← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Emma Louise Valianti κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14895/13, 10/4/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Emma Louise Valianti κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14895/13, 10/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14895/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν.

  1. Emma Louise Valianti, από την Πάφο
  2. Χαράλαμπου Βαλιαντή, από τη Νατά
  3. Νεόφυτου Νεοφύτου, από την Πάφο Κατηγορούμενων ------------------------------------ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 10.4.2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Παπαλαζάρου Για τους κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Τσιαπαλής Για τον κατηγορούμενο 3: κ. Δημητρίου Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3: παρόντες Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι σύμφωνα με το κατηγορητήριο αντιμετωπίζουν τις ακόλουθες κατηγορίες: Πλαστογραφία, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333, 337, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333, 337, 339, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα και τέλος, απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297, 298, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα (βλ. τις κατηγορίες 1 μέχρι 3, κατ' αντιστοιχία αδικήματος). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι στις 29/11/2010, στην Πάφο, κατάρτισαν πλαστό έγγραφο με σκοπό την καταδολίευση, δηλαδή, σε έντυπο μεταβίβασης ιδιοκτησίας μηχανοκίνητου οχήματος, τοποθέτησαν πλαστή σφραγίδα της συνιδιοκτήτριας τράπεζας «VOLKSWAGEN BANK GMBH» καθώς και πλαστή υπογραφή του εκπροσώπου της τράπεζας, με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής KWF 452, να μεταβιβαστεί αρχικά στην 1η κατηγορούμενη, ως απόλυτος ιδιοκτήτης και ακολούθως, στη Δέσπω Βάρδα από τη Λευκωσία, χωρίς εξουσιοδότηση. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι στις 29/11/2010, στο Τμήμα Οδικών Οδικών Μεταφορών Πάφου, εν γνώσει τους και δολίως έθεσαν σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, δηλαδή, το έντυπο μεταβίβασης ιδιοκτησίας μηχανοκίνητου οχήματος που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, παρουσιάζοντας το ως γνήσιο, ενώ στην πραγματικότητα ήταν πλαστό. Τέλος, με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 20/10/2010 με 5/11/2010, στην Πάφο, με ψεύτικες παραστάσεις και με πρόθεση δόλου, απέσπασαν από τη Δέσπω Βάρδα από τη Λευκωσία, το συνολικό χρηματικό ποσό των €19.000,
  4. Οι ψεύτικες παραστάσεις συνίσταντο στο ότι οι κατηγορούμενοι παρουσίασαν το πλαστό έντυπο μεταβίβασης ιδιοκτησίας μηχανοκίνητου οχήματος που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, λέγοντάς της ψευδώς, ότι απόλυτος ιδιοκτήτης του οχήματος ήταν η 1η κατηγορούμενη. Προς απόδειξη των παραπάνω κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε ως μάρτυρες, τον εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 3894 Άντη Γερμανό και το Στάθη Παπαγρηγορίου (Μ.Κ. 1 και 2, αντίστοιχα). Μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των κατηγορούμενων υπόβαλαν εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σ' οποιαδήποτε κατηγορία. Η εισήγηση - όπως την αντιλαμβάνομαι - εδράζεται στον πρώτο από τους δυο λόγους - τους οποίους θα αναφέρω στη συνέχεια - για τους οποίους δικαιολογείται η απαλλαγή του κατηγορούμενου σ' αυτό το, πρώιμο, στάδιο, της δίκης. Η θέση της ευπαίδευτης εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής στην εισήγηση της υπεράσπισης είναι αντίθετη. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται σοβαρά υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Έχει νομολογηθεί ότι η απαλλαγή του κατηγορούμενου σ' αυτό το στάδιο, δικαιολογείται όταν: (α) δε στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας, λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και, (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση, το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αφού το μέτρο, δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου (δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης), αλλά, εκείνες του νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων, Αζίνας ν. Αστυνομίας

(1981)2 Α.Α.Δ. 9, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Παναγιώτου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Νικολαΐδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 271). Περαιτέρω, όπως αναφέρεται συναφώς στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευσταθίου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9: «Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιαστεί αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορούμενου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Και λίγο παρακάτω: «Στην υπόθεση R. v. Hipson
(1969)Cr. L. R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα αρχή». Τέλος παραπέμπω και στο απόσπασμα που ακολουθεί από την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Mariano κ.ά. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 112/2014 και 113/2014, ημερομηνίας 20/11/2015, στην οποία επαναλαμβάνονται όλες οι παραπάνω αρχές: «Όπως πλειστάκις νομολογήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, ο όρος«εκ πρώτης όψεως» υποδηλώνει προκαταρκτική θεώρηση των πραγμάτων, γι' αυτό και ο όρος χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133 και Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας, ανωτέρω). Περαιτέρω, το δικαστήριο στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης δεν προβαίνει κατά κανόνα σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και δεν υπεισέρχεται σε θέματα πειστικότητας μαρτυρίας, εκτός και αν η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται παντελώς πειστικότητας, ώστε κανένα δικαστήριο να μην μπορεί να στηριχθεί σ' αυτήν (βλ.Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9). Τα πάντα σ' αυτό το στάδιο της δίκης θα πρέπει να έχουν αντικειμενικό έρεισμα, γι' αυτό εξάλλου και απαιτείται από τη νομολογία ότι για να μην κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία θα πρέπει η μαρτυρία να ήταν τέτοια που κάθε «λογικό δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα».» Με υπαγωγή της ενώπιον μου μαρτυρίας - περιλαμβανομένων των παραδεκτών γεγονότων - σ' όλες τις παραπάνω αρχές θεωρώ βάσιμη την εισήγηση της υπεράσπισης. Ακολουθεί το σκεπτικό: Μια πρώτη βασική παρατήρηση είναι η εξής: όπως είναι δομημένο το κατηγορητήριο ενυπάρχει σ' αυτό το στοιχείο της αντινομίας συναφώς με τις κατηγορίες 1 και 3, γεγονός το οποίο, από μόνο του οδηγεί σε απόρριψη της 3ης κατηγορίας και κατά συνέπεια, σε αθώωση και των τριών κατηγορούμενων σ' αυτή. Η κατηγορούσα αρχή, προφανώς δεν μπορεί να καταλογίζει στους κατηγορούμενους ότι κατάρτισαν πλαστό έγγραφο, στις 29/11/2010 (βλ. τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας), το οποίο συνιστά και το πραγματικό των ψευδών παραστάσεων στις οποίες αυτοί προέβησαν, μεταξύ των ημερομηνιών 20/10/2010 με 5/11/2010 (βλ. τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας), δηλαδή, σε χρόνο προγενέστερο της κατάρτισής του - που δεν υπήρχε -, για σκοπούς διάπραξης του αδικήματος της εν λόγω κατηγορίας. Για να το πω και αλλιώς, αφ' ης στιγμής το πλαστό έγγραφο καταρτίστηκε στις 29/11/2010 - όπως είναι η θέση της κατηγορούσας αρχής - , οι κατηγορούμενοι, εξ αντικειμένου, ήταν αδύνατο να το είχαν παρουσιάσει οποτεδήποτε προηγουμένως στη Δέσπω Βάρδα, για να την εξαπατήσουν και να της αποσπάσουν το ποσό των €19.000,
  1. Εν πάση περιπτώσει, το τι έγινε αναφορικά με το σχετικό έντυπο μεταβίβασης (τεκμήριο 2) που αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι είναι πλαστό (βλ. την εμπιστευτική έκθεση - τεκμήριο 10 - το περιεχόμενο της οποίας αποτελεί παραδεκτό γεγονός), αφού το αποτύπωμα σφραγίδας μελάνης της τράπεζας «VOLKSWAGEN BANK GMBH» δεν είναι πρωτότυπο μελάνι, αλλά έγχρωμη αναπαραγωγή τύπου inkjet απορρέει με συνδυασμό όσων αναφέρουν η Δέσπω Βάρδα, στη γραπτή κατάθεσή της (τεκμήριο 14) και ο Στάθης Παπαγρηγορίου (Μ.Κ.2) - υπάλληλος της εταιρείας του 3ου κατηγορούμενου στον ουσιώδη χρόνο -, στη γραπτή κατάθεσή του επίσης (τεκμήριο 18) και γενικά στη μαρτυρία του. Ειδικότερα: Η Δέσπω Βάρδα αγόρασε το επίδικο αυτοκίνητο, στις 15/10/2010, από μάντρα στην Πάφο, ιδιοκτησίας της εταιρείας του 3ου κατηγορούμενου. Την ίδια μέρα συναντήθηκε με το Μ.Κ.2 στο σπίτι του αδελφού της στο Δάλι, ο οποίος της παρέδωσε το αυτοκίνητο. Ο μάρτυρας, της παρέδωσε και μια κενή φόρμα μεταβίβασης ιδιοκτησίας του αυτοκινήτου, στην οποία συμπλήρωσε τα στοιχεία της και του την επέστρεψε για να προβεί στη μεταβίβαση του αυτοκινήτου. Στις 20/10/2010 έδωσε στον 3ο κατηγορούμενο το ποσό των €5.000,00, ως προκαταβολή για την αγορά του αυτοκινήτου, ενώ, στις 5/11/2010 έκανε έμβασμα σε λογαριασμό του το ποσό των €14.000,
  2. Από τα παραπάνω γεγονότα είναι σαφές, ότι, καθ' ον χρόνο ο 3ος κατηγορούμενος εισέπραττε από τη Δέσπω Βάρδα τα εν λόγω ποσά, ούτε αυτός μα ούτε και οι κατηγορούμενοι 1 και 2 τής παρουσίασαν το επίδικο έντυπο μεταβίβασης (τεκμήριο 2). Όταν δε της το παρέδωσε - δηλαδή παρουσίασε - ο Μ.Κ.2 και η ίδια συμπλήρωσε σ' αυτό τα στοιχεία της, αφ' ης στιγμής το έντυπο ήταν κενό, προτού αρχίσει να συμπληρώνει τα στοιχεία της σ' αυτό και κυρίως, στην απουσία πάνω σ' αυτό της σφραγίδας της τράπεζας «VOLKSWAGEN BANK GMBH», σε καμιά περίπτωση μπορεί να λεχθεί ότι επρόκειτο για το πλαστό έγγραφο (τεκμήριο 2), το οποίο, όπως είναι θέση της κατηγορούσας αρχής - που δεν έχει αποδειχθεί - καταρτίστηκε στις 29/11/
  3. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω τους λόγους για τους οποίους η 3η κατηγορία είναι έκθετη σε απόρριψη. Για να συνεχίσω και η 1η κατηγορία αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα εξ αντικειμένου στοιχειοθέτησης. Ίχνος αποδεκτής μαρτυρίας υπάρχει - είτε άμεσης είτε περιστατικής - που να δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως εναντίον οποιουδήποτε κατηγορούμενου για τη διάπραξη του αδικήματος της πλαστογραφίας του επίδικου εντύπου μεταβίβασης που περικλείει η εν λόγω κατηγορία, είτε στον ουσιώδη χρόνο (στις 29/11/2010) είτε σε οποιοδήποτε άλλο χρόνο, σε εφαρμογή, είτε του άρθρου 20 είτε του άρθρου 21 του Ποινικού Κώδικα. Μολονότι - για να επαναλάβω - αποτελεί παραδεκτό γεγονός, ότι η μεταβίβαση του επίδικου αυτοκινήτου επ' ονόματι της Δέσπως Βάρδα έγινε με τη χρήση του πλαστού εντύπου μεταβίβασης, στις 29/11/2010 (βλ. τη γραπτή κατάθεση της Ελένης Μανωλούδη - τεκμήριο 15 - το περιεχόμενο της οποίας αποτελεί παραδεκτό γεγονός) και από τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 προκύπτει ότι αυτός είναι που το παρουσίασε στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών Πάφου, την ίδια μέρα, αυτά για τα οποία ίχνος μαρτυρίας υπάρχει είναι τα εξής: πρώτο, για το πρόσωπο (πρόσωπα) που κατάρτισε το εν έγγραφο, με αναφορά και στα δυο στοιχεία του που το καθιστούν πλαστό και δεύτερο, για το χρόνο που πλαστογραφήθηκε το έγγραφο. Το γεγονός ότι αυτό παρουσιάστηκε από το Μ.Κ.2 στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών Πάφου, στις 29/11/2010 για τη σχετική μεταβίβαση του επίδικου οχήματος, δεν αποδεικνύει άνευ άλλου ότι αυτή ήταν και η μέρα καταρτισμού του. Το ίδιο γεγονός, δηλαδή, ότι το επίδικο έντυπο μεταβίβασης, στις 29/11/2010 παρουσιάστηκε από το Μ.Κ.2 στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών Πάφου, για τη σχετική μεταβίβαση του επίδικου οχήματος αποτελεί και το λόγο για τον οποίο είναι έκθετη σε απόρριψη και η 2η κατηγορία. Το γεγονός ότι, όπως αναφέρει ο μάρτυρας στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 18), αφού η Δέσπω Βάρδα συμπλήρωσε τα στοιχεία της στο εν λόγω έντυπο, το οποίο στη συνέχεια ο ίδιος πήρε στον 3ο κατηγορούμενο, αυτός, μετά του το έδωσε μαζί με κάποια άλλα έντυπα που νομίζει του είχε πάρει η 1η κατηγορούμενη, τα πήρε στην Αρχή Αδειών για να γίνει η μεταβίβαση καθώς η σιγουριά του, ότι ο 3ος κατηγορούμενος δε συμπλήρωσε οτιδήποτε σ' οποιοδήποτε έντυπο, όλα αυτά, όχι απλώς δεν αποδεικνύουν εναντίον οποιουδήποτε κατηγορούμενου, έστω εκ πρώτης όψεως, οτιδήποτε τους καταλογίζεται με τις λεπτομέρειες αδικήματος της σχετικής - 2ης κατηγορίας, αλλά, αντίθετα αποδομεί ακόμη περισσότερο την εν λόγω κατηγορία καθώς και την 1η κατηγορία. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όσα ακολουθούν, τα οποία ο μάρτυρας ανάφερε αντεξεταζόμενος καθιστούν τη μαρτυρία του και κατ' επέκταση τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, τόσο αντινομική, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη οποιουδήποτε κατηγορούμενου: Ερωτηθείς από τον κ. Τσιαπαλή κατά πόσο συμφωνεί πως δεν ξέρει ποιος έβαλε οποιαδήποτε σφραγίδα στα έγγραφα που του παρουσιάστηκαν από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ανάμεσά τους και το επίδικο έντυπο μεταβίβασης, απάντησε καταφατικά. Ερωτηθείς ακολούθως, εάν ξέρει ποιος υπέγραψε τα ίδια έγγραφα, απάντησε αρνητικά. Επειδή όμως, ενώπιον μου έχουν τεθεί και οι ανακριτικές καταθέσεις των κατηγορούμενων και ενδεχομένως θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος, ότι, με αντιπαραβολή του περιεχομένου τους και ιδωμένο αυτό σε συνδυασμό με την υπόλοιπη μαρτυρία, περιλαμβανομένων των παραδεκτών γεγονότων μπορούν να εξαχθούν ενοχοποιητικά συμπεράσματα εναντίον των κατηγορούμενων, παρατηρώ τα εξής: Στο βαθμό που το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης ενός κατηγορούμενου ενοχοποιεί κάποιο συγκατηγορούμενό του, αυτό, δεδομένου ότι οι κατηγορούμενοι δεν κατάθεσαν ως μάρτυρες στην υπόθεση, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του συγκατηγορούμενου (βλ. Θεοχάρους κ.ά., ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 49/13, 50/13 και 51/13, ημερομηνίας 26/11/2014 σύμφωνα με την οποία, οι εκτός Δικαστηρίου δηλώσεις των κατηγορούμενων δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη προς ενοχοποίηση των συγκατηγορούμενών τους, αλλά, μόνο σ' ό,τι αφορά τους ίδιους). Σ' αυτό το πλαίσιο εντάσσω τις ακόλουθες δηλώσεις, από κάθε κατάθεση: Αρχίζω με την ανακριτική κατάθεση της 1ης κατηγορούμενης (τεκμήριο 11). Περίπου το Δεκέμβρη του 2009 πήρε το επίδικο αυτοκίνητό της στον 3ο κατηγορούμενο για να της το πουλήσει και να πληρώσει το δάνειο που είχε κάνει για να το αγοράσει. Όταν πριν από τρεις μήνες (από τις 2/3/2012 που της λήφθηκε η ανακριτική κατάθεση) πήγε στη Volkswagen για να αγοράσει ένα golf τής είπαν πως υπήρχε πρόβλημα με την ενοικιαγορά που είχε επειδή το επίδικο όχημα είχε πουληθεί και η υποθήκη δεν είχε πληρωθεί. Μέχρι τότε, δεν είχε πληροφορηθεί ότι το αυτοκίνητο είχε πουληθεί. Ο 3ος κατηγορούμενος δεν επικοινώνησε ποτέ μαζί της για να της πει οτιδήποτε και δεν ξέρει ποιος αγόρασε το αυτοκίνητο. Μετά που έμαθε ότι το αυτοκίνητο αγοράστηκε από μια γυναίκα από τη Λευκωσία πήγε να δει τον 3ο κατηγορούμενο, φωνάζοντας και αυτός παραδέχθηκε ότι είχε πουλήσει το αυτοκίνητο και της είπε πως θα έλυνε το πρόβλημα, εννοώντας ότι θα έδινε τα λεφτά για την υποθήκη. Σχετικά με τα έντυπα μεταβίβασης του αυτοκινήτου από τη Volkswagen Bank στο όνομά της και στη συνέχεια, από το όνομά της στο νέο ιδιοκτήτη, ο 3ος κατηγορούμενος τής είπε ότι αυτός έκανε όλα τα έντυπα. Έχει παράπονο εναντίον του, επειδή πούλησε το αυτοκίνητό της με αυτά τα έντυπα που έκανε και ποτέ η ίδια δεν πήρε οποιαδήποτε χρήματα. Όλες οι παραπάνω δηλώσεις της 1ης κατηγορούμενες, ιδωμένες, τόσο αυτοτελώς όσο και σε συνδυασμό με διάφορα άλλα στοιχεία μαρτυρίας, μολονότι είναι σαφώς ενοχοποιητικές για τον 3ο κατηγορούμενο, εντούτοις, για το λόγο που ήδη έχω αναφέρει δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη για το σκοπό αυτό. Εξίσου ενοχοποιητικές για τον 3ο κατηγορούμενο είναι και οι ακόλουθες δηλώσεις του 2ου κατηγορούμενου - εν διαστάσει συζύγου της 1ης κατηγορούμενης στην δική του ανακριτική κατάθεση (τεκμήριο 12): Όταν πήρε για δεύτερη φορά το επίδικο αυτοκίνητο στον 3ο κατηγορούμενο, αφού του είπε πως είχε βρει αγοραστή από τη Λευκωσία και συγκεκριμένα, την ξαδέλφη του, ο κατηγορούμενος τού είπε ότι η ξαδέλφη του το είχε οδηγήσει και της άρεσε και ότι περίμενε κάποια λεφτά για να πάει να πληρώσει την υποθήκη που είχαν (οι 1ος και 2ος κατηγορούμενοι) στη Volkswagen Bank και να της μεταβιβάσει το αυτοκίνητο στο όνομά της. Του είπε ακόμη ο 3ος κατηγορούμενος, πως είχε βάλει κάποια λεφτά στην τράπεζα για να μην έχουν πρόβλημα με τις δόσεις και ότι τα υπόλοιπα λεφτά, θα τα έβαζε όταν θα του έφερνε η ξαδέλφη του. Πριν από λίγο καιρό έμαθε από τη σύζυγό του ότι ο 3ος κατηγορούμενος είχε πουλήσει το αυτοκίνητο και δεν είχε πληρώσει την υποθήκη. Υπεισέρχομαι τώρα και σε μερικές από τις δηλώσεις του 3ου κατηγορούμενου από τη δική του ανακριτική κατάθεση (τεκμήριο 13): Το επίδικο αυτοκίνητο πωλήθηκε στο τέλος του Νοεμβρίου 2010 στη Δέσπω Βάρδα, η οποία, αν δεν κάνει λάθος ήρθε και του έδωσε €19.000,
  4. Στη συνέχεια τηλεφώνησε της 1ης κατηγορούμενης, η οποία ήρθε στο μαγαζί του και της έδωσε το ποσό αυτό και αυτή του έδωσε το πιστοποιητικό εγγραφής και υπόγραψε τα σχετικά έντυπα, όπως και η Βάρδα, για να γίνει η μεταβίβαση του αυτοκινήτου στο όνομά της. Στη συνέχεια, ένας υπάλληλός του πήγε στην Αρχή Αδειών και κανόνισε τη μεταβίβαση. Ούτε ο ίδιος μα ούτε και υπάλληλός του έγραψαν οτιδήποτε σε οποιοδήποτε έντυπο, απλά, ό,τι έντυπα τους έφερε η 1η κατηγορούμενη, υπογραμμένα, ο υπάλληλός του, απλά τα μετέφερε στην Αρχή Αδειών για να γίνει η μεταβίβαση, χωρίς να γνωρίζουν αν υπήρχε πλαστογραφία σε οποιοδήποτε έντυπο. Δε γνώριζε ότι το επίδικο αυτοκίνητο ήταν υποθηκευμένο. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ και τις τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι έκθετες σε απόρριψη και για τους τρεις. Η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής παρουσιάζει τόσο σοβαρά κενά, που μόνο με υποθέσεις μπορούν να συμπληρωθούν. Ωστόσο, η δίκη είναι ποινική και καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. τη Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 363), δεν επιτρέπονται υποθέσεις όσο εύλογες κι αν είναι. Κενά, αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Ούτε και είναι ορθό να καλέσω οποιοδήποτε κατηγορούμενο σε απολογία για να συμπληρώσει τα κενά αυτά, συμβάλλοντας έτσι ο ίδιος στην ενοχοποίησή του. Και κάτι ακόμη προτού καταλήξω το οποίο αισθάνομαι έντονα την ανάγκη να καταθέσω. Είμαι σχεδόν βέβαιος, ότι, εάν η υπόθεση προτού καταχωρηθεί τύγχανε διαφορετικού χειρισμού από την Αστυνομία, η απόφασή μου για τον ένα από τους τρεις κατηγορούμενους, θα ήταν αντίθετη, απ' ό,τι δικαιωματικά θα είναι και γι αυτόν. Ωστόσο, δε θα ήθελα να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανέφερα είναι η κατάληξή μου, ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον οποιουδήποτε κατηγορούμενου, σ' οποιαδήποτε κατηγορία. Έπεται ότι και οι τρεις κατηγορούμενοι αθωώνονται σ' όλες τις κατηγορίες. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Πλαστογραφία, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις - εκ πρώτης όψεως υπόθεση.

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.