Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Adel Halabi Abd Allah, Aρ. Υπόθεσης: 2491/16, 2/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 2491/16 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν - Adel Halabi Abd Allah Ημερομηνία: 2.5.17 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Συμεού (για να ακούσει την απόφαση ο κ. Ν. Νεοκλέους) Για τον Κατηγορούμενο: κα Α. Σαββίδου Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις κατηγορίες της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (πρώτη κατηγορία), της συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος κατά παράβαση του άρθρου 372 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (δεύτερη κατηγορία), του λαθρεμπορίου μεταναστών κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 5, 6
(1), 8 και 10 του Περί της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος και Πρωτοκόλλων (Κυρωτικός) Νόμος 11(ΙΙΙ)/03 (τρίτη κατηγορία), της υποβοήθησης της παράνομης εισόδου σε υπήκοο τρίτης χώρας στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά παράβαση των άρθρων 2 και 19Α
(1)
(3)(β) του Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε (τέταρτη κατηγορία) και της μεταφοράς προσώπου διά υδάτινης οδού με μη ασφαλή ή υπερφορτωμένο σκάφος κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 35 και 240 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (πέμπτη κατηγορία). Συγκεκριμένα κατηγορείται επί το ότι στις 31.3.16 στην Πόλη Χρυσοχούς της επαρχίας Πάφου μαζί με άλλο πρόσωπο με πρόθεση και με σκοπό την απόκτηση άμεσου ή έμμεσου οικονομικού οφέλους συμμετείχαν σε λαθρεμπόριο 27 μεταναστών από την Συρία - τρίτη κατηγορία - ότι την ίδια ημέρα και στον ίδιο τόπο μαζί με άλλο πρόσωπο με πρόθεση βοήθησαν 27 υπηκόους τρίτης χώρας, δηλαδή, 27 αλλοδαπούς από την Συρία, προκειμένου να εισέλθουν στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας δηλαδή μεταφέροντάς τους με σκάφος διά θαλάσσης χωρίς να κατέχουν άδεια εισόδου στην Δημοκρατία - τέταρτη κατηγορία - και ότι την ίδια ημέρα και στον ίδιο τόπο μαζί με άλλο πρόσωπο εν γνώσει τους μετέφεραν πρόσωπα με κόμιστρο διά μέσου υδάτινης οδού με ανασφαλές σκάφος - πέμπτη κατηγορία. Κατηγορείται, επίσης, επί το ότι στις 31.3.16 στην Πόλη Χρυσοχούς της επαρχίας Πάφου μαζί με άγνωστο πρόσωπο συνωμότησε να διαπράξουν κακούργημα, ήτοι τα αδικήματα των κατηγοριών 3 και 4 - πρώτη κατηγορία - και ότι την ίδια ημέρα και στον ίδιο τόπο μαζί με άγνωστο πρόσωπο συνωμότησε να διαπράξουν πλημμέλημα, ήτοι το αδίκημα που αναφέρεται στην πέμπτη κατηγορία - δεύτερη κατηγορία. Προς απόδειξη της υπόθεσής της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δέκα μάρτυρες κατηγορίας. Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορίας η ευπαίδευτη συνήγορος Υπεράσπισης προέβη σε εισήγηση δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου σε καμία εκ των κατηγοριών που αυτός αντιμετωπίζει. Θέση της κυρίας Σαββίδου είναι ότι η υπό της Κατηγορούσας Αρχής προσαχθείσα μαρτυρία δεν απέδειξε τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων για τους λόγους που υπέδειξε. Αντίθετη ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής. Η απαλλαγή κατηγορουμένου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με την Νομολογία δικαιολογείται μόνο όταν: δεν στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου (Βλ. Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E R 448). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορίας. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Το αντίθετο θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, σε προκατάληψη εναντίον του κατηγορούμενου. Το Δικαστήριο περιορίζεται μόνο στο να διερευνήσει κατά πόσο συντρέχει μια εκ των δύο πιο πάνω προϋποθέσεων προκειμένου ο κατηγορούμενος να απαλλαγεί από το πρώιμο αυτό στάδιο. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, εν' όψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό τόσο στην πρώτη όσο και στην δεύτερη περίπτωση, αφού και στις δύο περιπτώσεις το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου (δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης), αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (Βλ. Azinas and Another v. Police, που πιο πάνω αναφέρεται). Η κλήση κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133). Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό σχετική είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ 9 όπου στην σελίδα 16 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Βέβαια πρέπει να υπογραμμισθεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορούμενου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσο ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας .................................. Στην υπόθεση R v. Hipson
(1969)Cr. L. R. 85 αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα Αρχή». Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον Επαρχιακό Δικαστή, όπως ήταν τότε, κ. Γ. Νικολάου: «. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155. δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από την μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατόν να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητά της και την επάρκειά της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το δικαστήριο οφείλει, ακόμη και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στην μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. . Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία». Το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας διέπεται από το άρθρο 8 του Νόμου 11(ΙΙΙ)/03 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Κάθε πράξη που αναφέρεται στο Άρθρο 6 του Πρωτοκόλλου κατά του Λαθρεμπορίου Μεταναστών διά Ξηράς, Θαλάσσης και Αέρος, που διαπράττεται με πρόθεση, αποτελεί ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές». Το άρθρο 6
