← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Adel Halabi, Aρ. Υπόθεσης: 2491/16, 26/6/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Adel Halabi, Aρ. Υπόθεσης: 2491/16, 26/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B25 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 2491/16 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν - Adel Halabi Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 26.6.17 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Συμεού Για τον Κατηγορούμενο: κα Α. Σαββίδου Κατηγορούμενος: παρών Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στην κατηγορία της υποβοήθησης με πρόθεση και μαζί με άλλο πρόσωπο της εισόδου κατά την 31.3.16 στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας 27 αλλοδαπών από την Συρία, ήτοι υπηκόων τρίτης χώρας, κατά παράβαση του άρθρου 19(Α)

(1)
(3)(β) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε - τέταρτη κατηγορία - καθώς και της συνωμοσίας προς διάπραξη του κακουργήματος της τέταρτης κατηγορίας κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε - πρώτη κατηγορία. Ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε και άλλες κατηγορίες στις οποίες αθωώθηκε από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως με απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 2.5.
  1. Με την εν λόγω απόφαση ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία στις κατηγορίες 1, 4 και 5 και επέλεξε το δικαίωμα να προβεί σε ανώμοτη δήλωση από το εδώλιο του κατηγορούμενου. Στις 17.5.17 η Υπεράσπιση έκλεισε την υπόθεσή της χωρίς να καλέσει μάρτυρα. Η υπόθεση ορίσθηκε για τελικές αγορεύσεις στις 14.6.
  2. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι εν τέλει δεν επιχειρηματολόγησαν καθότι την ημέρα εκείνη ο Κατηγορούμενος άλλαξε απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή στις κατηγορίες 1 και
  3. Η Κατηγορούσα Αρχή στις 21.6.17 διέκοψε την πέμπτη κατηγορία και κατά συνέπεια ο Κατηγορούμενος απαλλάγηκε σε αυτήν. Δεν προτίθεμαι να παραθέσω τα γεγονότα της υπόθεσης. Αυτά είναι καταγραμμένα στα πρακτικά, δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση και τα έχω κατά νου κατά την επιμέτρηση της ποινής. Σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Υπό το φως των πιο πάνω τα υπό τιμωρία αδικήματα κρίνονται αρκούντως σοβαρά αφού αυτά τιμωρούνται ως ακολούθως: το αδίκημα της τέταρτης κατηγορίας με μέγιστη ποινή φυλάκισης 8 ετών ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει το ισόποσο σε Ευρώ των Λ.Κ.20.000,00 σεντ ή και τις δύο αυτές ποινές και το αδίκημα της συνωμοσίας με μέγιστη ποινή φυλάκισης 7 ετών. Η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Αναμφίβολα η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση. Αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να υποβαθμίσει την σοβαρότητα ενός αδικήματος ή την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία αδικημάτων. Ούτε και πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21), Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224 και Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 CLR 248). Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου όπως αυτές εκτέθηκαν από την ευπαίδευτη συνήγορό του κατά την αγόρευσή της για μετριασμό της ποινής. Υποδείχθηκε ότι ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 41 ετών, νυμφευμένος από το έτος 2005 με ομοεθνή του και από τον γάμο του απέκτησε δύο παιδιά ηλικίας 11 και 7 ετών. Λόγω της τραγικής πολιτικής κατάστασης που επικρατεί στην Συρία αναγκάσθηκε να μεταβεί με την οικογένειά του στην Τουρκία για μια ασφαλέστερη ζωή αλλά και για σκοπούς εργασίας, ενώ επιδίωξή του κατά την διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων ήταν να έρθει στην Κύπρο, πρώτα, ο ίδιος και, ακολούθως, η υπόλοιπη του οικογένεια, η οποία επί του παρόντος ζει στην Τουρκία, για μια καλύτερη ζωή αλλά και για σκοπούς εργασίας αφού συν τοις άλλοις στην χώρα μας ζει επιστήθιος φίλος του Κατηγορούμενου στον οποίο ο Κατηγορούμενος προσβλέπει σε βοήθεια άμα τη αποφυλακίση του μιας και ο Κατηγορούμενος είναι πλέον αιτητής πολιτικού ασύλου και ο οποίος είναι και το πρόσωπο που συμπαραστέκεται στον Κατηγορούμενο όλο αυτό το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση τόσο ηθικά όσο και οικονομικά. Έλαβα, επίσης, υπόψη ότι όπως και οι άλλοι 27 αλλοδαποί τους οποίους ο Κατηγορούμενος μετέφερε οδηγώντας την βάρκα έτσι κι' αυτός κατέβαλε το ποσό των 2.000 Δολαρίων για την μεταφορά του στην Κύπρο για τον σκοπό που ενωρίτερα υποδείχθηκε και ότι ουδέν οικονομικό όφελος αποκόμισε από την ποινικά κολάσιμη πράξη του. Έλαβα, επίσης, υπόψη μου ότι η συνωμοσία δεν ήταν σοβαρής μορφής αφού αυτή συνίστατο σε μια συμφωνία της στιγμής, θα μπορούσε να λεχθεί, της οποίας είχε προηγηθεί παράκληση προς τον Κατηγορούμενο να οδηγήσει την βάρκα από τρίτο πρόσωπο λίγο πριν ξεκινήσει το ταξίδι για την Κύπρο, πράγμα που ο Κατηγορούμενος έπραξε. Όπως αναφέρθηκε και στην δεύτερη ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου στην οποία ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας έκανε αναφορά κατά την παρουσίαση των γεγονότων ο Κατηγορούμενος είχε πριν την επιβίβαση του στην βάρκα επιλεγεί από άλλο πρόσωπο να οδηγήσει την βάρκα και ενόψει του ότι γνώριζε να οδηγεί βάρκα συναίνεσε να την οδηγήσει προκειμένου να βρεθεί στην Κύπρο για τους σκοπούς που πιο πάνω υποδείχθηκαν. Έλαβα, επίσης, υπόψη μου την συνεργασία του Κατηγορούμενου με την Αστυνομία. Ο Κατηγορούμενος στην δεύτερη ανακριτική του κατάθεση παραδέχθηκε ότι ήταν ο οδηγός της βάρκας που μετέφερε τους 27 αλλοδαπούς από την Τουρκία στην Κύπρο και αποκάλυψε το αδίκημα της συνωμοσίας. Έλαβα, επίσης, υπόψη μου ότι ο Κατηγορούμενος είναι ένας άνθρωπος βαθιά χτυπημένος από την ζωή αφού κανένα από τα 9 του αδέλφια και κανένας από τους δύο του γονείς δεν βρίσκεται στην ζωή. Έχουν όλοι πεθάνει. Επίσης, ότι οι οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε η οικογένειά του δεν του επέτρεψαν να ολοκληρώσει την φοίτησή του στο σχολείο με αποτέλεσμα να ολοκληρώσει μόνο το Δημοτικό και, έτσι, να βγει στην βιοπάλη από πολύ μικρός για να στηρίξει την οικογένεια του οικονομικά. Συγκεκριμένα εργαζόταν ως οικοδόμος και ελαιοχρωματιστής. Προσέτι δε ότι ό,τι ώθησε τον Κατηγορούμενο να διαπράξει τα υπό τιμωρία αδικήματα ήταν η ανάγκη για μια καλύτερη ζωή τόσο γι' αυτόν όσο και για την οικογένειά του, δικαίωμα το οποίο έχει κάθε άνθρωπος στην ζωή, και για να υποβάλει αίτημα για πολιτικό άσυλο στην χώρα μας για να μπορέσει να ζήσει εδώ και να εργασθεί. Τέλος, έλαβα υπόψη μου ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και ότι ουδέποτε στην χώρα του δεν απασχόλησε τον Νόμο. Τα πιο πάνω κρίνω ότι μειώνουν την σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων σε σημαντικό βαθμό πράγμα που θα έχει το αντίκρισμά του στην επιβληθεισόμενη ποινή. Τα ελαφρυντικά του Κατηγορούμενου και οι μετριαστικοί παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και βαθμού που να υπερακοντίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής εν' όψει της σοβαρότητας των υπό τιμωρία αδικημάτων. Μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που να μπορούν να επηρεάσουν το είδος της. Αποτιμώντας, από την μια, την σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα ελαφρυντικά και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η αρμόζουσα για τον Κατηγορούμενο ποινή είναι η επιβολή ποινής φυλάκισης. Εν' όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής στον Κατηγορούμενο θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Συνακόλουθα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: στην πρώτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 9 μηνών στην τέταρτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 14 μηνών. Οι πιο πάνω επιβληθείσες ποινές φυλάκισης θα συντρέχουν. Στην βάση των εξουσιών που μου παρέχονται από το άρθρο 19(Γ)
(1)(α) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε, διατάσσω την δήμευση της βάρκας με την οποία έγινε η μεταφορά των αλλοδαπών και μέσω της οποίας διαπράχθηκε το αδίκημα της τέταρτης κατηγορίας. Σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε, η έκτιση ποινής φυλάκισης αρχίζει από την ημέρα κατά την οποία αυτή διαβάζεται. Η περίοδος, όμως, αυτή εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει άλλως μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο αυτός που καταδικάστηκε τελούσε δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού σε προφυλάκιση. Η εξουσία Δικαστηρίου να προφυλακίσει κατηγορούμενο παρέχεται από το άρθρο 48 του Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε, σύμφωνα με το οποίο κάθε Δικαστήριο δύναται, αν θεωρεί αυτό σκόπιμο, να αναβάλει οποιαδήποτε υπόθεση που είναι ενώπιόν του και βάσει της αναβολής αυτής δύναται, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)του άρθρου 157 είτε να απολύσει τον κατηγορούμενο υπό τέτοιους όρους τους οποίους θεωρεί εύλογους, είτε να προφυλακίσει αυτόν. Συνάγεται ότι η προφυλάκιση δεν περιλαμβάνει περίοδο κατά την οποία πρόσωπο τελεί υπό κράτηση ως ύποπτος. Στην προκειμένη περίπτωση ο Κατηγορούμενος τελεί υπό προφυλάκιση από τις 15.4.16, ήτοι από την ημερομηνία της πρώτης παρουσίασής του στο Δικαστήριο για τους σκοπούς της παρούσης υπόθεσης. Συνακόλουθα διατάσσω όπως οι σήμερα επιβληθείσες συντρέχουσες ποινές φυλάκισης αρχίζουν από τις 15.4.16 ημερομηνία κατά την οποία ο Κατηγορούμενος τέθηκε υπό προφυλάκιση για τους σκοπούς της παρούσης υπόθεσης. Ευρώ 480,00 σεντ έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής να καταβληθούν από την Δημοκρατία. (Υπ.) ........... Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Ποινή - Συνωμοσία και Υποβοήθηση στην είσοδο αλλοδαπών στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας Subject: Criminal / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.