← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. G. C. Giardino Colore Ltd κ.α., Aρ. Υπόθεσης: 1621/17, 7/6/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. G. C. Giardino Colore Ltd κ.α., Aρ. Υπόθεσης: 1621/17, 7/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B17 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 1621/17 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν -

  1. G. C. Giardino Colore Ltd
  2. Αντώνης Παπαντώνης
  3. Πανίκος Σολωμού Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 7.6.17 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Συμεού (για να ακούσει την ποινή ο κ. Ν. Νεοκλέους) Για τους Κατηγορούμενους 1-3: κ. Ν. Γ Ιωάννου Κατηγορούμενοι 2 και 3: παρόντες Π Ο Ι Ν Η Οι Κατηγορούμενοι 1-3 βρέθηκαν ένοχοι κατόπιν δικής τους παραδοχής στην κατηγορία της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε - πρώτη κατηγορία. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Υπό το φως των πιο πάνω το υπό τιμωρία αδίκημα κρίνεται αρκούντως σοβαρό αφού αυτό τιμωρείται με μέγιστη ποινή φυλάκισης 3 ετών ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα Ευρώ 10.000.00 σεντ ή και τις δύο αυτές ποινές. Η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων που αφορούν στην έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα έχει τονισθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο. Λέχθηκε ότι τέτοιας φύσης αδικήματα διαπράττονται με ανησυχητική συχνότητα, επηρεάζουν την οικονομική ζωή του τόπου και η έξαρση που παρατηρείται στην διάπραξή τους αποτελεί μάστιγα στην οικονομική δραστηριότητα της χώρας μας. Τα πιο πάνω συνηγορούν υπέρ της αντιμετώπισης των αδικημάτων αυτών με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Τα πιο πάνω επαναβεβαιώθηκαν και στην σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Nikiforos Technologies Ltd v. Στυλιανού Γ. Χρήστου, Ποινική Έφεση 18/12, ημερομηνίας 24.6.14 η οποία αφορούσε στο παρόμοιο αδίκημα της ανάκλησης πληρωμής επιταγής κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Αναφέρθηκαν συγκεκριμένα τα ακόλουθα: «Έχει κατά κόρον στιγματισθεί από τη νομολογία η έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα, που επίσης επισύρει παρόμοιες ποινές, ή, η πρόκληση μη εξόφλησης επιταγών χωρίς εύλογη αιτία. Αναμφίβολα δημιουργούν μεγάλη αναστάτωση στο εμπόριο και στις καθημερινές συναλλαγές των πολιτών εφόσον αφαιρείται το υπόβαθρο της ασφάλειας των συναλλαγών αυτών με την έκδοση επιταγών και την εκ των υστέρων ανάκληση τους. Όπως έχει σημειωθεί στην πρόσφατη σχετικά απόφαση του Εφετείου, Μάνος Συμυλλίδης ν. Νίκου Νικολάου, Ποιν. Έφ. αρ. 62/2013, ημερ. 20.6.2013, το αδίκημα αυτό έχει «. όντως καταντήσει σύνηθες και πλήττει την εμπιστοσύνη των εμπορικών συναλλαγών» και «. όντως πρόκειται για σοβαρό αδίκημα». ................................ Στην παρόμοια με την παρούσα διαδικασία στη Νεοφύτου ν. Κυριακίδη (Αρ. 1)
(1999)2 Α.Α.Δ. 102, το Εφετείο παραμέρισε την αθωωτική απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και έκρινε τον εφεσίβλητο ένοχο σύμφωνα με το κατηγορητήριο για την έκδοση δύο επιταγών χωρίς αντίκρισμα για τα ποσά των £32.100 και £34.240 αντίστοιχα. Κατά την επιβολή της ποινής στη Νεοφύτου ν. Κυριακίδη (Αρ. 3)
(1999)2 Α.Α.Δ. 299 το Εφετείο τόνισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων υπό το φως των δυσμενών επιπτώσεων που έχουν στις συναλλαγές των ανθρώπων και κυρίως στον κλονισμό της αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Καταδίκασε τον εφεσίβλητο σε τρίμηνη φυλάκιση σε κάθε κατηγορία με τις ποινές να συντρέχουν». Σημειώνεται ότι στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd v. Στυλιανού Γ. Χρήστου, που πιο πάνω μνημονεύεται, το Εφετείο για επιταγές συνολικού ύψους Ευρώ 100.000,00 σεντ σε σχέση με τις οποίες δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό επέβαλε ποινή φυλάκισης 10 μηνών σε κάθε κατηγορία με τις ποινές να συντρέχουν. Στην υπόθεση Ισιδώρου ν. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.ά.
(1999)2 ΑΑΔ 60 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ένα άλλο στοιχείο που λαμβάνουμε υπόψη είναι η φύση του αδικήματος. Επηρεάζει τις συναλλαγές και την ιδιοκτησία, η δε διάπραξη του είναι εύκολη. Υπονομεύει την κοινωνική, εμπορική και οικονομική ζωή του τόπου. Με βάση τον μεγάλο αριθμό παρόμοιων υποθέσεων που καταχωρούνται στα Επαρχιακά Δικαστήρια διαπιστώνουμε πως τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση. Η έκδοση ακάλυπτων επιταγών έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Έχει ορθά χαρακτηριστεί οικονομική μάστιγα. Η διάπραξη του αδικήματος, πρέπει να λεχθεί, οφείλεται και στην ευκολία με την οποία οι παραβάτες εξασφαλίζουν από τις τράπεζες βιβλιάρια επιταγών. Χωρίς οποιοδήποτε ηθικό περισπασμό ή αναστολή οι κάτοχοι των βιβλιαρίων επιταγών εκδίδουν κατά συρροή ακάλυπτες επιταγές. Εκμεταλλεύονται την εμπιστοσύνη που τους εναποθέτουν οι συμπολίτες τους και πολλές φορές την αφέλεια τους. Οι δοσοληψίες με τη χρήση επιταγών από μέσο για τη διευκόλυνση των συναλλαγών έχουν μετατραπεί σε εργαλείο οικονομικής εκμετάλλευσης, εξαπάτησης και ταλαιπωρίας των θυμάτων. Οι παράγοντες αυτοί αποτελούν κατά την κρίση μας επιβαρυντικούς παράγοντες. ............................................................................................................................... Ενόψει λοιπόν της συχνότητας του αδικήματος και των επιπτώσεων του στην οικονομική ζωή του τόπου προβάλλει επιτακτική η ανάγκη για την πάταξη του αδικήματος. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών (Βλ. Αστυνομία ν. Toorac Fashion Ltd
(1993)2 Α.Α.Δ. 117 και Ηλίας Λάζος Λτδ ν. Πετεβιάν
(1994)2 Α.Α.Δ. 61)». Η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Αναμφίβολα η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση. Αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να υποβαθμίσει την σοβαρότητα ενός αδικήματος ή την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία αδικημάτων. Ούτε και πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21), Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224 και Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 CLR 248). Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο των Κατηγορούμενων, την άμεση παραδοχή τους στο Δικαστήριο, τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις των Κατηγορούμενων 2 και 3, την οικονομική τους κατάσταση καθώς και την οικονομική κατάσταση της Κατηγορούμενης 1. Συναφώς έλαβα υπόψη μου ότι ο Κατηγορούμενος 2 είναι νυμφευμένος και έχει ένα ανήλικο τέκνο ηλικίας 11 ετών. Η σύζυγός του δεν εργάζεται και το μηνιαίο εισόδημα του ιδίου ανέρχεται μόλις στα Ευρώ 1.000,00 σεντ. Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 3 έλαβα υπόψη μου ότι είναι και αυτός νυμφευμένος και έχει δύο παιδιά εξαρτώμενά του, το ένα εκ των οποίων είναι ηλικίας μόλις 13 ετών. Είναι αυτοεργοδοτούμενος και το μηνιαίο του εισόδημα ανέρχεται μόλις στα Ευρώ 850,00 σεντ. Αναφορικά με την Κατηγορούμενη 1 έλαβα υπόψη μου ότι είναι μια εταιρεία/επιχείρηση μικρή η οποία δραστηριοποιείται μόνο στην Πάφο και μόνο τις ανάγκες του Κατηγορούμενου 2 μπορεί να καλύψει. Αντιμετωπίζει, επίσης, δυσκολίες στην είσπραξη χρημάτων. Έλαβα, επίσης, υπόψη μου ως μετριαστικό παράγοντα ότι το ποσό της επίδικης επιταγής δεν είναι πολύ μεγάλο καθώς και ότι η επίδικη επιταγή έχει εξοφληθεί πλήρως με δύο δόσεις. Η πρώτη δόση ύψους Ευρώ 1.000,00 σεντ καταβλήθηκε στις 20.11.13 και η δεύτερη ύψους Ευρώ 1.500,00 σεντ στις 30.9.15, ήτοι 1 χρόνο και 3½ μήνες πριν την καταχώρηση της υπόθεσης. Έλαβα, επίσης, υπόψη μου ως μετριαστικό της ποινής παράγοντα την πολύ μεγάλη καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση της υπόθεσης. Ενώ το υπό τιμωρία αδίκημα διαπράχθηκε στις 10.7.13 η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 17.3.17, ήτοι 4 σχεδόν έτη αργότερα, χωρίς γι' αυτό να έχει δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία από την Κατηγορούσα Αρχή. Η καθυστέρηση είναι πολύ μεγάλη και βαρύνει αποκλειστικά τις διωκτικές αρχές. Η Νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης - με την καταχώρηση της υπόθεσης - λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623). Αναφορικά με το χρονικό διάστημα που παρήλθε μεταξύ της διάπραξης του υπό τιμωρία αδικήματος και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης των Κατηγορούμενων σημειώνονται τα ακόλουθα. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267 λέχθηκε ότι η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623 υποδείχθηκε με αναφορά σε προγενέστερη Νομολογία ότι εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 ΑΑΔ 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 ΑΑΔ 77, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 ΑΑΔ 638 Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252, και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 ΑΑΔ 272). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355 υποδείχθηκε ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης καθότι μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Από της διάπραξης του υπό τιμωρία αδικήματος μέχρι την διάγνωση της ποινικής ευθύνης των Κατηγορούμενων έχουν παρέλθει σχεδόν 4 χρόνια χωρίς γι' αυτό να φέρουν οποιαδήποτε ευθύνη οι Κατηγορούμενοι, αφού συν τοις άλλοις αυτοί παραδέχθηκαν άμεσα την εναντίον τους κατηγορία. Κρίνω πως το πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα που παρήλθε από την διάπραξη του υπό τιμωρία αδικήματος σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα ελαφρυντικά, που πιο πάνω αναφέρθηκαν, τείνει να μετριάσει την σοβαρότητα του σε τέτοια έκταση και βαθμό ώστε να μην κρίνεται επιβεβλημένη η επιβολή ποινής φυλάκισης. Υπό τις περιστάσεις κρίνω πως ο σκοπός του Νόμου μπορεί να εξυπηρετηθεί με την επιβολή της κατάλληλης χρηματικής ποινής. Συνακόλουθα επιβάλλω σε έκαστο των Κατηγορούμενων 1, 2 και 3 στην πρώτη κατηγορία ποινή προστίμου Ευρώ 700,00 σεντ. Η επίδικη επιταγή να κατασχεθεί και να καταστραφεί. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Ποινή - Έκδοση Επιταγής χωρίς Αντίκρισμα Subject: Criminal / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.