(1)του Πρωτοκόλλου προνοεί τα ακόλουθα: «Κάθε Κράτος Μέρος υιοθετεί τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να θεσπισθούν ως ποινικά αδικήματα όταν τελούνται με πρόθεση και για να αποκτηθεί άμεσο ή έμμεσο οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος: (α) Η λαθραία διακίνηση μεταναστών .................................». Ένα από τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι όπως η λαθραία διακίνηση μεταναστών γίνεται με σκοπό την απόκτηση άμεσου ή έμμεσου οικονομικού ή άλλου υλικού οφέλους. Ήταν η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Υπεράσπισης ότι καμία μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή που να τείνει να καταδείξει το συστατικό τούτο στοιχείο. Θα συμφωνήσω με την κυρία Σαββίδου. Κανείς εκ των προσώπων των οποίων οι γραπτές καταθέσεις, οι οποίες κατατέθηκαν κατόπιν παράκλησης της Υπεράσπισης από τον εξεταστή της υπόθεσης, ΜΚ 8, σε δύο δέσμες και σημειώθηκαν από το Δικαστήριο ως Τεκμήρια 19 και 20, δεν αναφέρει ότι για την μεταφορά του στην Κύπρο πλήρωσε στον Κατηγορούμενο οποιοδήποτε ποσό και καμία μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε η οποία να τείνει να καταδείξει ότι η μεταφορά των μεταναστών έγινε με σκοπό την απόκτηση άμεσου ή έμμεσου οικονομικού οφέλους από μέρους του Κατηγορούμενου. Τουναντίον, ό,τι οι καταθέτοντες επί του προκειμένου ανέφεραν στις καταθέσεις τους είναι ότι για την μεταφορά τους στην Κύπρο κατέβαλαν ποσά σε πρόσωπα άλλα από τον Κατηγορούμενο. Επίσης, ενώ ο ΜΚ 10 στην πρώτη γραπτή του κατάθεση ημερομηνίας 6.4.16, η οποία αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 20, αναφέρει ότι προτού επιβιβασθεί στην βάρκα είχε πληρώσει τον οδηγό της, στην δεύτερη γραπτή του κατάθεση ημερομηνίας 12.4.16, η οποία, επίσης, αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 20, ανακάλεσε την προηγούμενη του δήλωση υποδεικνύοντας ότι η πληρωμή από αυτόν δεν έγινε στον Κατηγορούμενο αλλά σε δύο άλλα πρόσωπα Τούρκικης καταγωγής οι οποίοι βρίσκονταν στην παραλία όπου έγινε η επιβίβαση των μεταναστών και μιλούσαν και Αραβικά. Στην θέση αυτή ο ΜΚ 10 επέμεινε και στην διά ζώσης μαρτυρία του αποδίδοντας την διάσταση που παρατηρείται επί του προκειμένου σημείου μεταξύ της γραπτής του κατάθεσης και της τελικής του θέσης σε γνήσιο λάθος του. Σημειώνεται, επίσης, ότι διά ζώσης ο εν λόγω μάρτυρας υπέδειξε ότι ο οδηγός της βάρκας ήταν ο Κατηγορούμενος. Αφ' ης στιγμής το συστατικό τούτο στοιχείο ελλείπει ο Κατηγορούμενος δεν θα πρέπει να κληθεί σε απολογία στην τρίτη κατηγορία. Η δε εξέταση οποιουδήποτε άλλου θέματος κρίνω πως παρέλκει. Συνακόλουθα ο Κατηγορούμενος αθωώνεται στην τρίτη κατηγορία. Σε σχέση με την πρώτη κατηγορία καθ' ον μέρος της αφορά στο αδίκημα της συνωμοσίας για την διάπραξη του εν λόγω αδικήματος αναφέρονται τα ακόλουθα. Τα άρθρα 371 και 372 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, ενσωματώνοντας την κατά το κοινοδίκαιο έννοια του αδικήματος της συνωμοσίας κατατάσσουν το αδίκημα στην κατηγορία του κακουργήματος ή του πλημμελήματος ανάλογα με το κατά πόσο αντικείμενο της συνωμοσίας είναι η διάπραξη κακουργήματος ή πλημμελήματος ή η πραγματοποίηση των σκοπών που εξειδικεύονται στο άρθρο 373 (Βλ. Abdebraouf Ben Abdallah Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 134). Το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια ποινή». H αντικειμενική υπόσταση (actus reus) του αδικήματος της συνωμοσίας έγκειται στην συμφωνία δύο ή περισσοτέρων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Είναι η συμφωνημένη συμπεριφορά η οποία αποτελεί την βάση της κατηγορίας. Δεν υπάρχει αδίκημα ενόσω ο σχεδιασμός παραμένει στο στάδιο της πρόθεσης μόνο. Επιπλέον, είναι χωρίς σημασία το κατά πόσο αυτό που τελικά πραγματοποιείται διαφέρει από αυτά τα οποία έχουν συμφωνηθεί. Επίσης, δεν απαλλάσσεται της ευθύνης ένας συνωμότης που συμφώνησε να παίξει ρόλο στη συνωμοσία, αλλά αδιαφόρησε ως προς την τελική επιτυχία της συμφωνίας από την στιγμή που η συμφωνία ήταν συμπληρωμένη. Η συμφωνία των συνωμοτών είναι το αποτέλεσμα εξωτερίκευσης της σκέψης και κρυφής πρόθεσης που έκαστος των συνωμοτών έχει στο μυαλό του, η οποία εκδηλώνεται με προώθηση της πρόθεσης και η οποία λαμβάνει την μορφή κοινών και αμοιβαίων διαβουλεύσεων οι οποίες καταλήγουν τελικά σε συμφωνία. Επομένως, δεν είναι αρκετό ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα επιδιώκουν τον ίδιο παράνομο σκοπό. Χρειάζεται απαραίτητα και αναγκαία συμφωνία μεταξύ τους για την επιδίωξη του παράνομου σκοπού. Στην υπόθεση Abdebraouf Ben Abdallah Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 134 λέχθηκαν τα ακόλουθα: « ... Τo αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απέτυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας είναι αδιάφορο (Βλέπε Mulcany v. R.
