← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Τάκη Αγγελή, Αρ. Υπόθεσης: 12513/13, 24/5/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Τάκη Αγγελή, Αρ. Υπόθεσης: 12513/13, 24/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12513/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Τάκη Αγγελή, από την Πάφο Κατηγορούμενου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 24.5.2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Χρ. Περγαντή Για τον κατηγορούμενο: κ. Α. Παπαχαραλάμπους Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι στις 15 Μαρτίου, 2013, στην Τεχνική Σχολή στην Πόλη Χρυσοχούς, επιτέθηκε εναντίον του Γιώργου Μινικκίδη, καθηγητή της σχολής και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της κατηγορίας παρουσίασε ως μάρτυρες, τον παραπονούμενο Γεώργιο Μινικκίδη (Μ.Κ.1) και το γιατρό στο Τμήμα Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, Μάριο Θεοδώρου (Μ.Κ.2). Ο κατηγορούμενος Τάκης Αγγελή, αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, κατάθεσε ενόρκως. Προς υπεράσπισή του παρουσίασε ως μάρτυρες, τον Ανθούλη Κουντούρη (Μ.Υ.1) και τον Άριστο Τζιάμαλη (Μ.Υ.2). Τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής περικλείονται στη γραπτή κατάθεση του παραπονούμενου (τεκμήριο 1), την οποία ετοίμασε ο ίδιος και παράδωσε στην Αστυνομία, στις 20/3/

  1. Συνοψίζοντάς τα είναι τα εξής: Στον ουσιώδη χρόνο, ο παραπονούμενος ήταν εκπαιδευτής ξενοδοχειακών στο Λύκειο και Τεχνική Σχολή Πόλης Χρυσοχούς (στο εξής «το σχολείο»). Την Παρασκευή 15/3/2013 είχε οργανωθεί από το σχολείο γεύμα. Συγκεκριμένα, στα πλαίσια των ομίλων, το κάθε τμήμα θα ετοίμαζε το δικό του φαγητό (σούβλα ή σουβλάκια) μαζί με τον υπεύθυνο καθηγητή και ένα καθηγητή συνυπεύθυνο. Ο υπεύθυνος καθηγητής συγκεκριμένου τμήματος απουσίαζε για ιατρικούς λόγους και έτσι ανέλαβε να βοηθήσει τα παιδιά ο παραπονούμενος. Για την αγορά των υλικών, οι μαθητές πρόσφεραν από €5,00 και ο υπεύθυνος καθηγητής καθώς και ο παραπονούμενος, από €25,
  2. Αφού οργανώθηκαν και έψησαν το φαγητό, τα παιδιά κάλεσαν και τη διευθύντρια του σχολείου μαζί με την υποδιευθύντρια και υπεύθυνη του κλάδου των ξενοδοχειακών κυρία Γρηγορίου. Στην περιοχή τους περιφερόταν και ο υποδιευθυντής Α' κ. Κωνσταντινίδης για έλεγχο των τμημάτων και οι μαθητές, τον κάλεσαν για ένα μεζεδάκι. Στο τραπέζι τους καθόταν η διευθύντρια του σχολείου και προστέθηκαν και κάποια μέλη του συνδέσμου γονέων, χωρίς να φάνε, αλλά, φέρνοντας γλυκά. Όταν γύρω στις 11:45 τελείωσαν με το φαγητό, ο παραπονούμενος παρακάλεσε τα παιδιά να μεταφέρουν όλα τα σκεύη στο εργαστήριο των ξενοδοχειακών που βρίσκεται περίπου 400 μέτρα από το σημείο όπου είχαν οργανώσει το γεύμα. Οι μαθητές καθάρισαν το χώρο και ο παραπονούμενος, αφού έλεγξε ότι όλα ήταν εντάξει, τους ακολούθησε στο εργαστήριο. Περνώντας έξω από το γραφείο της υποδιευθύντριας κυρίας Αγγελή, την άκουσε να φωνάζει μεγαλοφώνως «ρε, ρε, ρε» οπότε και τη ρώτησε αν απευθυνόταν στον ίδιο. Πλησιάζοντας, είδε να κάθονται στο γραφείο του κατηγορούμενου συζύγου της - υποδιευθυντή Α', μαζί με τους Μ.Υ.1 και 2, έχοντας όλοι πιάτα με φαγητό μπροστά τους. Πλησίασε και η κυρία Αγγελή, του έκανε φραστική επίθεση μεγαλοφώνως, ότι κρατούσαν κι αυτοί, εννοώντας την ίδια και τον κατηγορούμενο - σύζυγό της και να του πληρώσουν για να τους ταΐσει και ότι δεν είναι άνθρωπος και πολλά άλλα. Ο κατηγορούμενος, μεγαλοφώνως κι αυτός, στην παρουσία αρκετών μαθητών, των καθαριστριών του σχολείου και των υπαλλήλων της καντίνας, του φώναζε γιατί να καλέσει τη διευθύντρια και τους άλλους δυο υποδιευθυντές. Επειδή βιαζόταν να ελέγξει τα παιδιά, τους απάντησε «Άστε με ήσυχο» και γύρισε να πάει στα παιδιά. Τότε, ο κατηγορούμενος, κλωτσώντας το γραφείο και χύνοντας ένα ποτήρι, του επιτέθηκε, το χτύπησε στο κεφάλι με το δεξί του χέρι και προσπάθησε να του σφίξει με τα χέρια το λαιμό. Τον έπιασε από τα χέρια ο Μ.Υ.1 και απελευθερώθηκε από τα χέρια του. Ο κατηγορούμενος, τον αποκάλεσε τρεις φορές «άχρηστο» μπροστά σε καθηγητές, μαθητές και βοηθητικό προσωπικό του σχολείου. Στη συνέχεια, του είπε ότι αν ξαναπεράσει μπροστά από το γραφείο του, θα του σπάσει τα κόκαλά του. Πήγε στη διευθύντρια του σχολείου και της ανάφερε το περιστατικό και της έδειξε τις εκδορές και μελανιές που είχε στην περιοχή του λαιμού και στα χέρια. Μετά από 10 περίπου λεπτά, ένοιωσε φρικτό πόνο στο κεφάλι και στο στήθος και ενώ ήταν έτοιμος να σωριαστεί κάτω, το συγκράτησε ο βοηθός διευθυντής κ. Παναγή, ο οποίος κάλεσε αμέσως συνάδελφο που είχε κοντά αυτοκίνητο και το μετέφερε στο νοσοκομείο Πόλης Χρυσοχούς. Εκεί, τον κράτησαν δυο ώρες και του έδωσαν άδεια απουσίας από την εργασία του, για 10 μέρες. Ο θεράπων ιατρός ετοίμασε έκθεση, την οποία θα έδινε στην Αστυνομία. Από την Παρασκευή 15/3/2013 υποφέρει από πονοκεφάλους και έχει ταχυκαρδίες. Έναντι των παραπάνω ισχυρισμών του παραπονούμενου, ο κατηγορούμενος, στην ανακριτική του κατάθεση (τεκμήριο 5), ημερομηνίας 18/7/2013, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής, τα οποία συνθέτουν τη δική του εκδοχή του αναφορικά με όσα του καταλογίζονται από τον παραπονούμενο για το επίδικο περιστατικό: Αρνείται κατηγορηματικά όσα του καταμαρτυρεί ο παραπονούμενος με την καταγγελία του. Ούτε του επιτέθηκε ούτε του προκάλεσε οποιαδήποτε σωματική βλάβη. Αντίθετα, ως προϊστάμενός του, τον κάλεσε ευγενέστατα στο γραφείο του, επειδή, τη συγκεκριμένη μέρα, στην εκδήλωση του σχολείου έπραττε άλλα από αυτά που είχαν συμφωνηθεί στη διευθυντική ομάδα. Ο παραπονούμενος, αντί να προσέλθει στο γραφείο του, του απάντησε προκλητικά «Άι παράτα με». Τότε σηκώθηκε από τη θέση του, τον πλησίασε, τον πήρε από την παλάμη και τον προειδοποίησε να μην ξαναπεράσει έξω από το γραφείο του και να ειρωνεύεται το βοηθό διευθυντή Α' Ανδρέα Κωνσταντινίδη, φωνάζοντας ότι χάνει λάδια και γράσα, ενώ εκείνη τη στιγμή έτρωγαν στο ίδιο τραπέζι σε περίοπτη θέση του σχολείου, με εκπροσώπους του συνδέσμου γονέων, κάτι που ασφαλώς δεν είχαν προγραμματίσει. Όλα αυτά έγιναν ενώπιον μαρτύρων που εκείνη τη στιγμή βρίσκονταν στο γραφείο του. Ο παραπονούμενος μετά ζήτησε επίσκεψη στο νοσοκομείο της Πόλης Χρυσοχούς, επικαλούμενος ξυλοδαρμό. Η ιατρική βεβαίωση που είδε ανάφερε ότι ο παραπονούμενος ανάφερε ξυλοδαρμό και ως διάγνωση αναφερόταν η ταχυπαλμία. Την επομένη, όταν ζήτησε από τη διευθύντρια κυρία Δήμητρα Χριστοφή να δει την ιατρική βεβαίωση και της είπε πως δεν αναφέρεται πουθενά ότι υπάρχουν σημάδια ξυλοδαρμού, αυτή, του είπε ότι υπάρχει και δεύτερο χαρτί και ότι κάποιοι συνάδελφοι είδαν μώλωπες στο χέρι και κοκκινίλες στον ώμο. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας, στο σύνολό του και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες καθώς και τον κατηγορούμενο, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει στο στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων η πραγματική μαρτυρία, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326,366: «..η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας». Βλέπε και την Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298. Για την αξία της ιατρικής μαρτυρίας παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439: «Η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 Α.Α.Δ. 1003, 1010, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51).» Ειδικά για το γιατρό Μάριο Θεοδώρου (Μ.Κ.2), ο οποίος κατάθεσε και ως πραγματογνώμονας προστίθενται και τα εξής: Είναι καλά γνωστό, ότι ο πραγματογνώμονας οφείλει να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλα τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και δεδομένα που θα του επιτρέψουν να καταλήξει σε δικαστική κρίση (βλ. μεταξύ άλλων Pouris & another v. The Repuplic
(1983)2 C.L.R 170 και Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R 1). Ακολούθως, ενώ η μαρτυρία πραγματογνώμονα, κατά κανόνα θεωρείται μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα, η εκτίμηση της εν λόγω μαρτυρίας δε διαφέρει από την εκτίμηση της μαρτυρίας άλλων μαρτύρων. Και τούτο, επειδή οι κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία των πραγματογνωμόνων είναι ίδιοι με τους κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία όλων των άλλων μαρτύρων. Τέλος, η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σ' ένα θέμα δε βασίζεται μόνο στα σχετικά ακαδημαϊκά προσόντα που διαθέτει κανείς γύρω από το θέμα, αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σ' αυτό. Ένα πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας, με βάση, είτε τα ακαδημαϊκά του προσόντα είτε την πείρα του σ' ένα τομέα, η οποία, από μόνη της μπορεί να καταστήσει το μάρτυρα εμπειρογνώμονα ή πραγματογνώμονα. Το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να προτιμά τη μαρτυρία του προσώπου που διαθέτει τόσο ακαδημαϊκά προσόντα όσο και πείρα σε σύγκριση με τη μαρτυρία ενός προσώπου που έχει μόνο πείρα. Όλα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, την όλη εντύπωση και τους λόγους που δίνει ο μάρτυρας για τα όσα κατάθεσε (βλ. τη Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 841). Καθόλα σχετικά είναι και τ' ακόλουθα, από την εντελώς πρόσφατη υπόθεση Νικολάου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 162/14, ημερομηνίας 2/5/2017: «Η πραγματογνωμοσύνη είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης (Δέστε Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία πραγματογνώμονα όταν προέρχεται από επιστήμονα, στα πλαίσια της επιστήμης του (Δέστε Folkes v Chadd
(1782)3 Dong KB 157-15.4.13). Κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, χωρίς, κατ΄ ανάγκη, να κατέχει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα εάν έχει μεγάλη πείρα επί του θέματος (Δέστε Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 575 - 587). Για να καταθέσει κάποιος ως πραγματογνώμονας, πρέπει να καταδείξει ότι κατέχει τα προσόντα για κάτι τέτοιο (Δέστε R v Francis
(2013)EWCA Crim. 123). Το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και αφού εξετάσει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει (Δέστε Σιακόλα v Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110 και Yaacoub v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 73/2013, ημερ. 19.3.2014). Το ζήτημα της πραγματογνωμοσύνης μπορεί να αποφασιστεί κατά την προσπάθεια παρουσίασης της σχετικής μαρτυρίας ή ακόμη ευχερέστερα, στο τέλος της υπόθεσης, κατά τη διατύπωση της τελικής ετυμηγορίας, εκτός αν το όλο ζήτημα εξεταστεί στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το καίριο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως πραγματογνώμονας (Δέστε R. v Clarke
(2013)EWCA, Crim. 162).» Αναφορικά με το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη, ότι, το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη της επαφίεται στη διακριτική μου ευχέρεια (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 190). Τέλος παραπέμπω και στην Αλ - Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117 σύμφωνα με την οποία, η προσφυγή στο ψεύδος, δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Αντιπαραβάλλοντας τις εκατέρωθεν εκδοχές, υπό το φως ασφαλώς του συνόλου της ενώπιόν μου μαρτυρίας είμαι βέβαιος, ότι τα ουσιαστικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, την οποία θεωρώ και πιο λογική - συν τοις άλλοις -, από την αντίστοιχη εκδοχή του κατηγορούμενου. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του παραπονούμενου (Μ.Κ.1) ως μάρτυρα είναι εξαιρετική. Απαντούσε αυθόρμητα και με απόλυτη ειλικρίνεια και πειστικότατα, σ' όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και παρότι αντεξετάστηκε ικανά και, θα έλεγα και κάπως πιεστικά από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου, εντούτοις κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία του επί της ουσίας όσων ανάφερε. Ακολούθως είναι και το γεγονός, ότι, η μαρτυρία του ενισχύεται και/ή επιβεβαιώνεται ουσιωδώς και από την ιατρική μαρτυρία, η οποία, καθώς ήδη έχει αναφερθεί αποτελεί και πραγματική μαρτυρία με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και τον έλεγχο της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας, ως θέμα αρχής (βλ. τις Δημητρίου, Γεωργαλλά και Γεωργίου, ανωτέρω). Και κάτι ακόμη. Η μαρτυρία του, σε κάποιο βαθμό επιβεβαιώνεται ακόμη και από τη μαρτυρία του κατηγορούμενου καθώς και των δυο μαρτύρων του. Τέλος, στο βαθμό που αμφισβητήθηκε ο παραπονούμενος, αυτό, εν μέρει έγινε με έωλες υποβολές, χωρίς να μου διαφεύγει και το γεγονός ότι υπήρξαν περιπτώσεις που άλλα υποβάλλονταν στο μάρτυρα από τον ευπαιδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου και άλλα ισχυριζόταν ο ίδιος, είτε οι μάρτυρές του για το ίδιο θέμα. Όπως ήταν φυσιολογικό, ο παραπονούμενος υπέπεσε και σε κάποιες αντιφάσεις. Ωστόσο, δεν αποδίδω ιδιαίτερη σημασία σ' αυτές, επειδή αφορούν σε μικρολεπτομέρειες και δεν είναι ουσιαστικής μορφής, οπότε, όχι μόνο δεν τις θεωρώ ικανές να αποδυναμώσουν τη μαρτυρία του, την οποία θεωρώ γενικά αξιόπιστη, αλλά, αντίθετα, την ενδυναμώνουν. Αποδίδω τις εν λόγω αντιφάσεις, τόσο στην πάροδο μακρού χρόνου που μεσολάβησε από το Μάρτη του 2013 που έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό καθώς και στην ψυχολογική κατάσταση στην οποία τελούσε τότε παραπονούμενος συνεπεία αυτού μέχρι και το Οκτώβρη του 2016 που κλήθηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει γι αυτό, όσο και στα διάφορα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε καθ' ον χρόνο κατάθετε ως μάρτυρας. Να πω απλώς, πως ήταν φανερά καταβεβλημένος, εξ ου και το γεγονός, ότι, περί το τέλος της αντεξέτασής του αισθάνθηκε την ανάγκη να ζητήσει συντόμευση της διαδικασίας, επειδή, όπως είπε, δεν ήταν καλά. Ακολουθεί ότι, η μαρτυρία του, επί της ουσίας γίνεται αποδεκτή. Για τους ίδιους περίπου λόγους θεωρώ καθόλα αξιόπιστο μάρτυρα και το γιατρό Μάριο Θεοδώρου (Μ.Κ.2), ο οποίος, στον ουσιώδη χρόνο και συγκεκριμένα, στις 15/3/2013 εξέτασε τον παραπονούμενο στο Νοσοκομείο Πόλης Χρυσοχούς και εξέδωσε και του παρέδωσε το σχετικό πιστοποιητικό ασθενείας (τεκμήριο 2), ενώ, πέντε μέρες αργότερα (στις 20/3/2013), αναφορικά με τις διαπιστώσεις του για την εν λόγω εξέταση συμπλήρωσε και την έκθεση (τεκμήριο 3) που του προσκομίστηκε από την Αστυνομία την ίδια μέρα, την οποία και επέστρεψε στην Αστυνομία, επίσης, την ίδια μέρα. Και αυτός ο μάρτυρας απαντούσε αυθόρμητα, πειστικά και με απόλυτη ειλικρίνεια, σ' όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, χωρίς να υποπέσει σε καμία, απολύτως, αντίφαση, ενώ, όπου του ζητήθηκε να διατυπώσει και την επιστημονική του θέση ή γνώμη, το έκανε με απόλυτα επιστημονικά τεκμηριωμένο τρόπο, χωρίς να μου διαφεύγει και το γεγονός, ότι, στο βαθμό που αμφισβητήθηκε συναφώς με αυτό το μέρος της μαρτυρίας του, αυτό έγινε με ατεκμηρίωτες υποβολές. Και τούτο, έχοντας υπόψη, ότι ο κατηγορούμενος παρέλειψε να προσκομίσει ιατρική μαρτυρία προκειμένου να τεκμηριώσει αυτά που υποβάλλονταν στο μάρτυρα από το δικηγόρο του. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία και αυτού είναι αποδεκτή. Όταν στη συνέχεια θα ασχοληθώ με τη μαρτυρία του κατηγορούμενου καθώς και των δυο μαρτύρων του, θα αναδειχθούν και διάφοροι άλλοι λόγοι για τους οποίους θεωρώ απολύτως αξιόπιστους και τους δυο μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής, οι οποίοι είμαι βέβαιος, ότι στο Δικαστήριο κατάθεσαν την απόλυτη αλήθεια. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του κατηγορούμενου ως μάρτυρα είναι τόσο αρνητική, σε βαθμό που, με εξαίρεση εκείνο το μέρος της μαρτυρίας του που συνάδει με άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία, κατά τα λοιπά απορρίπτω τη μαρτυρία του, ως αναξιόπιστη, σαφώς κατασκευασμένη και ψευδή. Ο κατηγορούμενος, σε ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης, μεταξύ άλλων, υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις, τόσο αυτοτελώς όσο σε σχέση και με μερικούς από τους ισχυρισμούς που προέβαλαν για τα ίδια θέματα οι μάρτυρές του, προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας, είτε ακόμη, που δεν υποβλήθηκαν στον παραπονούμενο καθώς και στο γιατρό Θεοδώρου, για να τους δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο, να σχολιάσουν ή που είναι σε αντίθεση με αναντίλεκτους ισχυρισμούς των εν λόγω μαρτύρων, είτε ακόμη, με ό,τι τους είχε υποβληθεί από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του. Πέραν όλων αυτών είναι και το γεγονός, ότι εκτίθεται σοβαρά από το περιεχόμενο της ιατρικής μαρτυρίας. Τα παραδείγματα που ακολουθούν, κατά τη γνώμη μου αιτιολογούν πλήρως, όλες τις παραπάνω διαπιστώσεις μου αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του ως μάρτυρα. Ειδικότερα: Όταν στο στάδιο της κυρίως εξέτασης ρωτήθηκε από το δικηγόρο του, εάν υιοθετεί το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης (τεκμήριο 5), ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, απάντησε ως εξής: «Βέβαια και δεν μπορώ να αφαιρέσω το παραμικρό, ούτε ένα "ν"». Όπως αναφέρει σ' αυτή, στον ουσιώδη χρόνο κάλεσε ευγενέστατα τον παραπονούμενου στο γραφείο του, επειδή, στην επίδικη εκδήλωση του σχολείου έπραττε άλλα από αυτά που είχαν συμφωνηθεί στη διευθυντική ομάδα. Ο παραπονούμενος, αντί να προσέλθει στο γραφείο του, του απάντησε προκλητικά με τη φράση «Άι παράτα με». Τότε, ο ίδιος σηκώθηκε από τη θέση του, τον πλησίασε, τον πήρε από την παλάμη και τον προειδοποίησε να μην ξαναπεράσει έξω από το γραφείο του κ.ο.κ. Παρόλα αυτά, ο δικηγόρος του, στο στάδιο αντεξέτασης του παραπονούμενου, του υπόβαλε ότι ο κατηγορούμενος δεν τον έπιασε από τα χέρια, που αποτελεί ασφαλώς αντίφαση. Ωστόσο, επί του ίδιου θέματος, ο κατηγορούμενος υπήρξε αντιφατικός και αυτοτελώς. Όταν στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, κλήθηκε να πει ποια σχέση είχε με τον παραπονούμενο, μεταξύ άλλων που είπε ήταν ότι στον ουσιώδη χρόνο τον ακούμπησε στην παλάμη. Αντεξεταζόμενος όμως για το ίδιο θέμα προέβαλε και νέες εκδοχές. Καταρχήν ισχυρίστηκε ότι τον πήρε από την παλάμη. Κληθείς να πει από ποια παλάμη τον πήρε ισχυρίστηκε ότι, όπως προχωρούσε ο παραπονούμενος, τον πήρε από τη δεξιά παλάμη. «Δηλαδή ακουμπήσετε τον; Δείξετε μας» ήταν η επόμενη ερώτηση. «Το χτύπησα έτσι κυρία.» απάντησε. «Για να σταματήσει;» ρωτήθηκε στη συνέχεια. Απάντησε ως εξής: «Για να σταματήσει, έπρεπε να με λάβει υπόψη και πριν καν τον ακουμπήσω εγύρισε ο Γιώργος.» Το μέγεθος των αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε είναι ολοφάνερο. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Ο Μ.Υ.2, στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 9), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτός για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ισχυρίζεται πως, όταν ο κατηγορούμενος έφθασε τον παραπονούμενο, τον πήρε με τα χέρια του και το γύρισε προς το μέρος του. Παρότι, δε μου διαφεύγει ότι ο μάρτυρας, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης απέστη του εν λόγω ισχυρισμού, εντούτοις είμαι βέβαιος, ότι αυτό το έκανε, προφανώς καθοδηγούμενος, στην προσπάθειά του να ευθυγραμμιστεί με τον κατηγορούμενο συναφώς με το θέμα, ο οποίος τον επιστράτευσε στο Δικαστήριο ως μάρτυρά του, όχι για να πει την αλήθεια, αλλά με μόνο λόγο να το βοηθήσει να αθωωθεί. Ισχυρίζεται ακόμη ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση, ότι ο λόγος που κάλεσε τον παραπονούμενο στο γραφείο του, ήταν επειδή στην εκδήλωση τη συγκεκριμένη μέρα έπραττε άλλα από αυτά που είχαν συμφωνηθεί στη διευθυντική ομάδα. Επιπλέον, ο δικηγόρος του υπόβαλε στον παραπονούμενο τα εξής: καταρχήν, ότι την επίδικη μέρα έπραξε άλλα από αυτά που είχαν συμφωνηθεί από τη διεύθυνση του σχολείου, χωρίς να πάρει οποιαδήποτε άδεια ή έγκριση από τον υπεύθυνο εκδηλώσεων και τον υπεύθυνο βοηθό διευθυντή Α' κ. Αγγελή, δηλαδή τον κατηγορούμενο. Λίγο αργότερα, του υπόβαλε ότι η κυρία Αγγελή, δηλαδή η σύζυγος του κατηγορούμενου, αυτό που του είπε ήταν ότι η διεύθυνση του σχολείου δε συμφώνησε να οργανώσει το γεύμα, όπως το οργάνωσε ο ίδιος. Τέλος, του υπόβαλε πως, όταν ο κατηγορούμενος τον άκουσε από το γραφείο του να συζητά με την κυρία Αγγελή για την εκδήλωση, του ζήτησε ευγενικά να πάει στο γραφείο του για να μιλήσουν γι αυτό που έγινε, το οποίο δεν ήταν σύμφωνο με αυτά που είχαν συμφωνηθεί. Το πόσο παράλογοι - εκτός από αντιφατικοί - είναι οι παραπάνω ισχυρισμοί καταφαίνεται από τα εξής: Καταρχήν, μολονότι υποβλήθηκε στον παραπονούμενο τόσες φορές, ότι έπραττε άλλα από αυτά που συμφωνήθηκαν, ουδέποτε του αναφέρθηκε τι είχε συμφωνηθεί το οποίο δεν είχε τηρήσει ή παραβίασε. Έπειτα, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός του παραπονούμενου στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 1), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης - ισχυρισμό τον οποίο επανέλαβε και αντεξεταζόμενος - ότι στον ουσιώδη χρόνο ανέλαβε να βοηθήσει τα παιδιά, επειδή ο υπεύθυνος καθηγητής του τμήματος απουσίαζε για λόγους υγείας οπότε και τον αναπλήρωνε, παρέμεινε αναντίλεκτος, διερωτώμαι πώς μπορεί να του υποβάλλεται ότι παραβίασε τα συμφωνηθέντα ή τις αποφάσεις της διεύθυνσης. Μάλιστα, όπως είπε αντεξεταζόμενος ο παραπονούμενος, ο συνάδελφός του τον οποίο αναπλήρωσε τη συγκεκριμένη μέρα ειδοποίησε το πρωί πως ήταν άρρωστος οπότε η διευθύντρια φώναξε στον ίδιο να αναλάβει το τμήμα του. Και πόσο πειστικός μπορεί να είναι ο κατηγορούμενος, ισχυριζόμενος ότι ο παραπονούμενος παραβίασε είτε τα συμφωνηθέντα είτε τις αποφάσεις της διεύθυνσης του σχολείου, τη στιγμή που αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών, ότι στο επίδικο γεύμα συμμετείχαν τόσο η διευθύντρια του σχολείου όσο και δυο από τους υποδιευθυντές του, οι οποίοι μάλιστα κάθονταν στο ίδιο τραπέζι με τον παραπονούμενο; Το πόσο παράλογος είναι ο εν λόγω ισχυρισμός του είναι ολοφάνερο. Θεωρώ πώς, εάν το επίδικο γεύμα είχε οργανωθεί κατά παράβαση των αποφάσεων της διεύθυνσης του σχολείου και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, αλλά και καθηκόντως, αυτός που αναμενόταν να αντιδράσει είναι η διευθύντρια του σχολείου, η οποία συμμετείχε στο γεύμα μαζί με τους δυο υποδιευθυντές του σχολείου και όχι ο κατηγορούμενος και η σύζυγός του. Εκτός κι αν αποτελεί θέση του κατηγορούμενου, ότι ο ίδιος και η σύζυγός του αποτελούσαν και τη διεύθυνση του σχολείου, στην οποία δε συμμετείχαν η διευθύντρια καθώς και οι δυο άλλοι υποδιευθυντές του σχολείου που συμμετείχαν στο γεύμα. Και κάτι ακόμη. Ούτε και θεωρώ τυχαίο γεγονός, ότι, ουδέποτε υποβλήθηκε στον παραπονούμενο πως γνώριζε τι είχε συμφωνηθεί συναφώς με το επίδικο γεύμα, το οποίο υποτίθεται πως είχε παραβιάσει. Όταν ο κατηγορούμενος ρωτήθηκε από το δικηγόρο του, ποια σχέση είχε με τον παραπονούμενο, απαντώντας ισχυρίστηκε και τα εξής: για τον ίδιο, προείχε πάντα το συμφέρον του σχολείου. Σε κάποια φάση, ο παραπονούμενος εκμεταλλευόταν την ξενοδοχειακή σχολή για να δημιουργεί σχέσεις με εξωσχολικούς παράγοντες της περιοχής, με καθηγητές συγκεκριμένους. Είχε μια ομάδα που έγιναν τελικά θαμώνες της σχολής, δηλαδή, τους έβλεπε καθημερινά να τρώνε στη σχολή και μάλιστα, σε μια περίοδο πολύ δύσκολη, που έψαχναν να βρουν ένα σάντουιτς να δώσουν στους άπορους μαθητές, οπότε είχε ενημερώσει τον παραπονούμενο και ανάφερε το πρόβλημα στη διευθύντρια, υποσχέθηκαν ότι θα αλλάξουν, αλλά το πρόβλημα εξακολουθούσε να υπάρχει. Είναι επόμενο να διαφωνήσει με την όλη κατάσταση και άρα, οι σχέσεις τους είχαν επηρεαστεί από τη συμπεριφορά του παραπονούμενου. Ότι για όσα καταλογίζει στον παραπονούμενο, στην προσπάθειά του να πλήξει τον χαρακτήρα του, θα έφθανε στο σημείο να ψέγει ακόμη και τη διευθύντρια του σχολείου ομολογώ πως δεν το περίμενα. Φυσικά, με μόνο λόγο ότι τίποτε από τα παραπάνω υποβλήθηκε στον παραπονούμενο, για να του δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο, να σχολιάσει, το μόνο που πέτυχε ο κατηγορούμενος, δεν είναι να με πείσει για οτιδήποτε από αυτά, αλλά, να πλήξει το δικό του χαρακτήρα και την αξιοπιστία του ως μάρτυρα. Για τον ίδιο λόγο δεν αποδίδω καθόλου σημασία σε όσα ανάφερε στη συνέχεια, απαντώντας την επόμενη ερώτηση που του υποβλήθηκε, τα οποία καταλαμβάνουν μια και πλέον σελίδα πρακτικών. Ερωτηθείς εάν του ανάφερε κάποιος συνάδελφός του ή οποιοδήποτε πρόσωπο εκεί στο σχολείο, κατά πόσο είδε τον παραπονούμενο χτυπημένο απάντησε αρνητικά. Φυσικά παραβλέπει ότι, όπως ο ίδιος αναφέρει στην ανακριτική του κατάθεση, όταν την επομένη ζήτησε από τη διευθύντρια να δει την ιατρική βεβαίωση και της είπε ότι πουθενά σ' αυτή αναφέρεται ότι υπάρχουν σημάδια ξυλοδαρμού, αυτή, του είπε ότι υπάρχει και δεύτερο χαρτί και ότι κάποιοι συνάδελφοι είδαν μώλωπες στο χέρι και κοκκινίλες στον ώμο, γεγονός το οποίο, εν πάση περιπτώσει επιβεβαιώνεται και από την αξιόπιστη μαρτυρία του γιατρού Θεοδώρου. Στο στάδιο της κυρίως εξέτασης ισχυρίστηκε και τα εξής: Οι σχέσεις του παραπονούμενου με το γιατρό Θεοδώρου ήταν πολύ καλές και φιλικές, πολύ πιο μπροστά από το επίδικο περιστατικό. Ο γιατρός Θεοδώρου επισκεπτόταν συχνά το σχολείο και συχνά οριζόταν και από τον ίδιο, όταν είχαν αθλητικές δραστηριότητες, του άρεσε και μετά τις εκδηλώσεις ήταν πάντα στην ξενοδοχειακή, κάτι να κεραστεί, να το φιλοξενήσει ο υπεύθυνος που ήταν ο παραπονούμενος, άρα είχαν καλές φιλικές σχέσεις. Κατ' ακρίβεια ούτε και αυτά υποβλήθηκαν στους δυο μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής και εν πάση περιπτώσει, ούτε και αντιλαμβάνομαι και τη λογική με την οποία ο γιατρός Θεοδώρου, ενώ είχε πολύ καλές σχέσεις με τον παραπονούμενο, για το λόγο που ανάφερε ο κατηγορούμενος δεν είχε και με τον ίδιο, από τον οποίο οριζόταν συχνά, όταν είχαν αθλητικές δραστηριότητες στο σχολείο. Τα παραπάνω, δεν είναι και τα μόνα που είπε ο κατηγορούμενος, στην προσπάθειά του να εξουδετερώσει τη σε βάρος του ιατρική μαρτυρία. Στο στάδιο της κυρίως εξέτασης είπε και τ' ακόλουθα: Ερωτηθείς εάν έχει οποιαδήποτε σχέση με το γιατρό Θεοδώρου ή τον πατέρα του καθώς και τι σχέση έχει μαζί τους ισχυρίστηκε και τα εξής: είναι συγχωριανοί του μα δεν έχει συγγενική σχέση μαζί τους. Ο πατέρας του γιατρού Θεοδώρου, ίσως είναι και ο μοναδικός που τον επισκεπτόταν στο σπίτι, συνήθως, επειδή ήθελε να του κάνει ασφάλεια για κάτι. Όμως, από κάποιο σημείο και μετά κατάλαβε ότι ο άνθρωπος αυτός δεν του κάνει και αποστασιοποιήθηκε πλήρως από αυτό. Άκουσε κάποια πράγματα, που δεν του άρεσαν. Αυτές ήταν οι σχέσεις τους για πολλά χρόνια, πριν το περιστατικό, δεν μιλούσε ο ένας στον άλλο. Μάλιστα, όταν ο ίδιος υποστήριξε σαν κοινοτάρχη τον νυν κοινοτάρχη, η οικογένεια, όλοι, του έδειχναν εχθρικές στάσεις, δεν του μιλούσαν, τον κοίταζαν κάπως με ύφος παράξενο κ.λ.π. Εκτός του ότι και πάλι, τίποτε από αυτά υποβλήθηκε στο γιατρό Θεοδώρου, ας δούμε και τι ανάφερε στη συνέχεια ο κατηγορούμενος και συγκεκριμένα, όταν ρωτήθηκε από το δικηγόρο του, εάν συνέβηκε οτιδήποτε μεταξύ του και του πατέρα του γιατρού Θεοδώρου σχετικά με το επίδικο περιστατικό. Όπως είπε όταν πήρε τη δικογραφία το Νοέμβρη και είδε ότι πράγματι ο γιατρός είχε δώσει και δεύτερο χαρτί, το δεύτερο πιστοποιητικό ασθενείας, σε διαφορετική ημερομηνία, που έγγραφε «σημάδια ξυλοδαρμού» από αγανάκτηση και έκπληξη, παρόλο που δεν είχε καμιά σχέση με το χωριανό του, αναγκάστηκε να του τηλεφωνήσει για να δει γιατί ο μάρτυρας έδωσε αυτό το χαρτί, αφού ο ίδιος δε χτύπησε τον παραπονούμενο και του είπε: «Είμαι εδώ στις Α' Βοήθειες, έλα να τα πούμε». Πήγε στις Α' Βοήθειες και ο πατέρας του γιατρού Θεοδώρου, τον πήρε τηλέφωνο και του είπε: «.Εδώ είναι μαζί μου ο κ. Τάκης, ο χωριανός μας και ρωτά "γιατί έδωσες δεύτερο χαρτί στον καθηγητή εκείνον που τη στιγμή που όπως λέει δεν το χτύπησε" και άκουσα εγώ καταρχάς να λέει "Δεν ήξερα ότι είναι ο Τάκης" και του λέω "Περικλή, μπορώ να του μιλήσω εγώ;" και μου έδωσε το τηλέφωνο και του λέω "Μάριε, γιατί αφού εγώ δεν το χτύπησα, όταν ήρθε ήταν χτυπημένος;" και μου λέει "δε θυμάμαι τώρα, απ' ό,τι θυμάμαι ένα μικρό γδάρσιμο στο λαιμό" και έφυγα. Απ' εκεί και πέρα είπα "Θεέ μου, μην αφήσεις ποτέ ούτε ένα καλημέρα να έχω με αυτούς τους ανθρώπους", αγανάκτησα.» Ακολουθούν τα σχόλια μου: Καταρχήν, δεδομένης και τη σοβαρότητας όλων όσων καταλογίζει στο γιατρό Θεοδώρου θεωρώ πως, το ελάχιστο που όφειλε να κάνει ήταν να του τα υποβάλει καθ' ον χρόνο έδινε μαρτυρία, για να του δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθεί. Ακολούθως, τίθεται και το ερώτημα, αφού όπως είπε, τον ήξερε τόσο καλά από το σχολείο, όταν οριζόταν συχνά από τον ίδιο όταν είχαν τις αθλητικές δραστηριότητες, γιατί να μην τηλεφωνήσει απευθείας στον ίδιο και επέλεξε να τηλεφωνήσει στον πατέρα του, με τον είχε αποστασιοποιηθεί, αφήνοντας μάλιστα και σκιές για την εντιμότητά του; Έπειτα, η ικανότητά του να ακούει τι ανάφερε ο γιατρός Θεοδώρου στον πατέρα του από το τηλέφωνο, μου προκαλεί εντύπωση και ομολογώ, κατάπληξη, ο ισχυρισμός του ότι, κατά τη συνομιλία που είχε τότε με το γιατρό, μολονότι, όπως είπε ήταν Νοέμβρης, όταν πήρε τη δικογραφία και είδε το δεύτερο πιστοποιητικό ασθενείας που είχε εκδώσει ο μάρτυρας για τον παραπονούμενο το Μάρτη, δηλαδή, 8 μήνες προηγουμένως, εντούτοις, ο μάρτυρας θυμόταν πως όταν εξέτασε το παραπονούμενο είχε απλώς ένα μικρό γδάρσιμο στο λαιμό. Το πόσο παράλογοι - συν τοις άλλοις - είναι όλοι οι παραπάνω ισχυρισμοί του κατηγορούμενου είναι ολοφάνερο. Και όλα αυτά - για να επαναλάβω -, στην προσπάθειά του να εξουδετερώσει τη σε βάρος του ιατρική μαρτυρία καθώς και τα εξής, τα οποία ανάφερε ο γιατρός Θεοδώρου αντεξεταζόμενος και συγκεκριμένα, όταν του υποβλήθηκε ότι γνώριζε τον παραπονούμενο, πολύ πριν από το επίδικο περιστατικό και είχαν φιλικές σχέσεις, τα οποία, δεδομένης της κρίσης μου για την ποιότητα της δικής του μαρτυρίας και την αξιοπιστία του ως μάρτυρα δέχομαι ότι αποτελούν γεγονός: Δε γνώριζε τον παραπονούμενο πριν από το επίδικο περιστατικό και βρίσκεται στη δύσκολη θέση να αναφέρει κάτι που δεν ήθελε. Έδωσε ένα όρκο όταν τέλειωσε την ιατρική. Ο κατηγορούμενος είναι ξάδελφος του πατέρα του και μεταξύ τους πολύ καλοί φίλοι. Την ημέρα που έγινε το συμβάν, ο κατηγορούμενος πήγε στον πατέρα του και του ζήτησε να τον πάρει τηλέφωνο και να του πει να αναθεωρήσει αυτά που έγραψε. Δεν ήθελε να το αναφέρει αυτό, επειδή, πριν 6 χρόνια έχασαν την αδελφή του και οι γονείς του είναι σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, αλλά, αφού αναγκάζεται, ας έρθει ο πατέρας του ως μάρτυρας. Ο κατηγορούμενος πήγε και βρήκε τον πατέρα του και τον πήρε τηλέφωνο για να αναθεωρήσει αυτά που είπε, αλλά ο πατέρας του, του είπε: «Εγώ σε ανάθρεψα και να πάρεις τη σωστή απόφαση.» Προστίθενται και τα εξής: Θεωρώ πως, εάν ο γιατρός Θεοδώρου ήθελε να ευνοήσει τον παραπονούμενο, για όλους τους λόγους που του καταμαρτυρούνται από τον κατηγορούμενο, θα μπορούσε να ισχυριστεί αλλά και να καταγράψει τόσο στο πιστοποιητικό ασθενείας όσο και στην ιατρική έκθεση που ετοίμασε για τον παραπονούμενο, όχι απλώς «αναφερόμενος ξυλοδαρμός», αλλά και ότι ο παραπονούμενος δέχθηκε το ξυλοδαρμό από τον κατηγορούμενο. Ούτε και στο Δικαστήριο ισχυρίστηκε οποτεδήποτε ο μάρτυρας, ότι ο παραπονούμενος, του ανάφερε ότι πρόκειται για τον κατηγορούμενο αυτός που του είχε χτυπήσει. Και, με δεδομένο ότι, όπως είναι η θέση του κατηγορούμενου, ο μάρτυρας ήταν τακτικός επισκέπτης στο σχολείο και γνώριζε τόσο τον παραπονούμενο όσο και τον ίδιο και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής θεωρώ πως, ο παραπονούμενος δε θα του ανάφερε απλώς ότι τα τραύματά του προέρχονται από ξυλοδαρμό, αλλά και ότι του τα προκάλεσε ο υποδιευθυντής του σχολείου κ. Αγγελή. Δηλαδή, ο κατηγορούμενος. Υπεισέρχομαι τώρα και σε μέρος όσων ανάφερε αντεξεταζόμενος: Εφόσον θεωρούσατε ότι ο παραπονούμενος έπραττε διαφορετικά από αυτά που αποφασίσατε δε θα μπορούσατε να τον καταγγείλετε στη διευθύντρια και στο Υπουργείο Παιδείας; Και γιατί η σύζυγός σας να του φωνάζει, ήταν μια από τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από την κυρία Περγαντή. Θεωρώ ότι η απάντησή του περικλείει και τον πραγματικό λόγο για τον οποίο ενήργησε όπως ενήργησε σε βάρος του παραπονούμενου στον ουσιώδη χρόνο. Η απάντησή του ακολουθεί αυτούσια: «Η σύζυγός μου είναι βοηθός διευθύντρια, ήταν χρόνια βοηθός διευθύντρια, ήξερε το πρόγραμμα, είδε ότι παραβιάστηκε, είδε τη διευθύντρια μαζί με μια βοηθό και ένα βοηθό διευθυντή Α' να κάθονται μαζί στο ίδιο τραπέζι και γι αυτό διαμαρτύρεται για κάτι που όλοι οι άλλοι βοηθοί δε γνωρίζαμε.» Με αυτή του την απάντηση, ουσιαστικά εκείνο που είπε και υπό μορφή παραπόνου είναι ότι, βασικά, ο λόγος που ενοχλήθηκε και ενήργησε όπως ενήργησε εναντίον του παραπονούμενου, σύμφωνα με την εκδοχή του τελευταίου είναι γιατί θεώρησε ότι συνιστούσε παραβίαση του προγράμματος, το γεγονός ότι, ενώ η διευθύντρια και δυο από τους υποδιευθυντές του σχολείου κάθονταν και έτρωγαν στο ίδιο τραπέζι μαζί με τον παραπονούμενο, ο ίδιος και η σύζυγός του, όντας και αυτοί υποδιευθυντές του σχολείου, δεν προσκλήθηκαν για να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι. Φυσικά, παραβλέποντας ή για να είμαι επιεικής μαζί του, ενδεχομένως, μη γνωρίζοντας, πως όσοι παρακάθονταν στο τραπέζι, δεν είναι από τον παραπονούμενο που είχαν προσκληθεί, αλλά από τους μαθητές. Ότι πιθανότατα ισχύει το δεύτερο καταφαίνεται και από το γεγονός πως, όταν του υποβλήθηκε σχετική ερώτηση ισχυρίστηκε πως ήταν έκπληξη για τον ίδιο, δεν ήξερε, ούτε ποιος οργάνωσε το τραπέζι, ούτε ποιοι θα προσκληθούν εκεί, ούτε ποιοι θα κάτσουν και ότι όλοι το είδαν αυτό την τελευταία στιγμή και ήταν έκπληξη. Και βέβαια, το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: Εν τοιαύτη περιπτώσει, γιατί θεωρεί τον παραπονούμενο υπεύθυνο για όλα αυτά και του καταλογίζει ότι παραβίασε όσα είχαν συμφωνηθεί από τη διεύθυνση του σχολείου αναφορικά με το γεύμα; Ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι - για να επαναλάβω - στο ίδιο τραπέζι μαζί με τον παραπονούμενο παρακάθονταν τόσο η διευθύντρια του σχολείου όσο και δυο από τους υποδιευθυντές του. Η νέα αντίφαση στην οποία υπέπεσε είναι ολοφάνερη. Για το κίνητρό του να ενεργήσει όπως ενήργησε σε βάρος του παραπονούμενου στον ουσιώδη χρόνο παραπέμπω και στην απάντησή του, όταν του υποβλήθηκε ότι ο παραπονούμενος δεν παραβίασε καθόλου το πρόγραμμα και τα συμφωνηθέντα, ως επίσης και ότι, όσοι παρευρέθηκαν στο τραπέζι κλήθηκαν από τα παιδιά και κάποιοι από το σύνδεσμο γονέων ήρθαν και έφεραν γλυκά, αλλά δε φάγανε. Ακολουθεί αυτούσια: «Κλήθηκε η διευθύντρια, ο βοηθός Α', η βοηθός διευθύντρια από τα παιδιά, αλλά τον κ. Αγγελή, το βοηθό Α' τον άλλο ή τον οποιοδήποτε άλλο βοηθό, τα παιδιά δεν μπορούσαν να τους καλέσουν; Υπήρχε πρόβλημα εάν έλεγαν και του κ. Αγγελή τα παιδιά; Είμαι πολύ αγαπητός στα παιδιά και είμαι περήφανος πολύ για ό,τι πρόσφερα στο σχολείο, είμαι πολύ περήφανος να βλέπω παιδιά που έγιναν δικηγόροι και ο Ανδρέας (δηλαδή ο δικηγόρος του) ήταν μαθητής μου.» Όταν του υποβλήθηκε ότι σύμφωνα με το Μ.Υ.2, στον ουσιώδη χρόνο, του φώναξε και πήγε στο γραφείο του για να φάει κι αυτός λίγο κρέας και ότι τη στιγμή αυτή περνούσε ο παραπονούμενος και ο ίδιος με τους Μ.Υ.1 και 2 έτρωγαν και έπιναν ξεχωριστά, απαντώντας ισχυρίστηκε ότι ο Μ.Υ.2, κατά διαστήματα μπαινόβγαινε στο γραφείο του και νομίζει ότι ένας μαθητής έφερε ένα πιατάκι στο γραφείο του με 2 - 3 κομματάκια σούβλα για τον ίδιο και του είπε να δοκιμάσει και αυτός από αυτά που έφτιαξαν και δεν είναι ο ίδιος που φώναξε του Μ.Υ.2 να πάει να φάει και ο ίδιος δεν έτρωγε. Φυσικά, ο Μ.Υ.2, στη γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία (τεκμήριο 9), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, αναφέρει αυτό ακριβώς που του υποβλήθηκε. Συγκεκριμένα, ότι ήταν τσικνοπέμπτη και του φώναξε ο κατηγορούμενος και πήγε στο γραφείο του για να φάει και αυτός λίγο κρέας από αυτό που είχαν στο γραφείο. Όταν ρωτήθηκε γιατί πήγε στο γραφείο της διευθύντριας και έψαχνε να βρει το ιατρικό πιστοποιητικό για να πληροφορηθεί τι συνέβηκε αφού η θέση του είναι ότι δεν είχε χτυπήσει τον παραπονούμενο, απαντώντας ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν γιατί ένοιωθε πως έκανε κάτι και πήγε, αλλά, επειδή ήταν βοηθός Α', υπεύθυνος για τις απουσίες καθηγητών και έπρεπε να παίρνει τα χαρτιά ασθενείας να τα βλέπει και να τα δίνει στη γραμματεία και να αποστέλλονται στο Υπουργείο. Γι αυτό πήγε και όχι γιατί ανησυχούσε. Το ακόλουθο απόσπασμα από την ανακριτική του κατάθεση αναδεικνύει το μέγεθος και της νέας αντίφασης στην οποία υπέπεσε: «Ο ίδιος μετά ζήτησε επίσκεψη στο νοσοκομείο της Πόλης Χρυσοχούς, επικαλούμενος ξυλοδαρμό, η ιατρική βεβαίωση που είδα αναφέρει ότι ο συνάδελφος ανάφερε ξυλοδαρμό και ως διάγνωση αναφερόταν η ταχυπαλμία. Την επομένη, όταν ζήτησα από τη διευθύντρια κυρία Δήμητρα Χριστοφή να δω την ιατρική βεβαίωση και της είπα ότι δεν αναφέρεται πουθενά ότι υπάρχουν σημάδια ξυλοδαρμού, η ίδια μου είπε ότι υπάρχει και δεύτερο χαρτί και ότι κάποιοι συνάδελφοι είδαν μώλωπες στο χέρι και κοκκινίλες στον ώμο.» Κατά τ' άλλα δεν ανησυχούσε και ο λόγος που πήγε στο γραφείο της διευθύντριας και έψαξε να βρει το ιατρικό πιστοποιητικό ήταν αυτός που ισχυρίστηκε απαντώντας την παραπάνω ερώτηση της κυρίας Περγαντή. Ερωτηθείς εάν κατά το επίδικο περιστατικό, ο Μ.Υ.1 προσέτρεξε με οποιοδήποτε τρόπο και τούτο, αφού προηγουμένως απέρριψε την υποβολή, πως, όταν είχε χτυπήσει στο κεφάλι τον παραπονούμενο και προσπάθησε να το σφίξει με τα χέρια του στο λαιμό έτρεξε ο μάρτυρας και προσπάθησε να τον ελευθερώσει από τα χέρια του, απάντησε αρνητικά. Και αυτό, επειδή, όπως είπε, δεν έγινε τίποτε. Όσα ακολουθούν είναι από τη γραπτή κατάθεση του Μ.Υ.1 στην Αστυνομία (τεκμήριο 8) και είναι φανερό ότι το διαψεύδουν: «Στη συνέχεια είδα τον Μινικκίδη να αποχωρεί από το γραφείο και τον Τάκη να τον ακολουθεί και να του μιλά μεγαλοφώνως και σε έντονο ύφος και να κουνά το δάκτυλο του, χωρίς να θυμάμαι τι ακριβώς έλεγε. Τότε παρενέβηκα και τους είπα να σταματήσουν πράγμα το οποίο έκαναν.» Χωρίς βέβαια να σημαίνει πως δέχομαι ότι τα γεγονότα εκτυλίχθησαν όπως τα περιγράφει ο μάρτυρας στην κατάθεσή του, η ουσία είναι διαψεύδει τον κατηγορούμενο, στην έκταση που έχει αναφερθεί καθώς και επί των ακόλουθων ισχυρισμών του από την ανακριτική του κατάθεση: ως προϊστάμενος του παραπονούμενου, τον κάλεσε ευγενέστατα στο γραφείο του, επειδή την ημέρα εκείνη στην εκδήλωση του σχολείου, έπραττε άλλα από αυτά που είχαν συμφωνηθεί στη διευθυντική ομάδα. Ο παραπονούμενος, αντί να προσέλθει στο γραφείο του, του απάντησε προκλητικά «Άι παράτα με» κ.ο.κ. Ο ισχυρισμός του, ότι, παρότι και τα δυο πιστοποιητικά που εξέδωσε ο γιατρός Θεοδώρου για τον παραπονούμενο είναι ψεύτικα, εντούτοις δεν κατάγγειλε το μάρτυρα στο Υπουργείο Υγείας, επειδή του είπαν οι δικηγόροι του που είναι πολύ καλοί ότι θα τελειώσει η δίκη αυτή και μετά είναι δική τους δουλεία τι θα κάνουν και για το γιατρό και για τον παραπονούμενο που τον κατηγορεί, με όλο το σεβασμό στερείται σοβαρότητας. Θεωρώ πως, κανένας δικηγόρος και ιδιαίτερα, πολύ καλός δικηγόρος, θα του έδινε τέτοια συμβουλή, εάν ευσταθούσε ο ισχυρισμός του, ότι ο γιατρός Θεοδώρου, ο οποίος εργαζόταν τότε και εξακολουθεί να εργάζεται σε δημόσιο νοσοκομείο, εξέδωσε κατά παραγγελία ένα ανυπόστατο ιατρικό πιστοποιητικό, απλώς και μόνο για να βοηθήσει τον παραπονούμενο να πετύχει την καταδίκη ενός αθώου και ευυπόληπτου πολίτη όπως είναι ο κατηγορούμενος - το δεύτερο, δεδομένου ότι πρόκειται για εκπαιδευτικό και μάλιστα υποδιευθυντή σε σχολείο μέσης εκπαίδευσης - για κάτι που δεν έκανε. Όσα ακολουθούν, τα οποία ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε και πάλι αντεξεταζόμενος, εκτός του ότι, ούτε και αυτά υποβλήθηκαν στο γιατρό Θεοδώρου προκειμένου να του δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθεί, οπότε, ως είναι φυσικό δε λαμβάνονται υπόψη και γι αυτό το λόγο, αποκαλύπτουν και την ευκολία με την οποία ο κατηγορούμενος προέβαλλε ψευδείς ισχυρισμούς, στην απέλπιδα προσπάθειά του να εξουδετερώσει τη σε βάρος του ιατρική μαρτυρία, δεδομένης και της δραστικότητάς της, έχοντας υπόψη ότι αποτελεί και πραγματική μαρτυρία, με ό,τι το αυτό σημαίνει για την κρίση μου επί της αξιοπιστίας τόσο αυτού όσο και του παραπονούμενου ως μαρτύρων. Σ' αυτό το πλαίσιο λοιπόν, ο κατηγορούμενος δε δίστασε να προσάψει στο μάρτυρα τη βαριά κατηγορία, επικαλούμενος μάλιστα και τη διευθύντρια του σχολείου, ότι μαθήτρια από τη Βουλγαρία συνελήφθηκε από τον ίδιο να κρατά μπλοκ συνταγών, υπογραμμένων από το μάρτυρα, τις οποίες έδειχνε όταν απουσίαζε από το σχολείο. Φυσικά, γιατί όταν έδινε την ανακριτική του κατάθεση συναφώς με το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, ενώ είχε υπόψη του ένα τόσο καταλυτικής σημασίας στοιχείο μαρτυρίας σε βάρος του γιατρού που συνωμότησε με τον παραπονούμενο να του προσάψουν αυτή την, τόσο σοβαρή κατηγορία, δεν το έθεσε υπόψη της Αστυνομίας είναι κάτι που μόνο ο ίδιος γνωρίζει. Εν πάση περιπτώσει, ο ισχυρισμός του ότι δεν είπε όλα αυτά στην κατάθεσή του, επειδή στην Αστυνομία κατάθεσε για το επίδικο περιστατικό, είτε ακόμη, επειδή δεν αφορούσαν την υπόθεση, αν αποδεικνύει κάτι είναι την αμηχανία που τον είχε κυριεύσει όταν υπό το βάρος της αντεξέτασης στην οποία υποβαλλόταν, προφανώς αντιλήφθηκε και ο ίδιος πόσο στερούμενος λογικής και πειστικότητας είναι και αυτός ο ισχυρισμός του. Δυστυχώς όμως υπάρχει και συνέχεια, αφού, λίγο αργότερα, έστω έμμεσα επιχείρησε να καταστήσει μέρος της σε βάρος του συνωμοσίας, ακόμη και τη διευθύντρια του σχολείου, στην οποία αποδίδει ότι τη μια μέρα (στις 19 του μηνός), του είπε ότι υπάρχει και δεύτερο χαρτί το οποίο ο ίδιος είδε μετά από τόσους μήνες και συγκεκριμένα, όταν πήρε τη δικογραφία (υποθέτω, όταν του επιδόθηκε το κατηγορητήριο της υπόθεσης ήθελε να πει) και την άλλη (στις 20 του μηνός), ο φίλος του ο νοσοκόμος - που τώρα αφυπηρέτησε - του είπε ότι είδε τον παραπονούμενο και τη διευθύντρια μαζί και πήραν το δεύτερο χαρτί (προφανώς εννοεί το τεκμήριο 3). Ξεχνώντας βέβαια, ότι την ιατρική έκθεση (τεκμήριο 3), η Αστυνομία την πήρε στο γιατρό Θεοδώρου, ο οποίος τη συμπλήρωσε με βάση τα στοιχεία που υπήρχαν καταχωρημένα στο βιβλίο των Α' Βοηθειών και την επέστρεψε την ίδια μέρα στην Αστυνομία. Ότι ο γιατρός Θεοδώρου παρέδωσε την εν λόγω βεβαίωση στην Αστυνομία, το είπε τόσο ο ίδιος όσο και ο παραπονούμενος και μάλιστα, χωρίς να έχουν αμφισβητηθεί και εν πάση περιπτώσει, έμμεσα αποδεικνύεται και από το ίδιο το έγγραφο το οποίο αποτελεί παραπεμπτικό του Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου προς τον Ιατρικό Λειτουργό Πάφου, με αίτημα την εξέταση του παραπονούμενου, στο οποίο περικλείεται και η σχετική ιατρική έκθεση εξέτασης. Και, με δεδομένο ότι το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου αποτελεί και πραγματική μαρτυρία, ο κατηγορούμενος, ισχυριζόμενος ότι ο γιατρός Θεοδώρου, το έδωσε στον παραπονούμενο και στη διευθύντρια, για ακόμα μια φορά εκτίθεται από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας του κατηγορούμενου ως μάρτυρα, στην έκταση που έχει αναφερθεί. Κάθε άλλο παρά αξιόπιστους μάρτυρες θεωρώ τους Μ.Υ.1 και 2, οι οποίοι είμαι βέβαιος ότι επιστρατεύτηκαν από τον κατηγορούμενο ως μάρτυρές του, όχι για πουν την αλήθεια για το επίδικο περιστατικό - που αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών ότι έλαβε χώρα -, αλλά, με αποκλειστικό σκοπό να βοηθήσουν τον κατηγορούμενο στην προσπάθειά του να με πείσει να δεχθώ την εκδοχή του συναφώς με αυτό. Σ' αυτό το πλαίσιο, μεταξύ άλλων υπέπεσαν σε αντιφάσεις, τόσο μεταξύ τους όσο και αυτοτελώς και προέβαλαν ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας, ενώ, ειδικά για το Μ.Υ.1, κύριο χαρακτηριστικό της μαρτυρίας του στο στάδιο της αντεξέτασής του ήταν ότι είχε επιλεκτική μνήμη. Αρχίζοντας με το Μ.Υ.1, στη γραπτή του κατάθεση στην Αστυνομία (τεκμήριο 8), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της, η οποία του λήφθηκε στις 20/7/2013, δηλαδή, τέσσερις και πλέον μήνες μετά το επίδικο περιστατικό και «συμπτωματικά», δυο μόλις μέρες μετά που λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Την επίδικη μέρα καθόταν στο γραφείο του κατηγορούμενου. Κάποια στιγμή πέρασε έξω από αυτό ο παραπονούμενος και οι δυο τους άρχισαν να συζητούν για υπηρεσιακούς λόγους. Δηλαδή, για την οργάνωση της εκδήλωσης της τσικνοπέμπτης. Ο ίδιος αποχώρησε από το γραφείο του κατηγορούμενου και τους άφησε να συζητούν. Στη συνέχεια είδε τον παραπονούμενο να αποχωρεί από το γραφείο και τον κατηγορούμενο να τον ακολουθεί και να του μιλά μεγαλοφώνως και σε έντονο ύφος και να του κουνά το δάκτυλο, χωρίς να θυμάται τι ακριβώς του έλεγε. Τότε παρενέβηκε και τους είπε να σταματήσουν πράγμα που έκαναν. Σε καμιά περίπτωση είδε τον κατηγορούμενο να χτυπά τον παραπονούμενο. Ας δούμε τώρα και τι ανάφερε αντεξεταζόμενος. Ειδικότερα: Ερωτηθείς εάν στον ουσιώδη χρόνο ήταν στο γραφείο του κατηγορούμενου ή μπαινόβγαινε σ' αυτό, επικαλούμενος τα τέσσερα χρόνια που πέρασαν, από τότε που είχε δώσει την κατάθεσή του περιορίστηκε να δηλώσει ότι εμμένει σ' αυτή και ισχυρίστηκε ότι γι' αυτόν, η ουσία είναι ότι δεν είδε κανένα να χτυπά και ιδιαίτερα τον κατηγορούμενο να χτυπά κανένα και ιδιαίτερα τον παραπονούμενο. Όταν του επαναλήφθηκε η ερώτηση από την κυρία Περγαντή, απαντώντας επανέλαβε τη θέση ότι εμμένει στην αρχική του κατάθεση. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε ποιοι άρχισαν να συζητούν έδωσε την ίδια απάντηση. Το ίδιο έκανε και όταν ρωτήθηκε κατά πόσο θυμάται για ποιο λόγο συζητούσαν αυτοί που συζητούσαν. Όταν ρωτήθηκε πού πήγε όταν αποχώρησε από το γραφείο του κατηγορούμενου ισχυρίστηκε ότι βασικά ήταν στην είσοδο της πόρτας και βγήκε προς τα έξω. Ο παραπονούμενος νομίζει ήταν στην είσοδο της πόρτας, συζητούσαν εκεί, δεν ξέρει μέσα στο γραφείο, δεν πρόλαβε να μπει, δεν μπήκε μέσα, δεν ξέρει. Όταν άρχισαν να συζητούν βγήκε προς τα έξω από το γραφείο ναι. Το ερώτημα, κατά πόσο ο ίδιος καθώς και ο παραπονούμενος, στον ουσιώδη χρόνο ήταν μέσα στο γραφείο του κατηγορούμενου ή έξω από αυτό αιωρείται ακόμη. Το πόσο επαμφοτερίζουσα, συν τοις άλλοις είναι η μαρτυρία του είναι ολοφάνερο. Εν πάση περιπτώσει, στη γραπτή του κατάθεση αναφέρει ότι καθόταν στο γραφείο του κατηγορούμενου. Λίγο αργότερα ισχυρίστηκε ότι στην αρχή η συζήτηση γινόταν μέσα στο γραφείο. Όπως είπε κατά λέξη «Ήταν ο κατηγορούμενος, ο κ. Μινικκίδης ήταν έξω από το γραφείο, συζητούσαν, δεν μπήκε μέσα νομίζω ο κ. Μινικκίδης, συζητούσαν και βγήκα προς τα έξω..» Τώρα πως γίνεται η συζήτηση να γινόταν μέσα στο γραφείο και ο ένας που συζητούσε να ήταν μέσα στο γραφείο και ο άλλος έξω, μόνο ο μάρτυρας μπορεί να το εξηγήσει. Πάντως, με την κοινή λογική δεν εξηγείται. Η προσπάθειά του να βοηθήσει τον κατηγορούμενο, τον εξέθεσε αρκετές φορές να προβάλλει ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας. Ένα τέτοιο, χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το εξής: Όταν ρωτήθηκε από την κυρία Περγαντή, τι έλεγε ο κατηγορούμενος τού παραπονούμενου μεγαλοφώνως και σε έντονο ύφος, μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε και τα εξής: το μόνο που θυμάται χαρακτηριστικά και γι αυτό το λόγο βρίσκεται στο Δικαστήριο, βγήκε ο κατηγορούμενος πίσω από τον παραπονούμενο, τώρα ακριβώς δε θυμάται, θυμάται μεγαλοφώνως και έντονα και μάλιστα, του κουνούσε το χέρι και του μιλούσε έντονα. Τι έλεγαν ακριβώς δε θυμάται, θυμάται μόνο χαρακτηριστικά την κίνηση που του μιλούσε έντονα, του κουνούσε το χέρι και αυτός ήταν ο λόγος που ο ίδιος σαν γυμναστής του σχολείου παραινέβηκε και τους είπε: «Ρε παιδιά, σταματάτε, είμαστε στο χώρο στου σχολείου». Ακολούθησε το εύλογο ερώτημα εάν έκανε κάτι ο παραπονούμενος και τους είπε να σταματήσουν καθώς και γιατί μιλά στον πληθυντικό, εφόσον, όπως λέει είναι ο κατηγορούμενος που μιλούσε μεγαλοφώνως και κουνούσε το δάκτυλο. Προφανώς, αντιλαμβανόμενος πόσο παράλογος ήταν ο επί του προκειμένου ισχυρισμός του και πόσο εκτίθεται με την προβολή του, απάντησε στερεότυπα ως εξής: «Επαναλαμβάνω, εμμένω στην αρχική μου κατάθεση και επαναλαμβάνω, ο κατηγορούμενος του κουνούσε το δάκτυλο, του έκαμνε παρατηρήσεις» Ατυχώς για τον ίδιο, το ερώτημα που του υποβλήθηκε, δεν απαντάται στην ανακριτική του κατάθεση στην οποία με παρέπεμψε ουκ ολίγες φορές και ειδικά, όταν ήθελε να προσπεράσει κάποια δύσκολη ερώτηση που του υποβαλλόταν. Το παράδοξο - ας μου επιτραπεί να πω - είναι πως, όταν του υπόδειξα την ουσία της ερώτησης και του έδωσα την ευκαιρία να απαντήσει σ' αυτή ξανά, ρωτώντας τον ειδικά για τον παραπονούμενο, εάν έκανε κάτι, απάντησε με ακόμη πιο παράλογο ισχυρισμό. Όπως είπε, ούτε ο ένας έκανε κάτι, ούτε ο άλλος. Εν τοιαύτη περιπτώσει, διερωτώμαι, προς τι τότε η παρέμβασή του; Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε εάν στο χώρο που διαδραματιζόταν το επίδικο επεισόδιο, εκτός από αυτούς που ανάφερε πως ήταν παρόντες είχε και άλλα παιδιά, καθηγητές και λοιπά, είτε εκεί είτε σε κάποια μικρή απόσταση, απαντώντας ισχυρίστηκε ότι στο χώρο που έγινε το περιστατικό δεν υπήρχαν άλλοι, αλλά πιο μακριά στην αυλή, διαδραματιζόταν η εκδήλωση που ήταν στεγασμένος χώρος και οι μαθητές έψηναν. Του υπενθυμίζω απλώς τους ακόλουθους ισχυρισμούς του παραπονούμενου από τη γραπτή του κατάθεση, οι οποίοι παρέμειναν αναντίλεκτοι: Γύρω στις 11:45 τέλειωσαν με το φαγητό και παρακάλεσε τα παιδιά να μεταφέρουν όλα τα σκεύη στο εργαστήριο των ξενοδοχειακών που βρίσκεται περίπου 400 μέτρα από το σημείο που είχαν οργανώσει το γεύμα. Οι μαθητές καθάρισαν το χώρο και ο ίδιος, αφού έλεγξε ότι όλα ήταν εντάξει ακολούθησε τους μαθητές στο εργαστήριο. Περνώντας έξω από το γραφείο της υποδιευθύντριας - συζύγου του κατηγορούμενου ακολούθησε το επίδικο περιστατικό. Με αυτά δεδομένα, προφανώς, ο ισχυρισμός του μάρτυρα, ότι, καθ' ον χρόνο διαδραματιζόταν το επίδικο επεισόδιο, οι μαθητές βρίσκονταν πιο μακριά στο στεγασμένο χώρο και έψηναν δεν ευσταθεί. Όταν ρωτήθηκε ποιος έφερε το κρέας εκεί στο γραφείο του κατηγορούμενου απάντησε ως εξής: «Μπορεί να είναι οι μαθητές, μπορεί και εγώ ο ίδιος που γυρνούσα, δε θυμάμαι ακριβώς. Πάντως εγώ θυμάμαι ότι υπήρχε ένα πιάτο στο τραπέζι, εν μαθητής που το έφερε, μπορεί και εγώ που γύριζα, γιατί όλοι οι άλλοι καθηγητές και οι συνάδελφοι ήταν με τους μαθητές, ο μόνος που δεν είχε πούποτε να κάτσει να φάει ήμουν εγώ μαζί με τον κατηγορούμενο και τον κ. Τζιάμαλη. Θυμάμαι χαρακτηριστικά, το πιάτο είχε κάτι πάνω στο τραπέζι, τώρα λεπτομέρειες ακριβώς δε θυμάμαι όμως.» Εκτός του ότι, ούτε ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι οι μόνοι που δε συμμετείχαν στο επίδικο γεύμα, που βασικά αποτέλεσε και την αιτία για το επίδικο περιστατικό που είχε ο ίδιος με τον παραπονούμενο, ήταν αυτός και οι δυο μάρτυρές του είναι και το γεγονός, ότι, όταν νωρίτερα ρωτήθηκε πώς βρέθηκε στο γραφείο του κατηγορούμενου, απαντώντας, μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε και τα εξής: «Ήμουν εκεί στο γραφείο του κατηγορούμενου, έτυχε να ήμουν εκεί, έφερε κάποιος ένα πιάτο, υπήρχε φαγητό, τσίμπημα. Κάποιος έφερε εκεί τσίμπημα και ενώ δεν υπήρχε φαΐ, δεν πλήρωσα, δεν υπήρχε κάτι να φάω, απλώς έτυχε να υπάρχει ένα πιάτο εκεί..» Η νέα αντίφαση στην οποία υπέπεσε είναι ολοφάνερη. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε εάν είχε και οτιδήποτε άλλο στο τραπέζι εκεί στο γραφείο του κατηγορούμενου, εκτός από το κρέας απάντησε ως εξής: «Είχε αναψυκτικά, είχε coca cola, sprite, δεν ξέρω.» Το εύλογο ερώτημα που και πάλι ανακύπτει είναι το εξής: τελικά τι από τα δυο που είπε ισχύει; Υπήρχαν στο τραπέζι τα δυο αναψυκτικά που ανάφερε ή δεν ξέρει; Ούτε και στην περίπτωσή του θεωρώ πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας και αυτού ως μάρτυρα. Υπεισέρχομαι τώρα και στη μαρτυρία του Μ.Υ.2, που επίσης θεωρώ αναξιόπιστο μάρτυρα, ο οποίος είμαι βέβαιος ότι και αυτός, όπως και ο προηγούμενος επιστρατεύτηκε από τον κατηγορούμενο ως μάρτυράς του στην υπόθεση, όχι για να πει την αλήθεια, αλλά, με μόνο λόγο να το βοηθήσει να αθωωθεί. Ότι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει είναι κάτι το οποίο αποκάλυψε από την πρώτη στιγμή. Συγκεκριμένα, όταν στο στάδιο της κυρίως εξέτασης ρωτήθηκε εάν υιοθετεί το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης στην Αστυνομία και απαντώντας, ενώ όπως είπε ήθελε να διευκρινίσει κάτι, στην ουσία αναίρεσε ένα από τους πλέον ουσιώδεις ισχυρισμούς του που περιέχονται στην εν λόγω κατάθεση. Όπως είπε: «Εδώ που λέει "τον πήρε με τα χέρια του και το γύρισε προς αυτόν και του είπε." δεν τον πήρε με τα χέρια του.» Για να διευκρινίσει - απαντώντας στην επόμενη ερώτηση - «Απλώς τον άγγιξε για να γυρίσει προς το μέρος του, τον άγγιξε. Δεν το διευκρίνισε καλά η Αστυνομία που ήρθε και μου πήρε την κατάθεση, δεν το έγραψε καλά.» Είναι τόσο ξεκάθαρο το σχετικό μέρος της κατάθεσής του, αλλά και τόσο μικρή η έκτασή της, οπότε, κάθε άλλο παρά πειστικός είναι ο μάρτυρας, αποδίδοντας τη σχετικά αναφορά στην Αστυνομία, η οποία δήθεν δεν το διευκρίνισε καλά. Αυτός έδινε κατάθεση και ο αστυνομικός που την έλαβε, ό,τι του έλεγε, απλώς το κατέγραφε. Επομένως αποτελεί και αντινομία ο ισχυρισμός του, ότι η Αστυνομία δε διευκρίνισε καλά, αυτά που έλεγε ή ήθελε να πει ή εννοούσε ο ίδιος. Εν πάση περιπτώσει, η ακόλουθη δήλωση του αστυνομικού που του πήρε την κατάθεση, στο τέλος της, στην οποία ο ίδιος έθεσε την υπογραφή του αναδεικνύει την ευκολία με την οποία προέβαλλε ψευδείς ισχυρισμούς προκειμένου να βοηθήσει τον κατηγορούμενο στην υπεράσπισή του: «Λήφθηκε από εμένα την 22/7/2013 και ώρα 09:20 στην Πόλη Χρ. Αφού την ανέγνωσε ως ορθή, την υπόγραψε στην παρουσία μου». Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Στην εν λόγω κατάθεση αναφέρει ότι στον ουσιώδη χρόνο, ο κατηγορούμενος τού φώναξε να πάει στο γραφείο του να φάει και αυτός λίγο κρέας από αυτό που είχαν στο γραφείο. Αντεξεταζόμενος, όταν ρωτήθηκε ποιος του φώναξε να πάει στο γραφείο του κατηγορούμενου απάντησε ως εξής: «Ο κατηγορούμενος, όπως περνούσαμε που τζειαμαί, φώναξε μας να πιούμε καφέ. Ήταν άτομο που μας εκέρναν, φώναξε μου να με βάλει καμιά δουλειά» Η ευκολία με την οποία, εντελώς αβίαστα υπέπεσε σε τόσες αντιφάσεις είναι εκπληκτική. Διερωτώμαι τι απ' όσα ανάφερε ισχύει. Του φώναξε ή τους φώναξε ο κατηγορούμενος και για ποιο λόγο; Για να φάει και αυτός λίγο κρέας, για να πιεί ή πιούν καφέ ή για να το βάλει καμιά δουλειά; Ή μήπως, για να τσιμπήσει και αυτός τίποτε, όπως είπε απαντώντας στην επόμενη ερώτηση; Ο ισχυρισμός του στη συνέχεια ότι εκεί δεν είχε αναψυκτικά έρχεται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του Μ.Υ.1, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι είχε αναψυκτικά και συγκεκριμένα, coca cola και sprite. Ερωτηθείς τι έγινε μετά που ο παραπονούμενος, απευθυνόμενος στον κατηγορούμενο τού είπε «Άι παράτα με» ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος βγήκε από το γραφείο του και πήγε κοντά του να τον προλάβει και τον έσπρωξε από τη δεξιά πλευρά να γυρίσει προς το μέρος του. Αργότερα ισχυρίστηκε πως, όταν ο κατηγορούμενος σηκώθηκε από το γραφείο του περπατούσε γρήγορα και προσπαθούσε να προλάβει τον παραπονούμενο για να του «τζιήσει» να γυρίσει πίσω. Όταν ευθύς αμέσως ρωτήθηκε από την κυρία Περγαντή «και πού τον άρπαξε;» «Στο χέρι.» απάντησε. Συγκεκριμένα, στη δεξιά πλευρά του χεριού, όπως είπε απαντώντας στην επόμενη ερώτηση. Στη διευκρινιστική ερώτηση που ακολούθησε («Ακούμπησε τον στην παλάμη λέτε εσείς;») απάντησε καταφατικά. Ένα μόνο θέλω να πω. Μετά απ' όλες αυτές τις διαφορετικές εκδοχές, για το ίδιο θέμα, ο μάρτυρας, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης επιχείρησε να με πείσει ότι ο ισχυρισμός του στη γραπτή του κατάθεσή στην Αστυνομία, πως, όταν ο κατηγορούμενος έφθασε τον παραπονούμενο, τον πήρε με τα χέρια του και το γύρισε προς το μέρος του, δεν ισχύει, αποδίδοντας τη σχετική φράση στην Αστυνομία, που όπως είπε: «δεν το διευκρίνισε καλά.. δεν το έγραψε καλά.» Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου βρίσκω ότι τα ουσιαστικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι σύμφωνα με την εκδοχή του παραπονούμενου και κατ' επέκταση της κατηγορούσας αρχής, όπως αυτή εκτίθεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω). Συνοψίζοντάς τα είναι τα ακόλουθα: Ο παραπονούμενος Γεώργιος Μινικκίδης, στον ουσιώδη χρόνο ήταν καθηγητής ξενοδοχειακών στο Λύκειο και Τεχνική Σχολή Πόλης Χρυσοχούς. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο κατηγορούμενος Τάκης Αγγελή ήταν βοηθός διευθυντής Α' στο ίδιο σχολείο. Το πρωί της 15ης Μαρτίου, 2013, ο παραπονούμενος, κατόπιν οδηγιών της διευθύντριας του σχολείου ανέλαβε να αναπληρώσει τον υπεύθυνο καθηγητή συγκεκριμένου τμήματος, ο οποίος απουσίαζε εκτάκτως την ημέρα αυτή, για λόγους υγείας, σε κάποιο γεύμα που είχε οργανωθεί από το σχολείο. Για την αγορά των υλικών, οι μαθητές κατέβαλαν το ποσό των €5,00 και ο παραπονούμενος καθώς και ο υπεύθυνος καθηγητής, το ποσό των €25,00. Αφού ετοιμάστηκε το φαγητό, τα παιδιά κάλεσαν στο τραπέζι που ήταν και ο παραπονούμενος, τη διευθύντρια καθώς και δυο από τους υποδιευθυντές του σχολείου. Στο ίδιο τραπέζι προστέθηκαν και κάποια μέλη του συνδέσμου γονέων. Όταν γύρω στις 11:45 τελείωσε το γεύμα, ο παραπονούμενος παρακάλεσε τα παιδιά να μεταφέρουν τα διάφορα αντικείμενα και σκεύη που χρησιμοποίησαν για την ετοιμασία και παράθεση του γεύματος, στο εργαστήριο των ξενοδοχειακών. Αφού οι μαθητές καθάρισαν το χώρο και ο ίδιος έλεγξε ότι όλα ήταν εντάξει ακολούθησε τους μαθητές στο εργαστήριο. Περνώντας έξω από το γραφείο της συζύγου του κατηγορούμενου - υποδιευθύντρια κι αυτή - κυρίας Αγγελή, την άκουσε να φωνάζει «ρε, ρε, ρε.» Τη ρώτησε εάν απευθυνόταν στον ίδιο και καθώς πλησίαζε, την είδε να κάθεται στο γραφείο του κατηγορούμενου, μαζί με τους Ανθούλη Κουντούρη (γυμναστή στο σχολείο) και Άριστο Τζιάμαλη (συντηρητή του σχολείου), έχοντας όλοι μπροστά τους πιάτα με φαγητό. Όταν πλησίασε τη σύζυγο του κατηγορούμενου, αυτή του έκανε φραστική επίθεση, φωνάζοντάς του ότι κρατούσαν κι αυτοί να του πληρώσουν για να τους ταΐσει, ότι δεν είναι άνθρωπος και διάφορα άλλα. Ο κατηγορούμενος δε, μεγαλοφώνως και αυτός, του φώναζε και ουσιαστικά διαμαρτυρόταν γιατί να καλέσει τη διευθύντρια και τους άλλους δυο υποδιευθυντές, κάτι που εν πάση περιπτώσει δεν ευσταθεί, αφού - για να επαναλάβω - οι υπό αναφορά προσκλήθηκαν από τα παιδιά και όχι από τον παραπονούμενο. Ο παραπονούμενος τούς απάντησε με τη φράση «Άστε με ήσυχο.» και γύρισε να πάει στα παιδιά. Τότε, ο κατηγορούμενος, αφού κλώτσησε το γραφείο του, του επιτέθηκε με τα χέρια σε διάφορα μέρη του σώματος, προκαλώντας του όλα όσα αναφέρονται από το γιατρό Θεοδώρου (Μ.Κ.2) - ο οποίος τον εξέτασε την ίδια μέρα στο νοσοκομείο Πόλης Χρυσοχούς - στη σχετική έκθεση που ετοίμασε και παρέδωσε στην Αστυνομία (τεκμήριο 3), στις 20/3/2013. Το επεισόδιο σταμάτησε με την παρέμβαση του Μ.Υ.2, ο οποίος έπιασε τον κατηγορούμενο από τα χέρια. Ακολούθως, ο παραπονούμενος πήγε στη διευθύντρια του σχολείου και την ενημέρωσε για το περιστατικό, ενώ της είχε δείξει και τα τραύματα που του είχε προκαλέσει ο κατηγορούμενος στην περιοχή του λαιμού και στα χέρια. Επειδή, δέκα περίπου λεπτά αργότερα ένιωσε έντονο πόνο στο κεφάλι και στο στήθος διακομίστηκε αμέσως από συνάδελφό του στο νοσοκομείο Πόλης Χρυσοχούς, όπου εξετάστηκε από το γιατρό Μάριο Θεοδώρου (Μ.Κ.2), ο οποίος, στη σχετική έκθεση που ετοίμασε (τεκμήριο 3) αναφέρει τα εξής - τα οποία επανέλαβε και ενόρκως - που δέχομαι ότι αποτελούν γεγονός: αναφερόμενος ξυλοδαρμός. Φέρει εκχυμώσεις στη δεξιά ωμοπλάτη, δεξί πήχη και τραχηλική χώρα άμφω. Ταχυκαρδικός, ψηλή αρτηριακή πίεση. Για να συνεχίσω με τα γεγονότα, κατά τον ίδιο χρόνο, ο κατηγορούμενος αποκάλεσε τον παραπονούμενο άχρηστο και τον απείλησε ότι αν ξαναπεράσει έξω από το γραφείο του, θα του σπάσει τα κόκκαλα του. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης: Ο κατηγορούμενος καθώς ήδη έχει αναφερθεί αντιμετωπίζει κατηγορία επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι στις 15 Μαρτίου, 2013, στην Τεχνική Σχολή στην Πόλη Χρυσοχούς, επιτέθηκε εναντίον του Γιώργου Μινικκίδη, καθηγητή στην εν λόγω σχολή και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα που δημιουργεί το αδίκημα προνοεί ότι: «Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι πρώτο, η επίθεση, κατά το άρθρο 242 του ποινικού κώδικα και δεύτερο, αποτέλεσμα της οποίας είναι η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Το αδίκημα της κοινής επίθεσης κατά το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα στοιχειοθετείται εφόσον αποδειχθεί ότι κάποιο πρόσωπο ασκεί βία εναντίον κάποιου άλλου, είτε με πρόθεση είτε απερίσκεπτα. Στην υπόθεση R. v. Vienna
(1975)3 All E.R. 788 τέθηκαν οι νομολογιακές αρχές και αποφασίστηκε ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της επίθεσης, δε χρειάζεται η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει πρόθεση. Ο όρος «επίθεση» χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο, χωρίς τη συγκατάθεσή του. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574, το άρθρο 242 του Νόμου δε συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης, με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος. Απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας, χωρίς νομικό έρεισμα. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί και χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το άλλο πρόσωπο [βλ. R. v. Rolphe
(1953)36 Cr. App. R. και Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1988)3 All E.R. 445]. Βλ. επίσης το σύγγραμμα Archbold Pleading and Practice, 40η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1280. Όταν, ως αποτέλεσμα της επίθεσης, υπό την έννοια όσων αναφέρονται πιο πάνω προκαλείται πραγματική σωματική βλάβη στοιχειοθετείται το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα. Στο σύγγραμμα Russel on Crime, σελ. 629 αναφέρεται ότι δεν υπάρχει ορισμός της πραγματικής σωματικής βλάβης, ενώ σημειώνεται ότι αυτή μπορεί να σημαίνει εσωτερικές ή εξωτερικές κακώσεις. Ωστόσο, στην υπόθεση Γεωργιάδης ν. Αστυνομίας
(1985)2 Α.Α.Δ. 56 αναφέρεται ότι μια επιπόλαια εκδορά στο πρόσωπο και κοκκίνισμα, ήταν αρκετά για στοιχειοθέτηση του αδικήματος της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Ούτε και είναι ανάγκη ο τραυματισμός να έχει μόνιμο χαρακτήρα ή να είναι τέτοιος που να τον κατατάσσει στη βαριά σωματική βλάβη, καθώς, πραγματική σωματική βλάβη θεωρείται και επίθεση που προκαλεί υστερική νευρική κατάσταση (βλ. την Αχτάρ κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 397). Παρατηρώ τα εξής: Η ενέργεια του κατηγορούμενου να κινηθεί προς τον παραπονούμενο, αφού προηγουμένως είχε κλωτσήσει το γραφείο του και ακολούθως, να του χτυπήσει με τα χέρια - σε κάθε περίπτωση - στα σημεία που διαγνώστηκε από το γιατρό Θεοδώρου - ο οποίος τον εξέτασε την ίδια μέρα - ότι έφερε τραύματα αποτελεί εκ προθέσεως άσκηση βίας εκ μέρους του εναντίον του παραπονούμενου, η οποία ασκήθηκε παράνομα και προφανώς, χωρίς τη συγκατάθεση του τελευταίου. Απ' εκεί και πέρα, οι εκχυμώσεις στη δεξιά ωμοπλάτη, στο δεξί πήχη και στην τραχηλική περιοχή που έφερε ο παραπονούμενος, κατά την εξέτασή του στη συνέχεια από το γιατρό Θεοδώρου αποτελούν ασφαλώς πραγματική σωματική βλάβη. Και, με δεδομένο ότι δεν έχει αποδειχθεί πως όλα αυτά, είτε προϋπήρχαν είτε προήλθαν οποτεδήποτε μετά το επίδικο περιστατικό είναι φανερό, ότι αποτελούν απότοκο της επίθεσης που είχε δεχθεί ο παραπονούμενος από τον κατηγορούμενο. Ακολουθεί ότι η ευθύνη του κατηγορούμενου για τη διάπραξη του αδικήματος στοιχειοθετείται πλήρως. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου θεωρώ ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την ενοχή του κατηγορούμενου στην κατηγορία που του προσάπτει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Criminal/Final (Αναφορά: επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα)

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.