η νοητική στέρηση και οι Διαταραχές Προσωπικότητας διαπιστώνεται ήπια μέχρι μέτρια νοητική δυσλειτουργία. Στον άξονα ΙΙΙ όπου καταγράφονται ψυχοκοινωνικά και περιβαλλοντικά προβλήματα, διαπιστώνεται στην κλίμακα της σφαιρικής εκτίμησης μέτρια μέχρι σοβαρή δυσλειτουργία. Αξίζει να σημειωθεί σε ότι αφορά την ψυχοκοινωνική και περιβαλλοντική κατάσταση του κ. Ομήρου, ότι μεγάλωσε κάτω από δυσμενείς καταστάσεις μετά τον χωρισμό των γονέων του, ακολούθησε ελλιπής μαθησιακή εκπαίδευση και διακοπή αυτής στη 2αν Λυκείου, επίσης το γεγονός ότι κατά την διάρκεια της θητείας του στην Εθνική Φρουρά παρακολουθείτο λόγω αντιδραστικής και προβληματικής προσαρμοστικότητας από ψυχίατρο, αλλά και άλλα προβλήματα σε όλο το φάσμα της καθημερινότητας όπως η έλλειψη εργασίας και οικονομικά προβλήματα. Στην Εθνική Φρουρά πολλές φορές η μητέρα του τον έπαιρνε το πρωί και πήγαινε το μεσημέρι η ώρα 02:30 και τον έφερνε σπίτι γιατί δεν μπορούσε να παραμείνει σε κλειστό χώρο λόγω κλειστοφοβικής συμπτωματολογίας. Ενδεχόμενη φυλάκιση του θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στην ψυχική του σταθερότητα και θα είναι ένας απορυθμιστικός παράγοντας στην προσπάθεια ένταξης του στην κοινωνία. Αξιολογείται ότι ο κ. Ομήρου παρουσιάζει μειωμένη ικανότητα στην αντίληψη και ορθολογιστική αξιολόγηση κινδύνων και καταστάσεων στους οποίους μπορεί να εκτεθεί ο εαυτός του ή άλλοι. Ο κ. Ομήρου παρουσιάζει ελλειμματική ικανότητα στην κριτική σκέψη και στη πρόβλεψη και σωστή αξιολόγηση των συνεπειών των πράξεων του σε βαθμό που να χαρακτηρίζεται από υπέρμετρη επιπολαιότητα και συνεπώς παρουσιάζει σημαντικά μειωμένη ικανότητα για καταλογισμό.» Σημειώνεται ότι από το ως άνω απόσπασμα του ιατρικού πιστοποιητικού του Δρ. Γρηγορίου, δεν λαμβάνεται υπόψη, ως η κοινή δήλωση αμφοτέρων των πλευρών, η ακροτελεύτια πρόταση «και συνεπώς παρουσιάζει σημαντικά μειωμένη ικανότητα για καταλογισμό». Πριν προχωρήσουμε στην ανάλυση των πραγμάτων από ποινολογικής απόψεως, θα αναφερθούμε στο περιεχόμενο της έκθεσης του αρμόδιου τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών της Δημοκρατίας σε σχέση με τον κατηγορούμενο, η οποία ετοιμάστηκε μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου, σε μια προσπάθεια πληρέστερης πληροφόρησης του τελευταίου για σκοπούς της παρούσας, ως προς τις προσωπικές, οικογενειακές, οικονομικές και άλλες συνθήκες του, την οποία ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης υιοθέτησε, επισυνάπτοντας την επίσης στο κείμενο της γραπτής του αγόρευσης, διευκρινίζοντας ταυτόχρονα ότι η αποτύπωση σε αυτήν αναφοράς του κατηγορούμενου για χρήση ναρκωτικών ουσιών από την ηλικία των 15 ετών, θα πρέπει να εκληφθεί ότι αφορούσε τη χρήση κάνναβης («χόρτο») από τον κατηγορούμενο και όχι οποιοδήποτε άλλο είδος ναρκωτικών ουσιών. Σύμφωνα με αυτήν, ο εικοσιεξάχρονος σήμερα κατηγορούμενος γεννήθηκε στην Πάφο, στις 05.10.
  5. Προέρχεται από διασπασμένη οικογένεια χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Οι γονείς του χώρισαν όταν ο ίδιος ήταν σε ηλικία 4 ετών. Μετά το χωρισμό τους, τη φύλαξη του ίδιου και των δυο αδελφιών του, ανέλαβε η μητέρα. Η μητέρα του τέλεσε δεύτερο γάμο, ο οποίος επίσης διαλύθηκε. Από το δεύτερο της γάμο απέκτησε ακόμη ένα παιδί. Σήμερα, η μητέρα του εργάζεται ως συνοδός ατόμου με ειδικές ανάγκες, ενώ ο πατέρας του διατηρεί καφενείο στο Στρουμπί. Η επικοινωνία του κατηγορούμενου μαζί του, ήταν πάντοτε σπάνια. Ο κατηγορούμενος φοίτησε μέχρι τη Β΄ τάξη του Λυκείου ενώ στη συνέχεια διέκοψε λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος. Κατατάγηκε στην Εθνική Φρουρά, από την οποία, λόγω αναστολών που εξασφάλιζε, απολύθηκε μετά από πάροδο 4 χρόνων. Μετά την απόλυση του εργάστηκε ως διανομέας φαγητού για ένα χρόνο. Τραυματίσθηκε σε τροχαίο με μοτοσυκλέτα και λόγω ορθοπεδικών προβλημάτων αδυνατούσε να εργαστεί. Μετά τη σύλληψή του για την παρούσα υπόθεση, βοηθείτο οικονομικά από τη μητέρα και τους μητρικούς παππούδες του. Όπως ο ίδιος υπέδειξε, από την ηλικία των 15 χρόνων είναι χρήστης ναρκωτικών ουσιών ενώ σήμερα παρακολουθείται από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας του Τμήματος Φυλακών. Αξιολογήσαμε κάθε τι που τέθηκε ενώπιον μας από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, στην έκταση που τούτο μπορεί να αξιολογηθεί για τον πιο πάνω σκοπό και στο βαθμό βεβαίως που νομολογιακά έχει αναγνωριστεί ότι μπορεί να αποτελέσει μετριαστικό παράγοντα. Λάβαμε επίσης υπόψη, όχι μόνο το περιεχόμενο της έκθεσης κοινωνικής έρευνας, αλλά και όσα ο κ. Χουβαρτάς επισημαίνει στην γραπτή αγόρευσή του, συζητώντας τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις και συνθήκες του κατηγορούμενου, ως επίσης, το περιεχόμενο των ως άνω ιατρικών πιστοποιητικών. Έχουμε βέβαια κατά νου το σύνολο των περιστάσεων που γενικότερα περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων, ασχέτως εάν κάποια από αυτά δεν αναφέρονται ρητώς στο παρόν σκεπτικό μας. Κατά το στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, το πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, στόχος που επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου (βλέπε Σύγγραμμα Sentencing in Cyprus (Sentencing Revisited), 2η έκδ. 2007, σελ. 2 και επόμενες, του G.M. Pikis, και Republic v. Georgiou 22 C.L.R. 147). Τα Δικαστήρια, ως φρουροί της νομιμότητας και της ευταξίας οφείλουν να διαφυλάξουν και να διασφαλίσουν την πιστή εφαρμογή του νόμου με την επιβολή ανάλογων σε κάθε περίπτωση ποινών, ικανών να τιθασεύσουν συμπεριφορές που κινούνται εκτός του πλαισίου του νόμου, προς όφελος κάθε πολίτη ξεχωριστά και της κοινωνίας στο σύνολο της. Το αδίκημα του βιασμού, το οποίο έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος, όπως αυτό αναγνωρίζεται από τη νομοθεσία, είναι, με δείκτη την προβλεπόμενη στο νόμο ποινή, από τα σοβαρότερα στον ποινολογικό χάρτη, αφού η εκ του νόμου ανώτατη ποινή για το αδίκημα του βιασμού, κατά παράβαση των άρθρων 144 και 145 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, (1η κατηγορία) είναι η ποινή της διά βίου φυλάκισης. Η αυστηρή ποινή που προβλέπει ο νόμος για το αδίκημα του βιασμού δεν είναι τυχαία, αφού ο βιασμός, ως εκ της φύσεως του, μειώνει και καταρρακώνει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια εξευτελίζοντας την ανθρώπινη υπόσταση του θύματος, στιγματίζοντας, πολλές φορές ακατάλυτα και κατά τρόπο απρόβλεπτο τη ζωή του. Ως υπεδείχθη στην Ποιν. Έφ. αρ. 19/2012 Albu Mihalta v. Δημοκρατίας, 14.10.2014: «Ο βιασμός αποτελεί τη χείριστη μορφή εξευτελισμού και κακοποίησης που μπορεί να υποστεί ένας άνθρωπος. Το σώμα εκάστου αποτελεί, μέρος του είναι του, και δικαιούται να το χρησιμοποιεί όπως ο ίδιος επιθυμεί. Η επέμβαση στο αναφαίρετο αυτό δικαίωμα, ιδιαιτέρως, όταν επέρχεται με την άσκηση βίας επιτάσσει την αυστηρή τιμωρία του παραβάτη». Σοβαρό είναι επίσης, το αδίκημα της απαγωγής κατά παράβαση του άρθρου 148 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, (3η κατηγορία) για το οποίο προβλέπεται ποινή φυλάκισης 7 ετών, ενώ για τα αδικήματα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, (4η κατηγορία) και της κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προβλέπεται η δυνατότητα επιβολής ποινής φυλάκισης τριών χρόνων. Όπως διακηρύσσεται στη νομολογία των Δικαστηρίων μας, η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή για ένα αδίκημα, αντικατοπτρίζει τη σοβαρότητα του αδικήματος και αποτελεί στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. (Βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248, Γ. Ε. ν. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9, Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Ευρισκόμενοι άλλωστε στο στάδιο του καθορισμού του είδους και του ύψους της τιμωρίας, δεν λησμονούμε πως το νομοθετικώς ανώτατο όριο ποινής στο οποίο υπόκειται ένας κατηγορούμενος, αποτελεί παράγοντα υψίστης σπουδαιότητας, αφού η ανώτατη προβλεπόμενη στο νόμο ποινή συνιστά τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο το δύσκολο και πολλές φορές βασανιστικό έργο της επιμέτρησης της ποινής (βλ. κατά αναλογία Καφάρη ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 442 και Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 632 και Γεν. Εισαγγελέας v Αριστοτέλους
(2004)2 Α.Α.Δ. 166). Τούτο, βεβαίως, χωρίς ποτέ να παραγνωρίζεται η καλά εμπεδωμένη αρχή πως η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της γεγονότων (βλ. Κουτσούδης ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 547). Τα Δικαστήρια, δεν βασίζονται μόνο στην προβλεπόμενη από το νόμο ποινή, η οποία ασφαλώς και εκτιμάται, αλλά λαμβάνουν υπόψη τόσο τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου, όσο και το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξη ενός αδικήματος. Σχετικός είναι ο λόγος της απόφασης στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391, ειδικότερα στη σελ. 402, όπου υποδεικνύεται πως: «.....ο χαρακτηρισμός κάποιου αδικήματος ως σοβαρού δεν εξαρτάται αποκλειστικά με το ανώτατο όριο ποινής που ο Νόμος προνοεί για τη διάπραξη του. Εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξη του και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης και της εν γένει συνέπειες που η διάπραξη μπορεί να επιφέρει στη κοινωνία και οι οποίες δυνατό είτε να υποβιβάζουν ένα αδίκημα για το οποίο προνοείται πολυετής φυλάκιση σε απλή και τυπική παράβαση, είτε να καθιστούν εξαιρετικά σοβαρό ένα αδίκημα για το οποίο δεν προνοείται αυστηρή ποινή υπό μορφή πολυετούς φυλάκισης.» Αποτελεί άλλωστε αξίωμα ότι κατά την επιμέτρηση της ποινής, ακόμη και στις περιπτώσεις που είναι αναγκαία η αυστηρή και αποτρεπτική αντιμετώπιση, δεν μειώνεται η ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή, στη βάση των ειδικότερων γεγονότων που την περιβάλουν να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητα του. Το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί (βλ. Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 478). Ταυτόχρονα όμως, η διεργασία της εξατομίκευσης της ποινής, δεν θα πρέπει να αφήνεται να οδηγεί σε εξουδετέρωση είτε της σοβαρότητας του αδικήματος είτε του στοιχείου της αποτροπής που δυνατόν να επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος. Ούτε να πλήττει, κατά τρόπο που να εξουδετερώνει, την αποτελεσματικότητα του νόμου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσαπατσάρης κ.α.
(2000)2 Α.Α.Δ. 304, Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 557, Ilie κ.α. ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 280, Hamieh v. Γενικού Εισαγγελέα
(2006)2 Α.Α.Δ. 259 και Κωνσταντίνου άλλως Γιαλλούρης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 282). Επιβάλλεται, πάντα, προσεκτική και μικροσκοπική στάθμιση των πραγμάτων, κάτι που κάναμε και εμείς στην υπό συζήτηση περίπτωση. Στρέφοντας την προσοχή μας, κατά προτεραιότητα, στο σοβαρότερο των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος κρίθηκε ότι διέπραξε, με δείκτη βεβαίως πάντα τη προβλεπόμενη στο νόμο ποινή, είναι σημαντικό εξαρχής να σημειωθεί η διακήρυξη της νομολογίας των Δικαστηρίων μας ότι η επιεικής μεταχείριση προσώπων τα οποία διαπράττουν παρόμοιας φύσης αδικήματα, θα έστελλε λανθασμένα μηνύματα. Οι ηθικές και κοινωνικές αξίες της κυπριακής κοινωνίας, διατηρούνται σε υψηλό επίπεδο. Σε σχέση με ζητήματα όπως τα υπό συζήτηση, παραμένουν αλώβητες, κατά τρόπο που οδηγούν στην αποστροφή και στην έντονη αποδοκιμασία συμπεριφορών όπως αυτών που ο κατηγορούμενος επέδειξε. Το περί δικαίου αίσθημα της κοινωνίας μας, έντονα αποστρέφεται και διαμαρτύρεται απέναντι σε τέτοιες συμπεριφορές. Αδικήματα αυτής της μορφής, τα οποία δεν στρέφονται μόνο κατά των ηθών, αλλά ταυτόχρονα προσβάλλουν με βάναυσο τρόπο την προσωπικότητα του θύματος, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται, ως και η νομολογία επιτάσσει, με αυστηρότητα και αποτρεπτικές ποινές. Ποινές οι οποίες θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν την κοινωνική απαξία και αποστροφή για τέτοιου είδους εγκλήματα (Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας,
(1998)2 Α.Α.Δ. 259, Λοίζου κ.α. ν. Δημοκρατίας,
(2009)2 Α.Α.Δ. 469, Rana κ.α. ν. Δημοκρατίας,
(2004)2 Α.Α.Δ. 489 και Κλείτου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 113). Ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(2008)2 Α.Α.Δ. 562: «Αδικήματα σεξουαλικής φύσης τιμωρούνται από τα Δικαστήρια με αποτρεπτικές ποινές σε μια προσπάθεια καταστολής τους, τόσο γιατί στρέφονται και προσβάλλουν τα ήθη γενικά όσο και γιατί προσβάλλουν και συνθλίβουν την προσωπικότητα των θυμάτων». Η αναγκαιότητα για αυστηρή αντιμετώπιση του αδικήματος του βιασμού, προκύπτει δυστυχώς και από τη συχνότητα που υποθέσεις αυτής της φύσης (σεξουαλικών αδικημάτων) άγονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Αποτελεί θλιβερή διαπίστωση μας - στην οποία προβαίνουμε εντός των πλαισίων της δικαστικής μας γνώσης από τις υποθέσεις που εκδικάσαμε μέχρι σήμερα στο Μόνιμο Κακουργιοδικείο Πάφου αλλά και με βάση το πινάκιο των εκκρεμουσών ενώπιον μας υποθέσεων - ότι η πλειονότητα αυτών των υποθέσεων αφορά βιασμούς και σεξουαλικές κακοποιήσεις προσώπων, πραγματικότητα που από μόνη της καλεί σε αυστηρή απάντηση των Δικαστηρίων, σε μια προσπάθεια να τιθασευθεί το φαινόμενο. Τα πιο πάνω βεβαίως, ως έχει ήδη υποδειχθεί, χωρίς ταυτόχρονα στα πλαίσια της εξυπηρέτησης της αρχής της αποτρεπτικότητας και γενικότερα της ανάγκης για αυστηρή αντιμετώπιση, να μειώνουν την υποχρέωση εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητα του. Η κάθε περίπτωση θα πρέπει να κρίνεται και να αντιμετωπίζεται στη βάση των δικών της πραγματικών περιστατικών και συνθηκών που την περιβάλλουν. Πληθώρα αποφάσεων των Δικαστηρίων καταπιάνεται με την επιβολή ποινών για αδικήματα, ομοειδή στη φύση, με αυτά που ο κατηγορούμενος διέπραξε. Ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Στέλιος Μαυρολουκά ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 212/2013, ημερ. 05.02.2015, η προηγηθείσα νομολογιακή προσέγγιση ενός ζητήματος, είναι χρήσιμη προς την κατεύθυνση ελαφρυντικών ή επιβαρυντικών λόγων αλλά και του καθορισμού του γενικότερου πλαισίου της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με επιβληθείσες ποινές, σε παρόμοιας φύσης αδικήματα, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη. Η κάθε μια από αυτές διακρίνεται από την επίδικη περίπτωση, είτε σε μικρότερο είτε σε μεγαλύτερο βαθμό, επί ουσιαστικών πτυχών, όπως οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, οι σχέσεις μεταξύ θύματος και θύτη, οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις των κατηγορουμένων, τα ψυχολογικά και άλλα προβλήματα υγείας των ιδίων και των θυμάτων τους, ο χρόνος διάπραξης των αδικημάτων και η αλλαγή στο μεταξύ των κοινωνικών συνθηκών και αναγκών για ακόμη πιο αποτρεπτική αντιμετώπιση των δραστών, δεδομένης της όλο και αυξανόμενης συχνότητας διάπραξης αδικημάτων ως τα υπό συζήτηση. (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217, Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 1, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123, και L.C.A. DOMIKI LTD v. R.K.A. KIKKOS DEVELOPERS LTD κ.α. Ποιν. Εφ. 116/2011 ημερ. 17.03.2015) Το Ανώτατο Δικαστήριο, δια του Νικήτα Δ., στην υπόθεση Μιχαήλ (ανωτέρω) σημείωσε τα ακόλουθα σχετικά με ό,τι εδώ ενδιαφέρει: «Οι προηγούμενες υποθέσεις δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση. Ο λόγος γι αυτό είναι ότι, παρόλο που μπορεί να παρουσιάζουν ένα ή περισσότερα κοινά χαρακτηριστικά εντούτοις, συχνά, δεν υπάρχει η ταυτοσημία στο βαθμό που θα ήταν σωστό να προοιωνίζεται η ίδια ποινή για κατοπινές υποθέσεις. Η μεγαλύτερη ίσως χρησιμότητα του δικαστικού προηγούμενου στον τομέα αυτό έγκειται στον εντοπισμό των περιστάσεων που θεωρήθηκαν ως ελαφρυντικές ή επιβαρυντικές. Στη Βρετανία επικράτησε η πρακτική να παρέχονται από καιρού εις καιρόν κατευθυντήριες γραμμές σε συμπυκνωμένη μορφή σχετικά με τη φύση και το εύρος των ποινών. Τα σεξουαλικά αδικήματα δεν αποτελούν εξαίρεση: βλ. π.χ. R. ν. Billam [1986] 1 All E.R. 985. Όντως, όπου διαφαίνεται η τάση, πάνω σε στέρεες βάσεις, μπορεί να διαμορφωθεί ένα είδος ταρίφας. Όμως δεν μπορεί να οδηγεί σε αποστέωση της εξουσίας του δικαστηρίου μπροστά στη ζωντανή πραγματικότητα που εμφανίζει κάθε υπόθεση με τις ιδιαιτερότητες της. Αυτό δεν σημαίνει ότι δε θα ισχύσει η διατίμηση, όπου υπάρχουν ουσιαστικές ομοιότητες. Χρειάζεται όμως προσοχή γιατί, παρόλο που τα ανθρώπινα επαναλαμβάνονται, είναι ανιχνεύσιμες διαφορές και λεπτομέρειες που προσδίδουν στο προηγούμενο άλλη, διαφοροποιημένη, διάσταση. Τα λέγουμε αυτά όχι για να μειώσουμε την μεγάλη προσπάθεια του συνηγόρου, να μας ενημερώσει για κάθε τι σχετικό, αλλά για να θέσουμε τις παραμέτρους της χρήσιμης καταφυγής στο προηγούμενο». Με τις πιο πάνω σκέψεις κατά νου, έχουμε διεξέλθει πληθώρα αποφάσεων - δικαστικών προηγούμενων, σε σχέση με την ποινολογική μεταχείριση κατηγορουμένων που έχουν διαπράξει αδικήματα της φύσης και του χαρακτήρα αυτών που διέπραξε ο κατηγορούμενος στην υπό συζήτηση υπόθεση. Στην Akil ν. Αστυνομίας,
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, ποινή φυλάκισης 8 ετών η οποία επιβλήθηκε στον εφεσείοντα κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, για το αδίκημα του βιασμού, επικυρώθηκε κατ΄ έφεση. Στη Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259, ο εφεσείων κατά το χρόνο διάπραξης του βιασμού ήταν 20 περίπου ετών και λευκού ποινικού μητρώου. Ποινή φυλάκισης 5 ετών που του επιβλήθηκε πρωτόδικα, επικυρώθηκε κατ΄ έφεση. Στην Rana κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489, δύο νεαροί φοιτητές ηλικίας 23 ετών από το Πακιστάν, βίασαν νεαρή τουρίστρια μετά από γλέντι σε νυκτερινά κέντρα. Χρησιμοποίησαν βία και απειλές προκειμένου να την αναγκάσουν να συγκατανεύσει στις ορέξεις τους. Δεν υπήρχε προσχεδιασμός για το βιασμό και οι εφεσείοντες ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Επιβολή ποινής φυλάκισης 7 ετών επικυρώθηκε κατ΄ έφεση. Στην υπόθεση Λοίζου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 469, δύο κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν, μεταξύ άλλων για το αδίκημα της απαγωγής γυναίκας με σκοπό τη συνουσία, της παράνομης κατακράτησης και του βιασμού. Οι κατηγορούμενοι και η παραπονούμενη ήταν γνωστοί. Στο παρελθόν η παραπονούμενη είχε ερωτική σχέση και με τους δύο σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα. Οι κατηγορούμενοι απήγαγαν την παραπονούμενη και στη συνέχεια αφού την κατέβασαν από το όχημα όπου επέβαιναν και οι τρεις τους, τη βίασαν διαδοχικά. Επιβλήθηκε στους δύο κατηγορούμενους ποινή φυλάκισης 6 ετών, η οποία, στα πλαίσια έφεσης του κατηγορούμενου 2 επικυρώθηκε από το εφετείο. Στη Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ 229 ο εφεσείοντας, ηλικίας 35 ετών, έγγαμος με δύο παιδιά, βίασε γυναίκα από τη Σρι Λάνκα ηλικίας 47 ετών μέσα στο αυτοκίνητό του. Δεν υπήρχε προσχεδιασμός. Παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος και ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Του επιβλήθηκε πρωτόδικα ποινή φυλάκισης 6 ετών, η οποία επικυρώθηκε από το Εφετείο, το οποίο τη χαρακτήρισε αυστηρή, αλλά όχι σε βαθμό που να δικαιολογείται η επέμβασή του για μείωσή της. Στη Hamieh v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ 259 ο εφεσείοντας, αλλοδαπός, ηλικίας 24 ετών, βίασε 48χρονη από τις Φιλιππίνες, χωρίς τη χρήση υπέρμετρης βίας και απειλής κατά της ζωής της. Υπήρχε προσχεδιασμός στη διάπραξη του αδικήματος και ο εφεσείοντας δεν βαρυνόταν με προηγούμενες καταδίκες. Η ποινή φυλάκισης εννέα ετών που του επιβλήθηκε πρωτόδικα, μετά από ακρόαση, επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στη Φιλίππου v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ 341 ο εφεσείοντας βρέθηκε ένοχος από το Κακουργιοδικείο, μετά από ακρόαση, σε τρεις κατηγορίες για απαγωγή, βιασμό και κλοπή του ποσού των £150.- και του επιβλήθηκαν, αντιστοίχως, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, τριών, οκτώ και ενός έτους. Είχε διαπράξει το αδίκημα του βιασμού ασκώντας σωματική και ψυχική βία εναντίον της παραπονούμενης και βαρυνόταν με δύο προηγούμενες καταδίκες, που επίσης είχαν το στοιχείο της βίας. Το Εφετείο επικύρωσε τις ποινές. Στις υποθέσεις Andrei Tarita και Costel Viorel v. Δημοκρατία, Ποινικές Εφέσεις 106/2014 και 114/2014, αντίστοιχα, ημερ. 08.07.2016, οι κατηγορούμενοι ηλικίας 27 ετών, σταμάτησαν με το όχημα τους σε σημείο του δρόμου όπου περπατούσε η παραπονούμενη, ηλικίας 50 ετών, η οποία, μετά από πρόσκλησή τους, μπήκε στο αυτοκίνητό τους, για να την μεταφέρουν στον προορισμό της, δείχνοντας τους εμπιστοσύνη. Αυτοί παρεξέκλιναν από την πορεία και κατευθύνθηκαν σε απόμερο μέρος, σε δάσος. Αντιλαμβανόμενη η παραπονούμενη ότι κάτι κακό θα της συνέβαινε προσπάθησε να διαφύγει, πλην όμως εμποδίστηκε από τον ένα από τους κατηγορούμενους, ο οποίος, αφού την έσπρωξαν στο πίσω κάθισμα του οχήματος, τη χαστούκισε και στο στόμα. Στη συνέχεια, παρά τις εκκλήσεις της παραπονούμενης προχώρησαν σε διαδοχικές πράξεις βιασμού της, όπως και εξαναγκασμού της να τους κάνει στοματικό σεξ. Προσπάθεια για πρωκτικό βιασμό της από τον πρώτο κατηγορούμενο, εγκαταλείφθηκε. Αφού ολοκλήρωσαν τις πράξεις τους την άφησαν να ντυθεί και την πήραν με το αυτοκίνητο τους, ακολουθώντας την ίδια διαδρομή, όπου σε κάποιο σημείο σταμάτησαν και την άφησαν να φύγει. Ποινή φυλάκισης 12 ετών που επιβλήθηκε πρωτόδικα σε κάθε ένα από τους κατηγορούμενους, κρίθηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ως έκδηλα υπερβολική και μειώθηκε σε ποινή φυλάκισης 10 ετών για τον κάθε ένα. Στην υπόθεση Azzeh v. Republic
(1989)2 C.L.R. 14 αναφέρεται σε μια από τις αποφάσεις, (απόφαση μειοψηφίας ως προς το αποτέλεσμα) ότι στις περιπτώσεις νεαρών παραβατών το στοιχείο της εξατομίκευσης της ποινής είναι ιδιαίτερα έντονο. Υποδεικνύεται ότι η ελπίδα για αναμόρφωση τους είναι μεγάλη, ιδιαίτερα όταν δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες, ενώ η διαγραφή ή υποτίμηση της προσδοκίας για την αναμόρφωση νεαρών παραβατών είναι κοινωνικά επιζήμια (βλέπε επίσης Ioannou and another v. The Police
(1986)2 C.L.R. 149). Η μεγάλη αισθαντικότητα που η νομολογία προσεγγίζει τη μεταχείριση νεαρών ατόμων, ακόμη και στα σοβαρότερα των αδικημάτων είναι δεδομένη, (βλέπε Sentencing in Cyprus (Sentencing Revisited), 2η έκδ. 2007, σελ. 88-90, του G.M. Pikis) χωρίς ασφαλώς ο παράγοντας αυτός να αποτελεί πάντοτε ασπίδα στην αυστηρή μεταχείριση τους, εκεί όπου τούτο επιβάλλεται ως εκ της φύσης των συνθηκών της υπόθεσης και του εξεταζόμενου αδικήματος (βλέπε κατ΄ αναλογία Φραντζίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 77). Στην υπό εξέταση περίπτωση, το νεαρό της ηλικίας του κατηγορούμενου (24 ετών κατά τη τέλεση των εγκλημάτων και 26 ετών σήμερα) αποτελεί αναμφίβολα παράγοντα που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, ως μετριαστικό παράγοντα, στα πλαίσια των ως άνω παραμέτρων. Πέραν δε του νεαρού της ηλικίας του, λαμβάνουμε υπόψη, προς όφελος πάντα του κατηγορούμενου και το λευκό ποινικό του μητρώο. Το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού του Δρ. Μεταξά, έχει τη δική του διάσταση, ως μέρος των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου, και βεβαίως το συνυπολογίζουμε, επισημαίνουμε όμως ότι οι τραυματισμοί του κατηγορούμενου, συνεπεία του τροχαίου δυστυχήματος, στο οποίο ενεπλάκη στις 30.09.2014 και η μετέπειτα θεραπεία του, ουδεμία σχέση έχουν με τη διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης. Από το υπ' αναφορά πιστοποιητικό δεν προκύπτει (ιατρικώς) η εξέλιξη της πορείας της υγείας του κατηγορούμενου από τις 28.11.2014 μέχρι σήμερα, χωρίς να παραβλέπουμε ασφαλώς την δήλωση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος έκτοτε δεν εργάζεται και εξακολουθεί να υποβάλλεται σε φυσιοθεραπεία. Σε σχέση με τη ψυχιατρική αξιολόγηση του Δρ. Γρηγορίου, την οποία επίσης συνυπολογίζουμε, στο σύνολό της, στο βαθμό και στην έκταση βεβαίως που γεγονότα που αποτυπώνονται σε αυτήν δεν έρχονται σε αντίθεση με τα ευρήματα του Δικαστηρίου όπως αυτά καταγράφονται στην απόφαση μας, ημερ. 28.02.2017 για την καταδίκη, συγκρατούμε ιδιαίτερα την επεξήγηση που δίδεται σε αυτήν όσον αφορά την μειωμένη ικανότητα του κατηγορούμενου στην αντίληψη και ορθολογιστική αξιολόγηση κινδύνων και καταστάσεων, στους οποίους μπορεί να εκτεθεί ο εαυτός του ή άλλοι και την ελλειμματική ικανότητά του στην κριτική σκέψη και στην πρόβλεψη και σωστή αξιολόγηση των συνεπειών των πράξεών του, σε βαθμό που να χαρακτηρίζεται από υπέρμετρη επιπολαιότητα. Παρά το γεγονός - ως αναδύεται από τη νομολογία - ότι οι προσωπικές συνθήκες και επιπτώσεις στην προσωπική ζωή του κατηγορούμενου, όπως και ειδικότερα ψυχολογικά προβλήματα στις περιπτώσεις σοβαρών εγκλημάτων, όπως είναι τα σεξουαλικά αδικήματα, τα οποία, ως έχει ήδη σημειωθεί παρουσιάζουν έξαρση, έρχονται σε δεύτερη μοίρα, αφού προέχει η στιβαρή αντιμετώπιση τους μέσω αποτρεπτικών ποινών σε μια προσπάθεια καταστολής τους, (βλ. Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 382, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 285 και Παναγιώτου v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540) οι οικογενειακές και προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, ιδιαιτέρως τα δύσκολα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, όπως και τα προβλήματα που εντόπισε ο Δρ. Γρηγορίου κατά το στάδιο της ψυχολογικής αξιολόγησης του κατηγορούμενου, δεν αφήνουν αδιάφορο το Δικαστήριο στη συγκεκριμένη περίπτωση. Συνεκτιμούνται επίσης προς όφελος του και αυτά, στο βαθμό και την έκταση που τούτο είναι επιτρεπτό και στην υπό συζήτηση περίπτωση. Γεγονός παραμένει ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση, κατά το χρόνο τουλάχιστο της σεξουαλικής πράξης, δεν φαίνεται να ασκήθηκε εκ μέρους του κατηγορούμενου και σε βάρος της παραπονούμενης τέτοιας έντασης και μορφής βία, αποτέλεσμα της οποίας θα ήταν ο περεταίρω τραυματισμός της, πέραν από τους τραυματισμούς που αυτή υπέστη κατά την πτώση της από το μοτοποδήλατο, από το οποίο, αμέσως προηγουμένως, την έσπρωξε. Η παράνομη και χωρίς την συναίνεση της νεαρής παραπονούμενης - ηλικίας 23 περίπου ετών - συνουσία, γεγονός παραμένει ότι δεν συνοδεύτηκε, ταυτόχρονα, με πράξεις έντασης και περαιτέρω βαναυσότητας εκ μέρους του κατηγορούμενου, που θα είχαν ως αποτέλεσμα, δυνητικά πάντα, περαιτέρω τραυματισμούς του θύματος. Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, το γεγονός τούτο ήταν αποτέλεσμα, όχι βεβαίως της «αβρότητας» του κατηγορούμενου προς το θύμα του, αλλά της κατάστασης που η νεαρή παραπονούμενη είχε ήδη περιέλθει, ως αποτέλεσμα της αμέσως προηγούμενης συμπεριφοράς και στάσης του κατηγορούμενου απέναντι της. Η τελευταία, στη βάση όλων όσων έχουν γίνει αποδεκτά από το Δικαστήριο, εξαιτίας της προηγούμενης απαράδεκτης συμπεριφοράς του κατηγορούμενου, που προκάλεσε την πτώση της από το μοτοποδήλατο και τον τραυματισμό της στην κοιλιά και στα γόνατα και των απειλών του που ακολούθησαν, πως εάν συνέχιζε να ουρλιάζει και να καλεί σε βοήθεια, θα την σκότωνε, περιήλθε σε κατάσταση προσωρινής παράλυσης, (tonic immobility) «πάγωσε» χωρίς να μπορεί να εκδηλώσει οποιαδήποτε αντίδραση. Ο κατηγορούμενος ως η εξέλιξη των γεγονότων που έγιναν αποδεκτά αποκαλύπτει, άσκησε ήδη με την ως άνω συμπεριφορά του, την υπό τις περιστάσεις αναγκαία σωματική και ψυχολογική βία, προκειμένου να τρομοκρατήσει και να καθυποτάξει την παραπονούμενη και τις αντιστάσεις της, για να προχωρήσει στη συνέχεια στην ανίερη του πράξη, να βιάσει την ανίκανη πλέον να αντιδράσει, νεαρή παραπονούμενη. Αυτονόητο είναι βέβαια και καλά συνταγματικά κατοχυρωμένο, το δικαίωμα ενός κατηγορούμενου να αρνηθεί τις κατηγορίες οι οποίες του αποδίδονται. Η άρνηση κάποιου στην κατηγορία που του αποδίδεται δεν αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα για την ποινή. Δεν μπορεί να τιμωρηθεί για αυτό. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, η άρνηση εκ μέρους του κατηγορούμενου των κατηγοριών που του αποδίδονται, στερεί από τον τελευταίο της περαιτέρω εκείνης επιείκειας που επιδεικνύεται προς ένα πρόσωπο που άμεσα και ως ένδειξη έμπρακτης μεταμέλειας, παραδέχεται τα εγκλήματα του. Ως έχει υποδειχτεί άλλωστε στην Χαρτούμπαλλος ν. Δημοκρατίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 28, η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή, δεδομένου ότι καταδεικνύει εμπράκτως τη μεταμέλεια ενός κατηγορούμενου και θέτει τέρμα στη διαπίστωση της ενοχής του μέσα από ακροαματική διαδικασία, διασώζοντας έτσι πολύτιμο δικαστικό χρόνο και δημόσιο χρήμα. Η παραδοχή εξάλλου, σε περιπτώσεις όπως η υπό συζήτηση που αφορά το αδίκημα του βιασμού, έχει καλά νομολογηθεί ότι συνιστά ένα επιπρόσθετο ελαφρυντικό παράγοντα, καθ' ην έκταση απαλλάσσει το θύμα από το να βιώσει ξανά, μέσω της αφήγησης των γεγονότων στο Δικαστήριο, με επώδυνο τρόπο, τραυματικές και οδυνηρές εμπειρίες που έζησε, απόρροια της εγκληματικής συμπεριφοράς του κατηγορούμενου σε βάρος του (βλέπε Hamieh (ανωτέρω). Ο κατηγορούμενος, δεν κακοποίησε την παραπονούμενη μόνο σεξουαλικά, αλλά και ψυχολογικά. Ο τραυματισμός του ψυχικού κόσμου της παραπονούμενης, συνεπεία των συμβάντων, όπως αυτός παρατηρήθηκε και σημειώθηκε από την κλινική ψυχολόγο που την εξέτασε είναι, με βάση τα ευρήματά μας, δεδομένος. Αποτελεί άλλωστε διαπίστωση της κοινής ανθρώπινης εμπειρίας ότι συμπεριφορά τέτοιου είδους, δεν είναι χωρίς επιπτώσεις, ακόμα και αν δεν έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε επιστημονική μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση (βλέπε M.Θ. ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ 174, Π.Π. κ.α. ν. Γενικός Εισαγγελέας
(2000)2 Α.Α.Δ. 457 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Α.Β.
(2002)2 Α.Α.Δ. 382). Σταθμίζοντας τα πράγματα και εκτιμώντας τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, δεν μπορούμε παρά να καταγράψουμε, ως επιβαρυντικό για τον κατηγορούμενο στοιχείο, τον ιδιαίτερα απαξιωτικό τρόπο, με τον οποίο αυτός συμπεριφέρθηκε στην παραπονούμενη, αμέσως μετά την ολοκλήρωση της βδελυρής του πράξης να βιάσει την τελευταία. Αδιαφορώντας προφανώς πλήρως για το θύμα του, όχι μόνο εγκατέλειψε την παραπονούμενη στο χώρο που την οδήγησε, τραυματισμένη ήδη από την πτώση της από το μοτοποδήλατο, αλλά προχώρησε στη συνέχεια, χωρίς οποιοδήποτε ενδοιασμό και στην κλοπή της τσάντας της, καθ΄ον χρόνο αποχωρούσε από το μέρος. Η εκτίμηση του Δρ. Γρηγορίου, ότι ο περιορισμός του κατηγορούμενου, μέσω της ενδεχόμενης επιβολής ποινής φυλάκισης, θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στην ψυχική του σταθερότητα και θα είναι ένας απορυθμιστικός παράγοντας στην προσπάθεια ένταξης του στην κοινωνία, διασυνδέοντας τούτο και με κλειστοφοβική συμπτωματολογία την οποία εκδήλωσε στο παρελθόν, δεν αφήνουν επίσης αδιάφορο το Δικαστήριο. Στα πλαίσια των πολυεπίπεδων προβληματισμών μας, δεν παραβλέπουμε, έστω και σε επίπεδο πιθανοτήτων, το ενδεχόμενο επιδείνωσης ή υποτροπής της ψυχικής σταθερότητας του κατηγορούμενου κατά τον τρόπο που ο Δρ. Γρηγορίου υπέδειξε. Έχοντας όμως κατά νου όλα όσα έχουν αναφερθεί, κατ' αναλογία, στις υποθέσεις Tsiolis ν. The Police
(1981)2 C.L.R. 231, Alexandrou v. The Police
(1969)2 C.L.R. 165 και Voudaskas v. The Police
(1967)2 C.L.R. 109, είμαστε πεπεισμένοι ότι οι αρχές του σωφρονιστικού ιδρύματος, επιδεικνύοντας την ανάλογη και απαιτούμενη προσοχή και φροντίδα, αν παραστεί ανάγκη και απαιτηθεί, θα παράσχουν στον κατηγορούμενο κάθε απαραίτητη ιατρική βοήθεια και στήριξη. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου έστρεψε επίσης την προσοχή του Δικαστηρίου στις πιθανές συνέπειες που θα έχει η επιβολή ποινής άμεσης φυλάκισης στον κατηγορούμενο στην σοβαρή σχέση, όπως την χαρακτήρισε, που σήμερα διατηρεί ο κατηγορούμενος με νεαρή γυναίκα. Αναμφισβήτητες είναι οι συνέπειες της επιβολής ποινής στερητικής της ελευθερίας, τόσο στους κατηγορούμενους όσο και ενδεχόμενα στις οικογένειες και τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Συνεκτιμάται και αυτή η παράμετρος κατά την επιμέτρηση της ποινής στο βαθμό βέβαια πάντα που τούτο είναι επιτρεπτό σε περιπτώσεις ως η υπό συζήτηση. Τούτο ασφαλώς, δεν μπορεί να λειτουργήσει ως αδιάτρητη ασπίδα, στις περιπτώσεις που κρίνεται επιβεβλημένη και αναπόφευκτη η επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας. Στην περίπτωση του κατηγορούμενου, από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα, δεν εντοπίζεται διαφοροποίηση των προσωπικών και οικογενειακών του περιστάσεων, τέτοιου βαθμού, που να υπερτερεί και να υποσκελίζει την αναγκαιότητα για αυστηρή αντιμετώπιση μέσω της επιβολής αποτρεπτικών ποινών, πραγματικότητα που επιβάλλει η φύση των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος διέπραξε και οι συνθήκες διάπραξης τους. Το σύνολο των μετριαστικών παραγόντων που στη συγκεκριμένη περίπτωση μπορούν να ανιχνευθούν, τους οποίους σοβαρά λαμβάνουμε υπόψη, όπως το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, το νεαρό της ηλικίας του, τα ελλείμματα που φαίνεται να έχει στην προσωπικότητα του και τη δυσλειτουργικότητα του στην κριτική σκέψη και τη σωστή αξιολόγηση των συνεπειών των πράξεών του, κατά τον τρόπο που ειδικότερα περιγράφεται στην ψυχιατρική αξιολόγησή του από τον Δρ. Γρηγορίου που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, τα δύσκολα παιδικά και εφηβικά χρόνια και τα βιώματα του, αλλά και το σύνολο των προσωπικών και οικογενειακών του περιστάσεων, όπως και οι επιπτώσεις στην προσωπική και οικογενειακή ζωή του κατηγορούμενου, δεν μπορούν να εξουδετερώσουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει και στην υπό συζήτηση περίπτωση να έχουν οι ποινές, οδηγώντας σε αναποτελεσματική εφαρμογή του νόμου. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνουμε ότι η κατάλληλη και μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή, είναι αυτή της φυλάκισης, έχοντας υπόψη ότι ποινή στερητική της ελευθερίας επιβάλλεται μόνο όταν κρίνεται αναπόφευκτη, αφού οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πατατάρη,
(1994)2 Α.Α.Δ. 128). Οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα, ως επίσης το σύνολο των ελαφρυντικών παραγόντων που έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου αποτελούν στοιχεία που θα ληφθούν υπόψη δυνάμενα να επηρεάσουν το ύψος της ποινής. Η ποινή της φυλάκισης, όπως κατ΄ επανάληψη έχει καταδειχθεί, αποτελεί καθ' όλα θεμιτό μέτρο και στην περίπτωση παραβατών με λευκό ποινικό μητρώο αν ένα τέτοιο μέτρο κρίνεται επιβεβλημένο και αναπόφευκτο μετά από συνεκτίμηση της σοβαρότητας του αδικήματος των γεγονότων της υπόθεσης και των συνθηκών του παραβάτη (βλέπε Τηλεμάχου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ 801). Σημειώνουμε παράλληλα ότι ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής, ο οποίος λειτουργεί ως τέτοιος τόσο σε σχέση με τον ίδιο τον κατηγορούμενο και την τιμωρία του, όσο και προς παραδειγματισμό άλλων, επίδοξων παραβατών, θα πρέπει ταυτόχρονα να ανταποκρίνεται στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και την προσωπικότητα του κατηγορούμενου, χωρίς ταυτόχρονα η ποινή να είναι εξοντωτική, στερώντας από τον τελευταίο τη δυνατότητα να ζήσει μια όσο το δυνατό φυσιολογική ζωή μετά την αποφυλάκιση του. Σταθμίζοντας όλα τα πιο πάνω με προσοχή και εξαντλώντας προς όφελος του κατηγορούμενου κάθε περιθώριο επιείκειας υπό τις περιστάσεις, κρίνουμε ως αρμόζουσες τις ακόλουθες ποινές, τις οποίες και επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο: 1η κατηγορία - Ποινή φυλάκισης εξίμιση (6 ½) ετών. 3η κατηγορία - Ποινή φυλάκισης δυόμιση (2 ½) ετών. 4η κατηγορία - Ποινή φυλάκισης ενός
(1)έτους. Για το αδίκημα της κλοπής - Ποινή φυλάκισης έξι
(6)μηνών. Έχοντας υπόψη το σύνολο των συνθηκών που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, απασχόλησε κατά πόσο ενδείκνυται στη συγκεκριμένη περίπτωση να διαταχθεί όπως η επιβληθείσα ποινή στην κατηγορία της κλοπής είναι διαδοχική και όχι συντρέχουσα με τις υπόλοιπες. Επιλαμβανόμενοι του ζητήματος τούτου, είχαμε υπόψη όλα όσα σχετικώς αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις ΝΝ ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 45/12, ημερ. 19.11.12, Γ. Χ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 140/2010, ημερ. 14.09.2015, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Πέτρου
(2006)2 ΑΑΔ 183, 188-189, Χριστοφόρου ν Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 447-449, Μιχαήλ ν Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123,131-134 και R. ν. Smith
(2013)All E.R. (D) 201, Halsbury's Laws of England
(2015), Vol. 92, παραγρ. 555 και Blackstone's Criminal Practice
(2016), Μέρος Ε, παράγρ. Ε2.19 - Ε.22. Η βασική αρχή είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές για κατηγορίες που ουσιαστικά αποτελούν μέρος μιας ενιαίας συμπεριφοράς και τούτο, για να μην οδηγείται η συνολική ποινή που επιβάλλεται σε υπερβολή, καθιστάμενη δυσανάλογη με τη σοβαρότητα των επιμέρους κατηγοριών. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν Παπαγεωργίου
(2007)2 ΑΑΔ, 514, 516-518, σε σχέση με το ζήτημα της επιβολής διαδοχικών ποινών αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η αρχή της συνολικότητας της ποινής που λαμβάνεται υπ΄ όψιν όταν επιβάλλονται διαδοχικές ποινές, δεν περιορίζεται σε αδικήματα που είναι όμοια ή σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μιας ενιαίας ενέργειας ως προς τα οποία ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές (Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1989)2 A.A.Δ. 331). Στην υπόθεση Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443, τονίστηκε ότι επίκεντρό της είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του. Υπόβαθρό της είναι οι ευρύτεροι παράμετροι που διέπουν την αναλογικότητα της τιμωρίας προς το αδίκημα που έχουν έρεισμα στις θεμελιακές αρχές του δικαίου. Αφού πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας, σε κάθε δεδομένη περίπτωση η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου πρέπει να αντικρίζεται ως σύνολο. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου, Ποιν. Εφ. 206/05, ημερ. 5.5.2006, η έννοια της ενιαίας ενέργειας μπορεί να καλύπτει μια σειρά αδικημάτων που προϋποθέτουν επανάληψη της ίδιας συμπεριφοράς εναντίον του ιδίου θύματος, όπως σειράς σεξουαλικών αδικημάτων με τον ίδιο συμμετέχοντα. ΄Αν και είναι πολύ δύσκολο να βρεθεί ένας πρακτικός ορισμός της έννοιας «ενιαία ενέργεια» μπορεί να λεχθεί ότι ο όρος έχει ξεπεράσει τα αναμενόμενα. Έτσι μια σειρά αδικημάτων της ίδιας ή παρόμοιας φύσης που διαπράχθηκαν εναντίον του ιδίου θύματος μπορεί δεόντως να θεωρηθεί ως μέρος ενιαίας ενέργειας, εκτός αν έχουν διαπραχθεί μέσα σε μια χρονική περίοδο που εύλογα μπορεί να θεωρηθεί μεγάλη. Ακόμα και όταν δεόντως επιβάλλονται διαδοχικές ποινές, η αρχή της συνολικότητας επιβάλλει όπως κανονικά το σύνολο των επιβληθεισών διαδοχικών ποινών δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το ανώτερο όριο του κανονικού φάσματος των ποινών που επιβάλλονται στην κατηγορία των αδικημάτων στην οποία το πιο σοβαρό από τα αδικήματα ανήκει. Η ολική ποινή μπορεί να παραβιάζει την αρχή της συνολικότητας, αν συνολικά είναι ουσιαστικά πιο πάνω από το κανονικό επίπεδο των ποινών που επιβάλλονται στο πιο σοβαρό αδίκημα ή αν στην ουσία στον αδικοπραγούντα επιβάλλεται μια συντριπτική ποινή (Δημητρίου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 213/06, ημερ. 23.1.2007). Κατά γενικό κανόνα δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές σε αδικήματα που είναι όμοια ή σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μιας ενιαίας ενέργειας (Αχιλλέως ν. Αστυνομίας, ανωτέρω). Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε υπερβολή και ουσιαστικά στην επιβολή μεγαλύτερης ποινής σε μικρότερης σοβαρότητας κατηγορίες. Παράλληλη αρχή είναι ότι, εν πάση περιπτώσει, το σύνολο των διαδοχικών ποινών που ενδεχομένως να επιβληθούν θα πρέπει να βρίσκεται σε αναλογία προς τη σοβαρότητα των επί μέρους κατηγοριών. Η υπόθεση αντιμετωπίζεται από απόσταση και εξετάζεται κατά πόσο η συνολική ποινή είναι η αρμόζουσα, σύμφωνα με τα συγκεκριμένα δεδομένα (Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 323, 327 και Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123). Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνούμε πως επίκεντρο της ποινής είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική του ευθύνη (Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας, ανωτέρω).» Στο σύγγραμμα Principles of Sentencing, 2η έκδ., του D.A. Thomas, σε σχέση με την έννοια της ενιαίας ενέργειας, (single transaction) υποδεικνύεται ότι: «The concept of 'single transaction' may be held to cover a sequence of offences involving a repetition of the same behavior towards the same victim, such as a series of sexual offences with the same partner, a number of frauds on the same victim or several perjured statements made in the course of the same trial, provided the offences are committed within a relatively short space of time.» Ομοίως, στο σύγγραμμα του Andrew Ashworth, Sentencing and Penal Policy αναφέρονται για το ζήτημα τα εξής: «It is very difficult to construct a workable definition of a 'single transaction', but it may be said that the Court of Appeal has extended the concept considerably beyond what might be expected. Thus a series of offences of the same or similar type, committed against the same victim, may properly be regarded as parts of the same transaction unless they were committed over a fairly lengthy period of time.» Στην υπό συζήτηση περίπτωση, οι ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο στις κατηγορίες 1, 3 και 4, αφορούν αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν σε βάρος της παραπονούμενης, στα πλαίσια μιας ενιαίας συμπεριφοράς του κατηγορούμενου, η οποία εκδηλώθηκε αρχικά με τη διάπραξη του αδικήματος της απαγωγής (3η κατηγορία), συνεχίσθηκε με τη διάπραξη του αδικήματος της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης (4η κατηγορία) και ολοκληρώθηκε με τη διάπραξη του αδικήματος του βιασμού (1η κατηγορία). Αντίθετα, η επιβληθείσα ποινή στην κατηγορία της κλοπής, αφορά κολάσιμη συμπεριφορά του κατηγορούμενου σε βάρος της παραπονούμενης, που εκδηλώθηκε μετά το βιασμό και ουδόλως σχετίζεται με την προγενέστερη συμπεριφορά του, κατά τρόπο που δεν επιτρέπει την αντιμετώπιση της ως μέρος μιας ενιαίας ενέργειας, κατά την έννοια που έχει αποδοθεί στον όρο. Έχοντας υπόψη τις αρχές που διέπουν το ζήτημα και αφού συνεκτιμήσαμε πολύ προσεκτικά κάθε παράγοντα και στοιχείο που τέθηκε υπόψη μας, σχετικό με την εν γένει συμπεριφορά του κατηγορούμενου και τη διάπραξη των ως άνω αδικημάτων, χωρίς επ' ουδενί να παραβλέπουμε την εξαιρετική σημασία της αρχής της συνολικότητας της ποινής, κατά τρόπο που η τιμωρία να βρίσκεται σε αντιστοιχία με τη σοβαρότητα των αδικημάτων, χωρίς ταυτόχρονα η αθροιστική ποινή να είναι συντριπτική και υπερβολική, αποφαινόμαστε - κατ΄ ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας - ότι στην υπό εξέταση περίπτωση, η ποινή στην κατηγορία της κλοπής, μπορεί και πρέπει να διαταχθεί όπως είναι διαδοχική με τις ποινές στις κατηγορίες 1, 3 και 4. Ως εκ τούτου, οι ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο στις κατηγορίες 1, 3 και 4 θα συντρέχουν μεταξύ τους, ενώ η ποινή που επιβλήθηκε στην κατηγορία της κλοπής θα είναι διαδοχική των ανωτέρω συντρεχουσών ποινών. Συνακόλουθα, η σωρευτικώς προκύπτουσα ποινή για τον κατηγορούμενο, ανέρχεται σε επτά
(7)χρόνια φυλάκισης. Η ως άνω ποινή, κρίνουμε, δεν παραβιάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο, την αναφερθείσα αρχή της συνολικότητας της ποινής. Ενόψει του ύψους των επιβληθεισών ποινών φυλάκισης, δεν τίθεται θέμα εξέτασης του ενδεχόμενου αναστολής τους, προσέγγιση που ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης υπέδειξε ότι θα μπορούσε να αποτελέσει μια από τις επιλογές του Δικαστηρίου. Ο χρόνος που ο κατηγορούμενος τέλεσε σε προφυλάκιση στην παρούσα υπόθεση, να συνυπολογιστεί βάση του άρθρου 117
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Τα έξοδα της διαδικασίας, ύψους €600,00, ενόψει της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ............... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.