Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χρυστάλλας Ηρακλέους κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9214/2013, 2/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B15 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9214/2013 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν.
- Χρυστάλλας Ηρακλέους
- Σοφίας Σαββίδου
- Ιωάννας Νικολάου Κατηγορούμενων ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 2.6.2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Σάββα Για τις κατηγορούμενες 1 μέχρι 3: κ. Γεωργίου Κατηγορούμενες 1 μέχρι 3: παρούσες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, οι κατηγορούμενες 1, 2 και 3, δασκάλα, λογοθεραπεύτρια και συνοδός για παιδιά με ειδικές ανάγκες, αντίστοιχα, σε Μονάδα Ειδικής Εκπαίδευσης του ΙΓ Δημοτικού Σχολείου Πάφου, αντιμετωπίζουν 84 συνολικά κατηγορίες (46 η 1η κατηγορούμενη, 28 η 2η κατηγορούμενη και 10 η 3η κατηγορούμενη), οι οποίες, κατά κύριο λόγο περικλείουν το στοιχείο της χρήσης βίας σε βάρος παιδιών με μαθησιακές δυσκολίες (ειδικές ανάγκες) που φοιτούσαν στο εν λόγω σχολείο. Η ακρόαση της υπόθεσης βρίσκεται σε εξέλιξη. Όταν η εξετάστρια της υπόθεσης, αστυφύλακας 2064 Δήμητρα Σταύρου (Μ.Κ.1) επιχείρησε να καταθέσει ως τεκμήριο, ένα ψηφιακό δίσκο (DVD+R), ο ευπαίδευτος δικηγόρος των κατηγορούμενων ήγειρε ένσταση στη δεκτότητά του ως μαρτυρίας, επικαλούμενος τους εξής λόγους: Ο υπό αναφορά ψηφιακός δίσκος (τεκμήριο Α προς αναγνώριση) είναι προϊόν συσκευής ή CCTV, δηλαδή, συστήματος κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης και καταγραφής εικόνας, συσκευή η οποία είχε εγκατασταθεί στο χώρο εργασίας των κατηγορούμενων, χωρίς τη γνώση ή συγκατάθεσή τους και χωρίς να τους δοθεί δικαίωμα άρνησης, με αποτέλεσμα να καταγράφονται εικόνες παρακολούθησης που αφορούσαν τα προσωπικά τους δεδομένα και δη, ευαίσθητα δεδομένα, με αποτέλεσμα να παραβιάζεται το δικαίωμα της ιδιωτικής τους ζωής, όπως αυτό προστατεύεται από το άρθρο 15 του Συντάγματος. Παραβιάζεται ακόμη και το δικαίωμα της προσωπικής τους ζωής, όπως αυτό προστατεύεται από το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθώς και οι πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Οδηγίας με αριθμό 95/46/ΕΚ. Περαιτέρω αποτελεί θέση των κατηγορούμενων, ότι η διαδικασία εγκατάστασης της συσκευής και στο συγκεκριμένο χώρο εργασίας τους, η λήψη εικόνας από τη συσκευή αυτή, η παρακολούθηση, αναπαραγωγή, δημοσιοποίηση ή δημοσίευση της εικόνας παραβιάζουν συνολικά τον περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμο 138
(1)/2001 και ειδικότερα, τα άρθρα 6, 7, 11, 12 και
- Δεδομένων των λόγων ένστασης στην αποδοχή του επίμαχου ψηφιακού δίσκου σε συνδυασμό και με την - ορθή - θέση της κατηγορούσας αρχής, ότι το περιεχόμενό του είναι ενοχοποιητικό για τις κατηγορούμενες, με την ενδιάμεση απόφασή μου, ημερομηνίας 26/1/2017 διέταξα τη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης, προκειμένου να διασαφηνιστούν οι συνθήκες εξασφάλισης της εν λόγω μαρτυρίας και κατ' επέκταση, να διακριβωθεί το βάσιμο ή μη οποιουδήποτε από τους λόγους ένστασης της υπεράσπισης στην αποδοχή της εν λόγω μαρτυρίας. Κατά τη δίκη εντός δίκης κατάθεσε και πάλι ως μάρτυρας, η εξετάστρια της υπόθεσης, αστυφύλακας 2064 Δήμητρα Σταύρου (Μ.Κ.1 στο πλαίσιο και της κυρίως δίκης), η οποία, εκτός από τον επίμαχο ψηφιακό δίσκο - ο οποίος προβλήθηκε κατά την έναρξη της δίκης εντός δίκης - παρουσίασε και τρία έγγραφα (τεκμήρια 1, 2 και 3), ενώ απάντησε και σε διάφορες ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν από την κυρία Σάββα που εκπροσωπεί την κατηγορούσα αρχή, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί καθόλου από τον κ. Γεωργίου που εκπροσωπεί τις κατηγορούμενες, ο οποίος την υπόβαλε σε σύντομη αντεξέταση. Με αυτό δεδομένο, από τη μαρτυρία της προκύπτουν τ' ακόλουθα: Η ίδια υπηρετεί στο τμήμα καταπολέμησης εγκλήματος του ΤΑΕ Αρχηγείου. Τα όσα εμφαίνονται στον επίδικο ψηφιακό δίσκο διαδραματίστηκαν τη σχολική χρονιά 2011 - 2012, στην αίθουσα Ειδικής Μονάδας της διδασκαλίας του 13ου Δημοτικού Σχολείου Πάφου. Στη μονάδα αυτή φοιτούν παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες και ειδικές ανάγκες και παιδιά με επιληψία και αυτισμό. Πρόκειται για τις τρεις κατηγορούμενες και για τα παιδιά, Δημήτρη Ζήνωνος, Λοΐζο Παντελούκα, Λούκα Σιμόνοβ και Ιωάννη Καρσλίδη που φοιτούσαν στην εν λόγω μονάδα, τα άτομα που έχουμε δει στον ψηφιακό δίσκο. Η 1η κατηγορούμενη ήταν δασκάλα και υπεύθυνη της μονάδας, η 2η κατηγορούμενη λογοθεραπεύτρια και δίδασκε μόνο κάποιες ώρες τη βδομάδα στη μονάδα και η 3η κατηγορούμενη, βοηθός για παιδιά με ειδικές ανάγκες. Το συγκεκριμένο σχολείο είναι δημόσιο. Οι ώρες που καταγράφονται στον ψηφιακό δίσκο ήταν ώρες διδασκαλίας των παιδιών. Ο επίμαχος ψηφιακός δίσκος στάλθηκε στο ΤΑΕ, συνοδευόμενος με ανώνυμη επιστολή που είχε σταλεί στο Υπουργείο Παιδείας (τεκμήριο 1) και ακολούθως, στον Αρχηγό Αστυνομίας, ο οποίος έδωσε οδηγίες για διερεύνηση της υπόθεσης. Η μάρτυρας ανάφερε όλα τα παραπάνω, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης. Αντεξεταζόμενη ανάφερε και τα εξής: Όλα όσα φαίνονται στον επίμαχο ψηφιακό δίσκο διαδραματίζονται στο χώρο εργασίας των κατηγορούμενων. Αυτά έχουν αναπαραχθεί από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, το γνωστό CCTV. Έχει κάνει έρευνα, πλην όμως, δεν κατέστη δυνατό να εξασφαλίσει ποιος εγκατέστησε το κύκλωμα. Η διεύθυνση του σχολείου δε γνώριζε ποιος το εγκατέστησε μα ούτε και ότι είχε εγκατασταθεί. Δεν έχει κάνει έλεγχο για να διαπιστώσει κατά πόσο ο Επίτροπος Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα είχε δώσει άδεια για εγκατάσταση της συσκευής CCTV στο συγκεκριμένο χώρο μα ούτε και γνωρίζει κατά πόσο έδωσε τέτοια άδεια. Δεν της είπε κανένας ότι οι κατηγορούμενες ήταν ενήμερες ότι στο χώρο εργασίας τους είχε εγκατασταθεί CCTV που κατέγραφε τις κινήσεις τους. Συμφωνεί ότι οι κατηγορούμενες δεν είχαν ενημερωθεί σχετικά ποτέ από κανένα. Συμφωνεί ακόμη, ότι για να καταγράφονται όσα είδαμε στον επίμαχο ψηφιακό δίσκο, οι κατηγορούμενες σίγουρα δεν έδωσαν τη συγκατάθεσή τους γι αυτό. Τέλος συμφωνεί ότι οι εικόνες που έχει δείξει ο επίμαχος ψηφιακός δίσκος έχουν ληφθεί μέσω της συσκευής CCTV που είχε τοποθετηθεί στο χώρο εργασίας των κατηγορούμενων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Το άρθρο 15 του Συντάγματος που διασφαλίζει το θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής προνοεί ότι: «
- Έκαστος έχει το δικαίωμα όπως η ιδιωτική και οικογενειακή αυτού ζωή τυγχάνη σεβασμού.
- Δεν χωρεί επέμβασις κατά την άσκησιν του δικαιώματος τούτου, ειμή τοιαύτη οία θα ήτο σύμφωνος προς τον νόμον και αναγκαία μόνον προς το συμφέρον της ασφαλείας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή της προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των υπό του Συντάγματος ηγγυημένων εις παν πρόσωπον ή προς το συμφέρον της διαφάνειας στη δημόσια ζωή ή για σκοπούς λήψης μέτρων εναντίον της διαφθοράς στη δημόσια ζωή.» Το συγκεκριμένο άρθρο, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(1996)4 Α.Α.Δ. 1100 είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το οποίο προνοεί ότι: «
- Παν πρόσωπον δικαιούται εις σεβασμόν της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του.
- Δεν επιτρέπεται να υπάρξη επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου, εκτός εάν η επέμβασις αύτη προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρον το οποίον, εις μίαν δημοκρατικήν κοινωνίαν, είναι αναγκαίον δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την οικονομικήν ευημερίαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν ποινικών παραβάσεων, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων.» Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην εν λόγω απόφαση: «Στην έννοια του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής περικλείονται όλα τα στοιχεία που συναποτελούν τις ιδιαιτερότητες της προσωπικότητας και λειτουργίας κάθε ανθρώπου. Οι λειτουργίες αυτές περιλαμβάνουν ολόκληρο το εύρος της σωματικής και ψυχοπνευματικής κατάστασης του ατόμου που έχει αναφαίρετο δικαίωμα να καλλιεργεί όπως ο ίδιος επιθυμεί, με μοναδικό περιορισμό τις νομοθετικές ρυθμίσεις, που εισάγονται σύμφωνα με τη παράγραφο 2 του άρθρου 15 του Συντάγματος (και την ανάλογη της Σύμβασης). Η εκδήλωση της ιδιωτικής ζωής προεκτείνεται στις ιδιαίτερες πνευματικές αναζητήσεις και στη συναναστροφή των ανθρώπων για ψυχική, πνευματική και σωματική επικοινωνία. Τα ιδιάζοντα ήθη και έθιμα και συνήθειες μιας χώρας, σε ό,τι αφορά την ανθρώπινη συμπεριφορά, που σε μια συνεχώς εξελισσόμενη και δημοκρατική κοινωνία δυνατό να αποτελούν και αντικείμενο διχογνωμίας, δεν αποτελούν κριτήριο για την ερμηνεία και εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως διασφαλίζονται στο Σύνταγμα και τη Σύμβαση. Η ερμηνεία των σχετικών άρθρων του Συντάγματός μας και της Διεθνούς Συμβάσεως για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που είναι κατά την ταπεινή μου άποψη ένας εμπνευσμένος κώδικας ενιαίας συμπεριφοράς των συμβαλλομένων κρατών και των πολιτών τους, πρέπει να εναρμονίζεται. Η χώρα μας δέχθηκε να διαμορφώσει και κατευθύνει τη λειτουργία της, στα ζητήματα που αφορά η Σύμβαση, σύμφωνα με τους κανόνες της, όπου τούτοι δεν είναι αντίθετοι με το Σύνταγμα.» Στην υπόθεση Κωνσταντίνου κ.ά. ν. Καραμεσίνη
(2011)1 Α.Α.Δ. 715 αναγνωρίζεται η απαίτηση κάθε πολίτη σε μια ευνομούμενη δημοκρατία να τυγχάνει σεβασμού και προστασίας η προσωπικότητα και ατομικότητά του. Σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Β' Έκδοση, του Γ. Μπαμπινιώτη «προσωπικότητα», κατά μια ερμηνεία (την πρώτη) είναι «το σύνολο των φυσικών... χαρακτηριστικών ενός προσώπου∙ το σύνολο των επιμέρους στοιχείων που εξατομικεύουν και χαρακτηρίζουν ένα πρόσωπο:» Σύμφωνα με το ίδιο λεξικό «ατομικότητα», κατά μια ερμηνεία (την πρώτη) είναι «η ιδιαιτερότητα ή η αυτοτέλεια κάθε ανθρώπου ως προσώπου», ενώ με βάση τη δεύτερη ερμηνεία είναι «η ιδιότητα ή το σύνολο των ιδιοτήτων μιας οντότητας, ενός ατόμου, που το αντιδιαστέλλουν προς τα άλλα άτομα τού ίδιου είδους ή προς το σύνολο γενικά.» Στη Γιάλλουρος ν. Νικολάου
(2001)1 Α.Α.Δ. 558 επισημαίνονται τα εξής: «Το Σύνταγμα της Κύπρου κατοχυρώνει σε ιδιαίτερο κεφάλαιο - Μέρος ΙΙ - τα Θεμελιώδη Δικαιώματα και Ελευθερίες του Ανθρώπου και επιβάλλει το σεβασμό τους. Τα δικαιώματα και οι ελευθερίες του ατόμου έχουν καθολικό χαρακτήρα. Δεσμεύονται οι πάντες να τα σέβονται και να αφίστανται από κάθε πράξη προσβολής τους. Η υπόσταση και το πεδίο εφαρμογής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων διαγνώστηκαν και δόθηκε έκφραση σ' αυτά στη θεμελιακή απόφαση Georghiades και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Περιορισμοί στα δικαιώματα του ανθρώπου, άλλοι από εκείνους που θέτει το Σύνταγμα, δεν χωρούν - Άρθρο 33.1 του Συντάγματος. Τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου δεν προσδιορίζονται με αναφορά στα αστικά δικαιώματα του ατόμου κατά το δίκαιο της χώρας. Προσιδιάζουν στο άτομο, έχουν καθολικό χαρακτήρα ταυτίζονται δε με τη φύση και την αυτονομία του ανθρώπου στον κοινωνικό και πολιτειακό χώρο. Το Σύνταγμα καθιστά την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και την αποτελεσματική εφαρμογή τους πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας σ' όλες τις λειτουργίες της. Το Άρθρο 35 του Συντάγματος (το τελευταίο άρθρο του Μέρους ΙΙ) προβλέπει: «Αι νομοθετικαί, εκτελεστικαί και δικαστικαί αρχαί της Δημοκρατίας υποχρεούνται να διασφαλίζωσι την αποτελεσματικήν εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος μέρους, εκάστη εντός των oρίων της αρμοδιότητος αυτής.» Το Άρθρο 35 επιβάλλει υποχρέωση σε κάθε μια από τις τρεις λειτουργίες της Πολιτείας να διασφαλίσει, μέσα στα όρια των αρμοδιοτήτων της, την αποτελεσματική εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η διαπίστωση παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η παροχή θεραπείας εμπίπτουν, ως εκ της φύσεως τους, στη σφαίρα της δικαστικής λειτουργίας. Οι θεραπείες που μπορεί να παρασχεθούν είναι εκείνες που προβλέπει το δίκαιο της χώρας,..» Και λίγο παρακάτω: «Kαμμιά εξασφάλιση δικαιωμάτων δεν είναι αποτελεσματική εάν δεν παρέχει τα μέσα για δικαστική προστασία με τις καθιερωμένες θεραπείες του δικαίου. Τοσούτω μάλλον η προστασία των θεμελιωδών και αναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων του ανθρώπου. Χωρίς την προστασία αυτή τα δικαιώματα θα απέβαλλαν όχι μόνο το θεμελιώδη, αλλά και αυτό τούτο το χαρακτήρα τους ως δικαιώματα· μετατρεπόμενα σε διακηρύξεις καλής συμπεριφοράς. ...... ...... Η άλλη διάσταση της υποχρέωσης που επιβάλλει το Άρθρο 35 είναι η απαγόρευση κάθε πράξης επαγόμενης παραβίαση ή εισχώρηση στα θεμελιώδη δικαιώματα του ατόμου. Το απαραβίαστο της ιδιωτικής ζωής κατοχυρώνεται από το άρθρο 8
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (η Σύμβαση), που επίσης αποτελεί μέρος του εσωτερικού δικαίου της χώρας, ως αποτέλεσμα του κυρωτικού Νόμου 39/62.» Στην υπόθεση Χρυσάνθου κ.ά. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 402, οι εφεσείοντες παραδέχθηκαν ενοχή σε κατηγορία για διατήρηση αρχείου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, χωρίς άδεια από τον Επίτροπο Προστασίας Δεδομένων, κατά παράβαση του άρθρου 26
(1)(β) του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου 138
(1)/2001. Σύμφωνα με τα γεγονότα, μέσω κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης με κρυφή κάμερα και μικρόφωνο, βιντεογραφούσαν πελάτη, όταν γυναίκα υπάλληλος του ινστιτούτου μασάζ που διατηρούσε η εφεσείουσα τού προσέφερε υπηρεσίες μασάζ, χωρίς τη συγκατάθεση και γνώση του. Προέκυψε από τις αστυνομικές έρευνες ότι το βίντεο παρέμεινε σε αρχείο ηλεκτρονικού υπολογιστή που βρισκόταν σε διπλανό δωμάτιο και με τον οποίο είχε συνδεθεί το κλειστό κύκλωμα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο τόνισε ότι με τη διάπραξη του αδικήματος παραβιάστηκε το θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής που προστατεύεται ειδικώς και κατ' ευθείαν από το άρθρο 15 του Συντάγματος. Ένας από τους λόγους έφεσης που διατυπώθηκαν κατά της ποινής φυλάκισης τριών μηνών που επιβλήθηκε στους εφεσείοντες ήταν ότι κακώς το Δικαστήριο αναφέρθηκε στο άρθρο 15 του Συντάγματος, ως προς την εκτίμηση της σοβαρότητας του αδικήματος, αφού αυτό διατυπώθηκε στη βάση του άρθρου 26
(1)(β) του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου 138
(1)/2001. Το εφετείο απέρριψε την παραπάνω θέση των εφεσειόντων, με το εξής σκεπτικό: «Δεν συμφωνούμε πως ήταν λανθασμένη η αναφορά του πρωτόδικου δικαστηρίου στο Άρθρο 15 του Συντάγματος. Αυτό προστατεύει το θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής, πτυχή της παραβίασης του οποίου, ακριβώς, ποινικοποιεί ο Νόμος. Περαιτέρω, συμμεριζόμαστε πλήρως την κεντρική σκέψη που διατρέχει την πρωτόδικη απόφαση. Η ενέργεια των εφεσειόντων ήταν εντελώς απαράδεκτη και μπροστά σ' αυτά τα νέα φαινόμενα που η τεχνολογία της εποχής μας καθιστά δυνατά, η στάση των Δικαστηρίων πρέπει να είναι αποφασιστική. Για να λειτουργεί η ποινή και ως μέτρο αποτροπής ώστε να μην εξαρτάται η έκθεση των ανυποψίαστων ανθρώπων στις όποιες διαθέσεις των παρανομούντων. Εδώ οι εφεσείοντες είπαν πως δεν είχαν σκοπό να χρησιμοποιήσουν το βίντεο, αλλά, όπως ορθά σημείωσε το πρωτόδικο δικαστήριο, ασφαλώς θα έπρεπε να είχαν γνωστοποιήσει την πρόθεσή τους στον πελάτη για να μπορεί και εκείνος να αντιδράσει, όπως θα έκρινε σκόπιμο. Εν πάση δε περιπτώσει, ασφαλώς η τεχνολογία επιτρέπει την άμεση διαγραφή.» Ότι οι πρόνοιες του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου 138
(1)/2001 αποβλέπουν στην προστασία του θεμελιώδους δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής προκύπτει και από την απόφαση του Δικαστή Πική στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Αβρααμίδου κ.ά.
(2004)2 Α.Α.Δ. 51. Παρότι πρόκειται για απόφαση μειοψηφίας, εντούτοις, όσα ακολουθούν από αυτή, ιδωμένα σε συνάρτηση με τα προηγούμενα, από τη Χρυσάνθου (ανωτέρω) που είναι μεταγενέστερη της Αβρααμίδου, κατά τα γνώμη μου, ισχύουν πλήρως σήμερα: «Παρενθετικά, μπορεί να γίνει αναφορά και στις πρόσφατες νομοθετικές εξελίξεις, σχετικά με τα προσωπικά δεδομένα του ατόμου. Κάθε τι προσδιοριστικό της κατά φύση ταυτότητας του ανθρώπου αποτελεί δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα, η επεξεργασία του οποίου απαγορεύεται, εκτός όπου τούτο είναι επιτρεπτό από τις πρόνοιες του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου του 2001, (Ν. 138(Ι)/2001). Σχετική με το θέμα είναι η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στηνP.G. and J.H. v. The United Kingdom, 2001-IX E.C.H.R. 195, στην οποία κρίθηκε ότι η λήψη δείγματος της φωνής του κρατουμένου, χωρίς τη συγκατάθεσή του, συνιστούσε παραβίαση του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής. Επρόκειτο, ως επισημαίνεται, για δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα, η επεξεργασία του οποίου δεν επιτρεπόταν από τις διατάξεις του αγγλικού νόμου Data Protection Act 1984.» Είναι σαφές, ότι, ο περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμος 138
(1)/2001 (στο εξής «ο Νόμος»), ουσιαστικά ενσωματώνει και καθιστά εθνική νομοθεσία, την Οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (στο εξής «η Οδηγία»). Η εν λόγω Οδηγία, σε εφαρμογή του άρθρου 1Α του Συντάγματος ισχύει στην Κύπρο. Ότι η Οδηγία και κατ' επέκταση ο Νόμος, αποβλέπουν ιδίως στην προστασία του θεμελιώδους ανθρώπινου δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής, το οποίο στην Κύπρο τυγχάνει σεβασμού από άρθρο 15 του Συντάγματος καταφαίνεται από την ίδια την Οδηγία. Καταρχήν, από τις ακόλουθες - μεταξύ άλλων - εκτιμήσεις (2η, 10η, 11η και 33η) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης: «
(2)ότι τα συστήματα επεξεργασίας δεδομένων υπηρετούν τον άνθρωπο- ότι πρέπει, ανεξαρτήτως ιθαγένειας ή κατοικίας των φυσικών προσώπων, να σέβονται τις θεμελιώδεις ελευθερίες και τα δικαιώματά τους, και ιδίως την ιδιωτική ζωή, και να συμβάλλουν στην οικονομική και κοινωνική πρόοδο, στην ανάπτυξη των εμπορικών συναλλαγών καθώς και στην ευημερία του ατόμου-
(10)ότι στόχος των εθνικών νομοθεσιών όσον αφορά την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι η διασφάλιση της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής, όπως επίσης αναγνωρίζεται στο άρθρο 8 της ευρωπαϊκής σύμβασης περί προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών καθώς και στις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου- ότι, για το λόγο αυτό, η προσέγγιση των εν λόγω νομοθεσιών δεν πρέπει να οδηγήσει στην εξασθένηση της προστασίας που εξασφαλίζουν αλλά, αντιθέτως, πρέπει να έχει ως στόχο την κατοχύρωση υψηλού επιπέδου προστασίας στην Κοινότητα-
(11)ότι οι αρχές περί προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών του ατόμου, και ιδίως της ιδιωτικής ζωής, που περιέχονται στην παρούσα οδηγία, διευκρινίζουν και επεκτείνουν τις αρχές που περιλαμβάνονται στη σύμβαση της 28ης Ιανουαρίου 1991 του Συμβουλίου της Ευρώπης περί προστασίας των προσώπων έναντι της αυτοματοποιημένης επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα-
(33)ότι, εξάλλου, τα δεδομένα που εκ φύσεως ενδέχεται να θίξουν τις θεμελιώδεις ελευθερίες ή την ιδιωτική ζωή δεν πρέπει να καθίστανται αντικείμενο επεξεργασίας, εκτός αν υπάρχει ρητή συναίνεση του προσώπου στο οποίο αναφέρονται- ότι, ωστόσο, πρέπει να προβλέπεται ρητά η δυνατότητα παρέκκλισης από αυτήν την απαγόρευση λόγω ειδικών αναγκών, ιδίως όταν η επεξεργασία πραγματοποιείται για ορισμένους λόγους υγείας από άτομα υπέχοντα υποχρέωση επαγγελματικού απορρήτου ή για νόμιμες δραστηριότητες από ορισμένα σωματεία ή ιδρύματα, σκοπός των οποίων είναι να επιτρέπουν την άσκηση θεμελιωδών ελευθεριών-» (Οι υπογραμμίσεις και η έμφαση είναι δικά μου.) Ακολούθως - και θα έλεγα, κατά τελείως ξεκάθαρο και κατηγορηματικό τρόπο -, από το αρθρο 1 1. της Οδηγίας, το οποίο, κάτω από τον τίτλο «Στόχος της οδηγίας» προνοεί τ' ακόλουθα: «Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, την προστασία των θεμελιωδών ελευθεριών και δικαιωμάτων των φυσικών προσώπων, και ιδίως της ιδιωτικής ζωής, έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.» Για ό,τι αφορά τις ανάγκες της παρούσας απόφασης, καθόλα σχετικές είναι και οι ακόλουθες διατάξεις του Νόμου - όπως ίσχυε στον ουσιώδη χρόνο -: Σύμφωνα με το άρθρο 2: «Για τους σκοπούς του παρόντος Νόµου εκτός αν από το κείµενο προκύπτει διαφορετική έννοια — «αποδέκτης» σηµαίνει το πρόσωπο στο οποίο ανακοινώνονται ή µεταδίδονται τα δεδοµένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι. ∆ε θεωρούνται αποδέκτες οι αρχές στις οποίες ενδέχεται να ανακοινωθούν δεδοµένα στα πλαίσια διεξαγωγής συγκεκριµένης έρευνας, «αρχείο δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα» ή «αρχείο» σηµαίνει το διαρθρωµένο σύνολο δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή δύνανται να αποτελέσουν αντικείµενο επεξεργασίας, και τα οποία είναι προσιτά µε βάση συγκεκριµένα κριτήρια. «δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα» ή «δεδοµένα» σηµαίνει κάθε πληροφορία που αναφέρεται σε υποκείµενο των δεδοµένων που βρίσκεται εν ζωή. ∆ε λογίζονται ως δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δε δύνανται πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείµενα των δεδοµένων, ....., ....., «εκτελών την επεξεργασία» σηµαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο που επεξεργάζεται δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασµό υπεύθυνου επεξεργασίας, «επεξεργασία» ή «επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα» σηµαίνει κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγµατοποιείται από οποιοδήποτε πρόσωπο µε ή χωρίς τη βοήθεια αυτοµατοποιηµένων µεθόδων και που εφαρµόζεται σε δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα και περιλαµβάνει τη συλλογή, καταχώριση, οργάνωση, διατήρηση, αποθήκευση, τροποποίηση, εξαγωγή, χρήση, διαβίβαση, διάδοση ή κάθε άλλης µορφής διάθεση, τη συσχέτιση ή το συνδυασµό, τη διασύνδεση, το κλείδωµα, τη διαγραφή ή την καταστροφή, «Επίτροπος Προστασίας των ∆εδοµένων» ή «Επίτροπος» σηµαίνει τον Επίτροπο που διορίζεται δυνάµει του άρθρου 18, «ευαίσθητα δεδοµένα» σηµαίνει τα δεδοµένα που αφορούν τη φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήµατα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συµµετοχή σε ένωση, σωµατείο και συνδικαλιστική οργάνωση, την υγεία, την ερωτική ζωή και ερωτικό προσανατολισµό, καθώς και τα σχετικά µε ποινικές διώξεις ή καταδίκες, «πρόσωπο» σηµαίνει οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο ή οποιοδήποτε νοµικό πρόσωπο δηµόσιου ή ιδιωτικού δικαίου είτε αυτό έχει νοµική προσωπικότητα είτε όχι και περιλαµβάνει την Κυβέρνηση της ∆ηµοκρατίας, «τρίτος» σηµαίνει κάθε πρόσωπο, εκτός από το υποκείµενο των δεδοµένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας, τον εκτελούντα την επεξεργασία και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτηµένα να επεξεργάζονται τα δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άµεση εποπτεία ή για λογαριασµό του υπεύθυνου επεξεργασίας, «συγκατάθεση» σηµαίνει συγκατάθεση του υποκείµενου των δεδοµένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται µε τρόπο σαφή και εν πλήρη επίγνωση, και µε την οποία το υποκείµενο των δεδοµένων, αφού προηγουµένως ενηµερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείµενο επεξεργασίας τα δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, «υπεύθυνος επεξεργασίας» σηµαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο που καθορίζει το σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα, «υποκείµενο των δεδοµένων» σηµαίνει το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδοµένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή µπορεί να εξακριβωθεί, αµέσως ή εµµέσως, ιδίως βάσει αριθµού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσότερων συγκεκριµένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόσταση του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονοµική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, ....» Το άρθρο 3 προνοεί ότι: «
(1)Οι διατάξεις του παρόντος Νόµου εφαρµόζονται στην αυτοµατοποιηµένη εν όλω ή εν µέρει επεξεργασία, καθώς και στη µη αυτοµατοποιηµένη επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαµβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο.
(2)Οι διατάξεις του παρόντος Νόµου δεν εφαρµόζονται στην επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα, η οποία πραγµατοποιείται από φυσικό πρόσωπο για την άσκηση δραστηριοτήτων αποκλειστικά προσωπικών ή οικιακών.
(3)Ο παρών Νόµος εφαρµόζεται σε κάθε επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον αυτή εκτελείται — (α) Από υπεύθυνο επεξεργασίας εγκατεστηµένο στη ∆ηµοκρατία ή σε τόπο, όπου βάσει του δηµόσιου διεθνούς δικαίου, εφαρµόζεται το κυπριακό δίκαιο· (β) από υπεύθυνο επεξεργασίας που δεν είναι εγκατεστηµένος στη ∆ηµοκρατία,...» Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)
(2): «
(1)Επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται όταν το υποκείµενο των δεδοµένων έχει δώσει τη ρητή συγκατάθεση του.
(2)Επεξεργασία δεδοµένων επιτρέπεται και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειµένου των δεδοµένων όταν — (α) Η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση υποχρεώσεως του υπεύθυνου επεξεργασίας, η οποία επιβάλλεται από νόµο· (β) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την εκτέλεση σύµβασης στην οποία συµβαλλόµενο µέρος είναι το υποκείµενο των δεδοµένων ή για τη λήψη µέτρων κατόπιν αιτήσεως την υποκειµένου των δεδοµένων, πριν από τη σύναψη σύµβασης· (γ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τη διαφύλαξη ζωτικού συµφέροντος του υποκείµενου των δεδοµένων· (δ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την εκτέλεση έργου δηµόσιου συµφέροντος ή έργου που εµπίπτει στην άσκηση δηµόσιας εξουσίας και έχει ανατεθεί είτε στον υπεύθυνο επεξεργασίας είτε σε τρίτο, στον οποίο ανακοινώνονται τα δεδοµένα· (ε) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την ικανοποίηση του έννοµου συµφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος στον οποίο ανακοινώνονται τα δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα, υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει των δικαιωµάτων, συµφερόντων και θεµελιωδών ελευθεριών των υποκειµένων των δεδοµένων.
(3)Το Υπουργικό Συµβούλιο δύναται, ύστερα από εισήγηση του Επιτρόπου να εκδίδει ειδικούς κανόνες επεξεργασίας για τις πλέον συνήθεις κατηγορίες επεξεργασιών και αρχείων. Επεξεργασία ευαίσθητων δεδοµένων. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 7
(1): «Ο υπεύθυνος επεξεργασίας υποχρεούται να γνωστοποιήσει εγγράφως στον Επίτροπο τη σύσταση και λειτουργία αρχείου ή την έναρξη επεξεργασίας.» Το άρθρο 12
(1)προνοεί ότι: «
(1)Καθένας έχει δικαίωµα να γνωρίζει αν δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν, αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείµενο επεξεργασίας. Προς τούτο, ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει υποχρέωση να του απαντήσει εγγράφως. Τέλος, το άρθρο 26
(1)(β) και
(2)προνοεί ότι: «
(1)∆ιαπράττει αδίκημα— ........, (β) όποιος κατά παράβαση του άρθρου 7, διατηρεί αρχείο χωρίς άδεια ή κατά παράβαση των όρων και προϋποθέσεων της άδειας του Επιτρόπου, ........
(2)Αν ο υπαίτιος των πράξεων που αναφέρονται στις παραγράφους (α) έως (ε) του εδαφίου
(1)είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνοµο περιουσιακό όφελος, ή να βλάψει τρίτο, τιµωρείται µε φυλάκιση µέχρι πέντε ετών ή χρηµατική ποινή µέχρι πέντε χιλιάδων λιρών ή και µε τις δύο αυτές ποινές.» Στην απόφαση του ΕΔΑΔ στη Reklos And Davourlis ν. Greece (Applιc. 1234/05, ημερομηνίας, 15/1/09), μεταξύ άλλων επισημαίνονται τα εξής: «
- In general terms, the Court observes that according to its case-law "private life" is a broad concept not susceptible to exhaustive definition. The notion encompasses the right to identity (see Wisse v. France, no. 71611/01, § 24, 20 December 2005) and the right to personal development, whether in terms of personality (see Christine Goodwin v. the United Kingdom [GC], no. 28957/95, § 90, ECHR 2002-VI) or of personal autonomy, which is an important principle underlying the interpretation of the Article 8 guarantees (see Evans v. the United Kingdom [GC], no. 6339/05, § 71, ECHR 2007-..., and Pretty v. the United Kingdom, no. 2346/02, § 61, ECHR 2002-III).
- A person's image constitutes one of the chief attributes of his or her personality, as it reveals the person's unique characteristics and distinguishes the person from his or her peers. The right to the protection of one's image is thus one of the essential components of personal development and presupposes the right to control the use of that image. Whilst in most cases the right to control such use involves the possibility for an individual to refuse publication of his or her image, it also covers the individual's right to object to the recording, conservation and reproduction of the image by another person. As a person's image is one of the characteristics attached to his or her personality, its effective protection presupposes, in principle and in circumstances such as those of the present case (see paragraph 37 above), obtaining the consent of the person concerned at the time the picture is taken and not simply if and when it is published. Otherwise an essential attribute of personality would be retained in the hands of a third party and the person concerned would have no control over any subsequent use of the image. (c) Application of these general principles in the present case
- In the present case the Court first observes that, as regards the conditions in which the offending pictures were taken, the applicants did not at any time give their consent, either to the management of the clinic or to the photographer himself. In this connection it should be noted that the applicants' son, not being a public or newsworthy figure, did not fall within a category which in certain circumstances may justify, on public-interest grounds, the recording of a person's image without his knowledge or consent (see Krone Verlag GmbH & Co. KG v. Austria, no. 34315/96, § 37, 26 February 2002). On the contrary, the person concerned was a minor and the exercise of the right to protection of his image was overseen by his parents. Accordingly, the applicants' prior consent to the taking of their son's picture was indispensable in order to establish the context of its use. The management of the clinic I. did not, however, seek the applicants' consent and even allowed the photographer to enter the sterile unit, access to which was restricted to the clinic's doctors and nurses, in order to take the pictures in question.
- In addition, the Court finds that it is not insignificant that the photographer was able to keep the negatives of the offending photographs, in spite of the express request of the applicants, who exercised parental authority, that the negatives be delivered up to them. Admittedly, the photographs simply showed a face-on portrait of the baby and did not show the applicants' son in a state that could be regarded as degrading, or in general as capable of infringing his personality rights. However, the key issue in the present case is not the nature, harmless or otherwise, of the applicants' son's representation on the offending photographs, but the fact that the photographer kept them without the applicants' consent. The baby's image was thus retained in the hands of the photographer in an identifiable form with the possibility of subsequent use against the wishes of the person concerned and/or his parents (see, mutatis mutandis, P.G. and J.H. v. the United Kingdom, no. 44787/98, § 57, ECHR 2001-IX).
- The Court notes that, during the examination of the case at issue, the domestic courts failed to take into account the fact that the applicants had not given their consent to the taking of their son's photograph or to the retention by the photographer of the corresponding negatives. In view of the foregoing, the Court finds that the Greek courts did not, in the present case, sufficiently guarantee the applicants' son's right to the protection of his private life. There has therefore been a violation of Article 8 of the Convention.» Από την παραπάνω απόφαση απορρέουν τα εξής: Η ιδιωτική ζωή αποτελεί ευρεία έννοια η οποία δεν επιδέχεται εξαντλητικό ορισμό. Η έννοια συμπεριλαμβάνει το δικαίωμα της ταυτότητας. Η εικόνα ενός ατόμου αποτελεί ένα από τα κύρια γνωρίσματα της προσωπικότητάς του, καθώς φανερώνει τα μοναδικά χαρακτηριστικά του και το διακρίνει από τα άλλα άτομα. Το δικαίωμα του ατόμου για προστασία της εικόνας του, προϋποθέτει το δικαίωμα ελέγχου της χρήσης της και τη δυνατότητα του ατόμου να αρνηθεί τη δημοσίευσή της και καλύπτει το δικαίωμά του να αντιτίθεται στη λήψη, διατήρηση και αναπαραγωγή της από άλλο πρόσωπο. Ότι η εικόνα καθώς και η φωνή κάποιου αποτελούν στοιχεία της ιδιωτικής του ζωής καταφαίνεται και από τη 16η εκτίμηση της Οδηγίας, η οποία ακολουθεί αυτούσια: «
(16)ότι οι επεξεργασίες δεδομένων ήχου και εικόνας, όπως και της επιτήρησης μέσω βίντεο, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας εφόσον εκτελούνται για λόγους δημόσιας ασφάλειας, άμυνας, ασφαλείας του κράτους ή για την άσκηση ποινικών αρμοδιοτήτων ή άλλων δραστηριοτήτων που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου-» Με υπαγωγή των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης σ' όλες τις παραπάνω αρχές παρατηρώ τα εξής: Ο επίμαχος ψηφιακός δίσκος (τεκμήριο Α προς αναγνώριση), προβλήθηκε κατά τη διαδικασία δίκης εντός δίκης και το περιεχόμενό του, είναι σαφώς ενοχοποιητικό για τις τρεις κατηγορούμενες. Λήφθηκε από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης και είναι άγνωστο ποιος το εγκατέστησε καθώς και από ποιον λήφθηκε. Σ' αυτόν καταγράφονται οι κατηγορούμενες και αριθμός - παραπονούμενων - παιδιών στο σχολείο όπου υπηρετούσαν οι πρώτες και φοιτούσαν τα δεύτερα. Η διεύθυνση του σχολείου δε γνώριζε ποιος εγκατέστησε το σύστημα καταγραφής και αναπαραγωγής όσων περιέχονται στον ψηφιακό δίσκο και το ίδιο ισχύει και για τον Επίτροπο Προστασίας των Δεδομένων, ο οποίος, επίσης είναι άγνωστο κατά πόσο είχε δώσει την άδειά του για εγκατάσταση της συσκευής και καταγραφής όσων περιέχονται στον ψηφιακό δίσκο. Οι κατηγορούμενες επίσης, ούτε γνώριζαν μα ούτε και έδωσαν οποτεδήποτε τη συγκατάθεσή τους, είτε για την εγκατάσταση του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησής τους είτε για την καταγραφή της εικόνας και των κινήσεών τους μέσω αυτού, στον επίμαχο ψηφιακό δίσκο. Ο εν λόγω ψηφιακός δίσκος στάλθηκε με την ανώνυμη επιστολή (τεκμήριο 1) στο Υπουργείο Παιδείας. Από το περιεχόμενό της είναι φανερό, ότι ο ψηφιακός δίσκος, προηγουμένως είχε τύχει επεξεργασίας από το πρόσωπο που σύνταξε την επιστολή. Ούτε και είναι γνωστό κατά πόσο το πρόσωπο που σύνταξε και απέστειλε την εν λόγω επιστολή στο Υπουργείο Παιδείας είναι αυτό που εγκατέστησε το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, είτε ακόμη, που κατέγραψε μέσω αυτού όσα περιέχονται στον ψηφιακό δίσκο. Για τον οποίο μάλιστα, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και ο ισχυρισμός της εξετάστριας (Μ.Κ.1), ότι το άτομο που το δημιούργησε έπιασε αποσπασματικά και έκανε ένα μοντάζ, εξ ου και το γεγονός ότι, το περιεχόμενο του ψηφιακού δίσκου αφορά διάφορες ημερομηνίες. Δεδομένου ότι η εικόνα των τριών κατηγορούμενων, η φωνή τους, και θα έλεγα, ακόμη και τα ρούχα που φορούσαν καθώς οι κινήσεις τους στο χώρο, όπως καταγράφονται στον επίμαχο ψηφιακό δίσκο αποτελούν στοιχεία της προσωπικότητας και ατομικότητάς τους, κατ' επέκταση αποτελούν έκφραση του θεμελιώδους δικαιώματος της ιδιωτικής τους ζωής που τυγχάνει σεβασμού από το άρθρο 15 1. του Συντάγματος, αλλά και από το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το γεγονός δε, ότι στον ουσιώδη χρόνο αυτές βρίσκονταν σε δημόσιο σχολείο, ούτε τους περιορίζει μα ούτε και τους αποστερεί το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής. Δυνάμει του άρθρου 15 2. του Συντάγματος, επέμβαση επί του εν λόγω δικαιώματος, θα πρέπει να είναι σύμφωνη με το νόμο και επιτρέπεται μόνο για τους σκοπούς που αναφέρονται εξαντλητικά στο συγκεκριμένο άρθρο. Απ' εκεί και πέρα, οποιαδήποτε μορφή επέμβασης επί του υπό αναφορά δικαιώματος είναι αντισυνταγματική και κατά συνέπεια, ανεπίτρεπτη. Επειδή αποτελεί θέση της ευπαίδευτης εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής ότι σε περίπτωση που κριθεί ότι οι πράξεις των τριών κατηγορούμενων εμπίπτουν στην ιδιωτική τους ζωή και ότι υπάρχει παραβίασή της, τότε ισχύει το εδάφιο 2 του άρθρου 15 του Συντάγματος, το οποίο επιτρέπει επέμβαση στην ιδιωτική ζωή, ως αναγκαία για προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων ατόμων που πηγάζουν από το Σύνταγμα και στην προκειμένη περίπτωση, του δικαιώματος της σωματικής και πνευματικής ακεραιότητας των παραπονούμενων παιδιών, το οποίο προστατεύει το άρθρο 7 του Συντάγματος καθώς και του δικαιώματός τους για μη υποβολή τους σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή ταπεινωτική τιμωρία ή μεταχείριση, το οποίο προστατεύει το άρθρο 8 του Συντάγματος απαντώ ως εξής: Ενώ η θέση αυτή της κυρίας Σάββα, γενικά ως θέμα αρχής είναι ορθή, αφού πράγματι επιτρέπεται επέμβαση στο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής για το σκοπό που έχει αναφέρει η κα Σάββα, ωστόσο, δεν είναι πλήρης. Τέτοια επέμβαση, ναι μεν επιτρέπεται, όμως, υπό τον όρο ότι θα είναι σύμφωνη με το νόμο. Στην προκειμένη περίπτωση, σχετικός είναι ο Νόμος 138
(1)/2001 (ανωτέρω). Και, με δεδομένο ότι αυτός, ουσιαστικά προσδιορίζει εν μέρει τη φύση και το περιεχόμενο του θεμελιώδους συνταγματικού δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής και διαλαμβάνει τις προϋποθέσεις επέμβασης ή περιορισμού στην άσκηση του εν λόγω δικαιώματος είναι σαφές, ότι, κάθε μορφή παραβίασης του εν λόγω Νόμου, ταυτόχρονα αποτελεί ενέργεια αντισυνταγματική η οποία παραβιάζει το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής. Με αυτό δεδομένο, για όλους τους λόγους που θα αναφέρω στη συνέχεια θεωρώ βάσιμη την ένσταση της υπεράσπισης στην δεκτότητα του επίμαχου ψηφιακού δίσκου: Καταρχήν, η εικόνα, η φωνή και οι κινήσεις των τριών κατηγορούμενων, όπως εμφαίνονται στον επίδικο ψηφιακό δίσκο αποτελούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τη εννοία του Νόμου. Η λήψη, καταγραφή, διατήρηση, αποθήκευση, τροποποίηση, χρήση και διαβίβασή τους στον ψηφιακό δίσκο αποτελούν επεξεργασία τη εννοία και πάλι του Νόμου. Αναμφίβολα, τα εν λόγω δεδομένα δεν λήφθηκαν μα ούτε και έτυχαν επεξεργασίας από υπεύθυνο επεξεργασίας ή από εξουσιοδοτημένο από αυτόν πρόσωπο το οποίο ενεργούσε για λογαριασμό του, αλλά από τρίτο - άγνωστο πρόσωπο. Υποκείμενο των δεδομένων που έχουν συλλεγεί και καταχωρηθεί στον ψηφιακό δίσκο, εκτός από τα παραπονούμενα παιδιά είναι και οι τρεις κατηγορούμενες. Αυτό δε είναι και το σημαντικότερο και το μόνο που μας ενδιαφέρει στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Και οι κατηγορούμενες δεν έδωσαν ποτέ τη ρητή συγκατάθεσή τους για επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τις αφορούν. Απ' εκεί και πέρα, όλα όσα έγιναν για σκοπούς ετοιμασίας του επίμαχου ψηφιακού δίσκου, από τη στιγμή της συλλογής και καταγραφής σ' αυτόν των προσωπικών δεδομένων των κατηγορούμενων μέχρι και την αποστολή του ψηφιακού δίσκου στο Υπουργείο Παιδείας, αποδεικνύουν και την ύπαρξη αρχείου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα συναφώς με αυτά, τα οποία έτυχαν επεξεργασίας με διάφορους τρόπους. Όλα τα παραπάνω αποδεικνύουν ότι ο επίμαχος ψηφιακός δίσκος αποτελεί προϊόν των ακόλουθων - μεταξύ άλλων - παραβάσεων του Νόμου, εκ των οποίων, μία αποτελεί και ποινικό αδίκημα: Καταρχήν παραβιάστηκε το άρθρο 5
(1)του Νόμου, το οποίο επιτρέπει την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, νοουμένου ότι το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει για το σκοπό αυτό τη ρητή συγκατάθεσή του και οι κατηγορούμενες όχι μόνο δεν έχουν δώσει τη συγκατάθεσή τους μα ούτε και γνώριζαν ότι γινόταν επεξεργασία των προσωπικών τους δεδομένων. Καμιά από τις εξαιρέσεις που διαλαμβάνει το εδάφιο 2 του άρθρου 5 ισχύει για να μπορεί να θεωρηθεί ότι η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων των κατηγορούμενων ήταν νόμιμη, ακόμη και χωρίς τη συγκατάθεσή τους. Η περί αντιθέτου θέση της κυρίας Σάββα, η οποία, επικαλούμενη την παράγραφο (γ) του εδαφίου 2 ισχυρίστηκε ότι στην παρούσα υπόθεση, η επεξεργασία των δεδομένων είναι νόμιμη επειδή ήταν απαραίτητη για τη διαφύλαξη των ζωτικών συμφερόντων των παιδιών που είναι και τα υποκείμενα των εν λόγω δεδομένων δεν είναι ορθή, αφού - για να επαναλάβω -, ο λόγος αφορά στα προσωπικά δεδομένα των κατηγορούμενων και όχι των παιδιών. Για να συνεχίσω, δεν υπάρχει θέμα παραβίασης του άρθρου 6 του Νόμου, επειδή, πολύ απλά, το συγκεκριμένο άρθρο απαγορεύει τη συλλογή και επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων και ο επίμαχος ψηφιακός δίσκος, κατά τη γνώμη μου δεν περιέχει τέτοια δεδομένα των κατηγορούμενων. Υπάρχει όμως παραβίαση του άρθρων 7 του Νόμου, υπό την εξής έννοια. Το άρθρο 26
(1)(β) του Νόμου προνοεί ότι διαπράττει αδίκημα, όποιος κατά παράβαση του άρθρου 7, διατηρεί αρχείο χωρίς άδεια. Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει αποδειχθεί ότι το - άγνωστο - πρόσωπο ή πρόσωπα που διατηρούσαν το αρχείο με τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των κατηγορούμενων είχε άδεια από τον Επίτροπο Προστασίας των Δεδομένων. Περαιτέρω υπάρχει παραβίαση και του άρθρου 12
(1)του Νόμου, το οποίο προνοεί ότι καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει αν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν, αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας. Οι κατηγορούμενες - για να επαναλάβω - δεν γνώριζαν ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τις αφορούσαν - και αφορούν - αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας. Τέλος - σε συνέχεια του προηγούμενου - παραβιάστηκε και το δικαίωμά τους να προβάλουν αντίρρηση για την επεξεργασία των προσωπικών τους δεδομένων το οποίο διασφαλίζει το άρθρο 13
(1)του Νόμου. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανάφερα, ο επίμαχος ψηφιακός δίσκος κατ' ακρίβεια, το περιεχόμενό του αποτελεί παράνομα ληφθείσα μαρτυρία και ταυτόχρονα, μαρτυρία η οποία λήφθηκε κατά παράβαση του συνταγματικού δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής των κατηγορούμενων, το οποίο προστατεύει το άρθρο 15 του Συντάγματος και το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Με αυτό δεδομένο, η μη αποδοχή του ως μαρτυρία κατά τη δίκη, δεν αποτελεί θέμα διακριτικής ευχέρειας, αλλά της θεμελιακής μου υποχρέωσης κατά το άρθρο 35 του Συντάγματος να διασφαλίσω στα όρια των αρμοδιοτήτων μου την αποτελεσματική εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των κατηγορούμενων. Στην προκειμένη περίπτωση, του δικαιώματός τους για σεβασμό της ιδιωτικής τους ζωής. Έπεται ότι η ένσταση της υπεράσπισης επιτυγχάνει. Η κατάθεση του επίμαχου ψηφιακού δίσκου (τεκμήριο Α προς αναγνώριση) δεν επιτρέπεται. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject : Criminal/Interim (Αναφορά: δίκη εντός δίκης - μαρτυρία ληφθείσα κατά παράβαση συνταγματικού δικαιώματος.) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο