← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Κώστας Χαραλάμπους, Aρ. Υπόθεσης: 4377/13, 23/5/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Κώστας Χαραλάμπους, Aρ. Υπόθεσης: 4377/13, 23/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 4377/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν - Κώστας Χαραλάμπους Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 23.5.17 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νεοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ν. Κορακίδης Κατηγορούμενος: παρών Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας στην κατηγορία της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε - πρώτη κατηγορία. Αντιμετώπιζε, επίσης, και την κατηγορία της μεταφοράς επιθετικού όπλου ή οργάνου κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3

(1)του Κεφ. 159 όπως τροποποιήθηκε - δεύτερη κατηγορία - στην οποία αθωώθηκε. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Υπό το φως των πιο πάνω το υπό τιμωρία αδίκημα κρίνεται αρκούντως σοβαρό αφού αυτό τιμωρείται με μέγιστη ποινή φυλάκισης 7 ετών ή πρόστιμο ή και τις δύο αυτές ποινές. Η αυστηρή ποινή που προβλέπει ο Ποινικός Κώδικας για το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης αντανακλά την ευαισθησία του Νομοθέτη και, κατ' επέκταση, της κοινωνίας της ίδιας όσον αφορά την διάπραξή του. Εκτός από την έκταση της βλάβης που προκαλεί η διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος καθώς και το ότι απειλεί την ίδια την σωματική ακεραιότητα του θύματος το εν λόγω αδίκημα πλήττει και την αξιοπρέπεια του θύματος. Αδικήματα βίας θεωρούνται ως εκ της φύσης τους σοβαρά. Η άσκηση ωμής βίας είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, όπως έχει επανειλημμένα τονισθεί, δεν συνάδει με την κοινωνία των ανθρώπων. Σε μια σύγχρονη κοινωνία όπου επικρατεί ο νόμος και όχι η δύναμη του ισχυρού αδικήματα αυτής της φύσης θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρές ποινές και τα Δικαστήρια οφείλουν με βάση την Νομολογία να προστατεύουν την σωματική ακεραιότητα και την αξιοπρέπεια των θυμάτων. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλου
(2001)2 ΑΑΔ 95 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Η χρήση βίας κατά των συνανθρώπων συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας. Πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωσή της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς». Η σοβαρότητα του υπό τιμωρία αδικήματος επιτείνεται κατά την κρίση μου από τους ακόλουθους επιβαρυντικούς παράγοντες: την έκταση και το μέγεθος των τραυματισμών που ο Κατηγορούμενος προκάλεσε στον παραπονούμενο με προεξάρχουσας σοβαρότητας το κάταγμα δεξιού οφθαλμικού κόγχου με συνοδό συλλογή αίματος εντός του δεξιού ιγμόριου άντρου και στις ηθμοειδείς κυψέλες άμφω ότι η επίθεση έλαβε χώρα χωρίς να συντρέχει σοβαρός λόγος και εντελώς απρόκλητα, απλά και μόνο γιατί ο Κατηγορούμενος δυσκολευόταν να διέλθει ανάμεσα στο σταθμευμένο αυτοκίνητο του παραπονούμενου, του οποίου, σημειωτέον, μόνο ο δεξιός πισινός προφυλακτήρας εξείχε εντός του δημόσιου δρόμου, και το στην απέναντι πλευρά του δρόμου άλλο όχημα το οποίο ήταν σταθμευμένο ακριβώς απέναντι από το αυτοκίνητο του παραπονούμενου και ολόκληρο εντός του δημόσιου δρόμου. Η κρινόμενη περίπτωση είναι, λοιπόν, μια περίπτωση ωμής άσκησης βίας ότι η επίθεση έλαβε χώρα ενώ ο παραπονούμενος ήταν εντελώς ανυποψίαστος της επίθεσης αφού ο παραπονούμενος θεώρησε ότι ο λόγος που ο Κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητό του και προχώρησε προς το πισινό του μέρος ήταν για να εντοπίσει τους ιδιοκτήτες των άλλων δύο αυτοκινήτων που ήταν σταθμευμένα στην απέναντι πλευρά του δρόμου για να τους ζητήσει να τα μετακινήσουν ώστε να ευκολυνθεί στο να διέλθει, οπότε και δεν θεώρησε σκόπιμο να παρακολουθεί τις κινήσεις του Κατηγορούμενου. Προσηλώθηκε δε στην επί τόπου κατάσταση για να διαπιστώσει όπως και εν τέλει διαπίστωσε ότι υπήρχε επαρκής χώρος για να περάσει το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου ανάμεσα στα σταθμευμένα οχήματα. Για να δεχθεί εν τέλει την επίθεση από τον Κατηγορούμενο υπό τις πιο πάνω συνθήκες οι οποίες δεν του έδιναν την δυνατότητα να αμυνθεί. Τέλος, ότι η επίθεση διενεργήθηκε σε ένα άνθρωπο μεγάλης ηλικίας (Βλ. Το Σύγγραμμα Η Επιβολή Ποινών στην Κύπρο: Ποινολογικές Πτυχές, Αρχές και Νομολογία, Καπαρδής, Σολομωνίδης και Στεφάνου, σελίδα 77). Όπως προκύπτει από τα Τεκμήρια 5 και 6 κατά τον ουσιώδη χρόνο ο παραπονούμενος ήταν ηλικίας 68 ετών. Η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Αναμφίβολα, η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση. Αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 CLR 248). Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου. Προσέτι δε ότι ο Κατηγορούμενος είναι 76 ετών και σε έξι μέρες και συγκεκριμένα στις 29.5.17 συμπληρώνει το 77ο έτος της ηλικίας του και αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας. Αναφορικά με το τελευταίο παρουσιάσθηκαν από την Υπεράσπιση τα ακόλουθα τέσσερα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως δέσμη εγγράφων η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο Α: ιατρική βεβαίωση από την Καρδιολογική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου ημερομηνίας 24.4.
  1. Η εν λόγω βεβαίωση υπογράφεται από τον Ιωσήφ Μουτήρη, Διευθυντή της Καρδιολογικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Σύμφωνα με την εν λόγω βεβαίωση ο Κατηγορούμενος παρακολουθείται στην Καρδιολογική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου λόγω καρδιοπάθειας και συγκεκριμένα λόγω στένωσης αορτικής βαλβίδας και αρτηριακής υπέρτασης ιατρική βεβαίωση από την Ορθοπεδική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου ημερομηνίας 19.4.
  2. Η εν λόγω βεβαίωση υπογράφεται από τον Γεώργιο Μεταξά, Διευθυντή της Ορθοπεδικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Σύμφωνα με την εν λόγω βεβαίωση ο Κατηγορούμενος πάσχει από οστεοαρθρίτιδα γόνατος δεξιά και είχε προγραμματισθεί για ολική αρθροπλαστική για τις 17.5.
  3. Η επέμβαση δεν έλαβε χώρα σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο Υπεράσπισης καθότι κατά την πιο πάνω ημερομηνία ήταν ορισμένη η παρούσα υπόθεση για αγορεύσεις για μετριασμό της ποινής. Η επέμβαση προγραμματίσθηκε εκ νέου για τις 15.6.17 σύμφωνα με το τρίτο έγγραφο που παρουσιάσθηκε από την Υπεράσπιση η οποία, επίσης, υπογράφεται από τον ιατρό Γεώργιο Μεταξά ιατρική βεβαίωση ημερομηνίας 3.12.16 η οποία υπογράφεται από τον ειδικό ορθοπεδικό Βενετοκλή Λανίτη. Σύμφωνα με την εν λόγω βεβαίωση ο Κατηγορούμενος στις 26.11.16 υπέστη ρήξη κατάφυσης δικέφαλου βραχιονίου μυός στον αριστερό αγκώνα. Έγινε τοποθέτηση γύψινου νάρθηκα ο οποίος κατά τον χρόνο σύνταξης της βεβαίωσης είχε παραμείνει μέχρι υποχώρησης του αιματώματος η οποία αναμένονταν τις επόμενες 15 ημέρες. Έλαβα, επίσης, υπόψη μου ως μετριαστικό παράγοντα την καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση της υπόθεσης. Ενώ το υπό τιμωρία αδίκημα διαπράχθηκε στις 28.9.12 η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 10.4.13, ήτοι 6½ μήνες αργότερα, χωρίς γι' αυτό να έχει δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία από την Κατηγορούσα Αρχή. Σημειώνεται ότι το ανακριτικό έργο είχε ολοκληρωθεί την επόμενη ημέρα αφού και ο Κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς στις 29.9.
  4. Υπό το φως των πιο πάνω η καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση της υπόθεσης κρίνεται αδικαιολόγητη και βαρύνει αποκλειστικά τις διωκτικές Αρχές. Η Νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης - με την καταχώρηση της υπόθεσης - λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623). Τέλος, έλαβα υπόψη μου ως ελαφρυντικό τον χρόνο που διέρρευσε μεταξύ της διάπραξης και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267 λέχθηκε ότι η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355 υποδείχθηκε ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Επίσης, ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623, Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 ΑΑΔ 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 ΑΑΔ 77, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 ΑΑΔ 638 Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252, και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 ΑΑΔ 272). Αναμφίβολα το χρονικό διάστημα που παρήλθε μεταξύ της διάπραξης του υπό τιμωρία αδικήματος και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου, 4 έτη και 8 μήνες, είναι αρκετά μεγάλο. Δεν είναι, όμως, τόσο μεγάλο ώστε να μην πρέπει να παρεκκλίνω από την πιο πάνω αναφερόμενη νομολογιακή αρχή λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας του για τους λόγους που ενωρίτερα εξηγήθηκαν αλλά και του ότι μέσα στο διαρρεύσαν χρονικό διάστημα δεν επήλθε διαφοροποίηση στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου. Τα ορθοπεδικά προβλήματα που προέκυψαν στον Κατηγορούμενο εντός του διαρρεύσαντος χρόνου, ακόμα, και η ανάγκη για υποβολή σε χειρουργική επέμβαση δεν αποτελούν κατά την κρίση μου σημαντική διαφοροποίηση στις προσωπικές του περιστάσεις. Ο χρόνος που διέρρευσε θα έχει το αντίκρισμά του στην επιβληθεισόμενη ποινή, όχι, όμως, σε βαθμό που να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά του υπό τιμωρία αδικήματος. Τα ελαφρυντικά του Κατηγορούμενου και οι μετριαστικοί παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν είναι τέτοιας έκτασης και βαθμού που να υπερακοντίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής εν' όψει της σοβαρότητας του υπό τιμωρία αδικήματος η οποία αναδεικνύεται από τα όσα ενωρίτερα αναφέρθηκαν. Μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που να μπορούν να επηρεάσουν το είδος της. Αποτιμώντας, από την μια, την σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα ελαφρυντικά και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η αρμόζουσα για τον Κατηγορούμενο ποινή είναι συνδυασμός ποινής φυλάκισης και προστίμου. Εν' όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής στον Κατηγορούμενο θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Όσον αφορά στο ύψος της χρηματικής ποινής που θα επιβάλω στον Κατηγορούμενο έχω κατά νου την επίσης σαφώς νομολογημένη αρχή σύμφωνα με την οποία τα έξοδα στα οποία υποβάλλεται η Κατηγορούσα Αρχή στην ποινική διαδικασία και που διατάσσεται να πληρώσει ο κατηγορούμενος δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Ο λόγος είναι γιατί αυτά δεν σχετίζονται με την συμπεριφορά του κατηγορούμενου που αποτελεί το υπόβαθρο της ποινικής διαδικασίας, αλλά την δαπάνη στην οποία υποβάλλεται το δημόσιο για να παρουσιάσει στο Δικαστήριο την εις βάρος του υπόθεση (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσιολή
(1991)2 ΑΑΔ 194). Συνακόλουθα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο στην πρώτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 4 μηνών και ποινή προστίμου ύψους Ευρώ 2.000,00 σεντ. Τέλος, θα εξετάσω την δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον Κατηγορούμενο αφού το ζήτημα τούτο τέθηκε ευθέως από τον ευπαίδευτο συνήγορό του. Το Νομοθετικό πλαίσιο για την αναστολή της ποινής βρίσκεται στον Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε. Με τον τροποποιητικό Νόμο 186(I)/03, που δημοσιεύθηκε στις 19.12.03, καταργήθηκε η απαίτηση για εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα το θέμα της αναστολής σήμερα να μην διέπεται από ανελαστικά κριτήρια. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Νόμου 95/72 όπως τροποποιήθηκε: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, που πιο πάνω ανέφερα, κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση συντρέχουν λόγοι που συνηγορούν με αναστολή της ποινής φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον Κατηγορούμενο. Έλαβα ιδιαίτερα υπόψη μου το λευκό του ποινικό μητρώο, το προχωρημένο της ηλικίας του, τα σοβαρά καρδιακά προβλήματα που αντιμετωπίζει και την ανάγκη για υποβολή σε άμεση χειρουργική επέμβαση. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως το Δικαστήριο θα μπορούσε να δώσει στον Κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία για να αποδείξει εκτός φυλακών ότι από τούδε και στο εξής δεν θα παρανομήσει ξανά. Από τον ίδιο, βέβαια, εξαρτάται να αρπάξει αυτή την ευκαιρία που σήμερα του δίδεται για να μην διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα παρόμοιας φύσης ή οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Συνακόλουθα η εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον Κατηγορούμενο αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Ο Κατηγορούμενος καταδικάζεται, επίσης, σε Ευρώ 245,00 σεντ έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής. Η Υπεράσπιση δεν προέβη σε εξειδικευμένη αναφορά στην οικονομική κατάσταση του Κατηγορούμενου. Υπέδειξε, όμως, ότι ο Κατηγορούμενος είναι συνταξιούχος με χαμηλά εισοδήματα. Με βάση την δήλωση τούτη κρίνω ορθό και σκόπιμο να διατάξω και διατάζω όπως το ποσό του προστίμου ομού μετά των εξόδων καταβληθούν με μηνιαίες δόσεις ως ακολούθως: Τα πρώτα Ευρώ 245,00 σεντ θα καταβληθούν μέχρι την 1.6.17. Το υπόλοιπο ποσό των Ευρώ των Ευρώ 2.000,00 θα καταβληθεί με μηνιαίες δόσεις των Ευρώ 200,00 σεντ. Η πρώτη δόση των Ευρώ 200,00 σεντ θα είναι πληρωτέα μέχρι την 1.7.17 και οι υπόλοιπες μέχρι την 1η ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι εξόφλησης. Οι ακτινογραφίες και οι φωτογραφίες αξονικής τομογραφίας να επιστραφούν στον παραπονούμενο. Η ξύλινη βέργα να επιστραφεί στον Κατηγορούμενο. Οι δύο πέτρες και το σακούλι να κατασχεθούν και να καταστραφούν. (Επεξηγούνται στον Κατηγορούμενο το νόημα και οι συνέπειες της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης). (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Ποινή - Βαριά Σωματική Βλάβη - Άρθρο 231 του Ποινικού Κώδικα Subject: Criminal / Final

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.