Δημοκρατία ν. FRANCIS WALKER κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2029/17, 26/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2017:5 ΣΤΟ MONIMO ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Δ. Ι. Κίτσιος,Α.Ε.Δ. Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2029/17 Δημοκρατία v.
- FRANCIS WALKER
- CHRISTEL ANNE MARGRIT WALKER Κατηγορουμένων ----------------- Ημερομηνία: 26 Ιουνίου, 2017 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Χ"Κύρου με κα Ντ. Κυριακίδου (ασκούμενη δικηγόρο) Για κατηγορούμενο 1: κα Στ. Φλωράκη Κατηγορούμενος 1 παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος αρ. 1, (στο εξής o κατηγορούμενος) μετά από δική του παραδοχή, κρίθηκε ένοχος σε εννέα κατηγορίες οι οποίες του αποδίδονται στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης. Ειδικότερα, βρέθηκε ένοχος σε δύο κατηγορίες κατοχής πυροβόλου όπλου, κατηγορίας Β' και Γ', κατά παράβαση των άρθρων 2, 4
(1)και 51
(1), Πρώτο Παράρτημα του Περί Πυροβόλων και μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου, Ν113(Ι)/2004, όπως έχει τροποποιηθεί, (βλ. κατηγορίες 1 και 4 αντίστοιχα) στα αδικήματα της εισαγωγής πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β' και Γ', κατά παράβαση των άρθρων 2, 4
(1)και 51
(1), Πρώτο Παράρτημα του ως άνω νόμου, Ν.113(Ι)/2004, όπως έχει τροποποιηθεί, (βλ. κατηγορίες 2 και 5 αντίστοιχα) της κατοχής πυρομαχικών κατηγορίας Β', που απαγορεύονται, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4
(1)και 51
(1), Πρώτο Παράρτημα του ως άνω νόμου, Ν.113(Ι)/2004, όπως έχει τροποποιηθεί, (βλ. κατηγορία 3) της κατοχής μη πυροβόλων χωρίς άδεια κατοχής, κατά παράβαση των άρθρων 2, 21 και 22
(1)(α)(i)(γ) του ως άνω νόμου, Ν.113(Ι)/2004, όπως τροποποιήθηκε, (βλ. κατηγορία 6) της κατοχής σιγαστήρα, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 και 43 του ως άνω νόμου, Ν.113(Ι)/2004, όπως έχει τροποποιηθεί, (βλ. κατηγορία 7) της κατοχής οπλοτόξου κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 24
(1)
(2)του ως άνω νόμου, Ν.113(Ι)/2004, όπως τροποποιήθηκε, (βλ κατηγορία 10) και της μεταφοράς ή κατοχής εκρηκτικών υλών χωρίς την άδεια του επιθεωρητή εκρηκτικών υλών, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 4
(4)(δ) του Περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54, ως έχει τροποποιηθεί (βλ. κατηγορία 8). Η Εισαγγελική Αρχή, διέκοψε την ποινική δίωξη της κατηγορούμενης αρ.2 στη διαδικασία (εν διαστάσει συζύγου του κατηγορούμενου) σε σχέση με την μοναδική κατηγορία που αυτή αντιμετώπιζε, (κατηγορία 9 - κατοχή οπλοτόξου) με αποτέλεσμα την απαλλαγή της ως άνω κατηγορούμενης αρ.2 από αυτή. Σύμφωνα με τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση, ως κατατέθηκαν από την κατηγορούσα αρχή (τεκμήριο 1) και έγιναν αποδεκτά από τον κατηγορούμενο: «Την 24/03/17 η αστυνομία, κατόπιν πληροφορίας, ερεύνησε δυνάμει δικαστικού εντάλματος, την κατοικία του κατηγορούμενου στην Πέγεια, στην παρουσία της συζύγου του, καθότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν στην Μεγάλη Βρετανία. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, η αστυνομία εντόπισε σε κρύπτη στο τραπεζάκι του σαλονιού, στο κάτω μέρος, τυλιγμένο σε νάιλον συσκευασία ένα επαναληπτικό μονόκαννο όπλο μάρκας American Eagle, μοντέλο 602, του οποίου το κοντάκι είναι κομμένο. Στη συνέχεια, η αστυνομία εντόπισε στο υπνοδωμάτιο του κατηγορούμενου, ένα δερμάτινο τσαντάκι εντός του οποίου υπήρχαν τυλιγμένα σε ρούχο ένα πιστόλι μάρκας «LLAMA ESPECIAL», μια γεμιστήρα η οποία περιείχε 6 πλήρη φυσίγγια αγνώστου διαμετρήματος καθώς και ένα σιγαστήρα πιστολιού μαζί με δερμάτινη θήκη. Ακολούθως, η αστυνομία εντόπισε σε ερμάρι του υπνοδωματίου του κατηγορούμενου, ένα οπλότοξο. Την 24/03/17, εναντίον του κατηγορούμενου, εκδόθηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης και τα στοιχεία του τοποθετήθηκαν στον κατάλογο stop-list. Την 30/03/17, ο κατηγορούμενος αφίχθηκε στο αεροδρόμιο Λάρνακας όπου και συνελήφθη, κατόπιν δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης του, του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο και ο κατηγορούμενος απάντησε: «I don't Know nothing". Την 31/03/17 , η αστυνομία ανάκρινε προφορικά τον κατηγορούμενο ο οποίος ανάφερε ότι όλα τα ανευρεθέντα τεκμήρια, πλην του οπλοτόξου, του τα έδωσε πριν 15 περίπου χρόνια στη Σκωτία κάποιος γείτονας του επ΄ ονόματι Raymond Toland, ο οποίος μετακόμισε μόνιμα στη Γαλλία και δεν ήθελε να τα πάρει μαζί του. Δεν γνωρίζει εάν ο Taland τα κατείχε νόμιμα. Πριν από 10 περίπου χρόνια, όταν μετακόμισαν στη Κύπρο με τη σύζυγο του, τα έφερε με εμπορευματοκιβώτιο από τη Σκωτία στη Κύπρο. Η σύζυγος του δεν γνώριζε για την ύπαρξη τους και αυτός τα έκρυψε στα σημεία όπου ανευρέθηκαν. Δεν τα χρησιμοποίησε ποτέ του και δεν γνωρίζει το ιστορικό τους πριν αυτά περιέλθουν στη κατοχή του. Το οπλότοξο το αγόρασε αυτός όταν εργαζόταν την δεκαετία του 1990 στη Νιγηρία. Την 01/04/17, η αστυνομία έλαβε γραπτή ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, ο οποίος περίπου επανέλαβε τα όσα ανάφερε και προφορικά. Σύμφωνα με έκθεση του εμπειρογνώμονα της αστυνομίας, τα όπλα και τα φυσίγγια είναι σε καλή και χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Επίσης δεν συνδέονται με οποιαδήποτε εγκληματική ενέργεια για την οποία υπάρχει αρχείο στο εργαστήριο βαλλιστικής της αστυνομίας.» Ως υπέδειξε τέλος ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου, στην εμπεριστατωμένη αγόρευση της για σκοπούς μετριασμού της ποινής, χωρίς να αμφισβητήσει τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι διέπραξε, κάλεσε το Δικαστήριο, στα πλαίσια του καθήκοντος για εξατομίκευση της ποινής, να λάβει σοβαρά υπόψη τόσο τα περιστατικά που περιβάλουν την υπό συζήτηση υπόθεση όσο και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου. Μεταφέροντας τις απολογίες και την ειλικρινή μεταμέλεια του κατηγορούμενου για τη διάπραξη των αδικημάτων, σημείωσε ότι η τελευταία εκδηλώθηκε εμπράκτως και μέσω της άμεσης παραδοχής του. Ο οπλισμός που ο κατηγορούμενος - πρώην στρατιωτικός και εκπαιδευτής όπλων σε κάποιο στάδιο στο Βρετανικό στρατό - εντοπίστηκε να κατέχει, παραδόθηκε στον τελευταίο στις αρχές της δεκαετίας του 2000 από φίλο και συνάδελφο του, επίσης στρατιωτικό, όταν ο κατηγορούμενος ζούσε στη Σκωτία, ως ενθύμιο και για να τον κρατήσει υπό την ασφαλή του φύλαξη. Υπογράμμισε το γεγονός ότι δεν αποκτήθηκε από τον κατηγορούμενο μέσω παράνομων καναλιών ή στην προσπάθεια του τελευταίου να προμηθευτεί τα συγκεκριμένα πυροβόλα όπλα για δική του προστασία ή για τη διάπραξη οποιασδήποτε εγκληματικής ενέργειας. Παραλαμβάνοντας ο κατηγορούμενος τα ως άνω όπλα, πριν από δεκαπέντε περίπου χρόνια, τα αποθήκευσε στο σπίτι του, ενθυμούμενος την ύπαρξή τους χρόνια μετά, το 2007, όταν μετακόμισαν με την σύζυγό του στην Κύπρο με ολόκληρη την οικοσκευή τους, για σκοπούς μόνιμης εγκατάστασης. Τότε ήταν που λειτουργώντας κατά τρόπο απερίσκεπτο, με δεδομένο ότι δεν είχε σκοπό να τα χρησιμοποιήσει, αντί να τα καταστρέψει, αποφάσισε να δημιουργήσει την κρύπτη στην οποία βρέθηκαν κρυμμένα, ώστε να μην βρεθούν σε λάθος χέρια και για να προστατεύσει τρίτα πρόσωπα. Παρά το γεγονός ότι τα όπλα βρίσκονταν σε καλή και λειτουργήσιμη κατάσταση, αυτά δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια που ο κατηγορούμενος τα είχε στην κατοχή του. Σημείωσε παράλληλα το γεγονός ότι δεν εντοπίστηκαν οποιεσδήποτε σφαίρες που χρησιμοποιούνται στο μονόκαννο επαναληπτικό όπλο «American Eagle» μοντέλο 602, ως επίσης το γεγονός ότι ο σιγαστήρας και οι σφαίρες για το πιστόλι «Llama Especial» παραδόθηκαν εξαρχής στον κατηγορούμενο από τον φίλο και παλαιό συνάδελφο του μαζί με το συγκεκριμένο πιστόλι, σε δερμάτινη θήκη, γεγονός που καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος δεν επιδίωξε την εξασφάλιση τους εκ των υστέρων, κατά τρόπο που θα μπορούσε να εκληφθεί ότι φανερώνει πρόθεση εκ μέρους του να αποκρύψει εγκληματική δραστηριότητα στην οποία τυχόν θα επιδιδόταν. Σε σχέση με το οπλοτόξο, υπέδειξε ότι πρόκειται ουσιαστικά για σουβενίρ το οποίο απέκτησε από τη Νιγηρία καθ' ον χρόνο ο ίδιος εργαζόταν στη συγκεκριμένη χώρα, χωρίς να γνωρίζει ότι τούτο ήταν παράνομο και ότι έπρεπε να εξασφαλίσει άδεια για την κατοχή του. Στρέφοντας τη προσοχή του Δικαστηρίου στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, αφού υιοθέτησε σχετική έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, υπέδειξε ότι ο κατηγορούμενος τον Αύγουστο θα γίνει 69 ετών. Παντρεμένος δύο φορές, απέκτησε τρία ενήλικα τέκνα με την πρώτη σύζυγο του, με την οποία και διατηρεί άριστες σχέσεις ενώ τους τελευταίους δύο μήνες βρίσκεται σε διάσταση με τη νυν σύζυγο του. Υπηρέτησε στο Βρετανικό στρατό για 22 χρόνια, από το 1967 μέχρι το 1989. Αρχικά ως εκπαιδευτής όπλων, με ειδίκευση σε ατομικά, βιολογικά/χημικά όπλα αλλά και σε συμβατικά όπλα. Από το 1973 μέχρι το 1976 δίδαξε στη σχολή αλεξιπτωτιστών του Βρετανικού στρατού, ενώ το 1976 απέκτησε πτυχίο πιλότου ελικοπτέρων. Υπηρέτησε σε διάφορες θέσεις ως πιλότος, ενώ το 1982 απέκτησε δίπλωμα εκπαιδευτή πιλότου ελικοπτέρων της πολεμικής αεροπορίας (Royal Air Force Central Flying School). Υπηρέτησε σε διάφορες περιοχές, ανά το παγκόσμιο, ως μέλος του Βρετανικού στρατού, κατέχοντας σημαντική θέση ως εκπαιδευτής αλλά και ως πιλότος υψηλά ιστάμενων προσώπων και υψηλόβαθμων αξιωματούχων. Παρασημοφορήθηκε για τις υπηρεσίες του με τέσσερα μετάλλια, τόσο από την Βρετανική κυβέρνηση όσο και από τα Ηνωμένα Έθνη. Με τα συνταξιοδότηση του εργάστηκε ως ιδιώτης πιλότος εμπορικών και επιβατικών ελικοπτέρων σε διάφορες εταιρίες σε όλο τον κόσμο. Το 2006 αγόρασε με τη σύζυγο του έπαυλη στην Πέγεια της Πάφου στην οποία μετακόμισαν το 2007. Μέχρι το 2013 εξακολουθούσε να εργάζεται απουσιάζοντας για μεγάλα χρονικά διαστήματα από την Κύπρο. Δυστυχώς για τον ίδιο, μέχρι σήμερα το ζήτημα της τιτλοποίησης της ως άνω οικίας παραμένει σε εκκρεμότητα, αφού ο κατηγορούμενος αποτελεί «εγκλωβισμένο αγοραστή» ενόψει υποθήκευσης του ακινήτου που προηγείται του πωλητηρίου εγγράφου. Περαιτέρω, η προσπάθεια και ελπίδα του για μια ήσυχη συνταξιοδότηση στην Κύπρο, επηρεάστηκε και από το γεγονός ότι επένδυση του σημαντικότερου μέρους των οικονομιών του ιδίου και της συζύγου του σε επενδυτική εταιρεία στην Κύπρο, (ύψους 200.000,00 στερλινών Αγγλίας) δεν εξελίχθηκε κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, αφού η ως άνω εταιρεία έκλεισε με τα στελέχη της να εξαφανίζονται και το όλο ζήτημα να διερευνάται από το ΤΑΕ Λεμεσού. Θέτοντας υπόψη του Δικαστηρίου διάφορες ιατρικές βεβαιώσεις και πιστοποιητικά (τεκμήρια 3, 4 και 5) υπέδειξε ότι ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει διάφορα προβλήματα υγείας. Ειδικότερα, έχοντας διαγνωστεί με καλοήθη υπερτροφία του προστάτη, ο τελευταίος υπεβλήθη τον Οκτώβρη του 2012 σε διακυστική προστατεκτομή, ενώ πάσχει από αυχενική μυελοπάθεια. Προ διετίας, είχε υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση στον αυχένα και τοποθετήθηκαν βίδες και ράβδοι στην αυχενική μοίρα της σπονδυλικής στήλης. Υποβάλλεται συστηματικά σε φυσιοθεραπεία ενώ όπως του υποδεικνύεται θα χρειαστεί και δεύτερο χειρουργείο. Περαιτέρω, έχοντας διαγνωστεί με προκαρκινική βλάβη στο δέρμα, έχει υποβληθεί ήδη σε χειρουργική αφαίρεση καρκινώματος από το δέρμα, ενώ παρακολουθείται και στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου για σκοπούς προληπτικούς αλλά και θεραπευτικούς. Ο κατηγορούμενος, υπέδειξε η ευπαίδευτη συνήγορος του, είναι άνθρωπος ακεραίου χαρακτήρα, τίμιος, ήσυχος, που σέβεται πλήρως το νόμο και την τάξη. Έθεσε προς τούτο σχετικές έγγραφες δηλώσεις - επιστολες από πρώην συναδέλφους του και την πρώτη σύζυγο του (τεκμήρια 6, 7 και 8). Η ηλικία του κατηγορούμενου, το λευκό ποινικό του μητρώο, ο πρότερος έντιμος βίος του, η ακεραιότητα του χαρακτήρα του και η μέχρι σήμερα υπακοή του στους νόμους, η προσφορά του στην πατρίδα του για την οποία και παρασημοφορήθηκε, η κατάσταση της υγείας του και το γεγονός ότι χρήζει συνεχούς ιατρικής παρακολούθησης τόσο από ορθοπεδικό όσο και από δερματολόγο και το σύνολο των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου αποτελούν, υποστήριξε, μετριαστικούς παράγοντες που θα πρέπει σοβαρότατα να ληφθούν υπόψη, καλώντας το Δικαστήριο να διαφοροποιήσει την παρούσα περίπτωση από τις συνηθισμένες του είδους. Παρά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε «επιπόλαια» και «ανόητα» κατέληξε, οι προσωπικές του περιστάσεις αλλά και οι περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων, σε συνδυασμό με την μεταμέλεια και τη γενικότερη συνεργασία του με τις αρχές της Δημοκρατίας, επιτρέπουν στο Δικαστήριο, το οποίο κάλεσε να εξαντλήσει την επιείκεια του, να εξετάσει σοβαρά το ενδεχόμενο αναστολής τυχόν επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Σύμφωνα με την έκθεση κοινωνικής έρευνας που ετοιμάστηκε για σκοπούς της παρούσας σε σχέση με τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου, ο τελευταίος κατάγεται από την Ιρλανδία. Εξήντα εννέα
(69)ετών σήμερα, είναι ο μικρότερος από τα πέντε παιδιά της οικογένειας του. Ο πατέρας του ασκούσε το επάγγελμα του μηχανολόγου μηχανικού ενώ η μητέρα του ασχολήθηκε μόνο με την φροντίδα της πολυμελούς οικογένειας τους. Μεγάλωσε χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες και είχε ομαλή εφηβική και νεανική ηλικία. Στην ηλικία των 18 ετών εντάχθηκε στο στρατό, όπου και παρέμεινε για 23 συνολικά χρόνια. Κατά την περίοδο της στρατιωτικής του καριέρας, υπήρξε εκπαιδευτής στις επιπτώσεις από τη χρήση όπλων και βλημάτων καθώς και χειριστής ελικοπτέρου υπηρετώντας στη Νότιο Αμερική και στη Γερμανία, σε ειδικές αποστολές. Το 1972 υπηρέτησε και στην Κύπρο ως αξιωματικός της ειρηνευτικής δύναμης των Ηνωμένων Εθνών, για περίοδο 6 μηνών. Το 1985 τιμήθηκε από τη βασίλισσα της Αγγλίας για τις υπηρεσίες του στο Βρετανικό στρατό. Το 1989 αφυπηρέτησε και εργάστηκε ως χειριστής ελικοπτέρου για περίοδο 22 ετών σε ιδιωτική εταιρεία πετρελαιοειδών, σε διάφορες χώρες. Αφυπηρέτησε πριν από δύο χρόνια. Από τον πρώτο του γάμο, που συνήψε το 1967 στην Ιρλανδία, απέκτησε τρία παιδιά, ηλικίας 50, 48 και 43 ετών σήμερα, τα οποία διαμένουν με τις οικογένειες τους στην Αγγλία και Ιρλανδία. Τόσο με την πρώτη του σύζυγο όσο και με τα παιδιά του διατηρεί στενή και καλή σχέση φιλοξενώντας τα παιδιά και τα εγγόνια του στην Κύπρο. Από το 1999 συζούσε με γυναίκα με την οποία, το 2006, τέλεσε το δεύτερο γάμο του. Το 2005, με την σύζυγο του ταξίδευσαν στην Κύπρο διερευνώντας την πιθανότητα μόνιμης εγκατάστασης τους στο νησί. Αποφάσισαν να εγκατασταθούν στην Πάφο. Πώλησαν την περιουσία τους και μετέφεραν τα χρήματα τους στην Κύπρο, αγοράζοντας την κατοικία τους στην Πέγεια. Λόγω τραπεζικών εκκρεμοτήτων του επιχειρηματία με την τράπεζα, στην οποία το ακίνητο είναι υποθηκευμένο, η ως άνω κατοικία δεν κατέστη δυνατό να τους τιτλοποιηθεί μέχρι σήμερα. Ο κατηγορούμενος, έχει προσαρμοστεί πλήρως και είναι ευχαριστημένος με την καθημερινότητα του, συντηρούμενος από συντάξεις που λαμβάνει. Έχει ενταχθεί σε εθελοντικό οργανισμό για την φροντίδα και προστασία αδέσποτων ζώων αναλαμβάνοντας καθημερινές ευθύνες για το σκοπό αυτό. Αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας που αφορούν το σπόνδυλο, έχοντας υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση πριν από ένα χρόνο, ενώ υποβάλλεται σε τακτική φυσιοθεραπεία και τυγχάνει παρακολούθησης στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Αντιμετωπίζει επίσης πρόβλημα καρκίνου του δέρματος που ανέπτυξε κατά την υπηρεσία του στη Λιβύη, πρόβλημα για το οποίο έχει υποβληθεί επίσης σε θεραπεία το 2007, μετά την εγκατάσταση του στην Κύπρο και για τα οποίο παρακολουθείται από δερματολόγους ενώ υποβάλλεται σε ειδική θεραπεία στο πρόσωπο. Η υπόθεση για την οποία κατηγορείται του δημιουργεί αισθήματα ντροπής, ενώ τον στενοχωρεί η διάσταση με τη σύζυγο του, η οποία σχετίζεται με την καταγγελία της παρούσας υπόθεσης. Αξιολογήσαμε κάθε τι που τέθηκε ενώπιον μας από την ευπαίδευτη συνήγορο του κατηγορούμενου κατά την αγόρευση της για μετριασμό της ποινής, στην έκταση που τούτο μπορεί να αξιολογηθεί για τον πιο πάνω σκοπό και στο βαθμό βεβαίως που νομολογιακά έχει αναγνωριστεί ότι μπορεί να αποτελέσει μετριαστικό παράγοντα. Λάβαμε επίσης υπόψη, όχι μόνο το περιεχόμενο της έκθεσης κοινωνικής έρευνας αλλά και όσα η συνήγορος του υπέδειξε συζητώντας τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις και συνθήκες του κατηγορούμενου, ως επίσης περιστάσεις που περιβάλλουν γενικότερα τη διάπραξη των αδικημάτων, ασχέτως αν κάποια από αυτά δεν αναφέρονται ρητώς στο παρόν σκεπτικό μας. Κατά το στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, το πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, στόχος που επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου (βλέπε Σύγγραμμα Sentencing in Cyprus (Sentencing Revisited), 2η έκδ. 2007, σελ. 2 και επόμενες, του G.M. Pikis, και Republic v. Georgiou 22 C.L.R. 147). Τα Δικαστήρια, ως φρουροί της νομιμότητας και της ευταξίας οφείλουν να διαφυλάξουν και να διασφαλίσουν την πιστή εφαρμογή του νόμου με την επιβολή ανάλογων σε κάθε περίπτωση ποινών, ικανών να τιθασεύσουν συμπεριφορές που κινούνται εκτός του πλαισίου του νόμου, προς όφελος κάθε πολίτη ξεχωριστά και της κοινωνίας στο σύνολο της. Η σοβαρότητα των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος διέπραξε, εναργώς αντανακλάται στο ύψος της προβλεπόμενης κατά ανώτατο όριο ποινής στο νόμο. Για τα αδικήματα της εισαγωγής και κατοχής πυροβόλου όπλου, κατηγορίας Β΄ και Γ΄, όπως και για το αδίκημα της κατοχής πυρομαχικών κατηγορίας Β', προβλέπεται η δυνατότητα επιβολής ποινής φυλάκισης δεκαπέντε ετών ή χρηματικής ποινής μέχρι Λ.Κ.25.000,00 (€42.715) ή και τις δύο ποινές, ενώ οποιαδήποτε όπλα σχετικά με τα οποία διαπράχθηκε αδίκημα, κατάσχονται και δημεύονται ή καταστρέφονται με τη συγκατάθεση του κατηγορούμενου. Για το αδίκημα της μεταφοράς ή κατοχής εκρηκτικών υλών χωρίς την άδεια του επιθεωρητή εκρηκτικών υλών, προβλέπεται η δυνατότητα επιβολής ποινής φυλάκισης δέκα ετών ή Λ.Κ.1.500,00 (€2.562) ή και τις δύο ποινές μαζί, με τη δυνατότητα κατακράτησης και καταστροφής τους με τη συγκατάθεση του υπόπτου για τη διάπραξη του αδικήματος ή δήμευσης τους. Για το αδίκημα της κατοχής οπλοτόξου, προβλέπεται η δυνατότητα επιβολής ποινής φυλάκισης πέντε ετών ή Λ.Κ.3.000,00 (€ 5.125) ή και τις δύο ποινές μαζί. Για το αδίκημα της κατοχής σιγαστήρα, προβλέπεται η δυνατότητα επιβολής ποινής φυλάκισης τριών ετών ή Λ.Κ.5.000,00 (€8.543 ή και τις δύο ποινές μαζί, ενώ για το αδίκημα της κατοχής μη πυροβόλων όπλων, χωρίς άδεια κατοχής, προβλέπεται η δυνατότητα ποινής φυλάκισης δύο ετών ή Λ.Κ.3.000,00 (€5.125) ή και τις δύο ποινές μαζί. Όπως διακηρύσσεται στη νομολογία των Δικαστηρίων μας, η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή για ένα αδίκημα, αντικατοπτρίζει τη σοβαρότητα του αδικήματος και αποτελεί στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. (Βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248, Γ. Ε. ν. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9, και Γενικός Εισαγγελέας v Evans
(2005)2 Α.Α.Δ. 639). Ευρισκόμενοι άλλωστε στο στάδιο του καθορισμού του είδους και του ύψους της τιμωρίας, δεν λησμονούμε πως το νομοθετικώς ανώτατο όριο ποινής στο οποίο υπόκειται ένας κατηγορούμενος, αποτελεί παράγοντα υψίστης σπουδαιότητας, αφού η ανώτατη προβλεπόμενη στο νόμο ποινή συνιστά τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο το δύσκολο και πολλές φορές βασανιστικό έργο της επιμέτρησης της ποινής (βλ. κατά αναλογία Καφάρη ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 442, Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 632 και Γεν. Εισαγγελέας v Αριστοτέλους
(2004)2 Α.Α.Δ. 166). Τούτο, βεβαίως, χωρίς ποτέ να παραγνωρίζεται η καλά εμπεδωμένη αρχή πως η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της γεγονότων (βλ. Κουτσούδης ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 547). Τα Δικαστήρια, δεν βασίζονται μόνο στην προβλεπόμενη από το νόμο ποινή, η οποία ασφαλώς και εκτιμάται, αλλά λαμβάνουν υπόψη τόσο τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου, όσο και το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξη ενός αδικήματος. Σχετικός είναι ο λόγος της απόφασης στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391, ειδικότερα στη σελ. 402, όπου υποδεικνύεται πως: «.....ο χαρακτηρισμός κάποιου αδικήματος ως σοβαρού δεν εξαρτάται αποκλειστικά με το ανώτατο όριο ποινής που ο Νόμος προνοεί για τη διάπραξη του. Εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξη του και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης και της εν γένει συνέπειες που η διάπραξη μπορεί να επιφέρει στη κοινωνία και οι οποίες δυνατό είτε να υποβιβάζουν ένα αδίκημα για το οποίο προνοείται πολυετής φυλάκιση σε απλή και τυπική παράβαση, είτε να καθιστούν εξαιρετικά σοβαρό ένα αδίκημα για το οποίο δεν προνοείται αυστηρή ποινή υπό μορφή πολυετούς φυλάκισης.» Αποτελεί άλλωστε αξίωμα ότι κατά την επιμέτρηση της ποινής, ακόμη και στις περιπτώσεις που είναι αναγκαία η αυστηρή και αποτρεπτική αντιμετώπιση, δεν μειώνεται η ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή, στη βάση των ειδικότερων γεγονότων που την περιβάλουν να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητα του. Το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί (βλ. Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 478). Ταυτόχρονα, όμως, η διεργασία της εξατομίκευσης της ποινής, δεν θα πρέπει να αφήνεται να οδηγεί σε εξουδετέρωση είτε της σοβαρότητας του αδικήματος είτε του στοιχείου της αποτροπής που δυνατόν να επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος. Ούτε να πλήττει, κατά τρόπο που να εξουδετερώνει, την αποτελεσματικότητα του νόμου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσαπατσάρης κ.α.
(2000)2 Α.Α.Δ. 304, Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 557, Ilie κ.α. ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 280, Hamieh v. Γενικού Εισαγγελέα
(2006)2 Α.Α.Δ. 259 και Κωνσταντίνου άλλως Γιαλλούρης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 282). Επιβάλλεται, πάντα, προσεκτική και μικροσκοπική στάθμιση των πραγμάτων, κάτι που κάναμε και εμείς στην υπό συζήτηση περίπτωση. Αδικήματα της φύσης που ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι διέπραξε, αντιμετωπίζονται από τα Δικαστήρια, διαχρονικά, με αυστηρότητα (βλ. Gasteratos v. The Republic
(1986)2 C.L.R. 170, Θεοδούλου ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 206, Νικολεττή ν. Δημοκρατίας
(2000)2 A.A.Δ. 206 και Προκοπίου Κίτας ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 433). Η κατοχή και η μεταφορά πυροβόλων όπλων χωρίς άδεια, κατ' επανάληψη κρίθηκε ότι εμπίπτουν στα ιδιαίτερα σοβαρά αδικήματα που ως η νομολογία διακηρύσσει, υπονομεύουν την έννομη τάξη, ανοίγουν το δρόμο για την αναρχία θέτοντας σε κίνδυνο ανυποψίαστους κυρίως πολίτες και εκθέτουν ολόκληρη την κοινωνία στο αίσθημα ανασφάλειας. Τα πιο πάνω, από μόνα τους, καταδεικνύουν την υποχρέωση των Δικαστηρίων να επιβάλλουν αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές σε μια προσπάθεια να τιθασευτεί το φαινόμενο (βλ. Κυριάκος Παναγή ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:B825, Ποιν. Έφ. 159/2014, ημερ. 16/12/2015). Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Chronyy
(2006)2 A.A.Δ. 117, αφού γίνεται αναφορά στην εγγενή σοβαρότητα του αδικήματος όπως αυτή προσδιορίζεται και με την δεκαπενταετή ποινή φυλάκισης που προβλέπει ο νόμος, η οποία παραπέμπει στην ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, τονίστηκε ότι η κατοχή πυροβόλου όπλου συνοδευόμενη μάλιστα με πυρομαχικά, συνιστά εν δυνάμει κίνδυνο περαιτέρω σοβαρής παρανομίας και απειλής. Σειρά αποφάσεων των Δικαστηρίων μας καταπιάνεται με την επιβολή ποινών για αδικήματα της φύσης που ο κατηγορούμενος διέπραξε. Θεώρηση της σχετικής νομολογίας, καταδεικνύει την εφαρμογή στη πράξη των πιο πάνω αρχών αφού επιβεβαιώνει την αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων αυτής της φύσης με την επιβολή ανάλογων ποινών. Προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με επιβληθείσες ποινές, σε παρόμοιας φύσης αδικήματα, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (Βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217, Σάμπη v Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 100, Στέλιος Μαυρολουκά ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:B73, Ποιν. Έφεση 212/2013, ημερ. 05.02.2015 και L.C.A. DOMIKI V. R.K.A. KIKKOS DEVELOPERS LTD κ.α., Ποιν. Έφ. 116/2011, ημερ. 17.03.2015). Εν σχέση με τις γενικότερες παραμέτρους της ποινολογικής μεταχείρισης κατηγορουμένων σε παρόμοιας φύσης υποθέσεις, προβαίνοντας πάντοτε στις ανάλογες και επιβαλλόμενες αναπροσαρμογές στη βάση του τι ισχύει στην υπό συζήτηση περίπτωση και ειδικότερα τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου ως επίσης το σύνολο των ελαφρυντικών παραγόντων που εντοπίζονται στην υπό συζήτηση περίπτωση, σημειώνουμε, ενδεικτικά ότι: Στην υπόθεση Νικολεττή ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 279 ο κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο παραδέχθηκε ενοχή μεταξύ άλλων σε κατηγορία κατοχής πιστολιού και κατοχής εκρηκτικών υλών, δηλαδή 7 πλήρη φυσιγγίων, με τα οποία ήταν έμφορτο το πιστόλι. Πρωτόδικα επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 4 ετών και 3 ετών αντίστοιχα. Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση κατά της ποινής επεσήμανε ότι η μεταφορά όπλου υπό οποιεσδήποτε συνθήκες είναι σοβαρό έγκλημα, το οποίο καθίσταται σοβαρότερο όταν συνοδεύεται με την κατοχή πυρομαχικών που καθιστούν δυνατή τη χρήση του, ενώ λαμβάνει μεγαλύτερες διαστάσεις όταν το όπλο μεταφέρεται ως εφόδιο στην εργασία του κατηγορούμενου σε νυκτερινό κέντρο όπου εγκυμονεί ιδιαίτερα σοβαρούς κινδύνους για τρίτα πρόσωπα. Στην Σουτζιής ν. Δημοκρατίας,
(2003)2 Α.Α.Δ. 424, ο κατηγορούμενος ήταν στρατιωτικός και έφερε τον βαθμό αντισυνταγματάρχη. Το Κακουργιοδικείο αναγνώρισε την προσφορά του κατηγορούμενου στο κράτος, επεσήμανε όμως πως ανέτρεψε τα πάντα με το να συλλέγει οπλισμό και να τον παραδίδει σε χέρια τρίτων, εκτός των αρμόδιων υπηρεσιών του κράτους, από όπου δεν μπορούσε να ελέγξει την χρήση του, παρόλο που ο ίδιος δεν είχε πρόθεση να τον χρησιμοποιήσει. Στον εφεσείοντα είχαν επιβληθεί οι ακόλουθες συντρέχουσες ποινές φυλάκισης: Σε τρεις κατηγορίες που αφορούσαν κατοχή εκρηκτικών υλών, ποινή φυλάκισης 8 χρόνων σε κάθε μία, σε δύο κατηγορίες που αφορούσαν επίσης κατοχή εκρηκτικών υλών, ποινές φυλάκισης 2 χρόνων και ενός χρόνου αντίστοιχα, σε δύο κατηγορίες που αφορούσαν κατοχή πυροβόλου όπλου επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 5 χρόνων και στην κατηγορία 59, που αφορούσε το ίδιο αδίκημα, ποινή φυλάκισης 2 χρόνων για κατοχή πυροβόλου όπλου μη προβλεπόμενου τύπου, στην κατηγορία 41 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 χρόνων, ενώ για την κατοχή περιστρόφου σε σχέση με τις κατηγορίες 56 και 57 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 5 χρόνων σε κάθε μία και για το αδίκημα κλοπής, στην κατηγορία 55 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 χρόνων. Το Εφετείο παρά το γεγονός ότι ανέφερε πώς ίσως αυτές να είναι κάπως αυστηρές, επικύρωσε τις επιβληθείσες ποινές, υποδεικνύοντας πως αυτές δεν ήταν εκτός των επιτρεπτών ορίων. Στην υπόθεση Παπαγεωργίου (Γιάγκος) ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646 ο κατηγορούμενος λευκού ποινικού μητρώου, ηλικίας 61 ετών, παραδέχθηκε ενοχή σε κατηγορίες κατοχής και μεταφοράς πιστολιού, το οποίο ήταν έμφορτο με 8 πλήρη φυσίγγια και για κατοχή εκρηκτικών υλών, ήτοι 44 πλήρη φυσίγγια. Το όπλο δεν χρησιμοποιήθηκε για εγκληματική πράξη. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε ποινή φυλάκισης 3 ετών για τις κατηγορίες της κατοχής και μεταφοράς όπλου και 6 μηνών για τη κατοχή εκρηκτικών υλών οι οποίες διατάχθηκε να συντρέχουν. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την πρωτόδικη κρίση, αφού τόνισε την σοβαρότητα και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών για προστασία των νομοταγών πολιτών, υπέδειξε ότι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σε μερικές εκ των οποίων αναφέρθηκε, δεν είναι καθοριστικές αλλά ενδεικτικές της ποινής, αφού κάθε υπόθεση εξετάζεται με βάση τα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Chronny
(2006)2 Α.Α.Δ. 117, ο κατηγορούμενος, νεαρός Ουκρανός, κατείχε παράνομα τυφέκιο και δύο σφαίρες του διαμετρήματος του τυφεκίου. Πρωτόδικα του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 10 μηνών μετά από ακροαματική διαδικασία. Το Εφετείο θεώρησε ότι η ποινή των 10 μηνών απέληγε να ήταν «όχι μόνο ούτε απομακρυσμένα άκρως επιεικής αλλά βοερά ανεπαρκής ως εντελώς έξω από τα ορθά πλαίσια, όσο πλατειά και αν προσπαθήσει κάποιος να τα δει». Τελικά αντικατέστησε την ποινή των 10 μηνών με ποινή φυλάκισης 4 ετών, με το σκεπτικό ότι «Η κατοχή πυρυβόλου όπλου, και μάλιστα και πυρομαχικών, συνιστά εν δυνάμει κίνδυνο περαιτέρω σοβαρής παρανομίας και απειλής». Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικολόπουλου - Βασιλείου κ.α.
(2007)2 Α.Α.Δ. 84, οι κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν ενοχή σε κατηγορίες που αφορούσαν κατοχή πυροβόλου όπλου, κατοχή φυσιγγιοθήκης, κατοχή σιγαστήρα όπλου και κατοχή 17 φυσιγγίων πυροβόλου όπλου. Πρωτόδικα τους επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 3,5 χρόνων, ενός χρόνου, 6 μηνών και 2 χρόνων αντίστοιχα. Ο Γενικός Εισαγγελέας εφεσίβαλε την απόφαση, θεωρώντας ότι οι επιβληθείσες ποινές ήταν έκδηλα ανεπαρκείς. Το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της χώρας, απορρίπτοντας την έφεση ανέφερε τα ακόλουθα στη σελίδα 89: «Έχουμε μελετήσει με προσοχή τις εκατέρωθεν εισηγήσεις. Διαπιστώσαμε ότι το Κακουργιοδικείο έδωσε τη δέουσα βαρύτητα στη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως και στην ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών λόγω της έξαρσης που παρατηρείται σε αδικήματα κατοχής οπλισμού. Τόνισε, παράλληλα, ότι, σε τέτοιου είδους υποθέσεις, οι προσωπικές συνθήκες δεν εξουδετερώνουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της επιβλητέας ποινής. Δεν παραγνώρισε, όμως, ταυτόχρονα, και τους σοβαρούς μετριαστικούς παράγοντες που συνέτρεχαν στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήτοι την άμεση παραδοχή των εφεσιβλήτων στην Αστυνομία, την ευθύς εξ αρχής συνεργασία τους, χωρίς την οποία ενδεχομένως να μην εντοπιζόταν η τσάντα με τον οπλισμό και τα πυρομαχικά, το γεγονός ότι κατονόμασαν αμέσως το τρίτο πρόσωπο που τους προμήθευσε εδώ τα όπλα και τα πυρομαχικά, την παραδοχή τους στο Δικαστήριο, το λευκό ποινικό τους μητρώο και, τέλος, σε μικρό οπωσδήποτε βαθμό, αλλά όχι καθόλου, τις προσωπικές τους συνθήκες σε συνάρτηση με τις επιπτώσεις που θα υφίσταντο οι ίδιοι και οι οικογένειες τους από τη φυλάκιση τους στην Κύπρο». Στην Μαυραντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 333, ο κατηγορούμενος λευκού ποινικού μητρώου παραδέχθηκε τις κατηγορίες κατοχής δύο πυροβόλων όπλων κατηγορίας Β, ήτοι δύο πιστολιών, το ένα έμφορτο με ένα πλήρες φυσίγγιο, και της κατοχής εκρηκτικών υλών, 5 φυσίγγια, όπως και κάποιες άλλες που σχετίζονται με ναρκωτικές ουσίες ενώ σε κάποιες άλλες που αφορούσαν άλλα αδικήματα δεν παραδέχθηκε. Τελικά επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 2 ½ ετών για τα αδικήματα της κατοχής πιστολιών και 6 μηνών για την κατοχή ναρκωτικών, οι οποίες διατάχθηκαν να είναι διαδοχικές. Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού τόνισε την σοβαρότητα των αδικημάτων της κατοχής πιστολιού και εκρηκτικών υλών έκρινε ότι το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, οι λόγοι που τον ώθησαν να εφοδιαστεί με τα πιστόλια και τα πυρομαχικά, το γεγονός της διαταραγμένης ψυχικής υγείας του, (κατά τον κρίσιμο χρόνο διάπραξης τους έπασχε από παραληρητικές ιδέες διωκτικού και παρανοϊκού περιεχομένου και ιδέες αυτοαναφοράς και συσχετίσεως) η γενικότερη πιστοποιημένη καλή προσωπικότητα και ήθος του, η μεταγενέστερη της φυλάκισης του τέλεση γάμου, δικαιολογούσαν την επίδειξη επιείκειας έτσι ώστε η ποινή να ταιριάζει στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του δράστη και μείωσε την ποινή από 2 ½ σε 1 ½ χρόνο για την κατοχή πυροβόλου όπλου, έτσι ώστε η συνολική ποινή να μειωθεί στα 2 χρόνια. Στην υπόθεση Προκοπίου Κίτας ν. Αστυνομίας, (ανωτέρω), η αστυνομία μετά από πληροφορία εντόπισε τον κατηγορούμενο ο οποίος θεάθηκε να έχει στην κατοχή του δύο τσάντες. Στη συνέχεια, τοποθέτησε την μία στη θέση του συνοδηγού και την άλλη στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου που οδηγούσε άλλο άτομο. Προσεγγίζοντας το αυτοκίνητο η αστυνομία αντιλήφθηκε ότι σ' αυτό βρισκόταν ένα πιστόλι που ήταν καλυμμένο με ύφασμα. Ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο να το παραδώσει και τον πληροφόρησε ότι βρισκόταν υπό σύλληψη. Αντ' αυτού τράπηκε σε φυγή κρατώντας το πιστόλι. Αφού καταδιώχθηκε και συνελήφθηκε εντοπίστηκε και το πιστόλι στο σημείο που θεάθηκε προηγουμένως να το πετά. Παραδέχθηκε τις κατηγορίες που αφορούσαν την κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β, ήτοι ένα πιστόλι, καθώς και άλλες που σχετίζονται με τα διαδραματισθέντα γεγονότα μέχρι την σύλληψη του και τον τραυματισμό αστυνομικού. Επιβλήθηκε πρωτόδικα ποινή φυλάκισης 3 ½ χρονών για την κατοχή και μεταφορά του πιστολιού και άλλες ποινές φυλάκισης σε άλλες κατηγορίες, με ανώτερη αυτή των 6 μηνών. Ο κατηγορούμενος βαρυνόταν με μια προηγούμενη καταδίκη και η συνήγορος του έδωσε έμφαση στο γεγονός ότι το πιστόλι δεν ήταν έμφορτο, δεν κατείχετο για να προβεί σε εγκληματική πράξη και ότι το κατείχε για να βοηθήσει τον αδελφό του που ήταν κατάδικος στις κεντρικές φυλακές. Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση ανάφερε τα ακόλουθα: «Το πιο κάτω σκεπτικό που προβάλλεται στην πρωτόδικη απόφαση αναφορικά με αδικήματα κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου, είναι κατά την άποψη μας, ορθό και το παραθέτουμε αυτούσιο. "H διάπραξη των αδικημάτων που σχετίζονται με την κατοχή και μεταφορά πυροβόλων όπλων είναι από τα πιο σοβαρά της ποινικής μας νομοθεσίας και αυτό μπορεί να γίνει κατανοητό τόσο από τις προβλεπόμενες ποινές όσο και από τις ποινές οι οποίες επιβάλλονται. Πρόκειται για αδικήματα τα οποίας ως εκ της φύσης τους εμπεριέχουν τον κίνδυνο κατά της σωματικής ακεραιτότητας συνανθρώπων μας, της ζωής τους ή εκφοβισμού τους και ως εκ τούτου οι ποινές οι οποίες θα πρέπει να επιβάλλονται θα πρέπει να εμπεριέχουν τον αποτρεπτικό τους χαρακτήρα ενόψει των κινδύνων που ενέχει η παράνομη κατοχή και μεταφορά τους αλλά τις δοκιμασίες στις οποίες έχει εκτεθεί η κυπριακή κοινωνία από την παράνομη κατοχή και μεταφορά πυροβόλων όπλων. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Θεοδούλου ν. Δημοκρατίας,
(1992)2 ΑΑΔ σελ. 206: «Η παράνομη κατοχή όπλων υπονομεύει την έννομη τάξη, οδηγεί στην αναρχία και δημιουργεί αίσθημα ανασφάλειας στου νομιμόφρονες πολίτες, στοιχείο που δεν έχει θέση σε μια Δημοκρατική κοινωνία»". Καταλήγοντας, το Ανώτατο Δικαστήριο στην ως άνω απόφαση του υπέδειξε ότι: «Η σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία έχει παραδεχθεί ο εφεσείων και ιδιαιτέρως τα αδικήματα της κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου, Κατηγορίας Β, καταφαίνεται και από την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή (άρθρο 51 του περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 2004 (Ν.113(Ι)/2004). Ήτοι, ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 15 έτη ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις €42.715,04 ή σε αμφότερες τις ποινές, περιλαμβανομένης και της δυνατότητας δήμευσης ή καταστροφής του όπλου. Η κατοχή πιστολιού, έστω και για το λόγο που ανέφερε η συνήγορος του εφεσείοντα ενώπιον μας, σίγουρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θα ήταν για καλό σκοπό. Σε μια χώρα όπως η Κύπρος, η οποία, από την ανεξέλεγκτη κατοχή όπλων έχει υποστεί ανεπανόρθωτη καταστροφή, δεν μπορούν παρά τα δικαστήρια να αντικρίζουν αδικήματα αυτής της μορφής με τη δέουσα σοβαρότητα. Εκ προοιμίου η παράνομη κατοχή όπλου υπονομεύει την έννομη τάξη, δημιουργεί ανασφάλεια και τείνει να οδηγήσει άτομα σε εκδήλωση εγκληματικής δραστηριότητας που στοχεύει στην επιβολή του νόμου του ισχυρού, κάτι το οποίο δεν μπορεί με οποιοδήποτε τρόπο να γίνει αποδεκτό σε βάρος των φιλήσυχων και νομιμοφρόνων πολιτών αυτού του κράτους. Η επιβληθείσα ποινή με κανένα τρόπο δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι είναι υπερβολική, και η έφεση δεν μπορεί να έχει επιτυχία» Επανερχόμενοι στην υπό συζήτηση περίπτωση λαμβάνουμε υπόψη για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, τις οικογενειακές και προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, όπως τις ανέλυσε η ευπαίδευτη συνήγορος του με παραπομπή και στο περιεχόμενο σχετικής έκθεσης κοινωνικής έρευνας. Δεν παραβλέπουμε επίσης τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, (όπως ομοίως τις εξειδίκευσε η συνήγορος υπεράσπισης) το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, ως επίσης την άμεση παραδοχή και συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές, παρά το γεγονός ότι οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες εντοπίστηκαν ο παράνομος οπλισμός, η γεμιστήρα, τα φυσίγγια, ο σιγαστήρας και το οπλοτόξο, μετά από τη διενέργεια σχετικής αστυνομικής έρευνας στην οικία του κατηγορούμενου, δεν φαίνεται υπό τις περιστάσεις να άφηναν και πολλά περιθώρια ελιγμών στον τελευταίο. Σε κάθε περίπτωση, αντικρίσαμε την άμεση παραδοχή και συνεργασία του κατηγορούμενου, ως επίσης την εκφρασθείσα μεταμέλειά του, ως επιπρόσθετους ελαφρυντικούς παράγοντες, έχοντας υπόψη τα αναφερθέντα, μεταξύ άλλων, στη Χαρτούπαλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28, ότι δηλαδή η παραδοχή εξαρχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή, δεδομένου ότι καταδεικνύει εμπράκτως τη μεταμέλεια ενός κατηγορούμενου και θέτει τέρμα στη διαπίστωση της ενοχής του μέσα από ακροαματική διαδικασία, διασώζοντας έτσι πολύτιμο δικαστικό χρόνο- κάτι που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης - και δημόσιο χρήμα. Η ώριμη ηλικία εξάλλου του κατηγορούμενου σε συνδυασμό με τα προβλήματα υγείας που φαίνεται να αντιμετωπίζει, αποτελούν επίσης παράγοντες που δεν αφήνουν αδιάφορο το Δικαστήριο, προσμετρώντας τους πάντα προς όφελος του τελευταίου. Δεν παραβλέπουμε εξάλλου τον πρότερο έντιμο βίο και το ήθος του κατηγορούμενου, ως τέθηκε υπόψη μας από την υπεράσπιση χωρίς να αμφισβητηθεί, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο τελευταίος ουδέποτε συνδέθηκε με αντικοινωνικές ή εγκληματικές συμπεριφορές. Το γεγονός εξάλλου ότι τόσο ο οπλισμός όσο και τα άλλα αντικείμενα που περιγράφονται στις κατηγορίες που παραδέχθηκε, εντοπίστηκαν είτε σε κρύπτη είτε στο υπνοδωμάτιο της οικίας του κατηγορούμενου, χωρίς αυτά να συνδέονται με οποιαδήποτε εγκληματική ενέργεια, δεν μπορεί παρά να σημειωθεί ως μια επιπρόσθετη μετριαστική παράμετρος. Στη βάση άλλωστε όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, το γεγονός ότι η κατοχή των ως άνω όπλων, αντικειμένων και πυρομαχικών εκ μέρους του συγκεκριμένου κατηγορούμενου, δεν φαίνεται να είχε οποιοδήποτε ιδιαίτερο κίνητρο για εγκληματική ενέργεια, αποτελεί παράγοντα που σωρευτικά θεωρούμενος με τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, επιτρέπουν την διάκριση της υπό συζήτηση υπόθεσης από τις συνηθισμένες του είδους. Των ως άνω λεχθέντων, δεν παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι ο εντοπισμός στο υπνοδωμάτιο του κατηγορούμενου του πιστολιού, σε χρησιμοποιήσιμη κατάσταση, μαζί με τη γεμιστήρα, τα φυσίγγια και σιγαστήρα σε δερμάτινη θήκη, αποτελεί από μόνο του παράγοντα που επιβεβαιώνει και αναδεικνύει τη σοβαρότητα του ζητήματος. Άλλωστε, δεν διαλανθάνει της προσοχής ότι στην ειδική κρύπτη στο τραπεζάκι του σαλονιού, στο κάτω μέρος, εντοπίστηκε μόνο το μονόκαννο, επαναληπτικό όπλο μάρκας American Eagle, μοντέλο 602. Συνεκτιμώντας όλα όσα πιο πάνω παραθέσαμε και συζητήσαμε, αποτελεί κατάληξη μας ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου όπως και το σύνολο των ελαφρυντικών παραγόντων που τέθηκαν υπόψη μας, όπως το λευκό ποινικό του μητρώο, η παραδοχή και η μεταμέλεια του, το έντιμο του πρότερου βίου του και το καλό του χαρακτήρα του, τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει αλλά και οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, αν και παράγοντες μετριαστικοί, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε αναποτελεσματική εφαρμογή του νόμου στην παρούσα υπόθεση, στην οποία το στοιχείο της αποτροπής οφείλει και πρέπει να είναι ευδιάκριτο. Η ποινή της φυλάκισης όπως κατ' επανάληψη έχει υποδειχθεί, αποτελεί καθ' όλα θεμιτό μέτρο και στην περίπτωση παραβατών με λευκό ποινικό μητρώο, αν ένα τέτοιο μέτρο κρίνεται επιβεβλημένο και αναπόφευκτο μετά από συνεκτίμηση τη σοβαρότητας του αδικήματος, των γεγονότων της υπόθεσης και των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Τηλεμάχου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 701). Βεβαίως η επιλεγείσα ποινή, ακόμα και στις περιπτώσεις που σε αυτήν θα πρέπει να διακρίνεται το στοιχείο της αποτροπής, η οποία λειτουργεί ως τέτοια τόσο σε σχέση με τον ίδιο το κατηγορούμενο και την τιμωρία του όσο και προς παραδειγματισμό άλλων, επίδοξων παραβατών, θα πρέπει παράλληλα να ανταποκρίνεται στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και την προσωπικότητα του κατηγορούμενου, χωρίς ταυτόχρονα η ποινή να είναι εξοντωτική, στερώντας από τον τελευταίο τη δυνατότητα να ζήσει μια όσο το δυνατό φυσιολογική ζωή μετά την αποφυλάκιση του. Εξαντλώντας προς όφελος του κατηγορούμενου κάθε περιθώριο επιείκειας υπό τις περιστάσεις, κρίνουμε ως αρμόζουσες τις ακόλουθες ποινές τις οποίες και επιβάλλουμε: 1η κατηγορία: Επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 1½ έτους. 2η κατηγορία: Δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή, καθότι τα γεγονότα αυτής εμπεριέχονται στα γεγονότα της 1ης κατηγορίας στην οποία επιβάλαμε ποινή (βλ. Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 385 και Περικλέους ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 34). 3η κατηγορία: Επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 6 μηνών. 4η κατηγορία: Επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 1½ έτους. 5η κατηγορία: Δεν επιβάλλεται καμία ποινή, καθότι τα γεγονότα αυτής εμπεριέχονται στα γεγονότα της 4ης κατηγορίας στην οποία επιβάλαμε ήδη ποινή (βλ. Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 385 και Περικλέους ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 34). 6η κατηγορία: Επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 6 μηνών. 7η κατηγορία: Επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 9 μηνών. 8η κατηγορία: Δεν επιβάλλεται καμία ποινή, καθότι τα γεγονότα αυτής εμπεριέχονται στα γεγονότα της 3ης κατηγορίας στην οποία επιβάλαμε ήδη ποινή (βλ. Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 385 και Περικλέους ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 34). 10η κατηγορία: Επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Οι ποινές να συντρέχουν. Η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορούμενου, παραπέμποντας στις περιστάσεις που περιβάλλουν γενικότερα την υπό συζήτηση υπόθεση αλλά και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο, νοουμένου ότι θα επιτρεπόταν τούτο από το ύψος της τυχόν επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, θα έπρεπε θετικά να τοποθετηθεί στην εισήγηση για αναστολή της τυχόν επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Έχουμε κατά νου ότι το άρθρο 3
(2)του περί της Υφ' Όρων Αναστολής και Εκτέλεσης Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου, (Ν. 95/72)όπως τροποποιήθηκε, παρέχει ευρεία διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο εξετάζοντας σχετικό ζήτημα να συνυπολογίσει, τόσο το σύνολο των περιστάσεων μιας υπόθεσης όσο και τα προσωπικά περιστατικά ενός κατηγορούμενου (βλ. Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930 και Παρασκευά Παπαπαντελή ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 11/2016 ημερ. 17.10.2016). Συνυπολογίζοντας και εκτιμώντας το σύνολο των περιστατικών που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, μέσα στα πλαίσια που ορίζει ο περί της Υφ' Όρων Αναστολής και Εκτέλεσης Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος, (Ν. 95/72)όπως τροποποιήθηκε, αποτελεί κατάληξη μας ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν δικαιολογείται η αναστολή της επιβληθείσας ποινής. Με αδιαμφισβήτητη τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος διέπραξε και έχοντας ήδη ληφθεί υπόψη, δεόντως και επαρκώς, όλοι οι μετριαστικοί παράγοντες κατά το στάδιο της επιλογής του είδους και της έντασης της ποινής, κρίνουμε ότι διαφορετική αντιμετώπιση, θα υπονόμευε τον αποτρεπτικό χαρακτήρα των ποινών και θα ματαίωνε τους σκοπούς της σχετικής νομοθεσίας. Έχοντας ήδη δεδομένη τη συγκατάθεση του κατηγορούμενου για κατάσχεση-κατακράτηση και καταστροφή όλων των ως άνω όπλων, πυρομαχικών και αντικειμένων, εκδίδεται διάταγμα κατάσχεσης και καταστροφής τους με τις δέουσες διαδικασίες. Η καταστροφή τους να λάβει χώρα μετά την εκπνοή του χρόνου της έφεσης, εκτός αν διαφορετικά αρμόδιο Δικαστήριο διατάξει. (Υπ)............. Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. (Υπ)............. Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. (Υπ)............. Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο