← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γεώργιου Γεωργίου, Αρ. Υπόθεσης: 4374/13, 8/6/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γεώργιου Γεωργίου, Αρ. Υπόθεσης: 4374/13, 8/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4374/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γεώργιου Γεωργίου, από τη Σίμου Κατηγορούμενου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8.6.2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Χρ. Περγαντή Για τον κατηγορούμενο: εμφανίζεται προσωπικά Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι την 18η Αυγούστου του 2012, στη Σίμου της επαρχίας Πάφου, επιτέθηκε εναντίον του Παναγιώτη Γεωργίου από τη Σίμου και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της κατηγορίας παρουσίασε ως μάρτυρες, τον εξεταστή της υπόθεσης, αρχιαστυφύλακα 1985 Μάριο Παπαγεωργίου, τον παραπονούμενο Παναγιώτη Γεωργίου και τέλος, το Σπύρο Χ'' Χριστοδούλου (Μ.Κ.1 μέχρι 3, αντίστοιχα). Ο κατηγορούμενος Γεώργιος Σάββα Γεωργίου, αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, κατάθεσε ενόρκως. Προς υπεράσπισή του παρουσίασε ως μάρτυρα, τον Αντρέα Τηλεμάχου (Μ.Υ.1). Τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής απορρέουν είναι τα εξής: Ο παραπονούμενος που είναι από τη Σίμου, στις 17/8/2012 γύρω στις 22:00 πήγε σε φεστιβάλ που γινόταν στην πλατεία του χωριού. Ενώ καθόταν στο τραπέζι με την παρέα του, περί τη 01:00 της επομένης, 18/8/2012, κάποιος έριξε ένα γυάλινο μπουκάλι και έσπασε. Από τα θραύσματά του το βρήκε ένα στο μάτι και τον τραυμάτισε. Ακολούθως, ο παραπονούμενος και η παρέα του σηκώθηκαν από το τραπέζι οπότε και είδαν τον κατηγορούμενο στην άκρια της πλατείας να φωνάζει: «Εγώ την έσυρα έσιει κανένας πρόβλημα;» Μετά σηκώθηκαν οι χωριανού και έγινε συμπλοκή, χωρίς, ωστόσο, ο παραπονούμενος να δει τι έγινε ακριβώς. Ακολούθως, ο παραπονούμενος πήγε στο σπίτι του και απ' εκεί πήγε με τον πατέρα του στο νοσοκομείο. Ο κατηγορούμενος, στην ανακριτική του κατάθεση (τεκμήριο 3), ημερομηνίας 18/8/2012, η οποία του λήφθηκε συναφώς με τα υπό διερεύνηση αδικήματα της συμπλοκής και πρόκλησης ανησυχίας, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής, τα οποία, θα έλεγα συνθέτουν και την εκδοχή του για το επίδικο περιστατικό: Ο ίδιος δε συμμετείχε στη συμπλοκή που έγινε στο φεστιβάλ ούτε και έκανε καμιά φασαρία. Είναι παραπονούμενος και χτυπημένος, χωρίς λόγο. Δεν έχει να πει οτιδήποτε άλλο. Είναι ο Γεώργιος Δημητρίου Σάββα από τη Σίμου που το χτύπησε ενώ καθόταν στο τραπέζι, σπρώχνοντάς τον. Ο ίδιος, σε καμιά περίπτωση έριξε μπουκάλα σε κανένα. Την επομένη, 19/8/2012 προέβη και σε ανοικτή κατάθεση στην Αστυνομία (τεκμήριο 2), στην οποία, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Στις 18/8/2012 και ώρα 01:30 καθόταν στον τελευταίο καφενέ, εντελώς πάνω στην άκρια της πλατείας. Ήταν με τον Προκόπη, το σύγαμπρο του Χαράλαμπο Αριστείδου και το Μόδεστο Νικολάου. Πίσω του καθόταν ο Ανδρέας ο «Συνέπειας» (πρόκειται για το Μ.Υ.1 Αντρέα Τηλεμάχου, ο υπό αναφορά) από το Πολέμι με κάποιο άλλο φίλο του και έβλεπαν τη φάση. Σε κάποια στιγμή είδε και εκάμαν πάνω κάμποση νεολαία από το κέντρο της πλατείας και μπήκαν στον καφενέ. Ήταν ο Γιώρκος που το χτύπησε, ο αδελφός του ο Παναής και δυο ξένοι από τα Κοκκινοχώρια και τους είδε να επιτίθενται στον Άριστο Αριστοδήμου που διαμένει στην Πάφο, ηλικίας, 14 χρονών. Όταν μπήκε μέσα είδε τον καφετζή τον Ιάκωβο να φωνάζει μαζί με τη γυναίκα του, τον αδελφό της και τα παιδιά του γιατί έσπαζαν τα πράγματα και τους φώναζαν να βγουν έξω από τον καφενέ τους. Όταν είδε ότι ησύχασαν τα πράγματα βγήκε έξω και τότε ήταν που το χτύπησαν και τον έριξαν κάτω από το τραπέζι. Είπε στον Αντρέα το Συνέπεια (Μ.Υ.1) και τηλεφώνησαν της Αστυνομίας και πιο κάτω, άκουσε φωνές από άλλο χωριανό που τον έβριζαν οι ξένοι. Αφού δημιούργησαν και πιο κάτω φασαρία, αλλά μέχρι να έρθει η Αστυνομία, τους έπιασαν και έφυγαν. Το Γιώρκο τον έχει στα Δικαστήρια, γιατί του τάισαν με τα λουβιά με τις αίγες του και τις μπάλες από σανό. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας, στο σύνολό του και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες καθώς και τον κατηγορούμενο, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει στο στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων η πραγματική μαρτυρία, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326,366: «..η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας». Βλέπε και την Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298. Για την αξία της ιατρικής μαρτυρίας παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439: «Η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 Α.Α.Δ. 1003, 1010, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51).» Αναφορικά με το περιεχόμενο των δυο καταθέσεων του κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη, ότι, το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη τους επαφίεται στη διακριτική μου ευχέρεια (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 190). Τέλος παραπέμπω και στην Αλ - Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117 σύμφωνα με την οποία, η προσφυγή στο ψεύδος, δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Αντιπαραβάλλοντας τις εκατέρωθεν εκδοχές, υπό το φως ασφαλώς του συνόλου της προσαχθείσας μαρτυρίας είμαι βέβαιος, ότι τα ουσιαστικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο, κατά βάση είναι σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, την οποία θεωρώ και πιο λογική - συν τοις άλλοις -, από την αντίστοιχη εκδοχή του κατηγορούμενου. Η μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης, αρχιαστυφύλακα 1985 Μάριου Παπαγεωργίου (Μ.Κ.1) σ' ό,τι αφορά στις ενέργειές του και γεγονότα για τα οποία έχει προσωπική γνώση γίνεται αποδεκτή. Και τούτο, επειδή, εκτός από αξιόπιστη είναι και αναντίλεκτη. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του παραπονούμενου (Μ.Κ.2) ως μάρτυρα είναι θετική. Απαντούσε αυθόρμητα και με απόλυτη ειλικρίνεια και πειστικότατα, σ' όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και κατά την αντεξέτασή του από την ευπαίδευτη δικηγόρο του κατηγορούμενου κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία του, επί της ουσίας όσων ανάφερε. Ακολούθως είναι και το γεγονός, ότι, η μαρτυρία του ενισχύεται και/ή επιβεβαιώνεται ουσιωδώς από τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 - τον οποίο, επίσης θεωρώ αξιόπιστο μάρτυρα -, αλλά και από την ιατρική μαρτυρία, η οποία, καθώς ήδη έχει αναφερθεί αποτελεί και πραγματική μαρτυρία με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και τον έλεγχο της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας, ως θέμα αρχής (βλ. τις Δημητρίου, Γεωργαλλά και Γεωργίου, ανωτέρω). Και κάτι ακόμη. Η μαρτυρία του, σε κάποιο βαθμό επιβεβαιώνεται ακόμη και από τη μαρτυρία του κατηγορούμενου. Τέλος, στο βαθμό που αμφισβητήθηκε ο παραπονούμενος, αυτό, εν μέρει έγινε με έωλες υποβολές, είτε ακόμη και με αντιφατικό τρόπο, υπό την έννοια ότι, άλλα υποβάλλονταν στο μάρτυρα από την ευπαιδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου και άλλα ισχυριζόταν ο τελευταίος καθώς και ο μάρτυράς του. Όπως ήταν φυσιολογικό, ο παραπονούμενος υπέπεσε και σε κάποιες αντιφάσεις. Ωστόσο, δεν αποδίδω ιδιαίτερη σημασία σ' αυτές, επειδή αφορούν σε μικρολεπτομέρειες και δεν είναι ουσιαστικής μορφής, οπότε, όχι μόνο δεν τις θεωρώ ικανές να αποδυναμώσουν τη μαρτυρία του, την οποία θεωρώ γενικά αξιόπιστη, αλλά, αντίθετα, την ενδυναμώνουν. Αποδίδω τις εν λόγω αντιφάσεις, κυρίως, στην πάροδο του μακρού χρόνου που μεσολάβησε από τον Αύγουστο του 2012 που έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό μέχρι και το Σεπτέμβρη του 2016 που ο παραπονούμενος κατάθεσε γι αυτό στο Δικαστήριο. Ωστόσο, ο βασικός λόγος για τον οποίο το θεωρώ καθ' όλα αξιόπιστο μάρτυρα, αφορά στο γεγονός, ότι υπήρξε δίκαιος και ειλικρινής έναντι του κατηγορούμενου, υπό την εξής έννοια: Για ό,τι του καταλογίζει, παρότι, όπως είπε είδε το μπουκάλι, θραύσμα του οποίου τον είχε βρει και τραυματίσει στο μάτι και, ευθύς αμέσως, είδε και άκουσε τον κατηγορούμενο να λέει ότι αυτός έριξε το μπουκάλι, ενώ θα μπορούσε να ισχυριστεί και ότι τον είδε που το έριχνε δεν το έκανε. Ούτε στη γραπτή του κατάθεση στην Αστυνομία (τεκμήριο 6), μα ούτε και ενόρκως στο Δικαστήριο ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο. Κι, όμως, εάν ήταν ανέντιμος άνθρωπος και μάρτυρας και ήθελε να αδικήσει τον κατηγορούμενο, ο οποίος μάλιστα επιχείρησε να του προσάψει και κίνητρο για όσα του καταμαρτυρεί, θεωρώ πως και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, δε θα περιοριζόταν να του καταλογίσει απλώς ότι τον άκουσε να λέει ότι εκείνος έριξε το μπουκάλι, αλλά - για να επαναλάβω - και ότι τον είδε να το ρίχνει. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Για τους ίδιους λόγους θεωρώ αξιόπιστο μάρτυρα και το Σπύρο Χ'' Χριστοδούλου (Μ.Κ.3), ο οποίος είμαι βέβαιος ότι παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με πρόθεση να πει και είπε την αλήθεια για ό,τι έγινε στον ουσιώδη χρόνο. Και αυτός - όπως και ο παραπονούμενος -, όπως είπε είδε το μπουκάλι να έρχεται στο τραπέζι τους, την ίδια ώρα άκουσε τον παραπονούμενο να φωνάζει, «Άου το μάτι μου» και αμέσως είδε και άκουσε τον κατηγορούμενο να φωνάζει ότι αυτός έριξε το μπουκάλι και να ρωτά εάν έχει κανένας πρόβλημα. Προφανώς κι αυτός, εάν ήταν ανέντιμος και δεν έλεγε την αλήθεια, θα μπορούσε κάλλιστα να ισχυριστεί πως είδε τον κατηγορούμενο να ρίχνει το μπουκάλι που είχε τραυματίσει τον παραπονούμενο και όχι μόνο ότι ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε το γεγονός αυτό. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία ως μαρτύρων, τόσο του κατηγορούμενου όσο και του Αντρέα Τηλεμάχου (Μ.Υ.1) είναι τόσο αρνητική, σε βαθμό που, με εξαίρεση εκείνο το μέρος της μαρτυρίας τους που συνάδει με άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία, κατά τα λοιπά απορρίπτω τη μαρτυρία τους, ως αναξιόπιστη, σαφώς κατασκευασμένη και ψευδή. Και οι δυο, σε ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης, μεταξύ άλλων υπέπεσαν σε σοβαρές αντιφάσεις, τόσο αυτοτελώς όσο και μεταξύ τους, προέβαλαν ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας, είτε ακόμη, που δεν υποβλήθηκαν στον παραπονούμενο καθώς και στους δυο άλλους μάρτυρες που κατάθεσαν για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, για να τους δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο, να σχολιάσουν, χωρίς να μου διαφεύγει και το γεγονός, ότι υπήρξαν περιπτώσεις, που άλλα ισχυρίζονταν αυτοί για ένα θέμα και άλλα υποβάλλονταν γι αυτό από τη δικηγόρο του κατηγορούμενου στους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής. Ακολουθούν μερικά - μόνο - παραδείγματα, τα οποία, κατά τη γνώμη μου αιτιολογούν πλήρως τις παραπάνω διαπιστώσεις μου αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία τους ως μαρτύρων. Αρχίζοντας από τον κατηγορούμενο, στην ανακριτική του κατάθεση (τεκμήριο 3) ισχυρίζεται ότι ο ίδιος δε συμμετείχε στη συμπλοκή που έγινε στο φεστιβάλ και ούτε έκανε φασαρία. Είναι παραπονούμενος και χτυπημένος, χωρίς λόγο. Το χτύπησε ο Γιώργος Δημητρίου Σάββα από τη Σίμου, δηλαδή, ο αδελφός του παραπονούμενου, ενώ καθόταν στο τραπέζι, σπρώχνοντάς τον. Στη δεύτερη του κατάθεση (τεκμήριο 2), καταρχήν ισχυρίζεται και πάλι ότι το χτύπησε ο αδελφός του παραπονούμενου. Ακολούθως, ότι το χτύπησαν και τον έριξαν κάτω από το τραπέζι. Η πρώτη αντίφαση στην οποία υπέπεσε είναι γεγονός. Για το ίδιο θέμα, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, μεταξύ άλλων ανάφερε και τα εξής: Κατά το επίδικο συμβάν ήρθαν να το χτυπήσουν και τον έριξαν κάτω, τον έσπρωξαν πάνω στο τραπέζι και έγειρε πίσω, χτύπησε ο ώμος του γιατί έβαλε απότομα το χέρι του και τάραξε ο ώμος του. Μετά πήγε να σηκωθεί, του έκαμαν επίθεση να το δείρουν, επέμβηκαν πάρα πολλοί και εκείνη την ώρα ήρθαν πολλοί να τον αντικόψουν, να μην το χτυπήσουν και μετά, κάποιος που καθόταν στο διπλανό τραπέζι, ήταν μέσα, δίπλα που το καφενείο και ήταν ο Αντρέας ο «Συνέπειας» και του είπε θα τηλεφωνήσει της Αστυνομίας και του είπε να της τηλεφωνήσει. H Aστυνομία έκανε περίπου μισή ώρα με 20 λεπτά να έρθει, όμως, οι κύριοι είχαν κάνει και προηγουμένως επίθεση μέσα στο καφενείο που καθόταν ο ίδιος και πήγαν να δείρουν κάποιον μικρό, δήθεν πως τους έριξε μπουκάλα. Ο ίδιος τούς άκουσε και σηκώθηκε και τους είδε, ήταν καμιά τριανταριά με 25 άτομα και έμπαιναν στο καφενείο και ήταν και οι δυο αδελφοί, δηλαδή, ο παραπονούμενος και ο αδελφός του που είχε προηγούμενα μαζί τους και κρατούσαν καρέκλες και χτυπούσαν πάνω στα τραπέζια. Έσπαζαν καρέκλες, βάζα μέσα στο καφενείο και δίπλα που το καφενείο και δίπλα που το καφενείο υπάρχει άλλη πόρτα και μπήκε που πίσω για να δει τι γινόταν μέσα στο καφενείο και άκουσε το Γιώργο που φώναζε και το Δημήτρη ότι ήταν να δείρουν κάποιο μικρό που τους έριξε μπουκάλα. Το αποτέλεσμα, όταν μπήκε μέσα στο καφενείο και είδε τη φασαρία ότι χτυπιούνταν και παρεξηγηθήκαν και με τους άλλους και με την οικογένεια του καφετζή και με τα αδέλφια του, ησύχασαν λίγο τα πράγματα και έφυγαν, έκαμαν προς τα κάτω εκεί που ήταν η θέση τους που κάθονταν στο φεστιβάλ. Πήγαν ως κάτω, μετά ξαναστράφηκαν πίσω και ήρθαν και του έκαναν επίθεση. Από τα παραπάνω είναι φανερό, ότι, εκτός από αντιφατικός ο ίδιος, ο λόγος του, εν πολλοίς είναι και ασυνάρτητος. Πέραν αυτών είναι και το γεγονός, ότι, πλείστα όσα έχει αναφέρει δεν έχουν υποβληθεί στους τρεις μάρτυρες της κατηγορούσαν αρχής, για να τους δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο, να σχολιάσουν. Όσα ακολουθούν αναδεικνύουν και το πόσο παράλογοι είναι αρκετοί από τους ισχυρισμούς του, πάντοτε στο στάδιο της κυρίως εξέτασης: Όταν ρωτήθηκε πού καθόταν ο ίδιος και πού ο παραπονούμενος και η παρέα του που σηκώθηκαν και πήγαν προς το μέρος του ισχυρίστηκε ότι κάθονταν πολύ μακριά μπορεί να είναι στα 50 μέτρα, διότι τα μέτρησε με τα βήματά του. «Δηλαδή μέτρησες βήματα; Περπατούσες και μετρούσες βήματα; Αυτό λέτε;» ρωτήθηκε στη συνέχεια. Απάντησε ως εξής: «Ναι. Επερπάτουν τζιαι ελάλουν, ένα, δυο τζιαι επροχωρούσα τζιαι ήταν 50 βήματα.» Προφανώς, εκτός από παράλογος, στερείται και σοβαρότητας ο επί του προκειμένου ισχυρισμός του. Ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι, η δικηγόρος του υπόβαλε στον παραπονούμενο ότι αποκλείεται να τον είχε ακούσει να λέει ότι αυτός έριξε την μπουκάλα, επειδή βρισκόταν 20 μέτρα μακριά και υπήρχε πολύς κόσμος και φασαρία και μουσική. Ισχυρίστηκε ακόμη στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, ότι, μετά το συμβάν πήγε στο νοσοκομείο και συγκεκριμένα στις Α' Βοήθειες όπου του έβγαλαν και ακτινογραφίες. Παρόλα αυτά, κανένα ιατρικό πιστοποιητικό και καμιά ακτινογραφία παρουσιάστηκαν κατά τη δίκη. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του ότι κατά το επίδικο συμβάν είδε να σπάζουν καρέκλες, τραπέζια και μπουκάλια, περιορίζομαι να πω τούτο∙ Ο εξεταστής της υπόθεσης (Μ.Κ.1), ο οποίος μετέβη στο μέρος μαζί με αριθμό συναδέλφων του και το συνάντησε, δεν τον επιβεβαιώνει. Όσα ακολουθούν είναι από την αντεξέτασή του: Το πρώτο που παρατηρώ είναι ότι δεν ήξερε πόσες καταθέσεις είχε δώσει στην Αστυνομία για το επίδικο συμβάν μα ούτε και πότε τις είχε δώσει. Άξιος αναφοράς είναι ο ισχυρισμός του, πως, όταν στην Αστυνομία, του είπαν ότι θα του πιάσουν κατάθεση, τους είπε πως ό,τι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο, δεν έκανε κανένα πρόβλημα, παρόλο που είναι παραπονούμενος, ούτε χτύπησε κανένα ούτε έβρισε, ούτε σηκώθηκε που τη θέση του. Ξεχνώντας βέβαια, τα όσα και πόσα αντίθετα ισχυρίστηκε στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, αναφορικά με αυτά, που, όπως ήταν η θέση του, έλαβαν χώρα στο καφενείο καθώς και στο χώρο του φεστιβάλ, όπου μάλιστα, κάποια στιγμή, όταν ο παραπονούμενος και η παρέα του σηκώθηκαν και πήγαν προς το μέρος του, ο ίδιος σηκώθηκε και περπατώντας μετρούσε τα βήματά του, καταλήγοντας, ότι η μεταξύ τους απόσταση ήταν περίπου 50 μέτρα. Το μέγεθος των αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε είναι ολοφάνερο. Όπως αντίφαση αποτελεί και ο ισχυρισμός του, ότι στην κατάθεσή του στην Αστυνομία (τεκμήριο 2) δεν είπε ότι το χτύπησαν τη στιγμή που στη συγκεκριμένη κατάθεση, σε δυο περιπτώσεις αναφέρει ότι χτυπήθηκε. Αρχικά αναφέρει ότι το χτύπησε ο αδελφός του παραπονούμενου και ακολούθως, ότι το χτύπησαν και τον έριξαν κάτω από το τραπέζι. Παρόλα αυτά, ακόμη και όταν του αναγνώστηκαν από την κυρία Περγαντή τα σχετικά αποσπάσματα από την εν λόγω κατάθεση, επιμένοντας να αυτοδιαψεύδεται ισχυρίστηκε ότι δεν το χτύπησαν, είχαν πρόθεση να το χτυπήσουν και αναποδογύρισε το τραπέζι και επέμβηκαν άλλοι και τους αντικόψαν που το να του χτυπήσουν. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του, λίγο αργότερα, ότι, απλώς ήταν πρόθεσή τους να το χτυπήσουν, διότι χτύπησε, έπεσε στο πάτωμα, έπεσε στην άσφαλτο που την καρέκλα και που χτύπησε βγήκε ο ώμος του και πήγε δυο φορές στο νοσοκομείο, περιορίζομαι να επαναλάβω ό,τι και προηγουμένως. Ίχνος ιατρικής μαρτυρίας υποστηρίζει τον ισχυρισμό του, είτε ότι είχε τραυματιστεί κατά το επίδικο συμβάν είτε ότι πήγε στο νοσοκομείο γι αυτό. Πολλώ μάλλον, που στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι στο νοσοκομείο, την πρώτη φορά, τον πήρε η Αστυνομία. Υποθέτω πως, εάν αυτό αποτελούσε γεγονός δεν μπορεί να μην το γνώριζε ο εξεταστής της υπόθεσης, ο οποίος, επί τούτου, ουδέν ανάφερε. Απεναντίας, αυτό που είπε ο εξεταστής - καθώς και ο παραπονούμενος - χωρίς να έχει αμφισβητηθεί είναι ότι, στο νοσοκομείο, αυτός που πήγε είναι ο παραπονούμενος, για να τύχει ιατρικής περίθαλψης, εξαιτίας του τραυματισμού που υπέστη στο μάτι. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας του κατηγορούμενου ως μάρτυρα, στην έκταση που έχει αναφερθεί. Όσα ακολουθούν είναι για σκοπούς τεκμηρίωσης της κρίσης μου επί της «αξιοπιστίας» του Αντρέα Τηλεμάχου (Μ.Υ.1). Ερωτηθείς από τη δικηγόρο του κατηγορούμενου, για ποιο λόγο δεν έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία για την υπόθεση ισχυρίστηκε ότι επειδή ήταν παραπονούμενος ο κατηγορούμενος και δεν τον είδε να ρίχνει κανένα αντικείμενο και είδε να τον πλησιάζουν και να του σπρώχνουν το τραπέζι και να το ρίχνουν κάτω. Όταν του επανέλαβα την ερώτηση ισχυρίστηκε ότι δεν έδωσε κατάθεση επειδή ο κατηγορούμενος ήταν παραπονούμενος και εφόσον είναι αθώος και τον έφεραν κατηγορούμενο οφείλει να πει την αλήθεια και μόνο την αλήθεια, διότι ο ίδιος δεν είδε τίποτε. Όσα ακολουθούν από τη μια αποκαλύπτουν τον πραγματικό λόγο για τον οποίο δεν έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία και από την άλλη, αναδεικνύουν το μέγεθος της αναξιοπιστίας κι αυτού ως μάρτυρα, την ευκολία με την οποία προέβαινε σε ψευδείς ισχυρισμούς καθώς και τον πραγματικό λόγο που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως μάρτυρας υπεράσπισης, που ασφαλώς δεν ήταν για να πει την αλήθεια - όπως ισχυρίστηκε - αλλά, απλώς για να βοηθήσει τον κατηγορούμενο να αθωωθεί: Ο εξεταστής υπόθεσης (Μ.Κ.1), στο στάδιο της κυρίως εξέτασης ισχυρίστηκε τα εξής, τα οποία παρέμειναν αναντίλεκτα: Ζήτησε από το μάρτυρα να προβεί σε κατάθεση για την υπόθεση και αυτός, τους είπε ότι το μόνο που έκανε ήταν ότι τηλεφώνησε στην Αστυνομία. Ερωτηθείς ο εξεταστής, εάν ο μάρτυρας, τους είπε αν γνωρίζει ή όχι για το περιστατικό, απάντησε ως εξής: «Μας είπε ότι δε γνωρίζει κάτι για το περιστατικό. Για τις ακριβείς συνθήκες» Η συγκεκριμένη ενέργεια - σύμφωνα πάντοτε με τον εξεταστή - καταχωρήθηκε από τον ίδιο στο ημερολόγιο ενεργείας (τεκμήριο 5), με περιεχόμενο, ως ακολούθως: «Την 14/9/2012 και ώρα 19:00 ο Α/Αστ. 1986 επικοινώνησε με τον Ανδρέα Συνέπεια τηλ. 99-83884 από το Πολέμι, ο οποίος ανάφερε ότι δεν είδε τίποτε σχετικά με τον καβγά και πως ο ίδιος ειδοποίησε την Αστυνομία στο τηλέφωνο 1460» Θεωρώ πως και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, εάν ο μάρτυρας δεν έβλεπε οτιδήποτε σχετικά με το επίδικο περιστατικό, δεν είχε νόημα να ειδοποιήσει την Αστυνομία γι αυτό. Από την άλλη, εάν είδε και αυτά που είδε είναι όσα αναφέρει στη γραπτή του δήλωση (τεκμήριο 9) και γενικά όσα κατάθεσε ενόρκως στο Δικαστήριο υπέρ του κατηγορούμενου, θεωρώ πως, όταν του ζητήθηκε από την Αστυνομία να δώσει κατάθεση όφειλε να δώσει και να τα αναφέρει. Ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη και η θέση του από τότε, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος και από παραπονούμενος, ο οποίος χτυπήθηκε έγινε κατηγορούμενος. Όσα ακολουθούν, τα οποία ισχυρίστηκε αντεξεταζόμενος για τα ίδιο θέμα, τον εκθέτουν ακόμη περισσότερο ως αναξιόπιστο μάρτυρα. Ειδικότερα: Όταν ρωτήθηκε αν θυμάται ποιο λόγο προέβαλε στον αστυφύλακα, ουσιαστικά για την απροθυμία του να πάει να δώσει κατάθεση ισχυρίστηκε ότι ο λόγος ήταν γιατί ήταν χωριανοί του αυτοί και ήθελε να συμφιλιωθούν και γι αυτό είπε του αστυφύλακα πως δε δίνει κατάθεση, με σκοπό ότι, ο κατηγορούμενος ήταν παραπονούμενος. Στο βαθμό που βγαίνει νόημα από την απάντησή του περιορίζομαι να πως το εξής. Ο λόγος για τον οποίο ουσιαστικά αρνήθηκε να δώσει κατάθεση είναι άλλος και είναι αυτός που ανάφερε ο εξεταστής της υπόθεσης - για να επαναλάβω -, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Το πόσο «σοβαρός» ήταν ως μάρτυρας αναδεικνύεται και από την απάντησή του στην υποβολή που του έγινε στη συνέχεια από την κυρία Περγαντή. Συγκεκριμένα, η κυρία Περγαντή, του υπόβαλε ότι ο λόγος που προέβαλε στον εξεταστή ήταν ότι δεν είδε οτιδήποτε σχετικά με το επεισόδιο και γι αυτό δεν μπορούσε να δώσει κατάθεση. Η απάντησή του, δεν αποκαλύπτει απλώς ότι λέει ψέματα. Κυρίως - και αυτό είναι το πιο ανησυχητικό - αποκαλύπτει πως ούτε και έχει αναστολή να το ομολογήσει κιόλας. Η απάντησή του ακολουθεί αυτούσια: «Εγώ το λόγο σου λέω, τζιαμαί εν ορκίστηκα στον αστυφύλακα, δαμέ ορκίστηκα.» Με αυτή του την απάντηση ομολογώ θεωρώ χάσιμο χρόνου το να συνεχίσω να ασχολούμαι με τη μαρτυρία του, παρότι, αν το έκανα, θα αναφερόμουν και σε σωρεία άλλων παραδειγμάτων που αναδεικνύουν το μέγεθος της αναξιοπιστίας του ως μάρτυρα. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου βρίσκω ότι τα ουσιαστικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, όπως αυτή εκτίθεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω), επομένως, δεν προτίθεμαι να τα επαναλάβω. Δεδομένου ότι δέχομαι τον ισχυρισμό του παραπονούμενου, ότι στον ουσιώδη χρόνο είδε και άκουσε τον κατηγορούμενο να φωνάζει ότι αυτός έριξε το μπουκάλι, θραύσμα του οποίου το βρήκε στο μάτι και τον τραυμάτισε όπως ακριβώς αναφέρεται στη σχετική ιατρική έκθεση (τεκμήριο 7), το περιεχόμενο της οποίας αποτελεί κοινό παραδεκτό γεγονός, δυο είναι τα επίδικα θέματα της υπόθεσης που καλούμαι να επιλύσω. Το πρώτο, αφορά στο κατά πόσο η παραπάνω ομολογία του κατηγορούμενου, είναι αληθής και το δεύτερο - σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα -, κατά πόσο τα όσα έλαβαν χώρα στον ουσιώδη χρόνο, στοιχειοθετούν το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Με αυτά υπεισέρχομαι στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Αρχίζοντας από το πρώτο επίδικο θέμα καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166): Η ομολογία ενοχής έχει αποκληθεί η βασιλίδα των μαρτυριών. Στο σύστημα όμως που διέπει την ποινική μας δίκη δεν έχουμε απολυτοποιήσει στον ύψιστο αυτό βαθμό την αξία της. Είναι θέμα πραγματικό που συναρτάται με τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Έστω και αν γίνει αποδεκτή η ομολογία και ενταχθεί στον κορμό της μαρτυρίας, το δικαστήριο, στο τέλος, προβληματίζεται για την αλήθεια του περιεχομένου της και φυσικά για το κατά πόσο οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα ενοχής. Η σχετική νομολογία μας, που αρχίζει από τις παλιές υποθέσεις R. v. Sfongaras 22 C.L.R. 13 και Volettos v. Republic
(1961)C.L.R. 169, τηρεί σταθερή γραμμή στο θέμα αυτό. Είναι ζήτημα που άπτεται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δίκαιης δίκης. Πρόσφατη επικύρωση είχαμε στην Mάρτιν v. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(1994)2 Α.Α.Δ.
  1. Στην υπόθεση R. v. Mallinson [1977] Crim. L. Rev. 161 διακηρύχθηκε ότι καταδίκη που στηρίζεται σε προφορική ομολογία δεν είναι κατ' ανάγκη ανασφαλής ή μη ικανοποιητική. Η καταδίκη του κατηγορουμένου για κατοχή ναρκωτικών με σκοπό την εμπορία τους στηρίχθηκε κυρίως στις προφορικές παραδοχές ενοχής. Το αγγλικό εφετείο τόνισε πως δε συνάγεται, ως θέμα αρχής, από τη νομολογία ότι η προφορική ομολογία ενοχής δεν είναι αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη. Αξίζει να μεταφέρουμε τη σύνοψη της υπόθεσης: "Held, as to that ground, there was no principle to be gathered from the authorities, of universal or general application, that a convinction wholly or mainly resting on evidence of an oral confession could never be safe or satisfactory. It must in every case be a question to be decided on the particular facts." To παραπάνω κείμενο μπορεί να αποδοθεί ως εξής στα ελληνικά: "Αποφασίστηκε, αναφορικά με το λόγο εκείνο, ότι δεν υπάρχει αρχή δικαίου που συνάγεται από τις αυθεντίες, καθολικής ή γενικής εφαρμογής, ότι καταδίκη η οποία εξολοκλήρου ή κυρίως βασίζεται σε μαρτυρία προφορικής ομολογίας δε θα μπορούσε ποτέ να είναι ασφαλής ή ικανοποιητική. Πρέπει σε κάθε περίπτωση να αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται στο πλαίσιο των ιδιαίτερων περιστατικών της." Το όλο θέμα παρουσιάζεται σε σχόλιο που ακολουθεί στην ίδια σελίδα. Το παραθέτουμε για τη λακωνική πυκνότητα του: "Commentary. It has been said that "when a confession is well proved it is the best evidence that can be produced": Baldry [1852] 1 Den 430, per Erle J. Scepticism about the reliability of confessions has increased in modern times but it remains true that a truly voluntary confession may be cogent evidence of guilt. Like other types of evidence, its value may vary greatly according to the circumstances and, if serious doubt is cast on the reliability of a confession, conviction based on that alone would no doubt, be regarded as unsafe and unsatisfactory. It is only in exceptional cases that English law requires corroboration of particular types of evidence and confessions have never been held to require corroboration either by law or practice." To μεταφράζουμε: "Έχει λεχθεί ότι "όταν μια ομολογία αποδεικνύεται σωστά αυτό αποτελεί την καλύτερη μαρτυρία που μπορεί να προσαχθεί": Baldry [1852] 1 Den 430, από τον Erle, Δ. Ο σκεπτικισμός αναφορικά με την αξιοπιστία ομολογιών ενοχής έχει ενταθεί τη σημερινή εποχή αλλά εξακολουθεί να είναι αλήθεια ότι μια πραγματικά εκούσια κατάθεση δυνατό να συνιστά πειστική μαρτυρία ενοχής. Όπως άλλες μορφές μαρτυρίας η αξία της μπορεί να κυμαίνεται σε μεγάλο βαθμό ανάλογα με τις περιστάσεις, και αν υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες αναφορικά με την αξιοπιστία της, καταδίκη που βασίστηκε μόνο σ' αυτήν, θα μπορούσε αναμφίβολα, να θεωρηθεί επισφαλής ή μη ικανοποιητική. Είναι μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις που το αγγλικό δίκαιο απαιτεί ενίσχυση ιδιαίτερων μορφών μαρτυρίας αλλά ουδέποτε αποφασίστηκε ότι οι ομολογίες χρειάζονται ενισχυτική μαρτυρία είτε ως θέμα νόμου είτε ως θέμα πρακτικής." Το Κακουργιοδικείο δεν παρέλειψε να θέσει το ερώτημα αν η επίμαχη δήλωση ήταν αληθινή. Και στην εκκαλούμενη απόφαση του επεσήμανε τα δεδομένα που την επαλήθευαν. Συγκεκριμένα την προηγούμενη προφορική εισήγηση του εφεσείοντα στους αστυνομικούς να μεταβούν στη Λεμεσό. Και την ανεύρεση στους τόπους που υπέδειξε του πιστολιού, των σφαιρών και του παράνομου υλικού, που τους προανάγγειλε. Όπως εύστοχα παρατηρεί η πρωτόδικη απόφαση τα δεδομένα αυτά: ".....εύγλωττα και πραγματικά πλέον δείχνουν τη γνώση και την εμπλοκή του με αυτά ώστε οι δηλώσεις του να μην είναι γυμνές και απομονωμένες αλλά να προσλαμβάνουν σημασία και βαρύτητα. Οι υποδείξεις αυτές, για τις οποίες έχουμε απορρίψει την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος απλώς γνώριζε για τα ανευρεθέντα μέσω του Ανθία συνιστούν ξεκάθαρη ενίσχυση της αλήθειας των δηλώσεων του." Η λακωνικότητα δεν αποτελεί μειονέκτημα. Είναι συνώνυμη με τη σαφήνεια. Εδώ η δήλωση δεν επιδέχεται αμφισβητήσεις, όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος. Ιδιαίτερα αν ληφθούν υπόψη οι περιστάσεις που την πλαισιώνουν, οι οποίες μόλις έχουν αναφερθεί. Ούτε το πρωτόδικο δικαστήριο είχε ταλαντεύσεις. Στο ερώτημα κατά πόσο η παραπάνω ομολογία του κατηγορούμενου είναι αληθινή απαντώ καταφατικά. Ο κατηγορούμενος, στον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στο ίδιο μέρος που βρισκόταν και ο παραπονούμενος. Ο παραπονούμενος, με το που του χτύπησε στο μάτι το θραύσμα από το μπουκάλι που είχε ρίξει προς το μέρος του το άγνωστο του πρόσωπο, όταν σηκώθηκε από τη θέση του είδε και άκουσε τον κατηγορούμενο να φωνάζει ότι αυτός έριξε το μπουκάλι, ο οποίος μάλιστα διερωτήθηκε κιόλας, εάν είχε κανείς πρόβλημα γι αυτό. Η απόσταση μεταξύ τους ήταν περί τα 25 μέτρα που δεν είναι μεγάλη για να μπορεί να λεχθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε να ρίξει το μπουκάλι από το σημείο που βρισκόταν και να φθάσει στο σημείο που βρισκόταν ο παραπονούμενος, ενώ και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, δεν μπορώ να σκεφθώ για ποιο - άλλο - λόγο ο κατηγορούμενος, εάν δεν είχε ρίξει εκείνος το μπουκάλι, θα αναφωνούσε στην παρουσία όλων όσοι ήταν στο φεστιβάλ τη στιγμή αυτή - που προφανώς αρκετοί θα τον είχαν ακούσει να ομολογεί την πράξη του - ότι αυτός το έριξε. Απ' εκεί και πέρα είναι και το γεγονός, ότι, στην προσπάθειά του να με πείσει πως δεν προέβη στη συγκεκριμένη δήλωση είναι φανερό ότι έλεγε ψέματα. Και μάλιστα σκόπιμα έλεγε ψέματα, τα οποία αφορούσαν σε ένα από τα πλέον ουσιώδη ζητήματα της υπόθεσης που αφορούν στο πρόσωπο που ευθύνεται για τους τραυματισμούς που υπέστη ο παραπονούμενος κατά το επίδικο περιστατικό, συνεπεία αυτού. Επομένως, το κίνητρό του να ψευσθεί ήταν η αντίληψη ενοχής και ο φόβος για την αλήθεια. Ότι η δήλωσή του είναι ψευδής έχει αποδειχθεί και από ανεξάρτητη πηγή. Συγκεκριμένα, από τη μαρτυρία του Μ.Κ.
  2. Ακολουθεί ότι αυτή, που υπέχει θέση ομολογίας είναι γνήσια και αληθινή. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα. Το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα που δημιουργεί το αδίκημα προνοεί ότι: «Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι πρώτο, η επίθεση, κατά το άρθρο 242 του ποινικού κώδικα και δεύτερο, αποτέλεσμα της οποίας είναι η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Το αδίκημα της κοινής επίθεσης κατά το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα στοιχειοθετείται εφόσον αποδειχθεί ότι κάποιο πρόσωπο ασκεί βία εναντίον κάποιου άλλου, είτε με πρόθεση είτε απερίσκεπτα. Στην υπόθεση R. v. Vienna
(1975)3 All E.R. 788 τέθηκαν οι νομολογιακές αρχές και αποφασίστηκε ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της επίθεσης, δε χρειάζεται η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει πρόθεση. Ο όρος «επίθεση» χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο, χωρίς τη συγκατάθεσή του. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574, το άρθρο 242 του Νόμου δε συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης, με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος. Απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας, χωρίς νομικό έρεισμα. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί και χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το άλλο πρόσωπο [βλ. R. v. Rolphe
(1953)36 Cr. App. R. και Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1988)3 All E.R. 445]. Βλ. επίσης το σύγγραμμα Archbold Pleading and Practice, 40η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1280. Όταν, ως αποτέλεσμα της επίθεσης, υπό την έννοια όσων αναφέρονται πιο πάνω προκαλείται πραγματική σωματική βλάβη στοιχειοθετείται το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα. Στο σύγγραμμα Russel on Crime, σελ. 629 αναφέρεται ότι δεν υπάρχει ορισμός της πραγματικής σωματικής βλάβης, ενώ σημειώνεται ότι αυτή μπορεί να σημαίνει εσωτερικές ή εξωτερικές κακώσεις. Ωστόσο, στην υπόθεση Γεωργιάδης ν. Αστυνομίας
(1985)2 Α.Α.Δ. 56 αναφέρεται ότι μια επιπόλαια εκδορά στο πρόσωπο και κοκκίνισμα, ήταν αρκετά για στοιχειοθέτηση του αδικήματος της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Ούτε και είναι ανάγκη ο τραυματισμός να έχει μόνιμο χαρακτήρα ή να είναι τέτοιος που να τον κατατάσσει στη βαριά σωματική βλάβη, καθώς, πραγματική σωματική βλάβη θεωρείται και επίθεση που προκαλεί υστερική νευρική κατάσταση (βλ. την Αχτάρ κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 397). Παρατηρώ τα εξής: Η ενέργεια του κατηγορούμενου να ρίξει το γυάλινο μπουκάλι προς το μέρος του παραπονούμενου, το οποίο, αφού έσπασε, ένα από τα θραύσματά του βρήκε τον παραπονούμενο στο μάτι, αποτελεί άσκηση βίας εκ μέρους του κατηγορούμενου - δηλαδή επίθεση -, εναντίον του παραπονούμενου, η οποία ασκήθηκε σε κάθε περίπτωση, απερίσκεπτα, παράνομα και προφανώς, χωρίς τη συγκατάθεση του τελευταίου. Απ' εκεί και πέρα, το αιμάτωμα τριών εκατοστών κάτω από το δεξί μάτι του παραπονούμενου που του προκάλεσε το θραύσμα σύμφωνα με τη σχετική έκθεση της κυβερνητικής γιατρού κυρίας Κωνσταντινίδου (τεκμήριο 7), το περιεχόμενο της οποίας, σε σχέση με τα ευρήματά της - για να επαναλάβω -αποτελεί παραδεκτό γεγονός, η οποία τον εξέτασε την ίδια μέρα στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου συνιστά πραγματική σωματική βλάβη. Ακολουθεί ότι, η ευθύνη του κατηγορούμενου για τη διάπραξη του αδικήματος στοιχειοθετείται πλήρως. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου θεωρώ ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την ενοχή του κατηγορούμενου στην κατηγορία που του προσάπτει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Criminal/Final (Αναφορά: επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.