← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Τζέμ Νιαζή, Αρ. Υπόθεσης: 11492/12, 22/6/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Τζέμ Νιαζή, Αρ. Υπόθεσης: 11492/12, 22/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B23 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11492/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Τζέμ Νιαζή, από την Πάφο Κατηγορούμενου ----------------------------- Ημερομηνία: 22/6/2017 Για την κατηγορούσα αρχή: κα Χρ. Περγαντή Για τον κατηγορούμενο: κ. Χ. Σαββίδης Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι στις 7/8/2012, στην Πάφο, παράνομα προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη στον Όμηρο Ευσταθίου από τη Χλώρακα. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της κατηγορίας παρουσίασε ως μάρτυρες, τους: αστυφύλακα 2140 Βάσο Αιμιλίου, λοχία 1760 Παναγιώτη Πελοπίδα, αστυφύλακα 495 Γιώργο Δημητρίου, αρχιαστυφύλακα 1635 Ανδρέα Χ'' Βασίλη, αρχιαστυφύλακα 2639 Ζήνωνα Ζήνωνος, αστυφύλακα 2588 Ανδρέα Παπακλεοβούλου, αστυφύλακα 494 Μάριο Φιλίππου, Ανδρέα Σοφοκλέους, Αλπάι Νιαζή, Όμηρο Ευσταθίου, Παναγιώτη Παπαδόπουλο και Ελένη Αντωνίου (Μ.Κ.1 μέχρι 12, αντίστοιχα). O κατηγορούμενος Τζέμ Νιαζή, αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του κατάθεσε ενόρκως. Προς υπεράσπισή του παρουσίασε ως μάρτυρες, τους: αστυφύλακα 2836 Δέσποινα Κυπριανίδου, Σιούκρο Σιούκρου, αστυφύλακα 4908 Μαρίνο Χρίστου και Μαρία Θεοδώρου (Μ.Υ.1 μέχρι 4, αντίστοιχα). Να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια της δίκης - που υπήρξε μακρά - παρουσιάστηκαν και 91 συνολικά τεκμήρια (έγγραφα και αντικείμενα), ενώ δηλώθηκαν και αρκετά παραδεκτά γεγονότα. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με την υπό κρίση κατηγορία, κατά βάση απορρέει από τη μαρτυρία του παραπονούμενου, Όμηρου Ευσταθίου (Μ.Κ.10), ο οποίος, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης μεταξύ άλλων ανάφερε και τα εξής: Στον ουσιώδη χρόνο, ο ίδιος και τα αδέλφια, Ανδρέας Σοφοκλέους (Μ.Κ.8) και Σοφοκλής Σοφοκλέους, ενώ ήταν μέσα στο αυτοκίνητο του Σοφοκλή και έρχονταν από το Κτήμα στη Χλώρακα πρόσεξαν πολυκοσμία έξω από το κρεοπωλείο με την ονομασία «Shukrou Meat Market» (στο εξής «το κρεοπωλείο») το οποίο βρίσκεται στην οδό Ακαμαντίδος στην Πάφο, ιδιοκτησίας των αδελφών Νάζου Σιούκρου και Σιούκρου Σιούκρου (Μ.Υ.2). Οι τελευταίοι είναι ξαδέλφια του κατηγορούμενου. Επειδή οι τρεις πρώτοι διαπίστωσαν ότι στο μέρος βρισκόταν και ο γνωστός τους, Γιώργος Φυλακτού σταμάτησαν απέναντι από το κρεοπωλείο οπότε και είδαν το Φυλακτού να λογομαχεί με τους αδελφούς Σιούκρου. Ακολούθως κατέβηκαν από το αυτοκίνητο και αφού διασταύρωσαν το δρόμο πήγαν απέναντι στο πεζοδρόμιο, έξω από το κρεοπωλείο. Καθώς διασταύρωναν, παράλληλα κατέβαινε και ο κατηγορούμενος από τη σκάλα που βρίσκεται στη δεξιά πλευρά του κρεοπωλείου. Εκεί στο πεζοδρόμιο, έξω από το κρεοπωλείο είχε αρκετούς παρατηρητές, όπως ήταν ο παραπονούμενος και οι αδελφοί Σοφοκλέους. Στο ίδιο μέρος ήταν και ο Φυλακτού. Ο παραπονούμενος και οι αδελφοί Σοφοκλέους, όταν πήγαν εκεί δεν κρατούσαν οτιδήποτε στα χέρια τους. Ο κατηγορούμενος, καθώς κατέβαινε από τη σκάλα ημίγυμνος άρχισε να φωνάζει και σε κλάσματα δευτερολέπτου κατευθύνθηκε στο εσωτερικό του κρεοπωλείου. Κατά την έξοδό του από αυτό κρατούσε δυο μαχαίρια με μπλε χειρολαβή. Αφού κατευθύνθηκε προς το μέρος του παραπονούμενου - ο οποίος εξακολουθούσε να βρίσκεται στο πεζοδρόμιο, έξω από το κρεοπωλείο και να βλέπει προς αυτό -, του κάρφωσε το ένα από τα δυο μαχαίρια που κρατούσε (το τεκμήριο 26) κάτω από το λαιμό, στην αριστερή πλευρά. Ο κατηγορούμενος ενήργησε τόσο γρήγορα που ο παραπονούμενος δεν έκανε κάποια προσπάθεια να απομακρυνθεί, να αμυνθεί. Μετά από αυτό ήρθαν τα αδέλφια Σοφοκλέους και το βοήθησαν να μπει μέσα στο αυτοκίνητο και ακολούθως, ο Σοφοκλής, το μετέφερε με το μαχαίρι καρφωμένο στο λαιμό, στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Μετά το μαχαίρωμα, δεν είχε πλήρως τις αισθήσεις του, ήταν όλα συγχυσμένα. Η απόσταση από το σημείο που στεκόταν ο παραπονούμενος μέχρι το σημείο από το οποίο είδε τον κατηγορούμενο να παίρνει τα μαχαίρια, ήταν 5 με 6 περίπου μέτρα. Όταν δέχθηκε τη μαχαιριά βρισκόταν 1 με 2 μέτρα από την είσοδο του κρεοπωλείου. Από το σημείο αυτό δεν είδε να υπάρχει οποιαδήποτε ακαταστασία ή ζημιά μέσα στο κρεοπωλείο. Ο λόγος που όταν τον κάλεσε η Αστυνομία για να του υποδείξει κάποια πρόσωπα που πιθανόν να ενέχονταν στο επίδικο συμβάν, δεν πήγε, ήταν επειδή, παρόλο που είχε πάρει εξιτήριο από το νοσοκομείο, δεν ήταν σε ψυχολογική κατάσταση να μπορεί να πάει. Η εκδοχή του κατηγορούμενου για ό,τι του καταλογίζεται αναφορικά με το ίδιο συμβάν, σύμφωνα με όσα έχει αναφέρει στην κυρίως εξέτασή του είναι η εξής: Στις 7/8/2012 (ουσιώδης χρόνος) διέμενε σε διαμέρισμα στην οδό Ακαμαντίδος 30 μαζί με τη μητέρα του και το μικρό του αδελφό. Ξύπνησε στις 08:30 και ενώ νιβόταν, άκουσε έντονες φωνές κάτω από το διαμέρισμα. Αφού φόρεσε τα παπούτσια του κατέβηκε κάτω ημίγυμνος. Όταν κατέβηκε είχε κάποιους μικρούς που φώναζαν οπότε πήγε εκεί να δει τι γίνεται. Όταν πήγε είδε μέσα στο κρεοπωλείο κάποιους με κάτι ρόπαλα και ξύλα, οι οποίοι φώναζαν. Αφού μπήκε στο κρεοπωλείο, τους ρώτησε «Τι γίνεται εδώ» και ένας από αυτούς, το χτύπησε από πίσω. Επειδή έβλεπε μέσα, προς τα ξαδέλφια του δεν είδε ποιος τον είχε χτυπήσει. Την ώρα που το χτύπησε επειδή φοβήθηκε έτρεξε να μπει μέσα από τους πάγκους. Αυτοί ήταν μπροστά από τη βιτρίνα και χτυπούσαν και φώναζαν. Πέρασε από μέσα τους και την ώρα που πήγε να μπει μέσα, κάποιος το χτύπησε από πίσω. Έτρεξε να μπει μέσα, μέσα από τις βιτρίνες, του έριξε ένας ένα τραπεζάκι και επειδή φοβήθηκε αφού ήταν με ξύλα και ρόπαλα, κρύφτηκε πίσω από τον ξύλινο πάγκο που κόβουν το κρέας. Εκείνο το διάστημα δεν ήξερε ποια πρόσωπα ήταν στο κρεοπωλείο. Τα έμαθε μετά. Καθ' ον χρόνο διαδραματίζονταν τα πιο πάνω, τα ξαδέλφια του - αδελφοί Σιούκρου, ήταν εκεί. Προτού μπει μέσα στο κρεοπωλείο δε μίλησε με κανένα από τους παρόντες. Είπε απλώς «Τι γίνεται εδώ» και πήγε να περάσει από μέσα, το χτύπησαν, έτρεξε να μπει μέσα από τις βιτρίνες και του έριξαν ένα τραπεζάκι στην πλάτη. Εκείνη την ώρα κρύφτηκε πίσω από τους πάγκους που κόβουν το κρέας για ασφάλεια. Στην αρχή, όταν κατέβηκε κάτω, ο παραπονούμενος, οι αδελφοί Σοφοκλέους - που εκείνο τον καιρό τους ήξερε με το παρατσούκλι «σατανάες» - και ο Φυλακτού ήταν μπροστά από τη βιτρίνα των κρεάτων και χτυπούσαν και φώναζαν. Μπήκε ανάμεσά τους και τους ρώτησε «Τι γίνεται» και την ώρα που έβλεπε προς τα ξαδέλφια του, του χτύπησαν πίσω στο κεφάλι. Μετά, του έριξαν το τραπεζάκι. Μπήκε μέσα και αυτοί τον ακολούθησαν και φώναζαν και έσπαζαν. Από το σημείο όπου ήταν κρυμμένος, τα μόνα πράγματα που έβλεπε ήταν μαχαίρια, ππάλες και κάτι βάζα με ξιδάτα που είχαν σπάσει. Την ώρα που πήγε κάτω και είδε το επεισόδιο έπαθε σοκ, επειδή ήταν τέσσερις εκείνη την ώρα, δεν ήξερε πόσοι ήταν ακριβώς, τους είδε που φώναζαν με τα ρόπαλα, φοβήθηκε και απλώς έμεινε πίσω από τους πάγκους μέχρι να τελειώσει η φασαρία. Εκεί που ήταν μπορούσαν να το βρουν, αλλά δεν ήταν εύκολο να το χτυπήσουν. Ότι τραυματίστηκε ο παραπονούμενος, το έμαθε την ώρα που τέλειωσε το επεισόδιο και έφυγαν οι τέσσερις, οπότε έτρεξε να πάει πάνω στο διαμέρισμα και επικοινώνησε με το γαμπρό του τον Ευαγόρα, ο οποίος, του είπε τι έγινε ακριβώς καθώς και να πάνε στην Αστυνομία. Εν τω μεταξύ, την ώρα που έβγαινε προς το πάνω, κάποιος είπε ότι μαχαιρώθηκε ο Φυλακτού. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας στο σύνολό του και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί, καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες καθώς και τον κατηγορούμενο, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλ. και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει στο στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων η πραγματική μαρτυρία, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326,366: «..η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας». Βλέπε και την Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298. Για την αξία της ιατρικής μαρτυρίας παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439: «Η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 Α.Α.Δ. 1003, 1010, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51).» Ειδικά για το γιατρό Παπαδόπουλο (Μ.Κ.11) και την ιατροδικαστή Αντωνίου (Μ.Κ.12), οι οποίοι κατάθεσαν και ως πραγματογνώμονες προστίθενται και τα εξής: Είναι καλά γνωστό, ότι ο πραγματογνώμονας οφείλει να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλα τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και δεδομένα που θα του επιτρέψουν να καταλήξει σε δικαστική κρίση (βλ. μεταξύ άλλων Pouris & another v. The Repuplic
(1983)2 C.L.R 170 και Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R 1). Ακολούθως, ενώ η μαρτυρία πραγματογνώμονα, κατά κανόνα θεωρείται μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα, η εκτίμηση της εν λόγω μαρτυρίας δε διαφέρει από την εκτίμηση της μαρτυρίας άλλων μαρτύρων. Και τούτο, επειδή οι κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία των πραγματογνωμόνων είναι ίδιοι με τους κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία όλων των άλλων μαρτύρων. Τέλος, η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σ' ένα θέμα δε βασίζεται μόνο στα σχετικά ακαδημαϊκά προσόντα που διαθέτει κανείς γύρω από το θέμα, αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σ' αυτό. Ένα πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας, με βάση, είτε τα ακαδημαϊκά του προσόντα είτε την πείρα του σ' ένα τομέα, η οποία, από μόνη της μπορεί να καταστήσει το μάρτυρα εμπειρογνώμονα ή πραγματογνώμονα. Το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να προτιμά τη μαρτυρία του προσώπου που διαθέτει τόσο ακαδημαϊκά προσόντα όσο και πείρα σε σύγκριση με τη μαρτυρία ενός προσώπου που έχει μόνο πείρα. Όλα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, την όλη εντύπωση και τους λόγους που δίνει ο μάρτυρας για τα όσα κατάθεσε (βλ. τη Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 841). Καθόλα σχετικά είναι και τ' ακόλουθα, από την εντελώς πρόσφατη υπόθεση Νικολάου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 162/14, ημερομηνίας 2/5/2017: «Η πραγματογνωμοσύνη είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης (Δέστε Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία πραγματογνώμονα όταν προέρχεται από επιστήμονα, στα πλαίσια της επιστήμης του (Δέστε Folkes v Chadd
(1782)3 Dong KB 157-15.4.13). Κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, χωρίς, κατ΄ ανάγκη, να κατέχει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα εάν έχει μεγάλη πείρα επί του θέματος (Δέστε Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 575 - 587). Για να καταθέσει κάποιος ως πραγματογνώμονας, πρέπει να καταδείξει ότι κατέχει τα προσόντα για κάτι τέτοιο (Δέστε R v Francis
(2013)EWCA Crim. 123). Το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και αφού εξετάσει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει (Δέστε Σιακόλα v Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110 και Yaacoub v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 73/2013, ημερ. 19.3.2014). Το ζήτημα της πραγματογνωμοσύνης μπορεί να αποφασιστεί κατά την προσπάθεια παρουσίασης της σχετικής μαρτυρίας ή ακόμη ευχερέστερα, στο τέλος της υπόθεσης, κατά τη διατύπωση της τελικής ετυμηγορίας, εκτός αν το όλο ζήτημα εξεταστεί στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το καίριο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως πραγματογνώμονας (Δέστε R. v Clarke
(2013)EWCA, Crim. 162).» Επισημαίνεται και η πάγια νομική αρχή σύμφωνα με την οποία, εκεί όπου υπάρχει σύγκρουση της μαρτυρίας με τα παραδεκτά γεγονότα υπερισχύουν τα παραδεκτά γεγονότα (βλ. Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143 και Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους
(2000)2 Α.Α.Δ. 186). Αναφορικά με το περιεχόμενο των δυο ανακριτικών καταθέσεων του κατηγορούμενου (τεκμήρια 54 και 62) λαμβάνω υπόψη, ότι, το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη τους επαφίεται στη διακριτική μου ευχέρεια (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 190). Αναφορικά με την αποδεικτική αξία της περιστατικής μαρτυρίας, παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Παφίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102: «Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή ή κατηγορία μαρτυρίας της άμεσης μαρτυρίας, δηλαδή μαρτυρίας η οποία αφεαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα (όπως μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων). Όχι μόνο δεν υπάρχει προκατάληψη, και αυτό είναι η δεύτερη διαπίστωση που θέλουμε να κάμουμε, εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους. .Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας (βλ. μεταξύ άλλων Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R., 73 p. 79 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνον όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του.» Βλ. και Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 746. Αναμφίβολα, ο εντοπισμός - ύπαρξη - του γενετικού υλικού στον τόπο του εγκλήματος αποτελεί σημαντικό στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 428) και το ίδιο ισχύει και για τα δακτυλικά αποτυπώματα. Ωστόσο, όπως αναφέρεται στη Χαρίτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 225: «Στην περίπτωση δακτυλικών αποτυπωμάτων η ύπαρξη τους δεν οδηγεί κατ' ανάγκη σε εύρημα ότι το άτομο που άφησε τα αποτυπώματά του στον τόπο του εγκλήματος είναι ο δράστης. Η άρνηση ενοχής συναρτάται και εκτιμάται σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η επαφή με το αντικείμενο του εγκλήματος. Ανάλογα δε με την εξήγηση που μπορεί να υπάρχει για την ύπαρξη τους, η παρουσία δακτυλικών αποτυπωμάτων είναι δυνατή και από μόνη της να στηρίξει καταδίκη (βλ. μεταξύ άλλων Charitonos v. Republic
(1971)2 C.L.R. 40, Mantis v. Police
(1981)2 C.L.R. 234, Χατζηπέτρου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174 και Ιωάννου άλλως Τίτος κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 409, σελ. 418 - 419). Κατ' αναλογία και η ύπαρξη γενετικού υλικού παρόλο που είναι αρκετή από μόνη της για να οδηγήσει σε καταδίκη, αυτό δεν είναι απαραίτητο διότι η ύπαρξη του μπορεί να έχει λογική εξήγηση. Τότε μόνο οδηγεί σε ενοχή, εφόσο η ύπαρξή του συνεκτιμούμενη με τα άλλα περιστατικά του εγκλήματος δεν αφήνει λογικά περιθώριο για άλλη ερμηνεία ή εξήγηση. (Γιαννίδης ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143, Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171 και Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 331).» Προστίθενται και τα εξής: Ούτε και μπορεί να λεχθεί ότι η απουσία αποτυπωμάτων (ή γενετικού υλικού, κατ' αναλογία) οδηγεί σε αρνητική διαπίστωση επαφής με κάποιο αντικείμενο (βλ. Πιτσιλλίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 662 και Αριστείδου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 32). Τέλος παραπέμπω και στην Αλ - Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117 σύμφωνα με την οποία, η προσφυγή στο ψεύδος δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Μολονότι μαζί με τον κατηγορούμενο κατάθεσαν 17 συνολικά μάρτυρες, εντούτοις, για λόγους που θα αναφέρω στη συνέχεια, η υπόθεση θα κριθεί στη βάση της κρίσης μου επί της ποιότητας της μαρτυρίας και της αξιοπιστίας τεσσάρων από τους εν λόγω μάρτυρες, που ήταν και από τους πρωταγωνιστές κατά το επίδικο επεισόδιο (πρόκειται για τον παραπονούμενο Όμηρο Ευσταθίου και τον Ανδρέα Σοφοκλέους - Μ.Κ.10 και 8, αντίστοιχα - από τη μια και για τον κατηγορούμενο Τζεμ Νιαζή και το Σιούκρο Σιούκρου (Μ.Υ.2) από την άλλη) καθώς και ακόμη δυο μαρτύρων. Της αστυφύλακα 2836 Δέσποινας Κυπριανίδου (Μ.Υ.1) που ήταν παρούσα, καθ' ον χρόνο διαδραματίζονταν όσα προηγήθηκαν του επίδικου περιστατικού, κατά το οποίο τραυματίστηκε ο παραπονούμενος και της Μαρίας Θεοδώρου (Μ.Υ.4), η οποία είδε και άκουσε μέρος όσων διαδραματίστηκαν κατά το επίδικο περιστατικό και κυρίως, κατά τον κρίσιμο χρόνο, που ασφαλώς είναι ο χρόνος τραυματισμού του παραπονούμενου. Όλα αυτά, σε συνδυασμό βέβαια, με σημαντικά στοιχεία περιστατικής, πραγματικής - περιλαμβανομένης και επιστημονικής - μαρτυρίας, σημαντικό μέρος της οποίας αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών, υπό την μορφή κοινών παραδεκτών γεγονότων. Των παραπάνω λεχθέντων, στη συνέχεια θα ασχοληθώ με τη μαρτυρία των υπό αναφορά και ακολούθως - αν και εφόσον χρειαστεί - με τη μαρτυρία και των υπόλοιπων μαρτύρων. Έχοντας κατά νου και τη νομολογιακή αρχή σύμφωνα με την οποία, η διαπίστωση ότι ένας μάρτυρας εσκεμμένα ψεύδεται και αποκρύπτει οτιδήποτε το ενοχοποιητικό για τον ίδιο, σε μια αλυσίδα γεγονότων, πλήττει καίρια τη γενικότερη αξιοπιστία του (βλ. τη Mohamed ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 - στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορούμενου - παρατηρώ τα εξής: Με εξαίρεση τις δυο μάρτυρες υπεράσπισης (Μ.Υ.1 και 4), που θεωρώ απολύτως αξιόπιστες, οι οποίες κατάθεσαν στο Δικαστήριο με απόλυτη ειλικρίνεια και πειστικότητα την αλήθεια για όσα έλαβαν χώρα στην παρουσία και εις επήκοον τους στον ουσιώδη χρόνο, των οποίων η μαρτυρία γίνεται συνολικά αποδεκτή, οι άλλοι τέσσερις και εκ των πρωταγωνιστών του επίδικου περιστατικού, κατά τη γνώμη μου είναι απολύτως αναξιόπιστοι επί της ουσίας όσων ανάφεραν, αφού είμαι βέβαιος, ότι παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο με πρόθεση, όχι για να πουν την αλήθεια, αλλά, με τη σαφώς κατασκευασμένη και ψευδή μαρτυρία τους, προκειμένου να με παρασύρουν να δεχτώ την εκδοχή τους για όσα καταλογίζουν οι μεν στους δε, αποσιωπώντας σκόπιμα όσα πιθανότατα τους βαραίνουν κατά το ίδιο περιστατικό. Τον κατηγορούμενο, στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης και τον παραπονούμενο και τον Ανδρέα Σοφοκλέους, στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης 5090/13, Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, με κατηγορούμενους τους ίδιους καθώς και τους Σοφοκλή Σοφοκλέους και Γεώργιο Φυλακτού. Υπόθεση που περικλείει μια κατηγορία αξιόποινης παράνομης εισόδου, μια κατηγορία επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, δυο κατηγορίες κοινής επίθεσης, μια κατηγορία μεταφοράς επιθετικού όπλου ή οργάνου και τέλος, μια κατηγορία κακόβουλης ζημιάς, με παραπονούμενους τους αδελφούς Σιούκρου και τον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση. Αδικήματα που φέρονται να διαπράχθηκαν κατά τον ίδιο χρόνο και στον ίδιο τόπο που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο ότι διέπραξε το αδίκημα που αντιμετωπίζει στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Δηλαδή, στις 7/8/2012 στο επίδικο κρεοπωλείο. Αναφορικά με το Σιούκρο Σιούκρου θεωρώ ότι, κίνητρό του να ψευσθεί αποτελεί το γεγονός ότι ο σοβαρός τραυματισμός του παραπονούμενου έλαβε χώρα στο κρεοπωλείο του, στην παρουσία του και ο κατηγορούμενος στον οποίο αποδίδεται ο τραυματισμός είναι ξάδελφός του. Για να γίνουν πλήρως κατανοητοί οι λόγοι για τους οποίους θεωρώ αναξιόπιστους μάρτυρες τους πιο πάνω θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω πρώτα τους λόγους για τους οποίους θεωρώ αξιόπιστες τις δυο μάρτυρες υπεράσπισης καθώς και σημαντικό μέρος των παραδεκτών γεγονότων. Ειδικότερα: Αρχίζοντας από την αστυφύλακα 2836 Δέσποινα Κυπριανίδου (Μ.Υ.1), η μαρτυρία της γίνεται συνολικά αποδεκτή, αφού, εκτός από απολύτως αξιόπιστη παρέμεινε και αναντίλεκτη. Να πω απλώς, ότι, αντεξεταζόμενη, δεν αμφισβητήθηκε καθόλου από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής. Η ουσία της μαρτυρίας της περικλείεται στη γραπτή κατάθεσή της (τεκμήριο 89), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της. Σ' αυτή, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής, τα οποία θεωρώ αποδεδειγμένα: Στις 7/8/2012 και περί ώρα 08:45 ενώ βρισκόταν εκτός καθήκοντος και οδηγούσε το ιδιωτικό της αυτοκίνητο στην οδό Ακαμαντίδος στην Πάφο, με κατεύθυνση τη Χλώρακα, σταμάτησε έξω από συγκεκριμένο περίπτερο για να αγοράσει κάποια πράγματα. Μόλις κατέβηκε από το αυτοκίνητο είδε ένα άνδρα - τον οποίο αργότερα αναγνώρισε ως το Γιώργο Φυλακτού - να επιτίθεται και να χτυπά κάποιο νεαρό - τον οποίο, επίσης αργότερα αναγνώρισε ως το Νιαζή Σιούκρου -. Κάποια στιγμή, όπως στεκόταν εκεί είδε ένα άλλο άτομο, - το οποίο και πάλι αργότερα αναγνώρισε ως το Σιούκρο Σιούκρου (Μ.Υ.2) - να εξέρχεται από το επίδικο κρεοπωλείο που βρίσκεται απέναντι από το περίπτερο και να έρχεται κατευθείαν στο σημείο που βρίσκονταν οι άλλοι δυο, προσπαθώντας να βοηθήσει το νεαρό - βασικά τον αδελφό του - στον οποίο επιτέθηκε και είδε να το χτυπά ο Φυλακτού. Μετά πάροδο λίγων λεπτών είδε το Φυλακτού να κατευθύνεται νότια της οδού Ακαμαντίδος και το Νιαζή Σιούκρου με τον οποίο τσακωνόταν να τον ακολουθεί, τρέχοντας. Ακολούθως είδε το Φυλακτού να ανοίγει την πόρτα ενός διπλοκάμπινου αυτοκινήτου που ήταν σταθμευμένο στην ίδια οδό και να παίρνει μέσα από αυτό, ένα μακρύ αντικείμενο. Τότε, ο Νιαζή σταμάτησε να τον ακολουθεί και τρέχοντας, επέστρεψε πίσω και μπήκε μαζί με τον αδελφό του μέσα στο κρεοπωλείο. Όταν στη συνέχεια ο Φυλακτού πήγε στο μέρος που βρισκόταν η μάρτυρας, κρατώντας το αντικείμενο που είχε πάρει προηγουμένως από το αυτοκίνητο, η μάρτυρας, του είπε να σταματήσει και να μην ακολουθεί τους άλλους δυο που είχαν φύγει. Αυτός τότε, αφού επέστρεψε στο αυτοκίνητο, οδηγώντας το, έφυγε από το μέρος. Όταν λίγο αργότερα η μάρτυρας πήγε στο σπίτι της τηλεφώνησε στον αξιωματικό υπηρεσίας της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου, υπαστυνόμο Μ. Τέμπλαρ, στον οποίο ανάφερε τα παραπάνω γεγονότα. Ο τελευταίος, στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 3), το περιεχόμενο της οποίας αποτελεί κοινό παραδεκτό γεγονός, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής, που επίσης θεωρώ αποδεδειγμένα: Στις 7/8/2012 περί τις 09:30, τηλεφώνησε στο γραφείο του η μάρτυρας και του ανάφερε ότι υπήρξε μια συμπλοκή στο επίδικο κρεοπωλείο. Μετά παρέλευση μερικών λεπτών και ενώ έδινε οδηγίες στο περίπολο του ΟΥΛΑΕ να μεταβεί στην περιοχή για εξακρίβωση της πληροφορίας λήφθηκε τηλεφώνημα στο ΚΕΜ από πολίτη και άκουσε τον αστυφύλακα 3063 να μιλά για μία συμπλοκή στο επίδικο κρεοπωλείο, οπότε είπε στον εν λόγω αστυφύλακα να ενημερώσει το Τμήμα Μικροπαραβάσεων για να επιληφθεί του παραπόνου. Μετά από παρέλευση 20 περίπου λεπτών, ενώ ήταν στο γραφείο του πήρε τηλεφώνημα από τον υπαστυνόμο Χ'' Ιωάννου της Λιμενικής Αστυνομίας, ο οποίος του ανάφερε ότι ήταν στο νοσοκομείο Πάφου και μια γιατρός του είπε ότι ένα πρόσωπο πήγε εκεί με τραύμα από μαχαίρι. Ότι πρόκειται για τον παραπονούμενο ο τραυματισθείς έχει αποδειχθεί από σωρεία στοιχείων μαρτυρίας και εν πάση περιπτώσει, αποτελεί και κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών. Μεταξύ άλλων παραπέμπω στο ιατρικό έντυπο (τεκμήριο 50), το περιεχόμενο του οποίο αποτελεί παραδεκτό γεγονός, στο οποίο, η γιατρός Μάρω Σβανά, του Τ.Ε.Π.Α τού Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, αναφέρει για τον παραπονούμενο τα εξής: τον εξέτασε στις 7/8/2012 και ώρα 9:
  1. Προσκομίσθηκε με ιδιωτικό μέσο στο ΤΑΕΠ με μαχαίρι καρφωμένο στην αριστερή τραχηλική χώρα. Τοποθετήθηκαν ενδοφλέβια καθετήρες και υγρά και μεταφέρθηκε αμέσως στο χειρουργείο. Τα ίδια περίπου αναφέρονται και στη γραπτή κατάθεση (τεκμήριο 48) τού νοσηλευτικού λειτουργού, Γιώργου Κωνσταντίνου καθώς και στη γραπτή κατάθεση (τεκμήριο 49) τής ανώτερης νοσηλευτικής λειτουργού, Ελένης Παχίπη - και οι δυο στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου -, το περιεχόμενο των οποίων, επίσης αποτελεί παραδεκτό γεγονός. Από την κατάθεση της Ελένης Παχίπη προκύπτουν και τα εξής: ο παραπονούμενος, κατόπιν οδηγιών του γιατρού Παπαδόπουλου (Μ.Κ.11) μεταφέρθηκε από το Τμήμα Α' Βοηθειών στο χειρουργείο. Αφού έγινε εκτίμηση της κατάστασής του, διασωληνώθηκε και μεταφέρθηκε στο ακτινολογικό τμήμα για αξονική τομογραφία. Ακολούθως μεταφέρθηκε και πάλι στο χειρουργείο όπου του αφαιρέθηκε το μαχαίρι από το γιατρό Παπαδόπουλο. Η ουσία της μαρτυρίας της Μαρίας Θεοδώρου (Μ.Υ.4) περικλείεται στη γραπτή κατάθεσή της στην Αστυνομία (τεκμήριο 91), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτή για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της. Παρότι είναι γεγονός, ότι, αντεξεταζόμενη η μάρτυρας, απαντώντας σε αριθμό ερωτήσεων που της υποβλήθηκαν, σε αρκετές περιπτώσεις, ισχυριζόταν πως δε θυμόταν και παράπεμπε στην κατάθεσή της στην Αστυνομία, εντούτοις, δεδομένου του χρόνου που μεσολάβησε από το χρόνο που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα που αναφέρει στην εν λόγω κατάθεσή της μέχρι και την ημέρα που κλήθηκε να καταθέσει γι αυτά στο Δικαστήριο, κυρίως όμως, έχοντας υπόψη ότι προέβη στη γραπτή κατάθεση στην Αστυνομία, σε ελάχιστο χρόνο από το επίδικο περιστατικό (τρεισήμισι περίπου ώρες αργότερα) θεωρώ ότι τα όσα αναφέρει στην εν λόγω κατάθεση, τα οποία - για να επαναλάβω - υιοθέτησε κατά τη δίκη, αν και δεν τα θυμόταν είναι πέρα για πέρα αληθινά, οπότε και τα αποδέχομαι. Θεωρώ την υπό αναφορά απολύτως αξιόπιστη μάρτυρα, η οποία παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με πρόθεση να πει την αλήθεια για ό,τι διαδραματίστηκε στην παρουσία και εις επήκοον της στον ουσιώδη χρόνο, χωρίς ίχνος προκατάληψης και πρόθεσης να ευνοήσει την πλευρά του κατηγορούμενου, παρότι κατάθεσε ως μάρτυράς του ή να βλάψει την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Ούτε και μπορώ να δεχθώ την εισήγηση της ευπαίδευτης εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, η οποία, ενώ από τη μια ισχυρίζεται ότι η μάρτυρας ήρθε στο Δικαστήριο, όχι για να το διαφωτίσει και να πει την αλήθεια, αλλά, για να βοηθήσει τον κατηγορούμενο, τον οποίο γνώριζε ως γείτονα και συγγενή της ιδιοκτήτριας του διαμερίσματος που νοίκιαζε η οικογένειά της, την ίδια ώρα, με κάλεσε να δεχθώ τον πλέον ουσιώδη ισχυρισμό της μάρτυρος, ο οποίος, σε περίπτωση που θεωρούσα αξιόπιστους μάρτυρες, τον παραπονούμενο και το Σοφοκλέους και αποδεχόμουν τη μαρτυρία τους, θα απέβαινε καθοριστικής σημασίας για την καταδίκη του κατηγορούμενου, τον οποίο, υποτίθεται ότι η μάρτυρας ήρθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει. Ακριβώς αυτό το στοιχείο της μαρτυρίας της - το οποίο θα αναφέρω στη συνέχεια - αποδεικνύει όχι μόνο το πόσο αξιόπιστη μάρτυρας ήταν η υπό αναφορά, αλλά και πόσο δίκαιη και αντικειμενική ήταν έναντι της υπόθεσης και των δυο πλευρών. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία της, όπως περικλείεται στη γραπτή της κατάθεση γίνεται συνολικά αποδεκτή. Και από αυτή σε συνδυασμό και με όσα η μάρτυρας ανάφερε στο Δικαστήριο απορρέουν τα εξής, που επίσης θεωρώ αποδεδειγμένα: Στον ουσιώδη χρόνο διέμενε στην ίδια πολυκατοικία που βρίσκεται το επίδικο κρεοπωλείο. Όταν γύρω στις 09:30 ξύπνησε, πήγε στον καναπέ του καθιστικού και μετά από λίγα λεπτά άκουσε φωνές από κάτω. Αφού πήγε στο παράθυρο είδε τρεις άντρες, εκ των οποίων, ο ένας έξω από το κρεοπωλείο, ο οποίος φώναζε με κάποιο άλλο, τον οποίο δεν έβλεπε. Ο δεύτερος άντρας, ήταν στο πεζοδρόμιο της απέναντι πολυκατοικίας και σε κάποια φάση έτρεξε προς το κρεοπωλείο και άρχισε να φωνάζει κι αυτός, χωρίς και πάλι η ίδια να ξέρει σε ποιο. Ο τρίτος άντρας διασταύρωνε συνέχεια το δρόμο και έφερνε ξύλα που ήταν τοποθετημένα δίπλα στο πράσινο σκυβαλοδοχείο, στο κρεοπωλείο. Κάποια στιγμή άρχισαν έντονες φωνές, σπασίματα και πετούσαν διάφορα αντικείμενα, έξω από το κρεοπωλείο προς το δρόμο. Τότε, ο ένας από τους τρεις άντρες φάνηκε έξω από το κρεοπωλείο και στάθηκε στο απέναντι πεζοδρόμιο μπροστά από το πράσινο σκυβαλοδοχείο, κρατώντας το λαιμό του. Αυτός που πηγαινοερχόταν συνέχεια με τα ξύλα, φάνηκε κι αυτός έξω από το κρεοπωλείο στη μέση του δρόμου και άρχισε να φωνάζει προς το κρεοπωλείο, «Τι κάμνεις ρε, έμπηξες του το μασιέρι, είσαι καλά;» Στη συνέχεια, η μάρτυρας πήγε στο δωμάτιο του αδελφού της για να τον ξυπνήσει και μέχρι να επιστρέψει, οι τρεις άγνωστοι άντρες είχαν εξαφανιστεί. Δεδομένου του χρόνου που η μάρτυρας τοποθετεί όλα τα παραπάνω γεγονότα - τα οποία είναι φανερό ότι ακολούθησαν σε ελάχιστο χρόνο το πρώτο επεισόδιο, όπως το περιέγραψε η προηγούμενη μάρτυρας - είναι βέβαιο, ότι πρόκειται για τον παραπονούμενο το άτομο που είδε η μάρτυρας να κρατά το λαιμό του στο πεζοδρόμιο, απέναντι από το επίδικο κρεοπωλείο, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται και από διάφορα άλλα στοιχεία μαρτυρίας, περιλαμβανομένης και ιατρικής και επιστημονικής μαρτυρίας, το περιεχόμενο της οποίας αποτελεί παραδεκτό γεγονός. Για την τελευταία παραπέμπω στο περιεχόμενο της εμπιστευτικής έκθεσης του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου (τεκμήριο 45) σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο της σχετικής αίτησης για επιστημονική εξέταση τεκμηρίων (τεκμήριο 14) από το οποίο προκύπτει ότι το αίμα που εντοπίστηκε στο πεζοδρόμιο, στο σημείο που η μάρτυρας ανάφερε ότι είδε το άγνωστο της άτομο να κρατά το λαιμό του, ανήκει στον παραπονούμενο. Ειδικά αυτό το στοιχείο διαλύει και το τελευταίο ίχνος αμφιβολίας που θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι υπάρχει - που στο μυαλό μου δεν υπάρχει - αναφορικά με τις προθέσεις της μάρτυρος και το λόγο για τον οποίο αναφέρει όσα κατάθεσε στη γραπτή κατάθεσή της στην Αστυνομία. Την ίδια ώρα καταρρίπτει τη θέση της ευπαίδευτης εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, ότι η μάρτυρας ήρθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει τον κατηγορούμενο. Προφανώς, εάν ίσχυε κάτι τέτοιο, η μάρτυρας και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, θα απέφευγε επιμελώς να αναφερθεί σ' αυτό το τόσο σημαντικό γεγονός που είδε να διαδραματίζεται στην παρουσία της, που είναι τον παραπονούμενο να κρατά το λαιμό του, ακούοντας την ίδια ώρα εκείνο που μετέφερε τα ξύλα από το πεζοδρόμιο στο επίδικο κρεοπωλείο, να απευθύνεται σε κάποιο άλλο προς το κρεοπωλείο, με τη φράση, «Τι κάμνεις ρε, έμπηξες του το μασιέρι, είσαι καλά;» Οι δυο αυτοί ισχυρισμοί της μάρτυρος εδραιώνουν ακόμη περισσότερο τη βεβαιότητά μου περί της αξιοπιστίας της, αφού με αυτούς αναφέρθηκε σε δυο σημαντικά γεγονότα, τα οποία - καταρχήν - απολήγουν υπέρ της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και σε βάρος του κατηγορούμενου, τον οποίο υποτίθεται ότι η μάρτυρας ήθελε να βοηθήσει. Απ' εκεί και πέρα, το άτομο που είδε η μάρτυρας να διασταυρώνει συνεχώς το πεζοδρόμιο και να μεταφέρει τα ξύλα στο επίδικο κρεοπωλείο και ακολούθως, απευθυνόμενο σε κάποιο άλλο να διαμαρτύρεται γιατί μαχαίρωσε τον παραπονούμενο, πιθανότατα είναι κάποιος από τους αδελφούς Σοφοκλέους ή ο Φυλακτού. Υπεισέρχομαι τώρα αναλυτικά στους λόγους για τους οποίους θεωρώ εντελώς αναξιόπιστους μάρτυρες, τόσο τον παραπονούμενο και τον Ανδρέα Σοφοκλέους (Μ.Κ.10 και 8, αντίστοιχα), από τη μια όσο και τον κατηγορούμενο καθώς και τον ξάδελφό του, Σιούκρο Σιούκρου (Μ.Υ.2) από την άλλη, σε βαθμό που, το μόνο μέρος της μαρτυρίας τους που αποδέχομαι είναι αυτό που συνάδει με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία καθώς και με το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων. Και οι τέσσερις, μεταξύ άλλων υπέπεσαν σε σοβαρές αντιφάσεις, έλεγαν ψέματα και προέβαλαν ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας, είτε ακόμη που καταρρίπτονται από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας, περιλαμβανομένης και της επιστημονικής μαρτυρίας καθώς και από το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων. Αρχίζω με τον Ανδρέα Σοφοκλέους (Μ.Κ.8), από τον οποίο λήφθηκαν δυο καταθέσεις (τεκμήρια 76 και 77, αντίστοιχα). Στην πρώτη, ημερομηνίας 7/8/2012, που είναι ανακριτική και του λήφθηκε μερικές μόλις ώρες μετά το επίδικο περιστατικό, σε σχέση με τα υπό διερεύνηση τότε αδικήματα της συνομωσίας προς διάπραξη πλημμελήματος, της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, της κακόβουλης ζημιάς, της κατοχής επιθετικού οργάνου και τέλος, της παράνομης εισόδου, αδικήματα που διαπράχθηκαν την ίδια μέρα περί τις 09:30 στην οδό Ακαμαντίδος στην Πάφο, στην 1η ερώτηση που του υποβλήθηκε («Για την υπόθεση αυτή που συνελήφθηκες τι έχεις να πεις;») απάντησε ως εξής: «Ό,τι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο, όμως, θέλω να σου πω ότι το φίλο μου τον Όμηρο σήμερα το πρωί τον μασιέρωσε ένας από τους δίδυμους τους Τουρκοκύπριους που το λένε Τζεμ τον οποίο είδα τον που το ένα μέτρο που έμπηξε το μασιέρι του Όμηρου. Τούτος ο Τζεμ έχει τατουάζ πάνω στο δεξί στήθος.» Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε κατά πόσο εάν ξαναδεί τον Τζεμ, δηλαδή τον κατηγορούμενο, τον αναγνωρίζει, απάντησε καταφατικά. Ωστόσο, όταν στη συνέχεια ο εξεταστής, του υπόβαλε αριθμό ερωτήσεων σε σχέση με τα αδικήματα που διερευνούσε εναντίον του - η διάπραξη των οποίων αποδεικνύεται από πληθώρα στοιχείων μαρτυρίας, με τον ίδιο να είναι τουλάχιστον παρών κατά τη διάπραξή τους -, περιορίστηκε να δίνει τη στερεότυπη απάντηση, «Ό,τι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο.» Μολονότι είχε κάθε δικαίωμα να επιφυλάξει το δικαίωμά του να αναφερθεί στο Δικαστήριο για ό,τι του ζητήθηκε να τοποθετηθεί ανακρινόμενος, εντούτοις θεωρώ πως, όχι τυχαία, το μόνο που επέλεξε να πει απ' όσα έλαβαν χώρα στον ουσιώδη χρόνο είναι ότι ο κατηγορούμενος μαχαίρωσε τον παραπονούμενο. Οι λόγοι που τήρησε αυτή τη στάση, θα διαφανούν στη συνέχεια. Ο ισχυρισμός του ότι ο κατηγορούμενος έχει τατουάζ πάνω στο δεξί στήθος, τον οποίο επανέλαβε και στην κατάθεσή του, ημερομηνίας 9/8/2012 (τεκμήριο 77), δεν επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας. Οι τρεις φωτογραφίες (τεκμήριο 20) αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών ότι αποτυπώνουν τον κατηγορούμενο και του λήφθηκαν από το Μ.Κ.1 στο ΤΑΕ Πάφου, στις 9/8/2012, κατόπιν της γραπτής συγκατάθεσής του (τεκμήριο 7), το περιεχόμενο της οποίας αποτελεί κοινό παραδεκτό γεγονός. Από το περιεχόμενο των εν λόγω φωτογραφιών είναι τελείως ξεκάθαρο, ότι ο κατηγορούμενος έχει αρκετά μεγάλα τατουάζ και στα δυο χέρια και ένα - που αποτελεί μάλλον επιγραφή - στη δεξιά πλευρά, το οποίο αρχίζει από το ύψος περίπου της μασχάλης και καταλήγει κάτω στη λεκάνη του, περίπου στο ύψος του ομφαλού. Εκεί που σίγουρα δεν έχει τατουάζ είναι είτε στο δεξί είτε στο αριστερό στήθος. Το πρώτο παράδειγμα σύγκρουσης του μάρτυρα με το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας είναι γεγονός. Όταν στο στάδιο της κυρίως εξέτασης ρωτήθηκε εάν το πρωί, στις 7/8/2012 έγινε οποιοδήποτε επεισόδιο συναφώς με τον ισχυρισμό του ότι ο κατηγορούμενος μαχαίρωσε τον παραπονούμενο απάντησε ως εξής: «Απ' ό,τι έμαθα έγινε ένα επεισόδιο με το Γιώργο Φυλακτού. Λογομαχούσαν και σταματήσαμε επειδή ξέραμε το Γιώργο Φυλακτού.» Ωστόσο, στο Μ.Κ.7, ο οποίος, όπως αναφέρει στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 72), το συνάντησε γύρω στις 10:45, την ίδια μέρα, μαζί με τον αδελφό του και το Φυλακτού έξω από το χειρουργείο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, στο οποίο είχε μεταφερθεί ο παραπονούμενος, όταν τους αποκάλυψε την ταυτότητά του και τους ρώτησε πώς ονομάζονται καθώς και αν γνώριζαν τον τραυματία, αυτοί, του είπαν πως είναι φίλοι του παραπονούμενου καθώς και το όνομά τους και περαιτέρω, ότι νωρίτερα την ίδια μέρα, ενώ περνούσαν όλοι μαζί έξω από το κρεοπωλείο του Σιούκρου με το αυτοκίνητό τους, κάποιοι που βρίσκονταν μέσα στο κρεοπωλείο, τους φώναξαν και αφού σταμάτησαν έξω από το κρεοπωλείο, τους επιτέθηκαν και κάποιος από αυτούς, τραυμάτισε με μαχαίρι τον παραπονούμενο. Το μέγεθος των αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε και η ευκολία με την οποία κατάφευγε στο ψεύδος είναι ολοφάνερα. Ενώ είναι φανερό, πως η αλήθεια είναι ότι, του επίδικου περιστατικού προηγήθηκε το επεισόδιο μεταξύ του Φυλακτού και των αδελφών Σιούκρου, όπως το έχει περιγράψει η Μ.Υ.1, η οποία κρίθηκε απολύτως αξιόπιστη και ουσιαστικά, όταν ευθύς αμέσως έφθασαν στο μέρος, ο μάρτυρας, ο αδελφός του και ο παραπονούμενος ακολούθησε το επίδικο περιστατικό, το οποίο είναι άμεσα σχετικό με το πρώτο, ο μάρτυρας, στο Δικαστήριο αναφέρθηκε ακροθιγώς μόνο στο πρώτο, ενώ στο Μ.Κ.7, τόσο αυτός όσο και ο αδελφός του και ο Φυλακτού ανάφεραν ότι, ενώ και οι τέσσερις, δηλαδή, ακόμη και ο Φυλακτού καθώς και ο παραπονούμενος περνούσαν με το αυτοκίνητό τους έξω από το επίδικο κρεοπωλείο, τους φώναξαν κάποιοι μέσα από το κρεοπωλείο και αφού σταμάτησαν, κάποιος από αυτούς τραυμάτισε τον παραπονούμενο. Χωρίς καθόλου αναφορά ότι επρόκειτο για τον κατηγορούμενο αυτός που είχε τραυματίσει τον παραπονούμενο και περαιτέρω, τη στιγμή που ο μάρτυρας, ο αδελφός του και ο παραπονούμενος, για λόγους που θα αναφέρω αργότερα είχαν μεταβεί στο κρεοπωλείο πεζοί, καθ' ον χρόνο ο Φυλακτού ήταν ήδη εκεί, ο οποίος, κατά πάσα πιθανότητα, τους είχε καλέσει να σπεύσουν στο μέρος, μετά που του είχε ζητήσει η Μ.Υ.1 να το εγκαταλείψει - όταν τέλειωσε το επεισόδιο που είχε με τους αδελφούς Σιούκρου -, κάτι που προφανώς έκανε προσωρινά. Στο στάδιο της κυρίως εξέτασης και πάλι, περιγράφοντας το επίδικο περιστατικό ανάφερε τα εξής: Ο ίδιος, ο αδελφός του και ο παραπονούμενος έρχονταν από το Κτήμα προς την Πάφο και αντίκρισαν πολυκοσμία, κάτι έντονο έξω από το επίδικο κρεοπωλείο και είδαν το Φυλακτού. Σταμάτησαν, πάρκαραν απέναντι από το κρεοπωλείο και είδαν το Φυλακτού να λογομαχεί με τα ξαδέλφια του κατηγορούμενου, ο οποίος δεν ήταν εκεί. Κατέβηκαν, ήταν πάνω στο πεζοδρόμιο σαν παρατηρητές, λογομαχούσαν, μιλούσαν, φώναζαν. Σε μια φάση κατέβηκε ο κατηγορούμενος και ρωτούσε έντονα, «Τι έγινε δαμαί» και όταν είδε ότι ήταν πολύ έντονα, έτρεξε μέσα στο κρεοπωλείο, έπιασε δυο μαχαίρια μπλε και τον πρώτο που αντίκρισε, τον παραπονούμενο, του κάρφωσε το μαχαίρι. Η πραγματική μαρτυρία εξουδετερώνει πλήρως την προσπάθεια του μάρτυρα να με πείσει ότι στον ουσιώδη χρόνο, ο ίδιος, ο αδελφός του και ο παραπονούμενος, τυχαία περνούσαν από το μέρος όπου έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό. Ότι πιθανότατα κλήθηκαν στο μέρος για συνδρομή και βοήθεια από το Φυλακτού, ο οποίος, κατά το επεισόδιο που είχε λίγη ώρα προηγουμένως με τους αδελφούς Σιούκρου επιτέθηκε και τραυμάτισε τον ένα από αυτούς, το Νιαζή - γεγονός το οποίο επιμαρτυρείται και από τα εμφανή τραύματα που φέρει αυτός στις φωτογραφίες αρ. 2 μέχρι 9 του τεκμηρίου 22 σε συνδυασμό και με τη μαρτυρία της ιατροδικαστή Ελένης Αντωνίου (Μ.Κ.12), η οποία, όπως αναφέρει στη γραπτή κατάθεσή της στην Αστυνομία (τεκμήριο 88), τον εξέτασε στις 7/8/2012 και διαπίστωσε ότι έφερε όσα αναφέρει στην εν λόγω κατάθεση - συνάγεται από τα εξής: απέναντι από το επίδικο κρεοπωλείο - το οποίο βρίσκεται στην οδό Ακαμαντίδος - και συγκεκριμένα, στο σημείο που η Μ.Υ.4 είχε δει τον παραπονούμενο να κρατά το λαιμό του, όπως φαίνεται ξεκάθαρα στις φωτογραφίες αρ. 18, 19 και 20 του τεκμηρίου 22 υπάρχει κατηφορικός πεζόδρομος, ο οποίος οδηγεί στην οδό Μιχάτ Πασιά. Απ' εκεί και πέρα, όπως φαίνεται στις φωτογραφίες αρ. 19, 20, 21, 27, 28, 33 και 34 του ίδιου τεκμηρίου και επιβεβαιώνεται από την έκθεση του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου (τεκμήριο 45) και στα δυο αυτά σημεία εντοπίστηκε το αίμα του παραπονούμενου. Αυτό, με απλά λόγια σημαίνει ότι ο παραπονούμενος, αφότου τραυματίστηκε έξω από την είσοδο του κρεοπωλείου με το μαχαίρι, ακολούθως πέρασε απέναντι στο πεζοδρόμιο, - εκεί όπου υποτίθεται πως είχαν σταματήσει το αυτοκίνητό τους οι τρεις φίλοι, αφότου είχαν φθάσει στο μέρος - και απ' εκεί, ακολουθώντας τον πεζόδρομο κατέβηκε στην οδό Μιχάτ Πασιά, στην οποία προφανώς βρισκόταν το αυτοκίνητο του αδελφού του μάρτυρα Σοφοκλή, στο οποίο επιβιβάστηκε και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Δεδομένης και της σοβαρότητας του τραυματισμού του παραπονούμενου, ούτε και μπορώ να αντιληφθώ, για ποιο λόγο αυτός, εάν το αυτοκίνητο του Σοφοκλή με το οποίο θα μεταφερόταν επειγόντως στο νοσοκομείο, βρισκόταν απέναντι από το κρεοπωλείο, αντί να μπει αμέσως σ' αυτό επέλεξε να περπατήσει τον πεζόδρομο και να κατεβεί σε άλλο δρόμο. Εν πάση περιπτώσει, ο παραπονούμενος, ότι μετά τον τραυματισμό του ακολούθησε τη συγκεκριμένη πορεία, το αναγνωρίζει και ο ίδιος καθώς και ο μάρτυρας. Ότι ο τελευταίος έλεγε ψέματα, ισχυριζόμενος ότι στον ουσιώδη χρόνο, ο ίδιος, ο αδελφός του και ο παραπονούμενος, τυχαία περνούσαν από το μέρος όπου έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό είναι ολοφάνερο. Ο ισχυρισμός του ότι την ώρα που ο κατηγορούμενος κατέβηκε από τα σκαλιά και αφού μπήκε στο κρεοπωλείο τρέχοντας και βγήκε έξω, ο ίδιος, ο αδελφός του, ο παραπονούμενος, αλλά, ακόμη και ο Φυλακτού, στέκονταν μπροστά από το κρεοπωλείο μαζί με «..κάμποσους γύρω παρείσακτους.», οπότε ο κατηγορούμενος έτρεξε προς το μέρος τους και τον πρώτο που βρήκε του έμπηξε το μαχαίρι είναι εκπληκτικός. Ιδιαίτερα, ιδωμένος σε συνδυασμό με τον ισχυρισμό του λίγο αργότερα, ότι οι τέσσερις τους δεν μπήκαν καθόλου μέσα στο κρεοπωλείο, δεν κρατούσαν οτιδήποτε αντικείμενα μαζί τους και δεν προκάλεσαν οποιεσδήποτε ζημιές στο κρεοπωλείο. Στο σύνολό τους, όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί του καταρρίπτονται από την αξιόπιστη μαρτυρία της Μ.Υ.4 καθώς και από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας. Όπως φαίνεται ξεκάθαρα στις φωτογραφίες με αρ. 14, 16, 17, 38 και 39 του τεκμηρίου 22, ακριβώς έξω από το επίδικο κρεοπωλείο, περίπου στην είσοδό του υπάρχει ένα τραπεζάκι αναποδογυρισμένο, ενώ μέσα στο κρεοπωλείο, κάτω στο πάτωμα, υπάρχουν δυο μαχαίρια (τεκμήρια 29 και 20), θραύσματα γυαλιού και κάτι σαν αυγά, όπως αυτά που φαίνονται μέσα στα 4 βάζα που βρίσκονται πάνω από τη βιτρίνα - ψυγείο στη φωτογραφία αρ. 15 του ίδιου τεκμηρίου. Και, με δεδομένο ότι, όπως προκύπτει από την αξιόπιστη μαρτυρία της Μ.Υ.1, ο Φυλακτού, κατά το πρώτο επεισόδιο δε φαίνεται να είχε μπει στο κρεοπωλείο, το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: εάν ευσταθούσε ο ισχυρισμός του μάρτυρα, ότι στον ουσιώδη χρόνο, ακόμη και ο Φυλακτού στεκόταν ως απλώς παρατηρητής έξω από το κρεοπωλείο, χωρίς κανένας από τους τέσσερις να είχε μπει μέσα σ' αυτό ή να κάνει οποιαδήποτε ζημιά, τότε πώς προέκυψαν όλα τα παραπάνω στοιχεία πραγματικής μαρτυρίας; Ειδικά για τα αντικείμενα που υποτίθεται πως δεν κρατούσαν οι τέσσερις τους, υπενθυμίζω απλώς τον ισχυρισμό της Μ.Υ.4, ότι ένας από τους τρεις, τους οποίους είχε δει κατά τον κρίσιμο χρόνο, που ήταν αυτός ο οποίος, απευθυνόμενος σε κάποιο άλλο, του είπε ότι μαχαίρωσε τον παραπονούμενο, ήταν αυτός που διασταύρωνε συνεχώς το δρόμο και παίρνοντας ξύλα από το πεζοδρόμιο απέναντι από το κρεοπωλείο, τα μετέφερε προς το κρεοπωλείο. Ο ισχυρισμός του ότι μετά που ο κατηγορούμενος μαχαίρωσε τον παραπονούμενο, ο ίδιος μαζί με τον αδελφό του, τον τράβηξαν πίσω και τον πήραν απέναντι στο αυτοκίνητο και το φόρτωσαν και ο αδελφός του τον πήρε στο νοσοκομείο, ενώ ο ίδιος περίμενε το Φυλακτού να έρθει πίσω, γιατί δεν είδε τον παραπονούμενο μαχαιρωμένο και όταν ήρθε κοντά του τού φώναξε και έφυγαν κι αυτοί, καταρρίπτεται από την αξιόπιστη μαρτυρία της Μ.Υ.4, η οποία - για να επαναλάβω -, όπως είπε, ο παραπονούμενος διασταύρωσε μόνος του το δρόμο στην οδό Ακαμαντίδος και πέρασε απέναντι στο πεζοδρόμιο, κρατώντας το λαιμό του καθώς και από την πραγματική μαρτυρία, από την οποία προκύπτει ότι αυτός, μετά που πέρασε στο πεζοδρόμιο, ακολούθως κατέβηκε από τον πεζόδρομο στην οδό Μιχάτ Πασιά, - εκεί όπου πιθανότατα οι τρεις φίλοι είχαν σταθμεύσει το αυτοκίνητο του Σοφοκλή, όταν έφθασαν στο μέρος, πριν από το επίδικο περιστατικό - από την οποία - οδό -, πιθανότατα επίσης, ο παραπονούμενος μεταφέρθηκε από το Σοφοκλή στο νοσοκομείο. Υπεισέρχομαι τώρα και σε μέρος όσων ανάφερε αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας. Ερωτηθείς, γιατί ο Φυλακτού βρέθηκε στο επίδικο κρεοπωλείο εκείνο το πρωινό, «Ο δρόμος είναι κύριος πάει προς Πάφο» απάντησε. Όταν στη συνέχεια τού υποδείχθηκε ότι ο Φυλακτού είναι φίλος του και ρωτήθηκε εάν το ρώτησε τι γύρευε στο μέρος, «Γιατί να το ρωτήσω, να του κάνω ανάκριση;» διερωτήθηκε. Ομολογώ μού ακούγεται πολύ παράλογο για να το πιστέψω ότι μετά από τα όσα σοβαρά έλαβαν χώρα κατά το επίδικο περιστατικό, με τον ίδιο - όπως ήταν η θέση του -, τον αδελφό του και τον παραπονούμενο να μεταβαίνουν στο μέρος μετά που είδαν εκεί το Φυλακτού, αυτός να ισχυρίζεται πως δεν γνώριζε μα ούτε και ρώτησε το Φυλακτού γιατί βρέθηκε στο κρεοπωλείο. Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό του πως δεν κατάλαβε για ποιο λόγο λογομαχούσε ο Φυλακτού με τους Σιούκρου καθώς και ότι δε ρώτησε το φίλο του Φυλακτού να του εξηγήσει. Ο ισχυρισμός του ότι στον ουσιώδη χρόνο, ενώ όλοι τους ήταν έξω από το κρεοπωλείο και παρακολουθούσαν τη λογομαχία είδε τον κατηγορούμενο να κατεβαίνει από τις σκάλες, ακολούθως να αρχίζει να φωνάζει «Τι γίνεται εδώ;» και μετά να τρέχει μέσα στο κρεοπωλείο και αφού πήρε τα δυο μαχαίρια, ακολούθως μαχαίρωσε τον παραπονούμενο και ενώ η απόσταση από το σημείο που βρίσκονταν αυτοί μέχρι και τον πάγκο με τα μαχαίρια μέσα στο κρεοπωλείο ήταν 5 με 6 μέτρα, εντούτοις δεν πρόλαβε κανείς τους να αντιδράσει, επειδή όλα αυτά είχαν γίνει σε κλάσματα δευτερολέπτων, στερείται σοβαρότητας. Θεωρώ πως, εάν τα γεγονότα εκτυλίσσονταν όπως τα είχε περιγράψει ο μάρτυρας και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, στη θέα των δυο μαχαιριών που είδαν τον κατηγορούμενο να κρατά, βγαίνοντας από το κρεοπωλείο, με αυτόδηλες τις προθέσεις του, αυτό που όφειλαν να κάνουν ήταν, είτε να επιχειρήσουν με κάποιο τρόπο να τον ανακόψουν είτε ακόμη, εάν στη θέα των μαχαιριών που κρατούσε και ειδικά του επίδικου (τεκμήριο 26) που φέρει λεπίδα μήκους 13 εκατοστών, φοβήθηκαν, μιας και δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν εναντίον ποιου θα το έστρεφε ο κατηγορούμενος, θα έπρεπε να κάνουν το αυτονόητο, που ήταν να εγκαταλείψουν αμέσως το μέρος. Το γεγονός ότι, ούτε το ένα έκαναν μα ούτε και το άλλο, αν αποκαλύπτει κάτι είναι το εξής: Δεδομένων και των ζημιών που υπήρχαν στο κρεοπωλείο, τα γεγονότα που οδήγησαν στο σοβαρό τραυματισμό του παραπονούμενου δεν μπορεί να είχαν ένα μόνο πρωταγωνιστή (τον κατηγορούμενο) και τους υπόλοιπους, απλώς θεατές. Ο ισχυρισμός του πως, όταν ήταν στο κρεοπωλείο δεν υπήρχαν καθόλου ζημιές μέσα σ' αυτό, ούτε σπασμένο τραπέζι, ούτε πετάμενα αντικείμενα, όπως μαχαίρια και ότι ήταν όλα σε μια τάξη καθώς ήδη έχει αναφερθεί καταρρίπτεται από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας (βλ. αριθμό φωτογραφιών - μέρος του τεκμηρίου 22). Καταρρίπτεται ακόμη και από την αξιόπιστη μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης (Μ.Κ.2), ο οποίος, στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 53) αναφέρει πως, όταν στις 10:20 μετέβη στο επίδικο κρεοπωλείο και απέκοψε τη σκηνή, εντός του κρεοπωλείου υπήρχε ακαταστασία και μικροζημιές. Τέλος, ο ισχυρισμός του ότι στο νοσοκομείο δεν είχε πάει κανένας αστυνομικός και ούτε συνάντησαν κάποιο αστυνομικό εκεί που τους ρώτησε οτιδήποτε για το επίδικο συμβάν ή τους ζήτησε τα στοιχεία τους αποτελεί κραυγαλέο παράδειγμα της ευκολίας με την όποια κατέφευγε στο ψεύδος και προσπαθούσε να με πείσει να δεχθώ τη σαφώς, κατασκευασμένη εκδοχή του - φυσικά, σε συνεννόηση με τον παραπονούμενο -, για το πώς διαδραματίστηκε το επίδικο περιστατικό. Για να επαναλάβω ο αστυφύλακας 494 Φιλίππου (Μ.Κ.7) που κι αυτός κατάθεσε για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 72), μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Στις 7/8/2012 και ώρα 09:50 έλαβε οδηγίες από τον εξεταστή της υπόθεσης, λοχία 1760 Π. Πελοπίδα (Μ.Κ.2) να μεταβεί στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου καθότι λήφθηκε πληροφορία ότι μετέβηκε εκεί κάποιος νεαρός άντρας, τραυματισμένος. Έφθασε στο νοσοκομείο στις 10:00 και διαπίστωσε ότι επρόκειτο για τον παραπονούμενο ο τραυματισμένος, ο οποίος, τη στιγμή αυτή βρισκόταν στο χειρουργείο. Γύρω στις 10:45, στο χώρο έξω από το χειρουργείο είδε τρία νεαρά πρόσωπα τα οποία γυρόφερναν στο μέρος και υπέθεσε ότι πιθανόν να ήταν φίλοι του παραπονούμενου και ίσως να ήξεραν να του αναφέρουν για τις συνθήκες τραυματισμού του. Αφού τους αποκάλυψε την ταυτότητά του και τους ρώτησε πώς ονομάζονται καθώς και αν γνώριζαν τον τραυματία, αυτοί, του είπαν πως είναι φίλοι του καθώς και το όνομά τους (επρόκειτο για το μάρτυρα, τον αδελφό του Σοφοκλή και το Φυλακτού) και περαιτέρω, ότι νωρίτερα την ίδια μέρα, ενώ περνούσαν όλοι μαζί έξω από επίδικο κρεοπωλείο με το αυτοκίνητό τους, κάποιοι που βρίσκονταν μέσα στο κρεοπωλείο, τους φώναξαν και αφού σταμάτησαν έξω από το κρεοπωλείο, τους επιτέθηκαν και κάποιος από αυτούς, τραυμάτισε με μαχαίρι τον παραπονούμενο. Προφανής ο λόγος για τον οποίο ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ψευδώς, πως δεν πήγε οποιοσδήποτε αστυνομικός στο νοσοκομείο μα ούτε και συνάντησαν εκεί οποιοδήποτε αστυνομικό που τους ρώτησε οτιδήποτε για το συμβάν ή τους ζήτησε τα στοιχεία τους. Πολύ απλά, επειδή γνώριζε ότι οι τρεις τους, ισχυριζόμενοι στο μάρτυρα, όλα τα παραπάνω, ουσιαστικά, ευθύς αμέσως, αφότου έληξε το επίδικο περιστατικό και πάλιν έλεγαν ψέματα. Και, επειδή ο ίδιος καθώς και παραπονούμενος, για προφανείς λόγους είχαν συνεννοηθεί μεταξύ τους να δώσουν διαφορετική διάσταση στο επίδικο περιστατικό όταν θα κατάθεταν γι αυτό στο Δικαστήριο, όχι απλώς από την πραγματική, αλλά και από αυτή που είχαν δώσει με όσα είπαν στον αστυφύλακα Φιλίππου, ο ίδιος θεώρησε ότι, διαψεύδοντας το μάρτυρα, θα πετύχαιναν το σκοπό τους. Ωστόσο απέτυχε και μάλιστα παταγωδώς και τούτο, επειδή, ενώ θεωρώ απολύτως αξιόπιστο μάρτυρα το Μ.Κ.7, ακριβώς αντίθετη είναι η κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του ιδίου ως μάρτυρα, τον οποίο καθώς ήδη έχει αναφερθεί θεωρώ απολύτως αναξιόπιστο. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Προχωρώ τώρα με τη μαρτυρία του παραπονούμενου Όμηρου Ευσταθίου (Μ.Κ.10). Και αυτός, όπως και ο προηγούμενος μάρτυρας προέβη σε δυο καταθέσεις στην Αστυνομία (τεκμήρια 80 και 81, αντίστοιχα). Στην πρώτη, που είναι ανακριτική και του λήφθηκε στις 9/8/2012 σε σχέση με τα ίδια υπό διερεύνηση αδικήματα για τα οποία λήφθηκε ανάλογη κατάθεση και από το Σοφοκλέους (Μ.Κ.8), ουσιαστικά, το μόνο που ανάφερε, όταν με την πρώτη ερώτηση κλήθηκε να πει τι έχει να πει για την υπόθεση που συνελήφθηκε ήταν ότι, το μόνο που ήθελε να πει εκείνη τη στιγμή είναι ότι αυτός που του έμπηξε το μαχαίρι είναι ο ένας από τους δίδυμους, του οποίου το όνομα δεν ήξερε, αλλά, αν τον έβλεπε μπορούσε να τον αναγνωρίσει. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε εάν γνωρίζει πού είναι το επίδικο κρεοπωλείο απάντησε πως εκείνη τη στιγμή δεν επρόκειτο να απαντήσει σε οτιδήποτε άλλο ή σε άλλες ερωτήσεις, επειδή ήταν στην εντατική και δεν ήταν σε θέση να δώσει πλήρη και ολοκληρωμένη κατάθεση, κάτι που θα έπραττε, όταν με το καλό θα λάμβανε εξιτήριο από το νοσοκομείο. Στη δεύτερη κατάθεση, η οποία του λήφθηκε στις 13/8/2012 - στην οποία, όπως αναφέρει πήρε εξιτήριο «..χθες 12/8/2012 το απόγευμα..» - ισχυρίστηκε απλώς ότι ακόμη ψυχολογικά δεν ήταν και τόσο καλά και τα είχε όλα συγχυσμένα στο μυαλό του καθώς και τα εξής: παρότι ο εξεταστής (Μ.Κ.2), του ανάφερε τηλεφωνικώς ότι η σημερινή μέρα ήταν η τελευταία που μπορούσε να κάμει αναγνώριση του προσώπου που του κάρφωσε το μαχαίρι, όπως ανάφερε στο μάρτυρα, λόγω της κατάστασης της υγείας του και κυρίως, της ψυχολογικής του κατάστασης, θα ενημέρωνε ο ίδιος την Αστυνομία, πότε θα ήταν έτοιμος να το πράξει. Το μόνο που ήθελε να πει και ήταν σίγουρος είναι ότι αυτός που του κάρφωσε το μαχαίρι είναι ένας από τους δίδυμους συγγενής των Σιούκρων. Για την ώρα περιορίζομαι να πω τούτο∙ ενώ αποδεδειγμένα συνέβησαν τόσο πολλά στην παρουσία του στον ουσιώδη χρόνο και για τους λόγους που ανάφερε στον εξεταστή, το μόνο πράγμα που ήθελε να πει ήταν ότι αυτός που το μαχαίρωσε ήταν ένας από τους δίδυμους και θα ενημέρωνε την Αστυνομία πότε ήταν σε θέσει να τον αναγνωρίσει, αυτό δεν έγινε ποτέ. Και ασφαλώς, ούτε και μπορώ να δεχθώ πως, για ό,τι το βόλευε ήταν σε θέση να καταθέσει και στις δυο περιπτώσεις, ενώ για όλα τα άλλα, που είναι άμεσα σχετικά και αλληλένδετα με τον τραυματισμό του δεν μπορούσε να καταθέσει. Απαντώντας σε διάφορες ερωτήσεις της ευπαιδευτης εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε τα εξής: Με αναφορά σε όσα ανάφερε στην ανακριτική του κατάθεση για το πρόσωπο που τον είχε μαχαιρώσει, όταν ρωτήθηκε πώς σήμερα γνωρίζει το όνομά του και τότε είπε ότι είναι ένας από τους δίδυμους, απαντώντας, ισχυρίστηκε ότι λόγω της σωματικής και ψυχολογικής του κατάστασης στην εντατική όπου βρισκόταν, τη συγκεκριμένη στιγμή του διέφευγε το όνομα, αλλά γνώριζε ποιος είναι. Κι όμως, στην ανακριτική του κατάθεση δεν είπε αυτό, αλλά ότι το όνομά του δεν το ξέρει και ότι άμα το δει μπορεί να τον αναγνωρίσει. Το μέγεθος της αντίφασης στην οποία υπέπεσε είναι ολοφάνερο. Αναφορικά με τα όσα είπε προκειμένου να εξηγήσει πώς βρέθηκε στο μέρος όπου έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό που οδήγησε στο σοβαρό τραυματισμό του, πού σταμάτησε το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε ο ίδιος και οι αδελφοί Σοφοκλέους και όσα ισχυρίστηκε ότι ακολούθησαν, επαναλαμβάνω ό,τι αναφέρω σε άλλο σημείο - πιο πάνω - και για τη μαρτυρία του Σοφοκλέους (Μ.Κ.8). Ωστόσο, επί του ισχυρισμού του ότι, μόλις διασταύρωσαν στο πεζοδρόμιο, στο κρεοπωλείο, παράλληλα κατέβαινε και ο κατηγορούμενος από την πλαϊνή σκάλα, η μαρτυρία του συγκρούεται με τη μαρτυρία του Σοφοκλέους, ο οποίος ισχυρίστηκε πως, όταν ο ίδιος, ο αδελφός του Σοφοκλής και ο παραπονούμενος, ήταν ήδη έξω από το κρεοπωλείο και συγκεκριμένα, πάνω στο πεζοδρόμιο, σαν παρατηρητές, όπου λογομαχούσαν και φώναζαν οι αδελφοί Σιούκρου με το Φυλακτού, σε κάποια φάση κατέβηκε ο κατηγορούμενος οπότε και ακολούθησαν τα υπόλοιπα. Ο ισχυρισμός του ότι μετά τον τραυματισμό του ακολούθησε τη διαδρομή που ανάφερε μολονότι είναι αληθής, την ίδια ώρα διαψεύδει το Μ.Κ.8, ο οποίος ισχυρίστηκε αναληθώς, ότι το βοήθησε μαζί με τον αδελφό του Σοφοκλή να μπει στο αυτοκίνητο, με το οποίο ο Σοφοκλής, το μετέφερε από το σημείο που είχαν σταθμεύσει το αυτοκίνητο στην οδό Ακαμαντίδος όπου βρίσκεται και το επίδικο κρεοπωλείο, στο νοσοκομείο. Ο παραπάνω ισχυρισμός του, την ίδια ώρα καταρρίπτει και το δικό του ισχυρισμό, ότι τυχαία βρέθηκαν στο συγκεκριμένο δρόμο καθώς και ότι σταμάτησαν το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν απέναντι από το κρεοπωλείο. Όσα ακολουθούν είναι από την αντεξέτασή του από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου. Ειδικότερα: Ο ισχυρισμός κι αυτού, όπως και του Μ.Κ.8, πως δε γνωρίζει - και όχι δε γνώριζε - για ποιο λόγο λογομαχούσε ο Φυλακτού με τους αδελφούς Σιούκρου είναι τόσο «πειστικός» όσο και του Μ.Κ.
  2. Ο ισχυρισμός τόσο αυτού όσο και του Μ.Κ.8, ότι, ενώ με τους αδελφούς Σιούκρου λογομαχούσε ο Φυλακτού και ο ίδιος και οι αδελφοί Σοφοκλέους, μολονότι βρίσκονταν στο ίδιο μέρος ως απλοί παρατηρητές, εντούτοις, ο κατηγορούμενος επέλεξε να μαχαιρώσει εκείνο και όχι το Φυλακτού είναι παράλογος και στερούμενος πειστικότητας από κάθε άποψη. Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό του ότι, ενώ με τους Σοφοκλέους σταμάτησαν στο πεζοδρόμιο και πέρασαν απέναντι στο επίδικο κρεοπωλείο, επειδή είδαν το φίλο τους το Φυλακτού να λογομαχεί και μάλιστα έντονα με τους αδελφούς Σιούκρου, εντούτοις, δεν προσπάθησαν καθόλου να ηρεμήσουν τα πνεύματα, επειδή δήθεν, δεν ήθελαν να ανακατευτούν. Και αυτό, όπως είπε στη συνέχεια, επειδή ήταν ανεβασμένο το κλίμα. Που κατά τη γνώμη μου αποτελεί ακόμη ένα λόγο για τον οποίο οι ίδιοι όφειλαν να παρέμβουν πυροσβεστικά και μάλιστα, με μία απλή κίνηση, που ήταν να πάρουν το φίλο τους και να αποχωρήσουν από το μέρος, δίδοντας έτσι αναίμακτα τέλος στο όλο επεισόδιο. Η ευκολία με την οποία κατέφευγε στο ψεύδος, στην προσπάθειά του να αποστασιοποιηθεί από το όλο επεισόδιο καθώς και να με πείσει ότι εκεί βρέθηκε τυχαία, καταφαίνεται από το γεγονός, ότι έφθασε στο σημείο να ισχυρίζεται πως δεν γνωρίζει εάν ο Φυλακτού κατάλαβε την παρουσία του καθώς και των αδελφών Σοφοκλέους στο μέρος. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του, ότι, παρότι η απόσταση από το σημείο όπου πήρε τα μαχαίρια ο κατηγορούμενος, μέσα από το κρεοπωλείο, μέχρι το σημείο που βρισκόταν ο ίδιος, έξω από αυτό, ήταν 7 με 8 μέτρα και ο ίδιος, αν και τη στιγμή αυτή έβλεπε στο εσωτερικό του κρεοπωλείου, εντούτοις δεν πρόλαβε να αντιδράσει, ισχύουν όσα ανάφερα και για το Μ.Κ.8, ο οποίος προέβαλε ανάλογο ισχυρισμό. Όταν ρωτήθηκε εάν κατά τη διάρκεια του επίδικου περιστατικού μπήκε οποιοσδήποτε από την παρέα του μέσα στο κρεοπωλείο απάντησε αρνητικά. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε αν μπήκε κάποιος άλλος από το κοινό που ήταν εκεί, «Από το κοινό όχι, ήταν τα ξαδέλφια του Τζεμ, ο Νάζος και ο Σιούκρος.» απάντησε. Όταν ευθύς αμέσως, του υποδείχθηκε από τον κ. Σαββίδη, ότι οι αδελφοί Σιούκρου, όπως είπε λογομαχούσαν με το Φυλακτού, «Στην είσοδο.» απάντησε. «Ήταν μέσα ή όχι;» ρωτήθηκε δικαιολογημένα στη συνέχεια. «Στην είσοδο» απάντησε και πάλι. «Μέσα στο κρεοπωλείο υπήρχαν πρόσωπα;» επέμενε ο κ. Σαββίδης. Απάντησε καταφατικά και όχι μόνο. Κατονόμασε τους αδελφούς Σιούκρου. Το πόσο αντιφατικός υπήρξε είναι τελείως ξεκάθαρο. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο μπορεί να περιγράψει το χώρο πίσω από τον πάγκο του κρεοπωλείου απάντησε αρνητικά. Όταν ακολούθως ρωτήθηκε εάν υπάρχει ο πάγκος και υπάρχει χώρος πίσω από αυτόν ισχυρίστηκε πως δε γνωρίζει. Ούτε και πρόσεξε εάν ο κατηγορούμενος, όταν μπήκε μέσα στο κρεοπωλείο πέρασε πίσω από τον πάγκο, όπως είπε απαντώντας σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε στη συνέχεια. Παρόλα αυτά, όταν λίγο αργότερα, του υποδείχθηκαν από αριθμό φωτογραφιών του τεκμηρίου 22 οι ζημιές και γενικά η ακαταστασία που υπήρχε στο συγκεκριμένο σημείο και ρωτήθηκε εάν αυτές οι ζημιές και τα πετάμενα μαχαίρια γνωρίζει πότε προέκυψαν απάντησε αρνητικά. Το σημαντικό όμως είναι άλλο. Όταν ευθύς αμέσως ρωτήθηκε εάν όση ώρα βρισκόταν εκεί, τα αντικείμενα που του υποδείχθηκαν ήταν στη θέση τους απάντησε καταφατικά. Το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: πώς ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι ήταν στη θέση τους, αφού, όπως είπε προηγουμένως, δεν μπορούσε να περιγράψει το χώρο πίσω από τον πάγκο του κρεοπωλείου στον οποίο βρίσκονταν, ειδικά τα μαχαίρια; Η νέα αντίφαση στην οποία υπέπεσε είναι ολοφάνερη. Όταν ρωτήθηκε γιατί όλες αυτές τις λεπτομέρειες που ανάφερε στο Δικαστήριο δεν τις ανάφερε στη γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία, όπως είπε, επειδή δεν ήταν ούτε σωματικά μα ούτε και ψυχολογικά έτοιμος. Όταν όμως του υποδείχθηκε - και ορθά - ότι στη δεύτερη του κατάθεση (τεκμήριο 81), ανάφερε ότι θα ενημερώσει ο ίδιος την Αστυνομία, πότε θα είναι έτοιμος να αναγνωρίσει το πρόσωπο που του είχε καρφώσει το μαχαίρι και ρωτήθηκε τι έκανε έκτοτε απέναντι στην Αστυνομία για τις λεπτομέρειες που ανάφερε στο Δικαστήριο, παραβλέποντας ή ξεχνώντας τι είχε πει στην κατάθεσή του, ισχυρίστηκε ότι, λόγω του ότι δεν τον ενημέρωσαν ξανά ότι πρέπει να δώσει κατάθεση, δεν ξαναπήγε. Φυσικά, όταν του υποδείχθηκε - ορθά και πάλι -, ότι στην πρώτη του κατάθεση, την ανακριτική (τεκμήριο 80) δεσμεύτηκε πως όταν βγει από το νοσοκομείο, θα έδινε πλήρη και ολοκληρωμένη κατάθεση και ακολούθως, ρωτήθηκε γιατί δεν το έκανε ισχυρίστηκε ότι λόγω του ότι δεν ήταν ψυχολογικά έτοιμος. Η ευκολία με την οποία για το ίδιο θέμα, μετακινιόταν από την μια θέση στην άλλη είναι εκπληκτική. Ομολογώ θεωρώ πολύ εύστοχη την υποβολή που του έγινε στη συνέχεια - παρότι, η ουσία της ταιριάζει απόλυτα και για τον κατηγορούμενο, ο οποίος, ανακρινόμενος, βασικά ακολούθησε ακριβώς την ίδια οδό -. Συγκεκριμένα, ο κ. Σαββίδης, του υπόβαλε ότι απέφυγε να δώσει πλήρη και ολοκληρωμένη κατάθεση με σκοπό να αποκρύψει οτιδήποτε το ενοχοποιητικό για τον ίδιο και τους φίλους του για το επίδικο περιστατικό. Ο ισχυρισμός του ότι μετά τον τραυματισμό του μεταφέρθηκε από τους αδελφούς Σοφοκλέους απέναντι στο πεζοδρόμιο που ήταν σταθμευμένο και το αυτοκίνητό τους - για να επαναλάβω - καταρρίπτεται από τη μαρτυρία της Μ.Υ.4, η οποία τον είδε να στέκεται μόνο του στο πεζοδρόμιο και να κρατά το λαιμό του καθώς και από το γεγονός, ότι δε δέχομαι ότι ο Σοφοκλής Σοφοκλέους που τους μετέφερε στο μέρος είχε σταθμεύσει το αυτοκίνητό του στο συγκεκριμένο σημείο. Δηλαδή, απέναντι από το επίδικο κρεοπωλείο στην οδό Ακαμαντίδος. Όταν του υποδείχθηκε η φωτογραφία αρ. 12 του τεκμηρίου 22, στην οποία φαίνεται το επίδικο κρεοπωλείο, ο δρόμος και οι δυο γλάστρες απέναντι από το κρεοπωλείο, μέσα στο δρόμο, οι οποίες εφάπτονται μάλλον του πεζοδρομίου και ρωτήθηκε εάν εκεί περίπου ήταν σταθμευμένο το αυτοκίνητο του Σοφοκλή, απάντησε καταφατικά. Όταν αργότερα ρωτήθηκε κατά πόσο η διαδρομή που ακολούθησε πεζός, ήταν από το κρεοπωλείο μέχρι και απέναντι στο πεζοδρόμιο που είναι οι γλάστρες απάντησε αρνητικά. Ερωτηθείς στη συνέχεια εάν κινήθηκε και σε οποιοδήποτε άλλο χώρο πεζός ισχυρίστηκε ότι κατά την επιστροφή του από τον εξωτερικό χώρο του κρεοπωλείου κατευθύνθηκε από άλλο δρόμο. «Αφού το αυτοκίνητο ήταν σταθμευμένο εκεί.» του υποδείχθηκε αμέσως από τον κ. Σαββίδη. Απαντώντας ισχυρίστηκε ότι νομίζει πως πέρασε από ένα πεζοδρόμιο και πήγε πίσω από ένα σπίτι. «Τι είχε πίσω από το σπίτι;» ρωτήθηκε αμέσως. «Τίποτε, ήρθε ο Σοφοκλής με το αυτοκίνητο και με βοήθησαν να μπω στο αυτοκίνητο μαζί με τον Ανδρέα.» απάντησε. Όταν στη συνέχεια, του υποδείχθηκε εκ νέου η φωτογραφία αρ. 12 και ρωτήθηκε εάν το αυτοκίνητο ήταν σταθμευμένο εκεί που είναι οι γλάστρες, δηλαδή, ακριβώς απέναντι από το κρεοπωλείο απάντησε καταφατικά. Ακολούθως ρωτήθηκε εάν κατέβηκε και έβλεπε τη λογομαχία απέναντι και απάντησε και πάλι καταφατικά και το ίδιο έκανε όταν αμέσως μετά ρωτήθηκε εάν διέσχισε το δρόμο. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε εάν έγινε οτιδήποτε απέναντι στο κρεοπωλείο απάντησε και πάλι καταφατικά και την ίδια απάντηση έδωσε και στην επόμενη ερώτηση, που ήταν εάν τραυματίστηκε. Όταν ακολούθως ρωτήθηκε εάν μετά, το μετέφεραν πίσω όπου ήταν σταθμευμένο το αυτοκίνητο, «Όχι, πήγαμε από τον πεζόδρομο.» απάντησε. Λίγο αργότερα, απαντώντας σε δική μου - διευκρινιστική - ερώτηση ισχυρίστηκε ότι το αυτοκίνητό τους ήταν εκεί που είναι οι γλάστρες. Μετά από λίγη ώρα, του υποβλήθηκε η εξής ερώτηση από το κ. Σαββίδη: «..Εφόσον είναι εκεί το αυτοκίνητο, γιατί προσπερνάς το αυτοκίνητο και δεν μπαίνεις αμέσως μέσα στο αυτοκίνητο, αφού είχες το μαχαίρι;» Ακολούθησε υπόδειξή μου προς το μάρτυρα ότι είναι ο πιο σημαντικός μάρτυρας και δε θα ήθελα να χάνω ούτε και μια λέξη απ' όσα λέει και ακολούθως, του επαναλήφθηκε η προηγούμενη ερώτηση, η οποία, ουσιαστικά συμπληρώθηκε από τον κ. Σαββίδη με τη φράση, «Αφού είχες το μαχαίρι στο λαιμό και να σε πάρουν στο νοσοκομείο.» Προφανώς, αντιλαμβανόμενος το πόσο παράλογος ήταν ο ισχυρισμός του, πως, όντας τραυματισμένος με ένα μαχαίρι στο λαιμό, ενώ υποτίθεται ότι βρισκόταν δίπλα από το αυτοκίνητο με το οποίο θα μετέβαινε στο νοσοκομείο, εντούτοις επέλεξε να ακολουθήσει πεζός διαφορετική πορεία, αντί να μπει αμέσως μέσα στο αυτοκίνητο, απάντησε ως εξής, που αποκαλύπτει και το μέγεθος της σύγχυσης που τον είχε κυριεύσει υπό το βάρος της αντεξέτασης στην οποία υποβαλλόταν αναφορικά με αυτό το τόσο καίριας σημασίας θέμα: «Αφού ήταν το μαχαίρι και υπήρχε πανικός εκεί και ο μόνος δρόμος που ήταν μπροστά μου ήταν το δρομάκι.» «Ήσουν τραυματισμένος με το μαχαίρι στο λαιμό, όσο πανικό και να έχεις, αναζητάς, ξέρεις ότι θα πας στο νοσοκομείο και σου λέει ο άλλος είναι το αυτοκίνητο εκεί παρκαρισμένο και μας λες, λες στο Δικαστήριο, ότι πας αλλού και μετά να σου φέρουν το αυτοκίνητο αλλού για να μπεις μέσα;» ήταν η αμέσως επόμενη ερώτηση που του υποβλήθηκε στην οποία απάντησε ως εξής: «Κύριε Σαββίδη, πάνω στον πανικό μου, έτσι αντέδρασα.» Ακολούθως ρωτήθηκε εάν περπατούσε μόνος του στο δρομάκι που ανάφερε και ισχυρίστηκε ότι ήταν μαζί με το Μ.Κ.
  3. Απαντώντας στην επόμενη ερώτηση ισχυρίστηκε ότι ο Σοφοκλής οδηγούσε το αυτοκίνητο. «Σε κρατούσε ο Ανδρέας και αντί να σε πάρει στο αυτοκίνητο, σε έπαιρνε από το δρομάκι απέναντι; Πού ήταν να σε πάρει;» ρωτήθηκε στη συνέχεια. «Στο αυτοκίνητο.» απάντησε. «Αφού το αυτοκίνητο ήταν εκεί.», του υπέδειξε ο κ. Σαββίδης. Απαντώντας ισχυρίστηκε ότι το αυτοκίνητο ήταν 50 μέτρα από το πεζοδρόμιο. Όταν ευθύς αμέσως, του υποδείχθηκε και πάλι ότι προηγουμένως, μας έδειξε ότι το αυτοκίνητο ήταν απέναντι σε κύριο δρόμο και ήταν εύκολο να μπει μέσα, να εκκινήσει και να φύγει ισχυρίστηκε ότι πάνω στον πανικό του έτσι αντέδρασε. Το παραπάνω μέρος της μαρτυρίας του θεωρώ ότι δικαιολογεί πλήρως όλους τους λόγους για τους οποίους το θεωρώ αναξιόπιστο μάρτυρα, επομένως δε χρειάζεται να επεκταθώ. Και όλα αυτά, στην απέλπιδα προσπάθειά του να με πείσει πως όλως τυχαίως είχε βρεθεί μαζί με τους αδελφούς Σοφοκλέους στο επίδικο κρεοπωλείο στον ουσιώδη χρόνο, τη στιγμή που και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, η αλήθεια, η οποία έχει ισχυρό έρεισμα, σωρεία στοιχείων αξιόπιστης μαρτυρίας καθώς και το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων είναι πολύ πιο απλή και μου φαίνεται σε σημαντικό βαθμό, ουσιωδώς διαφορετική, απ' ό,τι ο ίδιος καθώς και ο Μ.Κ.8 επιχείρησαν να την παρουσιάσουν. Θεωρώ πως, ο Φυλακτού, μετά το αρχικό επεισόδιο που είχε με τους αδελφούς Σιούκρου, μολονότι μετά την παρέμβαση της Μ.Υ.1, φάνηκε να εγκαταλείπει το μέρος, εντούτοις, στην πραγματικότητα, κάτι τέτοιο, δεν έγινε ποτέ. Αυτό που έκανε ο Φυλακτού ήταν το εξής: αφού απομακρύνθηκε προσωρινά από το μέρος, ευθύς αμέσως επικοινώνησε με κάποιο τρόπο με τους τρεις φίλους του, δηλαδή, τους αδελφούς Σοφοκλέους και τον παραπονούμενο, οι οποίοι έσπευσαν στο μέρος για να συνδράμουν το έργο του, για ό,τι προτίθετο να κάνει στη συνέχεια, σε βάρος των αδελφών Σιούκρου και του κρεοπωλείο τους. Το γεγονός δε, ότι, αυτοί, αντί να σταθμεύσουν το αυτοκίνητό τους με οποίο μετέβησαν στο μέρος, εκεί όπου ψευδώς ανάφεραν - κατά μια εκδοχή - τόσο ο Μ.Κ.8 όσο και ο παραπονούμενος, πιθανότατα, το είχαν σταθμεύσει στην οδό Μιχάτ Πασιά, που αποτελεί παράλληλο δρόμο της οδού Ακαμαντίδος στην οποία βρίσκεται και το επίδικο κρεοπωλείο, αποκαλύπτει, όχι μόνο το λόγο της εκεί μετάβασής τους, αλλά και ότι επέλεξαν το συγκεκριμένο μέρος για να σταθμεύσουν και απ' εκεί να μεταβούν στο κρεοπωλείο από τον πεζόδρομο που ενώνει κάθετα τους δυο δρόμους, επειδή πρόθεσή τους ήταν, όταν θα τελείωναν ό,τι είχαν κατά νουν να κάνουν μαζί με το Φυλακτού, να εγκατέλειπαν το μέρος από το ίδιο σημείο, δηλαδή, από την οδό Μιχάτ Πασιά, τουλάχιστον, χωρίς να γίνουν αντιληπτοί με ποιο μέσο μετέβησαν εκεί. Ούτε και θεωρώ τυχαίο, το γεγονός ότι, ενώ ο ένας από τους τρεις είχε τραυματιστεί, αυτός που έγινε αντιληπτός από τη Μ.Υ.4 να απευθύνεται σε κάποιο άλλο με τη φράση, «Τι κάμνεις ρε, έμπηξες του το μασιέρι είσαι καλά;» ήταν αυτός που προηγουμένως διασταύρωνε συνεχώς το δρόμο, από το πεζοδρόμιο που βρίσκεται απέναντι από το κρεοπωλείο και κουβαλούσε ξύλα προς το κρεοπωλείο και πιθανότατα, ένας από τους αδελφούς Σοφοκλέους ή ο Φυλακτού. Υπεισέρχομαι τώρα στη μαρτυρία του κατηγορούμενου. Ειδικότερα: Καθώς ήδη έχει αναφερθεί από αυτό λήφθηκαν δυο ανακριτικές καταθέσεις. Η πρώτη (τεκμήριο 62), την ημέρα του επίδικου επεισοδίου και η δεύτερη (τεκμήριο 54), στις 9/8/
  4. Στην πρώτη, η οποία του λήφθηκε σε σχέση με τα υπό διερεύνηση αδικήματα του τραυματισμού και της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, ενώ στις πρώτες 6 ερωτήσεις που του είχαν υποβληθεί - κατά βάση, γενικού περιεχομένου - έδωσε απαντήσεις, όταν ο εξεταστής άρχισε να του υποβάλλει διάφορες ερωτήσεις επί της ουσίας της υπόθεσης που διερευνούσε εναντίον του, με εξαίρεση την έβδομη ερώτηση στην οποία αρχικά ισχυρίστηκε πως δεν έκανε τίποτε, προσθέτοντας πως ό,τι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο, αυτή η φράση αποτελούσε και την απάντησή του σ' όλες τις άλλες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Την ίδια ακριβώς απάντηση έδωσε και στο πλαίσιο της δεύτερης ανακριτικής του κατάθεσης, η οποία του λήφθηκε σε σχέση με την υπό διερεύνηση υπόθεση πράξεων που σκοπεύουν στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης και τραυματισμού - ονομαστικά - του παραπονούμενου, όταν με την πρώτη ερώτηση πληροφορήθηκε από τον εξεταστή της υπόθεσης (Μ.Κ.2), ότι εξασφαλίστηκε μαρτυρία από δυο πρόσωπα ότι είναι το πρόσωπο που τραυμάτισε τον παραπονούμενο με μαχαίρι, στις 7/8/2012 και ρωτήθηκε τι είχε να πει. Παρότι είχε κάθε δικαίωμα να τηρήσει αυτή τη στάση, αυτό θεωρώ πως δε μου στερεί το δικαίωμα να αποφανθώ για το λόγο που επέλεξε να ασκήσει το συγκεκριμένο δικαίωμα, που είναι ο ίδιος με το λόγο για τον οποίο, όπως πολύ ορθά υπόβαλε ο ευπαίδευτος δικηγόρος του στον παραπονούμενο, επέλεξε να ασκήσει ανάλογο δικαίωμα. Στην κυρίως εξέταση, μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε τα εξής: Όταν κατέβηκε κάτω στο κρεοπωλείο είδε κάτι μικρούς που φώναζαν και πήγε εκεί να δει τι γίνεται. Την ώρα που πήγε είδε μέσα στο κρεοπωλείο κάποιους με κάτι ρόπαλα και ξύλα, οι οποίοι φώναζαν. Μπήκε μέσα και την ώρα που τους ρώτησε, «Τι γίνεται εδώ», ένας από αυτούς, το χτύπησε από πίσω. Επειδή έβλεπε προς τα μέσα, προς τα ξαδέλφια του δεν είδε ποιος το χτύπησε. Τότε φοβήθηκε λίγο και έτρεξε να μπει μέσα από τους πάγκους. Αυτοί ήταν μπροστά από τη βιτρίνα και χτυπούσαν και φώναζαν. Πέρασε από μέσα τους και πήγε να μπει μέσα και το χτύπησε κάποιος από πίσω. Έτρεξε να μπει μέσα, μέσα από τις βιτρίνες, του έριξε ένας ένα τραπεζάκι, φοβήθηκε επειδή ήταν με ξύλα, με ρόπαλα και κρύφτηκε πίσω από το πάγκο που κόβουν το κρέας το ξύλινο. Ακολουθούν τα σχόλιά μου: Καταρχήν, στην ιατροδικαστή Αντωνίου (Μ.Κ.12), όπως αναφέρει στη γραπτή κατάθεσή της (τεκμήριο 88), παραπονέθηκε για πόνο στο τριχωτό μέρος της κεφαλής (αριστερή βρεγματική), χωρίς, ωστόσο, η ίδια, που τον εξέτασε την ίδια μέρα, να εντοπίσει οποιαδήποτε κάκωση στο σημείο αυτό. Απ' εκεί και πέρα, αναφορικά με τον ισχυρισμό του, πως όταν ήταν μέσα στο κρεοπωλείο, κάποιος του είχε ρίξει ένα τραπεζάκι, αυτός καταρρίπτεται από το περιεχόμενο των φωτογραφιών αρ. 13 και 14 του τεκμηρίου 22, οι οποίες αποτυπώνουν και το μόνο τραπεζάκι που φαίνεται να υπήρχε στο μέρος, ναι μεν πεσμένο, πλην όμως, έξω στην είσοδο του κρεοπωλείου και όχι μέσα, όπως λογικά θα έπρεπε να συμβαίνει εάν ευσταθούσε ο ισχυρισμός του ότι βρισκόταν στο μέρος που είχε αναφέρει μέσα στο κρεοπωλείο, καθ' ον χρόνο έλαβε χώρα το συγκεκριμένο γεγονός και τούτο, δεδομένου και του ισχυρισμού του καθώς και του ξαδέλφου του (Μ.Υ.2), ότι η εικόνα που επικρατούσε στο κρεοπωλείο μετά το επίδικο περιστατικό είναι όπως εμφαίνεται σε αριθμό φωτογραφιών - μέρος του τεκμηρίου
  5. Αργότερα ισχυρίστηκε πως, όταν κατέβηκε κάτω ο ίδιος, ο παραπονούμενος, τα αδέλφια Σοφοκλέους και ο Φυλακτού, ήταν μπροστά από τη βιτρίνα των κρεάτων και χτυπούσαν και φώναζαν. Μπήκε ανάμεσά τους και τους ρώτησε «Τι γίνεται;» και την ώρα που έβλεπε προς τα ξαδέλφιά του, «τούτοι» το χτύπησαν πίσω στο κεφάλι. Μετά, του έριξαν το τραπεζάκι, μπήκε μέσα, «τούτοι» τον ακολούθησαν και την ώρα που σήκωσε τον πάγκο για να μπει μέσα μπήκαν και αυτοί πίσω του. Φώναζαν, έσπαζαν και ο ίδιος κρύφτηκε εκεί. Δεν μπορούσε να κάνει κάτι. «Τούτοι» ακολούθησαν ήρθαν μέσα, χτυπούσαν, έσπαζαν. Ήταν τέσσερις, αλλά όταν μπήκε μέσα ίδιος, ήταν και αυτοί μέσα και κρατούσαν όλοι κάτι. Πέραν από τις προφανείς αντιφάσεις στις οποίες υπόπεσε, ιδίως, αν ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός του, ότι εκεί όπου όπως είπε προηγουμένως, του χτύπησε κάποιος στο κεφάλι, τώρα ισχυρίζεται ότι του χτύπησαν στο κεφάλι, αλλά και του έριξαν και το τραπεζάκι, το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: αφού οι τέσσερις που του είχαν χτυπήσει ήταν τόσο βίαιοι, όπως τους περιγράφει και μάλιστα, όλοι τους κρατούσαν και κάτι, γιατί επέλεξε να μπει μέσα στο κρεοπωλείο για να κρυφτεί - ουσιαστικά για να σωθεί όπως ήθελε να πει - και δεν έκανε το αυτονόητο, που ήταν και πολύ πιο απλό, είτε να μην μπει καθόλου μέσα στο κρεοπωλείο, είτε ακόμη, όταν τους είδε πόσο επιθετικοί ήταν, να αποχωρήσει από αυτό; Και πόσο λογικό είναι να λέει ότι κρύφτηκε πίσω από τον πάγκο για να σωθεί από το μένος τους, τη στιγμή που, όπως είπε λίγο αργότερα, εκεί όπου ήταν κρυμμένος μπορούσαν να το βρουν, αλλά δεν ήταν εύκολο να του χτυπήσουν; Και γιατί δεν ήταν εύκολο να του χτυπήσουν; Ουδεμία απάντηση δόθηκε εκ μέρους του, σ' αυτή την ερώτηση, η οποία, εν πάση περιπτώσει απαντάται και πάλι σε βάρος του, από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας. Στο σημείο όπου υποτίθεται είχε κρυφτεί όπως φαίνεται στις φωτογραφίες αρ. 16 και 17 του τεκμηρίου 22, όπου είναι και τα δυο μαχαίρια στο πάτωμα και φαίνονται οι μικροζημιές που αποδεδειγμένα υπήρχαν στο κρεοπωλείο, στον ουσιώδη χρόνο, ο παραπονούμενος, οι αδελφοί Σοφοκλέους και ο Φυλακτού, στους οποίους αποδίδει όλα τα παραπάνω, θα μπορούσαν πολύ εύκολα και ανά πάσα στιγμή ήθελαν να του επιτεθούν. Επί του ισχυρισμού του ότι η Αστυνομία δεν τον πληροφόρησε οτιδήποτε διαδικαστικό, πριν από τη διαδικασία αναγνώρισής του και γενικά, για όσα αποδίδει στην Αστυνομία στην προσπάθειά του να με πείσει ότι υπήρχε προκατάληψη εναντίον του, λόγω της τουρκοκυπριακής καταγωγής του, τα οποία, εν πάση περιπτώσει θεωρώ ανάξια σχολιασμού, δοθέντος ότι, πλείστα όσα έχει πει - συν τοις άλλοις - δεν υποβλήθηκαν στους αστυνομικούς μάρτυρες, τους οποίους αφορούσαν προστίθενται και τα εξής: Το περιεχόμενο των τεκμήριων 7, 8, 10 και 11, αποτελεί κοινό παραδεκτό γεγονός. Με το δεύτερο, που έχει τίτλο «Γραπτή συγκατάθεση σε σχέση με αναγνωριστική παράταξη προσώπων» αναφέρει ότι πληροφορήθηκε για την πρόθεση της Αστυνομίας να διοργανώσει αναγνωριστική παράταξη σχετικά με την υπόθεση πράξεις που σκοπεύουν στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης και τραυματισμού, για την οποία είναι ύποπτος. Περαιτέρω, ότι παρόλο ότι του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του και η διαδικασία της αναγνωριστικής παράταξης, δεν επιθυμεί να λάβει μέρος σε τέτοια διαδικασία και δεν έχει οποιαδήποτε ένσταση όπως κληθεί οποιοσδήποτε μάρτυρας στα γραφεία της Αστυνομίας να το δει. Τέλος αναφέρει ότι έχει πληροφορηθεί ότι δεν είναι υπόχρεος να δώσει τη συγκατάθεσή του και ότι, οτιδήποτε προκύψει δυνατό να χρησιμοποιηθεί εναντίον του σαν μαρτυρία. Ο κατηγορούμενος καταλήγει λέγοντας ότι κατάλαβε τα πιο πάνω που διάβασε και υπόγραψε στο σχετικό μέρος. Δεδομένου ότι το περιεχόμενο της παραπάνω συγκατάθεσής του - για να επαναλάβω - αποτελεί παραδεκτό γεγονός, οποιαδήποτε συζήτηση γύρω από το θέμα και ιδιαίτερα σε αντίθεση με το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου είναι άνευ αντικειμένου. Για να συνεχίσω το τεκμήριο 7 αποτελεί τη γραπτή συγκατάθεσή του για λήψη μετρήσεων, φωτογραφιών, δαχτυλικών αποτυπωμάτων, δείγματος γενετικού υλικού κ.λ.π., το τεκμήριο 10, τη γραπτή συγκατάθεσή του για ιατροδικαστική εξέτασή του από την ιατροδικαστή Ελένη Αντωνίου και τέλος, το τεκμήριο 11, τη γραπτή - και πάλι - συγκατάθεσή του για την παραλαβή των ενδυμάτων και υποδημάτων του. Και, με δεδομένο ότι, ειδικά η γραπτή συγκατάθεσή του (τεκμήριο 7) και ό,τι έγινε απ' όσα διαλαμβάνονται σ' αυτή, έγιναν κατόπιν οδηγιών του εξεταστή της υπόθεσης, λοχία 1760 Παναγιώτη Πελοπίδα (Μ.Κ.2) δεν τίθεται καθόλου θέμα μη συμμόρφωσης με το άρθρο 25 του περί Αστυνομίας Νόμου 73
(1)/2004, όπως προσπάθησε να με πείσει ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορούμενου με όσα αναφέρει συναφώς με το θέμα στο πλαίσιο της γραπτής του αγόρευσης. Οι παραπάνω διαπιστώσεις μου αναφορικά με τις τέσσερις γραπτές συγκαταθέσεις του κατηγορούμενου, ενώ πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του ως μάρτυρα, αυτοτελώς και γι αυτό το λόγο, την ίδια ώρα αποτελούν και ένα από τους βασικούς λόγους για τους οποίους θεωρώ αξιόπιστους μάρτυρες, όσους από τους αστυνομικούς μάρτυρες κατάθεσαν για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, συναφώς με ό,τι αφορούν οι εν λόγω συγκαταθέσεις. Η θέση του περί το τέλος της κυρίως εξέτασής του, πως δεν μπλέκει σε καυγάδες, επειδή είναι 30 χρονών και προσπαθεί να ανοίξει ένα μαγαζί και δεν είναι σε θέση να μαλώνει με τον κόσμο, ως επίσης, ότι ο καθένας μπορεί να κάνει λάθη τον καιρό που ήταν 20 με 25 ετών, αλλά ο ίδιος τώρα δεν είναι σε θέση να τσακώνεται με τον παραπονούμενο, «..με το Σοφοκλή, με το Γιωρκή.», θα έλεγα ότι αποτελεί μεγάλη γκάφα. Και τούτο, επειδή παραβλέπει ότι η υπόθεση αφορά, όχι κάτι που έγινε κατά το χρόνο που έδινε μαρτυρία, που όπως είπε ήταν 30 χρονών, αλλά, το επίδικο επεισόδιο που έγινε τον Αύγουστο του 2012, δηλαδή, όταν ο ίδιος ήταν μόλις 25 ετών, επομένως, με τη λογική του - την οποία προφανώς δε συμμερίζομαι - τότε που ήταν σε θέση να μπλέκει σε καβγάδες, να κάνει λάθη καθώς και να τσακώνεται με αυτούς που ανάφερε. Όσα ακολουθούν είναι από την αντεξέτασή του από την κυρία Περγαντή: Ο ισχυρισμός του πως όταν πήγε στο κρεοπωλείο, τους μόνους που είδε στην είσοδο του κρεοπωλείου, ήταν τον παραπονούμενο και το Σοφοκλή μπροστά από τη βιτρίνα, δηλαδή, μέσα στο κρεοπωλείο και ότι δεν είδε κανένα έξω αποτελεί την πρώτη μεγάλη αντίφαση στην οποία υπέπεσε, δεδομένων όσων ανάφερε στο στάδιο της κυρίως εξέτασης. Ο ισχυρισμός του στη συνέχεια, ότι την ώρα που μπήκε μέσα και είδε τους πιο πάνω και είπε «Τι γίνεται εδώ;» και πέρασε από μέσα για να δει τα ξαδέλφια του, εκείνη την ώρα το χτύπησε από πίσω με την καρέκλα, με το τραπεζάκι αποτελεί νέα αντίφαση, αφού για πρώτη φορά ισχυρίζεται ότι του χτύπησε (και όχι χτύπησαν) και μάλιστα και με την καρέκλα. Ο ισχυρισμός του, ότι μάλλον είναι το τραπεζάκι που φαίνεται στις φωτογραφίες αρ. 13 και 14 του τεκμηρίου 22 που του έριξαν καθ' ον χρόνο βρισκόταν μέσα στο κρεοπωλείο - για να επαναλάβω - καταρρίπτεται από τις εν λόγω φωτογραφίες, αφού, το συγκεκριμένο τραπεζάκι είναι φανερό ότι βρίσκεται έξω από το κρεοπωλείο και μάλιστα σε κάποια απόσταση από την είσοδό του. Ο ισχυρισμός του, ότι ο παραπονούμενος και οι άλλοι τρεις χτυπούσαν με ξύλα και ρόπαλα πάνω στις βιτρίνες του κρεοπωλείου και παρόλα αυτά, η βιτρίνα - γιατί μία μόνο βιτρίνα φαίνεται να υπήρχε στο κρεοπωλείο (βλ. τη φωτογραφία αρ. 15 του τεκμηρίου 22) -, δεν έσπασε είναι τόσο υπερβολικός και παράλογος που δεν μπορεί να γίνει πιστευτός. Ότι πρόκειται για άκρως παράλογο ισχυρισμό καταφαίνεται και από την απάντησή του, όταν η κυρία Περγαντή, του υπόβαλε την ακόλουθη ερώτηση: «Καλά, χτυπούσαν 4 άτομα με ρόπαλα και ξύλα και δεν έσπασε οτιδήποτε;» Η απάντησή του που αντανακλά και το μέγεθος της σύγχυσης που τον είχε κυριεύσει, αντιλαμβανόμενος πόσο εκτίθεται από αυτό που είπε ακολουθεί αυτούσια: «Εγώ όταν κατεβώ κάτω από τις σκάλες και βλέπω να κτυπά.. τούντο πράγμα που με ρωτάς, δεν μπορώ να το απαντήσω.» Φυσικά και δεν μπορεί να το απαντήσει, επειδή, πολύ απλά, αυτό που είπε προηγουμένως δεν επιδέχεται λογικής εξήγησης. Λίγο αργότερα ισχυρίστηκε πως δεν είδε κάποιο να συγυρίζει πράγματα και να τα βάζει στη θέση τους προτού έρθει η Αστυνομία. Ακολούθως, ότι δεν είδε που κατέληξε το τραπεζάκι με το οποίο του είχε χτυπήσει ένας από τους επιτιθέμενους στο κρεοπωλείο. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε εάν κατέληξε στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό του κρεοπωλείου το τραπεζάκι, διερωτήθηκε πού μπορεί να ξέρει. Όταν ευθύς αμέσως ρωτήθηκε αν δεν το είδε απάντησε ως εξής, που μαζί και με τα υπόλοιπα που είπε αναδεικνύει την ευκολία με την οποία υπέπιπτε σε αντιφάσεις, προέβαλλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας είτε ακόμη, που καταρρίπτονταν από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας: «Όχι, εγώ εκείνη την ώρα ήμουν φοητσιασμένος, με όλο το σεβασμό ρωτά με πράγματα που δεν μπορώ να απαντήσω, γιατί όλα έγιναν τόσο γρήγορα.» Ακολουθούν τα σχόλιά μου: Καταρχήν ενώ παρουσιάζει τους 4 επιτιθέμενους να δημιουργούν ολόκληρο χάος στο κρεοπωλείο, ουδεμία σοβαρή ζημιά φαίνεται να υπάρχει σ' αυτό, με εξαίρεση μερικά αυγά, που πιθανολογώ ότι θα πρέπει να υπήρχαν σε κάποιο βάζο που υπήρχε πάνω στη βιτρίνα του κρεοπωλείου - εκεί που υπάρχουν άλλα τέσσερα τέτοια βάζα, όπως φαίνονται στη φωτογραφία 15 του τεκμηρίου 22 -, το οποίο με κάποιο τρόπο είχε σπάσει. Εξ ου και τα μικρά θραύσματα γυαλιού καθώς και το πώμα του βάζου κοντά στα αυγά, στις φωτογραφίες αρ. 16, 17 και
  1. Απ' εκεί και πέρα, η μόνη ακαταστασία που φαίνεται να υπάρχει στο μέρος, είναι το πεσμένο τραπεζάκι στο πάτωμα έξω από το κρεοπωλείο (βλ. τις φωτογραφίες αρ. 13 και 14 στο ίδιο τεκμήριο) και τα δυο μαχαίρια (τεκμήρια 29 και 30), μέσα στο κρεοπωλείο (βλ. τις φωτογραφίες αρ. 16, 17, 38 και 39 του τεκμηρίου
  2. Ακολούθως, το τραπεζάκι που υποτίθεται ότι του είχαν ρίξει ενώ βρισκόταν μέσα στο κρεοπωλείο - για να επαναλάβω - εντοπίστηκε και φωτογραφήθηκε από τον Αστυνομία έξω από το κρεοπωλείο, ενώ τίθεται και το ερώτημα, εν τέλει, πώς γνωρίζει ότι του έριξαν τραπεζάκι, αφού, με την παραπάνω απάντησή του άφησε να νοηθεί ότι ενδεχομένως και να μην το είδε; Για να συνεχίσω, ισχυριζόμενος ότι οι τέσσερις που τον είχαν χτυπήσει αρχικά, ενώ είχαν πάει ακόμη και στο σημείο που ήταν κρυμμένος και τον είδαν, εντούτοις, ουδείς εξ αυτών πήγε να τον ενοχλήσει, παρά μόνο χτυπούσαν, φώναζαν και έσπαζαν, επίσης είναι παράλογος και στερούμενος πειστικότητας. Ο ισχυρισμός του ότι τα βάζα με τα ξιδάτα που τους είδε να σπάζουν ήταν μέσα στη βιτρίνα, εκτός από παράλογος καταρρίπτεται από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας. Για να επαναλάβω, πάνω στη βιτρίνα, όπως φαίνεται στη φωτογραφία αρ. 15 του τεκμηρίου 22 υπάρχουν 4 βάζα με αυγά και δε φαίνεται να υπάρχει κανένα τέτοιο βάζο μέσα στη βιτρίνα. Με αυτό δεδομένο και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, θεωρώ πως οι τέσσερις, οι οποίοι, όπως είναι η θέση του χτυπούσαν με ξύλα και ρόπαλα στη βιτρίνα, δεν μπορεί να έψαχναν βάζα μέσα σ' αυτή για να σπάσουν και να μην είδαν ή να άφησαν ανέπαφα αυτά που ήταν σε περίοπτο μέρος πάνω στη βιτρίνα, τα οποία, με ένα απλό άγγιγμα, όπως φαίνονται όλα μαζεμένα εκεί, ακριβώς το ένα δίπλα από το άλλο, θα μπορούσαν να τα ρίξουν κάτω και να τα καταστρέψουν. Φυσικά, το πιο κραυγαλέο παράδειγμα της ευκολίας με την οποία ο κατηγορούμενος έλεγε ψέματα αποτελεί ο ισχυρισμός του πως, ότι ο παραπονούμενος είχε τραυματιστεί στο κρεοπωλείο, το έμαθε μετά που ο ίδιος έφυγε από το μέρος, τη στιγμή που σωρεία στοιχείων αξιόπιστης μαρτυρίας, άμεσης και πραγματικής αποδεικνύει ότι ο παραπονούμενος εκεί είχε τραυματιστεί. Πολλώ μάλλον, που ο ισχυρισμός του αστυφύλακα 495 Γιώργου Δημητρίου (Μ.Κ.3), ότι οι κηλίδες αίματος ξεκινούσαν από το πεζοδρόμιο, ακριβώς έξω από το κρεοπωλείο και κατέληγαν στην οδό Μιχάτ Πασιά παρέμεινε αναντίλεκτος και αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών, ότι το μόνο άτομο που τραυματίστηκε κατά το επίδικο περιστατικό είναι ο παραπονούμενος. Και, με δεδομένο ότι οι κηλίδες αίματος έξω από την είσοδο του κρεοπωλείου, όπως φαίνεται στη φωτογραφία αρ. 36 του τεκμηρίου 22, καταλαμβάνουν τόση έκταση και είναι τόσο εμφανείς στο πάτωμα, ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να ισχυρίζεται πως, ότι ο παραπονούμενος είχε τραυματιστεί στο κρεοπωλείο, το έμαθε μετά που ο ίδιος έφυγε από το μέρος. Και τούτο, δεδομένου ότι, όπως ήταν η θέση του, είχε φύγει από το κρεοπωλείο, μετά που έφυγαν οι τέσσερις που τους είχαν επιτεθεί και ο ενώ ο παραπονούμενος, αποδεδειγμένα είχε τραυματιστεί έξω από την είσοδο του κρεοπωλείου, ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι καθ' όλη τη διάρκεια του επεισοδίου ήταν κρυμμένος μέσα στο κρεοπωλείο. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας και αυτού ως μάρτυρα. Υπεισέρχομαι τώρα και σε μέρος όσων ανάφερε ο εξάδελφός του και εκ των ιδιοκτητών του επίδικου κρεοπωλείου, Σιούκρος Σιούκρου (Μ.Υ.2), ο οποίος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, στο στάδιο της επανεξέτασής του, ομολόγησε ότι κατά την ακρόαση της υπόθεσης είχε έρθει στο Δικαστήριο κάποιες φορές για να παρακολουθήσει. Ειδικότερα: Καταρχήν, να πω ότι δέχομαι όσα έχει αναφέρει για το πρώτο επεισόδιο που υπήρξε ανάμεσα στον αδελφό του και το Φυλακτού, στο πεζοδρόμιο, απέναντι από το κρεοπωλείο τους, αφού αυτό επιβεβαιώνεται από τη Μ.Υ.1 που είναι αστυνομικός και κρίθηκε αξιόπιστη. Ακόμη δέχομαι και τον ισχυρισμό του, ότι λίγη ώρα αργότερα, του εν λόγω επεισοδίου ακολούθησε το επίδικο στο κρεοπωλείο του, κατά το οποίο ήταν παρόντες, εκτός από τον ίδιο, τον αδελφό του και τον κατηγορούμενο και ο παραπονούμενος, ο Φυλακτού καθώς οι αδελφοί Σοφοκλέους. Ωστόσο, για λόγους που άπτονται της κρίσης μου επί της αξιοπιστίας όλων όσοι από αυτούς κατάθεσαν ως μάρτυρες κατά τη δίκη, δεν μπορώ να δεχθώ ότι το εν λόγω επεισόδιο εκτυλίχθηκε όπως το έχει περιγράψει ο ίδιος καθώς και ο κατηγορούμενος. Αρχίζοντας με τον ισχυρισμό του πως, όταν οι τέσσερις έφυγαν από το κρεοπωλείο, ο χώρος εκεί ήταν ένα χάος και επικρατούσε πανικός, όπως είπα και για τον κατηγορούμενο, ο οποίος ισχυρίστηκε κάτι ανάλογο, ο εν λόγω ισχυρισμός καταρρίπτεται από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας σύμφωνα με την οποία, το κατ' ισχυρισμό του μάρτυρα χάος συνθέτουν ένα τραπεζάκι πεσμένο, έξω από το κρεοπωλείο, ένα σπασμένο βάζο και μερικά αυγά καθώς και τα δυο μαχαίρια (τεκμήρια 29 και 30), όλα στο πάτωμα, μέσα στο κρεοπωλείο. Υπενθυμίζω ακόμη και τον ισχυρισμό του εξεταστή της υπόθεσης (Μ.Κ.2), ο οποίος, όπως αναφέρει στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 53), όταν μετέβη στο μέρος, εντός του κρεοπωλείου υπήρχε ακαταστασία και μικροζημιές. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του, ότι, εκτός από τον κατηγορούμενο που χτυπήθηκε από ρόπαλο, δε γνωρίζει να χτυπήθηκε οποιοσδήποτε άλλος απ' όσους ήταν εκεί, τη στιγμή που το πλέον σοβαρό γεγονός που έλαβε χώρα στο συγκεκριμένο μέρος ήταν ο σοβαρός τραυματισμός του παραπονούμενου με μαχαίρι, ισχύουν αυτά που είπα στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του κατηγορούμενου. Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό του, πως όταν έληξε το επεισόδιο και μέχρι να φθάσει η Αστυνομία στο μέρος, δεν προσπάθησαν να τακτοποιήσουν το χώρο και να μετακινήσουν οτιδήποτε, ισχυρισμός που καταρρίπτει τη θέση του, πως όταν τέλειωσε το επεισόδιο, το κρεοπωλείο ήταν σε κατάσταση χάους. Η ίδια πραγματική μαρτυρία σε συνδυασμό και με τον τελευταίο ισχυρισμό του καταρρίπτουν και τον ισχυρισμό του, ότι οι τέσσερις, αν θυμόταν καλά είχαν σπάσει και τέσσερις καρέκλες. Σ' όλες τις φωτογραφίες που δείχνουν το χώρο του κρεοπωλείου, εντός και εκτός αυτού, οι μόνες καρέκλες που φαίνεται να υπάρχουν είναι η μια πλαστική, άσπρου χρώματος και η περιστρεφόμενη, μπλε χρώματος, δίπλα από την πρώτη και οι δυο, έξω από το κρεοπωλείο (βλ. τις φωτογραφίες αρ. 13 και 14 του τεκμηρίου 22 )και δε φαίνεται να παρουσιάζουν οποιαδήποτε ζημιά. Όσα ακολουθούν είναι από την αντεξέτασή του από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής: Όπως είπε όταν μπήκαν στο κρεοπωλείο τα 4 άτομα άρχισαν να χτυπούν με ρόπαλα τους τοίχους και στη βιτρίνα και τους έβριζαν. Χτυπούσαν δυνατά και με μανία. Ειδικά στη βιτρίνα χτυπούσαν στο πλάι της. Έχοντας υπόψη το σημείο που έδειξε σε μια από τις φωτογραφίες του τεκμηρίου 22 είναι σαφές, ότι αποτελεί θέση του, ότι οι επιτιθέμενοι χτυπούσαν στην αριστερή γωνία της βιτρίνας, σε σημείο που αποτελείται από μέταλλο. Ερωτηθείς ακολούθως, εάν κρατούσαν και οι τέσσερις ρόπαλα και χτυπούσαν στο ίδιο σημείο πάνω στη βιτρίνα απάντησε ως εξής: «Όχι και οι τέσσερις, τώρα δε θυμάμαι ακριβώς ποιοι χτυπούσανε, χτυπούσαν στο πλευρό της βιτρίνας, όπως έδειξα στη φωτογραφία και στον τοίχο που είναι αριστερά με το καφέ κάλυμμα. Πέραν από την προφανή αντίφαση στην οποία υπέπεσε ομολογώ ότι με βάση την αρχική εκδοχή του, μου ακούγεται άκρως παράλογο για να το πιστέψω, ότι τέσσερις που εισήλθαν μέσα στο κρεοπωλείο, κρατώντας ρόπαλα και οι οποίοι με όσα τους αποδίδονται ότι έκαναν και με τη χρήση των ροπάλων, όπως είναι η θέση του μάρτυρα είχαν προκαλέσει χάος στο κρεοπωλείο, την ίδια ώρα ήταν τόσο προσεκτικοί που χτυπούσαν όλοι στο ίδιο σημείο πάνω στη βιτρίνα και μάλιστα, ενώ αυτή όπως φαίνεται στις φωτογραφίες, κατά κύριο λόγο αποτελείται από διαφανές τζάμι, αποφεύγοντας να χτυπήσουν στο συγκεκριμένο μέρος της, που προφανώς ήταν και εύθραυστο οπότε θα μπορούσαν να προκαλέσουν ακόμη πιο μεγάλη ζημιά σ' αυτό και αντ' αυτού, χτυπούσαν στοχευμένα στη μεταλλική γωνία της βιτρίνας. Το πόσο άβολα θα πρέπει να αισθανόταν κι αυτός κάθε φορά που βρισκόταν αντιμέτωπος με το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας, το οποίο για σωρεία ισχυρισμών του, το διέψευδε καταφαίνεται από τα εξής: Ερωτηθείς εάν όλα τα πράγματα που ήταν τοποθετημένα πάνω στις βιτρίνες μετακινήθηκαν, έπεσαν στο πάτωμα, απάντησε καταφατικά, διευκρινίζοντας ότι πρόκειται για αντικείμενα που τους έριχναν. Όταν του ζητήθηκε να πει ποια πράγματα έπεσαν στο πάτωμα και αφού του υποδείχθηκε η φωτογραφία αρ. 15 ρωτήθηκε ποια πράγματα του κρεοπωλείου μετακινήθηκαν και έπεσαν κάτω ή τους έριχναν, «Τα ξιδάτα εδώ τα γυάλινα μπουκαλάκια» απάντησε. Το παράδοξο είναι ότι έδειξε τα 4 βάζα που βρίσκονται στο πάνω μέρος της βιτρίνας, τα τρία, ακριβώς το ένα δίπλα στο άλλο, και το τέταρτο, πίσω από το δεύτερο από τα άλλα τρία, χωρίς να συνειδητοποιεί πόσο εκτίθεται τη στιγμή που αυτό που του ζητήθηκε ήταν να δείξει ποια πράγματα του κρεοπωλείου μετακινήθηκαν και έπεσαν κάτω ή τους έριχναν. Φυσικά, όταν στη συνέχεια του ζητήθηκε να πει και ποια άλλα αντικείμενα έπεσαν κάτω ή τους έριχναν, αφού ανάφερε και πάλι τα ίδια βάζα προσέθεσε και ένα ακονιστήρι για τα μαχαίρια καθώς και τα μαχαίρια από τους πάγκους. Και ενώ είναι ορθό, πως, όταν μετέβη στο μέρος η Αστυνομία υπήρχαν δυο μαχαίρια κάτω στο πάτωμα μέσα στο κρεοπωλείο (τεκμήρια 29 και 30) διερωτώμαι πού πήγε το ακονιστήρι τους, δεδομένης της θέσης του, πως όταν ήρθε στο μέρος η Αστυνομία βρήκε το κρεοπωλείο ακριβώς στην κατάσταση χάους που δημιούργησαν σ' αυτό ο παραπονούμενος, οι αδελφοί Σοφοκλέους και ο Φυλακτού. Ο ισχυρισμός του ότι ο κατηγορούμενος, εκτός από το χτύπημα στο κεφάλι που είχε δεχθεί με ρόπαλο μόλις μπήκε στο κρεοπωλείο δε χτυπήθηκε από οποιοδήποτε άλλο με οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο συγκρούεται με τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι χτυπήθηκε και με τραπέζι. Ο ισχυρισμός του ότι οι δυο καρέκλες που φαίνονται στη φωτογραφία αρ. 14 του τεκμηρίου 22 «ήταν καταστραμμένες.» εκτός του ότι - για να επαναλάβω - το φέρνει σε πλήρη σύγκρουση με το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας αναδεικνύει και την ευκολία με την οποία κατέφευγε στο ψεύδος, δεδομένου ότι, ο εν λόγω ισχυρισμός του αφήνει να νοηθεί ότι οι δυο αυτές καρέκλες, για να μη φαίνονται καταστραμμένες στη φωτογραφία που του είχε υποδειχθεί, ενδεχομένως και να είχαν επιδιορθωθεί. Θέση που προφανώς δεν μπορεί να προβάλλεται, έχοντας υπόψη τον ισχυρισμό του καθώς και του κατηγορούμενου, ότι η Αστυνομία είχε βρει το κρεοπωλείο στην κατάσταση, όπως φαίνεται στις διάφορες φωτογραφίες του τεκμηρίου
  3. Ούτε και θεωρώ τυχαίο που, όταν ρωτήθηκε πού ήταν οι τέσσερις καρέκλες που καταστράφηκαν την ώρα που έβγαζε φωτογραφίες η Αστυνομία και ειδικά αν ήταν μέσα στο κρεοπωλείο ή έξω από αυτό, ισχυρίστηκε πως δε θυμόταν, τη στιγμή που από τις φωτογραφίες είναι τελείως ξεκάθαρο, ότι οι δυο μόνο καρέκλες που φωτογράφησε η Αστυνομία, που είναι και οι μόνες που φαίνεται ότι υπήρχαν στο κρεοπωλείο είναι οι δυο, έξω από το κρεοπωλείο, κοντά στην είσοδο και προηγουμένως είχε αναγνωρίσει το κρεοπωλείο - εντός και εκτός αυτού - από αριθμό φωτογραφιών του τεκμηρίου
  4. Ότι ο μάρτυρας, έστω έμμεσα, ομολόγησε ότι έλεγε ψέματα, ισχυριζόμενος πως είχαν καταστραφεί τέσσερις καρέκλες κατά το επίδικο επεισόδιο καταφαίνεται και από την απάντησή του σε σχετική υποβολή που του έγινε από την κυρία Περγαντή. Η απάντησή του ακολουθεί αυτούσια: «Εάν ήταν τόσο μεγάλο το ψέμα που είπα, που έχουν περάσει 8 χρόνια, απολογούμαι.» Καταρχήν, δεν είχαν περάσει 8 χρόνια από το επίδικο περιστατικό μέχρι και τις 8/3/2017 που προέβαλε τον εν λόγω ισχυρισμό, αλλά, λίγο περισσότερο από τεσσεράμισι χρόνια. Ακολούθως, ο εν λόγω ισχυρισμός του είναι τόσο σοβαρός και με δεδομένο ότι τον προέβαλε εκ του μη όντως, δεν μπορεί να επικαλείται το χρόνο για να το δικαιολογήσει. Το αξιοπερίεργο είναι πως, ούτε και το τραπεζάκι δίπλα από τις δυο καρέκλες, θυμόταν πώς βρέθηκε πεσμένο στο πάτωμα, τη στιγμή που στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, όπως είπε κάποια στιγμή, μετά που είχε τελειώσει το επίδικο επεισόδιο και έφυγαν οι τέσσερις από το κρεοπωλείο, αυτό ήταν σε κατάσταση χάους και επικρατούσε πανικός. Η επιλεκτική μνήμη και αυτού καταφαίνεται και από αριθμό άλλων ερωτήσεων που του υποβλήθηκαν από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ανάμεσά τους και η ερώτηση εάν, όταν έληξε το επεισόδιο είχε δει αίμα μπροστά από την είσοδο του κρεοπωλείου και συγκεκριμένα, στο σημείο αρ. 1 στη φωτογραφία 36 του τεκμηρίου 22, ερώτηση στην οποία απάντησε πως θυμόταν, τη στιγμή που αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών, ότι πρόκειται για το αίμα του παραπονούμενου η μεγάλη κηλίδα που υπάρχει στο πεζοδρόμιο, έξω από την είσοδο του κρεοπωλείου. Ο ισχυρισμός του πως, ούτε αντιλήφθηκε μα ούτε και πληροφορήθηκε από την Αστυνομία ότι έξω από την πόρτα του κρεοπωλείου του έγινε ένα περιστατικό, κατά το οποίο είχε τραυματιστεί ο παραπονούμενος, ο οποίος εισήχθη στο χειρουργείο και αφαιρέθηκε το μαχαίρι που είναι πανομοιότυπο με αυτό που χρησιμοποιεί ο ίδιος μέσα στο κρεοπωλείο για την κοπή του κρέατος, αποτελεί το κορυφαίο ψέμα απ' όσα και αυτός είπε, δεδομένου ότι, πρώτο, καθ' ομολογία του ήταν παρών από την αρχή μέχρι και το τέλος του επίδικου επεισοδίου, δεύτερο, ότι σε αυτό είχε τραυματιστεί ο παραπονούμενος, ο κατηγορούμενος το παραδέχεται μέσω του δικηγόρου του στο πλαίσιο της γραπτής του αγόρευσης και μάλιστα σε δυο περιπτώσεις (βλ. τη φράση στη σελίδα 25 «Η θέση της Υπεράσπισης είναι ότι ο τραυματισμός του Μ.Κ.1 Όμηρου Ευσταθίου δεν προήλθε από τον κατηγορούμενο αλλά επίσης δεν ήταν αποτέλεσμα στοχευμένης ενέργειας, αλλά αποτέλεσμα του επεισοδίου που προκάλεσαν οι Μ.Κ.1 και 2 μαζί με άλλα πρόσωπα. » και ανάλογη φράση στη σελίδα 26), τρίτο, ακόμη και η Μ.Υ.4 που δεν ήταν παρούσα, αλλά στο διαμέρισμά της, είχε ακούσει φωνές και κάποιο από τους τρεις - που μαζί με τον παραπονούμενο καθώς και το Φυλακτού που αποτελούσαν τη μια ομάδα όσων συμμετείχαν στο επίδικο περιστατικό -, να φωνάζει από τη μέση του δρόμου σε κάποιο από την άλλη ομάδα, απευθυνόμενος προς το κρεοπωλείο, ότι μαχαίρωσε κάποιο από την πρώτη ομάδα (τον παραπονούμενο) και τέταρτο, το μαχαίρι με το οποίο είχε μαχαιρωθεί ο παραπονούμενος είναι ίδιου χρώματος και πανομοιότυπο με τα άλλα δυο που φαίνονται πετάμενα κάτω στο πάτωμα, μέσα στο κρεοπωλείο, στις φωτογραφίες αρ. 16 και 17 του τεκμηρίου
  5. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω την αναξιοπιστία και αυτού - όπως και των τριών άλλων ουσιωδών μαρτύρων της υπόθεσης - ως μάρτυρα. Συγκεφαλαιώνοντας, αυτά που θέλω να πω που αναδεικνύουν πόσο αναξιόπιστοι μάρτυρες είναι τόσο ο παραπονούμενος και ο Ανδρέας Σοφοκλέους, από τη μια όσο και ο κατηγορούμενος και ο Σιούκρος Σιούκρου, από την άλλη, είναι τα εξής: Σ' ένα επεισόδιο, το οποίο αποδεδειγμένα ακολούθησε σε ελάχιστο χρόνο κάποιου άλλου επεισοδίου, στο ίδιο μέρος, δηλαδή στο επίδικο κρεοπωλείο, με κοινό παρανομαστή και στα δυο επεισόδια, το Φυλακτού, από τη μια και τους αδελφούς Σιούκρου από την άλλη, γεγονός το οποίο αποδεικνύει και την άμεση σχέση των δυο επεισοδίων, επομένως και που καθιστά σχετική μαρτυρία για το δεύτερο επεισόδιο τη μαρτυρία που περιβάλλει το πρώτο (βλ. Χρυσάνθου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 397), με τον παραπονούμενο και τους αδελφούς Σοφοκλέους να προστίθενται στο δεύτερο επεισόδιο και μαζί με το κοινό τους φίλο, το Φυλακτού, να συνθέτουν τη μια ομάδα και τον κατηγορούμενο, ο οποίος προστέθηκε στο δεύτερο επεισόδιο μαζί με τα ξαδέλφια του - αδελφούς Σιούκρου, να συνθέτουν την άλλη ομάδα, στη βάση της μαρτυρίας όσων από τους συμμετέχοντες στο εν λόγω επεισόδιο, παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο και κατάθεσαν γι αυτό ως μάρτυρες, με εξαίρεση το Σιούκρο Σιούκρου - ο οποίος κατάθεσε και για τα δυο επεισόδια -, διαμορφώνεται το εξής σκηνικό: Ο παραπονούμενος και ο Ανδρέας Σοφοκλέους επιχείρησαν να με πείσουν ότι βρέθηκαν στο επίδικο κρεοπωλείο, όλως τυχαίως και το μόνο που έκαναν μαζί με το Σοφοκλή Σοφοκλέους, ήταν να παρακολουθούν τη λογομαχία που είχε ο Φυλακτού με τους αδελφούς Σιούκρου, από το πεζοδρόμιο, έξω από το κρεοπωλείο, στο οποίο βρίσκονταν και οι τέσσερις, δηλαδή, ακόμη και ο Φυλακτού, καθ' όλη τη διάρκεια του επίδικου επεισοδίου, χωρίς να μπουν καθόλου μέσα στο κρεοπωλείο, οπότε, κάποια στιγμή ήρθε ο κατηγορούμενος στο μέρος, ο οποίος μπήκε μέσα στο κρεοπωλείο και αφού βγήκε από αυτό, κρατώντας δυο χασαπομάχαιρα κάρφωσε το ένα σχεδόν στο λαιμό του παραπονούμενου, χωρίς αυτός, είτε ακόμη οποιοσδήποτε από τους άλλους τρεις φίλους του που ήταν εκεί και έβλεπαν τον κατηγορούμενο να βγαίνει από το κρεοπωλείο με τα μαχαίρια, να αντιδράσουν με οποιοδήποτε τρόπο, προς αποφυγή ή αποτροπή του αποτρόπαιου αυτού συμβάντος, που αποτελεί και τον τραγικό απολογισμό του επεισοδίου. Και όλα αυτά, όπως ήταν η θέση τους - για να επαναλάβω - εντελώς τυχαία και χωρίς να συνδέονται όσα έλαβαν χώρα στο κρεοπωλείο, με το προηγηθέν επεισόδιο μεταξύ των αδελφών Σιούκρου και του Φυλακτού και χωρίς να γνωρίζουν ποιος προκάλεσε τις, όχι βέβαια, στην έκταση που περιέγραψαν ο κατηγορούμενος και ο Μ.Υ.2, εμφανείς ζημιές - εντός και εκτός του κρεοπωλείου -, τις οποίες, ο παραπονούμενος και ο Σοφοκλέους, ούτε είδαν μα ούτε και ευθύνονται γι αυτές οι ίδιοι. Σ' αυτά δε προστίθεται και το παραδεκτό γεγονός (βλ. τη γραπτή κατάθεση του υπαστυνόμου Μ. Τέμπλαρ - τεκμήριο 3 -), ότι, στον ουσιώδη χρόνο και συγκεκριμένα, μερικά λεπτά αργότερα από τις 09:30 που του τηλεφώνησε η Μ.Υ.1 και τον ενημέρωσε για το πρώτο επεισόδιο, ενώ έδινε οδηγίες σε περίπολο να μεταβεί στη σκηνή, λήφθηκε τηλεφώνημα στο ΚΕΜ από πολίτη και άκουσε τον αστυφύλακα 3063 να μιλά για μια συμπλοκή στην κρεαταγορά του Σιούκρου, το οποίο - τηλεφώνημα - θα έλεγα αποδίδει τον ορθό νομικό και πραγματικό χαρακτηρισμό στο επίδικο επεισόδιο. Συμπλοκή, κατά την οποία, ο παραπονούμενος που ήταν εκεί και τραυματίστηκε αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός, ότι μερικά λεπτά αργότερα και συγκεκριμένα, στις 09:44 βρισκόταν ήδη στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου στο οποίο είχε διακομιστεί με καρφωμένο το μαχαίρι στην αριστερή τραχηλική χώρα, όπου εξετάστηκε από τη γιατρό Σβανά (βλ. το ιατρικό έντυπο - τεκμήριο 50 -). Από την άλλη, όλως παραδόξως, τόσο ο κατηγορούμενος όσο και ο εξάδελφός του, Σιούκρος Σιούκρου, τα μόνα πράγματα που είδαν σε σχέση με το ίδιο επεισόδιο είναι τον παραπονούμενο, το Φυλακτού και τους αδελφούς Σοφοκλέους να επιτίθενται του κατηγορούμενου, χτυπώντας τον και να προκαλούν τεράστιες καταστροφές στο κρεοπωλείο, ρίχνοντας διάφορα αντικείμενα και χτυπώντας με τα ρόπαλα που κρατούσαν πάνω στις βιτρίνες, δημιουργώντας κατάσταση χάους στο κρεοπωλείο και όλα αυτά, χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε ουσιαστική αντίδραση εκ μέρους τους καθώς και του αδελφού του Μ.Υ.2, Νιαζή, τη στιγμή που οι ζημιές που υπήρχαν στο κρεοπωλείο όταν μετέβη εκεί η Αστυνομία και φωτογράφησε τη σκηνή, όπως αποτυπώνονται σε αριθμό φωτογραφιών του τεκμηρίου 22 είναι ελάχιστες. Όμως, το πιο εντυπωσιακό είναι άλλο. Παρότι αποδεδειγμένα, ο παραπονούμενος έφυγε από εκεί με ένα μαχαίρι του κρεοπωλείου, καρφωμένο λίγο κάτω από το λαιμό του, «συμπτωματικά», ούτε ο κατηγορούμενος μα ούτε και ο Σιούκρου, αντιλήφθηκαν αυτό το κορυφαίο γεγονός, απ' όσα έλαβαν χώρα εκείνο το πρωινό στο επίδικο κρεοπωλείο. Το γεγονός ότι οι πιο πάνω είπαν τόσο πολλά ψέματα για όσα έλαβαν χώρα κατά το επίδικο περιστατικό, το οποίο, ενώ είναι φανερό ότι προσλαμβάνει το χαρακτήρα συμπλοκής μεταξύ τους, στο πλαίσιο της οποίας εντάσσονται οι ζημιές που προκλήθηκαν στο κρεοπωλείο καθώς και ο σοβαρός τραυματισμός του παραπονούμενου και το όλο επεισόδιο είναι άρρηκτα συνδεμένο με το αρχικό που υπήρξε στο ίδιο μέρος, ανάμεσα στους αδελφούς Σιούκρου και το Φυλακτού, κατά το οποίο αποδεδειγμένα τραυματίστηκε ο Νιαζή Σιούκρου, παρόλα αυτά, οι δυο μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής επιχείρησαν να αποσυνδέσουν τα δυο επεισόδια μεταξύ τους και να εστιάσουν αποκλειστικά σε ένα μόνο θέμα που αφορά στο δεύτερο επεισόδιο, που είναι ο τραυματισμός του παραπονούμενου, ενώ ο κατηγορούμενος και ο Σιούκρου - και ιδιαίτερα ο δεύτερος, που ήταν παρών και εμπλεκόμενος και στα δυο επεισόδια και θεωρώ ότι σε σχέση με το πρώτο κατάθεσε την αλήθεια στο Δικαστήριο -, επενδύοντας στη σύνδεση των δυο αυτών επεισοδίων και εκμεταλλευόμενοι το γεγονός αυτό επιχείρησαν να αναδείξουν μόνο εκείνα που θεωρούν ότι βαραίνουν και ενδεχομένως να βαραίνουν τους τέσσερις φίλους κατά το επίδικο - δεύτερο επεισόδιο και σίγουρα βαραίνουν το Φυλακτού κατά το πρώτο, καθιστά και τους τέσσερις εντελώς αναξιόπιστους, για ό,τι αφορά τη διακρίβωση όσων διαδραματίστηκαν στο επίδικο κρεοπωλείο και από αυτά, κυρίως, όσων περιστρέφονται γύρω από το σοβαρό τραυματισμό του παραπονούμενου σ' αυτό. Είναι γεγονός, ότι τα ψέματα που είπαν και οι τέσσερις αυτοί πρωταγωνιστές κατά το επίδικο περιστατικό, για όσα το περιβάλλουν, ως εκ της φύσης και σοβαρότητάς τους είναι τόσα και τέτοια που πλήττουν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία τους. Είναι ακόμη γεγονός, ότι, στην περίπτωσή τους - και όχι μόνο στην περίπτωση του παραπονούμενου και του Σοφοκλέους, όπως είναι η θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου του κατηγορούμενου - ισχύει πλήρως η αρχή που έχει καθιερώσει η Mohamed (ανωτέρω) - στην οποία μάλιστα, σε κάποιο βαθμό υπάρχει και αναλογία γεγονότων - σύμφωνα με την οποία, η διαπίστωση ότι ένας μάρτυρας εσκεμμένα ψεύδεται και αποκρύπτει οτιδήποτε το ενοχοποιητικό για τον ίδιο, σε μια αλυσίδα γεγονότων, πλήττει καίρια τη γενικότερη αξιοπιστία του. Μολονότι η υπόθεση, ουσιαστικά έχει κριθεί εντούτοις, χάριν πληρότητας της απόφασής μου και για το ενδεχόμενο που οι μέχρι τώρα διαπιστώσεις μου ήθελαν κριθεί εσφαλμένες, σε ανώτερο επίπεδο δικαστικής κρίσης, στη συνέχεια, θα ασχοληθώ - όχι τόσο εκτεταμένα - και με τη μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων της υπόθεσης, ενώ στο τέλος, θα τοποθετηθώ ειδικά και επί μερικών από τους ισχυρισμούς που διαλαμβάνονται στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου του κατηγορούμενου. Η μαρτυρία όλων των αστυνομικών μαρτύρων, περιλαμβανομένου και του αστυφύλακα 4908 Μαρίνου Χρίστου (Μ.Υ.3) για ό, τι αφορά στις ενέργειές τους και γεγονότα για τα οποία έχουν προσωπική γνώση γίνεται αποδεκτή, αφού, εκτός από αξιόπιστη, θα έλεγα πως, ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη. Ειδικά για το θέμα της διαδικασίας αναγνώρισης του κατηγορούμενου, καθ' ον χρόνο τελούσε υπό κράτηση, για το οποίο, κατά τη δίκη αναλώθηκε πολύς χρόνος και κατατέθηκαν σωρεία εγγράφων, με μόνο λόγο ότι αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών ότι ο κατηγορούμενος ήταν παρών κατά το επίδικο επεισόδιο μα όχι και ο δίδυμος αδελφός του Αλπάν Νιαζή (Μ.Κ.9), ο οποίος μετέβη στο μέρος μετά το επεισόδιο θεωρώ περιττή κάθε περαιτέρω συζήτηση γύρω από το θέμα. Η μαρτυρία του Αλπάν Νιαζή (Μ.Κ.9), επίσης γίνεται αποδεκτή, αφού, εκτός από αξιόπιστη παρέμεινε και αναντίλεκτη. Η ουσία της - για να επαναλάβω - έγκειται στο γεγονός, ότι, καθ' όν χρόνο εκτυλισσόταν το επίδικο επεισόδιο δεν ήταν παρόν και μετέβη στο μέρος όταν αυτό είχε λήξει. Επί της ουσίας, δεκτή στο σύνολό της είναι και η μαρτυρία του γιατρού Παναγιώτη Παπαδόπουλου (Μ.Κ.11) καθώς και της ιατροδικαστή Ελένης Αντωνίου (Μ.Κ.12). Η ουσία της μαρτυρίας τους έγκειται στις ενέργειες καθώς και στις διαπιστώσεις τους αναφορικά με τον τραυματισμό του παραπονούμενου. Θα έλεγα πως, ούτε και αμφισβητείται από την υπεράσπιση οτιδήποτε ανάφεραν οι μάρτυρες συναφώς με τα παραπάνω, πλείστα των οποίων αποτελούν και παραδεκτό γεγονός. Ό,τι προκύπτει από τη μαρτυρία των δυο αυτών μαρτύρων είναι τ' ακόλουθα: Ο γιατρός Παπαδόπουλος είναι Διευθυντής της Χειρουργικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου και επιλήφθηκε του περιστατικού τραυματισμού του παραπονούμενου την ημέρα του επίδικου επεισοδίου, γύρω στις 10:
  1. Όπως αναφέρει ο μάρτυρας στη γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία (τεκμήριο 85), στο χειρουργείο, αφού ελέγχθηκε η αιμορραγία του παραπονούμενου, ο μάρτυρας τού αφαίρεσε το μαχαίρι που ήταν καρφωμένο παρά την στερνοκλειδική άρθρωση αριστερά. Ο παραπονούμενος έφερε δυο τραύματα, ένα άνωθεν της αριστερής κλείδας και ένα δεύτερο, 2 με 3 εκατοστά πάνω από το πρώτο, με φορά από έξω προς τα μέσα, με είσοδο, καθ' όλο το μήκος της μάχαιρας. Ο παραπονούμενος, κατά την είσοδό του στο χειρουργείο είχε απώλεια αίματος και είχε τις αισθήσεις του. Από τη συμπληρωματική κατάθεση του μάρτυρα (τεκμήριο 86) προκύπτει ότι το μαχαίρι (τεκμήριο 26) ήταν σφηνωμένο στην αριστερή κλειδική χώρα του παραπονούμενου και το αφαίρεσε μετά από χειρουργική επέμβαση. Προστίθενται και τα εξής, τα οποία ο μάρτυρας ανάφερε στο στάδιο της κυρίως εξέτασης αναφορικά με τη σοβαρότητα του τραύματος του παραπονούμενου: Αυτό που έχει μεγάλη σημασία είναι ότι αυτός ήταν πολύ τυχερός, διότι το μαχαίρι, όπως καρφώθηκε στη στερνοκλειδική άρθρωση, δηλαδή πάνω στο κόκαλο, δεν επέτρεψε να τραυματίσει παραπλήσια μεγάλα αγγεία. Λίγο πιο πάνω και λίγο πιο κάτω διέρχονται μεγάλα αγγεία και άλλα ευγενή όργανα, οισοφάγος, θυροειδής κ.τ.λ., που θα μπορούσαν τότε να έχουν διαφορετική εξέλιξη τα πράγματα. Και λίγο παρακάτω, αναφορικά με την επέμβαση και το βαθμό δυσκολίας της, ο μάρτυρας ανάφερε τα εξής: Στην προσπάθεια να αφαιρεθεί το μαχαίρι, ήταν αρκετά σφηνωμένο, σε βαθμό που όταν το τραβούσαν πάνω, μετακινείτο ολόκληρος ο άρρωστος και αμέσως το αφαιρέσανε και κάνανε επιπωματισμό του τραύματος, δηλαδή βάλανε γάζες για να σταματήσει την αιμορραγία. Τέλος σημειώνω και το λόγο για τον οποίο, όπως είπε αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας δεν θυμόταν εάν εκείνη την ημέρα ήρθε ιατροδικαστής στο νοσοκομείο. Όπως είπε κατά λέξη, «Εκεί έχεις ένα άνθρωπο που αιμορραγεί με ένα μαχαίρι καρφωμένο πάνω του. Η προσπάθειά σου και η αγωνία σου είναι να τον βγάλεις ζωντανό από το χειρουργείο.» Όσα ακολουθούν, τα οποία επίσης αποδέχομαι απορρέουν από τη γραπτή κατάθεση (τεκμήριο 88) της ιατροδικαστή Ελένης Αντωνίου: Εξέτασε τον παραπονούμενο στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, στις 7/8/2012 - δηλαδή την ημέρα του επίδικου επεισοδίου -. Έφερε ανοιχτό τραύμα 2,5 εκατοστών από νύσσον και τέμνον όργανο. Σύμφωνα με τους θεράποντες γιατρούς, το βάθος του τραύματος ήταν περίπου 5 εκατοστά. Αργότερα την ίδια μέρα, η μάρτυρας δέχθηκε τηλεφώνημα από το γιατρό Παπαδόπουλο, ο οποίος της ανάφερε ότι ο παραπονούμενος έφερε και δεύτερο τραύμα, άνωθεν της κλειδικής περιοχής, βάθους 4 εκατοστών. Χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε ειδική νομική ανάλυση είναι φανερό, ότι το είδος, έκταση και σοβαρότητα των τραυματισμών του παραπονούμενου, στη βάση όσων ανάφεραν και οι δυο γιατροί μάρτυρες και ειδικά αυτό που προκλήθηκε με το μαχαίρι αποτελούν βαριά σωματική βλάβη τη εννοία του Νόμου. Ωστόσο, το γεγονός ότι ο παραπονούμενος, κατά την εξέτασή του από το γιατρό Παπαδόπουλο, όπως αναφέρει ο τελευταίος στην πρώτη του γραπτή κατάθεσή (τεκμήριο 85) έφερε και δεύτερο τραύμα, κοντά στο πρώτο, βάθους 4 εκατοστών - όπως ανάφερε την ίδια μέρα τηλεφωνικώς στην ιατροδικαστή Αντωνίου - εγείρει ακόμη ένα σοβαρό θέμα που άπτεται της αξιοπιστίας, τόσο του παραπονούμενου όσο και του Ανδρέα Σοφοκλέους, οι οποίοι ισχυρίστηκαν ότι ο κατηγορούμενος κατάφερε μόνο μια μαχαιριά στον πρώτο. Εν τοιαύτη περιπτώσει ανακύπτει το ερώτημα, ποιός, πότε, πού και πώς του προκάλεσε το δεύτερο τραύμα; Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Η μαρτυρία του αστυφύλακα 4908 Μαρίνου Χρίστου είναι τελείως τυπική επομένως γίνεται αποδεκτή. Ο μάρτυρας παρουσίασε στο Δικαστήριο το τεκμήριο 90 που αποτελεί ηλεκτρονική καταχώρηση της καταγγελίας του παραπονούμενου και του Ανδρέα Σοφοκλέους, ημερομηνίας 4/8/2012 σύμφωνα με την οποία, την ίδια μέρα και ενώ ο δεύτερος οδηγούσε το αυτοκίνητό του με συνοδηγό τον πρώτο, στη λεωφόρο Χλώρακας, με κατεύθυνση τη λεωφόρο Τάφοι των Βασιλέων, σε ένα σημείο του δρόμου, τους προσπέρασε άλλο όχημα, το οποίο μπήκε απότομα μπροστά τους, με κίνδυνο τα δύο οχήματα να συγκρουστούν. Τότε, ο Σοφοκλέους έκανε σήμα στον οδηγό του άλλου οχήματος να σταματήσει όπως έγινε. Ακολούθως, ο Σοφοκλέους καθώς και ο παραπονούμενος κατεβήκαν από το αυτοκίνητό τους και κατευθύνθηκαν προς το άλλο αυτοκίνητο το οποίο οδηγείτο από κάποιο Κωνσταντίνο Σωκράτους, με συνοδηγό το Bekir Νιαζί και τον αδελφό του Αρπάι Νιαζί. Αφού και οι τρεις επιβαίνοντες στο όχημα του Σωκράτους κατέβηκαν κάτω, ακολούθησε φραστική αντιπαράθεση μεταξύ όλων, η οποία συνεχίστηκε στην οδό Ευριπίδου όπου βρίσκεται η κατοικία των αδελφών Νιαζί, που προφανώς πρόκειται για τα αδέλφια του κατηγορούμενου. Σύμφωνα πάντοτε με το περιεχόμενο της καταγγελίας των Ευσταθίου και Σοφοκλέους, ενώ βρίσκονταν μέσα στο αυτοκίνητό τους στην πιο πάνω οδό, ακούστηκε και πυροβολισμός από κυνηγητικό όπλο. Παρόλα αυτά, οι δυο τους, σε γραπτή κατάθεση που τους είχε ληφθεί ανάφεραν πως δεν επιθυμούσαν την περαιτέρω ανάμειξη της Αστυνομίας και ζήτησαν όπως γίνουν συστάσεις στους πιο πάνω. Οι τελευταίοι κλήθηκαν στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου όπου και τους έγιναν αυστηρές συστάσεις. Ανάφεραν δε, ότι οι παραπονούμενοι, οι οποίοι ήταν σε κατάσταση μέθης, τους έκοψαν το δρόμο και τους επιτέθηκαν. Στη συνέχεια, τους καταδίωξαν μέχρι και την οικία τους και προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να προκαλέσουν δυστύχημα. Αρνήθηκαν ότι χρησιμοποιήθηκε κυνηγητικό όπλο. Τέλος, σύμφωνα πάντοτε με τη σχετική καταχώρηση, όλοι συναντήθηκαν και έλυσαν την παρεξήγησή τους. Το μόνο που θέλω να πω αναφορικά με το περιεχόμενο της παραπάνω καταχώρησης είναι το εξής: Ούτε η μια πλευρά μα ούτε και η άλλη μπορεί να οικοδομεί την υπόθεσή της στο περιεχόμενο της εν λόγω καταχώρησης. Καταρχήν, δεδομένου ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι στο εν λόγω περιστατικό, όπως αναφέρεται στην καταχώρηση, συναντήθηκαν και έλυσαν τη μεταξύ τους παρεξήγηση, θεωρώ πως δεν μπορεί να συνδέεται το περιστατικό αυτό με το επίδικο. Απ' εκεί και πέρα, αν υποτεθεί ότι ο παραπονούμενος και ο Σοφοκλέους είχαν κίνητρο να κάνουν όσα τους αποδίδεται από την υπεράσπιση σε βάρος των αδελφών Σιούκρου και του κατηγορούμενου, επειδή ο κατηγορούμενος είναι ξάδελφος των Σιούκρου και αδελφός των δυο που επέβαιναν στο αυτοκίνητο του Σωκράτους, μπορεί να λεχθεί και για τον κατηγορούμενο πως είχε κι αυτός κίνητρο να επιτεθεί στον παραπονούμενο και τον Σοφοκλέους, εξαιτίας του ίδιου περιστατικού. Ο ισχυρισμός του ευπαίδευτου δικηγόρου του κατηγορούμενου - με αναφορά στην υπόθεση Αριστείδου (ανωτέρω) - ότι, ελλείψει μαρτυρίας του γενετικού υλικού και των αποτυπωμάτων του κατηγορούμενου που να το συνδέει με το επίδικο μαχαίρι με το οποίο είχε τραυματιστεί ο παραπονούμενος οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε οποιαδήποτε επαφή με το μαχαίρι είναι ολότελα εσφαλμένος. Και τούτο, επειδή η απόφαση στην Αριστείδου (ανωτέρω) καθώς και αριθμός άλλων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ανάμεσά τους και η Πιτσιλλίδης (ανωτέρω επίσης) καθιερώνουν ακριβώς την αντίθετη αρχή σύμφωνα με την οποία, δεν μπορεί να λεχθεί ότι η απουσία αποτυπωμάτων ή γενετικού υλικού, οδηγεί σε αρνητική διαπίστωση επαφής με κάποιο αντικείμενο. Ό,τι απομένει είναι θέση του κατηγορούμενου ότι δεν έτυχε δίκαιης δίκης και τούτο, επειδή αυτή, κατά παράβαση του Άρθρου 30
  2. του Συντάγματος δε διεξήχθη εντός ευλόγου χρόνου. Για σκοπούς τεκμηρίωσης της θέσης αυτής, ο κ. Σαββίδης, στην αγόρευσή του αναφέρει τα εξής: Πρόκειται για υπόθεση με ένα μόνο κατηγορούμενο και μια μόνο κατηγορία, χωρίς διασύνδεση της υπόθεσης με άλλη παρόμοια ποινική υπόθεση που θα μπορούσε να επιδράσει στον προγραμματισμό, χωρίς πολυπλοκότητα, αφού η ποινική ανάκριση ολοκληρώθηκε σε ελάχιστο χρόνο. Το αδίκημα έγινε στις 7/8/2012 και η υπόθεση καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο, στις 13/8/
  3. Η μόνη επίδραση/λόγος ήταν η νοοτροπία και συμπεριφορά της κατηγορούσας αρχή να αλλάζει Δικαστήριο και να προσκομίζει συνεχώς νέα μαρτυρία/τεκμήρια, ενώ η υπόθεση βρισκόταν ακόμη σε πολύ προχωρημένο στάδιο, αναγκάζοντας το Δικαστήριο να δίδει χρόνο στην υπεράσπιση για μελέτη και προετοιμασία. Η σε μεγάλο χρονικό διάστημα μη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου και η αβεβαιότητα συνέτειναν στη μη επαγγελματική μέχρι τώρα απασχόλησή του και οδήγησαν μάλιστα πρόσφατα και στη διάλυση του δεσμού που είχε με τη σύντροφό του καθώς και σε σωρεία άλλων προσωπικών και οικογενειακών συνεπειών, κάποιες εκ των οποίων, ίσως αποβούν και μοιραίες για τον κατηγορούμενο. Παρατηρώ τα εξής: Αρχίζοντας από τα τελευταία που αναφέρει ο κ.Σαββίδης, εκτός του ότι, τίποτε από αυτά έχει ως υπόβαθρο τη μαρτυρία, οπότε υπέχουν μηδενικής αποδεικτικής αξίας, ωστόσο, ακόμη και να είχαν αποδειχθεί, ομολογώ δεν αντιλαμβάνομαι κατά ποια έννοια συναρτώνται με το αναφαίρετο δικαίωμα του κατηγορούμενου για δίκαιη και εντός ευλόγου χρόνου δίκη. Απ' εκεί και πέρα, ο γενικός και αόριστος ισχυρισμός του κατηγορούμενου για παραβίαση του συνταγματικού του δικαιώματος για δίκη εντός ευλόγου χρόνου, με μόνο λόγο, το χρόνο που μεσολάβησε από την ισχυριζόμενη διάπραξη του αδικήματος μέχρι και τη διάγνωση της ποινικής του ευθύνης, χωρίς να υπαινίσσεται καν, ότι εξ αυτού επηρεάστηκε δυσμενώς καθοιονδήποτε τρόπο στην υπεράσπισή του, κάτι που εν πάση περιπτώσει, δε διαπιστώνω να έχει συμβεί, δεν μπορεί να αποτελέσει το πραγματικό για σκοπούς στοιχειοθέτησης του επί του προκειμένου ισχυρισμού του. Προστίθενται και τα εξής: Ουσιώδης χρόνος για το αδίκημα που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο είναι η 7η/8/
  4. Η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 13/8/2012 και έκτοτε είναι γεγονός, ότι μέχρι και τις 18/12/2015 που είχε άρχισε η ακρόασή της, αναβλήθηκε αρκετές φορές. Σε δυο περιπτώσεις, συγκεκριμένα, στις 29/1/2015 και στις 16/9/2015, επειδή δόθηκε άδεια στο δικηγόρο του κατηγορούμενου να αποσυρθεί. Το γεγονός αυτό, είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια συνολικού χρόνου 5 και πλέον μηνών, γεγονός για το οποίο ασφαλώς ευθύνεται ο κατηγορούμενος. Πέραν τούτου, αφότου άρχισε η ακρόαση στις 18/12/2015, αυτή κατέλαβε πέραν των 20 δικασίμων και κατά τη διάρκειά της κατάθεσαν συνολικά - μαζί με τον κατηγορούμενο - 17 μάρτυρες (12 για την κατηγορούσα αρχή και 5 για την υπεράσπιση), ενώ κατατέθηκαν και 91 συνολικά τεκμήρια (έγγραφα και αντικείμενα). Με αυτά δεδομένα, εκτός του ότι θεωρώ πως, εξ αντικειμένου, το συνολικό διάστημα 4 χρόνων και 10 περίπου μηνών που μεσολάβησε για σκοπούς διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου, για το οποίο μάλιστα σε μικρό έστω βαθμό ευθύνεται και ο ίδιος, δεν είναι τόσο μεγάλο ώστε να μπορεί βάσιμα να λεχθεί ότι παραβιάστηκε το δικαίωμά του για διάγνωση της ποινικής του ευθύνης εντός ευλόγου χρόνο είναι και το γεγονός, ότι, ακόμη και να θεωρούσα ότι η δίκη του δεν έγινε εντός ευλόγου χρόνου, όπως αναφέρεται στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223 που είναι η μια από τις δυο υποθέσεις στις οποίες με παράπεμψε ο κ. Σαββίδης, για σκοπούς στοιχειοθέτησης της θέσης του ότι ο κατηγορούμενος δεν έτυχε δίκαιης δίκης: «Στην πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου των Λόρδων: Attorney-General's Reference (No.2/2001), δημοσιευμένη στους Times Law Report, 11.12.2003, αποφασίστηκε πως ποινική διαδικασία δυνατό να ανασταλεί γιατί υπήρξε παραβίαση της αρχής πως η εκδίκαση της υπόθεσης θα έπρεπε να περατωθεί σε εύλογο χρονικό διάστημα σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά τούτο μπορεί να γίνει μόνο εφόσον δεν θα ήταν πλέον δυνατή η διεξαγωγή δίκαιης δίκης, ή για κάποιο πειστικό λόγο θα ήταν άδικο να προχωρήσει η δίκη εναντίον του κατηγορουμένου. Να θυμίσουμε επίσης πως η διακοπή της δίκης δεν είναι η μόνη και αποκλειστική θεραπεία που παρέχει το Δικαστήριο, όταν αποφανθεί πως η δίκη δεν περατώθηκε μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Ανάλογα με την περίπτωση, τέτοια διαπίστωση μπορεί να οδηγήσει και σε άλλου είδους θεραπεία π.χ. κατά την επιμέτρηση της ποινής σε ποινική δίκη στη μείωση της. Τέτοια θεραπεία, καθώς καταδεικνύει η νομολογία μας δόθηκε πολλές φορές.» (οι υπογραμμίσεις και η έμφαση είναι δικά μου) Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου θεωρώ ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στην κατηγορία που του προσάπτει. Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος αθωώνεται. (Υπ.) ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Βαριά σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα.) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.