← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ιωσήφ Ιωσήφ, Αρ. Υπόθεσης: 1024/17, 31/7/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ιωσήφ Ιωσήφ, Αρ. Υπόθεσης: 1024/17, 31/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B29 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1024/17 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ιωσήφ Ιωσήφ, από την Πέγεια Κατηγορούμενου ----------------------------- Ημερομηνία: 31/7/2017 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Σάββα Για τον κατηγορούμενο: κ. Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το ακόλουθο κατηγορητήριο: «ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 1 Παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6

(1)
(2), 30, 31, 31Α, Πρώτος Πίνακας Ελεγχόμενα Φάρμακα Μέρος ΙΙ, και τρίτος Πίνακας του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως έχει τροποποιηθεί. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος την 22ην Φεβρουαρίου 2017 στην Πάφο, είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β, δηλαδή κάνναβη συνολικού βάρους 2,7755 γραμμαρίων, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 2 Παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 10(α), Πρώτος Πίνακας Ελεγχόμενα Φάρμακα Μέρος ΙΙ, 30 και 31, και Τρίτος Πίνακας του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως έχει τροποποιηθεί. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος την 21ην Φεβρουαρίου 2017 στην Πάφο, έκαμε χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, ήτοι κάπνισε κάνναβη. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 3 Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του Άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας και 24/8/2014 στην Πάφο, συνωμότησε με τον Ραφαήλ Μαρκίτση από την Πάφο, με σκοπό να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή τα αδικήματα που αναφέρονται στις κατηγορίες 4, 5, 6, 7, 8 και 9. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 4 Παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6
(1)
(2), 30, 31, 31Α, Πρώτος Πίνακας Ελεγχόμενα Φάρμακα Μέρος ΙΙ, Φάρμακα Τάξεως Β και τρίτος Πίνακας του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως έχει τροποποιηθεί και άρθρα 30 και 21 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος την 24ην Αυγούστου του 2014 στην Πάφο, μαζί με τον Ραφαήλ Μαρκίτση από την Πάφο, είχαν στην κατοχή τους ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α, δηλαδή κοκαΐνη συνολικού βάρους 6,5873 γραμμαρίων, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 5 Παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 5
(1), 6
(3), 30, 30Α, 31, 31Α, Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ, Φάρμακα Τάξεως Β και τρίτος Πίνακας του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως έχει τροποποιηθεί και άρθρα 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 3η κατηγορία, μαζί με τον Ραφαήλ Μαρκίτση από την Πάφο, είχαν στην κατοχή τους ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας, δηλαδή κοκαΐνη συνολικού βάρους 6,5873 γραμμαρίων, με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 6 Παράνομη χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 10(α), 30, 31, 31Α, Πρώτος Πίνακας Ελεγχόμενα Φάρμακα Μέρος ΙΙ, Φάρμακα Τάξεως Β και τρίτος Πίνακας του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως έχει τροποποιηθεί. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος, την 23ην Αυγούστου του 2014 στην Πάφο, έκανε χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, ήτοι κάπνισε κοκαΐνη. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 7 Παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6
(1)
(2), 30, 31, 31Α, Πρώτος Πίνακας Ελεγχόμενα Φάρμακα Μέρος ΙΙ, Φάρμακα Τάξεως Β και τρίτος Πίνακας του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως έχει τροποποιηθεί και άρθρα 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος την 24ην Αυγούστου του 2014 στην Πάφο, μαζί με τον Ραφαήλ Μαρκίτση από την Πάφο, είχαν στην κατοχή τους ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β, δηλαδή κάνναβη συνολικού βάρους 7,8359 γραμμαρίων, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 8 Παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6
(1)
(2), 30, 31, 31Α, Πρώτος Πίνακας Ελεγχόμενα Φάρμακα Μέρος ΙΙ, Φάρμακα Τάξεως Β και τρίτος Πίνακας του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως έχει τροποποιηθεί και άρθρα 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος την 24ην Αυγούστου του 2014 στην Πάφο, μαζί με τον Ραφαήλ Μαρκίτση από την Πάφο, είχαν στην κατοχή τους ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β, δηλαδή μια ζυγαριά ακριβείας πάνω στην οποία ανιχνεύτηκαν ίχνη κάνναβης, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 9 Παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 5
(1), 6
(3), 30, 30Α, 31, 31Α, Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ, Φάρμακα Τάξεως Β και τρίτος Πίνακας του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως έχει τροποποιηθεί και άρθρα 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 3η κατηγορία, μαζί με τον Ραφαήλ Μαρκίτση από την Πάφο, είχαν στην κατοχή τους ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας, δηλαδή κάνναβη συνολικού βάρους 7,8359 γραμμαρίων, με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 10 Μεταφορά μάχαιρας απολήγουσα σε αιχμηρό άκρο, κατά παράβαση των άρθρων 20, 82
(2), 85 και 86 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος την 24ην Αυγούστου του 2014 στην Πάφο, μετέφερε μάχαιρα απολήγουσα σε αιχμηρό άκρο εκτός της οικίας του. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 11 Επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του Άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  2. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος την 24ην Αυγούστου του 2014 στη λεωφ. Ελλάδος στην Πάφο, επιτέθηκε εναντίον του Αστ. 3742 Α. Γεωργίου της Υ.ΚΑ.Ν. Πάφου και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 12 Επίθεση κατά αστυνομικού οργάνου τηρήσεως της τάξεως κατά την δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του, κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  3. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 11ην κατηγορία, επιτέθηκε κατά οργάνου τηρήσεως της τάξεως κατά την δέουσα εκτέλεση των καθηκόντων του, δηλαδή κατά του Αστ. 3742 Α. Γεωργίου της Υ.ΚΑ.Ν. Πάφου. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 13 Επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του Άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  4. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 11ην κατηγορία, επιτέθηκε εναντίον του Αστ. 1244 Σ. Στυλιανού της Υ.ΚΑ.Ν. Πάφου και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 14 Επίθεση κατά αστυνομικού οργάνου τηρήσεως της τάξεως κατά την δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του, κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  5. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 11ην κατηγορία, επιτέθηκε κατά οργάνου τηρήσεως της τάξεως κατά την δέουσα εκτέλεση των καθηκόντων του, δηλαδή κατά του Αστ. 1244 Σ. Στυλιανού της Υ.ΚΑ.Ν. Πάφου. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 15 Απερίσκεπτες και Αμελείς Πράξεις κατά παράβαση των άρθρων 35 και 236(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  6. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 11ην κατηγορία, οδηγούσε με τέτοιο αλόγιστο τρόπο βεβιασμένο ή αμελή, ώστε να θέσει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή να είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη σε άλλον. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 16 Αμελής οδήγηση, κατά παράβαση των άρθρων 2, 8, 19 και 20Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 166/87, 80(Ι)/2000 και την ΚΔΠ 312/
  7. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 11ην κατηγορία, οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΧΗ 952, χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και προκάλεσε δυστύχημα. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 17 Αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση, κατά παράβαση των άρθρων 2, 7, 19 και 20Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 166/87, 80(Ι)/2000 και την ΚΔΠ 312/
  8. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 11ην κατηγορία, οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΧΗ 952, αλόγιστα, απερίσκεπτα, ή επικίνδυνα για το κοινό, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και της χρήσης της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας που υπήρχε κατά το δεδομένο χρόνο ή που εύλογα θα αναμένετο να υπάρχει κατά τον εν λόγω χρόνο επί της οδού. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 18 Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 8(Ι), 49
(1)(α), 54 και 59 του Περί Άδειας Οδήγησης Νόμου 94(Ι0/2001, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.60
(1)/2004 και τις ΚΔΠ 359/04 και 312/
  1. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 11η κατηγορία, οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΧΗ 952, χωρίς να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης, δηλαδή με ληγμένη μαθητική άδεια οδηγού από 10/2/
  2. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 19 Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 και 40 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου 96
(1)/2000 και της Κ.Δ.Π. 312/2007. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 11η κατηγορία, οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΧΗ 952, χωρίς να ευρίσκεται σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης, που αφορά ευθύνη του οδηγού του αναφερόμενου οχήματος έναντι τρίτου. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 20 Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 65
(1)
(5)
(9)και 72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84, που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2 και 5 του Ν.86/72, όπως τροποποιήθηκε από τις ΚΔΠ 109/01, 72/04, Νόμος 166/87 και την ΚΔΠ 312/
  1. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 11η κατηγορία, οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΧΗ 952, χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας, ληγμένο στις 10/10/
  2. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 21 Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια κυκλοφορίας, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 17 και 72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84 που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2 και 5 του Ν.86/72 όπως τροποποιήθηκε από τις ΚΔΠ 189/2008, τον Νόμο 166/87 και την ΚΔΠ 312/
  3. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 11η κατηγορία, οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΧΗ 952, για το οποίο δεν εκδόθηκε άδεια κυκλοφορίας για το 2ο εξάμηνο του 2014, ληγμένη από τις 31/12/
  4. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 23 Παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6
(1)
(2), 30, 31, 31Α, Πρώτος Πίνακας Ελεγχόμενα Φάρμακα, Μέρος Ι, φάρμακα τάξης Α και τρίτος Πίνακας του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως έχει τροποποιηθεί. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας και 24/3/2015 στην Πάφο, είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α, δηλαδή κοκαΐνη συνολικού βάρους 0,7316 γραμμαρίων, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας.» Παραδέχθηκε τις κατηγορίες 1, 2, 4, 6, 10, 18, 19, 20 και 21 μα όχι τις υπόλοιπες, για τις οποίες έγινε ακρόαση, εξ ου και η παρούσα απόφαση. Διευκρινιστικά να πω ότι οι 22 κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, αφορούν σε τρεις διαφορετικές υποθέσεις. Την πρώτη υπόθεση συνθέτουν οι κατηγορίες 1 και 2, τη δεύτερη, η κατηγορίες 3 μέχρι 21 και την τρίτη, η 23η κατηγορία. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη των εν λόγω κατηγοριών παρουσίασε ως μάρτυρες, τον αστυφύλακα 2482 Χρίστο Σάββα, τον αρχιαστυφύλακα 3144 Πλαστήρα Σιμιλλίδη και τους αστυφύλακες, 3742 Ανδρέα Γεωργίου, 2364 Κώστα Χριστοφόρου, 1169 Άριστο Αριστοδήμου και τέλος, 1244 Στέλιο Στυλιανού (Μ.Κ.1 μέχρι 6, αντίστοιχα). O κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε σε απολογία, σ' όλες τις κατηγορίες και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του προέβη σε ανώμοτη δήλωση, χωρίς να καλέσει κανένα μάρτυρα προς υπεράσπισή του. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό, ότι, κατά τη διάρκεια της δίκης δηλώθηκαν και αρκετά παραδεκτά γεγονότα. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν τις κατηγορίες 3 μέχρι 21 είναι η εξής: Στις 24/8/2014 και περί ώρα 20:25 (ουσιώδης χρόνος), οι Μ.Κ.1, 3, 4 και 6 καθώς και ο συνάδελφός τους, αστυφύλακας 2450 Σ. Αναστασίου, όλοι της Υ.ΚΑ.Ν. Πάφου, ενώ βρίσκονταν σε μηχανοκίνητη περιπολία στη λεωφόρο Ελλάδος στην Πάφο με κατεύθυνση τη λεωφόρο Μεσόγης και επέβαιναν σε δυο υπηρεσιακά αυτοκίνητα, με αριθμό εγγραφής ΗΖΝ 696, το ένα, το οποίο οδηγούσε ο Μ.Κ.4, με συνοδηγό το Μ.Κ.6, έχοντας στο πίσω κάθισμα τον αστυφύλακα 2450 Σ. Αναστασίου και με αριθμό εγγραφής ΚΥΥ 037, το άλλο, το οποίο οδηγούσε ο Μ.Κ.1, με συνοδηγό το Μ.Κ.3 εντόπισαν το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΕΧΗ 952 το οποίο οδηγούσε στον ίδιο δρόμο και κατεύθυνση ο κατηγορούμενος, με συνοδηγό το Ραφαήλ Μαρκίτση. Επειδή και για τους δυο υπήρχαν πληροφορίες ότι ασχολούνται με τη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών στην Πάφο, οι μάρτυρες αποφάσισαν να ανακόψουν το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου για έλεγχο, τόσο του ιδίου καθώς και του Μαρκίτση όσο και του οχήματος που οδηγούσε ο πρώτος. Ενώ ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε στάση αναμονής - καθότι άναβε κόκκινο στα φώτα τροχαίας - στη συμβολή της λεωφόρου Ελλάδος με τη λεωφόρο Τάσσου Παπαδόπουλου και τηρούσε τη δεξιά λωρίδα του δρόμου, με πρόθεση να στρίψει δεξιά και να εισέλθει στη λεωφόρο Τάσσου Παπαδόπουλου, έχοντας μπροστά από το όχημά του άλλα αυτοκίνητα, οι τρεις επιβαίνοντες στο υπηρεσιακό όχημα με αριθμό ΗΖΝ 696, το οποίο τη στιγμή αυτή βρισκόταν ακριβώς πίσω από το όχημα του κατηγορούμενου, σε απόσταση ενός περίπου μέτρου, αφού τοποθέτησαν τον υπηρεσιακό φάρο, κατέβηκαν από το όχημά τους και κατευθύνθηκαν προς το όχημα του κατηγορούμενου με σκοπό την ανακοπή και έλεγχο του οχήματος καθώς και τον έλεγχο των δυο επιβαινόντων σ' αυτό. Για τον ίδιο λόγο, ο Μ.Κ.1, ο οποίος οδηγούσε το δεύτερο υπηρεσιακό όχημα, το οποίο βρισκόταν πίσω από το πρώτο, τοποθέτησε κι αυτός τον υπηρεσιακό φάρο, ενώ ο Μ.Κ.3 κατέβηκε από το όχημα και κατευθύνθηκε κι αυτός προς το όχημα του κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα, οι Μ.Κ.3 και 6 κατευθύνθηκαν στην πόρτα του συνοδηγού και ο Μ.Κ.4 και ο αστυφύλακας 2450 Αναστασίου, στην πόρτα του οδηγού. Δηλαδή του κατηγορούμενου. Όταν ο Μ.Κ.4 πλησίασε στο παράθυρο της πόρτας του κατηγορούμενου, το οποίο ήταν ανοικτό, αφού του αποκάλυψε την αστυνομική του ταυτότητα, τον πληροφόρησε για την πρόθεσή τους να ερευνήσουν για ναρκωτικές ουσίες. Την ίδια ώρα, ο Μ.Κ.6 άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού, οπότε, ο Μ.Κ.3, αφού πλησίασε το Μαρκίτση και του αποκάλυψε την αστυνομική του ταυτότητα, τον πληροφόρησε ό,τι και ο Μ.Κ.4 τον κατηγορούμενο. Τότε, ο κατηγορούμενος, προκειμένου να αποφύγει την έρευνα, οδήγησε αμέσως το αυτοκίνητό του με την όπισθεν, χτυπώντας με την πίσω αριστερή πλευρά του προφυλακτήρα, στον μπροστινό δεξιό προφυλακτήρα του αστυνομικού οχήματος με αριθμό εγγραφής ΗΖΝ 696 που ήταν πίσω από το δικό του, με αποτέλεσμα να το μετατοπίσει προς τα πίσω και να του προκαλέσει ελαφριές ζημιές. Τη στιγμή αυτή, ο Μ.Κ.3, ο οποίος βρισκόταν πίσω από την ανοιχτή πόρτα του συνοδηγού του οχήματος του κατηγορούμενου, για να μην παρασυρθεί από αυτή, εισήλθε αμέσως μπρούμυτα στο όχημα. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος, σπινάροντας, επιχείρησε να κάνει επαναστροφή. Όταν ο Μ.Κ.4 αντιλήφθηκε τις προθέσεις του επιχείρησε να τον ακινητοποιήσει. Συγκεκριμένα, βάζοντας το χέρι του από το παράθυρο της πόρτας του οδηγού, η οποία ήταν κλειδωμένη, προσπάθησε να πάρει το κλειδί, φωνάζοντας επανειλημμένα ονομαστικά στον κατηγορούμενο, «Αστυνομία, σταμάτα, θα μας χτυπήσεις», ο οποίος, αντί να συμμορφωθεί, συνέχισε να οδηγεί το όχημά του. Συγκεκριμένα κινήθηκε αριστερά, επιχειρώντας να κάνει επαναστροφή. Αφού πέρασε στην απέναντι πλευρά του δρόμου, ανέβηκε στο πεζοδρόμιο και χτύπησε σε σιδερένια πινακίδα τροχαίας, ακολούθως, ουσιαστικά, οδηγώντας από την αντίθετη κατεύθυνση, αφού εισήλθε και πάλι στο δρόμο συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΚRΜ 385, το οποίο οδηγούσε η Ελένη Μιλτιάδους, οπότε και ακινητοποιήθηκε. Καθ' όλη τη διάρκεια που εκδήλωνε την οδική του συμπεριφορά (ως ανωτέρω), ο Μ.Κ.3 εξακολουθούσε να βρίσκεται μπρούμυτα μέσα στο αυτοκίνητό του. Εν μέρει, εντός αυτού βρισκόταν και ο Μ.Κ.4 - τον οποίο ο κατηγορούμενος, κατά τη διαδρομή παρέσυρε μαζί του -, ο οποίος προσπαθούσε να αφαιρέσει το κλειδί του οχήματος για να το σταματήσει. Προτού ο κατηγορούμενος συγκρουστεί στη σιδερένια πινακίδα τροχαίας, παρενέβη ο Μ.Κ.6 και τράβηξε το συνάδελφό του έξω από το αυτοκίνητο για να μη χτυπήσει στην πινακίδα. Ωστόσο, για να χτυπήσει ο ίδιος στην πινακίδα. Αφού ακινητοποιήθηκε το όχημα του κατηγορούμενου, ο Μ.Κ.4 έτρεξε ξανά προς το μέρος του. Αφού έσβησε τη μηχανή του αυτοκινήτου του και πήρε το κλειδί, ακολούθως προσπάθησε να βγάλει έξω τον κατηγορούμενο, ο οποίος αντιδρούσε. Χρησιμοποιώντας την ανάλογη βία ο μάρτυρας κατάφερε να το βγάλει από το αυτοκίνητο και τον ακινητοποίησε στο πεζοδρόμιο. Ο Μαρκίτσης ακινητοποιήθηκε από τους Μ.Κ.3 και 6, αφού προηγουμένως, ο Μ.Κ.6 βοήθησε το Μ.Κ.3 να βγει κι αυτός από το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου. Τότε, ο Μ.Κ.3 ένιωσε έντονη ζαλάδα. Αφού περπάτησε προς το πεζοδρόμιο, έχασε για λίγο τις αισθήσεις του, οπότε και μεταφέρθηκε από συνάδελφό του στο Τμήμα Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου για περίθαλψη. Όσα ακολουθούν ουσιαστικά αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών. Στις 20:40, ο Μ.Κ.4 πρόσεξε ότι μεταξύ της θέσης του οδηγού και του συνοδηγού του οχήματος του κατηγορούμενου υπήρχε ένα νάιλον διαφανές σακούλι (τεκμήριο 23), εντός του οποίου υπήρχε ποσότητα κάνναβης, από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη (τεκμήριο 23Α), βάρους, 7,6324 γραμμαρίων και ένα χειροποίητο τσιγάρο (τεκμήριο 24), το οποίο περιείχε βιομηχανοποιημένο καπνό, αναμεμειγμένο με ποσότητα κάνναβης, από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη (τεκμήριο 24Α), βάρους, 0,2035 γραμμαρίων. Και τα δυο αυτά αντικείμενα, αφού υποδείχθηκαν από το μάρτυρα στον κατηγορούμενο καθώς και στο Μαρκίτση και πληροφορήθηκαν ότι εντός του σακουλιού και του χειροποίητου τσιγάρου υπάρχει ποσότητα κάνναβης, της οποίας η κατοχή και χρήση απαγορεύονται και τους επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο, αυτοί δεν απάντησαν. Το ίδιο έκαναν και όταν στη συνέχεια συνελήφθηκαν από το μάρτυρα για αυτόφωρο αδίκημα και τους επιστήθηκε εκ νέου η προσοχή στο νόμο. Κατά τη διάρκεια της έρευνας που ακολούθησε στο όχημα του κατηγορούμενου, ο μάρτυρας, στις 20:45 βρήκε ένα πακέτο τσιγάρων, μάρκας Marlboro (τεκμήριο 7Α), εντός του οποίου υπήρχε ένα τεμάχιο νάιλον σακουλάκι (τεκμήριο 8), εντός του οποίου υπήρχαν τέσσερα τεμάχια διαφανή νάιλον σακουλάκια, κλειστά διά καψίματος (τεκμήρια 9, 10, 11 και 12), τα οποία περιείχαν άσπρη συμπαγή ουσία κοκαΐνης, βάρους, 0,7852, 0,7287, 0,8083 και 0,7737 γραμμαρίων, αντίστοιχα. Στο ίδιο πακέτο τσιγάρων, το οποίο βρισκόταν μεταξύ της θέσης του οδηγού και της πόρτας του οδηγού του οχήματος, υπήρχαν ακόμη εννέα τεμάχια νάιλον σακουλάκια και συγκεκριμένα, δυο διαφανή, κλειστά διά καψίματος (τεκμήρια 13 και 14), τα οποία περιείχαν άσπρη συμπαγή ουσία κοκαΐνης, βάρους, 0,3877 και 0,3742 γραμμαρίων αντίστοιχα, τέσσερα άσπρου χρώματος, κλειστά διά καψίματος (τεκμήρια 15, 16, 19 και 20), τα οποία περιείχαν άσπρη συμπαγή ουσία κοκαΐνης, βάρους, 0,3871, 0,4056, 0,3793 και 0,4042 γραμμαρίων, αντίστοιχα και τέλος, τρία άσπρου χρώματος, κλειστά διά καψίματος (τεκμήρια 17, 18, και 21), τα οποία περιείχαν άσπρη σκόνη κοκαΐνης, βάρους, 0,3788, 0,3746 και 0,3999 γραμμαρίων, αντίστοιχα. Μέσα στο ίδιο πακέτο τσιγάρων υπήρχε και το ποσό των €45,00, σε δυο χαρτονομίσματα των €20,00 και ένα των €5,00 (τεκμήριο 28). Αφού ο μάρτυρας έδειξε όλα τα παραπάνω, τόσο στον κατηγορούμενο όσο και στο Μαρκίτση και τους πληροφόρησε ότι η άσπρη συμπαγής ουσία, πιθανόν να είναι κοκαΐνη, της οποίας η κατοχή και χρήση απαγορεύονται και τους επέστησε την προσοχή στο νόμο, αυτοί και πάλιν δεν απάντησαν. Την ίδια στάση τήρησαν και όταν τους πληροφόρησε ότι θα παραλάβει το ποσό των €45,00, επειδή είχε εύλογη υπόνοια ότι πιθανόν να προήλθε από την πώληση ναρκωτικών ουσιών. Συνεχίζοντας την έρευνα ο μάρτυρας, στο σημείο, δίπλα και κάτω από τη θέση του οδηγού βρήκε μέσα στη δερμάτινη του θήκη ένα μεταλλικό μαχαίρι με πλαστική χειρολαβή και σταθερή λεπίδα που καταλήγει σε μυτερή άκρη, μήκους 13 εκατοστών (τεκμήριο 22). Στις 20:48, ο μάρτυρας βρήκε πάνω στη θέση του συνοδηγού, τη ζυγαριά ακριβείας (τεκμήριο 25), στην οποία υπήρχαν ίχνη κάνναβης. Αφού ο μάρτυρας υπέδειξε τη ζυγαριά στους δυο και τους πληροφόρησε ότι σ' αυτή υπάρχουν ίχνη κάνναβης, της οποίας η κατοχή και χρήση απαγορεύονται και τους επέστησε την προσοχή στο νόμο, αυτοί δεν απάντησαν. Ακριβώς την ίδια στάση τήρησαν και στη συνέχεια, όταν ο μάρτυρας βρήκε τα δυο κινητά τηλέφωνα (τεκμήρια 26 και 27), το ένα μεταξύ της θέσης του οδηγού και συνοδηγού και το άλλο, κάτω από τη θέση του οδηγού και πληροφορήθηκαν από το μάρτυρα ότι θα τα παραλάβει για εξετάσεις, επειδή πιθανόν να τα χρησιμοποιούσαν με σκοπό τη διακίνηση ναρκωτικών. Όλα τα παραπάνω τεκμήρια καθώς και διάφορα άλλα - στα οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια -, όπως εντοπίστηκαν εμφαίνονται σε αριθμό φωτογραφιών που αποτελούν μέρος της δέσμης φωτογραφιών (τεκμήριο 5). Αφού ολοκληρώθηκε η έρευνα στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου, τόσο αυτός όσο και ο Μαρκίτσης μεταφέρθηκαν στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. Εκεί, κατά τη διάρκεια σωματικής έρευνας που τους έγινε από το Μ.Κ.4, βρέθηκαν, στην κατοχή του πρώτου, το συνολικό ποσό των €140,00 (τεκμήριο 30), σε επτά χαρτονομίσματα των €20,00 και στην κατοχή του δεύτερου, το συνολικό ποσό των €1.370,00 (τεκμήριο 29), αποτελούμενο από ένα χαρτονόμισμα των €100,00, δεκατρία των 10,00, είκοσι έξι των €20,00, δεκατέσσερα των €5,00 και έντεκα των €50,00. Και οι δυο, αφού πληροφορήθηκαν από το μάρτυρα ότι θα παραλάμβανε τα παραπάνω ποσά για εξετάσεις, επειδή είχε την εύλογη υπόνοια ότι πιθανόν να προήλθαν από την πώληση ναρκωτικών ουσιών και τους επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο, δεν απάντησαν. Ο μάρτυρας, στις 28/8/2014 έλαβε ανακριτική κατάθεση από το Μαρκίτση, στην οποία, μεταξύ άλλων αναφέρει ότι η ποσότητα κάνναβης (τεκμήριο 23Α) και το χειροποίητο τσιγάρο (τεκμήριο 24) που βρήκε η Αστυνομία είναι δικά του και τα κατείχε για δική του χρήση. Αναφέρει ακόμη, ότι και η ζυγαριά ακριβείας (τεκμήριο 25) είναι δική του και ότι την είχε για να ζυγίζει το χόρτο που αγόραζε. Τέλος, αναφορικά με το ποσό των €1.370,00 (τεκμήριο 29) αναφέρει ότι και αυτό είναι δικό του και ότι το είχε κερδίσει από ποδοσφαιρικό στοίχημα που είχε παίξει. Αναφορικά με τα γεγονότα της 23ης κατηγορίας, η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής είναι η εξής: Ο κατηγορούμενος ενέχεται στη διάπραξη του αδικήματος που περικλείει η εν λόγω κατηγορία, επειδή, από το τεμάχιο διαφανές νάιλον σακουλάκι κλειστό διά καψίματος, εντός του οποίου υπήρχε ποσότητα άσπρης σκόνης κοκαΐνης (τεκμήριο 34Α), βάρους, 0,7316 γραμμαρίων, το οποίο, στις 24/3/2015 και ώρα 19:10 είχε ρίξει έξω από το παράθυρο του συνοδηγού αυτοκινήτου στο οποίο επέβαινε, η Donna Kathleen Deschamps από την Αγγλία, με οδηγό άλλο πρόσωπο, απομονώθηκε μεικτό γενετικό υλικό και όπως αναφέρεται στη σχετική έκθεση του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου (τεκμήρια 45 και 53), το περιεχόμενο της οποίας αποτελεί παραδεκτό γεγονός, η κύρια συνεισφορά του πλήρες ανδρικού προφίλ που προκύπτει από επαναληπτικές εξετάσεις, ταυτίζεται με το γενετικό προφίλ του γενετικού υλικό του κατηγορούμενου. Η εκδοχή του κατηγορούμενου επί των επίδικων κατηγοριών περικλείεται στην ανώμοτη του δήλωση - στην οποία προέβη από γραπτό κείμενο (τεκμήριο 64), το οποίο ανάγνωσε αφού κλήθηκε σε απολογία -. Ακολουθεί αυτούσια: «Κατ' αρχήν υιοθετώ το περιεχόμενο της κατάθεσης μου που έδωσα στην Αστυνομία και παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο σας ως τεκμήριο. Η αλήθεια είναι αυτή που αναφέρω στην κατάθεση μου. Επαναλαμβάνω ότι δεν έχω καμία σχέση τόσον με την ρητίνη κάνναβη όσον και για την ζυγαριά ακριβείας καθώς και για το τσιγάρο που περιείχε κάνναβη και εντοπίστηκαν εντός του οχήματος μου. Η δε κοκαΐνη, που εντοπίστηκε στο όχημα μου, είναι δική μου και την είχα αποκλειστικά για δική μου χρήση και ήταν στην κατάσταση και μορφή όπως την είχα αγοράσει. Σε σχέση με τους ισχυριζόμενους τραυματισμούς των αστυνομικών, κατά τις 24.8.2014, είναι η θέση μου στο Δικαστήριο σας ότι εγώ δεν έχω καμία ευθύνη και αυτοί οφείλονται λόγω των παράνομων πράξεων και/ή ενεργειών των αστυνομικών, οι οποίοι παράνομα και χωρίς κανένα δικαίωμα και καθ' ον χρόνο έθεσα σε κίνηση το αυτοκίνητο, επέμβηκαν και ένας εκ των οποίων μάλιστα με έπιασε από τον λαιμό. Σε σχέση με την 23η κατηγορία, εγώ δεν έχω καμία σχέση με την κατηγορία αυτή και προφανώς ο εντοπισμός δικού μου DNA στο σακούλι που εντοπίστηκε η απαγορευμένη ουσία, να οφείλεται σε άλλους παράγοντες που δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση με την απαγορευμένη ουσία. Είμαι αθώος στις κατηγορίες που αρνήθηκα ενοχή.» Επειδή, με την πρώτη παράγραφο της ανώμοτης του δήλωσης υιοθετεί το περιεχόμενο της κατάθεσής του στην Αστυνομία, παρατηρώ τα εξής: Από αυτόν λήφθηκαν τρεις ανακριτικές καταθέσεις. Δυο σε σχέση με τα αδικήματα που περικλείουν οι κατηγορίες 3 μέχρι 21 (τεκμήριο 2, η πρώτη, ημερομηνίας 24/8/2014 και τεκμήριο 3, η δεύτερη, ημερομηνίας 28/8/2014) και μια (τεκμήριο 51, ημερομηνίας 1/8/2015) για το αδίκημα της 23ης κατηγορίας. Δεδομένου ότι σε σχέση με την τελευταία κατηγορία, η υπεράσπισή του περικλείεται στην προτελευταία παράγραφο της ανώμοτης του δήλωσης και στην πρώτη, από τις άλλες δυο καταθέσεις, σ' όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν απαντούσε στερεότυπα με τη φράση, «Ό,τι έχω να πω, θα το πω στο Δικαστήριο.», θεωρώ ότι με την παραπάνω αναφορά του παραπέμπει στη δεύτερη του ανακριτική κατάθεση (τεκμήριο 3), στην οποία, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής, που αποτελούν μέρος της εκδοχής του σε σχέση με τις κατηγορίες 3 μέχρι 21: Ερωτηθείς για ποιο λόγο, στις 24/8/2014 και περί ώρα 20:25, όταν μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. προσπάθησαν να ανακόψουν το αυτοκίνητο που οδηγούσε με συνοδηγό το Μαρκίτση, παρά τα φώτα τροχαίας του Viofos στην Πάφο, με όπισθεν ταχύτητα προκάλεσε ζημιά στο υπηρεσιακό όχημα με αριθμό εγγραφής ΗΖΝ 696 και οδήγησε εναντίον φοράς και χτύπησε και στο ιδιωτικό όχημα με αριθμό εγγραφής ΚRM 385, απαντώντας, ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που προσπάθησε να διαφύγει ήταν γιατί είχε στην κατοχή του ποσότητα κοκαΐνης και δεν ήθελε να συλληφθεί από την Αστυνομία. Όταν στη συνέχεια κλήθηκε να τοποθετηθεί για την ανευρεθείσα ποσότητα κοκαΐνης εντός του πακέτου τσιγάρων μέσα στο αυτοκίνητό του, απαντώντας ισχυρίστηκε ότι είναι η κοκαΐνη που ανάφερε προηγουμένως ότι είχε και προσπάθησε να διαφύγει, αλλά τελικά δεν τα κατάφερε. Απαντώντας στην επόμενη ερώτηση (που ήταν ποιος ο σκοπός που είχε την κοκαΐνη στην κατοχή του και από πού την αγόρασε) ισχυρίστηκε ότι είχε την κοκαΐνη για δική του χρήση, αφού είναι χρήστης κοκαΐνης μόνο, εδώ και ένα χρόνο και η τελευταία φορά που έκανε χρήση, ήταν μια μέρα πριν συλληφθεί. Ισχυρίστηκε ακόμη, ότι την κοκαΐνη, την προμηθεύτηκε από πρόσωπο που φοβάται για τη ζωή του και για την οικογένειά του να κατονομάσει και ο λόγος που ήταν τόση ποσότητα και συσκευασία, ήταν γιατί τη βρήκε σε τιμή ευκαιρίας. Δηλαδή, €65,00 το γραμμάριο. Ερωτηθείς ακολούθως για το ανευρεθέν σε εμφανές σημείο μέσα στο αυτοκίνητό του, διαφανές νάιλον σακουλάκι το οποίο περιείχε την επίδικη ποσότητα κάνναβης και το χειροποίητο τσιγάρο που περιείχε το βιομηχανοποιημένο καπνό, αναμεμειγμένο με κάνναβη, ισχυρίστηκε ότι δε γνωρίζει οτιδήποτε γι αυτά μα ούτε και τα είδε από προηγουμένως, μέσα στο αυτοκίνητό του. Το ίδιο ακριβώς ισχυρίστηκε και για τη ζυγαριά ακριβείας, η οποία βρέθηκε στη θέση του συνοδηγού. Ερωτηθείς σε ποιο ανήκει το ποσό των €45,00 και για ποιο λόγο βρέθηκε μέσα στο πακέτο τσιγάρων που βρέθηκε και η κοκαΐνη, ισχυρίστηκε ότι είναι δικά του χρήματα και ότι έχει σύστημα να τα βάζει εκεί, επειδή δεν έχει πορτοφόλι. Ερωτηθείς τι έχει να πει για το ποσό των €140,00 (αποτελούμενο από τα επτά χαρτονομίσματα των €20,00) που βρέθηκε στην κατοχή του κατά τη σωματική έρευνα που του έγινε, ισχυρίστηκε απλώς ότι είναι δικό του. Τέλος, απαντώντας στην ερώτηση αρ. 19, με την οποία κλήθηκε να πει το λόγο για τον οποίο αποφάσισε μετά από τέσσερις μέρες να προβεί σε κατάθεση και να αναφέρει τα γεγονότα, ισχυρίστηκε ότι το κάνει μετά από συμβουλή του δικηγόρου του και γιατί ήθελε να πει την αλήθεια πως έγιναν τα πράγματα ακριβώς, ενώ απολογήθηκε κιόλας για τη συμπεριφορά του απέναντι στην Αστυνομία. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας στο σύνολό του και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί, καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλ. και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Επισημαίνεται και η πάγια νομική αρχή σύμφωνα με την οποία, εκεί όπου υπάρχει σύγκρουση της μαρτυρίας με τα παραδεκτά γεγονότα υπερισχύουν τα παραδεκτά γεγονότα (βλ. Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143 και Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους
(2000)2 Α.Α.Δ. 186). Αναφορικά με την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου και την αποδεικτική της αξία σύμφωνα με τη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22: «.Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ. μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic (1973 2 C.L.R. 139, 188 - 191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σε. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245 - 288, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195).» Βλέπε και την Iddin v. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 47/14, ημερομηνίας 29/2/2016, στην οποία επισημαίνεται ότι η αξία της ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον περιορισμένη, αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Παραπέμπω ακόμη και στη Mariano κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 112/14 και 113/14, ημερομηνίας 20/11/2015, όπου, με αναφορά στην Anastasiades (ανωτέρω) υποδεικνύεται ότι, σε ό,τι αφορά τις ανώμοτες δηλώσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να αφήνει τον εαυτό του να δει τα γεγονότα που τίθενται ενώπιόν του με διαφορετικό φως. Ούτε και μου διαφεύγει το ανεπίτρεπτο σχολιασμού, ως σχετικού προς την ενοχή, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος επέλεξε να ασκήσει το συγκεκριμένο δικαίωμα (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195 κ.ο.κ). Αναφορικά με το περιεχόμενο των ανακριτικών καταθέσεων του κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη, ότι, το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη τους επαφίεται στη διακριτική μου ευχέρεια (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 190). Για την αποδεικτική αξία της περιστατικής μαρτυρίας παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Παφίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102: «Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή ή κατηγορία μαρτυρίας της άμεσης μαρτυρίας, δηλαδή μαρτυρίας η οποία αφεαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα (όπως μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων). Όχι μόνο δεν υπάρχει προκατάληψη, και αυτό είναι η δεύτερη διαπίστωση που θέλουμε να κάμουμε, εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους. .Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας (βλ. μεταξύ άλλων Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R., 73 p. 79 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνον όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του.» Βλ. και Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 746. Αναμφίβολα, ο εντοπισμός - ύπαρξη - του γενετικού υλικού στον τόπο του εγκλήματος αποτελεί σημαντικό στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 428) και το ίδιο ισχύει και για τα δακτυλικά αποτυπώματα. Ωστόσο, όπως αναφέρεται στη Χαρίτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 225: «Στην περίπτωση δακτυλικών αποτυπωμάτων η ύπαρξη τους δεν οδηγεί κατ' ανάγκη σε εύρημα ότι το άτομο που άφησε τα αποτυπώματά του στον τόπο του εγκλήματος είναι ο δράστης. Η άρνηση ενοχής συναρτάται και εκτιμάται σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η επαφή με το αντικείμενο του εγκλήματος. Ανάλογα δε με την εξήγηση που μπορεί να υπάρχει για την ύπαρξη τους, η παρουσία δακτυλικών αποτυπωμάτων είναι δυνατή και από μόνη της να στηρίξει καταδίκη (βλ. μεταξύ άλλων Charitonos v. Republic
(1971)2 C.L.R. 40, Mantis v. Police
(1981)2 C.L.R. 234, Χατζηπέτρου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174 και Ιωάννου άλλως Τίτος κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 409, σελ. 418 - 419). Κατ' αναλογία και η ύπαρξη γενετικού υλικού παρόλο που είναι αρκετή από μόνη της για να οδηγήσει σε καταδίκη, αυτό δεν είναι απαραίτητο διότι η ύπαρξη του μπορεί να έχει λογική εξήγηση. Τότε μόνο οδηγεί σε ενοχή, εφόσο η ύπαρξή του συνεκτιμούμενη με τα άλλα περιστατικά του εγκλήματος δεν αφήνει λογικά περιθώριο για άλλη ερμηνεία ή εξήγηση. (Γιαννίδης ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143, Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171 και Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 331).» Προστίθενται και το εξής: Ούτε και μπορεί να λεχθεί ότι η απουσία αποτυπωμάτων ή γενετικού υλικού οδηγεί σε αρνητική διαπίστωση επαφής με κάποιο αντικείμενο (βλ. Πιτσιλλίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ 662 και Αριστείδου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 32). Τέλος παραπέμπω και στο ακόλουθο απόσπασμα, από τη Χαρίτου (ανωτέρω), σε σχέση με τις προηγούμενες αντιφατικές καταθέσεις: «Στην Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2) (πιο πάνω) σελ. 651 λέχθηκαν τα εξής: «Το Δικαστήριο είναι ο κριτής της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Προηγούμενες αντιφατικές καταθέσεις, καθώς και οι προεκτάσεις τους συνιστούν γεγονότα που προσμετρούν στην κρίση της αξιοπιστίας του μάρτυρα. Δεν εξουδετερώνουν, όμως, τη μαρτυρία του, ως το αντικείμενο αξιολόγησης (από το δικαστήριο) παραδεκτής, κατά το δίκαιο της αποδείξεως, μαρτυρίας. Το ακόλουθο απόσπασμα από τη Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας, (ανωτέρω), αντανακλά τη σωστή προσέγγιση: .......» Στην Τεβλετιάν κ.ά. ν. Αστυνομίας (πιο πάνω) σελ. 520 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Ως προς το ζήτημα προηγούμενων αντιφατικών καταθέσεων ενός μάρτυρα και το κατά πόσο τέτοιες καταθέσεις καθιστούν τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, εκ προοιμίου, αναξιόπιστη, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην υπόθεση Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, στην οποία το προαναφερόμενο ερώτημα απαντήθηκε αρνητικά. Χρήσιμη αναφορά μπορεί επίσης να γίνει στην υπόθεση Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 510 όπου παρατηρήθηκε πως τα κριτήρια για την αποτίμηση αντιφάσεων σχετίζονται άμεσα με τους διαφαινόμενους λόγους που οδηγούν στην προβολή διϊστάμενων θέσεων και με την ετοιμότητα του μάρτυρα να καταφύγει σε ψεύδη ή ανακρίβειες, προς εξυπηρέτηση ιδίου συμφέροντος. Το τελικό κριτήριο είναι η προσήλωση του μάρτυρα στην αλήθεια......» Βλ. και την Αλ - Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117 σύμφωνα με την οποία, η προσφυγή στο ψεύδος δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Αντιπαραβάλλοντας τις εκατέρωθεν εκδοχές, ασφαλώς, υπό το φως του συνόλου της ενώπιόν μου μαρτυρίας, των παραδεκτών γεγονότων, της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου καθώς και των δυο ανακριτικών του καταθέσεων, για λόγους που θα αναφέρω στη συνέχεια θεωρώ ότι τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, κατά βάση είναι σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, την οποία θεωρώ και πιο λογική από την αντίστοιχη του κατηγορούμενου. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία και των έξι μαρτύρων που κατάθεσαν για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής είναι θετική. Όλοι τους απαντούσαν αυθόρμητα και με απόλυτη ειλικρίνεια, σ' όλες τις ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν και ειδικά, οι Μ.Κ.1, 3, 4 και 6 που ήταν παρόντες κατά το επίδικο περιστατικό ανακοπής του οχήματος του κατηγορούμενου και με κάποιο τρόπο συμμετείχαν σ' αυτό, οπότε γνωρίζουν προσωπικά, όλα όσα το περιβάλλουν καθώς και όσα ακολούθησαν - για τα οποία ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 3 μέχρι 21 -, παρότι αντεξετάστηκαν ικανά από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου, εντούτοις κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία τους, επί της ουσίας όσων ανάφεραν, τα οποία, εν πάση περιπτώσει, σε σημαντικό βαθμό ενισχύονται και/ή επιβεβαιώνονται από το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων, της πραγματικής και ιατρικής μαρτυρίας, αλλά και από το περιεχόμενο, τόσο της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου όσο και της ανακριτικής του κατάθεσης (τεκμήριο 3). Είναι γεγονός, ότι, αντεξεταζόμενοι οι Μ.Κ.1, 3, 4 και 6 υπέπεσαν σε μερικές αντιφάσεις, όχι τόσο αυτοτελώς όσο - κυρίως - μεταξύ τους, ειδικά για όσα περιστρέφονται γύρω από τις ενέργειές τους καθώς και την οδική συμπεριφορά του κατηγορούμενου, από τη στιγμή που αυτός πληροφορήθηκε εκ μέρους τους για την ιδιότητά τους καθώς και την πρόθεσή τους να προβούν σε έρευνα για ανεύρεση ναρκωτικών ουσιών. Παρόλα αυτά, δεν αποδίδω ιδιαίτερη σημασία στις εν λόγω αντιφάσεις, τις οποίες αποδίδω, καταρχήν, στην πάροδο δυόμιση και πλέον ετών από τότε που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα μέχρι και την ημέρα που κατάθεσαν στο Δικαστήριο γι αυτά οι μάρτυρες και δεύτερο, στην ψυχολογική κατάσταση που ως είναι φυσικό τελούσαν αυτοί, καθ' ον χρόνο διαδραματίζονταν τα εν λόγω γεγονότα, δεδομένης και της ταχύτητας με την οποία ο κατηγορούμενος είχε εκδηλώσει την οδική του συμπεριφορά και κυρίως, της φύσης καθώς και του υψηλού κινδύνου που εξ αντικειμένου αυτή ενείχε, τόσο για τους μάρτυρες όσο και για τον ίδιο, αλλά και για όλους όσοι χρησιμοποιούσαν και αυτοί το δρόμο την ίδια ώρα, στο σημείο που έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό. Εν πάση περιπτώσει, οι εν λόγω αντιφάσεις, οι οποίες, για λόγους που θα αναφέρω αμέσως, δεν είναι ικανές να ανατρέψουν την κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία των εν λόγω μαρτύρων καθώς και τα συμπεράσματά μου ως προς τα ουσιαστικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στον ουσιώδη χρόνο, ό,τι αποδεικνύουν, δεν είναι πρόθεση εκ μέρους οποιουδήποτε των εν λόγω μαρτύρων για καταφυγή στο ψεύδος, αλλά, την απουσία συνεννόησης μεταξύ τους, ως προς το τι θα ανάφεραν για τα εν λόγω γεγονότα, τόσο στη γραπτή κατάθεσή τους στην Αστυνομία όσο και - αργότερα - στο Δικαστήριο. Και κάτι ακόμη. Μερικές από τις εν λόγω αντιφάσεις, είναι μάλλον φαινομενικές παρά πραγματικές, υπό την έννοια ότι, αυτό που ισχυριζόταν ένας μάρτυρας για κάποιο γεγονός, σε αντίθεση ή κάπως διαφορετικά από αυτό που ισχυριζόταν κάποιος άλλος μάρτυρας, εν τέλει, ενώ για τον ένα μάρτυρα, ο ισχυρισμός του εδραζόταν σε όσα βίωσε ή είδε ο ίδιος, για τον άλλο, ο περί αντιθέτου ισχυρισμός του, όπως προέκυψε κατά την αντεξέτασή του, εδραζόταν, είτε σε υπόθεση την οποία έκανε είτε ακόμη σε εσφαλμένη αντίληψη που είχε για το πως έλαβε χώρα το συγκεκριμένο γεγονός. Ούτε και μου διαφεύγει ότι το επίδικο περιστατικό έγινε κατά τη διάρκεια της νύχτας. Ωστόσο - παρά τα προηγούμενα -, εν τέλει, το όλο θέμα απολήγει να είναι περισσότερο θεωρητικό και άνευ ουσιαστικής σημασίας, αφού, το σχετικό μέρος της μαρτυρίας των υπό αναφορά, σε σημαντικό βαθμό ενισχύεται και/ή επιβεβαιώνεται από σωρεία στοιχείων, περιστατικής, πραγματικής - περιλαμβανομένης και ιατρικής - μαρτυρίας, από το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων και, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, ακόμη και από την εκδοχή του κατηγορούμενου, η οποία, θα έλεγα πως, για αρκετά από τα κρίσιμα και αναγκαία για τη διάγνωση της ποινικής του ευθύνης - σε αριθμό κατηγοριών - γεγονότα υπήρξε αντιφατική και επαμφοτερίζουσα. Το τι εννοώ ακριβώς, θα διαφανεί αργότερα, όταν θα ασχοληθώ ειδικά και αναλυτικά με την εκδοχή του. Για την ώρα περιορίζομαι να πω τούτο∙ ο κατηγορούμενος, ενώ ανάλωσε - μέσω του δικηγόρου του -, αν όχι το μεγαλύτερο, τουλάχιστον, σημαντικό μέρος της αντεξέτασης των τεσσάρων παρόντων μαρτύρων κατά το επίδικο περιστατικό της 24/8/2014, προκειμένου να με πείσει ότι, για όσα περιβάλλουν τις σοβαρές τροχαίες παραβάσεις που του καταλογίζονται καθώς και για τους τραυματισμούς που υπέστησαν οι Μ.Κ.3 και 6, ευθύνονται οι αστυνομικοί μάρτυρες, παραβλέπει το εξής σημαντικό γεγονός: τόσο με την ανακριτική του κατάθεση (τεκμήριο 3) - την οποία υιοθέτησε με την ανώμοτη του δήλωση, ως περικλείουσα την αλήθεια - όσο και με την απάντησή του στη γραπτή κατηγορία που του προσάφθηκε (τεκμήριο 56) παραδέχεται τις τροχαίες παραβάσεις που του καταλογίζονται και απολογείται για τη συμπεριφορά του έναντι της Αστυνομίας. Για όλους τους παραπάνω λόγους, η μαρτυρία των Μ.Κ.1, 3, 4 και 6, επί της ουσίας γίνεται αποδεκτή. Δεκτή στο σύνολό της - και ως αναντίλεκτη - είναι και η μαρτυρία του αρχιαστυφύλακα 3144 Πλαστήρα Σιμιλλίδη (Μ.Κ.2). Η μαρτυρία του είναι σχετική μόνο με την 23η κατηγορία και περικλείεται στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 48), το περιεχόμενο της οποίας αποτελεί παραδεκτό γεγονός. Δεκτή στο σύνολό της και ως αναντίλεκτη - εκτός από αξιόπιστη - είναι και η μαρτυρία του αστυφύλακα 1169 Άριστου Αριστοδήμου (Μ.Κ.5), η οποία περικλείεται στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 60), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Από τη μαρτυρία του, η οποία θα πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του λοχία 1297 Γ. Ναθαναήλ (τεκμήριο 57), που αποτελεί παραδεκτό γεγονός προκύπτουν τα ακόλουθα γεγονότα, τα οποία να θεωρηθούν από τώρα αποδεδειγμένα: Ο μάρτυρας, στις 24/8/2014 και ώρα 20:40 μετέβη στη σκηνή τροχαίου δυστυχήματος που έγινε την ίδια μέρα, γύρω στις 20:30, στη λεωφόρο Ελλάδος στην Πάφο, λίγο πριν τη συμβολή της με τη λεωφόρο Τάσσου Παπαδόπουλου, η οποία ελέγχεται από φώτα τροχαίας, με ενεχόμενα οχήματα, το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΕΧΗ 952, το οποίο οδηγούσε ο Ιωσήφ Ιωσήφ (δηλαδή ο κατηγορούμενος), το αστυνομικό όχημα με αριθμό εγγραφής ΗΖΝ 696 που οδηγούσε ο αστυφύλακας 2364 Κώστας Χριστοφόρου (δηλαδή ο Μ.Κ.4) και το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΚRΜ 385, το οποίο οδηγούσε η Ελένη Μιλτιάδους. Κατά την άφιξη του στο μέρος ο μάρτυρας βρήκε και τα τρία οχήματα στην τελική τους θέση. Κατόπιν οδηγιών τού λοχία 1297 Γ. Ναθαναήλ, με τη βοήθεια ενός συναδέλφου του ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (τεκμήριο 61), στην παρουσία των ενεχόμενων οδηγών, στο οποίο, κατόπιν υπόδειξής τους τοποθέτησε τις πορείες των τριών ενεχόμενων οχημάτων. Αφού πήρε όλα τα αναγκαία μέτρα τοποθέτησε σ' αυτό τις προαναφερθείσες συγκρούσεις του οχήματος του κατηγορούμενου καθώς και τη σύγκρουσή του με την προειδοποιητική πινακίδα τροχαίας. Ακολούθως εξήγησε και στους τρεις οδηγούς το σχέδιο. Ο Μ.Κ.4 και η Μιλτιάδους συμφώνησαν με αυτό και ως ορθό το υπόγραψαν, ενώ ο κατηγορούμενος δεν ήθελε να το υπογράψει. Όταν ρωτήθηκε για τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος, ισχυρίστηκε πως δε θυμόταν τίποτε. Με βάση τις μετρήσεις που πήρε ο μάρτυρας ετοίμασε συμμετρικό σχέδιο του δυστυχήματος (τεκμήριο 55). Αναφορικά με τις ζημιές των τριών ενεχόμενων οχημάτων, στο όχημα του κατηγορούμενου υπήρχαν ζημιές και στις δυο μπροστινές γωνίες. Στο αστυνομικό όχημα που οδηγούσε ο Μ.Κ.4, στον μπροστινό προφυλακτήρα και τέλος, στο όχημα που οδηγούσε η Μιλτιάδους, στην αριστερή πισινή πόρτα και στο αριστερό πισινό φτερό. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό, ότι οι ζημιές που υπέστησαν τα τρία οχήματα εμφαίνονται σε αριθμό φωτογραφιών - μέρος του τεκμηρίου 5 -. Το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της νύχτας, με επαρκή οδικό φωτισμό. Ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος στεγνή και καθαρή. Κατά την ώρα του δυστυχήματος υπήρχε αρκετή τροχαία κίνηση. Ο δρόμος είναι ευθύς και επίπεδος. Όλα τα παραπάνω γεγονότα ενισχύουν και/ή επιβεβαιώνουν ουσιωδώς την εκδοχή των Μ.Κ.1, 3, 4 και 6, αναφορικά με το πως εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα στον ουσιώδη χρόνο, από τη στιγμή που αποκάλυψαν στον κατηγορούμενο την αστυνομική τους ταυτότητα και τον πληροφορήσαν για την πρόθεσή τους να προβούν σε έρευνα για ανεύρεση ναρκωτικών ουσιών μέχρι και την ακινητοποίηση του αυτοκινήτου του στο δρόμο, μετά που αυτό συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο της Μιλτιάδους. Το ίδιο ισχύει και για τ' ακόλουθα, τα οποία απορρέουν από τη γραπτή κατάθεση της Μιλτιάδους (τεκμήριο 62), το περιεχόμενο της οποίας, επίσης αποτελεί παραδεκτό γεγονός: Η πιο πάνω, στον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το αυτοκίνητο της κόρης της στη Λεωφόρο Ελλάδος με κατεύθυνση τα φώτα του Viofos. Οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, επειδή είχε πρόθεση να στρίψει αριστερά πριν από τα φώτα. Μπροστά από το όχημά της υπήρχαν άλλα οχήματα, σταματημένα, πίσω από τα φώτα. Σε κάποιο σημείο είδε ένα κόκκινο αυτοκίνητο - που επίσης αποτελεί παραδεκτό γεγονός, ότι είναι το όχημα του κατηγορούμενου - να έρχεται στη λωρίδα της, αντίθετα από την ίδια. Δεν κατάλαβε καθόλου τι ακριβώς είχε γίνει και ενώ το αυτοκίνητό της προχωρούσε με πολύ μικρή ταχύτητα, το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου χτύπησε στην αριστερή πίσω πόρτα του δικού της. Ο Μ.Κ.5, της εξήγησε το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, συμφώνησε και γι αυτό το υπόγραψε ως ορθό. Το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου, πριν χτυπήσει στο δικό της βγήκε στο αριστερό πεζοδρόμιο - σύμφωνα με την πορεία της - και είχε αντίθετη κατεύθυνση από την ίδια. Όταν αργότερα θα ασχοληθώ με τη νομική πτυχή της υπόθεσης, θα αναφερθώ και σε διάφορα άλλα γεγονότα και στοιχεία, συναφώς με όλα τα παραπάνω, τα οποία απορρέουν από το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (τεκμήριο 61) καθώς και το συμμετρικό (τεκμήριο 55), το περιεχόμενο του οποίου, επίσης αποτελεί παραδεκτό γεγονός. Η παράθεση όλων των παραπάνω γεγονότων αποβλέπει στο να γίνουν πιο εύκολα κατανοητοί οι λόγοι, για τους οποίους απορρίπτω σημαντικό μέρος της εκδοχής του κατηγορούμενου, όπως αυτή διαγράφεται μέσα από το περιεχόμενο της ανώμοτης του δήλωσης (τεκμήριο 64) καθώς και της ανακριτικής του κατάθεσης (τεκμήριο 3), την οποία υιοθέτησε με την ανώμοτη του δήλωση - για να επαναλάβω - ως περικλείουσα την αλήθεια σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν τις κατηγορίες 3 μέχρι 21. Ειδικότερα: Ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος στην ανώμοτη του δήλωση, ότι σε σχέση με τους ισχυριζόμενους τραυματισμούς των αστυνομικών, ο ίδιος δεν έχει καμιά ευθύνη. Αυτοί οφείλονται στις παράνομες πράξεις και/ή ενέργειες των αστυνομικών, οι οποίοι παράνομα και χωρίς κανένα δικαίωμα και καθ' ον χρόνο έθεσε σε κίνηση το αυτοκίνητο, επέμβηκαν και ένας από αυτούς, τον έπιασε από το λαιμό. Το πρώτο που παρατηρώ είναι ότι, ενώ από τη μια κάνει λόγο για ισχυριζόμενους τραυματισμούς, από την άλλη, τους αποδίδει στις παράνομες πράξεις και/ή ενέργειες των αστυνομικών, που με απλά λόγια σημαίνει πως δέχεται ότι αυτοί τραυματίστηκαν. Η πρώτη αντίφαση στην οποία υπέπεσε και μάλιστα, εντελώς αβίαστα είναι ολοφάνερη. Εν πάση περιπτώσει, ότι οι Μ.Κ.3 και 6, κατά το επίδικο περιστατικό τής 24/8/2014 είχαν τραυματιστεί, ουσιαστικά αποτελεί παραδεκτό γεγονός. Το επίδικο περιστατικό έγινε γύρω στις 20:30 και με βάση σχετικά παραδεκτά γεγονότα, ημερομηνίας 30/5/2017, ο Μ.Κ.3, στις 24/8/2014 και ώρα 20:44 - δηλαδή, ουσιαστικά, αμέσως μετά το περιστατικό - μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, όπου εξετάστηκε από τη γιατρό Νεοφύτα Χρυσάνθου και διαπιστώθηκε ότι έφερε εκδορές προσώπου, εκδορές δεξιάς και αριστερής κνήμης και μώλωπες μετώπου. Ο Μ.Κ.6 μετέβηκε στο ίδιο νοσοκομείο, το ίδιο βράδυ, στις 22:14, με κύριο σύμπτωμα μυοσκελετικό άλγος. Εξετάστηκε κι αυτός από τη γιατρό Χρυσάνθου και διαπιστώθηκε ότι είχε άλγος δεξιού γονάτου. Κατά πόσο ευθύνονται ή όχι οι μάρτυρες για τους εν λόγω τραυματισμούς τους, θα αποφανθώ αργότερα και συγκεκριμένα, όταν θα υπεισέλθω στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Και ενώ ο κατηγορούμενος αποδίδει τους τραυματισμούς των πιο πάνω μαρτύρων στους ίδιους, μου φαίνεται πως διέλαθαν την προσοχής του ή αδιαφορεί για τα εξής, που υπέχουν θέση ομολογίας εκ μέρους του ότι στον ουσιώδη χρόνο διέπραξε διάφορα τροχαία αδικήματα, για τα οποία αντιμετωπίζει αριθμό σχετικών κατηγοριών, εκ των οποίων, μερικές τις έχει παραδεχθεί και στο Δικαστήριο: Αρχίζοντας με την ανακριτική του κατάθεση (τεκμήριο 3), στην οποία, όπως λέει στην ανώμοτη του δήλωση με την οποία υιοθέτησε το περιεχόμενό της, αναφέρει την αλήθεια, η 4η ερώτηση που του υποβλήθηκε από το Μ.Κ.1 είναι η εξής: «Στις 24/08/14 και περί ώρα 20:25 μέλη της ΥΚΑΝ προσπάθησαν να ανακόψουν το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΧΗ 952 το οποίο εσύ οδηγούσες με συνοδηγό το Ραφαήλ Μαρκίτση παρά τα φώτα τροχαίας του Viofos στην Πάφο και εσύ με όπισθεν ταχύτητα προκάλεσες ζημιά στο υπηρεσιακό όχημα με αρ. εγγραφής ΗΖΝ 696, οδήγησες εναντίον φοράς, κτύπησες και στο ιδιωτικό όχημα με αρ. εγγραφής ΚRM 385, τί έχεις να πεις γι αυτά;» Και η απάντησή του: «Ο λόγος που προσπάθησα να διαφύγω ήταν γιατί είχα στην κατοχή μου ποσότητα κοκαΐνης και δεν ήθελα να συλληφθώ από την Αστυνομία.» Η 19η ερώτηση που του υποβλήθηκε είναι η εξής: «Για ποιο λόγο αποφάσισες μετά από τέσσερις μέρες να προβείς σε κατάθεση και αναφέρεις τα γεγονότα;» Aπάντησε ως εξής: «Το κάνω αυτό μετά από συμβουλή του δικηγόρου μου και γιατί ήθελα να πω την αλήθεια πως έγιναν τα πράγματα ακριβώς τζιαι απολογούμαι για τη συμπεριφορά μου απέναντι στην Αστυνομία.». Προστίθενται και τα εξής: Η πρώτη από τις έξι συνολικά κατηγορίες που του προσάφθηκαν γραπτώς στις 29/8/2014 (βλ. το τεκμήριο 56, η γραπτή κατηγορία) είναι ότι στις 24/8/2014 και περί ώρα 20:30, στη λεωφόρο Ελλάδος στην Πάφο, οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΕΧΗ 952, χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε τροχαίο δυστύχημα. Όταν του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο, παραδέχθηκε όλες τις κατηγορίες. Δεδομένης της κρίσης μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία και των τεσσάρων παρόντων μαρτύρων κατηγορίας κατά το επίδικο περιστατικό τής 24/8/2014, οι παραπάνω ενοχοποιητικές δηλώσεις του κατηγορούμενου καθώς και η ομολογία του για τη διάπραξη του αδικήματος της αμελούς οδήγησης, έχοντας υπόψη ότι αποδεικνύονται και επιβεβαιώνονται από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία, σε εφαρμογή και όσων αναφέρονται συναφώς με το θέμα, μεταξύ άλλων και στις υποθέσεις Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 217 - στην οποία με παράπεμψε η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, για διαφορετικό λόγο - γίνονται αποδεκτές, ως αληθείς. Η νομική τους εμβέλεια, σε συνάρτηση με μερικές από τις υπό κρίση κατηγορίες, θα με απασχολήσει σε κατοπινό στάδιο. Των παραπάνω λεχθέντων και λαμβάνοντας ιδιαίτερα σοβαρά υπόψη, ότι ο κατηγορούμενος, με την ανακριτική του κατάθεση, όχι απλώς παραδέχεται ότι κινήθηκε με την όπισθεν στον ουσιώδη χρόνο και προσπάθησε να διαφύγει με αποτέλεσμα να προκαλέσει δυο δυστυχήματα, αλλά αναφέρει και το λόγο που εκδήλωσε με αυτό τον τρόπο την οδική του συμπεριφορά και μάλιστα, αισθάνεται και την ανάγκη να απολογηθεί στην Αστυνομία για τη συμπεριφορά του έναντί της, καταφαίνεται πόσο αβάσιμη, αντιφατική και έωλη είναι η υποβολή του ευπαίδευτου δικηγόρου του προς το Μ.Κ.1, ότι το υπηρεσιακό όχημα που προπορευόταν του οχήματος του μάρτυρα, ενώ το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου ήταν σταθμευμένο στα φώτα τροχαίας, παρά το Viofos, του χτύπησε στο πίσω μέρος. Θέση την οποία, εν πάση περιπτώσει, ο κ. Αλεξάνδρου, σε κανένα άλλο από τους τρεις παρόντες μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής υπόβαλε, οι οποίοι, στη γραπτή κατάθεσή τους στην Αστυνομία - το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησαν για σκοπούς κυρίως εξέτασης -, ισχυρίζονται - χωρίς να έχουν αμφισβητηθεί - ότι ο κατηγορούμενος, προκειμένου να αποφύγει τον έλεγχο στον οποίο θα υποβαλλόταν καθώς και την έρευνα που θα έκαναν οι μάρτυρες για ανεύρεση ναρκωτικών ουσιών οδήγησε το αυτοκίνητό του με την όπισθεν και επιχείρησε να εγκαταλείψει το μέρος, χτυπώντας το υπηρεσιακό όχημα που βρισκόταν πίσω από το δικό του. Και κάτι ακόμη. Δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος προέβη σε ανώμοτη δήλωση, για την αποδεικτική αξία της οποίας, σχετική αναφορά γίνεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω), με αναφορά σε νομολογία και με αυτή κατέστησε μέρος της εκδοχής του το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης (τεκμήριο 3), με την οποία, ουσιαστικά παραδέχεται ότι η οδική του συμπεριφορά στον ουσιώδη χρόνο, δεν ήταν η πρέπουσα, εξ ου και το γεγονός ότι απολογείται στην Αστυνομία γι αυτή και τέλος, όπως αναφέρει ο Μ.Κ.5 στη γραπτή του κατάθεση (τεκμήριο 60) - χωρίς να έχει αμφισβητηθεί -, όταν ο κατηγορούμενος ρωτήθηκε για τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος, απάντησε πως δε θυμόταν τίποτε, διερωτώμαι με ποιο έρεισμα, ο ευπαίδευτος ο δικηγόρος του ανάλωσε τόσο χρόνο στο πλαίσιο της αντεξέτασης των τεσσάρων παρόντων αστυνομικών μαρτύρων κατά το επίδικο περιστατικό, προκειμένου να με πείσει είτε για το αβάσιμο της εκδοχής τους αναφορικά με αυτό καθώς και για την οδική συμπεριφορά του κατηγορημένου κατά τον ίδιο χρόνο είτε ακόμη, για την αλήθεια της εκδοχής του τελευταίου συναφώς με αυτά. Το πόσο αβάσιμοι είναι αρκετοί από τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου - που αποτελούν μέρος της εκδοχής του -, αλλά και το μέγεθος της αναξιοπιστίας του καταφαίνονται από τα εξής: Όταν στο πλαίσιο της ανακριτικής του κατάθεσης (τεκμήριο 3), ημερομηνίας 24/8/2014 ρωτήθηκε από το Μ.Κ.1 για το σκοπό που είχε στην κατοχή του την επίδικη ποσότητα κοκαΐνης (αντικείμενο των κατηγοριών 4 και 5), απαντώντας, ισχυρίστηκε ότι την είχε για δική του χρήση, αφού είναι χρήστης κοκαΐνης, μόνο, εδώ και ένα χρόνο. Παρόλα αυτά, όταν ένα περίπου χρόνο αργότερα και συγκεκριμένα, την 1/8/2015, του λήφθηκε η ανακριτική κατάθεση (τεκμήριο 51), συναφώς με την υπό διερεύνηση - τότε - υπόθεση παράνομης κατοχής και χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α και συγκεκριμένα, κοκαΐνης, υπόθεση για την οποία αντιμετωπίζει την 23η κατηγορία, ερωτηθείς εάν έχει οποιαδήποτε σχέση με χρήση και διακίνηση ναρκωτικών, απάντησε αρνητικά. Με την 8η ερώτηση ρωτήθηκε εάν άγγιξε ποτέ του ή είχε στην κατοχή του το σακουλάκι με την κοκαΐνη (τεκμήριο 34Α) που αποτελεί το αντικείμενο της 23ης κατηγορίας. Απαντώντας, ισχυρίστηκε πως δεν το άγγιξε, ως επίσης και ότι ουδέποτε είχε στην κατοχή του οποιαδήποτε κοκαΐνη. Τέλος, όταν με την 11η ερώτηση κλήθηκε να πει εάν είναι χρήστης κοκαΐνης, απάντησε αρνητικά και ισχυρίστηκε πως δεν έχει καμιά σχέση με ναρκωτικά. Όταν με την 12η ερώτηση στο πλαίσιο της ανακριτικής του κατάθεσης (τεκμήριο 3) ρωτήθηκε σε ποιον ανήκουν τα €45,00 που είχαν βρεθεί μέσα στο πακέτο τσιγάρων (τεκμήριο 7Α) που βρέθηκαν και τα δεκατρία σακουλάκια που περιείχαν την επίδικη ποσότητα κοκαΐνης καθώς και ποιος ήταν ο λόγος που βρέθηκαν εκεί, απαντώντας, ισχυρίστηκε πως ήταν δικά του και τα είχε εκεί γιατί έχει σύστημα να τα βάζει εκεί, επειδή δεν έχει πορτοφόλι. Και ενώ αυτή ήταν η εξήγηση που έδωσε για το παραπάνω γεγονός, είτε ξέχασε είτε αδιαφόρησε για το γεγονός πως, όταν την ίδια μέρα μεταφέρθηκε στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν., σε σωματική έρευνα που του έκανε ο Μ.Κ.4, βρήκε στην κατοχή του και τα επτά χαρτονομίσματα των €20,00, δηλαδή, το συνολικό ποσό των €140,00. Για να καταλήξω με την εκδοχή του κατηγορούμενου, εκείνο το μέρος της, που αν όχι κατ' ανάγκη αποδέχομαι, τουλάχιστον δεν μπορώ να αποκλείσω το ενδεχόμενο να ανταποκρίνεται στην αλήθεια, αφορά στις κατηγορίες 3, 7, 8, 9 και 23. Οι τέσσερις πρώτες αφορούν στην ανευρεθείσα - μέσα στο αυτοκίνητό του, στις 24/8/2014 - ποσότητα κάνναβης και ζυγαριά ακριβείας που περιείχε ίχνη κάνναβης και η τελευταία, στο διαφανές νάιλον σακούλι που περιείχε την κοκαΐνη που είχε πετάξει έξω από το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε η αγγλίδα Donna Kathleen Deschamps, στο οποίο εντοπίστηκε το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου. Σε ό,τι αφορά στις πρώτες κατηγορίες, παρότι δεν αποκλείω ο κατηγορούμενος να έλεγε ψέματα, ισχυριζόμενος ότι τα ναρκωτικά καθώς και η ζυγαριά ακριβείας ανήκαν στο Μαρκίτση και ότι ο ίδιος, ούτε καν γνώριζε για την ύπαρξή τους μέσα στο αυτοκίνητό του στον ουσιώδη χρόνο, εντούτοις, στη βάση των παρακάτω δεδομένων δεν μπορώ να αποκλείσω ολότελα το ενδεχόμενο, στην προκειμένη περίπτωση, να έλεγε την αλήθεια: Ο Μ.Κ.1 είναι ο εξεταστής της υπόθεσης συναφώς με τις εν λόγω κατηγορίες και αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι, τόσο ο κατηγορούμενος όσο και ο Μαρκίτσης, στις 25/8/2014 παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε εναντίον τους, διάταγμα προσωποκράτησης, για περίοδο οκτώ ημερών και ότι απολύθηκαν στις 29/8/2014 η ώρα 16:15. Ανάφερε ακόμη ο μάρτυρας, ότι ο Μαρκίτσης, στην κατάθεσή του (τεκμήριο 33) ανάφερε ότι όλα τα παραπάνω (κάνναβη, τυλιχτό τσιγάρο με βιομηχανοποιημένο καπνό, αναμεμειγμένο με κάνναβη και η ζυγαριά ακριβείας) ήταν δικά του. Τέλος, αναφορικά με το ποσό των €1.370,00, το οποίο βρήκε στην κατοχή του ο Μ.Κ.4, κατά τη διάρκεια σωματικής έρευνας που του έκανε στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν συμφώνησε ότι δεν έχει καμιά σχέση με τον κατηγορούμενο. Προτού αναφερθώ στο τι αναφέρουν - για ό,τι μας ενδιαφέρει - ο κατηγορούμενος και ο Μαρκίτσης στην ανακριτική τους κατάθεση, η οποία, θα πρέπει να σημειωθεί ότι τους λήφθηκε καθ' ον χρόνο και οι δυο τελούσαν υπό κράτηση, επομένως θεωρώ αυτονόητο πως δεν υπήρχε - και δεν τους δόθηκε - η δυνατότητα να συνεννοηθούν μεταξύ τους, ως προς τι θα έλεγαν, θεωρώ αναγκαίο να εξηγήσω τους λόγους για τους οποίους, παρά την περί αντιθέτου εισήγηση της κατηγορούσας αρχής, εντούτοις είμαι διατεθειμένος να δεχθώ ως μαρτυρία το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του Μαρκίτση, το οποίο, δεδομένου ότι αυτός δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει ως μάρτυρας, ασφαλώς αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία. Η θέση της κυρίας Σάββα που εκπροσωπεί την κατηγορούσα αρχή είναι ότι, σε εφαρμογή του άρθρου 27
(3)του περί Αποδείξεως Νόμου, δε θα πρέπει να προσδώσω βαρύτητα στο περιεχόμενο της συγκεκριμένης κατάθεσης, επειδή δε δόθηκε καμιά εξήγηση εκ μέρους της υπεράσπισης, γιατί δεν κλήτευσε το Μαρκίτση - ο οποίος προέβη στην εν λόγω κατάθεση - ως μάρτυρά της, κατά τη δίκη. Με όλο το σεβασμό θεωρώ ότι η υπόθεση Γεωργίου (ανωτέρω), στην οποία με παράπεμψε η κυρία Σάββα, για σκοπούς τεκμηρίωσης της παραπάνω θέσης, δε βοηθά την κατηγορούσα αρχή για το λόγο που την επικαλείται. Ωστόσο είναι υποβοηθητική στο εξής: Στη διατύπωση της θέσης, ότι το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου καθορίζει, όχι εξαντλητικά, παράγοντες που συνυπολογίζονται κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία. Θέση, η οποία, προφανώς έχει έρεισμα το περιεχόμενο του άρθρου 27
(1)
(2)που ακολουθεί αυτούσιο: «
(1)Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας.
(2)Ειδικότερα, και χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου
(1), το Δικαστήριο θα λαμβάνει υπόψη τα πιο κάτω: ...........» Στην τελείως πρόσφατη υπόθεση (ΣΥ.Τ.Ι.Ε.Κ.) Λτδ ν. Δράκου, Ποινική Έφεση Αρ. 129/15, ημερομηνίας 5/4/2017, πρωτόδικα, το Δικαστήριο δεν προσέδωσε καθόλου βαρύτητα στο περιεχόμενο της εξ ακοής μαρτυρίας, επειδή, πρώτο, δεν υποβλήθηκε στη βάσανο της αντεξέτασης και δεύτερο, ουσιαστικά δε δόθηκαν εξηγήσεις γιατί δεν κλήθηκε στη διαδικασία ως μάρτυρας, το πρόσωπο που προέβη στις αρχικές δηλώσεις. Το Εφετείο έκρινε ότι εσφαλμένα αποκλείστηκε το σχετικό μέρος της μαρτυρίας, το οποίο εισάχθηκε μέσω του Πρωτοκολλητή, επειδή αυτό παρουσιάστηκε χωρίς ένσταση και παρέμεινε αδιαμφισβήτητο. Όπως υποδεικνύεται, εάν ο εφεσίβλητος είχε περί αντιθέτου θέση, έπρεπε να την υποβάλει στον Πρωτοκολλητή και ενδεχομένως, να ενεργοποιήσει το δικαίωμα που του παρέχει το άρθρο 27 (προφανώς, το άρθρο 26 ήθελε να πει το Εφετείο), ως προς τη δυνατότητα να κλητεύσει για αντεξέταση τον ιδιώτη επιδότη (που αποτελεί το πρόσωπο το οποίο προέβη στις αρχικές δηλώσεις). Το τι ισχύει στην περίπτωσή μας είναι τα εξής: Αντεξεταζόμενος ο Μ.Κ.1, όταν ρωτήθηκε από τον κ. Αλεξάνδρου, εάν ο Μαρκίτσης, τους έδωσε κατάθεση απάντησε καταφατικά. Όταν ακολούθως ρωτήθηκε εάν με αυτή επιβεβαίωσε στο 100% αυτά που τους είπε ο κατηγορούμενος για την κάνναβη, όπως είπε απαντώντας, ο Μαρκίτσης, στην κατάθεσή του ανάφερε ότι ήταν δικά του. Το πρώτο που παρατηρώ είναι το εξής: εάν η κατηγορούσα αρχή δεν ήθελε να ληφθεί υπόψη το σχετικό μέρος της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, επειδή αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία θεωρώ πως, ενδεχομένως να έπρεπε να ενστεί όταν υποβλήθηκε η συγκεκριμένη ερώτηση στο μάρτυρα και τούτο, επειδή, τόσο η ερώτηση όσο και, κυρίως, η απάντηση του μάρτυρα σ' αυτή, παραπέμπουν στο περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του Μαρκίτση, που αποτελεί εξ ακοής μαρτυρίας. Τέτοια ένσταση, θα μπορούσε να έχει ως νομικό υπόβαθρο, τη σχετική επιφύλαξη του άρθρου 24
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου, το οποίο προνοεί ότι σε ποινική διαδικασία, το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο να μην αποδεχθεί εξ ακοής μαρτυρία, αν κρίνει ότι τούτο εξυπηρετεί τους σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Αντ' αυτού, όταν ο δικηγόρος του κατηγορούμενου ζήτησε να γίνει τεκμήριο η συγκεκριμένη κατάθεση, η κυρία Σάββα περιορίστηκε στην ακόλουθη δήλωση: «Αν και δεν την έλαβε την κατάθεση ο μάρτυρας, επειδή εγώ δε συμφωνώ με το περιεχόμενο, επιθυμώ να αντεξετάσω αυτόν το μάρτυρα που προσαγάγει τη μαρτυρία του ο κ. Αλεξάνδρου.» Παρότι, εν τέλει, ο Μαρκίτσης δεν αντεξετάστηκε από την κατηγορούσα αρχή και τούτο, επειδή, για λόγους που αναφέρονται στην ενδιάμεση απόφασή μου, ημερομηνίας 23/6/2017, βασικά απώλεσε το σχετικό δικαίωμα, η ουσία του πράγματος έγκειται στο γεγονός, ότι η συγκεκριμένη κατάθεση εισάχθηκε ως μαρτυρία, χωρίς ένσταση. Και, με δεδομένο ότι αυτή καθώς και η ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου - για να επαναλάβω - λήφθηκαν καθ' ον χρόνο και οι δυο τελούσαν υπό κράτηση και για ό,τι μας ενδιαφέρει, το περιεχόμενο των εν λόγω καταθέσεων είναι ταυτόσημο, μολονότι είναι γεγονός, πως δε δόθηκε καμιά εξήγηση ή δικαιολογία εκ μέρους της υπεράσπισης, για την παράλειψή της να παρουσιάσει ως μάρτυρά της τον Μαρκίτση, εντούτοις είμαι διατεθειμένος να προσδώσω βαρύτητα σ' αυτή, σε εφαρμογή του άρθρου 27
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου (ανωτέρω), υπό την έννοια ότι καθώς ήδη έχω αναφέρει, τουλάχιστον, δεν μπορώ να αποκλείσω τη θέση του κατηγορούμενου - σύμφωνα με το περιεχόμενο της ανώμοτης του δήλωσης -, ότι δεν έχει καμιά σχέση με τη ρητίνη κάνναβη, τη ζυγαριά ακριβείας καθώς και το χειροποίητο τσιγάρο που εντοπίστηκαν μέσα στο αυτοκίνητό του, τα οποία, κατά το Μαρκίτση είναι δικά του και κατά τον κατηγορούμενο, ούτε καν γνώριζε πως ήταν μέσα στο αυτοκίνητό του. Το τι ακριβώς αναφέρεται από τον κατηγορούμενο καθώς και από το Μαρκίτση στις δυο καταθέσεις (τεκμήρια 3 και 33, αντίστοιχα) συναφώς με το θέμα είναι τα ακόλουθα: Αρχίζοντας από τον κατηγορούμενο, όταν κλήθηκε να τοποθετηθεί για το γεγονός ότι, μεταξύ της θέσης του οδηγού και του συνοδηγού, σε εμφανές σημείο ανευρέθηκαν, το διαφανές νάιλον σακούλι που περιείχε την επίδικη ποσότητα κάνναβης καθώς και το χειροποίητο τσιγάρο που περιείχε το βιομηχανοποιημένο καπνό, αναμεμειγμένο με κάνναβη ισχυρίστηκε πως δε γνωρίζει οτιδήποτε γι αυτά και ούτε τα είδε από προηγουμένως, μέσα στο αυτοκίνητό του. Την ίδια απάντηση έδωσε και όταν με την επόμενη ερώτηση, του αναφέρθηκε ότι πάνω στο κάθισμα του συνοδηγού του οχήματός του ανευρέθηκε η ζυγαριά ακριβείας που περιείχε τα ίχνη κάνναβης. Όταν ακολούθως ρωτήθηκε εάν είχε δει από προηγουμένως το Μαρκίτση να κρατά ή να έχει στην κατοχή του οτιδήποτε από τα παραπάνω, απάντησε αρνητικά και ισχυρίστηκε πως, ούτε και του είπε οτιδήποτε ο Μαρκίτσης. Απαντώντας στην επόμενη ερώτηση ισχυρίστηκε ότι ο Μαρκίτσης δε γνώριζε ότι ο ίδιος είχε στην κατοχή του ποσότητα κοκαΐνης μα ούτε και του είπε οτιδήποτε. Τέλος, όταν του υποβλήθηκε ότι τα ανευρεθέντα ναρκωτικά που ήταν στο αυτοκίνητό του, τα είχε με το Μαρκίτση, με σκοπό να τα προμηθεύσουν σε άλλα πρόσωπα, απαντώντας, ισχυρίστηκε ότι η κοκαΐνη ήταν δική του, για δική του χρήση, ενώ, όσον αφορά την κάνναβη, πως δε γνώριζε για την ύπαρξή της. Για το Μαρκίτση, όπως είπε, το βρήκε να περπατά στο δρόμο, έξω από το ταξί «Αφροδίτη» και του ζήτησε να τον πάρει στο σπίτι του. Με τη σειρά του, ο Μαρκίτσης, όταν ρωτήθηκε για το σκοπό που επέβαινε στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου στον ουσιώδη χρόνο, ισχυρίστηκε ότι λίγο προτού τους πιάσει η Αστυνομία, ενώ περπατούσε έξω από την Αστυνομία, κοντά στο ταξί «Αφροδίτη», περνούσε απ' εκεί ο κατηγορούμενος και του ζήτησε να τον πάρει στο σπίτι. Όταν του ζητήθηκε να τοποθετηθεί για την ανεύρεση των ναρκωτικών (κοκαΐνης και κάνναβης) και της ζυγαριάς ακριβείας μέσα στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου, απαντώντας, ισχυρίστηκε ότι το τσιγάρο με την κάνναβη, η ποσότητα κάνναβης που ήταν μέσα στο νάιλον σακούλι και η ζυγαριά ακριβείας είναι δικά του, διευκρινίζοντας, ότι το τσιγάρο το τύλιξε προτού μπει στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου και είχε σκοπό να το καπνίσει και να ηρεμήσει όταν θα πήγαινε στο σπίτι. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε εάν αυτό που θέλει να πει είναι ότι ο ίδιος δεν είχε σχέση με την κοκαΐνη που βρέθηκε στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου, ισχυρίστηκε πως δεν είχε καμιά σχέση με την κοκαΐνη, επειδή είναι χρήστης μόνο κάνναβης, για οκτώ χρόνια. Ούτε γνώριζε μα ούτε και του ανάφερε ο κατηγορούμενος ότι είχε κοκαΐνη μέσα στο αυτοκίνητό του. Απαντώντας στην επόμενη ερώτηση ισχυρίστηκε πως δεν έχει καμιά σχέση με την κοκαΐνη ο ίδιος μα ούτε και ήρθε σε επαφή μαζί της. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε εάν η κάνναβη και το τσιγάρο είναι δικά του καθώς και αν το γνώριζε ο κατηγορούμενος, απαντώντας, ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν το γνώριζε, επειδή τα κρατούσε πάνω του και μόλις η Αστυνομία δοκίμασε να τους ερευνήσει, ο ίδιος πέταξε από πάνω του το νάιλον και το τσιγάρο με το κανναούρι, εκεί που είναι το χειρόφρενο, ενώ τη ζυγαριά δεν πρόλαβε και έμεινε στη θέση του συνοδηγού. Όταν τέλος, του υποβλήθηκε ότι τα ναρκωτικά (κάνναβη και κοκαΐνη) τα είχε μαζί με τον κατηγορούμενο με σκοπό να τα πουλήσουν σε άλλα πρόσωπα, επανέλαβε τον ισχυρισμό του πως δε γνώριζε για την κοκαΐνη και ότι την κάνναβη την είχε για τον ίδιο και όχι για να την πουλήσει. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι τη ζυγαριά ακριβείας, την είχε για να ζυγίζει το «πράμα» που αγοράζει και να μην του γελούν, επειδή, όταν αγοράζει προτιμά να αγοράζει ποσότητα και όχι ένα γραμμάριο, γιατί έτσι είναι πιο φθηνά. Για να καταλήξω με την εκδοχή του κατηγορούμενου, ακόμη ένα στοιχείο που καθιστά πιθανό το ενδεχόμενο να έλεγε την αλήθεια, αναφορικά με τις ίδιες κατηγορίες είναι το παραδεκτό γεγονός, ότι στο χειροποίητο τσιγάρο που περιείχε το βιομηχανοποιημένο καπνό, αναμεμειγμένο με την κάνναβη (τεκμήρια 24, 24Α και 24Β) και συγκεκριμένα, στο κομμάτι από χαρτί περιτυλίγματος εντοπίστηκε το γενετικό υλικό του Μαρκίτση (βλ. την εμπιστευτική έκθεση του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου - τεκμήρια 40 και 44 -), σελ.
  1. Αναφορικά με την 23η κατηγορία, ο λόγος για τον οποίο δεν μπορώ να αποκλείσω το ενδεχόμενο να ευσταθεί η θέση του κατηγορούμενου, ότι δεν έχει καμιά σχέση με την εν λόγω κατηγορία αφορά στο γεγονός, ότι, το μόνο στοιχείο που φαίνεται να το συνδέει με αυτή είναι ο εντοπισμός του γενετικού του υλικού στο διαφανές νάιλον σακουλάκι, κλειστό διά καψίματος που περιείχε την επίδικη ποσότητα ναρκωτικών και συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στις σελ. 7 και 8 στην εμπιστευτική έκθεση του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου (τεκμήρια 45 και 53) - το περιεχόμενο της οποίας αποτελεί παραδεκτό γεγονός -, σε κομμάτι από την καμένη άκρια του σακουλιού, το οποίο, στον ουσιώδη χρόνο αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός, πως είχε πετάξει έξω από το παράθυρο της πόρτας του συνοδηγού αυτοκινήτου στο οποίο επέβαινε, η αγγλίδα Donna Kathleen Deschamps (βλ. το περιεχόμενο της κατάθεσής της - τεκμήριο 49Α - καθώς και αυτής του Μ.Κ.2 - τεκμήριο 48 -). Ωστόσο, δεδομένου ότι το εν λόγω σακουλάκι δε βρέθηκε οποτεδήποτε στη φυσική κατοχή του κατηγορούμενου και όπως αναφέρεται στην ίδια έκθεση (τεκμήρια 45 και 53, ανωτέρω), σελ. 6, τόσο σε επίπεδο Εργαστηρίου Δικανικής Γενετικής του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου όσο και σε διεθνές επίπεδο, οι εξετάσεις του γενετικού υλικού από μόνες τους (χωρίς τη συνεισφορά της εμπειρίας και γνώσεων του εμπειρογνώμονα), εκτός από πολύ ελάχιστες περιπτώσεις (π.χ. βιασμού/ενδοσωματικός προσδιορισμός σπερματικών κυττάρων - που δεν είναι η περίπτωσή μας, προσθέτω με τη σειρά μου -), δεν μπορούν να καθορίσουν το χρόνο εναπόθεσης γενετικού υλικού πάνω σε ένα αντικείμενο, αλλά, ούτε και να διαφωτίσουν ως προς το πώς φτάνει ή εναποτίθεται γενετικό υλικό κάποιου ατόμου σε ένα αντικείμενο. Στη βάση όλων των παραπάνω λεχθέντων, ουσιαστικά διαγράφεται από τώρα η τύχη των κατηγοριών 3, 7, 8, 9 και 23, στις οποίες ο κατηγορούμενος, με μόνο λόγο, το ενδεχόμενο να ευσταθεί η εκδοχή του συναφώς με αυτές δικαιούται να αθωωθεί. Στην 3η κατηγορία, με την οποία του καταλογίζεται ότι συνωμότησε με το Μαρκίτση να διαπράξουν τα αδικήματα των κατηγοριών 4 μέχρι 9 - που περικλείουν αντίστοιχα, τα αδικήματα της παράνομης κατοχής των 6,5873 γραμμαρίων κοκαΐνης (4η κατηγορία, την οποία ο κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί), της παράνομης κατοχής της ίδιας ποσότητας ναρκωτικών, με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα (5η κατηγορία), της παράνομης χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α και συγκεκριμένα, κοκαΐνης (6η κατηγορία, την οποία ο κατηγορούμενος, επίσης έχει παραδεχθεί), της παράνομης κατοχής των 7,8359 γραμμαρίων κάνναβης (7η κατηγορία), της παράνομης κατοχής της ζυγαριάς ακριβείας στην οποία ανιχνεύθηκαν ίχνη κάνναβης (8η κατηγορία) και τέλος, της παράνομης κατοχής των 7,8359 γραμμαρίων κάνναβης, με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα (9η κατηγορία) -, δεδομένης της αποτυχίας της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει ότι στον ουσιώδη χρόνο ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι στο αυτοκίνητό του, εκτός από την κοκαΐνη υπήρχε και η επίδικη ποσότητα κάνναβης, το χειροποίητο τσιγάρο που περιείχε και κάνναβη και τέλος, η ζυγαριά ακριβείας στην οποία εντοπίστηκαν ίχνη κάνναβης καθώς και ότι ο Μαρκίτσης, ο οποίος ισχυρίζεται ότι όλα αυτά είναι δικά του, γνώριζε ότι κατά τον ίδιο χρόνο στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου υπήρχε η επίδικη ποσότητα κοκαΐνης, δεν μπορεί να καταλογίζεται βάσιμα στον κατηγορούμενο ότι συνωμότησε με το Μαρκίτση να διαπράξουν τα αδικήματα των παραπάνω κατηγοριών. Απ' εκεί και πέρα, η αποτυχία της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος στον ουσιώδη χρόνο γνώριζε ότι μέσα στο αυτοκίνητό του υπήρχε η επίδικη ποσότητα κάνναβης, το χειροποίητο τσιγάρο που περιείχε και κάνναβη καθώς και η ζυγαριά ακριβείας στην οποία υπήρχαν ίχνη κάνναβης, καθιστά έκθετες σε απόρριψη και τις κατηγορίες 7, 8 και
  2. Οι λόγοι για τους οποίους ο κατηγορούμενος θα αθωωθεί στην 23η κατηγορία έχουν ήδη αναφερθεί. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου βρίσκω ότι τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση είναι τα εξής: Στις 24/8/2014 και περί ώρα 20:25, οι Μ.Κ.1, 3, 4 και 6 καθώς και ο συνάδελφός τους, αστυφύλακας 2450 Σ. Αναστασίου, όλοι της Υ.ΚΑ.Ν. Πάφου, ενώ βρίσκονταν σε μηχανοκίνητη περιπολία στη λεωφόρο Ελλάδος στην Πάφο με κατεύθυνση τη λεωφόρο Μεσόγης και επέβαιναν σε δυο υπηρεσιακά οχήματα, με αριθμό εγγραφής ΗΖΝ 696, το ένα, το οποίο οδηγούσε ο Μ.Κ.4, με συνοδηγό το Μ.Κ.6, έχοντας στο πίσω κάθισμα τον αστυφύλακα 2450 Σ. Αναστασίου και με αριθμό εγγραφής ΚΥΥ 037, το άλλο, το οποίο οδηγούσε ο Μ.Κ.1, με συνοδηγό το Μ.Κ.3, εντόπισαν το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΕΧΗ 952 το οποίο οδηγούσε στον ίδιο δρόμο και στην ίδια κατεύθυνση ο κατηγορούμενος, με συνοδηγό το Ραφαήλ Μαρκίτση. Επειδή και για τους δυο υπήρχαν πληροφορίες ότι ασχολούνται με τη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών στην Πάφο, οι μάρτυρες αποφάσισαν να ανακόψουν το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου για έλεγχο, τόσο του ιδίου καθώς και του Μαρκίτση όσο και του οχήματος που οδηγούσε ο πρώτος. Όταν ο κατηγορούμενος σταμάτησε στη συμβολή της λεωφόρου Ελλάδος με τη λεωφόρο Τάσσου Παπαδόπουλου, η οποία ελέγχεται με φώτα τροχαίας και τηρώντας τη δεξιά λωρίδα του δρόμου σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε, βρισκόταν σε στάση αναμονής - καθότι άναβε κόκκινο στα φώτα τροχαίας -, με προφανή πρόθεση να στρίψει δεξιά και να εισέλθει στη λεωφόρο Τάσσου Παπαδόπουλου - και τούτο, επειδή ο δρόμος στο συγκεκριμένο σημείο αποτελείται από τις τρεις λωρίδες σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε -, έχοντας μπροστά από το όχημά του άλλα αυτοκίνητα, οι τρεις επιβαίνοντες στο αστυνομικό όχημα με αριθμό ΗΖΝ 696, το οποίο βρισκόταν ακριβώς πίσω από το όχημα του κατηγορούμενου, σε απόσταση ενός περίπου μέτρου, αφού τοποθέτησαν τον υπηρεσιακό φάρο στο όχημά τους, κατέβηκαν από αυτό και κατευθύνθηκαν προς το όχημα του κατηγορούμενου, με σκοπό την ανακοπή και έλεγχο του οχήματος καθώς και τον έλεγχο των δυο επιβαινόντων σ' αυτό. Για τον ίδιο λόγο, ο Μ.Κ.1, ο οποίος οδηγούσε το δεύτερο υπηρεσιακό όχημα, το οποίο βρισκόταν πίσω από το πρώτο, τοποθέτησε κι αυτός τον υπηρεσιακό φάρο, ενώ ο Μ.Κ.3 κατέβηκε από το όχημα και κατευθύνθηκε κι αυτός προς το όχημα του κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα, οι Μ.Κ.3 και 6 κατευθύνθηκαν στην πόρτα του συνοδηγού και ο Μ.Κ.4 και ο αστυφύλακας 2450 Αναστασίου, στην πόρτα του οδηγού. Δηλαδή του κατηγορούμενου. Όταν ο Μ.Κ.4 πλησίασε στο παράθυρο της πόρτας του κατηγορούμενου, το οποίο ήταν ανοικτό, αφού του αποκάλυψε την αστυνομική του ταυτότητα, τον πληροφόρησε για την πρόθεσή τους να κάνουν έρευνα για ναρκωτικές ουσίες. Την ίδια ώρα, ο Μ.Κ.6 άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού, οπότε, ο Μ.Κ.3, αφού πλησίασε το Μαρκίτση και του αποκάλυψε την αστυνομική του ταυτότητα, τον πληροφόρησε ό,τι και ο Μ.Κ.4 τον κατηγορούμενο. Τότε, ο κατηγορούμενος, προκειμένου να αποφύγει την έρευνα, οδήγησε αμέσως το αυτοκίνητό του με την όπισθεν, χτυπώντας με την πίσω αριστερή πλευρά του προφυλακτήρα στον μπροστινό προφυλακτήρα του αστυνομικού οχήματος με αριθμό εγγραφής ΗΖΝ 696 που βρισκόταν πίσω από το δικό του, με αποτέλεσμα να το μετατοπίσει προς τα πίσω και να του προκαλέσει ελαφριές ζημιές. Τη στιγμή αυτή, ο Μ.Κ.3, ο οποίος βρισκόταν πίσω από την ανοιχτή πόρτα του συνοδηγού του οχήματος του κατηγορούμενου, για να μην παρασυρθεί από αυτή, εισήλθε αμέσως μπρούμυτα στο όχημα. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος, σπινάροντας, επιχείρησε να κάνει επαναστροφή και να εγκαταλείψει το μέρος. Όταν ο Μ.Κ.4 αντιλήφθηκε τις προθέσεις του επιχείρησε να τον ακινητοποιήσει. Συγκεκριμένα, βάζοντας το χέρι του από το παράθυρο της πόρτας του οδηγού που ήταν κλειδωμένη, προσπάθησε να πάρει το κλειδί, φωνάζοντας επανειλημμένα ονομαστικά στον κατηγορούμενο, «Αστυνομία, σταμάτα, θα μας χτυπήσεις.» Ο οποίος, αντί να συμμορφωθεί, συνέχισε να οδηγεί το όχημά του. Συγκεκριμένα, αφού κινήθηκε αριστερά, ακολουθώντας την καμπύλη πορεία, η οποία σημειώνεται με το γράμμα Α1 στο συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (τεκμήριο 55) - το περιεχόμενο του οποίου αποτελεί παραδεκτό γεγονός -, επιχείρησε να κάνει επαναστροφή, καταλαμβάνοντας την αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε, η οποία αποτελείται από τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, πλάτους 3 μέτρων, η εσωτερική - στην οποία βρισκόταν αρχικά -, 3,30 μέτρων, η μεσαία και 3,60 μέτρων, η αριστερή. Αφού ανέβηκε στο πεζοδρόμιο χτύπησε στην προειδοποιητική σιδερένια πινακίδα τροχαίας, η οποία σημειώνεται με το γράμμα Χ1 στο σχέδιο και ακολούθως, αφού εισήλθε και πάλι στο δρόμο, οδηγώντας από την αντίθετη κατεύθυνση συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΚRΜ 385 που οδηγούσε η Ελένη Μιλτιάδους, η οποία τηρούσε την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του δρόμου σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε οπότε και ακινητοποιήθηκε. Το σημείο σύγκρουσης των δυο οχημάτων σημειώνεται με το γράμμα Χ2 στο σχέδιο. Συνεπεία της σύγκρουσης των δυο οχημάτων, το όχημα της Μιλτιάδους υπέστη ζημιές στην αριστερή πισινή πόρτα και στο αριστερό πισινό φτερό. Το επίδικο δυστύχημα, το οποίο ουσιαστικά συνθέτουν τρεις συγκρούσεις, έγινε κατά τη διάρκεια της νύχτας με επαρκή οδικό φωτισμό. Κατά την ώρα του δυστυχήματος υπήρχε αρκετή τροχαία κίνηση. Καθ' όλη τη διάρκεια που ο κατηγορούμενος εκδήλωνε την οδική του συμπεριφορά (ως ανωτέρω), ο Μ.Κ.3 εξακολουθούσε να βρίσκεται μπρούμυτα μέσα στο αυτοκίνητό του και του ζητούσε να σταματήσει, χωρίς όμως αυτός να συμμορφωθεί. Κατά τη διαδρομή, ο μάρτυρας χτύπησε σε διάφορα μέρη του σώματός σε διάφορα σημεία του οχήματος. Κατά τον ίδιο χρόνο, εν μέρει, εντός του οχήματος βρισκόταν και ο Μ.Κ.4 - τον οποίο ο κατηγορούμενος, κατά τη διαδρομή παρέσυρε μαζί του - ο οποίος προσπαθούσε να αφαιρέσει το κλειδί του για να το σταματήσει, ζητώντας και αυτός από τον κατηγορούμενο να σταματήσει, χωρίς και πάλι να συμμορφωθεί. Προτού ο κατηγορούμενος συγκρουστεί στη σιδερένια πινακίδα παρενέβη ο Μ.Κ.6, ο οποίος πρόλαβε και τράβηξε έξω από το αυτοκίνητο το συνάδελφό του, για να μη χτυπήσει στην πινακίδα. Στην οποία ωστόσο, χτύπησε ο ίδιος. Αφού ακινητοποιήθηκε το όχημα του κατηγορούμενου, ο Μ.Κ.4 έτρεξε ξανά προς το μέρος του. Αφού έσβησε τη μηχανή του αυτοκινήτου του και πήρε το κλειδί, ακολούθως έβγαλε και τον κατηγορούμενο από το αυτοκίνητο, τον οποίο και ακινητοποίησε στο πεζοδρόμιο. Ο Μαρκίτσης ακινητοποιήθηκε από τους Μ.Κ.3 και 6, αφού προηγουμένως, ο Μ.Κ.6 βοήθησε το Μ.Κ.3 να βγει κι αυτός από το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου. Τότε, ο Μ.Κ.3 ένιωσε έντονη ζαλάδα. Αφού περπάτησε προς το πεζοδρόμιο, έχασε για λίγο τις αισθήσεις του. Συνεπεία αυτού, στις 20:44 μεταφέρθηκε από συνάδελφό του στο Τμήμα Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Κατά την εξέτασή του από τη γιατρό Νεοφύτα Χρυσάνθου διαπιστώθηκε ότι έφερε εκδορές προσώπου και δεξιάς και αριστερής κνήμης καθώς και μώλωπες μετώπου. Από τη γιατρό Χρυσάνθου εξετάστηκε και ο Μ.Κ.6 στις 22:14, ο οποίος μετέβη στο νοσοκομείο, επειδή, ενώ βρισκόταν στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν άρχισε να νιώθει έντονους πόνους στο δεξί ισχίο. Διαγνώστηκε άλγος στο δεξί του γόνατο. Για να συνεχίσω με τα γεγονότα που ακολούθησαν της ακινητοποίησης του οχήματος του κατηγορούμενου, στις 20:40, ο Μ.Κ.4 πρόσεξε ότι μεταξύ της θέσης του οδηγού και του συνοδηγού του εν λόγω οχήματος υπήρχε ένα νάιλον διαφανές σακούλι (τεκμήριο 23), εντός του οποίου υπήρχε ποσότητα κάνναβης, από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη (τεκμήριο 23Α), βάρους 7,6324 γραμμαρίων και ένα χειροποίητο τσιγάρο (τεκμήριο 24), το οποίο περιείχε βιομηχανοποιημένο καπνό, αναμεμειγμένο με ποσότητα κάνναβης, από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη (τεκμήριο 24Α), βάρους, 0,2035 γραμμαρίων. Δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος, για λόγους που ήδη έχουν αναφερθεί, θα αθωωθεί στις σχετικές - με τα παραπάνω αντικείμενα - κατηγορίες, δεν προτίθεμαι να επεκταθώ. Κατά τη διάρκεια της έρευνας που ακολούθησε στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου και αφού στο μεταξύ, τόσο αυτός όσο και ο Μαρκίτσης συνελήφθηκαν από το μάρτυρα για αυτόφωρο αδίκημα, ο μάρτυρας, στις 20:45 βρήκε ένα πακέτο τσιγάρων, μάρκας Marlboro (τεκμήριο 7Α), εντός του οποίου υπήρχε ένα τεμάχιο νάιλον σακούλι (τεκμήριο 8), εντός του οποίου υπήρχαν τέσσερα τεμάχια διαφανή νάιλον σακουλάκια, κλειστά διά καψίματος (τεκμήρια 9, 10, 11 και 12), τα οποία περιείχαν άσπρη συμπαγή ουσία κοκαΐνης, βάρους, 0,7852, 0,7287, 0,8083 και 0,7737 γραμμαρίων, αντίστοιχα. Στο ίδιο πακέτο τσιγάρων, το οποίο βρισκόταν μεταξύ της θέσης του οδηγού και της πόρτας του οδηγού του οχήματος, υπήρχαν ακόμη εννέα τεμάχια νάιλον σακουλάκια και συγκεκριμένα, δυο διαφανή, κλειστά διά καψίματος (τεκμήρια 13 και 14), τα οποία περιείχαν άσπρη συμπαγή ουσία κοκαΐνης, βάρους, 0,3877 κα 0,3742 γραμμαρίων, αντίστοιχα, τέσσερα άσπρου χρώματος, κλειστά διά καψίματος (τεκμήρια 15, 16, 19 και 20), τα οποία περιείχαν άσπρη συμπαγή ουσία κοκαΐνης, βάρους, 0,3871, 0,4056, 0,3793 και 0,4042 γραμμαρίων, αντίστοιχα και τέλος, τρία άσπρου χρώματος, κλειστά διά καψίματος (τεκμήρια 17, 18, και 21), τα οποία περιείχαν άσπρη σκόνη κοκαΐνης, βάρους, 0,3788, 0,3746 και 0,3999 γραμμαρίων, αντίστοιχα. Στο ίδιο πακέτο τσιγάρων, υπήρχε και το ποσό των €45,00, σε δυο χαρτονομίσματα των €20,00 και ένα των €5,00 (τεκμήριο 28). Αφού ο μάρτυρας υπέδειξε όλα τα παραπάνω, τόσο στον κατηγορούμενο όσο και στο Μαρκίτση και τους πληροφόρησε ότι η άσπρη συμπαγής ουσία, πιθανόν να είναι κοκαΐνη, της οποίας η κατοχή και χρήση απαγορεύονται και τους επέστησε την προσοχή στο νόμο, αυτοί δεν απάντησαν. Την ίδια στάση τήρησαν και όταν τους πληροφόρησε ότι θα παραλάβει το ποσό των €45,00, επειδή είχε εύλογη υπόνοια ότι πιθανόν να προήλθε από την πώληση ναρκωτικών ουσιών. Στις 20:48, ο μάρτυρας βρήκε πάνω στη θέση του συνοδηγού, τη ζυγαριά ακριβείας (τεκμήριο 25), στην οποία υπήρχαν ίχνη κάνναβης. Δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος, για λόγους που επίσης έχουν αναφερθεί, θα αθωωθεί στη σχετική - 8η κατηγορία, επίσης δεν προτίθεμαι να επεκταθώ. Μετά την ολοκλήρωση της έρευνας στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου, τόσο αυτός όσο και ο Μαρκίτσης μεταφέρθηκαν στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. Κατά τη διάρκεια σωματικής έρευνας που τους έγινε εκεί από το Μ.Κ.4, στην κατοχή του πρώτου βρέθηκε το συνολικό ποσό των €140,00 (τεκμήριο 30), σε επτά χαρτονομίσματα των €20,00 και στην κατοχή του δεύτερου, το συνολικό ποσό των €1.370,00 (τεκμήριο 29), αποτελούμενο από διάφορα χαρτονομίσματα. Και οι δυο, αφού πληροφορήθηκαν από το μάρτυρα ότι θα παραλάμβανε τα παραπάνω ποσά για εξετάσεις, επειδή είχε την εύλογη υπόνοια ότι πιθανόν να προήλθαν από την πώληση ναρκωτικών ουσιών και τους επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο, δεν απάντησαν Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως "Α" με σκοπό την προμήθειά του σε άλλο πρόσωπο στοιχειοθετείται όταν κάποιος, πρώτο, έχει στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως "Α", δεύτερο, με σκοπό την προμήθειά του σε άλλο πρόσωπο (βλ. το άρθρο 6
(3)του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77). Επισημαίνεται ότι για το συγκεκριμένο αδίκημα, το άρθρο 32 του ίδιου νόμου προνοεί ορισμένες υπερασπίσεις. Έχοντας υπόψη ότι ο κατηγορούμενος δεν αμφισβητεί - και εν πάση περιπτώσει, έχει αποδειχθεί - ότι στον ουσιώδη χρόνο είχε στην κατοχή του την επίδικη ποσότητα κοκαΐνης και ότι γνώριζε ότι επρόκειτο για κοκαΐνη, εξ ου και η παραδοχή του στη σχετική - 4η κατηγορία καθώς και το γεγονός, ότι η κοκαΐνη, εκ του νόμου αποτελεί ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως "Α", ό,τι απομένει για σκοπούς στοιχειοθέτησης της 5ης κατηγορίας είναι απόδειξη, ότι ο κατηγορούμενος κατείχε τη συνολική ποσότητα κάνναβης, βάρους 6,5873, όπως του καταλογίζεται με τις λεπτομέρειες αδικήματος της σχετικής - 5ης κατηγορίας, με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Παρατηρώ τα εξής: Με σωρευτική θεώρηση και αποτίμηση των ακόλουθων - μεταξύ άλλων - στοιχείων άμεσης, περιστατικής, πραγματικής, επιστημονικής και ενισχυτικής μαρτυρίας, σε συνδυασμό ασφαλώς και με το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων, οδηγούμαι στο μόνο, ασφαλές συμπέρασμα, πως έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο κατηγορούμενος στον ουσιώδη χρόνο κατείχε την επίδικη ποσότητα κοκαΐνης, συνολικού βάρους 6,5873 γραμμαρίων, με σκοπό την προμήθειά της σε άλλο πρόσωπο. Ειδικότερα: Υπήρχαν πληροφορίες στην Αστυνομία ότι ο κατηγορούμενος και ο Ραφήλ Μαρκίτσης ασχολούνται με τη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών στην Πάφο. Στη βάση των εν λόγω πληροφοριών, όταν οι Μ.Κ.1, 3, 4 και 6 καθώς και o συνάδελφός τους, αστυφύλακας 2450 Α. Αναστασίου, όλοι της Υ.ΚΑ.Ν., τους εντόπισαν μέσα στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου, προσπάθησαν να ανακόψουν το εν λόγω όχημα, για έλεγχο, τόσο αυτού όσο και του κατηγορούμενου καθώς και του Μαρκίτση για ανεύρεση ναρκωτικών ουσιών. Όταν οι Μ.Κ.4 και 3, τους αποκάλυψαν την αστυνομική τους ταυτότητα και τους πληροφόρησαν για την πρόθεσή τους να ερευνήσουν για ναρκωτικές ουσίες, ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν σε στάση αναμονής, καθότι ήταν αναμμένο κόκκινο στα φώτα τροχαίας, με πρόθεση να στρίψει δεξιά, αντί να συμμορφωθεί προκειμένου να αποφύγει τον έλεγχο, επιχείρησε να εγκαταλείψει το μέρος, οδηγώντας το αυτοκίνητό του με τον τρόπο που αναφέρεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω), που είχε ως αποτέλεσμα τις τρεις συγκρούσεις και την πρόκληση υλικών ζημιών στο όχημά του, στο αστυνομικό αυτοκίνητο που βρισκόταν πίσω από το δικό του καθώς και σ' αυτό της Μιλτιάδους. Απότοκο της οδικής του συμπεριφοράς αποτελεί και ο τραυματισμός των Μ.Κ.3 και
  1. Επειδή ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορούμενου, στο πλαίσιο της τελικής του αγόρευσης, ουσιαστικά αμφισβήτησε τη νομιμότητα των ενεργειών της Αστυνομίας για ανακοπή του οχήματος του κατηγορούμενου και αποδίδει τους διάφορους τραυματισμούς που υπέστησαν οι αστυνομικοί μάρτυρες, στις δικές τους «παράνομες» ενέργειες, θέση που αποβλέπει στο να καταδείξει για ποιο λόγο θα πρέπει να αθωωθεί ο κατηγορούμενος στις σχετικές κατηγορίες επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης που αντιμετωπίζει και επειδή, σε περίπτωση αποδοχής αυτής της θέσης, ενδεχομένως ανακύπτει πρόβλημα στοιχειοθέτησης και της υπό κρίση κατηγορίας, αφού, σε περίπτωση αποδοχής της εν λόγω θέσης, αυτόματα, θα πρέπει να θεωρηθεί παράνομη και η αστυνομική έρευνα στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου, η οποία οδήγησε στην ανεύρεση της επίδικης ποσότητας ναρκωτικών, για την ώρα, περιορίζομαι να πω τούτο∙ θεωρώ καθόλα νόμιμες και θεμιτές, όλες τις ενέργειες των αστυνομικών μαρτύρων στον ουσιώδη χρόνο. Το σκεπτικό μου θα αναφερθεί αργότερα. Για να συνεχίσω, οι πληροφορίες της Αστυνομίας αποδείχθηκαν απολύτως ακριβείς και βάσιμες, αφού, στο πλαίσιο της έρευνας που ακολούθησε μέσα στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου εντοπίστηκαν ναρκωτικά και συγκεκριμένα, η επίδικη ποσότητα κοκαΐνης και κάνναβης. Μολονότι, δε μου διαφεύγει πως δεν έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι υπήρχε και η κάνναβη μέσα στο αυτοκίνητό του, η ουσία του πράγματος έγκειται στο γεγονός, ότι οι πληροφορίες της Αστυνομίας ήταν ότι ο ίδιος και ο Μαρκίτσης ασχολούνται με τη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών στην Πάφο και στον ουσιώδη χρόνο μέσα στο αυτοκίνητο που ήταν και οι δυο υπήρχαν ναρκωτικές ουσίες. Όταν μετά την ανεύρεση του πακέτου τσιγάρων που περιείχε την επίδικη ποσότητα κοκαΐνης καθώς και το χρηματικό ποσό των €45,00, ο Μ.Κ.4, τα υπέδειξε - και - στον κατηγορούμενο και τον πληροφόρησε ότι η άσπρη συμπαγής ουσία που υπήρχε στα δεκατρία νάιλον σακουλάκια, πιθανόν να είναι κοκαΐνη, της οποίας η κατοχή και χρήση απαγορεύονται και του επέστησε την προσοχή στο νόμο, αυτός δεν απάντησε. Την ίδια στάση τήρησε και όταν ο μάρτυρας τον πληροφόρησε ότι θα παραλάβει το χρηματικό ποσό των €45,00, επειδή είχε εύλογη υπόνοια ότι πιθανόν να προήλθε από την πώληση ναρκωτικών ουσιών και του επέστησε εκ νέου την προσοχή στο νόμο. Χωρίς να σημαίνει ότι αποτελεί εύρημά μου, πως ήταν βάσιμη η υπόνοια του μάρτυρα, εντούτοις θεωρώ πως, εάν ευσταθούσε η θέση του κατηγορούμενου ότι η επίδικη ποσότητα κοκαΐνης ήταν για δική του χρήση, ιδίως, όταν πληροφορήθηκε από το μάρτυρα για το εύλογο των υπονοιών του ότι πωλεί ναρκωτικά, δεδομένου ότι το χρηματικό ποσό των €45,00 βρισκόταν στο πακέτων τσιγάρων μαζί με τα ναρκωτικά, η πλέον φυσιολογική αντίδρασή του, ήταν να δηλώσει στο μάρτυρα ότι η κοκαΐνη ήταν για δική του χρήση. Αντ' αυτού δεν απάντησε. Ο ισχυρισμός του - στο πλαίσιο της ανακριτικής του κατάθεσης - ότι ο λόγος που είχε το ποσό των €45,00 στο πακέτο τσιγάρων που είχε και την κοκαΐνη είναι γιατί έχει σύστημα να τα βάζει εκεί επειδή δεν έχει πορτοφόλι, καθ' ον χρόνο τον προέβαλλε, αποδεδειγμένα ήταν ψευδής και τούτο, επειδή, ενώ η ανακριτική του κατάθεση, στην οποία τον προέβαλε, του λήφθηκε στις 28/8/2014, γνώριζε ότι σε σωματική έρευνα που του έγινε από το Μ.Κ.4 στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν., μια περίπου ώρα μετά τον εντοπισμό του ποσού των €45,00 καθώς και της κοκαΐνης στο πακέτο τσιγάρων, ο μάρτυρας βρήκε στην κατοχή του και το ποσό των €140,
  2. Η επίδικη ποσότητα κοκαΐνης ήταν συσκευασμένη σε δεκατρείς πανομοιότυπες συσκευασίες και συγκεκριμένα, στα δεκατρία κλειστά διά καψίματος νάιλον σακουλάκια, καθένα των οποίων ήταν βάρους μικρότερο του γραμμαρίου. Ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου - στην ανακριτική του κατάθεση - ότι η εν λόγω ποσότητα κοκαΐνης, όπως βρέθηκε στην κατοχή του, ήταν για δική του χρήση, επειδή είναι χρήστης κοκαΐνης εδώ και ένα χρόνο και ο λόγος που ήταν τόση ποσότητα και συσκευασία ήταν γιατί τη βρήκε σε τιμή ευκαιρίας, δηλαδή €65,00 το γραμμάριο, στερείται, όχι απλώς λογικής και πειστικότητας, αλλά και σοβαρότητας. Δεδομένου ότι, όπως είπε απαντώντας στην 4η ερώτηση - και δέχομαι ότι έλεγε την αλήθεια αφού έχει αποδειχθεί και από την αξιόπιστη μαρτυρία των αστυνομικών μαρτύρων κατηγορίας -, όταν οι αστυνομικοί μάρτυρες προσπάθησαν να ανακόψουν το αυτοκίνητό του, το οδήγησε με τον τρόπο που του αναφέρθηκε με την ερώτηση και προκάλεσε δυο δυστυχήματα, προσπαθώντας να διαφύγει επειδή είχε στην κατοχή του την επίδικη ποσότητα κοκαΐνης και δεν ήθελε να συλληφθεί από την Αστυνομία, ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, εάν η επίδικη ποσότητα ναρκωτικών ήταν για δική του χρήση, δε δικαιολογείται να την είχε όλη στην κατοχή του, όπως υποτίθεται την είχε αγοράσει, σε ξεχωριστές, όμοιες, μικρές συσκευασίες, σε νάιλον σακουλάκια, γεγονός το οποίο, από μόνο του δε συνάδει με προσωπική χρήση (βλ. Hurbanek κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 524 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χρυσάνθου, Ποινική Έφεση 137/15, ημερομηνίας 2/6/1016). Εάν η κοκαΐνη ήταν για δική του χρήση, δεδομένου ότι ανησυχούσε να μην το συλλάβει η Αστυνομία επειδή την είχε στην κατοχή του σε συνδυασμό και με τον ισχυρισμό του ότι η τελευταία φορά που είχε κάνει χρήση ήταν μια μέρα προτού συλληφθεί, θεωρώ πως δε θα διακινδύνευε να έχει στην κατοχή του μέσα στο αυτοκίνητό του, ολόκληρη την ποσότητα που είχε αγοράσει. Εκτός κι αν αυτό που ήθελε να πει - που δεν είπε καθ' ον χρόνο ανακρινόταν -, ήταν πως σκόπευε να τη χρησιμοποιήσει ολόκληρη το επίδικο βράδυ, που είναι τελείως παράλογο, δεδομένης της ποσότητάς της (6,5873 γραμμάρια) σε συνδυασμό με τον ισχυρισμό του ότι την αγόρασε €65,00 το γραμμάριο, που με απλά λόγια σημαίνει ότι θα έκανε χρήση κοκαΐνης, αξίας, πέραν των €422,
  1. Και αφού όπως είναι η θέση του, την προμηθεύτηκε για δική του χρήση, γιατί δε ζήτησε από τον προμηθευτή της να την τοποθετήσει σε μια μόνο συσκευασία, παρά μόνο την «αγόρασε» σε δεκατρείς συσκευασίες; Τέλος θεωρώ πως, όχι τυχαία, μολονότι και τα δεκατρία νάιλον σακουλάκια με την κοκαΐνη, ήταν μέσα στο ίδιο πακέτων τσιγάρων, εντούτοις, από αυτά, τα τέσσερα, μέσα στο τεμάχιο νάιλον σακουλάκι, ήταν περίπου του ίδιου βάρους και συγκεκριμένα, γύρω στα 0,8000 γραμμάρια, που αποτελεί περίπου διπλάσια ποσότητα αυτής που υπήρχε στα υπόλοιπα εννέα σακουλάκια, τα οποία, επίσης, περιείχαν σχεδόν την ίδια ποσότητα (περί τα 0,4000 γραμμάρια). Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Ακολουθεί ότι η ευθύνη του κατηγορούμενου για τη διάπραξη του αδικήματος της 5ης κατηγορίας στοιχειοθετείται πλήρως. Με την 11η κατηγορία καταλογίζεται στον κατηγορούμενο, ότι στις 24/8/2014, στη λεωφόρο Ελλάδος στην Πάφο, επιτέθηκε εναντίον του Μ.Κ.3 και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Με τη 12η κατηγορία, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο επιτέθηκε κατά οργάνου τηρήσεως της τάξεως κατά τη δέουσα εκτέλεση των καθηκόντων του, δηλαδή και πάλι κατά του Μ.Κ.
  2. Με τις κατηγορίες 13 και 14 του καταλογίζονται ακριβώς τα ίδια αδικήματα, με αναφορά στο Μ.Κ.
  3. Το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα που δημιουργεί το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης προνοεί ότι: «Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι πρώτο, η επίθεση, κατά το άρθρο 242 του ποινικού κώδικα και δεύτερο, αποτέλεσμα της οποίας είναι η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Το αδίκημα της κοινής επίθεσης κατά το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα στοιχειοθετείται εφόσον αποδειχθεί ότι κάποιο πρόσωπο ασκεί βία εναντίον κάποιου άλλου, είτε με πρόθεση είτε απερίσκεπτα. Στην υπόθεση R. v. Vienna
(1975)3 All E.R. 788 τέθηκαν οι νομολογιακές αρχές και αποφασίστηκε ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της επίθεσης, δε χρειάζεται η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει πρόθεση. Ο όρος «επίθεση» χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο, χωρίς τη συγκατάθεσή του. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574, το άρθρο 242 του Νόμου δε συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης, με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος. Απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας, χωρίς νομικό έρεισμα. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί και χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το άλλο πρόσωπο [βλ. R. v. Rolphe
(1953)36 Cr. App. R. και Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1988)3 All E.R. 445]. Βλ. επίσης το σύγγραμμα Archbold Pleading and Practice, 40η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1280. Όταν, ως αποτέλεσμα της επίθεσης - υπό την έννοια όσων αναφέρονται πιο πάνω - προκαλείται πραγματική σωματική βλάβη στοιχειοθετείται το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα. Στο σύγγραμμα Russel on Crime, σελ. 629 αναφέρεται ότι δεν υπάρχει ορισμός της πραγματικής σωματικής βλάβης, ενώ σημειώνεται ότι αυτή μπορεί να σημαίνει εσωτερικές ή εξωτερικές κακώσεις. Ωστόσο, στην υπόθεση Γεωργιάδης ν. Αστυνομίας
(1985)2 Α.Α.Δ. 56 αναφέρεται ότι μια επιπόλαια εκδορά στο πρόσωπο και κοκκίνισμα, ήταν αρκετά για στοιχειοθέτηση του αδικήματος της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Ούτε και είναι ανάγκη ο τραυματισμός να έχει μόνιμο χαρακτήρα ή να είναι τέτοιος που να τον κατατάσσει στη βαριά σωματική βλάβη, καθώς, πραγματική σωματική βλάβη θεωρείται και επίθεση που προκαλεί υστερική νευρική κατάσταση (βλ. την Αχτάρ κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 397). Προστίθενται και τα εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα: «"σωματική βλάβη" σημαίνει σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή, είτε μόνιμη είτε προσωρινή» Τέλος, σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, Β' Έκδοση
(2002), σελ. 495, «διαταραχή» κατά μια ερμηνεία - την πρώτη - είναι η αναταραχή που προκαλείται (κάπου) και κατ' άλλη ερμηνεία - τη δεύτερη - η απώλεια της οργανικής ή ψυχικής ισορροπίας. Από την άλλη, σύμφωνα με το άρθρο 244(β) του Ποινικού Κώδικα: «Όποιος- ............. (β) επιτίθεται ή αντιστέκεται ή εσκεμμένα παρεμποδίζει όργανο τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του ή άλλο που παρέχει συνδρομή σε τέτοιο όργανο τήρησης της τάξης ή ............. είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι πρώτο, η επίθεση εναντίον οργάνου τηρήσεως της τάξης, δεύτερο, κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντός του. Το πρώτο ερώτημα που τίθεται συναφώς με τις υπό κρίση κατηγορίες είναι κατά πόσο οι ενέργειες των αστυνομικών μαρτύρων στον ουσιώδη χρόνο ήταν νόμιμες, όπως είναι η θέση της κατηγορούσας αρχής ή παράνομες, όπως είναι η θέση της υπεράσπισης. Απαντώ ευθέως στο ερώτημα. Στο σύνολό τους οι ενέργειες των αστυνομικών, από τη στιγμή που αποφάσισαν να ανακόψουν το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου μέχρι και τη στιγμή της ακινητοποίησής του καθώς και όσα ακολούθησαν, περιλαμβανομένης και της σύλληψης, τόσο του ίδιου όσο και του Μαρκίτση, ήταν καθ' όλα νόμιμα. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί όλοι οι αστυνομικοί μάρτυρες, στον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσαν στην Υ.ΚΑ.Ν και η απόφασή τους να προβούν σε ανακοπή του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος με συνοδηγό τον Μαρκίτση εδραζόταν σε πληροφορίες - οι οποίες αποδείχτηκαν βάσιμες - ότι και οι δυο ασχολούνται με τη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών στην Πάφο. Με αυτό δεδομένο είχαν εξουσία να ανακόψουν τόσο το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος όσο και τον ίδιο καθώς και το Μαρκίτση, ακόμη και χωρίς δικαστικό ένταλμα έρευνας, δυνάμει δυο νομοθετημάτων. Καταρχήν, δυνάμει του άρθρου 28 τού περί Αστυνομίας Νόμου 73
(1)/2004 το οποίο προνοεί ότι: «
(1)Οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομίας- (α) δύναται να ανακόπτει, κατακρατά και ερευνά οποιοδήποτε πρόσωπο για το οποίο έχει εύλογη υποψία ότι ενέχεται στη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος, κατά παράβαση οποιουδήποτε νόμου και ιδιαίτερα όταν- (i)... (ii) εύλογα υποψιάζεται ότι αυτό προβαίνει ή προτίθεται να προβεί σε οποιαδήποτε παράνομη πράξη ή ενέργεια ή ότι έχει παράνομα στην κατοχή του οποιοδήποτε αντικείμενο ή (iii) ..... (β) δύναται να ανακόπτει και ερευνά οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο για το οποίο έχει εύλογη υποψία ότι χρησιμοποιείται ή εμπλέκεται στη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος κατά παράβαση οποιουδήποτε νόμου.
(2)Πρόσωπο που παραλείπει να παρουσιάσει άδεια που ζητείται ή παραλείπει να συμμορφωθεί προς οποιοδήποτε λογικό σήμα μέλους της Αστυνομίας δύναται να συλληφθεί χωρίς ένταλμα, εκτός αν δώσει το όνομα και τη διεύθυνσή του και διαφορετικά ικανοποιήσει το μέλος της Αστυνομίας ότι θα ανταποκριθεί δεόντως σε οποιαδήποτε κλήση ή άλλη διαδικασία η οποία δυνατό να εγερθεί εναντίον του.
(3)Πρόσωπο που παραλείπει να συμμορφωθεί προς οποιοδήποτε λογικό σήμα μέλους της Αστυνομίας, που τον καλεί να σταματήσει οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο βάσει των διατάξεων του εδαφίου
(1)του άρθρου αυτού, ή το οποίο παρεμποδίζει οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομίας κατά την εκτέλεση του καθήκοντός του που ασκείται βάσει των διατάξεων του εδαφίου αυτού, είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα μήνα ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις εκατό πενήντα λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές και οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομίας δύναται να συλλάβει οποιοδήποτε τέτοιο πρόσωπο χωρίς ένταλμα και δύναται να φροντίσει όπως οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο που βρέθηκε από αυτόν ότι χρησιμοποιήθηκε για τη διάπραξη αδικήματος κατά παράβαση οποιουδήποτε νόμου μεταφερθεί στον πλησιέστερο αστυνομικό σταθμό ή σε οποιοδήποτε άλλο κατάλληλο μέρος και να κρατηθεί εκεί, μέχρις ότου αφεθεί ελεύθερο από τον υπεύθυνο του αστυνομικού αυτού σταθμού: Νοείται ότι καμιά τέτοια σύλληψη δεν ενεργείται, αν το πρόσωπο αυτό δώσει το όνομα και διεύθυνσή του και ικανοποιήσει το μέλος αυτό της Αστυνομίας, όπως προβλέπεται στο εδάφιο
(2)του άρθρου αυτού.» Ακολούθως, δυνάμει του άρθρου 29
(2)του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, το οποίο προνοεί ότι: «
(1).....
(2)Αστυφύλαξ έχων εύλογον αιτίαν να υποπτεύηται ότι οιονδήποτε πρόσωπον κατέχει ελεγχόμενον φάρμακον κατά παράβασιν του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε δυνάμει τούτου γενομένων κανονισμών δύναται- (α) να ερευνήση το πρόσωπον τούτο και να κρατήση τούτο διά σκοπούς ερεύνης˙ (β) να ερευνήση οιονδήποτε όχημα ή σκάφος εν τω οποίω ο αστυφύλαξ υποπτεύεται ότι το φάρμακον δυνατόν να ευρίσκηται και προς τον σκοπόν τούτον να απαιτήση όπως το πρόσωπον το έχον υπό τον έλεγχον αυτού το ρηθέν όχημα ή σκάφος σταματήση τούτο˙ (γ) να κατάσχη και κατακρατήση διά τους σκοπούς της διαδικασίας δυνάμει του Νόμου, ο,τιδήποτε ανευρέθη κατά την διάρκειαν της ερεύνης όπερ φαίνεται κατά την γνώμην του αστυφύλακος ότι αποτελεί μαρτυρίαν δι' αδίκημα κατά παράβασιν του παρόντος Νόμου. .........» Παρατηρώ τα εξής: Οι πληροφορίες που είχαν οι αστυνομικοί μάρτυρες - μέλη της Υ.ΚΑ.Ν, ότι ο κατηγορούμενος και ο Μαρκίτσης διακινούσαν ναρκωτικά στην Πάφο - που για να επαναλάβω - αποδείχτηκαν βάσιμες και ακριβείς, εξ αντικειμένου στοιχειοθετούσαν το εύλογο της υποψίας τους ότι ενέχονταν στη διάπραξη του αδικήματος της παράνομης κατοχής ναρκωτικών, περαιτέρω, ότι και οι δυο προέβαιναν σε παράνομη πράξη και ενέργεια και είχαν στην κατοχή τους παράνομα αντικείμενα καθώς και ότι το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου χρησιμοποιείται και εμπλέκεται στη διάπραξη του αδικήματος της παράνομης κατοχής ναρκωτικών. Επομένως, σε εφαρμογή του άρθρου 28
(1)(α)(ii)(β) του περί Αστυνομίας Νόμου είχαν εξουσία να ανακόψουν, κατακρατήσουν και ερευνήσουν τους ίδιους καθώς και ανακόψουν και να ερευνήσουν το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου. Οι παραπάνω πληροφορίες που είχαν τα μέλη της Υ.ΚΑ.Ν, εξ αντικειμένου και πάλι, συνιστούσαν την εύλογη αιτία για να υποπτεύονται ότι και οι δυο κατείχαν ελεγχόμενο φάρμακο, δηλαδή ναρκωτικά, κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας (Ν.29/77, ανωτέρω), καθώς και ότι στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου δυνατόν να βρίσκονταν ναρκωτικά. Αυτό, με απλά λόγια σημαίνει ότι οι αστυνομικοί μάρτυρες, σε εφαρμογή του άρθρου 29
(2)του Νόμου 29/77 (ανωτέρω) και πάλιν είχαν εξουσία να απαιτήσουν από τον κατηγορούμενο να σταματήσει το όχημά του και να το ερευνήσουν, αλλά και να ερευνήσουν και κρατήσουν τόσο τον ίδιο όσο και το Μαρκίτση. Αυτονόητο πως, οι αστυνομικοί μάρτυρες, για σκοπούς αποτελεσματικής άσκησης της επί του προκειμένου εξουσίας τους, με βάση και τα δυο νομοθετήματα, είχαν την αυτονόητη και παρεπόμενη εξουσία καθώς και το δικαίωμα να λάβουν και όλα τα δέοντα μέτρα καθώς και να προβούν και σε οποιαδήποτε νόμιμη ενέργεια θεωρούσαν κατάλληλη και αναγκαία υπό τις περιστάσεις. Και τούτο, επειδή, κατά πόσο θα ερευνούσαν είτε τον κατηγορούμενο είτε το Μαρκίτση καθώς και το όχημα του πρώτου, ασφαλώς δεν εναπόκειτο στην καλή προαίρεση ή συναίνεση των ιδίων, με μόνη συνέπεια, σε περίπτωση μη συμμόρφωσής τους, τις συνέπειες που διαλαμβάνουν οι παραπάνω διατάξεις. Ο κατηγορούμενος, αφ' ης στιγμής ο Μ.Κ.4 μαζί με τον αστυφύλακα 2450 τον πλησίασαν στο παράθυρο της πόρτας του οδηγού και ο Μ.Κ.4, καθηκόντως, αλλά και δικαιωματικά τού αποκάλυψε την αστυνομική του ταυτότητα και τον πληροφόρησε για την πρόθεσή τους να τον ερευνήσουν για ναρκωτικές ουσίες, όφειλε να συμμορφωθεί αμέσως και να επιτρέψει τη διεξαγωγή της έρευνας και όχι να εκδηλώσει την οδική συμπεριφορά που εκδήλωσε, που αποτέλεσε και τη γενεσιουργό αιτία όσων ακολούθησαν, περιλαμβανομένων και των τραυματισμών των Μ.Κ.3 και 6. Ούτε και μου διαφεύγει ότι ο λόγος που ο Μ.Κ.4 βρέθηκε εν μέρει μέσα στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου, ήταν επειδή αυτός, προκειμένου να αποφύγει την έρευνα επιχείρησε να εγκαταλείψει το μέρος, γεγονός το οποίο, εκ των πραγμάτων ανάγκασε το μάρτυρα να προσπαθήσει να του αφαιρέσει το κλειδί του αυτοκινήτου για να τον ακινητοποιήσει και ότι ο κατηγορούμενος, ενώ γνώριζε τι προσπαθούσε να κάνει ο μάρτυρας, συνέχισε να οδηγεί το αυτοκίνητό του με τέτοιο τρόπο, παρασέρνοντας το μάρτυρα μέχρι που παρενέβη ο Μ.Κ.6 και τον τράβηξε έξω από το αυτοκίνητο για να μη χτυπήσει στη μεταλλική προειδοποιητική πινακίδα τροχαίας, με αποτέλεσμα να χτυπήσει σ' αυτή ο ίδιος. Αυτό ισχύει και για το Μ.Κ.3, ο οποίος, ενώ βρισκόταν πίσω από την ανοιχτή πόρτα του συνοδηγού, όταν αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε με την όπισθεν, αναγκάστηκε, εκ των πραγμάτων κι αυτός, να πέσει μπρούμυτα μέσα στο αυτοκίνητο για να μην παρασυρθεί από αυτό, το οποίο, αφού συγκρούστηκε με το αστυνομικό όχημα, ακολούθως, σπινάροντας ακολούθησε την πορεία που αναφέρεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω) για να σταματήσει, ουσιαστικά αναγκαστικά, όταν συγκρούστηκε με το όχημα της Μιλτιάδους. Όλα τα παραπάνω απαντούν στον ισχυρισμό του κ. Αλεξάνδρου καθώς και στους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου - στην τρίτη παράγραφο της ανώμοτης του δήλωσης -, περί των παράνομων πράξεων και ενεργειών των αστυνομικών στον ουσιώδη χρόνο, ως επίσης και ότι οι τραυματισμοί αυτοί που υπέστησαν δεν μπορεί να αποδίδονται στον κατηγορούμενο, επειδή οι ίδιοι είναι που έθεσαν τον εαυτό τους σε κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης, εν γνώση του κινδύνου. Η απόφαση στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Μάρκου Κυπριανού κ.ά., Αρ. Υπόθεσης 4904/12, Κακουργιοδικείου Λάρνακας, ημερομηνίας 9/7/2013, δε βοηθά την υπεράσπιση για το λόγο που την επικαλείται. Ό,τι απορρέει από την εν λόγω απόφαση είναι τα εξής: Σ' ό,τι αφορά την ευθύνη του ίδιου του θύματος, στο αστικό δίκαιο, ο παράγοντας αυτός έχει πάντοτε σημασία, είτε υπό μορφή συντρέχουσας αμέλειας (contributory negligence) είτε επί της αρχής volenti non fit injuria είτε λόγω της συμμετοχής του θύματος σε παράνομη δραστηριότητα, οπότε, ex turpi causa nonoritur action. Ωστόσο, στο ποινικό δίκαιο, παραπονούμενος δεν είναι το θύμα, αλλά η πολιτεία. Στο ποινικό δίκαιο, η συντρέχουσα αμέλεια δεν αποτελεί υπεράσπιση σε ποινική κατηγορία. Υπεισέρχεται όμως κατ' έμμεσο τρόπο, εάν είναι τέτοιου βαθμού ώστε η ενέργεια του κατηγορούμενου να μην αξιολογείται πλέον ως η ενεργός και ουσιαστική αιτία του κακού. Εάν η συντρέχουσα αμέλεια είναι βαριά αμέλεια μπορεί να είναι παράγοντας που διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ως novus actus interveniens ή με άλλα λόγια, καταδεικνύει ότι δεν είναι βαριά η αμέλεια του κατηγορούμενου. Όμως, οι ενέργειες ή παραλείψεις ανθρώπων που ενεργούν υπό την πίεση και την αγωνία μιας κρίσιμης κατάστασης πρέπει να αξιολογούνται υπό το φως ακριβώς της αγωνίας που διέρχονται και των διλημμάτων που έχουν να αντιμετωπίσουν. Παρατηρώ τα εξής: Ο τρόπος με τον οποίο ο κατηγορούμενος εκδήλωσε την οδική του συμπεριφορά στον ουσιώδη χρόνο - αλόγιστα, απερίσκεπτα και επικίνδυνα, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια -, αναγκάζοντας το Μ.Κ.3 να εισέλθει μέσα στο αυτοκίνητό του για να μην παρασυρθεί από την πόρτα του και τα χτυπήματα που δεχόταν αυτός σε διάφορα σημεία του σώματός του, κατά τη διαδρομή μέχρι και την ακινητοποίηση του οχήματος του κατηγορούμενου, ο οποίος το οδηγούσε, όπως το οδηγούσε, εν γνώσει του ότι ο μάρτυρας ήταν μέσα στο αυτοκίνητο του, όπως εν μέρει και ο Μ.Κ.4 και τούτο, τη στιγμή που επίσης γνώριζε ότι οι μάρτυρες ήταν αστυνομικοί και του ζητούσαν να σταματήσει γιατί θα τους χτυπήσει, αποτελεί άσκηση βίας εκ μέρους του σε βάρος τους, λόγω απερισκεψίας, δηλαδή επίθεση τη εννοία του νόμου. Άσκηση βίας, λόγω απερισκεψίας, επομένως επίθεση, σε βάρος του Μ.Κ.6 αποτελεί και το γεγονός, ότι, εξαιτίας της ίδιας οδικής συμπεριφοράς του κατηγορούμενου, όταν ο μάρτυρας, καθηκόντως, αλλά και από συναδελφική αλληλεγγύη παρενέβη, τραβώντας το συνάδελφό του Μ.Κ.4, έξω από το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου για να μη χτυπήσει στη μεταλλική πινακίδα τροχαίας, χτύπησε σ' αυτή ο ίδιος. Απ' εκεί και πέρα, οι εκδορές στο πρόσωπο και στη δεξιά και αριστερή κνήμη καθώς και οι μώλωπες στο μέτωπο που έφερε ο Μ.Κ.3, κατά την εξέτασή του από τη γιατρό Χρυσάνθου, μερικά λεπτά αργότερα, ασφαλώς συνιστούν πραγματική σωματική βλάβη. Το ίδιο ισχύει και για το άλγος που έφερε στο δεξί γόνατο ο Μ.Κ.6, κατά την εξέτασή του από την ίδια γιατρό, μια περίπου ώρα μετά το επίδικο περιστατικό, ο οποίος μετέβη στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, με κύριο σύμπτωμα μυοσκελετικό άλγος. Και, με δεδομένο ότι όλα αυτά, δεν προϋπήρχαν του επίδικου περιστατικού και δε δέχομαι τη θέση του κατηγορούμενου ότι γι αυτά ευθύνονται οι μάρτυρες, η ευθύνη του για τη διάπραξη του αδικήματος, τόσο της 11ης όσο και της 13ης κατηγορίας στοιχειοθετείται πλήρως. Και, με δεδομένο ότι οι εν λόγω μάρτυρες, αποδεδειγμένα ήταν όργανα τηρήσεως της τάξης και εκτελούσαν νόμιμα και κανονικά τα καθήκοντά τους, η ευθύνη του κατηγορούμενου για τη διάπραξη του αδικήματος και των κατηγοριών 12 και 14, επίσης στοιχειοθετείται πλήρως. Το άρθρο 236(α) του Ποινικού Κώδικα που δημιουργεί το αδίκημα των απερίσκεπτων και αμελών πράξεων, για το οποίο ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τη 15η κατηγορία προνοεί ότι: « Όποιος, με τέτοιο αλόγιστο τρόπο, βεβιασμένο ή αμελή, ώστε να θέτει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή να είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη σε άλλο- (α) οδηγεί όχημα ή ιππεύει σε οποιαδήποτε δημόσια διάβαση ή ..... είναι ένοχος πλημμελήματος: .......» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι πρώτο, η οδήγηση οχήματος, δεύτερο, με τέτοιο αλόγιστο, βεβιασμένο ή αμελή τρόπο, τρίτο, ώστε να τίθεται σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή να είναι ενδεχόμενο να προκληθεί σωματική βλάβη σε άλλο. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, το οποίο προνοεί ότι: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας,1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Έχοντας υπόψη και τις λεπτομέρειες αδικήματος τη σχετικής - 16ης κατηγορίας, για σκοπούς απόδειξής της, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος στον ουσιώδη χρόνο, πρώτο, οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα επί οδού, δεύτερο, χωρίς να επιδεικνύει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και τρίτο, συνεπεία αυτού προκάλεσε δυστύχημα. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Σιλβέστρου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 151, η οδήγηση συναρτάται με την προσήκουσα προσοχή. Η έλλειψή της θεμελιώνει το αδίκημα της αμελούς οδήγησης. Το μέτρο της προσήκουσας προσοχής είναι εκείνο του μέσου συνετού και σώφρονα οδηγού. Το κριτήριο της προσοχής λειτουργεί στο πλαίσιο των αντικειμενικών συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Το καθήκον για επιμέλεια συναρτάται με τα γεγονότα κάθε υπόθεσης και το καθήκον για τη λήψη εξαιρετικά αποτρεπτικών μέτρων γεννάται αφού εκδηλωθεί ο κίνδυνος στο δρόμο, για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός πρέπει να δράσει. Βλ. και τη Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 409 στην οποία υποδεικνύεται ότι η αμελής οδήγηση παραπέμπει σε μια αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων, εφόσον το επίπεδο οδήγησης που απαιτείται είναι αντικειμενικό. Τέλος, το άρθρο 7
(1)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, που δημιουργεί το αδίκημα της αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης για το οποίο ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τη 17η κατηγορία προνοεί ότι: «Πάς όστις οδηγεί µηχανοκίνητον όχηµα επί τινος οδού αλογίστως, απερισκέπτως ή επικινδύνως διά το κοινόν, λαµβανοµένων υπ' όψιν πασών των περιστάσεων, ιδία δε της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας, ήτις πραγµατικώς υπάρχει κατά τον δεδοµένον χρόνον ή ήτις ευλόγως θα ανεµένετο να υπάρχη κατά τον εν λόγω χρόνον επί της οδού ταύτης, είναι ένοχος αδικήµατος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστηµα µη υπερβαίνον τα δύο έτη ή εις χρηµατικήν ποινήν µη υπερβαίνουσαν τας διακοσίας λίρας ή εις αµφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηµατικής τοιαύτης.» Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σάζου
(2001)2 Α.Α.Δ 18 - η οποία αφορούσε κατηγορία πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης και επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα -, η επικίνδυνη οδήγηση δεν αποδεικνύεται απόλυτα μόνο με την ύπαρξη κάποιου λάθους. Για το τι συνιστά λάθος ή σφάλμα παραπέμπω στην υπόθεση Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 115. Το στοιχείο αυτό (του σφάλματος) είναι το λιγότερο που θα πρέπει να αποδειχθεί και συνυπολογίζεται πάντα με τις υπόλοιπες συνθήκες και την οδική συμπεριφορά που οδήγησε στη σύγκρουση. Η λέξη «επικίνδυνος» προστίθεται, στη συνήθη γραμματική ερμηνεία σημαίνει αυτό που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους. Όπως αναφέρεται στην ίδια απόφαση, με αναφορά στην υπόθεση R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974, σε σχέση με την απερίσκεπτη πράξη, η ένοχη σκέψη υπάρχει όταν ένας οδηγός προτού αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που περιέχει σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς παραλείπε να λάβει υπόψη του τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει, οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. Τέλος, «αλόγιστος» σύμφωνα με το λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, Β' έκδοση, σελ. 127 πρόκειται για ενέργεια που δε στηρίζεται στη λογική, που ξεπερνά το μέτρο, που αγγίζει τα όρια της υπερβολής ή του παραλογισμού. Παρατηρώ τα εξής: Η όλη οδική συμπεριφορά του κατηγορούμενου στον ουσιώδη χρόνο στοιχειοθετεί και αποδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και τα τρία αδικήματα που του καταλογίζεται ότι διέπραξε με τις σχετικές κατηγορίες. Το γεγονός ότι ενώ ήταν βράδυ και βρισκόταν σε δρόμο με αρκετή τροχαία κίνηση και ενώ τηρούσε τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, από τις τρεις συνολικά λωρίδες κυκλοφορίας του δρόμου σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε ο ίδιος και ήξερε ότι τόσο μπροστά από το δικό του αυτοκίνητο όσο και πίσω του υπήρχαν και άλλα αυτοκίνητα, αδιαφορώντας πλήρως για τις ενδεχόμενες συνέπειες που συνεπαγόταν αυτό που έκανε, απλώς και μόνο για να αποφύγει τον αστυνομικό έλεγχο, αρχικά κινήθηκε με την όπισθεν, οπότε και χτύπησε στο αστυνομικό όχημα το οποίο βρισκόταν μόλις ένα μέτρο πίσω από το δικό του και ακολούθως, αφού κινήθηκε αριστερά, εν γνώσει του ότι η αριστερή πόρτα του οχήματός του ήταν ανοιχτή και σ' αυτό βρισκόταν πεσμένος μπρούμυτα ο Μ.Κ.3 και την ίδια ώρα, ο Μ.Κ.4, βρισκόταν κι αυτός εν μέρει μέσα στο αυτοκίνητό του και προσπαθούσε από το παράθυρο να του πάρει το κλειδί για να σταματήσει, αντί να συμμορφωθεί - ως όφειλε - και να σταματήσει, σπινάροντας, επιχείρησε στροφή αριστερά, έχοντας και τους δυο αστυνομικούς μάρτυρες μέσα στο όχημά του και αφού διέγραψε την πορεία που αναφέρεται σε άλλο σημείο, δηλαδή κάθετα μέσα στο δρόμο και ανέβηκε στο αριστερό πεζοδρόμιο χτυπώντας στη μεταλλική πινακίδα τροχαίας, ακολούθως εισήλθε ξανά στο δρόμο, οδηγώντας όμως από την αντίθετη κατεύθυνση, με αποτέλεσμα τη σύγκρουση του οχήματός του με αυτό της Μιλτιάδους, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του δρόμου, σύμφωνα με την ορθή πορεία που ακολουθούσε αυτή, όλα αυτά, αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητό του και με απερίσκεπτο και με βεβιασμένο και με αμελή τρόπο, που όχι απλώς ήταν ενδεχόμενο να θέσει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή να προκαλέσει σωματική βλάβη σε άλλο, αλλά που έθεσε σε κίνδυνο την ανθρώπινη ζωή και προκάλεσε σωματική βλάβη στους δυο αστυνομικούς μάρτυρες που βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητό του. Για το πρώτο ενδεχόμενο αρκεί να αναλογιστεί κανείς, τι ενδεχομένως θα συνέβαινε εάν καθ' ον χρόνο ο κατηγορούμενος εκδήλωνε την έκνομη οδική του συμπεριφορά, είτε ο ένας μάρτυρας είτε ο άλλος, έπεφταν στο δρόμο, δεδομένου ότι σ' αυτόν, τη συγκεκριμένη ώρα υπήρχε αρκετή τροχαία κίνηση. Ούτε και μου διαφεύγει ότι, καθ' ομολογία του ο κατηγορούμενος, στον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το όχημά του με ληγμένη μαθητική άδεια οδηγού, που με απλά λόγια σημαίνει πως δε διέθετε όλα τα αναγκαία προσόντα για να οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα. Εξ ου και η παραδοχή του στη σχετική 18η κατηγορία οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος, χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να εξηγήσω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ πλήρως στοιχειοθετημένη τη 15η κατηγορία που περικλείει το αδίκημα των απερίσκεπτων και αμελών πράξεων. Απ' εκεί και πέρα, όλα τα παραπάνω αποδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος στον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το αυτοκίνητό του και χωρίς να επιδεικνύει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και ότι συνεπεία αυτού προκάλεσε, όχι ένα, αλλά δύο δυστυχήματα. Αντικειμενικά ιδωμένη η οδική του συμπεριφορά αποδεικνύει ότι κάθε άλλο παρά ως μέσος και συνετός οδηγός λειτούργησε. Με αυτά δεδομένα, αποδεικνύεται και η σχετική - 16η κατηγορία, η οποία περικλείει το αδίκημα της αμελούς οδήγησης. Αδίκημα, το οποίο, εν πάση περιπτώσει όταν κατηγορήθηκε γραπτώς (βλ. την 1η κατηγορία στη γραπτή κατηγορία - τεκμήριο 56 -) παραδέχθηκε. Η οδική συμπεριφορά που επέδειξε ο κατηγορούμενος, αποδεδειγμένα, αλλά και καθ' ομολογία του (βλ. πως την αιτιολογεί στην ανακριτική του κατάθεση - τεκμήριο 3 - απαντώντας στη σχετική ερώτηση με αριθμό 3 που του υποβλήθηκε) ήταν σκόπιμη, δηλαδή δεν ανάγεται σε κάποιο λάθος ή σφάλμα. Λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων που την περιβάλλουν και ιδίως, της χρήσης του δρόμου καθ' ον χρόνο άρχισε να την εκδηλώνει μέχρι και την ώρα που σταμάτησε με την ακινητοποίηση του αυτοκινήτου του μέσα στο δρόμο καθώς και του όγκου της τροχαίας κίνησης κατά τον ίδιο χρόνο που ήταν αρκετή, είναι ηλίου φαεινότερο, ότι οδηγούσε το αυτοκίνητό του και αλόγιστα και απερίσκεπτα και επικίνδυνα για κοινό. Επομένως και 17η κατηγορία έχει αποδειχθεί. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους (νομικούς και πραγματικούς), ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την ενοχή του κατηγορούμενου στις κατηγορίες 5 και 11 μέχρι 17, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αντίθετα, απέτυχε το ίδιο στις κατηγορίες 3, 7, 8, 9 και 23. Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος, στις κατηγορίες 5 και 11 μέχρι 17 κρίνεται ένοχος, ενώ, στις κατηγορίες 3, 7, 8, 9 και 23 αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 5
(1), 6
(3), 30, 30Α, 31, 31Α, Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ, Φάρμακα Τάξεως Β και τρίτος Πίνακας του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.