← Κύπρος

G. Athanasiou Insurance Agency Ltd ν. Γιαννάκη Παναγιώτου, Αρ. Υπόθεσης: 8596/14, 9/6/2017

G. Athanasiou Insurance Agency Ltd ν. Γιαννάκη Παναγιώτου, Αρ. Υπόθεσης: 8596/14, 9/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B20 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8596/14 G. Athanasiou Insurance Agency Ltd -ν- Γιαννάκη Παναγιώτου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 9 Ιουνίου, 2017 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενη Εταιρεία: κα Ε. Κνέκνα Για Κατηγορούμενο: αυτοπροσώπως Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 7 συνολικά κατηγορίες, οι οποίες συνίστανται στην παράλειψη καταβολής των δόσεων από την 01.01.2014 μέχρι 01/07/2014, δυνάμει δικαστικού διατάγματος κατά παράβαση των άρθρων 84

(1), 87
(1), 90
(1), 91 Α
(3), 91 (Β) 1, του τροποποιητικού νόμου 60
(1)/2008 άρθρο 4
(3), του περί Πολιτικής Δικονομίας (τροποποιητικός αρ.2) Νόμος 134
(1)/1999 άρθρα 3 και 4 με την αντικατάσταση των Μερών VIII και ΙΧ και άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα καθώς και του άρθρου 3 του περί Δικαστηρίων Νόμου (προσωριναί διατάξεις) του Ν.43/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ο κατηγορούμενος ενώ ήταν εξ αποφάσεως οφειλέτης στην αγωγή αρ.295/12 του Ε.Δ. Πάφου και ενώ στις 04.02.2013 εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις ύψους €40,00 έκαστη, ο τελευταίος παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις για την περίοδο από 01.01.2014 - 01.07.
  2. Η παραπονούμενη για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε, ως μάρτυρα της, τον Γιώργο Αθανασίου (ΜΚ1). Ο ΜΚ1 στην κυρίως εξέταση του, ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι είναι ο διευθυντής της Παραπονούμενης. Το 2012 η Παραπονούμενη καταχώρησε εναντίον του κατηγορούμενου αγωγή για οφειλές του από ασφαλιστήρια συμβόλαια. Μετά την έκδοση απόφασης εναντίον του κατηγορούμενου, πιστό αντίγραφο της οποίας κατέθεσε ως Τεκμήριο 1, η Παραπονούμενη, στα πλαίσια της εν λόγω απόφασης, καταχώρησε εναντίον του κατηγορούμενου αίτηση για έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Στις 04.02.2013 εκδόθηκε εναντίον του κατηγορούμενου διάταγμα για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις των €40,00 (πιστό αντίγραφο του διατάγματος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2). Στο οφειλόμενο, από τον κατηγορούμενο ποσό, που ανέρχεται στα €700,00 περιλαμβάνεται το αρχικά οφειλόμενο ποσό, οι τόκοι από την καταχώρηση της αγωγής και τα δικηγορικά έξοδα. Σε σχετική ερώτηση κατά πόσο είχε καταχωρηθεί και άλλη ποινική υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου για οφειλόμενες δόσεις, ο μάρτυρας ανέφερε ότι καταχωρήθηκε για τις πρώτες 9 δόσεις, που αντιπροσώπευαν το συνολικό ποσό των €360,
  3. Ο κατηγορούμενος, όπως περαιτέρω ανέφερε ο μάρτυρας, δεν κατέβαλε κανένα ποσό έναντι του εξ' αποφάσεως χρέους. Σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε καμία από τις επίδικες δόσεις, ήτοι τις δόσεις από την 01.01.2014 έως 01.07.
  4. Σε σχετική ερώτηση της συνηγόρου της παραπονούμενης κατά πόσο ο κατηγορούμενος έχει τη δυνατότητα να καταβάλλει το ποσό των €40,00 μηνιαίως, ο μάρτυρας απάντησε θετικά. Αντεξεταζόμενος, αρνήθηκε τη θέση που επανειλημμένα του υποβλήθηκε από τον κατηγορούμενο ότι ο λόγος που δεν του κατέβαλε το ποσό που αξιώνει είναι γιατί ποτέ δεν του παρέδωσε την «ασφάλεια». Μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.155 και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία και δεν κάλεσε μάρτυρες. Ο κατηγορούμενος στην κύρια εξέταση του ανέφερε, ότι επανειλημμένα ο ΜΚ1 τον επισκεπτόταν στο μαγαζί του για να του ζητήσει χρήματα για την ασφάλεια που, κατά τους ισχυρισμούς του ΜΚ1, του έκανε. Ο ίδιος, όπως περαιτέρω ανέφερε, αρνούνταν να του πληρώσει οποιοδήποτε ποσό αφ' ης στιγμής δεν του παρέδιδε το ασφαλιστικό συμβόλαιο. Εδώ και 3 χρόνια πληρώνει τους ασφαλιστές του και δεν θα είχε κανένα πρόβλημα να πληρώσει και τον ΜΚ1 εάν του παρέδιδε το ασφαλιστικό συμβόλαιο. Κατά την αντεξέταση του, δέχθηκε ότι το 2012 η Παραπονούμενη καταχώρησε εναντίον του αγωγή και ότι στην απουσία του εκδόθηκε απόφαση. Αρνήθηκε ότι εκδόθηκε στη δική του παρουσία του αλλά και του δικηγόρου του διάταγμα μηνιαίων δόσεων ύψους €40,00 προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι ποτέ δεν ενεργούσε ο κ. Κωνσταντινίδης ως δικηγόρος του. Στη συνέχεια και σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε ανέφερε ότι δεν θυμόταν κατά πόσο ήταν παρών όταν εκδόθηκε το διάταγμα. Σε σχετικές ερωτήσεις κατά πόσο κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό έναντι του εξ' αποφάσεως χρέους και κατά πόσο πλήρωσε οποιαδήποτε από τις δόσεις από 01.01.2014 μέχρι 01.07.2014, ο κατηγορούμενος απάντησε αρνητικά. Στην υποβληθείσα θέση ότι «καθυστέρησε» την πληρωμή των 7 μηνιαίων δόσεων ύψους €40,00 η κάθε μία, ο μάρτυρας απάντησε αρνητικά. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας η συνήγορος της Παραπονουμένης εισηγήθηκε ότι με την προσκομισθείσα μαρτυρία αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Ο τελευταίος με τη σειρά του ανέφερε ότι δεν ήταν υπόχρεος να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό αφ' ης στιγμής δεν του παρέδιδαν την «ασφάλεια». Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάχθηκε με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v.Χαραλάμπους
(1996)1Α ΑΑΔ 447, και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 820). Η εντύπωση που αποκόμισα από τον ΜΚ1 ήταν θετική. Από την όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα, σχημάτισα την εντύπωση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο, για να καταθέσει την αλήθεια παραθέτοντας τα γεγονότα που περιήλθαν στη γνώση του. Οι αναφορές του ότι εναντίον του κατηγορούμενου εκδόθηκε η απόφαση και το διάταγμα μηνιαίων δόσεων για πληρωμή του εξ' αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις των €40,00 δεν έτυχαν αμφισβήτησης και σε κάθε περίπτωση επιβεβαιώνονται από τα Τεκμήρια 1 και 2 που κατέθεσε. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης, η μαρτυρία του ότι ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε καμία από τις επίδικες δόσεις αλλά ούτε και οποιοδήποτε ποσό έναντι του εξ' αποφάσεως χρέους. Συνακόλουθα αποδέχομαι ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του στην ολότητα της συμπεριλαμβανομένων και των Τεκμηρίων 1 και 2. Όπως διαφάνηκε από την ενώπιον μου μαρτυρία, ο κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε ότι, στην απουσία του, εκδόθηκε εναντίον του απόφαση στην αγωγή που καταχώρησε η Παραπονούμενη. Αναφερόμενος στον λόγο που δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό έναντι του εξ' αποφάσεως χρέους, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι αφ' ης στιγμής ο ΜΚ1 δεν του παρέδωσε την ασφάλεια δεν όφειλε οποιοδήποτε ποσό. Θα πρέπει, καταρχάς, να αναφέρω ότι η θέση του αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Πέραν αυτού σημειώνω πως αυτό που διαφάνηκε από την ενώπιον μου μαρτυρία είναι ότι η δικαστική απόφαση (Τεκμήριο 1), όχι μόνο δεν παραμερίστηκε αλλά αντίθετα στα πλαίσια της εκδόθηκε, στην παρουσία του κατηγορούμενου το επίδικο διάταγμα μηνιαίων δόσεων (Τεκμήριο 2). Ο κατηγορούμενος επίσης, επιχείρησε, όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία του, να αμφισβητήσει και το επίδικο διάταγμα προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι ποτέ δεν διόρισε ως δικηγόρο του τον κ. Κωνσταντινίδη για να τον εκπροσωπήσει κατά την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος. Ισχυρίστηκε επίσης, αρχικά, ότι δεν ήταν παρών κατά την έκδοση του διατάγματος για να διαφοροποιήσει στη συνέχεια τη θέση του προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι δεν θυμόταν κατά πόσο δεν ήταν παρών. Πέραν του ότι το διάταγμα, Τεκμήριο 2, τον διαψεύδει, τόσο σε σχέση με τη θέση του για την εκπροσώπηση του από τον πιο πάνω δικηγόρο όσο και για την παρουσία του κατά την έκδοση του, θα πρέπει να επισημάνω πως σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο δεν μπορεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας να πάει πίσω από την επίδικη απόφαση και το επίδικο διάταγμα μηνιαίων δόσεων και να ελέγξει τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδόθηκαν και αν σωστά εκδόθηκαν. Αφ' ης στιγμής δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι τα Τεκμήρια 1 και 2 έχουν παραμεριστεί ή τροποποιηθεί, αυτά παράγουν πλήρη έννομα αποτελέσματα. Συνακόλουθα ουδεμία βαρύτητα προσδίδεται στη μαρτυρία του κατηγορούμενου. Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 24.04.2012 εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Παραπονούμενης και εναντίον του κατηγορουμένου στα πλαίσια της αγωγής 295/2012 για το ποσό των €425,29, πλέον €174,00 έξοδα αγωγής, πλέον τόκο και για τα δύο ποσά προς 5,5% το χρόνο από 07.02.2012 πλέον Φ.Π.Α και €11,00 έξοδα επίδοσης (Τεκμήριο 1). Στις 04.02.2013 εκδόθηκε, στην παρουσία του κατηγορουμένου, διάταγμα με το οποίο ο κατηγορούμενος διατασσόταν να πληρώσει στην Παραπονούμενη το εξ αποφάσεως χρέος του με μηνιαίες δόσεις ύψους €40,00 η κάθε μία από την 01.04.2013 μέχρι εξόφλησης. Ο κατηγορούμενος διατάχθηκε όπως πληρώσει στην Παραπονούμενη τα έξοδα της αίτησης μηνιαίων δόσεων ύψους €188,00 πλέον τόκο προς 5,5% το χρόνο από 09.11.2012, πλέον Φ.Π.Α και €11,00 έξοδα επίδοσης (Τεκμήριο 2). Ο κατηγορούμενος δεν πλήρωσε στην Παραπονούμενη τις μηνιαίες δόσεις από 01.01.2014 μέχρι και 01.07.2014 ούτε και οποιοδήποτε ποσό έναντι του εξ' αποφάσεως χρέους. Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 CLR σελ.40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 ΑΑΔ 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 401). Έχοντας αναφερθεί στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, θεωρώ ότι αυτό είναι το κατάλληλο σημείο για να αναφερθώ στη μη συμπερίληψη στην έκθεση αδικήματος των κατηγοριών στο κατηγορητήριο, του άρθρου του νομοθετήματος που δημιουργεί το αδίκημα που αποδίδεται στον κατηγορούμενο. Πιο συγκεκριμένα, δεν γίνεται αναφορά στο άρθρο 3
(1)(γ) του Νόμου 60(I)/2008, που δημιουργεί το αδίκημα, αλλά αναφέρεται το άρθρο 4
(3)του Νόμου που αφορά την έκδοση διατάγματος είσπραξης των οφειλομένων δόσεων ως χρηματικής ποινής σε περίπτωση καταδίκης δυνάμει του προαναφερόμενου άρθρου 3
(1)(γ). Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 39 (γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, το οποίο διέπει τη σύνταξη κατηγορητηρίων: «η κατηγορία στο κατηγορητήριο περιγράφει εν συντομία σε κοινή γλώσσα το ποινικό αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, αποφεύγοντας στο μέτρο του δυνατού τη χρήση τεχνικών όρων και χωρίς απαραίτητα να εκτίθενται όλα τα ουσιώδη στοιχεία του ποινικού αδικήματος και περιλαμβάνει αναφορά στο άρθρο του νομοθετήματος που δημιουργεί το ποινικό αδίκημα. Όταν κάποιο ποινικό αδίκημα συνιστάται από πράγμα το οποίο απαγορεύεται από το συνδυασμένο αποτέλεσμα περισσοτέρων του ενός νομοθετημάτων, το κατηγορητήριο περιλαμβάνει αναφορά και στα δύο αυτά νομοθετήματα και αν το ποινικό αδίκημα ορίζεται από ένα και η ποινή προβλέπεται από άλλο νομοθέτημα που προβλέπει την ποινή». Σύμφωνα δε με την επιφύλαξη του άρθρου 39 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, σφάλμα στην έκθεση του αδικήματος ή των λεπτομερειών του, τότε μόνο πλήττει το κύρος του κατηγορητηρίου όταν, καταδειχθεί ότι, ο κατηγορούμενος, λόγω του λάθους αυτού παραπλανήθηκε ή επηρεάστηκε δυσμενώς στην υπεράσπιση του. Στην υπόθεση Σ. Μαρκίδη ν. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων,
(1999)2, ΑΑΔ 598 και συγκεκριμένα στις σελ.601 και 602, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Κακή στοιχειοθέτηση του κατηγορητηρίου λόγω παράλειψης συμπερίληψης στην έκθεση του αδικήματος του άρθρου 12 του Ν. 4/
  1. Η παράλειψη συμπερίληψης οποιουδήποτε άρθρου του νόμου σχετικού προς τη στοιχειοθέτηση και οριοθέτηση του αδικήματος δεν επάγεται την ακυρότητα της κατηγορίας όπως ρητά ορίζεται από την επιφύλαξη του άρθρου 39 του Κεφ.
  2. Μόνο όπου εμφαίνεται ότι ο κατηγορούμενος παραπλανήθηκε από το λάθος στη διατύπωση της κατηγορίας δικαιολογείται ένα τέτοιο συμπέρασμα. Στην πρωτόδικη απόφαση γίνεται αναφορά σε σειρά αποφάσεων διαφωτιστικών για την ερμηνεία της σχετικής επιφύλαξης. (βλ. Fourri v. The Republic
(1980)2 CLR 152, Constantinides v. The Republic
(1978)2 CLR 337, Begonia Fashions v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 451). Σχετική επί του προκειμένου είναι και η πρόσφατη απόφαση που δόθηκε από τον Ηλιάδη, Δικαστή, στην Ανδρέας Σ. Κοιλιάρης Λτδ ν. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1998)2 ΑΑΔ 194)». Επίσης, όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Ηλία κ.α. ν. Αστυνομίας 1999
(2)ΑΑΔ 395, στην οποία επαναλήφθηκε παλαιότερη επί του θέματος νομολογία, «Η διαπίστωση ελαττώματος στο κατηγορητήριο δεν ακυρώνει απαραίτητα τη δίκη. Μπορεί να οδηγήσει ή να μην οδηγήσει σ' αυτό το αποτέλεσμα ανάλογα με τα περιστατικά. Εφόσον το Ανώτατο Δικαστήριο κρίνει πως το ελάττωμα δεν επηρέασε τους εφεσείοντες στην υπεράσπιση τους ή γενικότερα πως δεν προκάλεσε αδικία, οφείλει να επικυρώσει τη καταδίκη (βλ. Kyriakou v. The Welfare Officer
(1961)2 CLR 227, Panteli v. District Labour Officer Famagusta
(1985)2 CLR, Karasamanis v. Police
(1986)2 CLR 229 και Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 14). Στην υπόθεση Ανδρέας Σ. Κοιλιάρης Λτδ ν. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1998)2ΑΑΔ 194, επαναλήφθηκε η θέση ότι σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του άρθρου 39 (γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αναφορικά με την σύνταξη του κατηγορητηρίου, μόνο ουσιώδεις παρατυπίες που επιφέρουν βλάβη στο κατηγορούμενο, μπορεί να οδηγήσουν σε παραπλάνηση του, επηρεάζουν την εγκυρότητα του κατηγορητηρίου (βλ. επίσης Constantinides v. Republic
(1978)2 CLR 337, Ξυδιά κ.α. ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 174, 225).» Στην παρούσα περίπτωση, όπως προανέφερα, ελλείπει από την έκθεση των αδικημάτων το άρθρο 3
(1)(γ) το οποίο δημιουργεί το αδίκημα που αποδίδεται στον κατηγορούμενο. Με βάση όλα τα πιο πάνω η Παραπονούμενη θα έπρεπε να είχε συμπεριλάβει το πιο πάνω άρθρο, αφού αυτό είναι το άρθρο του Νόμου που ποινικοποιεί την παράλειψη του κατηγορούμενου να καταβάλει στην Παραπονούμενη τις επίδικες μηνιαίες δόσεις σύμφωνα με το εκδοθέν διάταγμα (Τεκμήριο 2). Εκείνο όμως που έχει ουσιαστική σημασία και θα πρέπει, σύμφωνα με τη νομολογία, να εξετασθεί, είναι εάν η παράλειψη αυτή της Παραπονούμενης, έχει επηρεάσει, με οποιοδήποτε τρόπο, τον κατηγορούμενο στην υπεράσπιση του. Λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της υπόθεσης, του γεγονότος ότι στο κατηγορητήριο περιλαμβάνεται ο σχετικός Νόμος, ότι από τις λεπτομέρειες του αδικήματος διαφαίνεται με ξεκάθαρο τρόπο ποιο είναι το αδίκημα που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, ότι από τη μαρτυρία του ΜΚ1 διαφάνηκε άμεσα και με ξεκάθαρο τρόπο ότι η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε εναντίον του κατηγορούμενου ένεκα της παράλειψης του να καταβάλει στην Παραπονούμενη τις επίδικες δόσεις, θεωρώ ότι δεν φαίνεται να παραπλανήθηκε ο κατηγορούμενος ή να έχει επηρεαστεί δυσμενώς κατά την προβολή της υπεράσπισης του. Συνακόλουθα κρίνω ότι δεν θα πρέπει να με απασχολήσει περαιτέρω θέμα ακυρότητας του κατηγορητηρίου. Το άρθρο 3
(1)(γ) και
(2)του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 Ν.60
(1)/2008 (στο εξής ο «Νόμος») προνοεί τα ακόλουθα: «3.
(1)Οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους: .............................................................................................................................(γ) παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία. είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 4.
(2)Ουδεμία δίωξη ασκείται, δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1), εναντίον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, εκτός αν αυτός παραλείπει να καταβάλει την πληρωμή τουλάχιστον τριών δόσεων: Νοείται ότι, σε περίπτωση που οι δόσεις που υπολείπονται προς εξόφληση του χρέους είναι λιγότερες από τρεις δύναται να ασκηθεί ποινική δίωξη αν παραλείπει να καταβάλει οποιαδήποτε δόση. Στο δε ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι πιο κάτω έννοιες: «διάταγμα πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις" σημαίνει διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 90 του Μέρους ΙΧ του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου· "εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους" έχει την έννοια η οποία αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου· "εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής" έχει την έννοια η οποία αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου· "εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος" έχει την έννοια η οποία αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου.» Σύμφωνα επομένως με τα πιο πάνω, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι τα ακόλουθα: (α) ο παραπονούμενος να είναι εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής και ο κατηγορούμενος εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης (β) η ύπαρξη διατάγματος πληρωμής του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις (γ) η παράλειψη καταβολής προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή του ποσού οποιασδήποτε δόσης και (δ) να οφείλονται τουλάχιστον τρεις δόσεις, εκτός εάν οι δόσεις που υπολείπονται προς εξόφληση είναι λιγότερες από τρεις. Δεδομένης της αξιολόγησης και των ευρημάτων μου καταλήγω ότι η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος έχει στοιχειοθετηθεί με την προσαγωγή μαρτυρίας ότι ο κατηγορούμενος είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης με πιστώτρια την Παραπονούμενη, ότι δεν έχει εξοφλήσει το εξ' αποφάσεως χρέος του, ότι αποδέχθηκε την εξόφληση του με μηνιαίες δόσεις και στη βάση αυτή εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα (Τεκμήριο 2) και ότι παρέλειψε να καταβάλει τις επίδικες επτά δόσεις κατά την ημερομηνία πληρωμής τους σύμφωνα με το επίδικο διάταγμα. Ο Νόμος αναγνωρίζει στον οφειλέτη την Υπεράσπιση της οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας. Πιο συγκεκριμένα το άρθρο 3
(4)(γ) του Νόμου προνοεί ότι εναπόκειται στον οφειλέτη να αποδείξει ότι «έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος». Το βάρος απόδειξης, ως Υπεράσπιση, ήταν επί των ώμων του κατηγορούμενου το οποίο μπορούσε να αποσείσει στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. Αναστασίου Νικολάου v. CITI PRINCIPAL INVESTMENTS LTD, Ποινική Έφεση ΑΡ. 160/2014, ημερ.20.12.2016). Στην υπό κρίση υπόθεση, ωστόσο, ο κατηγορούμενος, όπως διαφάνηκε από την εκδοχή που προέβαλε στο Δικαστήριο, δεν επικαλέστηκε την πιο πάνω υπεράσπιση ότι, δηλαδή, είχε μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του επίδικου διατάγματος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του. Η εκδοχή του για την μη ύπαρξη οποιασδήποτε οφειλής εκ μέρους του προς την Παραπονούμενη, για τον λόγο που προέβαλε, αναμφίβολα δεν συνιστά υπεράσπιση στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, δηλαδή τη μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή, το βάρος απόδειξης, τη νομική πτυχή και τα ευρήματα, καταλήγω ότι ο κατηγορούμενος είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης και η παραπονούμενη εκ δικαστικής αποφάσεως πιστώτρια εν τη εννοία του Νόμου. Στις 04.02.2013 εκδόθηκε εναντίον του κατηγορούμενου διάταγμα μηνιαίων δόσεων με το οποίο ο τελευταίος διατάχθηκε όπως αποπληρώσει στην Παραπονούμενη το εξ αποφάσεως χρέος του με μηνιαίες δόσεις ύψους €40,00 της πρώτης δόσεως πληρωτέας την 01.04.2013. Ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε στην Παραπονούμενη επτά δόσεις που αφορούν την περίοδο 01.01.2014 - 01.07.2014. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι η Παραπονούμενη απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και κατά συνέπεια αυτός κρίνεται ένοχος σε όλες τις κατηγορίες. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της Παραπονούμενης και εναντίον του κατηγορούμενου. (Υπ.) ............. Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.