(1868)L.R. 34 H.L. 328, O'Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S) 1, R. v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2035 παρ. 28-4». Στην σελίδα 144 της ίδιας απόφασης αναφέρονται τα ακόλουθα: «H ύπαρξη συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό του αδικήματος της συνωμοσίας. Ακολουθεί πως στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παρέμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και, επομένως, ούτε συνωμοσία. Το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο μπορεί να είναι πολύ λεπτή, δεν είναι δυνατό να προκαθοριστεί. Το ζήτημα είναι πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. (Βλ. R. v. King and King
(1966)Crim. L.R. 280, R. v. Mills, 47 Cr. App. R. 49, R. v. Walker
(1962)Crim. L.R. 458, R. v. O'Brien, 59 Cr. App. R. 222, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2039 παράγρ. 28-9». Η ουσία της συνωμοσίας βρίσκεται όχι στην εκτέλεση της πράξης ή την πραγματοποίηση του σκοπού της συνωμοσίας, αλλά στον καταρτισμό συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων. Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνούν να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, η πλοκή (plot) για να το πράξουν αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια (Βλ. Mulcahy v. R
(1868)L.R. 3, H.L, 306 που μνημονεύεται στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice, έκδοση 2004, παρ. 34-4). Δεν υπάρχει συνωμοσία όταν οι διαπραγματεύσεις για οποιοδήποτε λόγο δεν επιφέρουν στέρεα συμφωνία μεταξύ των μερών (Βλ. Walker
(1962)Crim. L. R. 458 που μνημονεύεται στο σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice έκδοση 2003, παράγραφοι Α6.14, σελ. 90). Από την άλλη, είναι δυνατό να υπάρξει συνωμοσία ακόμα και σε περιπτώσεις όπου κάποιοι εκ των συνωμοτών δεν έχουν πότε συναντηθεί («wheel» και «chain» conspiracies), φτάνει να καταδειχθεί ότι συμμετείχαν σε κάποιον κοινό σχεδιασμό γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους (Βλ. Barratt
(1996)Crim. L.R. 495). Χρειάζεται απαραίτητα συμφωνία ή συναίνεση (Βλ. Mawji v. R
(1957)A.C. 126, PC) καθώς και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενο για τη διάπραξη του αδικήματος (Βλ. Yip Chieu-Chung v. The Queen
(1995)1 AC 111). Στην κρινόμενη περίπτωση το μαρτυρικό υλικό αναδεικνύει ότι από την λαθραία μεταφορά των μεταναστών επωφελήθηκαν οικονομικά τρίτο ή τρίτα πρόσωπα. Σχετικές είναι οι καταθέσεις - Τεκμήρια 19 και 20 - σύμφωνα με τις οποίες οι καταθέτοντες-μετανάστες πλήρωσαν σε τρίτο πρόσωπο ή πρόσωπα συγκεκριμένο ποσό για την μεταφορά τους στην Κύπρο με την βάρκα. Κρίνω δε ότι για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της συνωμοσίας δεν είναι απαραίτητο όπως η συμφωνία έγινε με σκοπό την απόκτηση οικονομικού οφέλους εκ μέρους και του Κατηγορούμενου. Είναι αρκετό αν αυτή έγινε με σκοπό την απόκτηση οικονομικού οφέλους μόνο από το άλλο μέρος της συμφωνίας. Καθότι μια τέτοια συμφωνία και πάλι εμπεριέχει την διάπραξη μιας παράνομης πράξης ή την επίτευξη ενός παράνομου σκοπού. Με άλλα λόγια αν η υπό της Κατηγορούσας Αρχής προσκομισθείσα μαρτυρία κατεδείκνυε ότι ο Κατηγορούμενος συμφώνησε με τρίτο πρόσωπο να μεταφέρει τους μετανάστες στην Κύπρο με σκοπό την απόκτηση οικονομικού οφέλους από το τρίτο αυτό πρόσωπο και μόνο και όχι και από τον Κατηγορούμενο το αντικειμενικό στοιχείο του αδικήματος και πάλι θα αποδεικνύονταν. Καθότι για να καταδειχθεί ο παράνομος σκοπός δεν είναι απαραίτητο να καταδειχθεί ότι παράνομος σκοπός υπήρχε και αναφορικά με τον Κατηγορούμενο. Ο σκοπός είναι και πάλι παράνομος έστω και αν η μεταφορά δεν έγινε με σκοπό όπως ο Κατηγορούμενος αποκτήσει οικονομικό όφελος από την μεταφορά νοουμένου ότι τρίτο πρόσωπο προέβη σε συμφωνία με τον Κατηγορούμενο με σκοπό την απόκτηση οικονομικού οφέλους από το τρίτο πρόσωπο και μόνο. Ό,τι, επομένως, απαιτείται να εξετασθεί είναι αν η υπάρχουσα μαρτυρία κατέδειξε μια τέτοια συμφωνία μεταξύ του τρίτου ή των τρίτων προσώπων και του Κατηγορούμενου. Φρονώ πως δεν κατέδειξε. Καμία μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή που να τείνει να καταδείξει ή από την οποία εύλογα και λογικά να συνάγεται ότι ο Κατηγορούμενος προέβη σε συμφωνία με τρίτο πρόσωπο ή με το πρόσωπο ή τα πρόσωπα τα οποία ως από τα Τεκμήρια 19 και 20 προκύπτει ότι επωφελήθηκαν οικονομικά από την μεταφορά των μεταναστών στην Κύπρο να μεταφέρουν λαθραία μετανάστες από την Τουρκία στην Κύπρο με σκοπό την απόκτηση οικονομικού οφέλους από τα πρόσωπα αυτά και, πρωτίστως, ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι η μεταφορά αυτή έγινε για τον πιο πάνω σκοπό ώστε να μπορούμε να μιλούμε για συμφωνία. Τέτοια μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή και ούτε από την υπό της Κατηγορούσας Αρχής προσκομισθείσα μαρτυρία δύναται να συναχθεί κάτι τέτοιο ως εύλογο και λογικό συμπέρασμα. Συνακόλουθα ο Κατηγορούμενος αθωώνεται στην πρώτη κατηγορία καθ' ον μέρος της αυτή αφορά στο αδίκημα της συνωμοσίας για την διάπραξη του αδικήματος της τρίτης κατηγορίας. Αναφορικά με την τέταρτη κατηγορία ήταν η θέση της κυρίας Σαββίδου ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της υποβοήθησης θα πρέπει απαραίτητα να αποδειχθεί η είσοδος εντός της Δημοκρατίας. Με δεδομένο ότι από την υπό της Κατηγορούσας Αρχής προσαχθείσα μαρτυρία ό,τι καταδείχθηκε είναι ότι η βάρκα την οποία σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο οδήγησε ο ίδιος σταμάτησε εκτός των χωρικών υδάτων της Δημοκρατίας και στην συνέχεια η είσοδος των επιβατών στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας επιτεύχθηκε με την παρέμβαση των Αρχών της Δημοκρατίας και συγκεκριμένα με την μεταφορά τους από το εν λόγω σημείο στην στεριά με άκατους της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν η θέση της κυρίας Σαββίδου ότι το υπό συζήτηση συστατικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε. Διάφορη επί του προκειμένου ήταν η θέση του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής. Συγκεκριμένα ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνήγορου ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα δεν είναι απαραίτητη η είσοδος εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αρκεί να καταδειχθεί ο σκοπός. Ενδεικτική κατά τον συνήγορο είναι η χρήση της λέξης «προκειμένου» στο άρθρο 19Α
(1)του Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε, το οποίο δημιουργεί το αδίκημα. Νοουμένου δε ότι καταδειχθεί ότι σκοπός του κατηγορούμενου είναι να βοηθήσει υπήκοο τρίτης χώρας να εισέλθει στην Δημοκρατία το αδίκημα αποδεικνύεται έστω και αν εν τέλει δεν επιτεύχθηκε η είσοδος εντός της Δημοκρατίας. Το άρθρο 19Α
(1)του Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί τα ακόλουθα: «Πρόσωπο το οποίο με πρόθεση βοηθά υπήκοο τρίτης χώρας προκειμένου να εισέλθει ή να διέλθει το έδαφος της Δημοκρατίας ή οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους, κατά παράβαση του παρόντος Νόμου ή της οικείας νομοθεσίας του εν λόγω κράτους μέλους, αντίστοιχα, διαπράττει ποινικό αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης του, τιμωρείται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα οκτώ χρόνια ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές». Θεωρώ ότι η λέξη «προκειμένου» στο πιο πάνω άρθρο χρησιμοποιείται με την έννοια της λέξης «ώστε» με αποτέλεσμα ό,τι το πιο πάνω άρθρο να ποινικοποιεί είναι την με πρόθεση παροχή βοήθειας σε υπήκοο τρίτης χώρας νοουμένου ότι ο εν λόγω υπήκοος εν τέλει εισέρχεται στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αν για κάποιο λόγο η είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας δεν επιτευχθεί ο παρέχων την βοήθεια δεν είναι υπόλογος ποινικά κάτω από το άρθρο. Ενδεικτικό κατά την κρίση μου είναι το παράδειγμα οδηγού που εκτός χωρικών υδάτων της Δημοκρατίας αποφασίζει για κάποιο λόγο να μην εισέλθει εντός του εδάφους της Δημοκρατίας και επιστρέφει στο σημείο από το οποίο ξεκίνησε. Σε μια τέτοια περίπτωση κατά την οποία η είσοδος στην Δημοκρατία δεν έχει επιτευχθεί είναι λογικό να θεωρηθεί ποινικά υπεύθυνος για το αδίκημα της υποβοήθησης; Φρονώ πως όχι. Οπότε σε αυτό το σημείο θα συμφωνήσω με την κυρία Σαββίδου. Κρίνω δε ότι ό,τι απαιτείται για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος είναι όπως ο κατηγορούμενος με πρόθεση βοηθά υπήκοο τρίτης χώρας να εισέλθει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και είναι αδιάφορο με ποιο τρόπο ο εν λόγω υπήκοος εισέρχεται στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επίσης, για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος είναι αδιαφορο ότι το πρόσωπο που παρέχει βοήθεια σε υπήκοο τρίτης χώρας να εισέλθει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν είναι και το πρόσωπο που διενεργεί την μεταφορά στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στο τελευταίο παράδειγμα στην αντίθετη περίπτωση ο ιθύνων νους δεν θα ήταν υπόλογος ευθύνης κάτω από το άρθρο, πράγμα το οποίο θα οδηγούσε σε παράλογα αποτελέσματα και που δεν φρονώ πως αυτή ήταν η πρόθεση του Νομοθέτη. Επίσης, σε μια τέτοια περίπτωση, όπως και η κρινόμενη, το αδίκημα δύναται να αρχίζει να συντελείται σε ξένη χώρα. Με την είσοδο, όμως, του αλλοδαπού εντός του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας συνεχίζεται η διάπραξη του εντός του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στην κρινόμενη περίπτωση η είσοδος των μεταναστών στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας επιτεύχθηκε και είναι άνευ σημασίας για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος ότι η εν λόγω είσοδος έγινε με τον τρόπο που ανωτέρω αναφέρθηκε και από σημείο το οποίο βρισκόταν εκτός των χωρικών υδάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το μαρτυρικό υλικό κατέδειξε εκ πρώτης όψεως ότι ο Κατηγορούμενος με τις ενέργειές του παρείχε με πρόθεση βοήθεια στους μετανάστες ώστε αυτοί να εισέλθουν στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αν η βάρκα σταμάτησε μέσα στην θάλασσα λόγω έλλειψης καυσίμων και οδηγήθηκε στην στεριά με παρέμβαση των αρχών της Κυπριακής Δημοκρατίας καθότι προείχε η διάσωση των μεταναστών οι οποίοι βρίσκονταν εντός αυτής για μεγάλο χρονικό διάστημα, ως η μαρτυρία κατέδειξε, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει η ζωή τους αφού η βάρκα συν τοις άλλοις για μεγάλο χρονικό διάστημα παρέμεινε ουσιαστικά ακυβέρνητη, αυτό, δεν απαλλάσσει τον Κατηγορούμενο από την ευθύνη κάτω απο το σχετικό άρθρο. Σε αντίθεση περίπτωση οδηγός βάρκας που εκτός χωρικών υδάτων εγκαταλείπει την βάρκα και τους επιβάτες εντός αυτής και επιβιβάζεται σε άλλη βάρκα με αποτέλεσμα η βάρκα να οδηγείται στην στεριά κράτους άλλου από το κράτος από το οποίο η βάρκα ξεκίνησε είτε με την μεσολάβηση επιβάτη που αναλαμβάνει ως οδηγός, είτε με κάποιο άλλο τρόπο, όπως η επέμβαση του άλλου κράτους, όπως στην προκειμένη περίπτωση, θα απαλλάσσονταν ευθύνης, κάτι το οποίο θα οδηγούσε σε παράδοξα αποτελέσματα. Θεωρώ ότι το αδίκημα που ο Κατηγορούμενος άρχισε να διαπράττει από την Τουρκία συνεχίσθηκε και εντός της Δημοκρατίας με την εν τέλει είσοδο των μεταναστών στο έδαφος της Δημοκρατίας. Συνακόλουθα καταλήγω ότι αναφορικά με την τέταρτη κατηγορία αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση ενοχής εναντίον του Κατηγορούμενου. Αναφορικά με το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, ήτοι της συνωμοσίας προς διάπραξη του κακουργήματος της τέταρτης κατηγορίας, ήταν η εισήγηση της κυρίας Σαββίδου ότι καμία μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή προς την κατεύθυνση ότι έλαβε χώρα οποιαδήποτε συμφωνία προς εκτέλεση παράνομου σκοπού μεταξύ του Κατηγορούμενου και του άγνωστου προσώπου που είναι απαραίτητο συστατικό στοιχείο του αδικήματος της συνωμοσίας. Επίσης, καμία μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή αναφορικά με το νοητικό στοιχείο του αδικήματος. Συναφώς η κυρία Σαββίδου υπέδειξε ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία που να τείνει να καταδείξει ότι κατά τον χρόνο της συμφωνίας ο Κατηγορούμενος είχε την πρόθεση να διαπράξει το αδίκημα της τέταρτης κατηγορίας. Αντίθετη επί του προκειμένου ήταν η θέση του ευπαίδευτου εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής. Με αναφορά στην υπόθεση Κυριάκος Σιβιτανίδης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ166 ο κύριος Συμεού υπέδειξε ότι η συμφωνία μπορεί να αποδειχθεί και συμπερασματικά. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπέδειξε, επίσης, τα εξής σημεία από την προσκομισθείσα μαρτυρία. Ο Κατηγορούμενος βρισκόταν πάνω στην βάρκα πριν την είσοδο των μεταναστών σε αυτήν. Επίσης ο ίδιος παραδέχθηκε στην δεύτερη γραπτή του κατάθεση ότι ήταν ο οδηγός της βάρκας. Και στο σημείο αυτό θα διαφωνήσω με την ευπαίδευτο συνήγορο της Υπεράσπισης. Διαφωτιστική είναι η μαρτυρία του ΜΚ 10. Σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα η πληρωμή από αυτόν του ποσού των 2.000 Δολαρίων έγινε σε δύο άτομα στην παραλία από όπου ξεκίνησε η βάρκα με προορισμό την Κύπρο κατόπιν τηλεφωνικής συνεννόησης η οποία έλαβε χώρα σε προγενέστερο χρόνο μεταξύ του εν λόγω μάρτυρα και τρίτου προσώπου ονόματι Abou Ali. Το όνομα αυτό υποδεικνύεται και από κάποιους εκ των καταθετόντων στα Τεκμήρια 19 και 20 ως το πρόσωπο με το οποίο τα πρόσωπα αυτά επικοινώνησαν και εν τέλει συμφώνησαν την μεταφορά τους στην Κύπρο. Κάποιοι δε από αυτούς αναφέρουν ότι το συμφωνηθέν ποσό για την μεταφορά τους στην Κύπρο το κατέβαλαν στον Abou Ali, κάποιοι άλλοι σε τρίτα πρόσωπα όπως στον Abou Mahmood αφήνοντας ευκρινώς να νοηθεί ότι τo εν λόγω πρόσωπο ήταν συνεγάτης του Abou Ali και κάποιοι άλλοι σε άλλα πρόσωπα τα οποία δεν κατονόμασαν. Κάποιοι δε άλλοι εκ των καταθετόντων αναφέρουν ότι η επικοινωνία και η συμφωνία για την μεταφορά τους στην Κύπρο έγινε με τον Abou Mahmood, κάποιοι άλλοι με κάποιον Abou Abdallah, τον οποίο και υπέδειξαν ως συνεργάτη του Abou Ali, ενώ άλλοι με πρόσωπο που δεν κατονόμασαν στο οποίο και κατέβαλαν, όπως ανέφεραν, το ποσό για την μεταφορά τους. Επίσης, με την μαρτυρία του ο ΜΚ 10 τοποθετεί τον Κατηγορούμενο στο σημείο επιβίβασης των επιβατών στην Τουρκία και αποδίδει σε αυτόν ενέργειες που αναδεικνύουν προσυνεννόηση με τους ιθύνοντες. Συγκεκριμένα με την μαρτυρία του ο ΜΚ 10 υπέδειξε ότι την ημέρα του ταξιδιού ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στο σημείο της επιβίβασης. Επίσης, πριν την επιβίβαση των μεταναστών βρισκόταν πάνω στην βάρκα και βοηθούσε τους μετανάστες να επιβιβασθούν ανεβάζοντάς τους πάνω στην βάρκα. Εντόπισε, επίσης, τον Κατηγορούμενο να συνομιλεί στην παραλία με τα δύο άτομα στα οποία ο ΜΚ 10 κατέβαλε το προαναφερόμενο ποσό αρκετές φορές και με τρόπο που διεφάνη ότι οι τρεις γνωρίζονταν μεταξύ τους και τους συνέδεε κάποια σχέση. Τέλος, ο Hussein Khleif, ο εντοπισμός του οποίου σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής δεν κατέστη εφικτός εξ' ου και δεν κλήθηκε ως μάρτυρας κατηγορίας, στην γραπτή του κατάθεση ημερομηνίας 3.4.16, η οποία αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 20, αναφέρει ότι όταν η βάρκα έμεινε από καύσιμα ο οδηγός της επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον Abou Ali για να του αναφέρει το πρόβλημα και να ζητήσει βοήθεια. Δεν μου διαφεύγει ότι ο εν λόγω καταθέτων δεν ονομάτισε τον οδηγό της βάρκας και ούτε από το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης φαίνεται να του ζητήθηκε από την Αστυνομία να τον αναγνωρίσει. Ο καταθέτων αναφέρει, όμως, επίσης, ότι το πρόσωπο αυτό ζήτησε από τους επιβαίνοντες να μην αποκαλύψουν στις Κυπριακές Αρχές ότι αυτός ήταν που είχε οδηγήσει την βάρκα αλλά να πουν ότι ο οδηγός ήταν άλλο πρόσωπο ο οποίος εγκατέλειψε την βάρκα και τους επιβάτες ανεβαίνοντας σε άλλη βάρκα η οποία είχε καταφθάσει. Ισχυρισμό τον οποίο προώθησε με την διά ζώσης μαρτυρία του και ο ΜΚ 10 ο οποίος από το εδώλιο του μάρτυρα αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως τον οδηγό της βάρκας που μετέφερε τους μετανάστες και τον υπέδειξε και ως το πρόσωπο που τα ίδια είχε ζητήσει από τους άλλους επιβαίνοντες να πουν στις Κυπριακές Αρχές. Τα πιο πάνω σωρευτικά ιδωμένα ταυτοποιούν τον Κατηγορούμενο με το πρόσωπο που σύμφωνα με την γραπτή κατάθεση του Hussein Khleif ημερομηνίας 3.4.16 προέβη στην τηλεφωνική επικοινωνία επί της βάρκας και αναδεικνύουν προσυνεννόηση μεταξύ του Κατηγορούμενου και του φερόμενου ως Abou Ali. Υπό το φως όλων των πιο πάνω καταδεικνύεται εκ πρώτης όψεως ότι ο Κατηγορούμενος προέβη με τρίτα πρόσωπα σε συμφωνία για την μεταφορά των μεταναστών και εν τέλει την υποβοήθησή τους στην είσοδο της Κυπριακής Δημοκρατίας η οποία δεν παρέμεινε στο στάδιο της πρόθεσης. Και, επομένως, σε μια συμπληρωμένη συμφωνία κατόπιν, προδήλως, εξωτερίκευσης των σκέψεων και των προθέσεων των συνωμοτών για την επιδίωξη του παράνομου τους σκοπού. Διαφορετικά δεν θα εξηγούνταν η παρουσία και οι ενέργειες που αποδίδονται στον Κατηγορούμενο από τον ΜΚ 10 στην παραλία από όπου η βάρκα είχε ξεκινήσει με προορισμό την Κύπρο. Τέλος, οι ενέργειες που αποδίδονται στον Κατηγορούμενο από τον ΜΚ 10 και το ότι ο Κατηγορούμενος οδήγησε την βάρκα και την έφερε στο σημείο που η προσαχθείσα μαρτυρία κατέδειξε ότι την έφερε καταδεικνύουν πρόθεση από μέρους των συνωμοτών περιλαμβανομένου και του Κατηγορούμενου να υλοποιήσουν την παράνομη πράξη τους που είναι το υποκειμενικό στοιχείο του αδικήματος. Στην υπόθεση Abolfaze Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 421 το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τον κατηγορούμενο/εφεσείοντα ένοχο για το αδίκημα της συνωμοσίας με άλλα πρόσωπα προς διάπραξη πλημμελήματος, ήτοι να μεταφέρουν παράνομα έναντι αμοιβής αλλοδαπούς στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας χωρίς την άδεια του Διευθυντή Αρχείου Πληθυσμού και Μεταναστεύσεως, παρά το ότι δεν είχε παρουσιασθεί άμεση μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή ότι ο εφεσείων είχε συμμετάσχει στην συμφωνία. Σύμφωνα με τις τελικές διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου οι οποίες κρίθηκαν απόλυτα δικαιολογημένες από το Εφετείο ο αδελφός του εφεσείοντα είχε συμφωνήσει με τον ΜΚ 1 να μεταφέρει τον τελευταίο στην Κύπρο έναντι αμοιβής. Όταν ο ΜΚ 1 έφθασε στην Κύπρο και συνάντησε τον εφεσείοντα ο εφεσείων φάνηκε να γνωρίζει την διευθέτηση που υπήρχε μεταξύ του ΜΚ 1 και του αδελφού του. Πρόσφερε δε στον ΜΚ 1 διαμονή στο σπίτι του για την οποία πληρώθηκε. Όσον αφορά το υπόλοιπο ποσό που έπρεπε ο ΜΚ 1 να πληρώσει μετά την άφιξη του στην Κύπρο για την μεταφορά του ο ΜΚ 1 το κατέβαλε σε κάποιο πρόσωπο που του είχε σε προγενέστερο στάδιο υποδείξει ο αδελφός του εφεσείοντα, ενώ ο εφεσείων ενδιαφέρθηκε να μάθει για το εν λόγω ποσό ρωτώντας ευθέως επί τούτου τον ΜΚ
- Μετά από κάποιες μέρες παραμονής στο σπίτι του εφεσείοντα ο ΜΚ 1 πήγε σε χώρο εργασίας συνοδευόμενος από τον εφεσείοντα με σκοπό όπως ο εφεσείων διευθετήσει εργασία για τον ΜΚ 1 Εκεί συνελήφθηκαν και οι δύο. Κρίθηκε από το Εφετείο ότι με βάση τις πιο πάνω διαπιστώσεις ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τον εφεσείοντα ένοχο στην κατηγορία της συνωμοσίας. Ο εφεσείων ήταν ενήμερος της συμφωνίας ή της διευθέτησης για την παράνομη μεταφορά του ΜΚ 1 στην Κύπρο και συμφώνησε να προωθήσει την υλοποίησή της. Συνακόλουθα κρίνω ότι η υπό της Κατηγορούσας Αρχής προσαχθείσα μαρτυρία κατέδειξε εκ πρώτης όψεως υπόθεση ενοχής αναφορικά με το αδίκημα της συνωμοσίας για την διάπραξη του αδικήματος της τέταρτης κατηγορίας. Σημειώνεται, επίσης, ότι συνωμοσία, αν και, λιγότερο σοβαρής μορφής αποκαλύφθηκε και με την δεύτερη γραπτή κατάθεση του Κατηγορούμενου ημερομηνίας 5.4.16 - Τεκμήριο 12Β - στην οποία ο Κατηγορούμενος αναφέρει τα ακόλουθα. Στην παραλία όπου βρισκόταν η βάρκα με την οποία μεταφέρθηκαν οι επιβάτες τον οδήγησε κάποιος Τούρκος ονόματι Χασάν. Ο Τούρκος αυτός είπε στον Κατηγορούμενο να ξεκινήσει αυτός την βάρκα και να την οδηγήσει και μετά θα τον βοηθούσαν οι άλλοι. Όταν ο Κατηγορούμενος ανέβηκε πάνω στην βάρκα για να ξεκινήσει το ταξίδι ο Τούρκος έδειξε στον Κατηγορούμενο πώς λειτουργούσαν οι ταχύτητες της βάρκας και τον καθοδήγησε να πηγαίνει αριστερά κοντά στα βουνά της Τουρκίας. Του είπε, επίσης, ότι σε δύο ώρες θα έβλεπαν τα βουνά της Κύπρου και του έδωσε ένα μικρό τηλέφωνο μάρκας Nokia με σκοπό όταν κόντευαν στην Κύπρο να τηλεφωνούσαν στην Λιμενική Αστυνομία για να έρθει να τους βγάλουν όλους στην στεριά. Τέλος, ο Κατηγορούμενος παραδέχεται ότι καθόλη την διάρκεια του ταξιδιού αυτός ήταν ο οδηγός της βάρκας. Υπό το φως των πιο πάνω δηλώσεων του Κατηγορούμενου κρίνω ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως το συστατικό στοιχείο της συμφωνίας μεταξύ του Κατηγορούμενου και του Τούρκου Χασάν να διαπράξουν την παράνομη πράξη της υποβοήθησης σε υπηκόους τρίτης χώρας να εισέλθουν στην Δημοκρατία. Πρόκειται περί συμφωνίας η οποία συμπληρώθηκε και δεν παρέμεινε στο στάδιο της πρόθεσης μόνο έστω και την υστάτη και υπό διαφορετικές συνθήκες από αυτές που επικαλείται η Κατηγορούσα Αρχή. Ο Τούρκος εξωτερίκευσε την σκέψη και την πρόθεσή του στον Κατηγορούμενο και ο Κατηγορούμενος συμφώνησε με αυτήν και την αποδέχθηκε αφού εν τέλει οδήγησε την βάρκα και δέχθηκε όλες τις υποδείξεις του Τούρκου στις οποίες αναφορά γίνεται πιο κάτω. Υπήρξε, επομένως, μια συμπληρωμένη συμφωνία μεταξύ των δύο για την επιδίωξη παράνομου σκοπού. Πέρα από την συμφωνία δεν χρειάζεται σύμφωνα και με την Νομολογία να τελεσθεί οτιδήποτε άλλο για την στοιχειοθέτηση του αντικειμενικού στοιχείου του αδικήματος. Καταδείχθηκε, επίσης, η πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης η οποία αποτελεί το υποκειμενικό στοιχείο του αδικήματος. Οι υποδείξεις του Τούρκου προς τον Κατηγορούμενο αναφορικά με την πλοήγηση της βάρκας και όλες οι άλλες σχετικές κατευθύνσεις που έδωσε στον Κατηγορούμενο, το ότι ο Τούρκος προμήθευσε τον Κατηγορούμενο με κινητό τηλέφωνο με σκοπό όταν κόντευαν στην Κύπρο να τηλεφωνούσαν στην Λιμενική Αστυνομία για να έρθει να τους βγάλουν όλους στην στεριά, η αποδοχή όλων των πιο πάνω από τον Κατηγορούμενο και, τέλος, το ότι ο Κατηγορούμενος οδήγησε την βάρκα και την έφερε στο σημείο που η προσαχθείσα μαρτυρία κατέδειξε ότι ο Κατηγορούμενος την έφερε καταδεικνύουν πρόθεση από μέρους των συνωμοτών να υλοποιήσουν την παράνομη πράξη τους. Βεβαίως πού βρίσκεται η αλήθεια και συγκεκριμένα αν ο Κατηγορούμενος είναι ένοχος της πρώτης συνωμοσίας ή της δεύτερης, αυτό, θα κριθεί από το Δικαστήριο στην τελική του απόφαση με την οποία θα προβεί σε τελικές διαπιστώσεις κατόπιν αξιολόγησης του συνόλου της μαρτυρίας. Αναφορικά με το αδίκημα της πέμπτης κατηγορίας ήταν η θέση της κυρίας Σαββίδου ότι και σε αυτή την κατηγορία ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να απαλλαγεί από το στάδιο αυτό. Και αυτό γιατί δεν προσκομίσθηκε μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή προς την κατεύθυνση ότι η βάρκα ήταν ανασφαλής ή ότι ο Κατηγορούμενος αποκομισε κόμιστρο για την μεταφορά. Το άρθρο 240 του Ποινικού Κώδικα επί του οποίου βασίζεται η εν λόγω κατηγορία προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος, εν γνώσει του ή εξ αμέλειας μεταφέρει ή συντελεί στη μεταφορά προσώπου με κόμιστρο διά μέσου υδάτινης οδού, με ανασφαλή σκάφος είτε λόγω της κατάστασης στην οποία βρίσκεται είτε λόγω υπερφόρτωσης, είναι ένοχος πλημμελήματος». Ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι όπως το σκάφος είναι ανασφαλές. Είναι γεγονός ότι η Κατηγορούσα Αρχή επί του προκειμένου δεν παρουσίασε μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Κρίνω, όμως, ότι παρουσίασε τέτοια μαρτυρία η οποία απέδειξε εκ πρώτης όψεως υπόθεση ενοχής αναφορικά και με αυτή την κατηγορία. Η μαρτυρία αυτή είναι μαρτυρία αναφορικά με στοιχεία τα οποία ως απόρροια της κοινής λογικής εύλογα και λογικά παραπέμπουν σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Όπως ότι η βάρκα, η οποία φαίνεται στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 2, είναι ένα μικρό σκάφος και έκδηλα πολύ μικρό για την μεταφορά 27 ατόμων, ότι τα καύσιμα της βάρκας δεν ήταν αρκετά για να φθάσει η βάρκα στον προορισμό της, ότι η βάρκα ήταν ανοικτή στα πλάγια και, έτσι, δεν παρείχε προστασία στους επιβάτες να μην πέσουν στην θάλασσα, κίνδυνος ο οποίος δεν ήταν διόλου αμελητέος ενόψει και του μεγάλου αριθμού ατόμων που επέβαιναν σε αυτή και, τέλος, ότι η βάρκα ήταν ανοικτή και από πάνω με αποτέλεσμα να μην παρέχει προστασία στους επιβάτες από τα νερά της βροχής. Πάντως, χαρακτηριστικές είναι οι δηλώσεις του Ali Fando Abdullah στην δεύτερη γραπτή του κατάθεση ημερομηνίας 12.4.16, η οποία αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 20, σύμφωνα με τις οποίες «... κατά την διάρκεια του ταξιδιού όλοι όσοι ταξιδεύαμε καθόμασταν όλοι ο ένας δίπλα από τον άλλο και ήμασταν πολύ πιεσμένοι και δεν είχαμε καθόλου άνεση. Μέσα στην βάρκα ήμασταν περίπου 25 άτομα και όπως κατάλαβα αυτή η βάρκα δεν ήταν κατασκευασμένη για έτσι χωρητικότητα. Κατά την διάρκεια του ταξιδιού η βάρκα κουνιόταν πολύ επικίνδυνα και νιώθαμε όλοι ανασφαλείς». Όλα τα πιο πάνω εύλογα παραπέμπουν στο συμπέρασμα ότι η βάρκα ήταν ανασφαλής εντός της έννοιας του άρθρου. Αναφορικά με το κόμιστρο σημειώνονται τα ακόλουθα. Είναι γεγονός ότι η υπό της Κατηγορούσας Αρχής προσκομισθείσα μαρτυρία δεν κατέδειξε ότι ο Κατηγορούμενος αποκόμισε οποιοδήποτε κόμιστρο από την μεταφορά των μεταναστών. Ό,τι κατέδειξε είναι ότι κόμιστρο για τον πιο πάνω σκοπό αποκόμισαν τρίτο ή τρίτα πρόσωπα. Ενδεικτικές είναι οι καταθέσεις - Τεκμήρια 19 και 20 - σύμφωνα με τις οποίες οι καταθέτοντες κατέβαλαν συγκεκριμένο ποσό για την μεταφορά τους στην Κύπρο σε πρόσωπο ή πρόσωπα άλλα από τον Κατηγορούμενο. Όπως και του ΜΚ 10 του οποίου η μαρτυρία επί του προκειμένου ήταν στην ίδια γραμμή. Δεν θεωρώ, όμως, ότι για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος είναι απαραίτητο όπως το κόμιστρο καταβληθεί στο πρόσωπο που διενεργεί την μεταφορά κάτω από τις συνθήκες που αναφέρει το άρθρο. Αρκεί κατά την κρίση μου ο επιβάτης να είναι επιβάτης που κατέβαλε κόμιστρο ανεξαρτήτως σε ποιον το κατέβαλε. Δεν θεωρώ ότι πρόθεση του Νομοθέτη ήταν να απαλλάξει από την ευθύνη κάτω από το άρθρο καπετάνιο, για παράδειγμα, σκάφους ο οποίος μεταφέρει πρόσωπα μέσω υδάτινης οδού εν γνώσει του ότι το σκάφος με το οποίο γίνεται η μεταφορά είναι ανασφαλές επειδή το κόμιστρο δεν πληρώθηκε στον ίδιο, αλλά στον ιδιοκτήτη, για παράδειγμα, του σκάφους. Συνακόλουθα αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση ενοχής εναντίον του Κατηγορούμενου και αναφορικά με αυτήν την κατηγορία. Αναφορικά με το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας κρίνω ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση ενοχής. Στην προκειμένη περίπτωση η συνωμοσία θα συντελείτο μόνο αν οι συνωμότες γνώριζαν ότι για την μεταφορά των μεταναστών θα χρησιμοποιείτο η συγκεκριμένη βάρκα ή και ενδεχομένως κάποιο άλλο σκάφος, επίσης, ανασφαλές εντός της έννοιας του άρθρου. Καμία, όμως, μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή προς την κατεύθυνση ότι στις συνεννοήσεις μεταξύ του Κατηγορούμενου και των ιθυνόντων περιλήφθηκε και αυτό το ζήτημα, ήτοι ποιο σκάφος θα χρησιμοποιείτο για την μεταφορά των μεταναστών. Δεν αποκλείεται τα πρόσωπα με τα οποία ο Κατηγορούμενος συμφώνησε για τα άλλα ζητήματα για τα οποία έγινε συζήτηση ανωτέρω να ανέθεσαν την επιλογή του σκάφους σε κάποιο τρίτο ή ακόμα και μόνο στον Κατηγορούμενο χωρίς οι ίδιοι να γνωρίζουν οτιδήποτε για το θέμα αυτό. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο φρονώ πως η υπό της Κατηγορούσας Αρχής προσαχθείσα μαρτυρία δεν μπορεί να αποκλείσει. Η συνωμοσία στοιχειοθετείται μόνο όταν το υποκειμενικό στοιχείο υπάρχει τουλάχιστον σε δύο πρόσωπα (Βλ. Smith & Hogan, Criminal Law, 8η έκδοση, σελ. 287). Συνακόλουθα ο Κατηγορούμενος αθωώνεται στην δεύτερη κατηγορία. Υπό το φως όλων των πιο πάνω και με οδηγό τις αρχές που πιο πάνω αναφέρθηκαν κρίνω ότι η υπό της Κατηγορούσας Αρχής προσαχθείσα μαρτυρία είναι τέτοια που τεκμηριώνει εκ πρώτης όψεως υπόθεση ενοχής εναντίον του Κατηγορούμενου στις κατηγορίες 1, 4 και
- Συνακόλουθα και ειδικότερα ο Κατηγορούμενος καλείται να προβάλει την υπεράσπισή του στην πρώτη κατηγορία καθ' ον μέρος της αφορά στο αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη του κακουργήματος της τέταρτης κατηγορίας καθώς και στις κατηγορίες 4 και
- Επεξηγούνται στον Κατηγορούμενο τα δικαιώματά του σύμφωνα με τον Νόμο. (Υπ.) ........... Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Εκ Πρώτης Όψεως Υπόθεση Subject: Criminal / Interim