Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γιαννάκη Κανάρη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7593/16, 17/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7593/16 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν.
- Γιαννάκη Κανάρη, από τη Νικόκλεια
- Τhi Tam Vi, από το Βιετνάμ Κατηγορούμενων .......... ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 17.7.2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Κ. Σιαηλής Κατηγορούμενος 1: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, κατά παράβαση του άρθρου 14Β του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της σχετικής - 1ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι την 21η Δεκεμβρίου του 2016, σε χωράφι με ελιές που βρίσκεται στο χωριό Νικόκλεια της επαρχίας Πάφου, εργοδοτούσε παράνομα τη 2η κατηγορούμενη, χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Προς απόδειξη της κατηγορίας, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε ως μάρτυρες, την πρώην συγκατηγορούμενη του κατηγορούμενου, Τhi Tam Vi, τον αρχιαστυφύλακα 2348 Χριστάκη Χριστοφή και τέλος, τον εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 3773 Νεόφυτο Αραούζο (Μ.Κ.1 μέχρι 3, αντίστοιχα). Ο κατηγορούμενος, Γιαννάκης Κανάρης, αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, κατάθεσε ενόρκως, χωρίς να καλέσει κανένα μάρτυρα προς υπεράσπισή του. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης περικλείεται στη γραπτή κατάθεση (τεκμήριο 1) τού αρχιαστυφύλακα 2348 Χριστοφή (Μ.Κ.2), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ο μάρτυρας, για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της. Σύμφωνα με αυτή: Ο μάρτυρας, ο οποίος υπηρετεί ως υπεύθυνος στο γραφείο επιχειρήσεων της ΥΑΜ Πάφου, στις 21/12/2016 και περί ώρα 10:00 (ουσιώδης χρόνος), μαζί με ακόμη ένα συνάδελφό του, της ΥΑΜ κι αυτός, μετέβησαν σε συγκεκριμένο χωράφι με ελαιώνα στο χωριό Νικόκλεια, προς διερεύνηση πληροφορίας ότι εκεί εργάζονταν παράνομα αλλοδαποί, χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή. Αφού έφθασαν στο μέρος και το έθεσαν υπό διακριτική παρακολούθηση για 10 περίπου λεπτά, εντόπισαν δυο αλλοδαπούς (ένα άντρα και μια γυναίκα), ασιατικής καταγωγής, οι οποίοι ασχολούνταν με τη συγκομιδή ελιών, με τη χρήση ειδικής πτυσσόμενης χτενιάς αέρος. Αφού τους πλησίασαν και τους υπέδειξαν την αστυνομική τους ταυτότητα και τους ανάφεραν την ιδιότητά τους, η αλλοδαπή τράπηκε αμέσως σε φυγή, για να ανακοπεί ωστόσο, μετά από καταδίωξη, αφού διένυσε περί τα 80 μέτρα. Όταν της ζητήθηκε από το μάρτυρα να του υποδείξει οποιαδήποτε έγγραφα που φανέρωναν την ταυτότητά της, αυτή, του ανάφερε αμέσως το όνομά της, την ημερομηνία γέννησής της και ότι είναι από το Βιετνάμ. Στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι πρόκειται για την πρώην συγκατηγορούμενη του κατηγορούμενου, δηλαδή τη Μ.Κ.
- Ερωτηθείσα από το μάρτυρα εάν είχε άδεια άσκησης του συγκεκριμένου επαγγέλματος, απάντησε αρνητικά. Από περαιτέρω αστυνομικές εξετάσεις, προέκυψε ότι αυτή ήρθε στην Κύπρο νόμιμα, στις 13/10/2010, με άδεια μέχρι και τις 28/9/2016, ως οικιακή βοηθός σε συγκεκριμένο πρόσωπο στη Λεμεσό. Επειδή παρέλειψε να ανανεώσει την άδειά της, έκτοτε παρέμεινε στο έδαφος της Δημοκρατίας, παράνομα. Ακολούθως, ο μάρτυρας, την πληροφόρησε ότι διέπραττε τα αυτόφωρα αδικήματα της παράνομης απασχόλησης και παραμονής. Αφού της επέστησε την προσοχή στο νόμο, αυτή απάντησε: «Ok sir, sorry.» Όταν ο μάρτυρας, περί τις 10:25 τη συνέλαβε και για τα δυο αυτά αδικήματα και της επέστησε εκ νέου την προσοχή στο νόμο, αυτή απάντησε: «Sorry sir.» Aνακρινόμενη - επί τόπου - ανάφερε ότι για την εργασία της, θα πληρωνόταν με το ποσό των €20,00, από άτομο του οποίου δε γνώριζε τα στοιχεία, το οποίο ωστόσο, εάν έβλεπε, θα αναγνώριζε. Ο αλλοδαπός που ήταν εκεί και εργαζόταν μαζί της, όπως είπε στους δυο αστυνομικούς, ονομάζεται Md Rezaul Karim και είναι από το Μπαγκλαντές. Μετά από έλεγχο που έκανε ο Μ.Κ.2, μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή διαπιστώθηκε η ορθότητα των στοιχείων που είχε δώσει καθώς και ότι είναι παντρεμένος με ευρωπαία πολίτιδα από τη Βουλγαρία, με την οποία απέκτησαν ένα παιδί, ηλικίας δυο ετών. Επομένως, αυτός διέμενε και εργαζόταν νόμιμα στη Δημοκρατία. Όπως ανάφερε στην Αστυνομία, ο εργοδότης τους ήταν κάποιος Γιαννάκης, από τη Νικόκλεια, τον οποίο κάλεσε να έρθει στο μέρος. Μετά πάροδο 10 λεπτών ήρθε στο μέρος ο 1ος κατηγορούμενος, ο οποίος ανάφερε στους δυο αστυνομικούς ότι είναι ο εργοδότης των δυο αλλοδαπών, τους οποίος είχε φέρει την ίδια μέρα, για να μαζέψουν τις ελιές του. Αφού πληροφορήθηκε από το μάρτυρα ότι διέπραξε το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης της αλλοδαπής (Μ.Κ.1) και του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο, απάντησε: «Ενόμιζα ότι ήταν νόμιμοι, συγνώμη.» Ακολούθως, η αλλοδαπή (Μ.Κ.1), τον υπέδειξε ως τον εργοδότη της. Αφού του επιστήθηκε εκ νέου η προσοχή στο νόμο από το μάρτυρα απάντησε: «Σήμερα την έφερα.» Η εκδοχή του κατηγορούμενου έναντι όσων του καταμαρτυρούνται από την κατηγορούσα αρχή περικλείεται στην ανακριτική του κατάθεση (τεκμήριο 4), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτός για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της. Σύμφωνα με αυτή: Λίγες μέρες πριν - από τις 21/12/2016 που αποτελεί τον ουσιώδη χρόνο - βρέθηκε με τον Κόρε, με τον οποίο συμφώνησαν να του ρίξει τις ελιές του στη Νικόκλεια και να τις μοιράσουν. Ο Κόρε, του είπε να βρει όλα τα εργαλεία και θα πήγαινε τη συγκεκριμένη μέρα για να μαζέψει τις ελιές. Το πρωί, αφού τον πήρε από το δρόμο, τον έβαλε μέσα στο αυτοκίνητό του και τον πήγε στο χωράφι, όπου του έδειξε τις ελιές. Καθ' όλη τη διάρκεια που ο Κόρε μάζευε τις ελιές, ο ίδιος δεν πήγε καθόλου στο χωράφι. Ούτε και γνωρίζει τη Μ.Κ.
- Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας, στο σύνολό του και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή και τους τρεις μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής καθώς και τον κατηγορούμενο, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου (τεκμήριο 4) λαμβάνω υπόψη, ότι το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη της επαφίεται στη διακριτική μου ευχέρεια (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 190). Αντιπαραβάλλοντας τις εκατέρωθεν εκδοχές, για λόγους που θα αναφέρω αμέσως, ομολογώ ότι έχω έντονες αμφιβολίες κατά πόσο τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης είναι σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, η οποία έχει και το βάρος απόδειξης της υπό κρίση κατηγορίας. Και οι δυο ουσιαστικοί μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής, που είναι η Μ.Κ.1 και ο αρχιαστυφύλακας 2348 Χριστοφή (Μ.Κ.2), υπέπεσαν σε σοβαρές αντιφάσεις, τόσο μεταξύ τους όσο και αυτοτελώς, ακόμη και με τον εξεταστή της υπόθεσης, Μ.Κ.3, επομένως, δεν μπορώ να βασιστώ στο ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας των δυο πρώτων, για σκοπούς εξαγωγής ασφαλών συμπερασμάτων. Ειδικότερα: Αρχίζοντας από την πρώην συγκατηγορούμενη του κατηγορούμενου, Μ.Κ.1, στην ανακριτική της κατάθεση (τεκμήριο 1Β, που αποτελεί πιστή μετάφραση της ίδιας κατάθεσης στα ελληνικά από στα αγγλικά - τεκμήριο 1Α - που με τη σειρά της αποτελεί πιστή μετάφραση της ίδιας κατάθεσης, η οποία λήφθηκε στη μητρική γλώσσα της μάρτυρος - τεκμήριο 1 -), μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Στις 20/12/2016, κάποιος από το Μπαγκλαντές, την πήρε τηλέφωνο και τη ρώτησε εάν ήθελε δουλειά. Όταν το ρώτησε πού βρήκε το τηλέφωνό της και τι δουλειά, της εξήγησε ότι κάποιος άνδρας από τη Νικόκλεια δίνει €20,00 την ημέρα για το μάζεμα των ελιών. Της είπε ακόμη αυτός, ότι ονομάζεται Lam και της εξήγησε ότι θα δουλεύει ως τις 15:00 και ότι ο ιδιοκτήτης των ελιών, θα την πληρώνει με την ημέρα. Αφού συμφώνησε με αυτά που της είπε, αυτός της ανάφερε ότι στις 07:00, θα έπρεπε να είναι στο Πισσούρι. Την επομένη, 21/12/2016 κατά τις 06:00 πήρε το λεωφορείο από την Πάχνα και πήγε σε συγκεκριμένο σουπερμάρκετ στο Πισσούρι. Εκεί ήρθε ο τύπος από το Μπαγκλαντές και την πήρε στο σπίτι του, το οποίο είναι κοντά στο σουπερμάρκετ. Μετά από μερικά λεπτά ήρθε ένας άνδρας με το αυτοκίνητό του και έπιασε και τους δυο καθώς και ακόμη δυο άτομα και πήγαν όλοι μαζί στη Νικόκλεια. Αφού κατέβηκαν από το αυτοκίνητο, ο κύπριος έφυγε από το μέρος. Τότε άρχισαν να μαζεύουν ελιές μέχρι που ήρθε η Αστυνομία και τη συνέλαβε επειδή έμενε στην Κύπρο παράνομα. Μετά ήρθε ο κύπριος στο μέρος και κάτι συζήτησε με την Αστυνομία. Ο τύπος από το Μπαγκλαντές, της είπε ότι ο ιδιοκτήτης των ελιών, θα ήταν το πρόσωπο που θα την πλήρωνε με το ποσό των €20,00, για κάθε μέρα δουλειάς. Η μάρτυρας, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, ως τον κύπριο που αναφέρει στην ανακριτική της κατάθεση. Ερωτηθείσα ποιος θα της έδινε τα χρήματα για την εργασία της, απάντησε ως εξής: «Δε γνώριζα ποιος θα με πλήρωνε. Το μόνο που γνωρίζω είναι ότι πήγα με τον άντρα από την Μπαγκλαντές, ο οποίος μου τηλεφώνησε και μου είπε ότι θα πηγαίναμε κάπου για να εργαστούμε.» Η πρώτη αντίφαση στην οποία υπέπεσε και μάλιστα, εντελώς αβίαστα είναι ολοφάνερη. Ενώ στην ανακριτική της κατάθεση ισχυρίζεται ότι ο άνδρας από το Μπαγκλαντές, της είπε ότι για την εργασία της, θα την πλήρωνε ο ιδιοκτήτης των ελιών, τώρα ισχυρίζεται πως δε γνώριζε ποιος θα την πλήρωνε και ότι το μόνο που γνωρίζει, δηλαδή, ακόμη και την ημέρα που κατάθετε στο Δικαστήριο είναι ότι της τηλεφώνησε ο άνδρας από το Μπαγκλαντές και της είπε ότι θα πήγαιναν κάπου για να εργαστούν. Ερωτηθείσα ακολούθως, εάν το άτομο από το Μπαγκλαντές, της είπε ποιου ήταν οι ελιές ή γνωρίζει η ίδια ποιου ήταν, απάντησε αρνητικά. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε τι έκανε ο κατηγορούμενος στο μέρος, απάντησε ως εξής: «Δεν έχω ιδέα τι ήταν να κάνει, αλλά, όταν μας μετέφερε εκεί μαζί και μας πήρε εκεί στο χωράφι και μας είπε τι έπρεπε να κάνουμε, τι εργασία έπρεπε να κάνουμε και τότε έφυγε.» Υπενθυμίζω απλώς, ότι στην ανακριτική της κατάθεση, το μόνο που αποδίδει στον κατηγορούμενο είναι ότι τους μετέφερε στο μέρος όπου ήταν οι ελιές και έφυγε. Όλα τα υπόλοιπα που είπε, τα αποδίδει στον άνδρα (ή τύπο) από το Μπαγκλαντές. Οι νέες αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε είναι ολοφάνερες. Η επόμενη ερώτηση που της υποβλήθηκε με την οποία συμπληρώθηκε και η κυρίως εξέτασή της ήταν η εξής: «Αυτά τα λεφτά που λες, το ποσό που θα πληρωνόσασταν, ποιος σου το είπε ότι θα σας το πλήρωνε;» Απάντησε ως εξής: «Τα άτομα που θα πήγαιναν μαζί μας με αυτόν τον άνδρα με το Μπαγκλαντές, μας το είπαν αυτό.» Παρόλα αυτά, στην ανακριτική της κατάθεση, σε δυο περιπτώσεις, ισχυρίζεται ότι, το ποιος θα την πλήρωνε και πόσα, της το είπε ο τύπος από το Μπαγκλαντές. Η νέα αντίφαση στην οποία υπέπεσε είναι γεγονός. Επιπλέον τίθεται και το ερώτημα, ποια ήταν αυτά τα άτομα που θα πήγαιναν μαζί τους με τον άνδρα από το Μπαγκλαντές; Ακολούθως, αυτά τα άτομα, όποια και να ήταν, πότε της είπαν ότι θα τους πλήρωνε ο κατηγορούμενος; Όσα ακολουθούν είναι από την αντεξέτασή της. Ειδικότερα: Απαντώντας σε διάφορες ερωτήσεις του κ. Σιαηλή, μεταξύ άλλων ανάφερε και τα εξής: Η ίδια, εκτός από βιετναμέζικα μιλά και κάποια ελληνικά, αλλά, όχι άπταιστα. Με τον άνδρα από το Μπαγκλαντές συνομιλούσε στα ελληνικά. Παρόλα αυτά, ο αρχιαστυφύλακας Χριστοφή (Μ.Κ.2) που μαζί με το συνάδελφό του, αρχιαστυφύλακα 3202 συμμετείχαν στην επιχείρηση κατά την οποία προέκυψε η παρούσα υπόθεση, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος συνομιλούσε μαζί της στην αγγλική γλώσσα, ενώ, αντεξεταζόμενος, όταν του υποβλήθηκε ότι αυτή δε μιλούσε καθόλου την αγγλική μα ούτε και την αντιλαμβανόταν, απαντώντας ισχυρίστηκε ότι μιλούσε αγγλικά, όχι πολύ καλά και ταυτόχρονα καταλάβαινε και ελληνικά. Και, με δεδομένο ότι, όπως ανάφερε αντεξεταζόμενος ο εξεταστής της υπόθεσης (Μ.Κ.3), η ανακριτική κατάθεση της μάρτυρος λήφθηκε στη μητρική της γλώσσα - και έτσι είναι - επειδή δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί την ελληνική γλώσσα και ερωτηθείς εάν ο ίδιος είχε μαζί της οποιαδήποτε συνομιλία, είτε στην αγγλική είτε στην ελληνική γλώσσα, απαντώντας, ισχυρίστηκε ότι προσπάθησε να μιλήσει μαζί της και στις δυο αυτές γλώσσες, αλλά δε βρήκε ανταπόκριση, ενώ από τη μια αναδεικνύεται πόσο αντιφατικοί υπήρξαν μεταξύ τους και οι τρεις μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής, γι αυτό το, τόσο κεφαλαιώδους σημασίας ζήτημα καθώς και πόσο καίρια πλήττεται η αξιοπιστία των δυο πρώτων, ως μαρτύρων, από την άλλη, διαγράφεται και η τύχη όλων των φερόμενων δηλώσεων της αλλοδαπής (Μ.Κ.1) στο Μ.Κ.2. Αντεξεταζόμενη και πάλι η Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε και τα εξής: Δεν ήξερε ποιος θα την πλήρωνε για την εργασία που θα έκανε. Ο άνδρας από το Μπαγκλαντές, της είπε ότι θα πάει εκεί στην εργασία και όταν την ολοκληρώσει θα πληρωθεί €20,00. Απαντώντας στην επόμενη ερώτηση ισχυρίστηκε ότι ο άνδρας από το Μπαγκλαντές, της είπε πως, όταν ολοκληρωθεί η δουλειά, θα την πληρώσει το αφεντικό. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε γιατί προηγουμένως είπε πως δε γνώριζε ποιος θα την πλήρωνε απάντησε ως εξής: «Πραγματικά, δε γνωρίζω ποιος θα μου πλήρωνε αυτά τα χρήματα, αλλά, συνήθως, όταν πηγαίναμε με αυτό τον άνδρα από την Μπαγκλαντές για εργασία, αυτός αναλάμβανε να συλλέξει τα χρήματα και να μας πληρώσει και εμάς για την εργασία του.» Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε εάν στο τέλος της εργασίας της, αυτός που θα την πλήρωνε θα ήταν ο άνδρας από το Μπαγκλαντές, απάντησε ως εξής: «Ναι, ο Μπαγκλαντές, μου είπε ότι "εσύ να ολοκληρώσεις την εργασία σου και εγώ είμαι υπεύθυνος για να σου δώσω τα χρήματα για την εργασία σου." Εγώ δεν γνωρίζω ποιος ήταν αυτός που θα έδιδε εν τέλει τα χρήματα.» Ο αριθμός και η σοβαρότητα των - νέων - αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε είναι απίστευτα. Ωστόσο, ότι θα έφθανε στο σημείο να ισχυρίζεται πως, συνήθως, όταν πήγαινε δουλεία με τον άνδρα από το Μπαγκλαντές, αυτός αναλάμβανε να συλλέξει τα χρήματα και να τους πληρώσει, που με απλά λόγια σημαίνει ότι τον ήξερε από προηγουμένως, επομένως, η επίδικη, δεν ήταν και η πρώτη φορά που θα πήγαινε μαζί του δουλειά, ομολογώ πως δεν το περίμενα. Και τούτο, επειδή ο εν λόγω ισχυρισμός της αναιρεί τον ισχυρισμό της, της ανακριτικής της κατάθεσης, ότι το απόγευμα της προηγουμένης, κάποιος από το Μπαγκλαντές, την πήρε δήθεν τηλέφωνο και τη ρώτησε εάν ήθελε δουλειά, οπότε το ρώτησε που βρήκε το τηλέφωνό της, στον οποίο μάλιστα αναφέρεται με τη φράση «αυτός τύπος», ο οποίος, της είπε ότι ονομάζεται Lam, αφήνοντας σαφώς να νοηθεί πως δεν τον ήξερε προηγουμένως. «Όταν αυτός ο άνθρωπος που λέτε ότι σας μετέφερε με το αυτοκίνητο, σας κατέβασε από το αυτοκίνητο και έφυγε;» ρωτήθηκε λίγο αργότερα. Απάντησε καταφατικά. Ξεχνώντας βέβαια, ότι προηγουμένως ισχυρίστηκε για τον κατηγορούμενο πως, όταν τους μετέφερε στο χωράφι και τους είπε τι εργασία έπρεπε να κάνουν, έφυγε. Η νέα αντίφαση στην οποία υπέπεσε αποτελεί γεγονός. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας της ως μάρτυρος, χωρίς να μου διαφεύγει και το γεγονός, ότι, ακόμη και αξιόπιστη να τη θεωρούσα, δεδομένου ότι ουσιαστικά αποτελεί συνεργό του κατηγορούμενου κατά τη διάπραξη του αδικήματος που του αποδίδεται με την υπό κρίση κατηγορία, αυτός, δε θα μπορούσε να καταδικαστεί γι αυτό, χωρίς προειδοποίηση, για τους εγγενείς κινδύνους που συνεπάγεται κάτι τέτοιο, χωρίς ενίσχυση της μαρτυρία της (βλ. το σύγγραμμα του Τάκη Ηλιάδη «Το Δίκαιο της Απόδειξης (Μια πρακτική προσέγγιση)»
(1994), σελ. 180, 181). Σ' ό,τι αφορά στον αρχιαστυφύλακα 2348 Χριστάκη Χριστοφή (Μ.Κ.2), το πρώτο που θέλω να πω - ουσιαστικά να επαναλάβω - είναι το εξής: δεδομένου ότι, όπως ανάφερε ο εξεταστής της υπόθεσης (Μ.Κ.3), η αλλοδαπή (Μ.Κ.1), ούτε αγγλικά μα ούτε και ελληνικά γνώριζε, όλα όσα τη φέρει ο υπό κρίση μάρτυρας να του είπε στον ουσιώδη χρόνο, δε γίνονται αποδεκτά. Και, με δεδομένο ότι, όλα αυτά συμπλέκονται με τις διάφορες δηλώσεις (ενοχοποιητικές και άλλες), που αυτός αποδίδει στον κατηγορούμενο, είναι σαφές, ότι, για όσες από τις εν λόγω δηλώσεις δεν υπάρχει άλλη αξιόπιστη μαρτυρία που να τις επιβεβαιώνει, αυτές, επίσης δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Όσα ακολουθούν είναι από την αντεξέταση του μάρτυρα από τον κ. Σιαηλή: Όταν του αναγνώστηκε συγκεκριμένο μέρος από τη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 2) και ρωτήθηκε σε ποια γλώσσα ανάφερε στην αλλοδαπή (Μ.Κ.1), όσα ισχυρίζεται ότι της ανάφερε, «Στα αγγλικά.» απάντησε. «Και σε ποια γλώσσα σου απάντησε;» ήταν η επόμενη ερώτηση, στην οποία απάντησε ως εξής: «Η αλλοδαπή, επειδή βρισκόταν στην Κύπρο από προηγουμένως, όπου εργαζόταν, γνώριζε και κάποια ελληνικά, αλλά δεν μπορούσε να τα μιλήσει, καταλάβαινε ελληνικά, επίσης μιλούσε και αγγλικά.» Του υπενθυμίζω απλώς τον ισχυρισμό της ίδιας, ότι μιλούσε κάποια ελληνικά καθώς και τον ισχυρισμό του εξεταστή της υπόθεσης, ότι ο ίδιος προσπάθησε να μιλήσει μαζί της και στα αγγλικά και στα ελληνικά, αλλά δε βρήκε ανταπόκριση. Η επιμονή του μάρτυρα, ότι η Μ.Κ.1 δεν μπορούσε να μιλήσει ελληνικά, αλλά μιλούσε αγγλικά, τη στιγμή που η ίδια ισχυρίστηκε ότι ακόμη και με τον άνδρα από το Μπαγκλαντές συνομιλούσε στα ελληνικά αποτελεί ακόμη ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πόσο αντιφατικοί υπήρξαν οι δυο αυτοί μάρτυρες, γι αυτό το, τόσο καίριας σημασίας θέμα, που άπτεται της ουσίας της υπόθεσης, για λόγους που ήδη έχουν αναφερθεί. Όταν ρωτήθηκε πότε η αλλοδαπή (Μ.Κ.1), του υπέδειξε τον κατηγορούμενο, ως τον εργοδότη της ισχυρίστηκε ότι αυτό έγινε μόλις κατέφθασε στο μέρος ο κατηγορούμενος. Απαντώντας στην επόμενη ερώτηση ισχυρίστηκε ότι αυτή, μόλις είδε τον κατηγορούμενο, τον υπόδειξε με το δάκτυλό της. Όπως είπε απαντώντας στην μεθεπόμενη ερώτηση, εάν θυμάται καλά, η αλλοδαπή είπε στα ελληνικά, «Έτον μάστρο μου.» Παρόλα αυτά, στη γραπτή του κατάθεση, ισχυρίζεται ότι, μόλις ο κατηγορούμενος κατέφθασε στο μέρος, τους ανάφερε το όνομά του, τον αριθμό ταυτότητας καθώς και αυτό του τηλεφώνου του και ότι είναι ο εργοδότης των αλλοδαπών, τους οποίους πήρε εκείνη την ημέρα για να μαζέψουν τις ελιές του. Τότε, ο ίδιος τον πληροφόρησε αμέσως ότι διέπραξε το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης της αλλοδαπής (Μ.Κ.1), χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή. Αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο, αυτός του απάντησε: «Ενόμιζα ότι ήταν νόμιμοι, συγνώμη.» Η κατ' ισχυρισμό του υπόδειξη του κατηγορούμενου από την αλλοδαπή, ως τον εργοδότη της, όπως αναφέρει στη συνέχεια, ακολούθησε. Η νέα αντίφαση στην οποία υπέπεσε, καταγράφεται. Και κάτι τελευταίο, που καθιστά ακόμη πιο βαθύ το ρήγμα που αντιμετωπίζει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, δεδομένου του ρόλου που φέρεται να είχε διαδραματίσει στον ουσιώδη χρόνο, ο άνδρας από το Μπαγκλαντές, με βάση και τις δυο εκδοχές. Η αλλοδαπή (Μ.Κ.1) ισχυρίζεται ότι αυτός, της είπε ότι ονομάζεται Lam. O κατηγορούμενος, στην ανακριτική του κατάθεση, τον αποκαλεί Κόρε και τέλος, ο αρχιαστυφύλακας Χριστοφή, στη δική του γραπτή κατάθεση, ισχυρίζεται ότι πρόκειται για τον Md Rezaul Karim αυτός. Και ενώ παρουσιάζεται με τρία διαφορετικά ονόματα ο υπό αναφορά και η μαρτυρία του είναι τόσο ουσιώδης, για τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου, αυτός, εντελώς ανεξήγητα δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει ως μάρτυρας, είτε της κατηγορούσας αρχής είτε της υπεράσπισης. Με αυτό δεδομένο, έχοντας υπόψη και τη δραστικότητα όσων φέρεται είτε να είπε είτε να έκανε ο υπό αναφορά, στον βαθμό που πρόκειται για εξ' ακοής η σχετική μαρτυρία, με το συγκεκριμένο πρόσωπο να είναι αυτό που προέβη στις αρχικές δηλώσεις, η εν λόγω μαρτυρία αποκλείεται και δε γίνεται αποδεκτή, σε εφαρμογή, τόσο της σχετικής επιφύλαξης του άρθρου 24
(1)όσο και του άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9. Η κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία και των δυο ουσιωδών μαρτύρων κατηγορίας, δεν μου επιτρέπει να δεχθώ ότι ο κατηγορούμενος προέβη στις διάφορες ενοχοποιητικές δηλώσεις που του αποδίδονται από τον αρχιαστυφύλακα Χριστοφή, οι οποίες υπέχουν θέση ομολογίας για τη διάπραξη του αδικήματος που του καταλογίζεται με την υπό κρίση κατηγορία. Πολλώ μάλλον, που ακόμη και να αποδεχόμουν ότι ο κατηγορούμενος προέβη στις εν λόγω ενοχοποιητικές δηλώσεις, αυτές, δεν μπορούν να οδηγήσουν άνευ άλλου και απροβλημάτιστα σε καταδίκη του. Όπως αναφέρεται συναφώς στην Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166): «Η ομολογία ενοχής έχει αποκληθεί η βασιλίδα των μαρτυριών. Στο σύστημα όμως που διέπει την ποινική μας δίκη δεν έχουμε απολυτοποιήσει στον ύψιστο αυτό βαθμό την αξία της. Είναι θέμα πραγματικό που συναρτάται με τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Έστω και αν γίνει αποδεκτή η ομολογία και ενταχθεί στον κορμό της μαρτυρίας, το δικαστήριο, στο τέλος, προβληματίζεται για την αλήθεια του περιεχομένου της και φυσικά για το κατά πόσο οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα ενοχής. Η σχετική νομολογία μας, που αρχίζει από τις παλιές υποθέσεις R. v. Sfongaras 22 C.L.R. 13 και Volettos v. Republic
(1961)C.L.R. 169, τηρεί σταθερή γραμμή στο θέμα αυτό. Είναι ζήτημα που άπτεται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δίκαιης δίκης. Πρόσφατη επικύρωση είχαμε στην Mάρτιν v. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(1994)2 Α.Α.Δ.
- Στην υπόθεση R. v. Mallinson [1977] Crim. L. Rev. 161 διακηρύχθηκε ότι καταδίκη που στηρίζεται σε προφορική ομολογία δεν είναι κατ' ανάγκη ανασφαλής ή μη ικανοποιητική. Η καταδίκη του κατηγορουμένου για κατοχή ναρκωτικών με σκοπό την εμπορία τους στηρίχθηκε κυρίως στις προφορικές παραδοχές ενοχής. Το αγγλικό εφετείο τόνισε πως δε συνάγεται, ως θέμα αρχής, από τη νομολογία ότι η προφορική ομολογία ενοχής δεν είναι αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη. Αξίζει να μεταφέρουμε τη σύνοψη της υπόθεσης: "Held, as to that ground, there was no principle to be gathered from the authorities, of universal or general application, that a convinction wholly or mainly resting on evidence of an oral confession could never be safe or satisfactory. It must in every case be a question to be decided on the particular facts." Το παραπάνω κείμενο μπορεί να αποδοθεί ως εξής στα ελληνικά: "Αποφασίστηκε, αναφορικά με το λόγο εκείνο, ότι δεν υπάρχει αρχή δικαίου που συνάγεται από τις αυθεντίες, καθολικής ή γενικής εφαρμογής, ότι καταδίκη η οποία εξολοκλήρου ή κυρίως βασίζεται σε μαρτυρία προφορικής ομολογίας δε θα μπορούσε ποτέ να είναι ασφαλής ή ικανοποιητική. Πρέπει σε κάθε περίπτωση να αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται στο πλαίσιο των ιδιαίτερων περιστατικών της." Το όλο θέμα παρουσιάζεται σε σχόλιο που ακολουθεί στην ίδια σελίδα. Το παραθέτουμε για τη λακωνική πυκνότητα του: "Commentary. It has been said that "when a confession is well proved it is the best evidence that can be produced": Baldry [1852] 1 Den 430, per Erle J. Scepticism about the reliability of confessions has increased in modern times but it remains true that a truly voluntary confession may be cogent evidence of guilt. Like other types of evidence, its value may vary greatly according to the circumstances and, if serious doubt is cast on the reliability of a confession, conviction based on that alone would no doubt, be regarded as unsafe and unsatisfactory. It is only in exceptional cases that English law requires corroboration of particular types of evidence and confessions have never been held to require corroboration either by law or practice." Το μεταφράζουμε: "Έχει λεχθεί ότι "όταν μια ομολογία αποδεικνύεται σωστά αυτό αποτελεί την καλύτερη μαρτυρία που μπορεί να προσαχθεί": Baldry [1852] 1 Den 430, από τον Erle, Δ. Ο σκεπτικισμός αναφορικά με την αξιοπιστία ομολογιών ενοχής έχει ενταθεί τη σημερινή εποχή αλλά εξακολουθεί να είναι αλήθεια ότι μια πραγματικά εκούσια κατάθεση δυνατό να συνιστά πειστική μαρτυρία ενοχής. Όπως άλλες μορφές μαρτυρίας η αξία της μπορεί να κυμαίνεται σε μεγάλο βαθμό ανάλογα με τις περιστάσεις, και αν υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες αναφορικά με την αξιοπιστία της, καταδίκη που βασίστηκε μόνο σ' αυτήν, θα μπορούσε αναμφίβολα, να θεωρηθεί επισφαλής ή μη ικανοποιητική. Είναι μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις που το αγγλικό δίκαιο απαιτεί ενίσχυση ιδιαίτερων μορφών μαρτυρίας αλλά ουδέποτε αποφασίστηκε ότι οι ομολογίες χρειάζονται ενισχυτική μαρτυρία είτε ως θέμα νόμου είτε ως θέμα πρακτικής." Το Κακουργιοδικείο δεν παρέλειψε να θέσει το ερώτημα αν η επίμαχη δήλωση ήταν αληθινή. Και στην εκκαλούμενη απόφαση του επεσήμανε τα δεδομένα που την επαλήθευαν. Συγκεκριμένα την προηγούμενη προφορική εισήγηση του εφεσείοντα στους αστυνομικούς να μεταβούν στη Λεμεσό. Και την ανεύρεση στους τόπους που υπέδειξε του πιστολιού, των σφαιρών και του παράνομου υλικού, που τους προανάγγειλε. Όπως εύστοχα παρατηρεί η πρωτόδικη απόφαση τα δεδομένα αυτά: ".....εύγλωττα και πραγματικά πλέον δείχνουν τη γνώση και την εμπλοκή του με αυτά ώστε οι δηλώσεις του να μην είναι γυμνές και απομονωμένες αλλά να προσλαμβάνουν σημασία και βαρύτητα. Οι υποδείξεις αυτές, για τις οποίες έχουμε απορρίψει την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος απλώς γνώριζε για τα ανευρεθέντα μέσω του Ανθία συνιστούν ξεκάθαρη ενίσχυση της αλήθειας των δηλώσεων του." Η λακωνικότητα δεν αποτελεί μειονέκτημα. Είναι συνώνυμη με τη σαφήνεια. Εδώ η δήλωση δεν επιδέχεται αμφισβητήσεις, όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος. Ιδιαίτερα αν ληφθούν υπόψη οι περιστάσεις που την πλαισιώνουν, οι οποίες μόλις έχουν αναφερθεί. Ούτε το πρωτόδικο δικαστήριο είχε ταλαντεύσεις.» Και κάτι ακόμη, το οποίο ομολογώ με κάνει να αντιμετωπίζω και κάπως καχύποπτα τον ισχυρισμό του Μ.Κ.2, ότι ο κατηγορούμενος προέβη προφορικά προς τον ίδιο στις διάφορες ενοχοποιητικές δηλώσεις που του αποδίδει. Κατά το μάρτυρα, αυτό έγινε περί τις 10:30, στις 21/12/
- Με αυτό δεδομένο διερωτώμαι: τι μεσολάβησε μέχρι και τις 13:35 που άρχισε η λήψη της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου από τον εξεταστή της υπόθεσης (Μ.Κ.3), με την οποία, ο κατηγορούμενος, όχι απλώς αρνείται ότι εργοδότησε την αλλοδαπή (Μ.Κ.1), αλλά, όταν του υποβλήθηκε αυτό από τον εξεταστή καθώς και ότι η αλλοδαπή τον υπόδειξε στην Αστυνομία ως τον εργοδότη της και ότι θα την πλήρωνε για το ποσό των €20,00, απαντώντας, ισχυρίστηκε πως δε τη γνώριζε; Μολονότι η τύχη της υπόθεσης, ουσιαστικά έχει κριθεί εντούτοις, θα ήθελα να ασχοληθώ τηλεγραφικά έστω και με τη μαρτυρία, τόσο του εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 3773 Νεόφυτου Αραούζου (Μ.Κ.3) όσο και του κατηγορούμενου. Αρχίζοντας από τον πρώτο, το θεωρώ καθ' όλα αξιόπιστο, επειδή η μαρτυρία του, εκτός από αξιόπιστη, βασικά είναι και αναντίλεκτη. Η ουσία της μαρτυρίας του έγκειται στα εξής, τα οποία ο μάρτυρας ανάφερε στο στάδιο της αντεξέτασής του και αποδέχομαι: η αλλοδαπή (Μ.Κ.1), δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί την ελληνική γλώσσα και ως εκ τούτου, της λήφθηκε ανακριτική κατάθεση στη μητρική της γλώσσα. Ο ίδιος προσπάθησε να της μιλήσει τόσο στα ελληνικά όσο και στα αγγλικά, αλλά δε βρήκε ανταπόκριση. Αναφορικά με τον κατηγορούμενο περιορίζομαι να πω τα εξής: Χωρίς να χρειάζεται να τοποθετηθώ επί όσων αναφέρει στην ανακριτική του κατάθεση (τεκμήριο 4), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης καθώς και σε οτιδήποτε άλλο ανάφερε ενόρκως κατά τη δίκη καθώς και να αποφανθώ κατά πόσο αυτά είναι ή όχι αποδεκτά, η ουσία του πράγματος έγκειται στα εξής: από αυτά, ουδέν ενοχοποιητικό συμπέρασμα για τον ίδιο μπορεί εξαχθεί. Ούτε και θεωρώ τυχαίο, το γεγονός ότι η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, κατά τη διάρκεια της σύντομης αντεξέτασής του, βασικά περιορίστηκε στις ακόλουθες υποβολές, οι οποίες, έστω έμμεσα, αποτελούν αναγνώριση της αδυναμίας της κατηγορούσας αρχής για σκοπούς στοιχειοθέτησης της επίδικης κατηγορίας: Καταρχήν, του υπόβαλε ότι ως ένας σοβαρός άνθρωπος και αγρότης που είναι δε θα έκανε τη συμφωνία που είπε με το Κόρε, δηλαδή, να μαζέψει αυτός τις ελιές και να τις μοιράσουν, αλλά, θα τον έπιανε απλώς για να του δουλέψει μεροκάματο. Ακολούθως, του υπόβαλε - εντελώς ατεκμηρίωτα - ότι έδωσε στον Κόρε το δικαίωμα να πιάσει και άλλους εκεί και να τους πληρώσει ο ίδιος όλους. Τέλος, του υπόβαλε καθαρά την υποθετική θέση - που αντανακλά τελείως ξεκάθαρα την αδυναμία της κατηγορούσας αρχής να στοιχειοθετήσει την υπό κρίση κατηγορία - ότι ακόμη και συνέταιρο να έβαζε τον Κόρε, ο ίδιος ήταν αυτός που ευθυνόταν για το δικό του χωράφι, ποιοι θα δούλευαν εκεί. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου θεωρώ ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στη σχετική - 1η κατηγορία που του προσάπτει. Κατά συνέπεια, αυτός αθωώνεται. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Criminal/Final (Αναφορά: παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού, κατά παράβαση του άρθρου 14Β του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105.) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο