Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Στυλιανός Χρίστου κ.α., Aρ. Υπόθεσης: 2317/15, 21/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B22 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 2317/15 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν -
- Στυλιανός Χρίστου
- Πανίκος Χρυσοστόμου Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 21.6.17 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Συμεού Για τον Κατηγορούμενο 1: κα Κ. Πιερούδη Κατηγορούμενος 1: παρών Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος 1, από τώρα και στο εξής «ο Κατηγορούμενος», βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής σε αριθμό κατηγοριών που αφορούν κυρίως σε διαρρήξεις και κλοπές. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες που αφορούν στο αδίκημα της διάρρηξης καταστήματος κατά παράβαση του άρθρου 294(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε - κατηγορίες 3 και 5 - καθώς και των αντίστοιχων κλοπών κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε - κατηγορίες 4 και 6 - στο αδίκημα της διάρρηξης αποθήκης κατά παράβαση του άρθρου 294(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε - κατηγορία 7 - καθώς και της αντίστοιχης κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε - κατηγορία 8 - και στο αδίκημα της κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων εν καιρώ νυκτός κατά παράβαση του άρθρου 296(γ) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε - πρώτη κατηγορία. Ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε και κατηγορία συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος - δεύτερη κατηγορία - η οποία στις 22.5.17 διακόπηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 17-18.2.14 διέρρηξε και εισήλθε στο καφενείο με την ονομασία «Όασις» ιδιοκτησίας της Γιανούλας Βορκά που βρίσκεται στο χωριό Κιδάσι της επαρχίας Πάφου και έκλεψε από αυτό αντικείμενα και κέρματα συνολικής αξίας Ευρώ 175,00 σεντ, περιουσία της Γιανούλας Βορκά - κατηγορίες 3 και 4 - ότι μεταξύ των ίδιων ημερομηνιών διέρρηξε και εισήλθε στο καφενείο με την ονομασία «Σύνδεσμος Αποδήμων Κεδαριτών» ιδιοκτησίας της Αναστασίας Βασιλείου που βρίσκεται στο χωριό Κέδαρες της επαρχίας Πάφου και έκλεψε από αυτό αντικείμενα συνολικής αξίας Ευρώ 211,00 σεντ, περιουσία της Αναστασίας Βασιλείου - κατηγορίες 5 και 6 - και ότι μεταξύ των ημερομηνιών 17-19.2.14 διέρρηξε και εισήλθε στην αποθήκη του υποσταθμού της ΑΗΚ που βρίσκεται στο χωριό Χωλετριά της επαρχίας Πάφου και έκλεψε από αυτή καλώδια χαλκού συνολικής αξίας Ευρώ 150,00 σεντ περιουσία της ΑΗΚ - κατηγορίες 7 και
- Τέλος, κατηγορείται ότι στις 19.2.14 στην Λεωφόρο Τάφοι των Βασιλέων εν καιρώ νυκτός μαζί με τον δεύτερο Κατηγορούμενο είχαν στην κατοχή τους εντός του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΕΤΑ 024 διαρρηκτικά εργαλεία, ήτοι 1 λιβέρι χρώματος πορτοκαλί, 1 κατσαβίδι, 1 κλειδί, 1 κουκούλα χρώματος μαύρου και 1 ζεύγος γάντια χωρίς νόμιμη δικαιολογία. Δεν προτίθεμαι να παραθέσω τα γεγονότα της υπόθεσης. Αυτά παρουσιάσθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή σε γραπτή μορφή και συγκεκριμένα με την παρουσίαση τεσσάρων Συνοπτικών Εκθέσεων της Αστυνομίας οι οποίες κατατέθηκαν στον φάκελο του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση και τα έχω κατά νου κατά την επιμέτρηση της ποινής. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Υπό το φως των πιο πάνω τα υπό τιμωρία αδικήματα κρίνονται αρκούντως σοβαρά αφού αυτά τιμωρούνται ως ακολούθως: τα αδικήματα της διάρρηξης με μέγιστη ποινή φυλάκισης 7 ετών, τα αδικήματα της κλοπής με μέγιστη ποινή φυλάκισης 3 ετών και το αδίκημα της κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων εν καιρώ νυκτός με μέγιστη ποινή φυλάκισης 5 ετών. Η σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων υπογραμμίζεται και μέσα από την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 565 το Εφετείο με παραπομπή σε παλαιότερη Νομολογία σημειώνει ότι τα αδικήματα των κλοπών και των διαρρήξεων είναι σε έξαρση γι' αυτό και επιβάλλεται η ανακοπή αυτού του είδους της εγκληματικότητας η οποία έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Η αυστηρότητα των ποινών είναι κατά την πιο πάνω απόφαση ένας τρόπος πάταξης του φαινομένου. Σχετική είναι, επίσης, η υπόθεση Παναγή ν. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 47 όπου υπογραμμίστηκε ότι η διάπραξη διαρρήξεων έχει εξελιχθεί σε κοινωνική μάστιγα γι' αυτό και πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές. Στην υπόθεση David Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 587 λέχθηκαν τα εξής: «Τα αδικήματα των διαρρήξεων και κλοπών είναι αδικήματα τα οποία απασχολούν τα δικαστήρια σχεδόν καθημερινά. Αυτό επιβάλλει αντιμετώπιση των παραβατών κατά τρόπο που να συμβάλλει στην αποτροπή διάπραξης τέτοιων αδικημάτων. Η ανάγκη αυτή τονίστηκε κατ' επανάληψη». Στην υπόθεση Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 138 το θέμα της ποινής σε αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών προσεγγίσθηκε ως εξής: «Η ανάγκη για την αυστηρή αντιμετώπιση των πιο πάνω αδικημάτων λόγω κυρίως της συχνότητας τους έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 ΑΑΔ 194, Dirazo v. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 113, Al-Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 160). Μάλιστα πολύ πρόσφατα (βλ. Παναγίδης ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 6239/18.4.97), η απόφαση του Εφετείου αρχίζει με τη θλιβερή διαπίστωση πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Καταλήγει δε με τη διακήρυξη της υποστήριξης του Εφετείου σε αυστηρές ποινές για τέτοιου είδους συμπεριφορά. Στην ίδια απόφαση επισημαίνονται τα πιο κάτω: «οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται αντίθετα έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη». Τέλος, κρίνω σκόπιμο να κάνω αναφορά στην υπόθεση Dos Santos v. Δημοκρατίας
(2005)2 ΑΑΔ 297. Η εν λόγω υπόθεση παρόλο που αφορούσε σε προμήθεια ναρκωτικών είναι ενδεικτική καθότι σε αυτήν εκφράζεται η ανησυχία του Εφετείου για την ολοένα αυξανόμενη εγκληματικότητα και την ανάγκη όπως μη γίνεται ανεκτή από τα Δικαστήρια εγκληματική συμπεριφορά που αναγκάζει τους πολίτες αμυνόμενους να αλλάξουν συνήθειες που χαρίζουν καλή ποιότητα ζωής στον τόπο μας. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα του τότε Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου: «Μας προκαλεί θλίψη και ανησυχία η συνεχής εκμετάλλευση από εγκληματίες των συνθηκών και συνηθειών ζωής που επικρατούν στη χώρα μας, όπου οι άνθρωποι επιθυμούν να ζουν μέσα σε συνθήκες ασφάλειας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Οι κάτοικοι θέλουν να έχουν τις πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών τους ανοιχτά, επιθυμούν να εισέρχονται στη χώρα μας εκατομμύρια τουρίστες, χωρίς να υποβάλλονται στις συνήθεις ταλαιπωρίες τελωνειακού ελέγχου. Οι άνθρωποι έμαθαν να αφήνουν ενίοτε εκτεθειμένη την περιουσία τους, πιστεύοντας πώς δεν θα κλαπεί ή καταστραφεί. Θέλουν να κινούνται ελεύθερα στους δρόμους χωρίς να φοβούνται πως θα ληστευθούν. Αυτές οι συνήθειες χαρίζουν την καλή ποιότητα ζωής στη χώρα μας. Δεν μπορεί, επομένως, να γίνει ανεχτή η εγκληματικότητα που αναγκάζει την Πολιτεία και τους πολίτες, αμυνόμενοι, να μεταβάλουν αυτές τις συνήθειες». Ο ρυθμός με τον οποίο τα υπό τιμωρία αδικήματα διαπράχθηκαν επιτείνει την σοβαρότητα τους. Συγκεκριμένα μέσα σε ένα χρονικό διάστημα 2 ημερών, ήτοι μεταξύ των ημερομηνιών 17.2.14 και 19.2.14, ο Κατηγορούμενος διέπραξε 3 συνολικά διαρρήξεις κτηρίων συνοδευόμενες από κλοπές. Οι πράξεις του Κατηγορούμενου καταδεικνύουν συμπεριφορά που στρέφεται όχι μόνο ενάντια στην ιδιωτική περιουσία αλλά και την ίδια την έννομη τάξη αφού διαβρώνουν το αίσθημα ασφάλειας του κοινού. Δίδουν λαβή για έντονη ανησυχία και καθιστούν αναγκαία και προεξάρχουσας σημασίας την προστασία του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου από την εγκληματική του συμπεριφορά. Οι ιδιοκτήτες και κάτοχοι κτηρίων πρέπει να διακατέχονται από το αίσθημα της ασφάλειας και της βεβαιότητας για την περιουσία τους και την πεποίθηση ότι αυτή θα παραμείνει άθικτη από εγκληματικές συμπεριφορές του είδους που επέδειξε ο Κατηγορούμενος. Σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να γίνονται ανεκτές συμπεριφορές όπως αυτή που επέδειξε ο Κατηγορούμενος. Τα Δικαστήρια έχουν ευθύνη μέσω των κατάλληλων ποινών να συμβάλουν στην εμπέδωση αυτού του αισθήματος προστατεύοντας τα δικαιώματα και την περιουσία των πολιτών με τρόπο αποτελεσματικό. Η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Αναμφίβολα η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση. Αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να υποβαθμίσει την σοβαρότητα ενός αδικήματος ή την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία αδικημάτων. Ούτε και πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21), Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224 και Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 CLR 248). Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου τα ακόλουθα: την παραδοχή του Κατηγορούμενου στο Δικαστήριο έστω και αν αυτή δεν ήταν άμεση. Έγινε, όμως, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Στην υπόθεση Βασίλης Σόλωνα Φανάρα ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50 λέχθηκε ότι η παραδοχή λαμβάνεται υπόψη στην κατάλληλη περίπτωση έστω και αν αυτή δεν είναι έγκαιρη ότι η αξία της κλαπείσας περιουσίας ήταν μικρή και ότι σημαντικό μέρος αυτής ανευρέθηκε στα πλαίσια εκτέλεσης εντάλματος έρευνας που διενεργήθηκε από την Αστυνομία στην οικία του Κατηγορούμενου την συνεργασία του Κατηγορούμενου με την Αστυνομία. Ο Κατηγορούμενος αφού μετά την ανακοπή από την Αστυνομία του οχήματος που οδηγούσε συνελήφθη για το αυτόφωρο αδίκημα της κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων στην συνέχεια της ίδιας ημέρας προέβη σε θεληματική κατάθεση στην οποία ομολόγησε ότι το χάλκινο συρματόσχοινο που βρέθηκε, μεταξύ άλλων αντικειμένων, εντός του οχήματός του το έκλεψε με τον δεύτερο κατηγορούμενο από υποσταθμό της ΑΗΚ στο χωριό Χολετριά της επαρχίας Πάφου αφού προηγουμένως οι δυο τους έκοψαν την κλειδωνιά της πόρτας με το χειροψάλιδο, που, επίσης, ανευρέθηκε εντός του αυτοκινήτου του. Σχετικές είναι οι κατηγορίες 7 και
- Ομολόγησε, επίσης, την διάπραξη των διαρρήξεων και των κλοπών που αποτελούν το αντικείμενο των κατηγοριών 3-
- Κατά δε την έρευνα που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο ο Κατηγορούμενος υπέδειξε εντός της οικίας του την κλαπείσα περιουσία. Επίσης, προέβη σε υποδείξεις σκηνών και συγκεκριμένα τα δύο καφενεία και τον υποσταθμό της ΑΗΚ. Εξήγησε δε πώς αυτός και ο δεύτερος Κατηγορούμενος εισήλθαν εντός των πιο πάνω υποστατικών και τι έκλεψαν από αυτά. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι η συνεργασία του Κατηγορούμενου με την Αστυνομία ήταν καταλυτική. Ενώ ο Κατηγορούμενος είχε συλληφθεί για το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας με την ομολογία του στις διωκτικές αρχές αποκάλυψε την διάπραξη των διαρρήξεων με αποτέλεσμα αυτές να εξιχνιασθούν πλήρως την στιγμή που μαρτυρία που να τον εμπλέκει σε αυτές δεν υπήρχε τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου όπως αυτές καταμαρτυρούνται μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας η οποία ετοιμάσθηκε στις 14.3.17 στα πλαίσια αίτησης για νομική αρωγή. Ειδικότερα έλαβα υπόψη μου το χαμηλό μορφωτικό του επίπεδο και τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει. Αναφορικά με το πρώτο υποδεικνύεται στην εν λόγω έκθεση ότι ο Κατηγορούμενος φοίτησε μέχρι την Α΄ τάξη του Γυμνασίου. Αναφορικά με το δεύτερο ότι ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει προβλήματα στον σπόνδυλο και τα άκρα μετά από πυροβολισμούς που δέχθηκε. Έλαβα, επίσης, υπόψη μου ως μετριαστικό της ποινής παράγοντα την καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση της υπόθεσης. Ενώ τα υπό τιμωρία αδικήματα διαπράχθηκαν τον Φεβρουάριο του 2014 η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 27.3.15, ήτοι 1 έτος και πλέον αργότερα, χωρίς γι' αυτό να έχει δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία από την Κατηγορούσα Αρχή. Τουναντίον, όπως από τα γεγονότα που εκτέθηκαν ενώπιόν μου προκύπτει τα αδικήματα χάριν στην συνεργασία τόσο του Κατηγορούμενου όσο και του δεύτερου κατηγορούμενου εξιχνιάσθηκαν πολύ νωρίς. Ενδεικτικό τούτου είναι ότι ο Κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς για όλα τα αδικήματα που αντιμετωπίζει από τον Φεβρουάριο του
- Η καθυστέρηση είναι μεγάλη και βαρύνει αποκλειστικά τις διωκτικές αρχές. Η Νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης - με την καταχώρηση της υπόθεσης - λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623). Αναφορικά με το χρονικό διάστημα που παρήλθε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου σημειώνονται τα ακόλουθα. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267 λέχθηκε ότι η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623 υποδείχθηκε με αναφορά σε προγενέστερη Νομολογία ότι εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 ΑΑΔ 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 ΑΑΔ 77, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 ΑΑΔ 638 Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252, και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 ΑΑΔ 272). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355 υποδείχθηκε ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης καθότι μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Από της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων μέχρι την διάγνωση της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου έχουν παρέλθει 3 έτη και 4 μήνες. Μελετώντας τον φάκελο της υπόθεσης διαπιστώνω ότι ο Κατηγορούμενος ευθύνεται για σημαντική καθυστέρηση στην διάγνωση της ποινικής του ευθύνης και συγκεκριμένα για ένα χρονικό διάστημα της τάξης των 2 περίπου ετών αφού ενώ η υπόθεση ήταν ορισμένη για επίδοση στις 4.8.15 την ημέρα εκείνη ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή στις εναντίον του κατηγορίες και απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή άλλαξε στις 7.4.17. Είναι σαφώς νομολογημένο ότι όταν η πάροδος χρόνου μεταξύ της διάπραξης και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορούμενου οφείλεται αποκλειστικά στον ίδιο τον κατηγορούμενο ο χρόνος αυτός δεν λαμβάνεται υπόψη προς όφελός του. Από την άλλη, η Νομολογία αναγνωρίζει ότι όταν ο χρόνος αυτός είναι μεγάλος έως πολύ μεγάλος δεν μπορεί να παραγνωρισθεί εντελώς. Προσδίδεται δε στον παράγοντα αυτό τέτοια βαρύτητα ώστε στο τέλος της ημέρας η επιβληθεισόμενη ποινή να μην είναι τέτοια που να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του Νόμου. Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χρίστος Γενεθλίου, Ποινική Έφεση 5/16, ημερομηνίας 1.3.16 αναφέρθηκαν ενδεικτικά τα ακόλουθα: «Από την πορεία της υπόθεσης διαφαίνεται ότι μεγάλη ευθύνη για την καθυστέρηση βαρύνει την πλευρά του εφεσίβλητου. Παραμένει, βέβαια, ως αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο χρόνος που διέρρευσε είναι, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, μεγάλος και αυτό έχει τη δική του επίπτωση στην ποινή που επιβάλλεται. Όμως, έχοντας υπόψη τη συμβολή του ίδιου του εφεσίβλητου στη μεγάλη αυτή καθυστέρηση που παρατηρήθηκε, δεν μπορεί αυτός ο παράγοντας να έχει καταλυτικές επιπτώσεις στην επιβαλλόμενη ποινή. Σίγουρα, η καθυστέρηση θα πρέπει να συνυπολογίζεται, ελαφρυντικά, στην επιμέτρηση της ποινής, όχι όμως σε βαθμό που να εξουδετερώνονται όλοι οι άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες, όπως έχει συμβεί στην παρούσα περίπτωση». Αναμφίβολα το χρονικό διάστημα που παρήλθε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου είναι μεγάλο. Δεν είναι, όμως, τόσο μεγάλο ώστε να μην πρέπει να παρεκκλίνω από την πιο πάνω αναφερόμενη νομολογιακή αρχή λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας τους για τους λόγους που ενωρίτερα εξηγήθηκαν αλλά και του ότι μέσα στο διαρρεύσαν χρονικό διάστημα δεν διεφάνη να επήλθε οποιαδήποτε διαφοροποίηση στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου. Ο χρόνος που διέρρευσε θα έχει το αντίκρισμά του στην επιβληθεισόμενη ποινή, όχι, όμως, σε βαθμό που να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά των υπό τιμωρία αδικημάτων. Τα ελαφρυντικά του Κατηγορούμενου και οι μετριαστικοί παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν είναι τέτοιας έκτασης και βαθμού που να υπερακοντίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής εν' όψει της σοβαρότητας των υπό τιμωρία αδικημάτων η οποία αναδεικνύεται από τα όσα ενωρίτερα αναφέρθηκαν. Μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που να μπορούν να επηρεάσουν το είδος της. Αποτιμώντας, από την μια, την σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα ελαφρυντικά και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η αρμόζουσα για τον Κατηγορούμενο ποινή είναι η επιβολή ποινής φυλάκισης. Εν' όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής στον Κατηγορούμενο θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Συνακόλουθα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: στην πρώτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 9 μηνών στην τρίτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 18 μηνών στην τέταρτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 μηνών στην πέμπτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 18 μηνών στην έκτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 μηνών στην έβδομη κατηγορία ποινή φυλάκισης 18 μηνών στην όγδοη κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Οι πιο πάνω επιβληθείσες ποινές φυλάκισης θα συντρέχουν. Ακολούθως θα προχωρήσω να εξετάσω αν με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 117
(2)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε, οι ποινές φυλάκισης που έχω σήμερα επιβάλει στον Κατηγορούμενο θα πρέπει να συντρέχουν ή να είναι διαδοχικές με την ήδη εκτιόμενη ποινή των 10 ετών που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο από το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας στις 23.3.15 στην υπόθεση με αριθμό 12806/14. Το πιο πάνω άρθρο προνοεί τα ακόλουθα: «Ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε σε πρόσωπο που ήδη καταδικάστηκε σε φυλάκιση αρχίζει να εκτίεται μετά την λήξη της προηγούμενης ποινής εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά». Στην υπόθεση Σάββας Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 443 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η αρχή της συνολικότητας της ποινής ισχύει βεβαίως στην Κύπρο όπως ισχύει και στην Αγγλία. Επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο δικαστήριο την ίδια ώρα στην ίδια ή σε διαφορετικές υποθέσεις και καλύπτει περιπτώσεις όπως η προκείμενη στην οποία οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικό δικαστήριο σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές υποθέσεις . Επίκεντρό της είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς την συνολική ποινική ευθύνη του. Και υπόβαθρό της είναι οι ευρύτεροι παράμετροι που διέπουν την αναλογικότητα της τιμωρίας προς το έγκλημα και που έχουν έρεισμα στις θεμελιακές αρχές του δικαίου και αναγνώριση στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων υπό το φως των οποίων και θα πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 117
(2)και να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ύψος της επιβληθεισομένης ποινής. Εφόσον πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου πρέπει να αντικρίζεται διαχρονικά σαν σύνολο σε κάθε δεδομένη περίπτωση φυλάκισής του. Ειδικά στην περίπτωση όπως η προκειμένη στην οποία επιβάλλεται ποινή ενώ ο τιμωρούμενος εκτίει άλλη ποινή, αποτελούν καλό κανόνα τα λεχθέντα από τον Richards, J., στην υπόθεση R v. Watts
(2000)1 Cr. App. R. (S) 460 .: «If the offence had fallen to be dealt with at the same time would the same total sentence have resulted. If not, then the total produced by making the sentences consecutive may be disproportionate and excessive». Ο κανόνας αυτός αντιστοιχεί προς τον γενικό κανόνα που το δικαστήριο, όταν εξετάζει το ενδεχόμενο επιβολής συντρεχουσών ή διαδοχικών ποινών, εφαρμόζει ως απόρροια της αρχής της συνολικότητας της ποινής. Όπως το έθεσε ο Lawton L.J., στην υπόθεση R v. Barton, October 6, 1972 (αναφερόμενη στο Encyclopaedia of Current Sentencing Practice, section A5-3A) . υποδεικνύοντας το καθήκον του δικαστηρίου: It must look at the totality of the criminal behaviour and ask itself what is the appropriate sentence for all the offences». Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι αναφορικά με το ζητούμενο το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει την εγκληματική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου στο σύνολό της. Διαπιστώνω εν πρώτοις ότι τα υπό τιμωρία αδικήματα είναι παρόμοιας φύσης με τα αδικήματα των κατηγοριών στην υπόθεση με αριθμό 12806/14. Αυτό διαφοροποιεί την παρούσα υπόθεση από την υπόθεση Κουφού ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 396 όπου η επιβολή διαδοχικών ποινών βασίσθηκε στο ότι τα αδικήματα ήταν εντελώς διαφορετικής φύσης από εκείνα για τα οποία είχε ήδη επιβληθεί και εκτίετο ποινή σε άλλη υπόθεση με αποτέλεσμα η επιβολή συντρεχουσών ποινών να μην δικαιολογείτο «από τη φύση, το χαρακτήρα και τα περιστατικά της υπόθεσης». Υποβάλλοντας, λοιπόν, στον εαυτό μου το ερώτημα κατά πόσο η συνολική ποινή των 11 ετών και 6 μηνών που προκύπτει από την διαδοχικότητα των ποινών είναι στο σύνολό της υπέρμετρη και δυσανάλογη προς τα υπό τιμωρία αδικήματα φρονώ πως η απάντηση είναι θετική. Με δεδομένη την μεγαλύτερη ποινή των 10 ετών ως το μέτρο που το Δικαστήριο στην υπόθεση με αριθμό 12806/14 έκρινε ως ορθό, το σύνολο της εγκληματικής συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου έχοντας υπόψη όλους τους παράγοντες που υπεισέρχονται στο θέμα δεν θα δικαιολογούσε την επιβολή ποινής 11 ετών και 6 μηνών. Θέτοντάς το και διαφορετικά. Αν η παρούσα υπόθεση ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου όταν επιβάλλετο ποινή στην υπόθεση 12806/14 και λαμβανόταν υπόψη αμφιβάλλω αν η ποινή που θα επέβαλλε το Δικαστήριο με δεδομένο πάντοτε το μέτρο των 10 ετών που το ίδιο έκρινε ως ορθό θα ήταν αισθητά διαφορετική από εκείνη που επιβλήθηκε. Εν' όψει των αρχών της Νομολογίας που πιο πάνω αναφέρονται και έχοντας το όφελος και της απόφασης του προηγούμενου Δικαστηρίου δεν θα μπορούσα να πω με βεβαιότητα ότι η ποινή των 10 ετών που επιβλήθηκε στην υπόθεση 12806/14 θα ήταν αυξημένη ή αρκούντως αυξημένη αν τότε είχε ληφθεί υπόψη η παρούσα υπόθεση ώστε να δικαιολογείται απόφαση άλλη από την απόφαση όπως οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης που σήμερα επιβλήθηκαν στην παρούσα υπόθεση θα πρέπει να συντρέχουν με τις ήδη επιβληθείσες στην υπόθεση 12806/14 ποινές. Για όλους τους πιο πάνω λόγους οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης που σήμερα επιβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο θα συντρέχουν με τις ήδη επιβληθείσες και εκτιόμενες συντρέχουσες ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο στις 23.3.15 από το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας στην υπόθεση 12806/14 με μεγαλύτερη ποινή αυτή των 10 ετών. Ο Κατηγορούμενος καταδικάζεται σε Ευρώ 15,00 σεντ έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής τα οποία να πληρωθούν πάραυτα. Τα τεκμήρια της υπόθεσης να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της υπόθεσης αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 2. Τα αποτυπώματα του Κατηγορούμενου 1 να κατασχεθούν και να καταστραφούν. Η κλαπείσα περιουσία που ανευρέθηκε και δεν επιστράφηκε να επιστραφεί στους νόμιμους δικαιούχους. (Υπ.) ........... Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Ποινή - Διαρρήξεις και Κλοπές Subject: Criminal / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο