Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ευέλθων Γρηγοριάδης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11355/13, 13/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B27 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11355/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ευέλθων Γρηγοριάδης, από την Πάφο
- Χρίστος Γρηγοριάδης, από την Πάφο Κατηγορούμενοι ------------------------------------ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 13.7.2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Περγαντή Για τους κατηγορούμενους 1 και 2: κα Κορακίδου Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι σύμφωνα με το κατηγορητήριο αντιμετωπίζουν τις ακόλουθες κατηγορίες: Αξιόποινος παράνομη είσοδος, κατά παράβαση των άρθρων 280 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση των άρθρων 243 και 20 του Ποινικού Κώδικα και τέλος, ανησυχία, κατά παράβαση των άρθρων 95 και 20 του Ποινικού Κώδικα (βλ. τις κατηγορίες 1 μέχρι 3, κατ' αντιστοιχία αδικήματος). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι την 6η Ιουλίου του 2013, στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, αφού εισήλθαν νόμιμα στο χώρο των Α' Βοηθειών, παρέμειναν παράνομα, με σκοπό να διαπράξουν μέσα σ' αυτό τα αδικήματα που αναφέρονται στις κατηγορίες 2 και
- Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, επιτέθηκαν εναντίον του νοσηλευτή Νεόφυτου Στεφάνου και του προκάλεσαν πραγματική σωματική βλάβη. Τέλος, με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, σε δημόσιο μέρος, χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσαν θόρυβο, κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσουν διασάλευση της ειρήνης. Προς απόδειξη των παραπάνω κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε ως μάρτυρες, τον παραπονούμενο Νεόφυτο Στεφάνου, τη Χρυστάλλα Πρέστου, τη Μαρίνα Λιασίδου και τέλος, τη Δέσποινα Μιχαήλ (Μ.Κ.1 μέχρι 4, αντίστοιχα). Οι κατηγορούμενοι Ευέλθων και Χρίστος Γρηγοριάδη, αφού κλήθηκαν σε απολογία και τους εξηγηθήκαν τα δικαιώματά τους κατάθεσαν ενόρκως. Προς υπεράσπισή τους παρουσίασαν ως μάρτυρα, τη σύζυγο του δεύτερου, Θάλεια Τοφαρή (Μ.Υ.1). Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τις υπό κρίση κατηγορίες, κατά βάση απορρέει από τη γραπτή κατάθεση (τεκμήριο 3) του παραπονούμενου Νεόφυτου Στεφάνου (Μ.Κ.1), το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από αυτόν για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της. Συνοψίζοντάς την έχει ως εξής: Στον ουσιώδη χρόνο, ο παραπονούμενος εργαζόταν ως νοσηλευτής στο Τμήμα Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Στις 6/7/2013 ανέλαβε υπηρεσία στις 19:
- Λίγο αργότερα πήγε στο Τμήμα Α' Βοηθειών η Μ.Υ.1, η οποία του ανάφερε ότι είχε πατήσει μια σπόντα και ότι ακολούθως ήρθε στο τμήμα όπου της έβαλαν μια κρέμα και της είπαν να φύγει. Επειδή όταν έφυγε εξακολουθούσε να πονά, γι αυτό επέστρεψε. Όταν ο παραπονούμενος τη ρώτησε, εάν την πρώτη φορά που ήρθε, της είχαν δώσει οδηγίες, του απάντησε αρνητικά. Ερωτηθείσα για το λόγο, όπως είπε στον μάρτυρα, της είπαν να βάζει το πόδι της στο αλατόνερο. Αυτός δε, με τη σειρά του, της είπε ότι αυτό είναι μέρος της θεραπείας. Τότε, η μάρτυρας, του είπε πως δεν το θέλει για νοσηλευτή και να της μιλά καλύτερα. Ο παραπονούμενος τής είπε: «Μάλιστα» και αποχώρησε, αφού προηγουμένως, της είπε πως πρέπει να περιμένει να εξεταστεί από γιατρό. Μισή περίπου ώρα αργότερα και ενώ ο παραπονούμενος βρισκόταν στο πίσω μέρος του εξεταστηρίου 1 τού Τμήματος Α' Βοηθειών πήγε ένα πρόσωπο - ο 2ος κατηγορούμενος - και το ρώτησε εάν είναι ο Φύτος. Του είπε «ναι» οπότε αυτός, αμέσως, εντελώς αιφνιδιαστικά, τον πήρε από το λαιμό με το αριστερό του χέρι και του χτύπησε το κεφάλι πίσω στον τοίχο. Ακολούθως, με το δεξί του χέρι, το χτύπησε στο πρόσωπο και στο κεφάλι. Στη συνέχεια ήρθε και δεύτερο πρόσωπο - ο 1ος κατηγορούμενος -, το οποίο άρχισε κι αυτό να το χτυπά. Για να προστατευτεί έβαλε τα χέρια του στο κεφάλι του και το έσκυψε προς τα κάτω. Επενέβησαν αμέσως οι συνάδελφοί του και οι γιατροί και τράβηξαν πίσω τους κατηγορούμενους. Ο ίδιος ήταν ζαλισμένος και δεν ξέρει τι απέγιναν οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι, την ώρα που του χτυπούσαν, ταυτόχρονα φώναζαν. Μετά το συμβάν εξετάστηκε από τη γιατρό του Τμήματος Α' Βοηθειών, η οποία ετοίμασε σχετικό έντυπο. Εκ των υστέρων έμαθε ότι αυτός που το χτύπησε αρχικά ονομάζεται Χρίστος Γρηγοριάδης και το δεύτερο άτομο που είναι αδελφός του, Ευέλθων Γρηγοριάδης. Δεν ξέρει γιατί το χτύπησαν και τους έβλεπε για πρώτη φορά. Η εκδοχή των κατηγορούμενων για το επίδικο συμβάν περικλείεται σε ξεχωριστή γραπτή κατάθεση που «ετοίμασαν» (τεκμήριο 8, ο 1ος κατηγορούμενος και τεκμήριο 9, ο 2ος κατηγορούμενος), το περιεχόμενο της οποία υιοθέτησαν κι αυτοί για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Συνοψίζοντας την εκδοχή τους έχει ως ακολούθως: Στις 6/7/2013, η Μ.Υ.1, αρραβωνιαστικιά του 2ου κατηγορούμενου και μετέπειτα σύζυγός του τραυματίστηκε από πάτημα σπόντας και κατά ή περί τις 16:00 - 16:30 προσήλθε μαζί με τον αρραβωνιαστικό της στο Τμήμα Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Εκεί της καθαρίστηκε η πληγή στο πέλμα του αριστερού ποδιού και έφυγαν. Αργότερα, την ίδια μέρα, ενώ οι κατηγορούμενοι βρίσκονταν στο σπίτι της μητέρας τους, η τελευταία ήρθε στο σπίτι μαζί με τη Μ.Υ.1 και οι δυο φανερά αναστατωμένες, οι οποίες τους πληροφόρησαν τ' ακόλουθα: Μετά που ο 2ος κατηγορούμενος και η Μ.Υ.1 είχαν φύγει από το νοσοκομείο, η τελευταία, επειδή πονούσε, ανησύχησε κι έτσι, στις 19:30 επέστρεψε στο νοσοκομείο μαζί με τη μητέρα των κατηγορούμενων. Εισήλθαν στο θάλαμο Α' Βοηθειών και συνάντησαν ένα νοσηλευτή - τον παραπονούμενο -. Μετά που έφυγαν έμαθαν ότι ονομάζεται Φύτος. Η Μ.Υ.1, του εξήγησε ότι πονούσε περισσότερο το πόδι της απ' ό,τι προηγουμένως, όταν είχε επισκεφθεί για πρώτη φορά το Τμήμα Α' Βοηθειών. Ο παραπονούμενος, απευθυνόμενος στην πεθερά της, τη ρώτησε εάν είναι δικηγόρος ή συγγενής. Αυτή, που δεν πολυκατάλαβε τι εννοούσε, του απάντησε ότι είναι συγγενής και ακολούθησε. Αφού εισήλθαν και οι τρεις στο δωμάτιο εξέτασης, ο παραπονούμενος επανέλαβε θυμωμένα στη μητέρα των κατηγορούμενων, «Οι δικηγόροι να περάσουν έξω.» Αυτή του είπε: «Όπως σου μιλώ να μου μιλάς, μη φωνάζεις» και αυτός, με χειρονομίες και φωνάζοντας, συνέχισε λέγοντας, «Ακόμα τα νεύρα μου δεν τα είδες, δεν με είδες όταν έχω τα νεύρα μου.» Μετά από αυτό, η μητέρα των κατηγορούμενων έφυγε. Ο παραπονούμενος τότε, ρώτησε τη Μ.Υ.1, τι οδηγίες της είχαν δώσει προηγουμένως και αυτή του απάντησε ότι της καθάρισαν την πληγή και της είπαν να κάνει αλατόνερο. Ο παραπονούμενος της είπε: «Άρα σου έδωσαν οδηγίες. Θα με αφήσεις να κάνω τη δουλεία μου;» Αυτή του απάντησε: «Εσύ με ρώτησες, δεν με ξέρεις, δε σε ξέρω μπορείς να μου μιλάς καλύτερα.» Τότε, ο παραπονούμενος τής απάντησε: «Δεν με είδες όταν έχω τα νεύρα μου. Κάνουμε ότι θέλουμε εδώ μέσα; Θέλεις να σου γλύψω και τα πόδια σου;» Συνεπεία αυτού, η μάρτυρας άρχισε να κλαίει, του είπε πως δεν του ζήτησε κάτι τέτοιο και το ρώτησε εάν μπορεί να τη δει άλλος γιατρός. Αυτός συνέχισε να της λέει: «Κάνετε ό,τι θέλετε εδώ μέσα» και αυτή του είπε: «Συγνώμη θέλω να με δει άλλος γιατρός». Ακολούθως σηκώθηκε πατώντας στο ένα πόδι να φύγει και ο παραπονούμενος τής πέταξε το παπούτσι, λέγοντάς της, «Πάρε και το παπούτσι σου κυρία Θάλεια και φύγε.» Πήγε στο reception και ρώτησε εάν μπορούσε να τη δει άλλος νοσηλευτής, γιατί η συμπεριφορά του παραπονούμενου δεν ήταν καλή και την είδε η γιατρός Πρέστου (Μ.Κ.2), η οποία της έδωσε φάρμακα για τη μόλυνση. Μετά από αυτό, μαζί με την πεθερά της έφυγαν από το νοσοκομείο και πήγαν στην Αστυνομία να καταγγείλουν την απρεπή συμπεριφορά του παραπονούμενου, αφού είχαν τηλεφωνήσει και έμαθαν το όνομά του. Στην Αστυνομία, τους είπαν πως δεν ήταν δουλειά τους και έπρεπε να τον καταγγείλουν στον Επαρχιακό Λειτουργό του νοσοκομείου, όπως και έκαναν αργότερα. Ακούγοντας όλα τα παραπάνω οι κατηγορούμενοι, αργότερα, την ίδια μέρα μετέβησαν στο Τμήμα Α' Βοηθειών, ώστε ο 2ος κατηγορούμενος να συναντήσει τον παραπονούμενο και να του επιστήσει την προσοχή, γιατί προηγουμένως συμπεριφέρθηκε με απαράδεκτη και ανάρμοστη συμπεριφορά προς την αρραβωνιαστικιά του και τη μητέρα του. Όταν έφθασαν εισήλθαν στο θάλαμο των Α' Βοηθειών και ο 2ος κατηγορούμενος ρώτησε τους νοσηλευτές, «Πού είναι ο Φύτος» και του απάντησαν ότι έφυγε. Επειδή δεν τους πίστεψε πήγε και ρώτησε στο διάδρομο πίσω από τα εξεταστήρια, «Ποιος είναι ο Φύτος» και ο παραπονούμενος τού απάντησε: «Εγώ είμαι». Ο 1ος κατηγορούμενος παρέμεινε στο χώρο υποδοχής εκεί που βρισκόταν και η Δέσποινα Μιχαήλ (Μ.Κ.4). Όταν ο 2ος κατηγορούμενος, με έντονο ύφος ρώτησε τον παραπονούμενο, με ποιο δικαίωμα συμπεριφέρθηκε απρεπώς στη μητέρα του καθώς και στην αρραβωνιαστικιά του, αυτός, τον έσπρωξε οπότε τον έσπρωξε και ο ίδιος. Ακολούθως, ο παραπονούμενος τού επιτέθηκε, χτυπώντας του με το χέρι στο χείλος και στο κεφάλι. Ενώ ο ίδιος βρισκόταν σε άμυνα από την επίθεσή του για να τον απωθήσει, πιάστηκαν στα χέρια. Τότε προσέτρεξε ο 1ος κατηγορούμενος, ο οποίος τράβηξε πίσω τον αδελφό του και οι άλλοι νοσηλευτές τράβηξαν πίσω τον παραπονούμενο. Ο 2ος κατηγορούμενος ζήτησε να τον εξετάσει γιατρός, γιατί ζαλιζόταν από τα χτυπήματα που του έδωσε ο παραπονούμενος στο κεφάλι και ένιωθε τα χείλη του να πονούν από το χτύπημα που του έδωσε και πάλι ο παραπονούμενος και μετά, τον εξέτασε η γιατρός Πρέστου (Μ.Κ.2), η οποία του χορήγησε παυσίπονο. Της ανάφερε ότι ζαλιζόταν και αυτή επέμενε 2-3 φορές να του υπογράψει εξιτήριο, αναλαμβάνοντας την ευθύνη ότι δεν έχει τίποτε, για να το διώξει, παρόλο που της έλεγε συνέχεια ότι ζαλιζόταν. Μετά από πολλή ώρα που επέμενε ότι ζαλιζόταν, μετά από εξέταση που του έκανε διαπίστωσε ότι είχε καρούμπαλο στο κεφάλι και του έκανε ένεση και του έβγαλαν ακτινογραφία. Στην κατάθεσή του στον αστυνομικό Κλεοβούλου, στις 7/7/2013, του υπόβαλε παράπονο εναντίον του παραπονούμενου που του επιτέθηκε αλλά, όπως μαρτύρησε και ο τελευταίος, δεν έγινε οποιαδήποτε καταγγελία εναντίον του. Η οικογένειά του έχουν ακούσει από διάφορους γνωστούς τους, ασθενείς και εργαζόμενους στο Νοσοκομείο Πάφου, ότι ο παραπονούμενος ήταν αγενής και απότομος και υπήρχαν πολλά παράπονα εναντίον του. Επίσης, μετά που αυτός κατάθεσε στο Δικαστήριο άκουσαν από άτομα που εργάζονται στο νοσοκομείο ότι εγχειρίστηκε στη μύτη, πριν το επίδικο περιστατικό. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας στο σύνολό του και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί, καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες καθώς και τους κατηγορούμενους, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλ. και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει στο στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων η πραγματική μαρτυρία, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326,366: «..η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας». Βλέπε και την Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298. Για την αξία της ιατρικής μαρτυρίας παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439: «Η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 Α.Α.Δ. 1003, 1010, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51).» Ειδικά για τις γιατρούς Πρέστου και Λιασίδου (Μ.Κ.2 και 3, αντίστοιχα), οι οποίες κατάθεσαν και ως πραγματογνώμονες προστίθενται και τα εξής: Είναι καλά γνωστό, ότι ο πραγματογνώμονας οφείλει να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλα τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και δεδομένα που θα του επιτρέψουν να καταλήξει σε δικαστική κρίση (βλ. μεταξύ άλλων Pouris & another v. The Repuplic
(1983)2 C.L.R 170 και Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R 1). Ακολούθως, ενώ η μαρτυρία πραγματογνώμονα, κατά κανόνα θεωρείται μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα, η εκτίμηση της εν λόγω μαρτυρίας δε διαφέρει από την εκτίμηση της μαρτυρίας άλλων μαρτύρων. Και τούτο, επειδή οι κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία των πραγματογνωμόνων είναι ίδιοι με τους κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία όλων των άλλων μαρτύρων. Τέλος, η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σ' ένα θέμα δε βασίζεται μόνο στα σχετικά ακαδημαϊκά προσόντα που διαθέτει κανείς γύρω από το θέμα, αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σ' αυτό. Ένα πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας, με βάση, είτε τα ακαδημαϊκά του προσόντα είτε την πείρα του σ' ένα τομέα, η οποία, από μόνη της μπορεί να καταστήσει το μάρτυρα εμπειρογνώμονα ή πραγματογνώμονα. Το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να προτιμά τη μαρτυρία του προσώπου που διαθέτει τόσο ακαδημαϊκά προσόντα όσο και πείρα σε σύγκριση με τη μαρτυρία ενός προσώπου που έχει μόνο πείρα. Όλα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, την όλη εντύπωση και τους λόγους που δίνει ο μάρτυρας για τα όσα κατάθεσε (βλ. τη Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 841). Καθόλα σχετικά είναι και τ' ακόλουθα, από την εντελώς πρόσφατη υπόθεση Νικολάου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 162/14, ημερομηνίας 2/5/2017: «Η πραγματογνωμοσύνη είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης (Δέστε Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία πραγματογνώμονα όταν προέρχεται από επιστήμονα, στα πλαίσια της επιστήμης του (Δέστε Folkes v Chadd
(1782)3 Dong KB 157-15.4.13). Κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, χωρίς, κατ΄ ανάγκη, να κατέχει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα εάν έχει μεγάλη πείρα επί του θέματος (Δέστε Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 575 - 587). Για να καταθέσει κάποιος ως πραγματογνώμονας, πρέπει να καταδείξει ότι κατέχει τα προσόντα για κάτι τέτοιο (Δέστε R v Francis
(2013)EWCA Crim. 123). Το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και αφού εξετάσει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει (Δέστε Σιακόλα v Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110 και Yaacoub v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 73/2013, ημερ. 19.3.2014). Το ζήτημα της πραγματογνωμοσύνης μπορεί να αποφασιστεί κατά την προσπάθεια παρουσίασης της σχετικής μαρτυρίας ή ακόμη ευχερέστερα, στο τέλος της υπόθεσης, κατά τη διατύπωση της τελικής ετυμηγορίας, εκτός αν το όλο ζήτημα εξεταστεί στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το καίριο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως πραγματογνώμονας (Δέστε R. v Clarke
(2013)EWCA, Crim. 162).» Αναφορικά με το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του 2ου κατηγορούμενου (τεκμήριο 11) λαμβάνω υπόψη, ότι, το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη της επαφίεται στη διακριτική μου ευχέρεια (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 190). Αναφορικά με την αποδεικτική αξία της περιστατικής μαρτυρίας, παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Παφίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102: «Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή ή κατηγορία μαρτυρίας της άμεσης μαρτυρίας, δηλαδή μαρτυρίας η οποία αφεαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα (όπως μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων). Όχι μόνο δεν υπάρχει προκατάληψη, και αυτό είναι η δεύτερη διαπίστωση που θέλουμε να κάμουμε, εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους. .Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας (βλ. μεταξύ άλλων Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R., 73 p. 79 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνον όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του.» Βλ. και Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 746. Τέλος παραπέμπω και στην Αλ - Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117 σύμφωνα με την οποία, η προσφυγή στο ψεύδος δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Αντιπαραβάλλοντας τις εκατέρωθεν εκδοχές, ασφαλώς, υπό το φως του συνόλου της ενώπιόν μου μαρτυρίας, είμαι βέβαιος, ότι τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν το επίδικο συμβάν - που αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών ότι έλαβε χώρα στον ουσιώδη χρόνο, στο χώρο του Τμήματος Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου - είναι σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, την οποία θεωρώ και πιο λογική - συν τοις άλλοις -, από την αντίστοιχη εκδοχή των κατηγορούμενων. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του παραπονούμενου, Νεόφυτου Στεφάνου (Μ.Κ.1), ως μάρτυρα είναι εξαιρετική. Απαντούσε αυθόρμητα και με απόλυτη ειλικρίνεια και πειστικότητα, σ' όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, χωρίς να υποπέσει σε καμιά απολύτως αντίφαση, επί της ουσίας όσων ανάφερε. Επιπλέον, η μαρτυρία του - επί της ουσίας πάντοτε -ενισχύεται και/ή επιβεβαιώνεται ουσιωδώς από τη μαρτυρία όλων των άλλων μαρτύρων κατηγορίας και κυρίως, από σημαντικά στοιχεία πραγματικής μαρτυρίας, κυρίως ιατρικής. Εν μέρει επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία των κατηγορούμενων. Στο βαθμό που αμφισβητήθηκε ο μάρτυρας, αυτό, εν μέρει έγινε με υποβολές που παρέμειναν έωλες είτε ακόμη και με αντιφατικό τρόπο, υπό την έννοια ότι, άλλα υποβάλλονταν στο μάρτυρα για ένα θέμα και άλλα ισχυρίζονταν γι αυτό οι κατηγορούμενοι. Αναμφίβολα, όπως ήταν φυσιολογικό, ο παραπονούμενος υπέπεσε και σε μερικές αντιφάσεις, τόσο αυτοτελώς όσο και σε σχέση με ό,τι ανάφεραν άλλοι μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής. Ωστόσο, δεν αποδίδω ιδιαίτερη σημασία σ' αυτές, επειδή αφορούν σε μικρολεπτομέρειες και είναι τόσο ασήμαντες, επομένως, όχι μόνο δεν μπορούν να αποδυναμώνουν τη μαρτυρία του παραπονούμενου, την οποία γενικά θεωρώ αξιόπιστη, αλλά, αντίθετα, την ενδυναμώνουν. Αποδίδω τις εν λόγω αντιφάσεις, τόσο στην πάροδο του χρόνου που μεσολάβησε από τότε που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα μέχρι και την ημέρα που κατάθεσε γι αυτά στο Δικαστήριο ο παραπονούμενος όσο και στη ψυχολογική κατάσταση στην οποία αυτός τελούσε, καθ' ον χρόνο εκτυλίσσονταν τα γεγονότα. Στο βαθμό δε που ο παραπονούμενος κατάθεσε για ένα γεγονός σε αντίθεση με κάποιο άλλο μάρτυρα, αυτό, το μόνο που αποδεικνύει είναι την απουσία προσυνεννόησης μεταξύ τους, ως προς το τι θα κατάθεταν και όχι ότι οποιοσδήποτε από αυτούς έλεγε ψέματα. Και κάτι ακόμη. Το γεγονός ότι υπό τις δοσμένες συνθήκες που περιβάλλουν τα κρίσιμα γεγονότα της υπόθεσης, τα οποία διαδραματίστηκαν τόσο γρήγορα και ξαφνικά, ένας μάρτυρας ισχυρίστηκε πως δεν είδε να συμβαίνει κάτι που είδε να συμβαίνει και ανάφερε κάποιος άλλος, δεν αποτελεί κατ' ανάγκη αντίφαση. Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, αφορά στον ισχυρισμό του παραπονούμενου, ότι στον ουσιώδη χρόνο χτυπήθηκε και από τους δυο κατηγορούμενους, ενώ η γιατρός Πρέστου καθώς και η Δέσποινα Μιχαήλ (Μ.Κ.2 και 4, αντίστοιχα), όπως είπαν, είδαν μόνο τον 2ο κατηγορούμενο να το χτυπά. Παρόλα αυτά, η γνώμη μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του παραπονούμενου ως μάρτυρα είναι τόσο θετική, επομένως, δέχομαι τον ισχυρισμό του ότι χτυπήθηκε και από τους δυο κατηγορούμενους, έστω κι αν δεν επιβεβαιώνεται απόλυτα από τις δυο μάρτυρες. Των παραπάνω λεχθέντων, η μαρτυρία του παραπονούμενου, επί της ουσίας γίνεται αποδεκτή. Επί της ουσίας, δεκτή στο σύνολο της είναι και η μαρτυρία της Χρυστάλλας Πρέστου (Μ.Κ.2). Η ουσία της μαρτυρίας της περικλείεται στη γραπτή κατάθεση της μάρτυρος (τεκμήριο 5), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτή για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Η μάρτυρας απαντούσε άμεσα, με απλότητα και απόλυτη ειλικρίνεια, σ' όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν και, παρότι αντεξεταζόμενη, αμφισβητήθηκε έντονα από την ευπαίδευτη δικηγόρο των κατηγορούμενων, εντούτοις κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία της για οτιδήποτε ανάφερε. Ούτε και μου διαφεύγει ότι και αυτή, σε κάποιο βαθμό αμφισβητήθηκε με υποβολές που παρέμειναν ατεκμηρίωτες είτε ακόμη και με αντιφατικό τρόπο. Απ' εκεί και πέρα, η μαρτυρία της συνάδει σχεδόν απόλυτα με τη μαρτυρία, τόσο του παραπονούμενου όσο και των άλλων δύο μαρτύρων που κατάθεσαν για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, ενώ, σε σημαντικό βαθμό ενισχύεται και/ή επιβεβαιώνεται και από την πραγματική μαρτυρία. Η ουσία της μαρτυρίας της έγκειται στα εξής: Στον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν - και εξακολουθεί να εργάζεται - στο Τμήμα Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Στις 6/7/2013, γύρω στις 19:45, ενώ βρισκόταν έξω από το εξεταστήριο με αρ. 7 είδε και άκουσε δυο νεαρούς (επρόκειτο για τους κατηγορούμενους) να ρωτούν ποιος είναι ο Φύτος. Αυτοί πέρασαν από μπροστά της και προτού η ίδια προσέλθει στο εξαταστήριο με αρ. 7, δηλαδή σε δευτερόλεπτα, άκουσε φωνές πίσω από τα εξεταστήρια 1 και
- Συνεπεία αυτού έτρεξε αμέσως και είδε τον ένα από τους κατηγορούμενους να κρατά τον παραπονούμενο από το λαιμό και να το χτυπά πάνω στον τοίχο. Επρόκειτο για το 2ο κατηγορούμενο αυτός, τον οποίο εξέτασε η ίδια στη συνέχεια. Ο 1ος κατηγορούμενος στεκόταν ακριβώς πίσω του. Η μάρτυρας προσπάθησε αμέσως να απομακρύνει τον παραπονούμενο, κάτι το οποίο κατάφερε με δυσκολία οπότε και τον πείρε σε άλλο δωμάτιο. Ούτε αυτόν είδε να χτυπά μα ούτε και τον 1ο κατηγορούμενο. Όλα τα παραπάνω γεγονότα είναι από τη γραπτή κατάθεση της μάρτυρος (τεκμήριο 5, ανωτέρω). Απ' εκεί και πέρα, η μάρτυρας, όπως αναφέρει στη σχετική έκθεση εξέτασης του 2ου κατηγορούμενου (τεκμήριο 6), τον εξέτασε στις 6/7/2013 και ώρα 20:04 (δηλαδή, 20 περίπου λεπτά μετά που τον είχε δει μαζί με τον 1ο κατηγορούμενο στο χώρο του Τμήματος Α' Βοηθειών να ψάχνουν ονομαστικά τον παραπονούμενο), ο οποίος, της ανάφερε επίθεση, ζάλη, ενόχληση και άλγος στο τριχωτό της κεφαλής και τέλος, ενόχληση στο άνω χείλος δεξιά. Διαπίστωσε ήπιο οίδημα με μικρή εκδορά, μικρότερη του ενός εκατοστού, στην έσω επιφάνεια του άνω χείλους. Το καταληκτικό μέρος της έκθεσης ακολουθεί αυτούσιο: «Χορηγήθηκε ενέσιμο για την ζάλη και Panadol. Ο ασθενής είναι σε υπερένταση. Δόθηκαν οδηγίες. Έγινε ακτινολογικός έλεγχος χωρίς εμφανή οστική κάκωση.» Για τους ίδιους λόγους - καθώς και για τον επιπλέον λόγο ότι η μαρτυρία της, επί της ουσίας παρέμεινε αναντίλεκτη - θεωρώ εξίσου αξιόπιστη μάρτυρα με την προηγούμενη - και φυσικά και με τον παραπονούμενο - και τη Γενική Οικογενειακή Γιατρό στο Τμήμα Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, Μαρίνα Λιασίδου (Μ.Κ.3). Η ουσία της μαρτυρίας της έγκειται στο γεγονός, ότι, στον ουσιώδη χρόνο και συγκεκριμένα, στις 6/7/2013 και ώρα 20:15, όπως αναφέρει στη σχετική έκθεση εξέτασης που ετοίμασε για τον παραπονούμενο (τεκμήριο 4), τον εξέτασε μετά από αναφερόμενο ξυλοδαρμό, ο οποίος της ανάφερε κάκωση κεφαλής, άλγος στην ινιακή χώρα καθώς και πονοκέφαλο και ζάλη και διαπίστωσε ότι έφερε όσα αναφέρει στη συνέχεια, τα οποία και αποδέχομαι. Θα αναφερθώ σ' αυτά, σε κατοπινό στάδιο. Στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, η μάρτυρας επεξήγησε μερικούς από τους όρους που αναφέρει και στην έκθεσή της αναφορικά με τις διάφορες κακώσεις που έφερε ο παραπονούμενος κατά την εξέτασή του από την ίδια, ενώ, αντεξεταζόμενη, μεταξύ άλλων ανάφερε και τα εξής, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί από την ευπαίδευτη δικηγόρο των κατηγορούμενων: Δεν είναι της ειδικότητάς της να περιγράφει την ημέρα και ώρα που προκλήθηκαν τα όσα διαπίστωσε κατά την εξέταση του παραπονούμενου, παρά μόνο να περιγράφει τι βλέπει. Εν πάση περιπτώσει, αυτό που σίγουρα μπορεί να πει είναι ότι αυτά που διαπίστωσε ότι έφερε ο παραπονούμενος, φαινόντουσαν φρέσκα. Όλα αυτά μπορούν να προκληθούν με διάφορους τρόπους. Στην υποβολή ότι η παραμόρφωση της μύτης του παραπονούμενου δεν είχε καμιά σχέση με το επίδικο περιστατικό και ότι οφείλεται σε εγχειρήσεις που είχε υποβληθεί προηγουμένως στη μύτη, απαντώντας η μάρτυρας ισχυρίστηκε πως δε γνωρίζει, επιμένοντας ωστόσο, ότι υπήρχε οίδημα, πρήξιμο στη μύτη. Κληθείσα να πει τις πιθανές αιτίες πρόκλησης των εκδορών βραχιονίου και αντιβραχίου απάντησε ως εξής: «Μπορεί όντως και από ξυλοδαρμό από κάποιο άλλο άτομο να το χτυπήσει με αντικείμενο ή χωρίς αντικείμενο.» ενώ, όπως είπε στην ερώτηση που ακολούθησε, μπορούν να προκληθούν και όταν κάποιος τον αρπάξει με τα χέρια και τον τραβά προς τα πίσω. Ερωτηθείσα πώς διαπίστωσε τους μώλωπες και το οίδημα μετωπιαίας χώρας και κροταφικής αριστερά ισχυρίστηκε ότι κάνοντας το κεφάλι για να φύγει το τριχωτό της κεφαλής, ανοίγει τα μαλλιά και βλέπει και φαίνεται πάνω η εκδορά. Όταν λέει εκδορά είναι το γδάρσιμο και οίδημα, το πρήξιμο, βασικά, μώλωπας. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση ισχυρίστηκε ότι πιθανολογεί ότι μπορεί να έγινε προσπάθεια πνιγμονής του παραπονούμενου. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε εάν μπορεί να δώσει και καμιά άλλη πιθανή αιτία που εμφανίζει ο παραπονούμενος τις εκδορές στην τραχηλική χώρα, απάντησε ως εξής: «Γδάρσιμο, δεν μπορώ να το προσδιορίσω αλλιώς, διαφορετικά, που τη στιγμή που ήταν και στις δυο πλευρές.» Όταν ευθύς αμέσως ρωτήθηκε εάν μπορούσε κάποιος να τον πάρει με τα χέρια του από το λαιμό και να τον τραβήξει πίσω απάντησε καταφατικά. Στην υποβολή ότι πλείστα όσα αναφέρει στην έκθεσή της, ήταν αποτέλεσμα των ενεργειών των γιατρών και νοσηλευτών που εκείνο το χρονικό διάστημα τραβούσαν πίσω τον παραπονούμενο για να μην επιτίθεται στον ένα από τους κατηγορούμενους ισχυρίστηκε πως δε γνωρίζει. Την ίδια απάντηση έδωσε και στην υποβολή ότι η παραμόρφωση της ρινός δεν ήταν αποτέλεσμα του επεισοδίου. Για τους ίδιους λόγους που θεωρώ αξιόπιστη μάρτυρα τη γιατρό Πρέστου (Μ.Κ.2) θεωρώ εξίσου αξιόπιστη και τη νοσηλευτική λειτουργό Δέσποινα Μιχαήλ (Μ.Κ.4), η οποία σύμφωνα με όσα αναφέρει στη γραπτή κατάθεσή της (τεκμήριο 7), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτή για σκοπούς κυρίως εξέτασης είναι σαφές, ότι, στον ουσιώδη χρόνο είδε και άκουσε περίπου ό,τι και η γιατρός Πρέστου, από τη στιγμή που οι κατηγορούμενοι προσήλθαν στο Τμήμα Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου και αναζητούσαν ονομαστικά τον παραπονούμενο μέχρι και την ώρα που και με τη δική της παρέμβαση έληξε το περιστατικό ξυλοδαρμού του παραπονούμενου. Θεωρώ τους κατηγορούμενους καθώς και τη σύζυγο του 2ου κατηγορούμενου, Θάλεια Τοφαρή (Μ.Υ.1), τόσο αναξιόπιστους, σε βαθμό που απορρίπτω τη μαρτυρία τους συνολικά, ως αναξιόπιστη, σαφώς κατασκευασμένη και ψευδή και προϊόν συνεννόησης μεταξύ τους ως προς το τι θα κατάθεταν, με μόνη εξαίρεση, εκείνο το μέρος της που αποδεικνύεται από την αξιόπιστη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής. Και οι τρεις, μεταξύ άλλων υπέπεσαν σε σοβαρές αντιφάσεις, προέβαλαν ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας είτε ακόμη που δεν υποβλήθηκαν στους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής, τους οποίους αφορούσαν, για να τους δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο, να σχολιάσουν είτε τέλος, που δε συνάδουν ή καταρρίπτονται από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας. Τα παραδείγματα που ακολουθούν κατά τη γνώμη μου, αιτιολογούν επαρκώς, όλες τις παραπάνω διαπιστώσεις μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία και των τριών, ως μαρτύρων. Ειδικότερα: Αρχίζοντας από τον 1ο κατηγορούμενο, η πρώτη ερώτηση που του έγινε στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, ήταν εάν έχει ετοιμάσει έγγραφη κατάθεση, ως μέρος της κυρίως εξέτασης, ερώτηση στην οποία απάντησε καταφατικά. Πρόκειται για το τεκμήριο 8, η εν λόγω κατάθεση και απλή αντιπαραβολή της με την αντίστοιχη γραπτή κατάθεση του αδελφού του - 2ου κατηγορούμενου (τεκμήριο 9), την οποία, όπως είπε κι αυτός ετοίμασε για τον ίδιο σκοπό, αποδεικνύει ότι, πρώτο, και οι δυο αυτές καταθέσεις ετοιμάστηκαν από το ίδιο πρόσωπο, δεύτερο είναι σχεδόν ίδιες, τύποις και ουσία και τρίτο, έχοντας υπόψη τον τρόπο διατύπωσής τους σε συνδυασμό και με τη σχετική αναφορά στο τέλος, κάθε μίας από αυτές, στις οποίες μάλιστα το επίθετο των δυο κατηγορούμενων είναι εσφαλμένο («User5 έγγραφη κατάθεση Ευέλθωντα Γεωργιάδη 11355.13-28.2.17 (ποινικό)» και «User5 έγγραφη κατάθεση Χρίστου Γεωργιάδη 11355.13-28.2.17 (ποινικό)») είναι ηλίου φαεινότερο, ότι αυτές ετοιμάστηκαν - πιθανότατα - από κάποιο δικηγόρο και όχι από τους ίδιους. Η προσπάθειά τους να παρουσιάσουν τον παραπονούμενο ως ένα ευέξαπτο και αγενή άνθρωπο, ο οποίος, στον ουσιώδη χρόνο μεταχειρίστηκε τη μητέρα τους καθώς και Μ.Υ.1 με προσβλητικό και απαξιωτικό τρόπο, τους οδήγησε στο να προβάλλουν ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας. Ένα τέτοιο, χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το εξής, το οποίο αναφέρουν με ίδια ακριβώς διατύπωση και «συμπτωματικά» στην ίδια παράγραφο (με αριθμό 8) της κατάθεσής τους και οι δυο: Όταν ο παραπονούμενος ρώτησε τη Μ.Υ.1, τι οδηγίες της έδωσαν προηγουμένως και του απάντησε ότι της καθάρισαν την πληγή και της είπαν να κάνει αλατόνερο, αυτός της είπε: «Άρα σου έδωσαν οδηγίες. Θα με αφήσεις να κάνω τη δουλειά μου;» Θεωρώ πως, μόνο ένας παράφρων άνθρωπος και όχι ένας νοσηλευτής - ο οποίος μάλιστα, αργότερα μεταπήδησε στην εκπαιδευτική υπηρεσία και έγινε δάσκαλος -, θα μπορούσε να συμπεριφερθεί τόσο παράλογα και αλλοπρόσαλλα, φθάνοντας στο σημείο, ενώ υπόβαλε μια λογική ερώτηση στη Μ.Υ.1 και πήρε από αυτή, μια, επίσης λογική και πλήρη απάντηση, ευθύς αμέσως, απευθυνόμενος στην ίδια, της υπόβαλε την ερώτηση που του αποδίδεται, η οποία, ουδεμία απολύτως σχέση έχει με τη μέχρι τότε μεταξύ τους συνομιλία. Επειδή όμως, κάθε άλλο, παρά παράφρων θεωρώ τον παραπονούμενο είναι σαφές, πως δεν μπορώ να δεχθώ ότι υπόβαλε στη μάρτυρα την παραπάνω ερώτηση και γενικά, ότι μεταχειρίστηκε είτε αυτή είτε τη μητέρα των κατηγορούμενων με τον απρεπή, αγενή και αήθη τρόπο που του αποδίδεται τόσο από τους κατηγρούμενους όσο και από τη Μ.Υ.
- Και βέβαια, όλα αυτά ισχύουν και για τα υπόλοιπα που αναφέρονται στην ίδια παράγραφο και από τους δυο κατηγορούμενους, στην ανεπιτυχή προσπάθειά τους να πλήξουν τον καλό χαρακτήρα του παραπονούμενου, που δεν είναι και τα μόνα, τα οποία, με μια μόνο εξαίρεση θεωρώ ανάξια περαιτέρω σχολιασμού. Πρόκειται για τον ισχυρισμό τους - η εξαίρεση - πως, όταν η Μ.Υ.1 σηκώθηκε πατώντας στο ένα πόδι να φύγει ο παραπονούμενος τής έριξε το παπούτσι, λέγοντάς της, «Πάρε και το παπούτσι σου κυρία Θάλεια και φύγε.» Ισχυρισμός, ο οποίος, ουδέποτε υποβλήθηκε στον ίδιο, για να του δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο, να σχολιάσει, τον οποίο θεωρώ και παράλογο. Και τούτο, επειδή δεν μπορώ να πιστέψω, ότι ο παραπονούμενος, ο οποίος είχε φθάσει στο σημείο να ρίξει το παπούτσι σε μια ανήμπορη γυναίκα που στεκόταν στο ένα πόδι, επειδή πονούσε και δεν μπορούσε να πατήσει και το άλλο πόδι, την ίδια ώρα, την αποκαλούσε κυρία. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Η μάρτυρας, στην επιστολή - καταγγελία του παραπονούμενου προς τον Επαρχιακό Ιατρικό Λειτουργό Πάφου (τεκμήριο 12), ημερομηνίας 8/7/2013, την οποία απέστειλε μαζί με την πεθερά της, Ελισάβετ Θεοδωρίδου αναφέρει απλώς, ότι, φεύγοντας, ο παραπονούμενος τής είπε να πιάσει το παπούτσι της και να φύγει. Δε νομίζω να ήταν πιο σοβαρό, το ότι της είπε να πιάσει το παπούτσι της και να φύγει απ' ό,τι της το πέταξε για να αναφερθεί μόνο στο πρώτο και όχι και στο δεύτερο. Εν παση περιπτώσει, ούτε το ένα έγινε μα ούτε και το άλλο. Ο ισχυρισμός του 1ου κατηγορούμενου της παραγράφου 13 της κατάθεσής του, πως, όταν μαζί με τον αδελφό του έφθασαν στο Τμήμα Α' Βοηθειών και αδελφός του ρώτησε «Πού είναι ο Νεόφυτος ο νοσηλευτής..», ο ίδιος παρέμεινε στο χώρο υποδοχής εκεί που ήταν και η Μ.Κ.4 και ο αδελφός του προχώρησε στο διάδρομο, πίσω στα εξεταστήρια καταρρίπτεται από την αξιόπιστη μαρτυρία, τόσο της γιατρού Πρέστου όσο και της Μιχαήλ, οι οποίες, διαψεύδοντάς τον ισχυρίστηκαν ότι είδαν και τους δυο κατηγορούμενους να εισέρχονται στο χώρο όπου βρισκόταν ο παραπονούμενος. Προφανής ο λόγος για τον οποίο ο 1ος κατηγορούμενος επιχείρησε να αποστασιοποιηθεί απ' όσα έγιναν στη συνέχεια σε βάρος του παραπονούμενου, και από τον ίδιο, πλην όμως, η προσπάθειά του υπήρξε ανεπιτυχής. Ο ισχυρισμός του - της επόμενης παραγράφου - πως, όταν μαζί με τη Μιχαήλ πήγαν πίσω στα εξεταστήρια είδε τον παραπονούμενο και τον αδελφό του πιασμένους στα χέρια καταρρίπτεται και πάλι από τη μαρτυρία της γιατρού Πρέστου καθώς και της Μιχαήλ - που μαζί με τον παραπονούμενο κατάθεσαν ως αυτόπτες μάρτυρες του επίδικου συμβάντος -, οι οποίες προέβαλαν τη σταθερή θέση, ότι είδαν το 2ο κατηγορούμενο να κρατά τον παραπονούμενο από το λαιμό και να χτυπά το κεφάλι του στον τοίχο, χωρίς να δουν το δεύτερο να χτυπά καθοιονδήποτε τρόπο τους κατηγορούμενους. Ο ισχυρισμός του - στην ίδια παράγραφο - πως, όταν είδε τον παραπονούμενο και τον αδελφό του πιασμένους στα χέρια τράβηξε αμέσως τον αδελφό του πίσω για να τους χωρίσει και ότι οι άλλοι παρευρισκόμενοι τραβούσαν τον παραπονούμενο, ο οποίος χτυπούσε τον αδελφό του καθώς και ο ισχυρισμός του - στο στάδιο της αντεξέτασης - πως, όταν άρπαξε τον αδελφό του από πίσω για να τον τραβήξει, εκείνη την ώρα είδε τον παραπονούμενο που το χτύπησε στο πρόσωπο και συγκεκριμένα, στα χείλη και μάλιστα, με γροθιά, όπως είπε απαντώντας σχετική ερώτηση που του είχε υποβληθεί και τέλος, γενικά ο ισχυρισμός του πως, ούτε ο ίδιος μα ούτε και ο αδελφός του χτύπησαν τον παραπονούμενο, αλλά, εκείνος είναι που χτύπησε το 2ο κατηγορούμενο, καταρρίπτονται από το περιεχόμενο της ιατρικής μαρτυρίας, από την οποία προκύπτει ότι, σε αντίθεση με τον παραπονούμενο, ο οποίος, στον ουσιώδη χρόνο έφερε αρκετούς τραυματισμούς σε διάφορα σημεία του σώματός του, ακόμη και στο κεφάλι καθώς και στο λαιμό, οι οποίοι και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής συνάδουν με τον τρόπο που και οι δυο κατηγορούμενοι του είχαν επιτεθεί σύμφωνα με την εκδοχή του, ο 2ος κατηγορούμενος, κατά την εξέτασή του από τη γιατρό Πρέστου έφερε μόνο ήπιο οίδημα με μια μικρή εκδορά, μικρότερη του ενός εκατοστού, στην έσω επιφάνεια του άνω χείλους. Η ευκολία με την οποία ο 1ος κατηγορούμενος κατέφευγε στο ψεύδος, γι αυτή την, τόσο σημαντική πτυχή της υπόθεσης καταφαίνεται από το γεγονός, ότι, ενώ ισχυρίστηκε πως είδε τον παραπονούμενο να χτυπά τον αδελφό του με γροθιά, όταν ευθύς αμέσως ρωτήθηκε από την κυρία Περγαντή, εάν είναι με γροθιά απάντησε ως εξής: «Με γροθιά ή πάτσο; Είδα το χέρι του που το χτύπησε.» Προφανώς, άλλο γροθιά και άλλο μπάτσος. Και, με δεδομένη τη σοβαρότητα του επί του προκειμένου ισχυρισμού του, εάν αυτός ευσταθούσε - που δεν ευσταθούσε -, όφειλε να απαντήσει με θετικό τρόπο στη συγκεκριμένη ερώτηση και όχι με ερώτηση. Ότι ο κατηγορούμενος έλεγε ψέματα και υπέπιπτε συνεχώς σε αντιφάσεις, αλλά προέβαλλε και ισχυρισμούς που καταρρίπτονται από το περιεχόμενο της ιατρικής μαρτυρίας καταφαίνεται και από τα εξής: Αντεξεταζόμενος πάντοτε, όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε εάν τραυματίστηκε ο αδελφός του, όπως είπε: «Θυμούμαι ότι έτρεχαν τα χείλη του αίμα και είχε και ένα καρούμπαλο στο κεφάλι.» Όπως είπε στη συνέχεια, απαντώντας σε διάφορες άλλες ερωτήσεις της κυρίας Περγαντή, δεν ξέρει πως προέκυψε το καρούμπαλο, όμως, όταν ηρέμησε η κατάσταση, επειδή έτρεχαν και τα χείλη του αδελφού του αίμα και πονούσε και το κεφάλι, ζήτησαν να το δει γιατρός και τότε διαπιστώθηκε ότι είχε και το καρούμπαλο στο κεφάλι. Για να επαναλάβω, ο 2ος κατηγορούμενος εξετάστηκε από τη γιατρό Πρέστου - η οποία κρίθηκε καθ' όλα αξιόπιστη μάρτυρας - σε ελάχιστο χρόνο από το επίδικο συμβάν και το μόνο πράγμα που διαπίστωσε ότι έφερε ήταν το ήπιο οίδημα με τη μικρή εκδορά - μικρότερη του ενός εκατοστού - στην έσω επιφάνεια του άνω χείλους. Όταν κλήθηκε να κατονομάσει τα πρόσωπα από τα οποία - όπως λέει στην παράγραφο 16 της γραπτής του κατάθεσης - άκουσαν ότι ο παραπονούμενος ήταν αγενής και απότομος και υπήρχαν πολλά παράπονα εναντίον του ισχυρίστηκε πως δε θέλει να ονομάσει γιατί κάποιοι είναι συνάδελφοι του παραπονούμενου και δε θέλει να δημιουργήσει άλλα θέματα και προβλήματα μεταξύ τους. Ότι και πάλιν ψευδόταν, αλλά και το παράλογο της δικαιολογίας που επικαλέστηκε για να μην κατονομάσει, τα κατ' ισχυρισμό του πρόσωπα, από τα οποία υποτίθεται ότι η οικογένειά του είχε ακούσει όσα, τόσο ο ίδιος όσο και ο αδελφός του αποδίδουν στον παραπονούμενο καταφαίνεται από τα εξής: καταρχήν, όταν ο ίδιος κατάθετε στο Δικαστήριο και προέβαλλε τον παραπάνω ισχυρισμό, ο παραπονούμενος ήταν δάσκαλος και όχι νοσηλευτής, επομένως, η ευαισθησία του να μην του δημιουργήσει περαιτέρω θέματα και προβλήματα στις σχέσεις του με του συναδέλφους του, ήταν άνευ αντικειμένου. Απ' εκεί και πέρα, εάν έλεγε την αλήθεια και η οικογένειά του είχε όντως ακούσει όσα αποδίδει στον παραπονούμενο, θεωρώ πως, ουδεμία αναστολή θα είχε να αποκαλύψει την πηγή της πληροφόρησής του. Ωστόσο, επειδή είναι φανερό πως, ούτε και επί του προκειμένου έλεγε την αλήθεια και ο στόχος του ήταν απλώς να αποδομήσει τον καλό χαρακτήρα του παραπονούμενου, τον οποίο βασικά πιστοποιήσαν δυο γιατροί και μιας συναδέλφός του στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, επέλεξε - όπως και ο αδελφός του - την οδό της λάσπης και της συκοφαντίας, αποδίδοντας το χαρακτηρισμό του αγενή και του απότομου στον παραπονούμενο, με βάση το τι υποτίθεται είχαν ακούσει, ξεχνώντας βέβαια, τον ισχυρισμό του - της παραγράφου 16 της γραπτής του κατάθεσης - πως, ότι ο παραπονούμενος ήταν αγενής και απότομος δεν το είχαν ακούσει μόνο από τους εργαζόμενους στο νοσοκομείο, αλλά και από διάφορους γνωστούς τους και ασθενείς. Με αυτό δεδομένο, εάν ο λόγος για τον οποίο δεν ήθελε να κατονομάσει τους συναδέλφους του παραπονούμενου είναι αυτός που είπε, τότε, τί λόγο είχε να μην κατονομάσει έστω και ένα από τους διάφορους γνωστούς της οικογένειάς του, από τους οποίους είχε ακούσει αυτά που ισχυρίστηκε; Ένα μόνο λόγο είχε. Πολύ απλά έλεγε ψέματα και προφανώς δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του ότι η οικογένειά του είχε ακούσει οτιδήποτε το επιλήψιμο για τη διαγωγή και το χαρακτήρα του παραπονούμενου, καθ' ον χρόνο αυτός εργαζόταν ως νοσηλευτής στο νοσοκομείο. Όπως αναφέρει στην ίδια παράγραφο της γραπτής του κατάθεσης, μετά που κατάθεσε ο παραπονούμενος στο Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση, άκουσαν ότι αυτός εγχειρίστηκε στη μύτη, πριν από το επίδικο περιστατικό. Ότι και πάλι έλεγε ψέματα και ότι με τον εν λόγω ισχυρισμό του επιχείρησε να αιτιολογήσει το οίδημα, τον πόνο και κυρίως, την παραμόρφωση στη μύτη του παραπονούμενου, όπως αυτά - καθώς και όλα τα υπόλοιπα - διαπιστώθηκαν από τη γιατρό Λιασίδου (Μ.Κ.3) και καταγράφηκαν στη σχετική έκθεση εξέτασης του παραπονούμενου (τεκμήριο 4), η οποία τον εξέτασε λίγη ώρα μετά το επίδικο συμβάν, αλλά και να αιτιολογήσει το λόγο για τον οποίο δεν υποβλήθηκε στον παραπονούμενο κάτι ανάλογο, καταφαίνεται από τα εξής: Ερωτηθείς από την κυρία Περγαντή, πώς και τους είπαν ότι ο παραπονούμενος εγχειρίστηκε στη μύτη, πριν από το επίδικο περιστατικό, απαντώντας ισχυρίστηκε πως, όταν ο παραπονούμενος τούς έκανε καταγγελία και τους άνοιξε υπόθεση, σκοπός του ήταν να πιάσει κάποια χρήματα απ' ό,τι φαίνεται και γι αυτό τούς ενημέρωσαν για το συγκεκριμένο περιστατικό για τη μύτη του. Όπως είπε κατά λέξη, «.γιατί λογικά εν πάνω στο συγκεκριμένο σημείο που ήθελε να πατήσει ο κύριος Νεόφυτος για να μπορέσει να πιάσει και κάποια λεφτά.» «Κύριε μάρτυς, αυτό το υπολογίζετε ή έχετε συγκεκριμένα στοιχεία;» ρωτήθηκε στη συνέχεια. «Το υπολογίζω.» απάντησε. Η μεθεπόμενη ερώτηση που του υποβλήθηκε ήταν η εξής: «Ούτε κινήθηκε κάποια αγωγή, που πραγματικά δεν το γνωρίζω. Έχετε κάποιαν αγωγή εναντίον σας;» Απάντησε ως εξής: «Έχουμε ναι από την πρώτη ημέρα που ξεκίνησε η υπόθεση, αγωγή. Για να διευκρινίσω κάτι ήταν μετά την αγωγή και την υπόθεση που μας άνοιξε, που μας ενημέρωσαν κάποιοι συνάδελφοί του για τη μύτη του ότι προηγήθηκε κάποια επέμβαση.» Ακολούθησε η εξής η ερώτηση: «Εδώ όμως λέτε ότι επίσης μετά που κατάθεσε ο παραπονούμενος στο Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση ακούσαμε ότι εγχειρίστηκε στη μύτη προηγουμένως, πριν το πιο πάνω περιστατικό και ενημερώσαμε τη δικηγόρο μας. Δηλαδή προέκυψε τώρα, τις τελευταίες μέρες αυτή η πληροφόρηση;» Απάντησε ως εξής: «Αφού η υπόθεση ανοίχθηκε αμέσως μετά το περιστατικό. Από τότε.» Η κυρία Περγαντή επέμενε οπότε και του υπόβαλε την ακόλουθη ερώτηση: «Συμφωνούμε. Εσείς πληροφορηθήκετε περί της μύτης του μετά που κατάθεσε ο παραπονούμενος εις στο Δικαστήριο;» Απάντησε ως εξής: «Ναι αυτό είπα και πριν λίγο ότι μετά που έκανε την αγωγή τζιαι μας άνοιξε την υπόθεση, ενημερωθήκαμε τζιαι για το περιστατικό ότι είχε πιο παλιά ή πριν λίγο καιρό, πριν το περιστατικό είχε χειρουργείο.» Με όλο το σεβασμό θεωρώ πως, ο κατηγορούμενος, συν τοις άλλοις υποτιμά και τη νοημοσύνη μας. Διαφορετικά δεν μπορώ να εξηγήσω την ευκολία με την οποία προέβαλλε τόσο αντικρουόμενους ισχυρισμούς, για το ίδιο θέμα, σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, αδιαφορώντας πόσο εκτίθεται γι αυτό. Διερωτώμαι ειλικρινά τι απ' όσα ισχυρίστηκε ισχύει αναφορικά με το χρόνο που υποτίθεται πως έμαθαν ότι ο παραπονούμενος είχε εγχειριστεί στη μύτη. Το έμαθαν μετά που αυτός κατάθεσε στο Δικαστήριο για την υπόθεση, δηλαδή, μετά τις 15/11/2016 ή μετά που ανοίχθηκε η παρούσα υπόθεση και συγκεκριμένα, αμέσως μετά το επίδικο περιστατικό, δηλαδή, περί τις 6/7/2013 είτε ακόμη, περί τις 3/9/2013 που είναι η ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας υπόθεσης είτε τέλος, σε άγνωστη ημερομηνία, που ο παραπονούμενος τούς κίνησε και αγωγή, για να πιάσει και κάποια χρήματα, όπως υπολογίζει ο ίδιος; Με μόνο λόγο ότι αναφέρθηκε σε αγωγή που κινήθηκε εναντίον τους από τον παραπονούμενο, για την οποία, εκτός του ότι, ουδέν σχετικό στοιχείο έχει τεθεί ενώπιόν μου, την ίδια ώρα αποτελεί θέση του ότι αυτή κινήθηκε, όχι επειδή ο παραπονούμενος αξιώνει εναντίον του καθώς και του αδελφού του, οποιοδήποτε συγκεκριμένο ποσό αποζημίωσης, αλλά, γενικά και αόριστα, για να μπορέσει να πιάσει και κάποια λεφτά, όπως υπολογίζει, αναδεικνύεται πόσο αναξιόπιστος μάρτυρας είναι ο ίδιος και πόσο στερείται σοβαρότητας και πειστικότητας, ο επί του προκειμένου ισχυρισμός του. Τέλος, ο ισχυρισμός του ότι η γιατρός Πρέστου, ούτε καν στις ακτινογραφίες έστειλε τον αδελφό του καταρρίπτεται από την αξιόπιστη μαρτυρία της γιατρού Πρέστου, η οποία, στη σχετική έκθεση εξέτασης του 2ου κατηγορούμενου που ετοίμασε (τεκμήριο 6) αναφέρει ότι του έγινε ακτινολογικός έλεγχος, χωρίς εμφανή εξωτερική κάκωση. Κατανοητή η επιμονή του να με πείσει ότι η γιατρός Πρέστου εξέτασε τον αδελφό του, μόνο θεωρητικά, ακόμη και ο ειρωνικός τρόπος με τον οποίο σχολίασε τον τρόπο εξέτασής του από αυτή, φθάνοντας στο σημείο να ενδύεται ακόμη και τον ιατρικό μανδύα και να ισχυρίζεται - για τη γιατρό Πρέστου - πως, «Όταν πονάς το κεφάλι σου και έχεις καρούμπαλο ή κάποιον όγκο και λες ότι πονώ, εξέταση είναι να σου τρίψω τα μαλλάκια σου να δω εάν έχεις καρούμπαλο ή είναι εντάξει ή να το στείλεις να κάνει ένα αξονικό, ένα MRI;..» Παρόλα αυτά, η κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία της γιατρού Πρέστου παραμένει θετική και ακλόνητη σε αντίθεση με ό,τι ισχύει για τον ιδίο, ο οποίος, με την προβολή τέτοιου είδους ισχυρισμών, το μόνο που πετυχαίνει είναι να εδραιώνει ακόμη περισσότερο τη βεβαιότητά μου περί της αναξιοπιστίας του ως μάρτυρα. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Όσα ακολουθούν είναι από τη μαρτυρία του 2ου κατηγορούμενου. Ειδικότερα: Αρχίζοντας από τη γραπτή του κατάθεση (τεκμήριο 9), την οποία υιοθέτησε κι αυτός για σκοπούς κυρίως εξέτασης, οι λόγοι για τους οποίους θεωρώ πως δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του ότι την ετοίμασε ο ίδιος, αλλά, πιθανότατα κάποιος δικηγόρος έχουν ήδη αναφερθεί. Επομένως δε χρειάζεται να τους επαναλάβω. Απ' εκεί και πέρα, στο βαθμό που με αυτή προβάλλει ισχυρισμούς τους οποίους προβάλλει και ο αδελφός του στη δική του κατάθεση (τεκμήριο 8), τους οποίους έχω ήδη απορρίψει προφανώς ισχύει το ίδιο και για τους δικούς του ισχυρισμούς. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του της παραγράφου 17 της γραπτής του κατάθεσης, ότι, στις 8/7/2013, με την επιστολή του προς τον Επαρχιακό Ιατρικό Λειτουργό Πάφου (τεκμήριο 10) κατάγγειλε τη συμπεριφορά του παραπονούμενου, αλλά και της γιατρού Πρέστου, αλλά ουδέποτε μέχρι σήμερα έλαβε οποιαδήποτε απάντηση καθώς και τον ισχυρισμό του της επόμενης παραγράφου, ότι η μητέρα του καθώς και η αρραβωνιαστικιά του (Μ.Υ.1), με ανάλογη επιστολή τους, ίδια ημερομηνίας (τεκμήριο 12), επίσης κατάγγειλαν τη συμπεριφορά του παραπονούμενου, χωρίς κι αυτές να λάβουν μέχρι σήμερα οποιαδήποτε απάντηση, για την ώρα παρατηρώ τα εξής: Η μητέρα του καθώς και η τότε αρραβωνιαστικιά και μετέπειτα σύζυγός του, στη δική του επιστολή, τοποθετούν τη μετάβασή τους στο Τμήμα Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, στις 19:
- Ακολούθησαν όσα έλαβαν χώρα ανάμεσα στις ίδιες και τον παραπονούμενο, ο οποίος επέδειξε και προς τις δυο την ανάρμοστη συμπεριφορά που του αποδίδουν και ακολούθως, αφού έφυγαν απ' εκεί, η Μ.Υ.1 εξετάστηκε από τη γιατρό Πρέστου, η οποία της έδωσε φάρμακα για τη μόλυνση. Μετά από αυτό, όπως αναφέρουν και οι δυο κατηγορούμενοι στην παράγραφο 11 της γραπτής τους κατάθεσης, η μητέρα τους καθώς και η Μ.Υ.1 έφυγαν από το νοσοκομείο και πήγαν στην Αστυνομία να καταγγείλουν την απρεπή συμπεριφορά του παραπονούμενου. Εκεί, τους είπαν ότι δεν ήταν δουλειά τους και έπρεπε να τον καταγγείλουν στον Επαρχιακό Λειτουργό του Νοσοκομείου, όπως και έκαναν αργότερα. Όλα τα παραπάνω, οι κατηγορούμενοι τα πληροφορήθηκαν από τις ίδιες μετά που επέστρεψαν στο σπίτι της μητέρας τους, οπότε και αποφάσισαν να μεταβούν στο νοσοκομείο, όπως λέει ο 2ος κατηγορούμενος στην παράγραφο 12 της γραπτής του κατάθεσης, για να συναντήσει τον παραπονούμενο και να του επιστήσει την προσοχή, γιατί προηγουμένως συμπεριφέρθηκε με απαράδεκτη και ανάρμοστη συμπεριφορά στην αρραβωνιαστικιά του καθώς και στη μητέρα του. Ο 2ος κατηγορούμενος, στη δική του καταγγελία (τεκμήριο 10), ισχυρίζεται ότι μετά το επίδικο συμβάν που είχε στο νοσοκομείο με τον παραπονούμενο ζήτησε να τον εξετάσει γιατρός, γιατί ζαλιζόταν από τα κτυπήματα που του έδωσε ο παραπονούμενος στο κεφάλι και ένιωθε τα χείλη του να πονούν και με μετά από 40 λεπτά, τον εξέτασε η γιατρός Πρέστου, η οποία του χορήγησε παυσίπονο. Της ανάφερε ότι ζαλιζόταν και αυτή επέμενε 2 - 3 φορές να του υπογράψει εξιτήριο, αναλαμβάνοντας την ευθύνη ότι δεν έχει τίποτε για να το διώξει παρόλο που της έλεγε συνέχεια ότι ζαλιζόταν. Μετά από πολλή ώρα που επέμενε ότι ζαλιζόταν, μετά από εξέταση που του έκανε διαπίστωσε ότι είχε καρούμπαλο στο κεφάλι και του έκανε ένεση και του έβγαλαν ακτινογραφία. Παρατηρώ τα εξής: Με μόνο λόγο ότι το επίδικο συμβάν, με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία της γιατρού Πρέστου έλαβε χώρα περί τις 19:45 και ο 2ος κατηγορούμενος εξετάστηκε από την ίδια, στις 20:04 και ο παραπονούμενος από τη γιατρό Λιασίδου (Μ.Κ.3), στις 20:15, δηλαδή, 10 λεπτά αργότερα αναδεικνύεται - και μάλιστα - εντελώς αβίαστα, πόσο αντιφατικός υπήρξε ο κατηγορούμενος, η ευκολία με την οποία προέβαλλε ψευδείς ισχυρισμούς και πόσο εκτίθεται από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας, στην προσπάθειά του να αποστεί - κάτι βέβαια που ισχύει και για τον αδελφό του - της ευθύνης του για όσα το βαραίνουν σε σχέση με το επίδικο περιστατικό. Καταρχήν, δεδομένης της θέση του, ότι η αρραβωνιαστικιά του μετέβη στο Τμήμα Α' Βοηθειών για δεύτερη φορά, στις 19:30 και ο ίδιος, αποδεδειγμένα μετέβη στο ίδιο μέρος μαζί με τον αδελφό του, στις 19:45 περίπου, δηλαδή, 15 μόλις λεπτά αργότερα ομολογώ, μου ακούγεται άκρως παράλογο και εξωπραγματικό, για να το πιστέψω, ότι σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα συνέβησαν τόσα πολλά γεγονότα, ανάμεσά τους και η μετάβαση της μητέρας του καθώς και της αρραβωνιαστικιάς του στην Αστυνομία, για την καταγγελία του παραπονούμενου που υποτίθεται πως ήθελαν να κάνουν. Προφανώς, ουδέποτε πήγαν στην Αστυνομία οι δυο τους για το συγκεκριμένο λόγο και ο λόγος που ισχυρίστηκαν ότι συνέβη αυτό είναι για να δικαιολογήσουν το περιεχόμενο της κατασκευασμένης καταγγελίας και των τριών εναντίον του παραπονούμενου προς τον Ιατρικό Λειτουργό του Νοσοκομείου Πάφου, στην προσπάθειά των κατηγορούμενων να οικοδομήσουν υπεράσπιση για όσα βάσιμα τους απέδωσε ο παραπονούμενος με την εναντίον τους καταγγελία του στην Αστυνομία, την ημέρα του επίδικου περιστατικού. Ακολούθως διερωτώμαι πόσο αξιόπιστος μπορεί να είναι ο κατηγορούμενος, ισχυριζόμενος ότι η γιατρός Πρέστου, τον εξέτασε 40 λεπτά μετά το επίδικο περιστατικό, τη στιγμή που αυτό έγινε σε διάστημα, μικρότερο των 20 λεπτών από το εν λόγω περιστατικό και μόλις 35 λεπτά, μετά τις 19:30 που, όπως είναι η θέση του, η μητέρα του καθώς και η αρραβωνιαστικιά του μετέβησαν στο νοσοκομείο για δεύτερη φορά, χωρίς να παραγνωρίζω τον ισχυρισμό του ότι προτού μεταβεί εκεί ο ίδιος μαζί με τον αδελφό του προηγήθηκαν ένα σορό άλλα γεγονότα. Τέλος, δεδομένου ότι ο παραπονούμενος, ο οποίος υποτίθεται ότι έτυχε και της εύνοιας της γιατρού Λιασίδου που τον εξέτασε - σε αντίθεση με τον ίδιο, που η γιατρός Πρέστου, ουσιαστικά, για τον ίδιο λόγο, όπως είναι η εναντίον της καταγγελία του (τεκμήριο 10), επιδεικνύοντας απαράδεκτη και αντιδεοντολογική συμπεριφορά έναντι του, ενώ της έλεγε ότι ζαλίζεται και είχε δημιουργηθεί καρούμπαλο στο κεφάλι του, αυτή επέμενε να το στείλει στο σπίτι του αντί να τον περιθάλψει και να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα και/ή να προβεί σ' όλες τις απαραίτητες εξετάσεις, συμπεριλαμβανομένης και εξέτασης αξονικού τομογράφου - εξετάστηκε αργότερα απ' ό,τι ο ίδιος, με μόνο λόγο αυτό, όλοι οι παραπάνω ισχυρισμοί του καταρρίπτονται. Επί του ίδιου θέματος προστίθενται και τα εξής: Ενώ ο κατηγορούμενος, χωρίς να είναι γιατρός, με την καταγγελία του προς τον Επαρχιακό Ιατρικό Λειτουργό του νοσοκομείου Πάφου είχε και άποψη για τον ενδεδειγμένο τρόπο που θα έπρεπε να τύχει ιατρικής εξέτασης και περίθαλψης, ακόμη και για το ανύπαρκτο καρούμπαλο που του προκάλεσε στο κεφάλι ο παραπονούμενος, απλή αντιπαραβολή του περιεχομένου της σχετικής ιατρικής έκθεσης εξέτασής του από τη γιατρό Πρέστου με αυτό της αντίστοιχης έκθεσης που ετοίμασε η γιατρός Λιασίδου για τον παραπονούμενο αποκαλύπτει ότι και οι δυο έτυχαν περίπου της ίδιας εξέτασης. Όσα ακολουθούν είναι από την αντεξέτασή του από την κυρία Περγαντή: Όταν ρωτήθηκε εάν πέραν από την παραπάνω καταγγελία του έκανε πουθενά αλλού οποιοδήποτε παράπονο απάντησε ως εξής: «Όταν μου ζήτησαν να δώσω κατάθεση την ίδια μέρα, τη νύχτα, είπα ότι έχω παράπονο που το νοσηλευτή γιατί εχτύπησέ με, δεν έγινε όμως κάτι.» Όταν στη συνέχεια η κυρία Περγαντή, το ρώτησε για ποιο λόγο στο πλαίσιο της ανακριτικής του κατάθεσης (τεκμήριο 11), δεν είπε τα γεγονότα που περιβάλλουν το επίδικο περιστατικό σύμφωνα με την εκδοχή του, παρά μόνο, απαντώντας στην πρώτη ερώτηση που του έγινε ισχυρίστηκε ότι το μόνο που ήθελε να πει είναι ότι είχε και αυτός παράπονο εναντίον του παραπονούμενου που του χτύπησε στο στόμα και στο πίσω μέρος της κεφαλής του, ενώ σ' όλες τις άλλες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, ουσιαστικά, ως είχε δικαίωμα δεν απαντούσε, απάντησε ως εξής: «Θεωρώντας ότι έκαμα παράπονο στην πρώτη ερώτηση έγραψα ότι μου επιτέθηκε ο συγκεκριμένος νοσηλευτής, δεν είχε κάτι άλλο να πω τη συγκεκριμένη ώρα, παρότι να πω σήμερα στο Δικαστήριο.» Πέραν από την προφανή αντίφαση στην οποία υπέπεσε είναι και το γεγονός πως, όταν στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, ευθύς αμέσως, μετά που η ανακριτική του κατάθεση έγινε τεκμήριο, ρωτήθηκε από την κυρία Κορακίδου, εάν του έλαβαν κατάθεση μετά το παράπονο που έκανε σύμφωνα με το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης, απαντώντας ισχυρίστηκε ότι μετά από τόσα χρόνια δεν έχει λάβει καμιά απάντηση. Η νέα αντίφαση στην οποία υπέπεσε αποτελεί γεγονός. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Υπάρχει και συνέχεια. Όταν στη συνέχεια η κυρία Περγαντή τού υπέδειξε ότι ο αστυνομικός το ρώτησε εάν προτίθεται να απαντήσει σε οποιεσδήποτε ερωτήσεις και είπε όχι, ισχυρίστηκε ότι αναφέρει το παράπονό του στην πρώτη του απάντηση. Όταν ακολούθως, του υποβλήθηκε ότι εάν πράγματι είχε γνήσιο παράπονο, τη δεδομένη στιγμή που τον κάλεσαν για κατάθεση, θα μπορούσε να το εξιστορήσει μέσα από αυτή και να καταγγείλει τον παραπονούμενο και ρωτήθηκε γιατί δεν το έκανε, απάντησε ως εξής, που αποτελεί νέα εκδοχή: «Απλά έκανα την καταγγελία μου στην πρώτη παράγραφο, ήταν και αργά δεν ήμουν ούτε καλά, δε θεώρησα, δεν ένιωθα να πω κάτι απ' όσα θα πω σήμερα.» «Άρα δεν ευσταθεί ότι δεν σας εξέτασαν το παράπονό σας, αφού εσείς αρνείστουν να απαντήσετε.» του υποβλήθηκε στη συνέχεια. Απαντώντας ισχυρίστηκε ότι έκανε καταγγελία. «Αυτό σας λέω, ότι δόθηκε σας η ευκαιρία να πείτε τους δικούς σας ισχυρισμούς, την εκδοχή σας και να καταγγείλετε το νοσηλευτή, αν όντως έχετε δίκαιο.» τού υπόδειξε αμέσως η κυρία Περγαντή. Απάντησε ως εξής: «Θεώρησα ότι με την πρώτη μου απάντηση ότι ήταν ολοκληρωμένη.» Το πόσο αντιφατικός υπήρξε για το συγκεκριμένο θέμα είναι ολοφάνερο. Όμως, για να καταλήξω με αυτό, η ουσία του πράγματος έγκειται στα εξής, τα οποία προκύπτουν από το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης, η οποία αποτελεί και πραγματική μαρτυρία, επομένως και αδιάψευστο μάρτυρα του τι έγινε στην πραγματικότητα συναφώς με το θέμα: Όταν ο αστυφύλακας που του πήρε την εν λόγω κατάθεση, ορθότερα, που επιχείρησε να την πάρει και να τον ανακρίνει συναφώς με την υπό διερεύνηση - τότε - υπόθεση επίθεσης και πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης του παραπονούμενου καθώς και της ανησυχίας, αδικήματα που διαπράχθηκαν στις 6/7/2013 στο Τμήμα Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, τον πληροφόρησε για την ύπαρξη μαρτυρίας που του παρείχε εύλογη βάση για υποψία ότι ενεχόταν καθώς και για την πρόθεσή του να τον ανακρίνει και να του πάρει κατάθεση, ως επίσης και ότι δεν ήταν υπόχρεος να πει οτιδήποτε, εκτός εάν ήθελε να πει κ.ο.κ., στην πρώτη ερώτηση που του υπόβαλε, που ήταν εάν είχε αντιληφθεί τα πιο πάνω που του είχε αναφέρει, έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Το μόνο που θέλω να πω είναι ότι έχω και εγώ παράπονο εναντίον του νοσοκόμου που με κτύπησε στο στόμα και στο πίσω μέρος της κεφαλής μου. Ζαλίζομαι ακόμα από το κτύπημα και δεν θέλω να πω τίποτε άλλο. Ό,τι θα πω θα το πω στο Δικαστήριο.» Στις επόμενες τρεις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν απαντούσε στερεότυπα με τη φράση «Ό,τι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο.» και την ίδια απάντηση έδωσε και στην τελευταία ερώτηση - με αριθμό 7 - που είναι η εξής: «Επιθυμείς να αναφέρεις εσύ οτιδήποτε που έχει σχέση με την συγκεκριμένη υπόθεση;» Κι όμως, εάν είχε κάτι να αναφέρει και ειδικά αυτά που ανάφερε στο Δικαστήριο, θα μπορούσε τότε ελεύθερα και ουσιαστικά, ως παραπονούμενος πια να το πει, κάτι που δεν έπραξε και στο Δικαστήριο επιχείρησε να δικαιολογήσει κατά τρόπο τελείως παράλογο και αντιφατικό. Επομένως - για να καταλήξω - για το γεγονός ότι δεν το έκανε, θα πρέπει να αιτιάται τον εαυτό του καθώς και την ανυπαρξία ουσιαστικής βάσης για όσα αργότερα επινόησε σε βάρος του παραπονούμενου και όχι την Αστυνομία. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Όταν ευθύς αμέσως ρωτήθηκε εάν είπε ότι χτύπησε στο πίσω μέρος της κεφαλής του, απάντησε καταφατικά. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε εάν αυτό είναι και το μόνο τραύμα που ισχυρίζεται ότι έχει, «Δεν ισχυρίζομαι είχα το τραύμα και στα χείλη.» απάντησε. Όταν όμως ευθύς αμέσως, του υποβλήθηκε - και ορθά - ότι η δικηγόρος του υπόβαλε στον παραπονούμενο ότι το χτύπησε και αναγκάστηκε να πάρει ένεση από γιατρό και ιατρική περίθαλψη γιατί είχε βγάλει καρούμπαλο στο μέτωπό του, προφανώς, αντιλαμβανόμενος το μέγεθος της αντίφασης, στην προσπάθειά του να αναδιπλωθεί έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Είχα ένα χτύπημα στο πίσω μέρος της κεφαλής, στα χείλη και ακόμη ένα στο κεφάλι, οπότε είναι αυτό που αναφέρει και ακολούθως έλαβα ένεση» Και φυσικά, επειδή ένα ψέμα απαιτεί πολύ περισσότερα για να διορθωθεί - αν και εφόσον μπορεί να διορθωθεί - εγείρεται και το ερώτημα, τι από όσα ακολουθούν ισχύει; Η υποβολή της δικηγόρου του προς τον παραπονούμενο ότι το χτύπησε και αναγκάστηκε να πάρει ένεση από γιατρό και ιατρική περίθαλψη, γιατί είχε βγάλει καρούμπαλο στο μέτωπό του ή η καταγγελία της γιατρού Πρέστου από τον ίδιο, για απαράδεκτη και αντιδεοντολογική συμπεριφορά, επειδή, ενώ είχε καθήκον να τον περιθάλψει και να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα και/ή να προβεί σε όλες τις απαραίτητες εξετάσεις για να αποκλείσει οποιανδήποτε τυχόν βλάβη είχε προκληθεί από το χτύπημα στο κεφάλι του, αυτή επέμενε να το στείλει σπίτι του και τούτο, ενώ της έλεγε ότι ζαλιζόταν και είχε δημιουργηθεί καρούμπαλο στο κεφάλι του; Η επιμονή του λίγο αργότερα, ότι η γιατρός Πρέστου άγγιξε πάνω στο κεφάλι του, στο σημείο που της υπόδειξε ότι πονούσε και διέγνωσε και είδε το καρούμπαλο, ακόμη και μετά που του υποδείχθηκε από την κυρία Περγαντή, ότι η δικηγόρος του, στον παραπονούμενο υπόβαλε ότι μετά που τον είχε χτυπήσει είχε βγάλει καρούμπαλο στο μέτωπο είναι εκπληκτική. Η ευκολία με την οποία ο κατηγορούμενος, εντελώς ατεκμηρίωτα προέβαλλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας καταφαίνεται από την απάντησή του στην ερώτηση, πώς ήξερε η μητέρα του το όνομα του παραπονούμενου. Η απάντησή του ακολουθεί αυτούσια: «Έπιασε τηλέφωνο μετά το περιστατικό ένα συνάδελφο του Νεόφυτου, ρώτησε ποιος νοσηλευτής είναι υπηρεσία τώρα που έχει άσχημη και ανάρμοστη συμπεριφορά και της είπαν: "Σίγουρα είναι ο Φύτος."» Αν είναι ποτέ δυνατό να πιστέψω ότι συνέβη κάτι τέτοιο, ιδιαίτερα, τη στιγμή που μια συνάδελφος του παραπονούμενου και δυο γιατροί στο ίδιο νοσοκομείο που εργαζόταν και αυτός, τότε, οι οποίοι παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο και κατάθεσαν στην υπόθεση, όχι ως μάρτυρές του, αλλά, όπως και ο ίδιος έτσι και αυτές, ως μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής αναφέρθηκαν γι αυτόν και την εν γένει συμπεριφορά του με πολύ καλά λόγια. Ο ισχυρισμός του ότι κατά το επίδικο περιστατικό, όταν ο παραπονούμενος το χτύπησε στο πρόσωπο, μετά ο ίδιος τον άρπαξε από το λαιμό, ασυναίσθητα, για να τον ακινητοποιήσει επειδή ήταν επιθετικός, εντάσσεται στην ανεπιτυχή προσπάθειά του να αιτιολογήσει τα σχετικά ευρήματα της γιατρού Λιασίδου - όπως αυτά καταγράφονται από την ίδια στη σχετική έκθεσή της (τεκμήριο 4) -, κατά την εξέταση του παραπονούμενου από την ίδια, λίγη ώρα μετά το περιστατικό. Ο εν λόγω ισχυρισμός του, την ίδια ώρα αναδεικνύει ακόμη μια σοβαρή αντίφαση στην οποία υπέπεσε. Συγκεκριμένα συγκρούεται με την υποβολή της δικηγόρου του στον παραπονούμενο, ότι ο ίδιος, ποτέ δεν του προκάλεσε αυτά τα οποία αναφέρονται στο τεκμήριο
- Η απάντησή του στην επόμενη ερώτηση που του υποβλήθηκε το φέρνει σε σύγκρουση, τόσο με τον εαυτό του όσο και με τον αδελφό του καθώς και με τους τρεις παρόντες μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής κατά το επίδικο περιστατικό. Την ίδια ώρα, θα έλεγα ότι εκθεμελιώνει σημαντικό μέρος της εκδοχής του καθώς και του αδελφού του, για πλείστα όσα και οι δυο ανάφεραν συναφώς με το επίδικο περιστατικό. Συγκεκριμένα, όταν η κυρία Περγαντή - μεταξύ άλλων - το ρώτησε τι ακολούθησε του επίδικου περιστατικού, απάντησε ως εξής: «Ήρθαν οι νοσηλευτές, τώρα πόσοι ήταν ή αν ήταν παραπάνω που δυο δε θυμάμαι. Θυμούμαι ότι με τράβηξε προς τα πίσω και η μαμά μου και ο αδελφός μου και στην προσπάθεια να τον τραβήξουν οι συνάδελφοί του κατάφερε και μου έδωσε ακόμη ένα χτύπημα στο πρόσωπο. Με τράβηξε και εμένα ο αδελφός μου για να με γλυτώσει από το Φύτο και έληξε το περιστατικό.» Ακολουθούν τα σχόλιά μου: Καταρχήν, ο ισχυρισμός του ότι, εκτός από τον αδελφό του, τον τράβηξε πίσω και η μαμά του προβάλλεται για πρώτη φορά και μόνο από τον ίδιο. Ακολούθως, ο εν λόγω ισχυρισμός του, αποδομεί πλήρως το υπόβαθρο γεγονότων, που αποτέλεσε και την αιτία, όπως είναι η θέση και των δύο κατηγορούμενων, για τη μετάβασή τους στο νοσοκομείο όπου έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό. Τι εννοώ με αυτό είναι το εξής: αν υποτεθεί ότι οι δυο κατηγορούμενοι μετέβησαν στο νοσοκομείο, μετά που ήρθαν στο σπίτι η μητέρα τους καθώς και η Μ.Υ.1 και τους ενημέρωσαν για όσα προηγήθηκαν στο νοσοκομείο, ανάμεσα στις ίδιες και τον παραπονούμενο και συνεπεία αυτού, οι δυο τους μετέβησαν μαζί στο νοσοκομείο, για να συναντήσουν τον παραπονούμενο και να του επιστήσει την προσοχή του ο 2ος κατηγορούμενος, για την απαράδεκτη και ανάρμοστη συμπεριφορά του προς τη μητέρα του καθώς και την αρραβωνιαστικιά του, τα εύλογα ερωτήματα που ανακύπτουν είναι τα εξής: εν τοιαύτη περιπτώσει, πώς βρέθηκε στο νοσοκομείο και η μητέρα των κατηγορούμενων κατά τον κρίσιμο χρόνο; Ακολούθως, ποιος τράβηξε πίσω το 2ο κατηγορούμενο; Ο αδελφός του, δηλαδή ο 1ος κατηγορούμενος ή αυτός και η μητέρα τους; Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Ο ισχυρισμός του, ευθύς αμέσως, ότι το επίδικο συμβάν ήταν τόσο μικρό, που είναι αδύνατο να υπήρχαν οι διάφοροι σοβαροί τραυματισμοί που έφερε ο παραπονούμενος, όπως αυτοί περιγράφονται στην ιατρική έκθεση της γιατρού Λιασίδου συγκρούεται με την υποβολή της δικηγόρου του προς την εν λόγω γιατρό, ότι, πλείστα όσα αναφέρει στη συγκεκριμένη έκθεση, ήταν αποτέλεσμα των ενεργειών των γιατρών και νοσηλευτών που εκείνο το χρονικό διάστημα τραβούσαν πίσω τον παραπονούμενο για να μην επιτίθεται στον έναν από τους κατηγορούμενους. Ο ισχυρισμός του ότι η γιατρός Πρέστου, τον εξέτασε μετά που πέρασε αρκετή ώρα και του είπε πως δεν έχει τίποτε και του υπογράφει να φύγει - για να επαναλάβω - καταρρίπτεται από την αξιόπιστη μαρτυρία της εν λόγω γιατρού σε συνδυασμό και με όσα αυτή καταγράφει στη σχετική έκθεση εξέτασής του (τεκμήριο 6), από την οποία προκύπτει ότι τον εξέτασε σε ελάχιστο χρόνο μετά το επίδικο περιστατικό (λιγότερο από 20 λεπτά). Και, με δεδομένο ότι, όπως αναφέρεται από τη γιατρό Πρέστου στην ίδια έκθεση για τον κατηγορούμενο, έφερε ήπιο οίδημα με μικρή εκδορά στην έσω επιφάνεια του άνω χείλους δεξιά και ήταν σε υπερένταση, στον οποίο χορηγήθηκε ενέσιμο για τη ζάλη και Panadol, αυτός, δεν μπορεί να ισχυρίζεται βάσιμα, ότι η γιατρός Πρέστου, του είπε πως δεν είχε τίποτε. Η ομολογία του στη συνέχεια, ότι το επίδικο περιστατικό πρέπει να ήταν γύρω «στις 8 παρά.» αναιρεί τον ισχυρισμό του σύμφωνα με τη γραπτή καταγγελία του στον Ιατρικό Λειτουργό του Νοσοκομείου Πάφου (τεκμήριο 10), ότι η γιατρός Πρέστου, τον εξέτασε μετά από 40 λεπτά. Ο ισχυρισμός του δε - τον οποίο προέβαλε απαντώντας σχετική ερώτηση της κυρίας Περγαντή - ότι ο λόγος για τον οποίο η γιατρός Πρέστου τήρησε αυτή τη στάση έναντι του και συγκεκριμένα πήγε να το δει και να τον εξετάσει, σίγουρα πάνω από 35 λεπτά - και τούτο, τη στιγμή που του υποδείχθηκε με πειστικό τρόπο, ότι, αποδεδειγμένα, η κυρία Πρέστου, τον εξέτασε σε ελάχιστο χρόνο από το επίδικο περιστατικό - είναι πρώτο, επειδή ο παραπονούμενος είναι συνάδελφός της και πιστεύει ότι ήθελε να τον καλύψει και δεύτερο, όταν είχε το χτύπημα, η γιατρός Πρέστου κάλεσε άλλη νοσηλεύτρια και της είπε «Βλέπεις κάτι;» και αυτή της απάντησε: «Όχι δεν βλέπω τίποτε.» τον εκθέτει ακόμη περισσότερο ως αναξιόπιστο μάρτυρα. Καταρχήν, ο παραπονούμενος, τον οποίο η γιατρός Πρέστου υποτίθεται πως ήθελε να καλύψει επειδή είναι συνάδελφός της, δεν είναι συνάδελφός της. Ο ένας τότε ήταν νοσηλευτής και ο άλλη, ήταν και είναι γιατρός. Έπειτα, εάν ο λόγος που υποτίθεται καθυστέρησε να τον εξετάσει είναι ο ίδιος, δηλαδή, επειδή ήθελε να καλύψει τον παραπονούμενο, τότε τι πρέπει πει ο παραπονούμενος για τον ίδιο, ο οποίος, αποδεδειγμένα εξετάστηκε 10 λεπτά προηγουμένως; Τέλος, η φερόμενη στιχομυθία της γιατρού Πρέστου με τη νοσηλεύτρια, εκτός του ότι δεν υποβλήθηκε στη γιατρό Πρέστου, ούτε και θα μπορούσε να αποτελεί γεγονός, δεδομένου ότι και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, η γιατρός Πρέστου, δεν μπορεί να ρωτούσε τη νοσηλεύτρια εάν βλέπει κάτι πάνω του και αυτή να της απαντά πως δε βλέπει τίποτε και ακολούθως, η πρώτη, στην έκθεσή της, να αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος έφερε το ήπιο οίδημα, με τη μικρή, έστω, εκδορά, στο άνω χείλος. Όταν του υποδείχθηκε η θέση του, ότι ο παραπονούμενος έφυγε από το νοσοκομείο γιατί υπήρχαν πολλά παράπονα από ασθενείς, έδωσε μια απάντηση, η οποία, πραγματικά αντιστρατεύεται πλήρως την κοινή λογική. Ακολουθεί αυτούσια: «Ότι υπάρχουν καταγγελίες και αυτό το γνωρίζω, το άκουσα και σίγουρα, κάποιος άνθρωπος δε φεύγει σήμερα από το νοσοκομείο, χωρίς λόγο να πηαίνει, απ' ό,τι ξέρω, δάσκαλος και να το διώχνουν και από δάσκαλο, σημαίνει ότι είναι η συμπεριφορά του.» Ομολογώ, μου προκαλεί κατάπληξη το γεγονός, ότι, στην απέλπιδα προσπάθειά του να πλήξει το χαρακτήρα και την καλή φήμη του παραπονούμενου στο εργασιακό του περιβάλλον, θα έφθανε στο σημείο να αναφέρεται τόσο απαξιωτικά στο λειτούργημα του δασκάλου σε σχέση με το, επίσης σοβαρό λειτούργημα του νοσηλευτή, πλην όμως, που ως θέμα καθαρά κοινής λογικής και θα έλεγα, και δικαστικής γνώσης, το πρώτο, από κάθε άποψη - μισθολογική και άλλη - υπερέχει καταφανώς του δεύτερου. Όμως, η ευκολία με την οποία ο κατηγορούμενος, στο ίδιο πλαίσιο, σαφώς και έλεγε ψέματα καταφαίνεται από την απάντησή του στην υποβολή που του έγινε ευθύς αμέσως. Τόσο η υποβολή όσο και η απάντησή του ακολουθούν αυτούσιες: «Εγώ σας υποβάλλω κύριε, ότι ο Νεόφυτος δεν έφυγε από το νοσοκομείο, λόγω παραπόνων ασθενών, αλλά, λόγω του ότι είχε και άλλο πτυχίο και διορίστηκε στο δημόσιο ως δάσκαλος που εργάζεται ως σήμερα.» Και η απάντησή του: «Τα υποθέτω αυτά.» Όταν ευθύς αμέσως, του υποδείχθηκε πως, όταν η δικηγόρος του υπόβαλε στον παραπονούμενο ότι η παραίτησή του από το νοσοκομείο οφειλόταν στα παράπονα που υπήρχαν εκ μέρους των ασθενών και αυτός απαντώντας, ρώτησε την κυρία Κορακίδου, εάν έχουν στοιχεία και αυτή του είπε πως εάν αυτή είναι η απάντησή του, θα του δώσει στοιχεία, οπότε, η κυρία Περγαντή, ουσιαστικά του ζήτησε να θέσει ενώπιόν μου αυτά τα στοιχεία, απάντησε ως εξής: «Δυστυχώς δεν μπορώ να πάρω τέτοια στοιχεία. Δε μου δίνει τέτοιες πληροφορίες το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, για να μπορώ να αποδείξω.» Ακολουθούν και πάλι τα σχόλια μου: Καταρχήν, τόσο ο ίδιος όσο και ο αδελφός του, στη γραπτή κατάθεσή τους ισχυρίζονται ότι η οικογένειά τους είχε ακούσει από διάφορους γνωστούς τους, ασθενείς και εργαζόμενους στο νοσοκομείο Πάφου, ότι ο παραπονούμενος ήταν αγενής και απότομος και υπήρχαν πολλά παράπονα εναντίον του, επομένως, δεν αντιλαμβάνομαι κατά ποια έννοια και με ποια λογική, ο κατηγορούμενος θα έπρεπε να αποταθεί στο νοσοκομείο για τις πληροφορίες/στοιχεία που θα τεκμηρίωναν τον ισχυρισμό του, ότι η παραίτηση του παραπονούμενου από το νοσοκομείο, οφειλόταν στα παράπονα που υπήρχαν σε βάρος του εκ μέρους των ασθενών. Ακολούθως διερωτώμαι και για το εξής: τελικά, ποιος είναι ο πραγματικός λόγος για τον οποίο δεν μπορούσε να προσκομίσει τα στοιχεία που του ζητήθηκαν; Αυτός που ανάφερε ο ίδιος ή αυτός που ανάφερε ο αδελφός του, ο οποίος, αντεξεταζόμενος κι αυτός, ισχυρίστηκε ότι δε θέλει να κατονομάσει τα πρόσωπα από τα οποία είχαν ακούσει ότι ο παραπονούμενος ήταν αγενής και απότομος και υπήρχαν πολλά παράπονα εναντίον του, επειδή, κάποιοι είναι συνάδελφοί του και δε θέλει να δημιουργήσει άλλα θέματα και προβλήματα μεταξύ τους. Το μέγεθος των νέων αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε ο κατηγορούμενος, τόσο αυτοτελώς όσο και με τον αδελφό του είναι ολοφάνερο. Ο ισχυρισμός του πως, ότι ο παραπονούμενος είχε εγχειριστεί στη μύτη, πριν από το επίδικο περιστατικό, το έμαθε ένα περίπου χρόνο μετά το συμβάν συγκρούεται με τον ισχυρισμό του της παραγράφου 20 της γραπτής του κατάθεσης - που αποτελεί και την κυρίως εξέτασή του -, σύμφωνα με τον οποίο άκουσε για το συγκεκριμένο γεγονός, μετά που είχε μαρτυρήσει ο παραπονούμενος στο Δικαστήριο. Το επίδικο συμβάν έγινε τον Ιούλιο του 2013, ένας χρόνο μετά από αυτό μας φέρνει στο 2014 και ο παραπονούμενος κατάθεσε γι αυτό στο Δικαστήριο, περί το τέλος του
- Επομένως δεν μπορεί να ισχύουν και τα δυο που ανάφερε ο κατηγορούμενος. Και κάτι τελευταίο. Όταν καθαρά διευκρινιστικά, ρωτήθηκε εκ μέρους μου εάν είπε ότι τον παραπονούμενο τον έδιωξαν και από δάσκαλο, «Έτσι γνωρίζω.» απάντησε. Ερωτηθείς ακολούθως από την κυρία Περγαντή, πώς το γνωρίζει αυτό, «Είμαστε στην Πάφο είναι μικρή κοινωνία, δε θέλω να αναφέρω ονόματα.» ήταν η απάντησή του. Η ευκολία με την οποία εντελώς αυθαίρετα επιχειρούσε να κηλιδώσει τον παραπονούμενο γενικά ως άνθρωπο και όταν του ζητείτο στοιχειώδης τεκμηρίωση για ό,τι του καταμαρτυρούσε απέφευγε να το κάνει είναι εκπληκτική. Εάν ευσταθούσε ο εν λόγω ισχυρισμός του ομολογώ δεν αντιλαμβάνομαι για ποιο λόγο δεν ήθελε να κατονομάσει έστω και ένα από εκείνους που υποτίθεται ότι του είπαν πως έδιωξαν τον παραπονούμενο και από το δάσκαλο. Αυτό μόνο του ζητήθηκε να πει και όχι το λόγο για τον οποίο τον είχαν διώξει. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας και αυτού ως μάρτυρα. Όσα ακολουθούν αποβλέπουν σε τεκμηρίωση της κρίσης μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία της συζύγου του 2ου κατηγορούμενου, Θάλειας Τοφαρή (Μ.Υ.1). Ειδικότερα: Αρχίζοντας από τη γραπτή κατάθεσή της στην Αστυνομία (τεκμήριο 13), περί το τέλος ισχυρίζεται ότι, μετά που της είχε συμπεριφερθεί απρεπώς ο παραπονούμενος οπότε άρχισε να κλαίει και ζήτησε να την εξετάσει κάποιος άλλος νοσηλευτής, ακολούθως, αφού την εξέτασαν, έφυγε από το νοσοκομείο και πήγε μαζί με την πεθερά της στο σπίτι. Στη γραπτή καταγγελία του παραπονούμενου στον Επαρχιακό Ιατρικό Λειτουργό του Νοσοκομείου Πάφου (τεκμήριο 12) που έκανε μαζί με την πεθερά της αναφέρει ότι, φεύγοντας από το Τμήμα Α' Βοηθειών, ο παραπονούμενος τής είπε να πιάσει το παπούτσι της και να φύγει. Στην κυρίως εξέταση ισχυρίστηκε πως, όταν ζήτησε από τον παραπονούμενο να τη δει κάποιος άλλος γιατρός, αυτός έπιασε το παπούτσι και της το έριξε προς την πόρτα και της είπε να το πιάσει και να φύγει. Το μέγεθος των αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε και μάλιστα, εντελώς αβίαστα είναι ολοφάνερο. Ο ισχυρισμός της στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, ότι την ώρα που βγήκαν από το νοσοκομείο με την πεθερά της, η τελευταία έπιασε τηλέφωνο κάποιο από το νοσοκομείο και ρώτησε: «Ένας αναιδής που δουλεύει και έχει βάρδια εκεί μέσα, ποιος είναι;» και τους κατονόμασαν το Νεόφυτο, δηλαδή τον παραπονούμενο είναι εξίσου παράλογος και στερούμενος πειστικότητας, αλλά και σε αντίθεση, με τον ισχυρισμό του συζύγου της - 2ου κατηγορούμενου, ο οποίος, όταν αντεξεταζόμενος ρωτήθηκε πού ήξερε η μητέρα του το όνομα του Φύτου απάντησε ως εξής: «Έπιασε τηλέφωνο μετά το περιστατικό ένα συνάδελφο του Νεόφυτου, ρώτησε ποιος νοσηλευτής είναι υπηρεσία τώρα που έχει άσχημη και ανάρμοστη συμπεριφορά και της είπαν "Σίγουρα είναι ο Φύτος".» Σε αντίθεση με την ίδια που φέρει την πεθερά της να ζητά να μάθει τον αναιδή που είχε βάρδια το επίδικο βράδυ σ' ένα ολόκληρο νοσοκομείο, ο σύζυγός της, τουλάχιστον φέρει τη μητέρα του να ρωτά για το νοσηλευτή που έχει άσχημη και ανάρμοστη συμπεριφορά. Όσα ακολουθούν είναι από την αντεξέτασή της. Ειδικότερα: Όταν ρωτήθηκε γιατί στην κατάθεσή της στην Αστυνομία δεν είπε ότι ο παραπονούμενος τής έριξε το παπούτσι και της είπε να φύγει, απάντησε ως εξής: «Όπως σας το είπα τώρα, έτσι τα είπα και στην Αστυνομία εγώ. Αν παρέλειψε κάποια πράγματα δε γνωρίζω. Εγώ, όπως είπα η υπογραφή ήταν δική μου τα είπα, το υπόγραψα, ήμουν χτυπημένη, επονούσα κιόλας, πήγα μόνο για να κάνω την κατάθεση και έφυγα.» Απαντώντας στην επόμενη ερώτηση ισχυρίστηκε πως δε θυμάται εάν προτού υπογράψει την κατάθεσή της, της την έδωσαν και τη διάβασε και στην επόμενη ερώτηση, ότι την υπόγραψε, γιατί όπως τα είπε, τυπώθηκαν πάνω στο χαρτί. Όταν της υποδείχθηκε ότι στο τέλος της κατάθεσής της αναφέρεται από τον αστυνομικό που την έλαβε ότι της τη διάβασε και την υπόγραψε ως ορθή στην παρουσία του ισχυρίστηκε πως δε θυμάται να της είχε διαβάσει την κατάθεση ο αστυνομικός, στον οποίο απέδωσε ότι επέμενε να χρησιμοποιήσει το ρήμα «φιλήσω» αντί «γλείψω» που είπε η ίδια. Η προσπάθειά της να δικαιολογήσει τη μη αναφορά στη γραπτή κατάθεσή της στην Αστυνομία, της πλέον ανάρμοστης ενέργειας απ' όσες αποδίδει στον παραπονούμενο, που είναι ότι της είχε ρίξει το παπούτσι στην πόρτα, τη στιγμή μάλιστα που δεν μπορούσε να πατήσει το πόδι της, την οδήγησε στις σοβαρές αντιφάσεις που αναδύονται από το παραπάνω απόσπασμα από την αντεξέτασή της. Επί του ισχυρισμού της, ότι την καταγγελία του παραπονούμενου (τεκμήριο 12), τη σύνταξε η ίδια και η πεθερά της ισχύουν όσα και για τις γραπτές καταθέσεις των κατηγορούμενων. Απλή αντιπαραβολή του περιεχομένου της εν λόγω καταγγελίας καθώς και του τύπου της, με αυτά της αντίστοιχης καταγγελίας του 2ου κατηγορούμενου καθιστά απολύτως σαφές, ότι και οι δυο καταγγελίες καθώς και οι γραπτές καταθέσεις των κατηγορούμενων, συντάχθηκαν από το ίδιο άτομο, πιθανότατα, από κάποιο δικηγόρο. Ο ισχυρισμός της, ότι στη γραπτή κατάθεσή της στην Αστυνομία ανάφερε ότι στον ουσιώδη χρόνο την εξέτασε η γιατρός Πρέστου, αλλά, εάν δεν το βάλανε δε γνωρίζει - κάτι που ισχύει γενικά για όλα όσα ισχυρίστηκε πως είπε στην λόγω κατάθεσή της και υποτίθεται πως δεν καταγράφηκαν - από τη μια αναδεικνύει την ευκολία με την οποία κι αυτή προέβαλλε ψευδείς ισχυρισμούς και από την άλλη, τη φέρνει σε σύγκρουση με το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας, δοθέντος ότι, η γραπτή κατάθεσή της στην Αστυνομία, αποτελεί τέτοια μαρτυρία. Προστίθενται και τα εξής, τα οποία, ούτε και τη νομιμοποιούν να ισχυρίζεται ότι εξετάστηκε από τη γιατρό Πρέστου: η ευπαίδευτη δικηγόρος των κατηγορούμενων άρχισε την αντεξέταση της κυρία Πρέστου, ρωτώντας την εάν την επίδικη μέρα περιήλθε σε γνώση της από οποιονδήποτε άλλο εργαζόμενο στο νοσοκομείο, ότι ασθενής που προσήλθε για να λάβει υπηρεσίες νοσηλείας αρνήθηκε να εξεταστεί από τον παραπονούμενο. Η μάρτυρας απάντησε ως εξής: «Από γιατρό εξετάζονται οι ασθενείς, δεν ξέρω τα αίτια, τι συνέβηκε πριν, δεν ήμουν παρούσα. Εγώ γνωρίζω ότι 19:30 πήρα δουλειά, κάτι είχε προηγηθεί, δεν γνωρίζω, δεν ήμουν παρούσα, δεν θυμάμαι εάν μου έχει πει κάποιος..» Δεδομένης της εν λόγω απάντησης της γιατρού Πρέστου σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι αυτή, στη συνέχεια, ούτε ρωτήθηκε εάν, μα ούτε και της υποβλήθηκε ότι εξέτασε τη μάρτυρα στον ουσιώδη χρόνο, η τελευταία, δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι συνέβη αυτό. Όταν της υποδείχθηκε ότι με τη γραπτή καταγγελία του παραπονούμενου από την ίδια και την πεθερά της (τεκμήριο 12), του αποδίδουν και ότι έκανε χειρονομίες και κλήθηκε να εξηγήσει ποιες ήταν αυτές οι χειρονομίες, αρχικά ισχυρίστηκε πως δεν έκανε χειρονομίες προς τα πάνω της. Όταν της υποβλήθηκε πως, όλα, όσα λέει στο Δικαστήριο είναι ψευδή, επειδή προηγουμένως είπε ότι με τον παραπονούμενο είχαν μόνο μια λεκτική αντιπαράθεση, σε σχέση με τη γραπτή καταγγελία του παραπονούμενου, με την οποία του αποδίδουν ότι έκανε χειρονομίες, έδωσε μια απάντηση, η οποία, βασικά επιβεβαιώνει πλήρως το περιεχόμενο της υποβολής που της έγινε. Η απάντησή της ακολουθεί αυτούσια: «Έκανε κινήσεις με τα νεύρα του, έτσι πράγματα. Κινήσεις έκαμε που εμίλαν και δεν ανέφερα ότι έκαμε πάνω μου κάποια κίνηση.» Ότι και αυτή υποτιμά μάλλον τη νοημοσύνη μας είναι ολοφάνερο. Διερωτώμαι ειλικρινά, τι σχέση μπορεί να έχουν ως έννοια οι χειρονομίες με τις κινήσεις με τα νεύρα και κυρίως, σε τι μπορεί να συνίστανται οι κινήσεις με τα νεύρα. Κάποια στιγμή ισχυρίστηκε ότι ενώ ξάπλωνε είδε το σύζυγό της τραυματισμένο. Μετά, όπως είπε πήγαν ξανά στο νοσοκομείο, επειδή ήταν χτυπημένος στο κεφάλι και στο στόμα. Όταν ακολούθως ρωτήθηκε εάν μετά που ο σύζυγός της είχε επιστρέψει από το νοσοκομείο, παρόλο που η ίδια ξάπλωνε λόγω του προβλήματος που είχε με το πόδι της, πήγαν ξανά στο νοσοκομείο, απάντησε ως εξής: «Νομίζω ναι, νομίζω πήγαμε, κάμαμε, δε θυμάμαι. Νομίζω κάποιος με πήρε τηλέφωνο, αλλά δεν είμαι σίγουρη και μου είπε ότι είναι μέσα στο νοσοκομείο, δεν είμαι σίγουρη, δε θυμάμαι.» Απαντώντας στην επόμενη ερώτηση ισχυρίστηκε ότι θυμάται ότι τον κράτησαν στο νοσοκομείο για να κάμει κάποιες εξετάσεις και στην αρχή τον έδιωξαν και αυτός επέμενε να του κάνουν εξετάσεις, αλλά δεν ξέρει λεπτομέρειες, δε θυμάται. Λίγο αργότερα, ισχυρίστηκε ότι η ίδια ξαναπήγε νοσοκομείο για δει τον άντρα της, γιατί δεν ήξερε πόσο χτύπησε. Ακολούθως, απαντώντας κάποια άλλη ερώτηση ισχυρίστηκε ότι που τον κράτησαν μέσα το σύζυγό της για να του κάνουν κάποιες εξετάσεις είχε πάει και αυτή στο νοσοκομείο και μετά έφυγε. Μάλιστα, όπως είπε, θυμάται ότι ο άνδρας της, τους παρακαλούσε να τον ελέγξουν γιατί ήταν χτυπημένος. Αυτό έγινε μπροστά της και δεν παρακαλούσε μόνο ένα συγκεκριμένο γιατρό, νοσηλευτή, να τον εξετάσει. Πέρασαν 2-3 γιατροί και τους έλεγε τα ίδια πράγματα. Πέραν από τις προφανείς αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε είναι και γεγονός πως, ακόμη και ο σύζυγός της - 2ος κατηγορούμενος, ουδέποτε ισχυρίστηκε πως ήταν και αυτή παρούσα στο νοσοκομείο, καθ' ον χρόνο υποτίθεται διαδραματίζονταν όλα τα παραπάνω. Τέλος, για τον ισχυρισμό της, ότι, στη γραπτή κατάθεσή της στην Αστυνομία ανάφερε τα γεγονότα όπως τα είπε και στο Δικαστήριο και απ' ό,τι κατάλαβε, ο αστυνομικός που την πήρε παρέλειψε κάποιες πολύ σημαντικές λεπτομέρειες, την παραπέμπω σε προηγούμενη απάντησή της σύμφωνα με την οποία, υπόγραψε την εν λόγω κατάθεση, γιατί όπως τα είπε τυπώθηκαν πάνω στο χαρτί καθώς και στη δήλωση του αστυφύλακα που της πήρε την κατάθεση, εντελώς στο τέλος, ότι της τη διάβασε και ως ορθή την υπόγραψε στην παρουσία του. Θεωρώ πως, ούτε και στην περίπτωσή της χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να τεκμηριώσω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ και αυτή αναξιόπιστη, στην έκταση που αναφέρεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω). Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου βρίσκω ότι τα ουσιαστικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι τ' ακόλουθα: Στον ουσιώδη χρόνο, ο παραπονούμενος, Νεόφυτος Στεφάνου (Μ.Κ.1) εργαζόταν ως νοσηλευτής στο Τμήμα Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Στις 6/7/2013 ανέλαβε υπηρεσία στις 19:
- Λίγο αργότερα μετέβη στο Τμήμα Α' Βοηθειών η αρραβωνιαστικιά - και μετέπειτα σύζυγος - του 2ου κατηγορούμενου, Θάλεια Τοφαρή (Μ.Υ.1), συνοδευόμενη από την πεθερά της, η οποία του ανάφερε ότι είχε πατήσει μια σπόντα και ότι ακολούθως ήρθε στο τμήμα όπου της έβαλαν μια κρέμα και της είπαν να φύγει. Επειδή όταν έφυγε εξακολουθούσε να πονά, γι αυτό επέστρεψε. Όταν ο παραπονούμενος τη ρώτησε εάν την πρώτη φορά που ήρθε της είχαν δώσει οδηγίες, απάντησε αρνητικά. Ερωτηθείσα για το λόγο, όπως είπε στον παραπονούμενο, της είπαν να βάζει το πόδι της στο αλατόνερο. Αυτός δε, με τη σειρά του, της είπε ότι αυτό είναι μέρος της θεραπείας. Τότε, η μάρτυρας, του είπε πως δεν το θέλει για νοσηλευτή και να της μιλά καλύτερα. Ο παραπονούμενος τής είπε: «μάλιστα» και αποχώρησε οπότε και συνέχισε την εργασία του, ασχολούμενος με άλλους ασθενείς. Προηγουμένως, της είπε πως πρέπει να περιμένει να εξεταστεί από γιατρό. Μισή περίπου ώρα αργότερα και συγκεκριμένα, γύρω στις 19:45, ενώ ο παραπονούμενος βρισκόταν στο πίσω μέρος του εξεταστηρίου 1 τού Τμήματος Α' Βοηθειών πήγε και το βρήκε ο 2ος κατηγορούμενος, ο οποίος το ρώτησε εάν είναι ο Φύτος. Με το που του είπε πως είναι αυτός, ο 2ος κατηγορούμενος, εντελώς αιφνιδιαστικά, τον πήρε από το λαιμό με το αριστερό του χέρι και τον έσπρωξε βίαια πίσω στον τοίχο όπου χτύπησε το κεφάλι του. Ταυτόχρονα, με το δεξί του χέρι, το χτύπησε στο πρόσωπο και στο κεφάλι. Στη συνέχεια επενέβη και ο αδελφός του 2ου κατηγορούμενου, δηλαδή ο 1ος κατηγορούμενος, ο οποίος άρχισε κι αυτός να το χτυπά. Για να προστατευτεί έβαλε τα χέρια του στο πρόσωπό του και έσκυψε το κεφάλι του προς τα κάτω. Το όλο επεισόδιο έληξε, χάριν στην άμεση επέμβαση αριθμού γιατρών και συναδέλφων του παραπονούμενου, ανάμεσά τους και η γιατρός Πρέστου (Μ.Κ.2) καθώς και η νοσηλευτική λειτουργός Μιχαήλ (Μ.Κ.4), οι οποίοι απομάκρυναν τον παραπονούμενο από τους κατηγορούμενους. Προστίθενται και τα εξής: Όταν οι κατηγορούμενοι εισήλθαν στο Τμήμα Α' Βοηθειών, ήταν θυμωμένοι και βιαστικοί, φώναζαν και αναζητούσαν ονομαστικά τον παραπονούμενο. Συγκεκριμένα, με το που είδαν τη Μιχαήλ (Μ.Κ.4), η οποία, εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στην κύρια πόρτα εισόδου του Τμήματος Α' Βοηθειών, τη ρώτησαν πού είναι ο Φύτος ο νοσοκόμος και αυτή τους απάντησε πως δεν ξέρει, θεωρώντας ότι τους έλεγε ψέματα, ακολούθως προχώρησαν στο διάδρομο και συνέχισαν να αναζητούν, ονομαστικά και πάλι τον παραπονούμενο. Το τι έγινε στη συνέχεια, αφού τον εντόπισαν έχει ήδη αναφερθεί. Καθ' ον χρόνο εκτυλισσόταν το επίδικο περιστατικό, στο Τμήμα Α' Βοηθειών υπήρχε αρκετός κόσμος, ασθενείς, μικρά παιδιά και μια έγκυος, οι οποίοι, εξαιτίας του περιστατικού, αναστατώθηκαν και φώναζαν. Μετά το συμβάν και συγκεκριμένα, στις 20:15, ο παραπονούμενος εξετάστηκε από τη γιατρό του Τμήματος Α' Βοηθειών, Μαρίνα Λιασίδου (Μ.Κ.3), η οποία, στη σχετική έκθεσή της (τεκμήριο 4) - μεταξύ άλλων -αναφέρει τα εξής: Ο παραπονούμενος τής ανάφερε κάκωση κεφαλής, άλγος στην ινιακή χώρα καθώς και πονοκέφαλο και ζάλη, μετά από ξυλοδαρμό. Έφερε εκδορές βραχιονίου - αντιβραχίου εξωτερικής επιφάνειας άμφω, περίπου 15 × 15 c.m., εκδορά, οίδημα, άλγος και παραμόρφωση ρινός, μώλωπες και οίδημα μετωπιαίας χώρας και κροταφικής αριστερά καθώς και εκδορές μετωπιαίας χώρας δεξιά. Ακόμη έφερε εκδορές τραχηλικής χώρας και αποτυπώματα άκρας χειρός από προσπάθεια πνιγμονής. Του συστήθηκε παραμονή στο νοσοκομείο για παρακολούθηση, στο οποίο δέχομαι τον ισχυρισμό του ότι παρέμεινε δυο μέρες. Σημειώνονται και τα εξής, τα οποία ανάφερε η μάρτυρας, απαντώντας σε διάφορες διευκρινιστικές ερωτήσεις της ευπαίδευτης εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής: Όταν λέει παραμόρφωση ρινός εννοεί τη μύτη. Στην προκειμένη περίπτωση, η παραμόρφωση συνίστατο στο ότι λόγω του πρηξίματος που είχε ο παραπονούμενος στο συγκεκριμένο σημείο, η μύτη φαινόταν άνιση. Όταν λέει εκδορές τραχηλικής χώρας αναφέρεται στο λαιμό. Σε ό,τι αφορά την αναφορά της για αποτυπώματα άκρας χειρός από προσπάθεια πνιγμονής, ερωτηθείσα πώς κατέληξε στο συγκεκριμένο εύρημα, όπως είπε, όπως το αντιλήφθηκε φαινόντουσαν κοκκινίλες στα δυο σημεία της τραχηλικής χώρας οπότε και πιθανολόγησε ότι ο πιο πιθανός τρόπος ήταν μάλλον στην προσπάθεια πνιγμονής. Προφανώς, η θέση της μάρτυρος συνάδει με τον ισχυρισμό του παραπονούμενου ότι στον ουσιώδη χρόνο, ο 2ος κατηγορούμενος τον πήρε από το λαιμό. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν την κατηγορία της αξιόποινος παράνομη είσοδος, κατά παράβαση των άρθρων 280 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της σχετικής - 1ης κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι την 6η Ιουλίου του 2013, στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, αφού εισήλθαν νόμιμα στο χώρο των Α' Βοηθειών, παρέμειναν παράνομα, με σκοπό να διαπράξουν μέσα σ' αυτό τα αδικήματα που αναφέρονται στις κατηγορίες 2 και
- Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 493: «Το Άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, προβλέπει ότι όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος ή με σκοπό τον εκφοβισμό, εξύβριση ή όχληση του κατόχου τέτοιας περιουσίας, ή όποιος αφού εισέλθει νόμιμα σε μια τέτοια περιουσία, παραμένει σ' αυτή παρανόμως με σκοπό τον εκφοβισμό, την εξύβριση ή όχληση του κατόχου της περιουσίας ή με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, είναι ένοχος πλημμελήματος. ........ ........ Το Άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, δημιουργεί ένα αδίκημα το οποίο συνίσταται ουσιαστικά στην παράνομη παρουσία προσώπου με σκοπό τον εκφοβισμό, την εξύβριση ή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. Ο νόμος ήθελε να καταστήσει σαφές ότι το αδίκημα της παράνομης επέμβασης διαπράττεται ανεξαρτήτως του αν ο κατηγορούμενος εισήλθε μεν νομίμως, αλλά στη συνέχεια εξετράπη ή αν εισήλθε στη συγκεκριμένη περιουσία με πρόθεση εξ αρχής να διαπράξει τα αδικήματα που αναφέρονται στο Άρθρο 280. Δεν είναι, κατά την κρίση μας, θέμα πρώτου ή δευτέρου μέρους του άρθρου, όπως έγινε προσπάθεια να διατυπωθεί κατά την ακρόαση. Το Άρθρο 280 ουσιαστικά στοιχειοθετεί ένα αδίκημα το οποίο συνίσταται στην είσοδο ή παραμονή προσώπου σε υποστατικό με σκοπό την εξύβριση, εκφοβισμό ή διάπραξη ποινικού αδικήματος.» Καθόλα σχετικά είναι και τ' ακόλουθα από τη απόφαση στην υπόθεση Ανθία ν. Δημοκρατίας (Αρ. 1)
(1999)2 Α.Α.Δ. 404: «Η πρόθεση όχλησης αποτελεί απαραίτητο στοιχείο του αδικήματος (Protopapas, πιο πάνω). Σύμφωνα με καλώς θεμελιωμένη νομολογιακή αρχή η πρόθεση μπορεί να συναχθεί ως πραγματικό γεγονός από τις περιστάσεις που περιβάλλουν την συγκεκριμένη υπόθεση. Δεν είναι αρκετό ότι το συμπέρασμα για ύπαρξη πρόθεσης είναι εύλογο, πρέπει να είναι το μόνο εύλογο συμπέρασμα το οποίο μπορεί να συναχθεί από τα γεγονότα. Το βάρος απόδειξης της πρόθεσης το φέρει η κατηγορούσα αρχή σε όλα τα στάδια της δίκης (Βλ. Stavrinou v. Republic
(1969)2 C.L.R. 97, 104, Pefkos v. Police
(1961)C.L.R. 340, Katelaris v. Police
(1980)2 C.L.R. 230, Eracleous v. Police
(1972)2 C.L.R. 102, R. v. Georghiades (No. 2) 22 C.L.R. 128 και Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258, 262). Η πρόθεση δεν μπορεί να αποδειχθεί με θετική άμεση απόδειξη. Ωστόσο τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του. (Georghiades, πιο πάνω, σελ. 133). Την ίδια προσέγγιση βρίσκουμε και στο "The Penal Law of India" by Dr. Sir Harri Singh Gour 9th ed., Vol. IV, σελ. 3576-113 σε σχέση με την έννοια του όρου "intent to annoy" στο άρθρο 441 του Ινδικού Ποινικού Κώδικα, το λεκτικό του οποίου είναι ταυτόσημο με το δικό μας άρθρο 280. Την παραθέτουμε: ............................ ............................ Σε μετάφραση: "... άμεση μαρτυρία της πρόθεσης δύσκολα μπορεί ποτέ να παρουσιασθεί και η πρόθεση πρέπει στις περισσότερες υποθέσεις να συναχθεί από τις περιστάσεις. Υπάρχει ένα καλώς γνωστό τεκμήριο ότι ο κάθε άνθρωπος έχει πρόθεση να επιφέρει τις πιθανές συνέπειες των πράξεων του. Το τεκμήριο είναι μαχητό, αλλά εάν δεν ανατραπεί θα ισχύσει. Η ενόχληση στην οποία γίνεται αναφορά στο άρθρο 441 του Ινδικού Ποινικού Κώδικα δεν σκοπείται να είναι ακαριαία. Μπορεί να επισυμβεί σε μεταγενέστερο στάδιο."» Παρατηρώ τα εξής: Το Τμήμα Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, στο οποίο εργαζόταν ο παραπονούμενος στον ουσιώδη χρόνο, όπου έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό, προφανώς αποτελεί περιουσία, η οποία τελούσε στην κατοχή και του παραπονούμενου. Απ' εκεί και πέρα, ο τρόπος με τον οποίο εισήλθαν σ' αυτό οι κατηγορούμενοι (θυμωμένοι και βιαστικοί), οι οποίοι φωνάζοντας, αλλά και αδιαφορώντας πλήρως για το γεγονός ότι βρίσκονταν σε νοσοκομείο, αναζητούσαν ονομαστικά τον παραπονούμενο και όσα ακολούθησαν, ευθύς αμέσως, αφού το βρήκαν και με το που το ρώτησε ο 2ος κατηγορούμενος εάν είναι ο Φύτος, του απάντησε καταφατικά, με αποκορύφωμα τον ξυλοδαρμό του και από τους δυο κατηγορούμενους, όλα αυτά, εξ αντικειμένου στοιχειοθετούν και αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και το σκοπό της εκεί μετάβασης και παραμονής τους, που δεν ήταν άλλος, παρά η διάπραξη του αδικήματος της επίθεσης εναντίον του παραπονούμενου καθώς και της ανησυχίας, αδικήματα τα οποία, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, διέπραξαν. Και, με δεδομένο ότι, στο βαθμό που επιχείρησαν να ανατρέψουν το τεκμήριο, ότι κάθε πρόσωπο έχει πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεών του (βλ. την Ανθία, ανωτέρω), κρίθηκαν αναξιόπιστοι και η μαρτυρία τους ψευδής, η ευθύνη τους για τη διάπραξη του αδικήματος στοιχειοθετείται πλήρως. Η 2η κατηγορία που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι περικλείει το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση των άρθρων 243 και 20 του Ποινικού Κώδικα. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της εν λόγω κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, επιτέθηκαν εναντίον του νοσηλευτή Νεόφυτου Στεφάνου και του προκάλεσαν πραγματική σωματική βλάβη. Το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα που δημιουργεί το αδίκημα προνοεί ότι: «Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι πρώτο, η επίθεση, κατά το άρθρο 242 του ποινικού κώδικα και δεύτερο, αποτέλεσμα της οποίας είναι η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Το αδίκημα της κοινής επίθεσης κατά το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα στοιχειοθετείται εφόσον αποδειχθεί ότι κάποιο πρόσωπο ασκεί βία εναντίον κάποιου άλλου, είτε με πρόθεση είτε απερίσκεπτα. Στην υπόθεση R. v. Vienna
(1975)3 All E.R. 788 τέθηκαν οι νομολογιακές αρχές και αποφασίστηκε ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της επίθεσης, δε χρειάζεται η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει πρόθεση. Ο όρος «επίθεση» χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο, χωρίς τη συγκατάθεσή του. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574, το άρθρο 242 του Νόμου δε συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης, με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος. Απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας, χωρίς νομικό έρεισμα. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί και χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το άλλο πρόσωπο [βλ. R. v. Rolphe
(1953)36 Cr. App. R. και Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1988)3 All E.R. 445]. Βλ. επίσης το σύγγραμμα Archbold Pleading and Practice, 40η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1280. Όταν, ως αποτέλεσμα της επίθεσης - υπό την έννοια όσων αναφέρονται πιο πάνω - προκαλείται πραγματική σωματική βλάβη στοιχειοθετείται το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα. Στο σύγγραμμα Russel on Crime, σελ. 629 αναφέρεται ότι δεν υπάρχει ορισμός της πραγματικής σωματικής βλάβης, ενώ σημειώνεται ότι αυτή μπορεί να σημαίνει εσωτερικές ή εξωτερικές κακώσεις. Ωστόσο, στην υπόθεση Γεωργιάδης ν. Αστυνομίας
(1985)2 Α.Α.Δ. 56 αναφέρεται ότι μια επιπόλαια εκδορά στο πρόσωπο και κοκκίνισμα, ήταν αρκετά για στοιχειοθέτηση του αδικήματος της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Ούτε και είναι ανάγκη ο τραυματισμός να έχει μόνιμο χαρακτήρα ή να είναι τέτοιος που να τον κατατάσσει στη βαριά σωματική βλάβη, καθώς, πραγματική σωματική βλάβη θεωρείται και επίθεση που προκαλεί υστερική νευρική κατάσταση (βλ. την Αχτάρ κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 397). Παρατηρώ τα εξής: Η ενέργεια του 2ου κατηγορούμενου αρχικά, ο οποίος, αφού έπιασε τον παραπονούμενο από το λαιμό, τον έσπρωξε βίαια πίσω στον τοίχο, όπου χτύπησε το κεφάλι του, ενώ την ίδια ώρα, με το άλλο χέρι τού χτυπούσε στο πρόσωπο και στο κεφάλι αποτελεί εκ προθέσεως άσκηση βίας εκ μέρους του κατηγορούμενου - δηλαδή επίθεση -, εναντίον του παραπονούμενου, η οποία ασκήθηκε, παράνομα και προφανώς, χωρίς τη συγκατάθεση του τελευταίου. Το ίδιο ισχύει και για το γεγονός, ότι, ουσιαστικά, κατά τον ίδιο χρόνο άρχισε να χτυπά τον παραπονούμενο και ο 1ος κατηγορούμενος. Απ' εκεί και πέρα, οι διάφορες κακώσεις και τραυματισμοί που έφερε ο παραπονούμενος, κατά την εξέτασή του μερικά λεπτά αργότερα, από τη γιατρό Λιασίδου (Μ.Κ.3), όπως αυτά καταγράφονται στη σχετική έκθεσή της (τεκμήριο 4, ανωτέρω), ασφαλώς συνιστούν πραγματική σωματική βλάβη. Και, με δεδομένο πως δε δέχομαι τη θέση των κατηγορούμενων - η οποία υποβλήθηκε από τη δικηγόρο τους στη γιατρό Λιασίδου -, ότι πλείστα όσα αναφέρει στην έκθεσή της ήταν αποτέλεσμα των ενεργειών των γιατρών και νοσηλευτών, οι οποίοι κατά τον κρίσιμο χρόνο τραβούσαν πίσω τον παραπονούμενο, για να μην επιτίθεται δήθεν στον ένα από τους κατηγορούμενους, ως επίσης και ότι η παραμόρφωση της μύτης του δεν ήταν αποτέλεσμα του επίδικου επεισοδίου, αλλά προϋπήρχε είναι φανερό, ότι όλα όσα διαπίστωσε η γιατρός Λιασίδου αποτελούν απότοκο της επίθεσης που είχε δεχθεί ο παραπονούμενος και από τους δυο κατηγορούμενους. Και, με δεδομένο επίσης τον τρόπο που αυτοί εκδήλωσαν την εγκληματική τους συμπεριφορά, αφότου εισήλθαν στο Τμήμα Α' Βοηθειών μέχρι και τη στιγμή που επιτέθηκαν του παραπονούμενου είναι σαφές, ότι, η ευθύνη τους για τη διάπραξη του αδικήματος της κοινής επίθεσης, που αποτελεί το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, στοιχειοθετείται πλήρως και με τους δύο να θεωρούνται ότι συμμετείχαν στη διάπραξή του, ως αυτουργοί, κατά το άρθρο 20(α) του Ποινικού Κώδικα. Αναφορικά με την πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, που αποτελεί το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος που τους καταλογίζεται, δεδομένου του τρόπου με τον οποίο είχαν επιτεθεί του παραπονούμενου, χτυπώντας τον και οι δυο, τα όσα αποδεδειγμένα αυτός έφερε κατά την εξέτασή του από τη γιατρό Λιασίδου και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, ήταν πιθανή συνέπεια της επίθεσης που είχε δεχθεί και από τους δυο κατηγορούμενους. Επομένως, σε σχέση με αυτό το στοιχείο του αδικήματος ευθύνονται και οι δυο, σε εφαρμογή του άρθρου 21 του Ποινικού Κώδικα. Ακολουθεί ότι η ευθύνη τους για τη διάπραξη του αδικήματος και της 2ης κατηγορίας, επίσης στοιχειοθετείται πλήρως. Αναφορικά με τον ισχυρισμό της ευπαίδευτης δικηγόρου των κατηγορούμενων (στη σελίδα 23 της γραπτής της αγόρευσης) ότι ο 2ος κατηγορούμενος αμύνθηκε στην επίθεση που δέχτηκε από τον παραπονούμενο καθώς και τον ισχυρισμό της (στη σελίδα 26 της αγόρευσής της) ότι, «Μερικά από τα τραύματα του παραπονούμενου ήταν αποτέλεσμα της δικής του παράνομης συμπεριφοράς και της προσπάθειας των συναδέλφων του να τον αποτρέψουν από το να συνεχίσει τον καβγά, ήταν αποτέλεσμα εγχειρήσεων που υπεβλήθη στη μύτη πριν το συμβάν αλλά και ήταν αποτέλεσμα της προσπάθειας του κατηγορούμενου 2 να αυτοαμυνθεί από την επίθεση που υπέστη από τον παραπονούμενο.» παρατηρώ τα εξής: Πέραν από τις προφανείς αντιφάσεις που περικλείουν οι εν λόγω ισχυρισμοί είναι και το γεγονός, ότι, πλείστα όσα τους συνθέτουν είτε είναι αναπόδεικτα είτε προβλήθηκαν από τους κατηγορούμενους και δεν έγιναν αποδεκτά εκ μέρους μου και τούτο, επειδή, για όλους τους λόγους που έχουν αναφερθεί και οι δυο κρίθηκαν αναξιόπιστοι. Ειδικά για τον ισχυρισμό της κυρίας Κορακίδου, ότι ο 2ος κατηγορούμενος αμύνθηκε στην επίθεση που δέχτηκε από τον παραπονούμενο, εκτός του ότι δε συνάδει με τον ισχυρισμό της, ότι μερικά από τα τραύματα του παραπονούμενου, ήταν το αποτέλεσμα της προσπάθειας του 2ου κατηγορούμενου να αυτοαμυνθεί από την επίθεση που υπέστη από τον παραπονούμενο - αφού, δεν είναι ξεκάθαρο, κατά πόσο η θέση της υπεράσπισης είναι ότι 2ος κατηγορούμενος αμύνθηκε ή προσπάθησε να αμυνθεί - προστίθενται και τα εξής: ο 2ος κατηγορούμενος, ως επιτιθέμενος που ήταν, δε νομιμοποιείται να εγείρει θέμα άμυνας ή αυτοάμυνας. Τέλος, οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν και την 3η κατηγορία, η οποία περικλείει το αδίκημα της ανησυχίας, κατά παράβαση των άρθρων 95 και 20 του Ποινικού Κώδικα. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, σε δημόσιο μέρος, χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσαν θόρυβο, κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσουν διασάλευση της ειρήνης. Το αδίκημα της ανησυχίας προνοείται στο άρθρο 95 του Ποινικού Κώδικα. Έχοντας υπόψη και τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι οι κατηγορούμενοι στον ουσιώδη χρόνο, πρώτο, χωρίς εύλογη αιτία, δεύτερο, σε δημόσιο χώρο, τρίτο, προκάλεσαν θόρυβο και τέταρτο, με τέτοιο τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. Παρατηρώ τα εξής: Αναμφίβολα, το Τμήμα Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου αποτελεί δημόσιο χώρο σύμφωνα με τη σχετική ερμηνεία του όρου, κατά το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα και συγκεκριμένα, κτίριο, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα εισόδου, με ή χωρίς όρο πληρωμής. Το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι, επειδή, όπως ήταν η θέση τους, θεωρώντας - εσφαλμένα κατά τη γνώμη μου - ότι ο παραπονούμενος είχε συμπεριφερθεί απρεπώς και με αγένεια στη σύζυγο του 2ου κατηγορούμενου, εισήλθαν στο χώρο εργασίας του παραπονούμενου με τον τρόπο που περιγράφεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω), φωνάζοντας και αναζητώντας τον ονομαστικά και όσα ακολούθησαν αφότου τον εντόπισαν, τα οποία περιβάλλουν τον ξυλοδαρμό του και από τους δυο, αποτελεί πρόκληση θορύβου, χωρίς εύλογη αιτία. Και, με δεδομένο ότι, εξαιτίας του όλου συμβάντος που δημιούργησαν και του θορύβου που προκάλεσαν, κατά τη διάρκειά του, ενεπλάκησαν γιατροί και νοσηλευτές για να σταματήσει το επεισόδιο, ενώ στο χώρο που διαδραματίστηκε αυτό υπήρχε πολύς κόσμος, ασθενείς, επισκέπτες, παιδιά, ακόμη και μια έγκυος που αναστατώθηκαν και πανικοβλήθηκαν, όλα αυτά και ειδικά, ο θόρυβος που προκάλεσαν οι κατηγορούμενοι, όχι απλώς ενδέχετο, αλλά, αποδεδειγμένα, προκάλεσε κιόλας διασάλευση της ειρήνης. Επομένως, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος έχουν αποδειχθεί. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου θεωρώ ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την ενοχή και των δυο κατηγορούμενων και στις τρεις κατηγορίες, πέραν, πάσης, λογικής αμφιβολίας. Κατά συνέπεια, οι κατηγορούμενοι κρίνονται ένοχοι, σ' όλες τις κατηγορίες. (Υπ.) ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Αξιόποινος παράνομη είσοδος, κατά παράβαση των άρθρων 280 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση των άρθρων 243 και 20 του Ποινικού Κώδικα και τέλος, ανησυχία, κατά παράβαση των άρθρων 95 και 20 του Ποινικού Κώδικα.) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο