← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χριστόδουλος Σταυρινού, Aρ. Υπόθεσης: 7638/16, 30/5/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χριστόδουλος Σταυρινού, Aρ. Υπόθεσης: 7638/16, 30/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 7638/16 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν - Χριστόδουλος Σταυρινού Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 30.5.17 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Συμεού Για τον Κατηγορούμενο: κα Ε. Μαλά Κατηγορούμενος: παρών Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στην πρώτη και μοναδική κατηγορία που αντιμετωπίζει, ήτοι αυτή της επίθεσης προκαλούσης πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι στις 11.6.16 στην εκκλησία του Σταυρού της Μίνθης στην Τσάδα της επαρχίας Πάφου επιτέθηκε εναντίον του Γιώργου Σοφοκλέους από την Πάφο και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Δεν προτίθεμαι να παραθέσω τα γεγονότα της υπόθεσης. Αυτά είναι καταγραμμένα στα πρακτικά, δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση και τα έχω κατά νου κατά την επιμέτρηση της ποινής. Αναφορά στα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης θα γίνει εκεί όπου κρίνεται σκόπιμο. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου

(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Υπό το φως των πιο πάνω το υπό τιμωρία αδίκημα κρίνεται σοβαρό αφού αυτό τιμωρείται με μέγιστη ποινή φυλάκισης 3 ετών ή πρόστιμο ή και τις δύο αυτές ποινές. Η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Αναμφίβολα, η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση. Αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Αναφορικά με την υπό της Υπεράσπισης ισχυριζόμενη πρόκληση σχετικά είναι τα όσα κατωτέρω υποδεικνύονται. Ο Κατηγορούμενος είναι ιερέας και κατόπιν παράκλησης των ιδίων των μελλονύμφων, οι οποίοι ήταν γνωστοί και φίλοι του, δέχθηκε να τελέσει το μυστήριο του γάμου τους το οποίο είχε προγραμματισθεί για τις 11.6.16 στην εκκλησία του Σταυρού της Μίνθης στην Τσάδα της επαρχίας Πάφου, αν και ιερέας στο χωριό Γεροσκήπου. Είχε, επίσης, βοηθήσει τους μελλόνυμφους στην έκδοση των σχετικών αδειών. Σε συνάντηση, όμως, που είχε μαζί τους πριν την ημερομηνία τέλεσης του μυστηρίου και σε ερώτηση της μέλλουσας νύμφης αν η ίδια δικαιούνταν κατά την τέλεση του μυστηρίου να πατήσει το πόδι του γαμπρού κατά το μυστήριο ο Κατηγορούμενος είχε προειδοποιήσει και τονίσει στους μελλόνυμφους ότι ούτε το πάτημα του ποδιού του γαμπρού από την νύμφη θα ανεχόταν κατά την διάρκεια του μυστηρίου, αλλά ούτε και χτυπήματα στην πλάτη του γαμπρού από τους παρευρισκόμενους κατά τον χορό του Ησαΐα. Υπέδειξε στους μελλόνυμφους ότι έθιμα όπως τα πιο πάνω, ιδιαίτερα, το δεύτερο, προσβάλλουν την ιερότητα του μυστηρίου υποδεικνύοντάς τους ταυτόχρονα (α) ότι η πραγματοποίησή τους τυχόν να απέληγε σε διακοπή του μυστηρίου και (β) ότι μπορούσαν, αν ήθελαν, να επιλέξουν άλλο ιερέα για την τέλεση του γάμου τους. Οι μελλόνυμφοι, όμως, επέμεναν να τους «παντρέψει» ο συγκεκριμένος Κατηγορούμενος διαβεβαιώνοντας τον ότι δεν θα προέβαιναν σε ασχημονίες ή ενέργειες που θα πρόσβαλλαν την ιερότητα του μυστηρίου. Κατά την ημέρα τέλεσης του μυστηρίου ο Κατηγορούμενος υπενθύμισε στους μελλόνυμφους για τα όσα σε προγενέστερο στάδιο τους είχε προειδοποιήσει και που πιο πάνω αναφέρθηκαν. Οι παρευρισκόμενοι δεν σεβάστηκαν, όμως, τις υποδείξεις του. Μιλούσαν δυνατά και προκαλούσαν έντονη φασαρία κατά την διάρκεια του μυστηρίου εντός του ναού, ενώ κατά τον πρώτο χορό του Ησαΐα κάποιοι εξ' αυτών χτυπούσαν τον γαμπρό στην πλάτη. Παρά το ότι ο Κατηγορούμενος έγνεψε στους «παρανομούντες» να σταματήσουν να κτυπούν τον γαμπρό στην πλάτη, αυτός δεν εισακούσθηκε αφού κατά τον δεύτερο χορό του Ησαΐα οι παρευρισκόμενοι όχι μόνο δεν συμμορφώθηκαν με την προηγηθείσα υπόδειξη του Κατηγορούμενου, αλλά κάποιοι εξ' αυτών συνέχισαν να κτυπούν τον γαμπρό στην πλάτη και, μάλιστα, πιο έντονα αυτή την φορά. Τότε ο Κατηγορούμενος διέκοψε το μυστήριο και προέβη σε παρατήρηση τόσο προς τους μελλόνυμφους όσο και προς τους παρευρισκόμενους ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο παραπονούμενος ο οποίος ήταν ο αδελφός του γαμπρού. Ακολούθως ο Κατηγορούμενος συνέχισε με τον τρίτο χορό του Ησαΐα. Οι παρευρισκόμενοι εξακολουθούσαν να κτυπούν τον γαμπρό στην πλάτη. Ανάμεσα σε αυτούς που χτύπησαν τον γαμπρό στην πλάτη κατά τον τρίτο χορό του Ησαΐα ήταν και ο παραπονούμενος ο οποίος έμελλε να είναι και ο τελευταίος αφού μη αντέχοντας άλλο την βεβήλωση του μυστηρίου ο Κατηγορούμενος χτύπησε τον παραπονούμενο με το χέρι του στο πρόσωπο. Ο Κατηγορούμενος συνέχισε με την ολοκλήρωση του μυστηρίου παρά το ότι κατά το υπόλοιπο του μυστηρίου οι καλεσμένοι φώναζαν αρκετά έντονα και κάποιοι εξ' αυτών απειλούσαν τον Κατηγορούμενο ότι θα τον χτυπούσαν. Η έννοια της πρόκλησης περιγράφεται στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αεροπόρου
(1997)2 ΑΑΔ 17 όπου γίνεται αναφορά και στην Αγγλική υπόθεση Duffy
(1949)1 All E R 932. Σύμφωνα με την αναφορά αυτή στην σελίδα 23: «Η έννοια της πρόκλησης, όπως είναι γνωστή, στο κοινό δίκαιο περιγράφεται στην κλασσική, καθώς χαρακτηρίσθηκε, καθοδήγηση του Devlin J. στην Duffy
(1949)1 All E R
  1. Έχει ως εξής: "Provocation is some act or series of acts done by (the victim) to the accused which would cause in any reasonable person and actually causes in the accused sudden and temporary loss of self-control rendering the accused so subject to passion as to make him or her for the moment not master of his mind".». Δηλαδή, η πρόκληση είναι κάποια πράξη ή σειρά πράξεων οι οποίες γίνονται από το θύμα και οι οποίες δυνατόν να προκαλέσουν και όντως προκαλούν στον κατηγορούμενο μια αιφνίδια και προσωρινή απώλεια του ελέγχου του καθιστώντας τον προς στιγμής μη κυρίαρχο του μυαλού του. Στην ίδια υπόθεση αναφέρεται ότι το Δικαστήριο κατά την διερεύνηση του κατά πόσο υπήρξε πρόκληση δεν εξετάζει ζητήματα υπαιτιότητας του θύματος. Οι πράξεις του θύματος θα κριθούν αποκλειστικά και μόνο από την σκοπιά του κατά πόσο δικαιολογούσαν την προσωρινή απώλεια αυτοελέγχου του δράστη, αφού δεν είναι το θύμα που δικάζεται, αλλά ο δράστης. Το ζητούμενο, λοιπόν, είναι αν από τις ενέργειες του θύματος δικαιολογείται αιφνίδια και προσωρινή απώλεια αυτοελέγχου του δράστη (sudden and temporary loss of self-control). Στο Αγγλικό σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003, σελίδα 137, παράγραφος Β.1.31 αναφέρεται ότι η πρέπουσα ποινή σε περιπτώσεις όπου εγείρεται η πρόκληση ως ελαφρυντικός παράγοντας σχετίζεται με:
  2. την έκταση της πρόκλησης
  3. την περίοδο ηρεμίας (cooling time)
  4. την τυχόν υπαιτιότητα του δράστη στην δημιουργία της πρόκλησης και
  5. τα μέσα που ο δράστης χρησιμοποίησε για να διαπράξει το αδίκημα. Στην υπό εξέταση περίπτωση η έκταση της πρόκλησης ήταν αναμφίβολα μεγάλη. Πολύ μεγάλη θα έλεγα. Ο παραπονούμενος παρευρίσκονταν στην τέλεση ενός ιερού μυστηρίου το οποίο, ως η συμπεριφορά του καταδεικνύει, διόλου δεν σεβάστηκε αφού συν τοις άλλοις με ρητή υπόδειξη του Κατηγορούμενου προς τους παρευρισκόμενους είχε περιέλθει εις γνώση του ότι συμπεριφορές του τύπου που επέδειξε ο παραπονούμενος συνιστούν ασέβεια προς τα θεία. Ο Κατηγορούμενος είχε, μάλιστα, διακόψει το μυστήριο για να υποδείξει ρητά τα πιο πάνω στους παρευρισκόμενους. Ο παραπονούμενος δεν σεβάστηκε ούτε τον ιερό χώρο στον οποίο βρισκόταν εντός του οποίου ετελείτο ένα ιερό μυστήριο. Δεν σεβάστηκε, επίσης, τον Κατηγορούμενο ο οποίος ως ιερέας που τελούσε το μυστήριο ήταν πρόσωπο στο οποίο ο παραπονούμενος όφειλε να δείξει σεβασμό αλλά και υπακοή. Ο παραπονούμενος αγνόησε όλα τα πιο πάνω. Συμπεριφέρθηκε με ασέβεια εντός του ναού τόσο προς το ιερό μυστήριο που ετελείτο όσο και προς τον ίδιο τον Κατηγορούμενο, αλλά και γενικότερα προς τα θεία. Συμπεριφέρθηκε με αναίδεια και θράσος και ως εάν το ιερό μυστήριο του γάμου που ετελείτο ήταν μια λαϊκή πανήγυρις ή μια λαϊκή εκδήλωση και, επομένως, ανίερα. Η συμπεριφορά του ήταν αποκαρδιωτική και κατακριτέα και δικαιολογεί κατά την κρίση μου αιφνίδια και προσωρινή απώλεια του ελέγχου του Κατηγορούμενου. Έτσι εξηγείται το ότι ως η Υπεράσπιση υπέδειξε ο Κατηγορούμενος δεν είχε στην ουσία συνειδητοποιήσει ότι είχε προβεί στην διάπραξη του υπό τιμωρία αδικήματος. Η πρόκληση ήταν τόσο μεγάλη που είχε ως αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος όντας βαθιά προσηλωμένος στις αρχές της θρησκείας μας να «θολώσει» το μυαλό του με αποτέλεσμα να μην έχει κυριαρχία στην διάνοιά του. Το ότι ο Κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε όπως συμπεριφέρθηκε εντός ιερού ναού, τούτο, δεν κρίνω ότι μεταβάλλει τα όσα πιο πάνω υποδείχθηκαν λαμβανομένου υπόψη του μεγέθους της πρόκλησης. Αρκεί, επίσης, να υπομνησθεί το παράδειγμα του ίδιου του Κυρίου μας ο οποίος μη ανεχόμενος εντός του Ναού του Σολομώντα την πρόκληση που επεδείκνυαν οι παρευρισκόμενοι οι οποίοι είχαν μετατρέψει τον οίκο του Θεού σε οίκο εμπορίου αντέδρασε με τον τρόπο που είναι γνωστός στους Χριστιανούς. Επίσης, η πράξη του Κατηγορούμενου ήταν τόσο άμεσα συνυφασμένη από άποψης χρόνου με τα γεγονότα που συνιστούσαν την πρόκληση που δικαίως μπορεί να λεχθεί ότι δεν υπήρξε περίοδος ηρεμίας. Σημειώνεται ότι στις περιπτώσεις όπου υπάρχει περίοδος ηρεμίας ο δράστης έχει την δυνατότητα να αναλογισθεί τις πράξεις του οπότε και δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι κατά την τέλεση της ποινικά κολάσιμης πράξης υπάρχει αιφνίδια απώλεια του αυτοελέγχου του. Τέλος, ο Κατηγορούμενος δεν συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην δημιουργία της πρόκλησης. Υπό τις περιστάσεις ο τρόπος με τον οποίο αντέδρασε ο Κατηγορούμενος προέκυψε ως από τα γεγονότα που εκτέθηκαν ενώπιόν μου με ενάργεια συνάγεται εντελώς ενστικτωδώς και αυθόρμητα μπροστά στο μεγάλο μέγεθος της πρόκλησης ενώπιον της οποίας ο Κατηγορούμενος βρέθηκε αντιμέτωπος. Υπό το φως όλων των πιο πάνω η εισήγηση περί πρόκλησης κρίνεται βάσιμη. Ακολουθεί ότι δεν αναδεικνύεται ως κυρίαρχο στοιχείο της υπόθεσης η χρήση ωμής και σκέτης βίας από τον Κατηγορούμενο, στοιχείο το οποίο σύμφωνα με την Νομολογία επιτείνει την σοβαρότητα αδικημάτων όπως το υπό τιμωρία Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλου
(2001)2 ΑΑΔ 95). Δεν παραγνωρίζω την ένταση του χτυπήματος που ο Κατηγορούμενος κατέφερε στον παραπονούμενο. Επιβεβαιωτικό τούτου είναι ότι από το χτύπημα η μύτη του παραπονούμενου αιμορράγησε. Θεωρώ ότι η πρόκληση, όσο μεγάλη και να ήταν, δεν δικαιολογούσε την ένταση του χτυπήματος. Το σημείο, όμως, αυτό δεν είναι ικανό ως πιο κάτω θα διαφανεί να διαδραματίσει καθοριστική σημασία στην επιμέτρηση της ποινής. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα, επίσης, υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου καθώς και την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο. Προσέτι δε ότι οι συνέπειες από την διάπραξη του υπό τιμωρία αδικήματος δεν ήταν ιδιαίτερα σοβαρές στον παραπονούμενο. Αναλογίζομαι την ταλαιπωρία του παραπονούμενου από την διάπραξη του υπό τιμωρία αδικήματος. Η περίπτωση, όμως, διαφοροποιείται ουσιωδώς από τις σοβαρές του είδους. Έλαβα, επίσης, υπόψη μου ως ελαφρυντικό τον καλό χαρακτήρα του Κατηγορούμενου όπως αυτός σκιαγραφήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορό του κατά την ικανή της αγόρευση. Υποδείχθηκε ότι ο Κατηγορούμενος είναι πρόσωπο που χαίρει εκτίμησης τόσο από την Ιερά Εκκλησία της Πάφου όσο και από την Ιερά Αρχιεπισκοπή. Έχει σπουδάσει ηλεκτρονικούς υπολογιστές και εργάζεται με μερική απασχόληση ως τεχνικός ηλεκτρονικών υπολογιστών σε εργοστάσιο μαρμάρων. Είναι, επίσης, φοιτητής της Θεολογίας στην Θεολογική Σχολή της Εκκλησίας της Κύπρου. Είναι άριστος φοιτητής και για την απόδοση και το ήθος του λαμβάνει επαίνους. Είναι, τέλος, πατέρας δύο ανήλικων τέκνων ηλικίας 11 και 4½ ετών. Έλαβα, επίσης, υπόψη μου ως μετριαστικό παράγοντα την καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση της υπόθεσης. Ενώ το υπό τιμωρία αδίκημα διαπράχθηκε στις 11.6.17 η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 23.12.16, ήτοι 6½ σχεδόν μήνες αργότερα, χωρίς γι' αυτό να έχει δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία από την Κατηγορούσα Αρχή. Υπό το φως των πιο πάνω η καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση της υπόθεσης κρίνεται αδικαιολόγητη και βαρύνει αποκλειστικά τις διωκτικές Αρχές. Η Νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης - με την καταχώρηση της υπόθεσης - λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623). Έλαβα, επίσης, υπόψη μου ως ελαφρυντικό την περίοδο του ενός σχεδόν έτους που διέρρευσε μεταξύ της διάπραξης και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267 λέχθηκε ότι η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του. Τέλος, έλαβα υπόψη μου ως ισχυρό ελαφρυντικό την διαπόμπευση του Κατηγορούμενου μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Υποδείχθηκε από την Υπεράσπιση ότι μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ο Κατηγορούμενος δέχθηκε εξυβρίσεις από το κοινό από την πρώτη στιγμή αφού οι καλεσμένοι ευθύς αμέσως το επίδικο περιστατικό ανάρτησαν μηνύματα στο facebook αναφέροντας μόνο το αποτέλεσμα και παραλείποντας να αναφέρουν πώς ακριβώς είχαν διαδραματισθεί τα γεγονότα και, επομένως, ολόκληρη την αλήθεια. Ούτε λίγο ούτε πολύ μετέδιδαν στο κοινό την εικόνα ότι ο Κατηγορούμενος είναι ένας ιερέας βίαιος και το ακριβώς αντίθετο από αυτό που οι ίδιοι ήταν περιλαμβανομένου του παραπονούμενου. Ότι ο Κατηγορούμενος δεν σέβεται τα θεία. Ενώ αυτοί που δεν σέβονταν τα θεία ήταν οι ίδιοι. Αφού συν τοις άλλοις μετά την διάπραξη του αδικήματος φώναζαν εντός του ναού ειρωνευόμενοι τον Κατηγορούμενο και τον απειλούσαν ότι θα τον χτυπήσουν. Ανίερη χαρακτηρίζεται η συμπεριφορά των παρευρισκομένων οι οποίοι μετατράπηκαν σε όχλο. Μεταδόθηκε, λοιπόν, μια ψευδής εικόνα για τον Κατηγορούμενο αμαυρώνοντας το όνομα και την ιδιότητά του. Ο Κατηγορούμενος διασύρθηκε στην κοινωνία της Πάφου αλλά και της ευρύτερης Κύπρου. Το όλο πράγμα έλαβε μεγαλύτερες διαστάσεις όταν ο Κατηγορούμενος και η οικογένειά του έφθασαν να δέχονται μέχρι και απειλές. Ο απόηχος της παραπληροφόρησης έφθασε να πλήξει ακόμα και το μεγαλύτερο παιδί του Κατηγορούμενου αφού αυτό στο σχολείο δέχθηκε τον χλευασμό και την απαξίωση από τους συμμαθητές του. Ο διασυρμός του Κατηγορούμενου που μόνο άδικος μπορεί να χαρακτηρισθεί κρίνω πως θα πρέπει να αποβεί καταλυτικής σημασίας για το είδος της αντιμετώπισης που θα πρέπει να τύχει από το Δικαστήριο. Τα ελαφρυντικά του Κατηγορούμενου και οι μετριαστικοί παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν σε συνδυασμό με την ειλικρινή του απολογία μειώνουν την σοβαρότητα του υπό τιμωρία αδικήματος σε σημαντικό βαθμό. Ο Κατηγορούμενος μεταμελήθηκε, κάτι το οποίο καταμαρτυρείται μέσα από την συνεργασία του με την Αστυνομία και την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο, υπό το φως δε του καλού του χαρακτήρα και την συντριβή του είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι αυτός δεν θα διαπράξει αδίκημα παρόμοιας φύσης στο μέλλον. Εκλαμβάνω το επίδικο περιστατικό ως ένα μεμονωμένο περιστατικό το οποίο προέκυψε στην ζωή και την ιεροσύνη του Κατηγορούμενου ως ένα ατυχές συμβάν. Αποτιμώντας, από την μια, την σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα ελαφρυντικά και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν, όπως το μέγεθος της πρόκλησης, το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου, την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο, την μεταμέλειά του, την ειλικρινή του απολογία, τον χρόνο που διέρρευσε μεταξύ της διάπραξης και της διάγνωσης της ποινικής του ευθύνης, πολύ δε περισσότερο το μέγεθος του χλευασμού που δέχθηκε, αλλά και της διαπόμπευσης καθώς και του διασυρμού που υπέστη μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης με τα οποία μεταδόθηκε μια διαστρεβλωμένη εικόνα για το άτομό του κρίνω ότι είναι σκόπιμο να μην επιβάλω οποιαδήποτε ποινή στον Κατηγορούμενο και ότι σκόπιμο είναι να ασκήσω την εξουσία που μου παρέχεται από το άρθρο 10
(1)του Περί Κηδεμονίας και Άλλων Τρόπων Μεταχείρισης Αδικοπραγούντων Νόμου, Ν. 46(Ι)/1996, όπως τροποποιήθηκε, ώστε να τον απαλλάξω απόλυτα αφού προηγουμένως αναλογίσθηκα ότι δεν αρμόζει να εκδώσω διάταγμα κηδεμονίας. Κρίνω ότι υπό το φως των εξαιρετικών περιστάσεων της υπόθεσης προέχει κατά την κρίση μου η αποκατάσταση του ονόματος και του κύρους του Κατηγορούμενου και, κατ' επέκταση, της ίδιας της Εκκλησίας της Κύπρου η οποία μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης φρονώ ότι πλήγηκε και Εκείνη. Κρίνω δε ότι το πλήγμα που υπέστη ο Κατηγορούμενος στην αξιοπρέπεια και το κύρος του τόσο ως άνθρωπος, πολύ δε περισσότερο, ως ιερέας από τον προπηλακισμό και τον άδικο διασυρμό που υπέστη αυτός και η οικογένειά του και, κατ' επέκταση, η Εκκλησία η ίδια είναι, αφενός, μεγαλύτερο από την βλάβη που υπέστη ο παραπονούμενος, αφετέρου, επαρκή τιμωρία για τον Κατηγορούμενο. Διαφορετική αντιμετώπιση φρονώ πως θα ήταν άδικη. Θα δικαίωνε τον ασεβή παραπονούμενο και θα αδικούσε κατάφωρα τον Κατηγορούμενο ο οποίος ό,τι έπραξε το έπραξε αφού προκλήθηκε σφοδρά και για να υπερασπισθεί και περισώσει τις αρχές της θρησκείας μας και την Εκκλησία. Συνακόλουθα ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται απόλυτα. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Ποινή - Επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη Subject: Criminal / Final

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.