← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΑΛΕΞΑΝΤΕΡ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4947/17, 11/8/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΑΛΕΞΑΝΤΕΡ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4947/17, 11/8/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4947/17 ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.

  1. ΑΛΕΞΑΝΤΕΡ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ
  2. ΑΔΑΜΟΣ ΑΔΑΜΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 11.08.17 Ώρα: 10:00 π.μ. Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Ν. Νεοκλέους Για Κατηγορούμενο 1: κος Λ. Νεοφύτου Για Κατηγορούμενο 2: κος Χ. Ζόππος Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν από κοινού δύο κατηγορίες εμπρησμού οχημάτων κατά παράβαση των άρθρων 315(α) και 20 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, δύο κατηγορίες συνομωσίας κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Κεφ.154 και μία κατηγορία κακόβουλης ζημιάς κατά παράβαση των άρθρων 324

(1), 20 και 21 του Κεφ.
  1. Επιπλέον ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει επιπρόσθετα κατηγορία απαίτησης περιουσίας με απειλές με σκοπό την κλοπή κατά παράβαση του άρθρου 290 του Κεφ.
  2. Αμφότεροι κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν σε απευθείας δίκη στο Κακουργιοδικείο, το οποίο θα συνέλθει σε συνεδρία στην Πάφο στις 02.10.
  3. Μετά την εξέλιξη αυτή, η κατηγορούσα αρχή υπέβαλε αίτημα όπως το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια του διατάξει την κράτηση των δύο κατηγορουμένων μέχρι την έναρξη της δίκης τους στο Κακουργιοδικείο επειδή υπάρχει ο κίνδυνος μη προσέλευσης τους στο Δικαστήριο την ημέρα εκδίκασης της υπόθεσης. Προς υποστήριξη του αιτήματος της η κατηγορούσα αρχή επικαλέστηκε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι, την πιθανότητα καταδίκης τους με βάση το υπάρχον μαρτυρικό υλικό (εδώ ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής παρέπεμψε το Δικαστήριο σε μέρη από το μαρτυρικό υλικό που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1, τα οποία κατά τη γνώμη του εμπλέκει τους κατηγορουμένους στη διάπραξη των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν) και το ύψος των ποινών που προβλέπονται από τον Νόμο σε περίπτωση καταδίκης τους. Ενισχύοντας τη θέση του ότι υπάρχει κίνδυνος φυγοδικίας από τους κατηγορουμένους ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος διαθέτει στενούς δεσμούς με το Ηνωμένο Βασίλειο, χώρα στην οποία διαμένει μόνιμα η μητέρα του. Ο δε δεύτερος κατηγορούμενος, σύμφωνα με τον κύριο Νεοκλέους, διαθέτει φιλική σχέση με τον πρώτο κατηγορούμενο από τον οποίον μπορεί να αναζητήσει βοήθεια επωφελούμενος του δεσμούς που αυτός διατηρεί με το Ηνωμένο Βασίλειο. Τα όσα ανέφερε ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής στην αγόρευση του έχουν πλήρως σημειωθεί στο πρακτικό που τηρήθηκε, λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, αξιολογούνται ανάλογα και δεν χρειάζεται να αναφερθούν επί λέξη. Το αίτημα της κατηγορούσας αρχής προσέκρουσε στην ένσταση των συνηγόρων αμφοτέρων κατηγορουμένων. Στη νομική επιχειρηματολογία του ο ευπαίδευτος συνήγορος του πρώτου κατηγορουμένου υποστήριξε ότι ο πελάτης του θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερος με περιοριστικούς όρους μέχρι την ημερομηνία της δίκης του. Με παραπομπή σε κυπριακή και ευρωπαϊκή νομολογία καθώς και σε κυπριακά και ξένα νομικά συγγράμματα, ο ευπαίδευτος συνήγορος ανάφερε πως η ελευθερία του ατόμου στερείται κατ' εξαίρεση. Ο εν λόγω συνήγορος ευσεβάστως υπέδειξε ότι στην παρούσα περίπτωση θα πρέπει να υπερισχύσει το συνταγματικό δικαίωμα ελευθερίας για τον πελάτη του με γνώμονα το τεκμήριο αθωότητας. Παρόλο που αναγνώρισε ότι ο πελάτης του αντιμετωπίζει σοβαρές κατηγορίες, ιδιαίτερα αυτές των εμπρησμών, εντούτοις ο κύριος Νεοφύτου υπέδειξε ότι από το περιεχόμενο του μαρτυρικού υλικού υπάρχει μεγαλύτερη προσδοκία αθώωσης παρά καταδίκης του. Προς τούτο επικαλέστηκε μέρη του μαρτυρικού υλικού που κατά τη γνώμη του δεν συνδέουν τον πελάτη του με τα αδικήματα που αντιμετωπίζει. Προς ενδυνάμωση της θέσης του ότι δεν τίθεται θέμα φυγοδικίας από τον πελάτη του, ο ευπαίδευτος συνήγορος του πρώτου κατηγορουμένου αναφέρθηκε στις οικογενειακές περιστάσεις λέγοντας ότι δεν υπάρχουν δεσμοί με το εξωτερικό αφού η μητέρα του πρώτου κατηγορουμένου πλέον έπαυσε να εργάζεται στο εξωτερικό και τώρα διαμένει μόνιμα στην Πάφο. Επίσης ανάφερε ότι στην Πάφο διαμένουν μόνιμα όλα τα αδέλφια του πελάτη του. Ακόμη είπε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είναι νυμφευμένος με πρόσωπο που έχει ελληνική ταυτότητα, η οποία μεγάλωσε στην Κύπρο και της οποίας οι γονείς διαμένουν μόνιμα στο νησί. Μαζί με τη σύζυγο του απέκτησαν ένα παιδί που σήμερα είναι ηλικίας 11 μηνών ενώ αναμένει τη γέννηση δεύτερου παιδιού αφού η σύζυγος του βρίσκεται στον τέταρτο μήνα εγκυμοσύνης. Επιπλέον ο κύριος Νεοφύτου ανάφερε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ακίνητης περιουσίας στην Πάφο. Στη βάση του πιο πάνω σκεπτικού του ο ευπαίδευτος συνήγορος εξήγησε ότι η επιβολή περιοριστικών όρων διασφαλίζει την παρουσία του πελάτη του την ημέρα της δίκης και προς τούτο εισηγήθηκε όπως:
(1)Ο πρώτος κατηγορούμενος καταβάλει σε μετρητά ποσό €20.000 ή διαζευκτικά υπογραφεί εγγύηση από ένα ή περισσότερους αξιόχρεους εγγυητές ύψους €50.000,
(2)το όνομα του πελάτη του αναγραφεί στον κατάλογο των προσώπων όπου απαγορεύεται η έξοδος από το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας,
(3)παραδώσει στην αστυνομία όλα τα ταξιδιωτικά του έγγραφα,
(4)παρουσιάζεται δύο φορές καθημερινά σε αστυνομικό σταθμό. Στο ίδιο επίπεδο με τη νομική επιχειρηματολογία του κυρίου Νεοφύτου, κυμάνθηκε η αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του δεύτερου κατηγορουμένου, ο οποίος υπέδειξε ότι δεν υπάρχει κίνδυνος μη προσέλευσης του πελάτη του στο Δικαστήριο την ημέρα εκδίκασης της υπόθεσης. Προς υποστήριξη της θέσης του αντεξέτασε τον αστυνομικό ανακριτή της υπόθεσης αυτής, αρχιαστυφύλακα 3070 Αντρέα Τσεκούρα, ο οποίος ανάφερε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος προσήλθε στην αστυνομία για να κατηγορηθεί αμέσως μετά που μέλος της αστυνομίας επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικώς καθώς επίσης ότι ο ίδιος από μόνος του εμφανίστηκε στο Δικαστήριο υπογράφοντας για το κατηγορητήριο που του επιδόθηκε. Σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο, από την ημέρα σύλληψης του πελάτη του μέχρι και σήμερα, ο δεύτερος κατηγορούμενος, όχι μόνο δεν προσπάθησε να διαφύγει, αλλά αντίθετα εμφανίστηκε από μόνος του τόσο στην αστυνομία όσο και στο Δικαστήριο, δηλαδή οποτεδήποτε του ζητήθηκε. Είναι η θέση του κυρίου Ζόππου ότι παρόλο που δεν υπάρχει αμφιβολία για τη σοβαρότητα των αδικημάτων και για το ύψος της προβλεπόμενης ποινής τους, εντούτοις από το ενυπάρχων μαρτυρικό υλικό υπάρχει μεγάλη προσδοκία για αθώωση του πελάτη του. Αναλύοντας τη θέση του αυτή ο εν λόγω συνήγορος επικαλέστηκε μέρη του μαρτυρικού υλικού που κατά τη γνώμη του δεν συνδέουν τον πελάτη του με τα αδικήματα που αντιμετωπίζει. Προς ενίσχυση της πιο πάνω θέσης του ότι δεν τίθεται θέμα φυγοδικίας από τον πελάτη του, ο ευπαίδευτος συνήγορος του δεύτερου κατηγορουμένου αναφέρθηκε στις οικονομικές και οικογενειακές περιστάσεις αναφέροντας ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος είναι φοιτητής στην ιδιωτική σχολή A.T. Automotive Technology Center Ltd στην Πάφο καταθέτοντας σχετική βεβαίωση από την εν λόγω σχολή ως Τεκμήριο 2, παράλληλα εργάζεται σε συνεργείο στη Βιομηχανική Περιοχή Γεροσκήπου, διαμένει με τους γονείς του στην Πάφο και δεν διατηρεί κανένα δεσμό με το εξωτερικό. Έχοντας υπόψη το σκεπτικό που προέβαλε, ο ευπαίδευτος συνήγορος εξήγησε ότι η επιβολή περιοριστικών όρων διασφαλίζει την παρουσία του πελάτη του την ημέρα της δίκης και προς τούτο εισηγήθηκε όπως:
(1)Ο δεύτερος κατηγορούμενος υπογράψει προσωπική εγγύηση στο ύψος που το Δικαστήριο κρίνει,
(2)υπογραφεί εγγύηση από ένα ή περισσότερους αξιόχρεους εγγυητές στο ύψος που το Δικαστήριο κρίνει,
(3)το όνομα του πελάτη του αναγραφεί στον κατάλογο των προσώπων όπου απαγορεύεται η έξοδος από το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας,
(4)παραδώσει στην αστυνομία όλα τα ταξιδιωτικά του έγγραφα,
(5)παρουσιάζεται σε αστυνομικό σταθμό όσο συχνά κρίνει το Δικαστήριο. Πλήρης έκταση των όσο ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν εκ νέου με πάσα λεπτομέρεια στην παρούσα απόφαση επειδή κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό. Για την έκδοση της παρούσας απόφασης το Δικαστήριο έχει λάβει υπόψη του τα όσα εισηγήθηκαν όλες οι πλευρές και έχει μελετήσει επισταμένως τη σχετική νομολογία καθώς και όλο το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του για σκοπούς της διαδικασίας αυτής. Η εξουσία του Δικαστηρίου όσον αφορά αίτημα κράτησης των κατηγορουμένων μέχρι την ημερομηνία της δίκης τους ενώπιον του Κακουργιοδικείου, στο οποίο έχουν ήδη παραπεμφθεί σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας αυτής, εδράζεται στο άρθρο 157
(1)της Ποινικής Δικονομίας (Κεφ. 155) και είναι διακριτικής φύσεως (Βασιλείου v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 7). Το Δικαστήριο, εξετάζοντας ένα αίτημα κράτησης κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του, πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος, εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτηση του αποτελεί έναν σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 373 αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι, προσέγγιση που είναι ευθυγραμμισμένη με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η αρχή αυτή κατοχυρώνεται και συνταγματικά εφ' όσον αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας ενός προσώπου. Η απόλυση επί εγγυήσει του υπόδικου αποτελεί την πρώτη επιλογή του Δικαστηρίου και η κράτηση του την εξαίρεση. (Θεοδωρίδης κ.α. v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139). Η κράτηση του κατηγορουμένου μέχρι την ημερομηνία δίκης του είναι θέμα άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και η διακριτική ευχέρεια αυτή ασκείται με βάση παγίως καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων (Οικονομίδης v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 492). Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109 απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου και είναι:
  1. Η πιθανότητα/κίνδυνος μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο
  2. Η πιθανότητα/κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων
  3. Η πιθανότητα/κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων. Καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς δύναται να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης. Δεν είναι συνεπώς απαραίτητη η συνδρομή και των τριών πιο πάνω παραγόντων για να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου (Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7). Παράλληλα λαμβάνεται υπ' όψιν και ο χρόνος κράτησης υποδίκου. Εφόσον το αίτημα της αστυνομίας περιορίζεται στην πιθανότητα - κίνδυνο μη προσέλευσης των κατηγορουμένων στην ακρόαση της υπόθεσης τους, το Δικαστήριο δεν θα ασχοληθεί με τους υπόλοιπους λόγους και θα επικεντρωθεί στην εξέταση του λόγου επί του οποίου η κατηγορούσα αρχή εδράζει το αίτημά της. Όπως έχει κατ' επανάληψη επισημανθεί σκοπός της κράτησης του υποδίκου είναι η εξασφάλιση της παρουσίας του την ημέρα της δίκης και όχι η τιμωρία του (Ονουφρίου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 84/2010 ημερ. 21.10.10). Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και επιβολής αυστηρής ποινής, αποτελούν βασικούς δείκτες που λαμβάνονται σοβαρά υπόψη στην πρόγνωση για το ενδεχόμενο μη προσέλευσης και υπαγωγής του κατηγορουμένου στη δικαιοσύνη (βλέπε Θεοδωρίδης κ.α. v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139, Χριστοδούλου κ.α. v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 538, Γιωργαλλίδης v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 526). Ωστόσο έχει πλειστάκις τονιστεί από τη νομολογία ότι ο παράγοντας αυτός δεν είναι πάντοτε και σε κάθε περίπτωση αρκετός ώστε να επενεργήσει από μόνος του και αυτομάτως στην κρίση του Δικαστηρίου για την κράτηση του κατηγορουμένου. Παράλληλα με την εξέταση της πιθανότητας - κινδύνου μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στο δικαστήριο, λαμβάνονται υπ' όψιν παράγοντες, στοιχεία και δεδομένα που συνδέονται με το χαραχτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμα του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με την Κυπριακή Δημοκρατία καθώς και γενικότερα θέματα υγείας (Χατζηδημητρίου v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 45, Ψύλλας v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ 444). Ταυτόχρονα πρέπει να σταθμίζεται και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία των κατηγορουμένων στο Δικαστήριο. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται αποδεχτή εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης. Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν Λουκάς Σιδερένος κ.α., Ποινικές Εφέσεις 73-76/2008, ημερ. 23.04.08, λέχθηκε ότι οι προσωπικές συνθήκες εξετάζονται με αναφορά στο σχετικό κριτήριο, κατά πόσο δηλαδή οι συνθήκες αυτές ανατρέπουν τη σκέψη στον κατηγορούμενο να μην εμφανιστεί στο δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες που του προσάπτονται. Δεν εξετάζονται οι προσωπικές συνθήκες με σκοπό να επιδειχθεί επιείκεια στον κατηγορούμενο, απαλλάσσοντάς τον από την ταλαιπωρία της προφυλάκισης. Συνοψίζοντας, η νομολογία καταδεικνύει ότι η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνδυασμό με την πιθανότητα καταδίκης και επιβολή αυστηρής ποινής είναι πρωταρχικός παράγοντας που πάντοτε προσμετρά κατά την εκτίμηση πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορούμενου στη δίκη του, όχι όμως απομονωμένα αλλά σε συνάρτηση και αναλόγως των περιστάσεων και των περιβαλλομένων συνθηκών που αφορούν στα ίδια τα γεγονότα ή και στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, τα οποία και συνυπολογίζονται (βλέπε Κρίνος Θεοχάρους κ.α. v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48). Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι οριοθετείται από τις ποινές που ο νομοθέτης προβλέπει. Στην παρούσα υπόθεση τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι είναι σοβαρά, γεγονός με το οποίο συμφώνησαν αμφότεροι ευπαίδευτοι συνήγοροι. Ενδεικτικό της σοβαρότητας τους συνιστούν οι μακρόχρονες ποινές φυλάκισης που προβλέπει ο ποινικός κώδικας στα αδικήματα των εμπρησμών και της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος που αμφότεροι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν καθώς και στο αδίκημα της απαίτησης περιουσίας με απειλές με σκοπό την κλοπή που αντιμετωπίζει ο πρώτος κατηγορούμενος. Το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν σοβαρές κατηγορίες που επισύρουν μακρόχρονες ποινές φυλάκισης αναγνωρίστηκε από αμφότερους συνηγόρους τους. Συγκεκριμένα το αδίκημα του εμπρησμού τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι 14 ετών. Το δε αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος επισύρει επίσης πολύχρονη ποινή φυλάκισης. Περαιτέρω το αδίκημα της απαίτησης περιουσίας με απειλές με σκοπό την κλοπή τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 5 ετών. Για τη διαπίστωση ύπαρξης πιθανότητας καταδίκης εξετάζεται το υπάρχον μαρτυρικό υλικό στην όψη του και μόνο, χωρίς το Δικαστήριο να προβαίνει σε αξιολόγησή του ή σε οποιαδήποτε ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης, εφόσον δεν αποφασίζεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας η ενοχή ή μη του κατηγορουμένου. Το εγχείρημα αυτό περιορίζεται σε αντικειμενική πιθανολόγηση και τίποτε περισσότερο. Όπως ήδη ειπώθηκε, το μαρτυρικό υλικό που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου αντικρύζεται στην όψη του και μόνο (βλέπε Θεοδωρίδης κ.α. v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139). Θέματα που σχετίζονται με ισχυρισμούς που αφορούν δυνατότητα ή αδυναμία μαρτυρίας, καθώς και χαμηλός ή υψηλός βαθμός αξιοπιστίας παραπονουμένου ή οποιουδήποτε άλλου μάρτυρα, τη νομιμότητα της σύλληψης του υπόπτου, όπως επίσης και τη δεκτότητα μαρτυρίας που βασίζεται σε δηλώσεις του υπόπτου ή άλλα ζητήματα που αφορούν τη δεκτότητα μαρτυρίας (όπως ότι η μαρτυρία λήφθηκε παράνομα), ζήτημα θεληματικότητας μιας κατάθεσης που λήφθηκε από κατηγορούμενο, κατά πόσο μία μαρτυρία είναι ή όχι μολυσμένη, αν είναι εξ' ακοής ή όχι ή εάν έχει αποδεικτική αξία ή όχι, εξετάζονται κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της ουσίας της υπόθεσης και όχι στο στάδιο της εξέτασης αίτησης για την κράτηση ή όχι κατηγορουμένου. Ως εκ τούτου, η απορία του ευπαιδεύτου συνηγόρου του πρώτου κατηγορουμένου γιατί να μην υπάρξει αναγνώριση του πελάτη του από τον παραπονούμενο τη στιγμή που έγινε επίκληση του δεύτερου κατηγορουμένου αλλά και ποιο το περιεχόμενο της έκθεσης για τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα του πρώτου κατηγορουμένου αναφορικά με τη δεύτερη συσκευή τηλεφώνου του καθώς και η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του δεύτερου κατηγορουμένου ότι υπάρχουν άλλες δύο καταθέσεις των γονιών του πελάτη του που δεν αποτελούν μέρος του μαρτυρικού υλικού, οι οποίες τοποθετούν τον δεύτερο κατηγορούμενο στην οικία του τη δεδομένη χρονική στιγμή που διαπράχτηκαν τα αδικήματα, είναι θέματα που δεν αφορούν την παρούσα διαδικασία και συνεπώς δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, αλλά θα μπορούσαν να εξεταστούν από το κακουργιοδικείο εφόσον εγερθούν κατά την ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης. Έχω διεξέλθει με προσοχή το μαρτυρικό υλικό με βάση το οποίο έχουν παραπεμφθεί οι κατηγορούμενοι σε απευθείας δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου, όπως αυτό παρουσιάζεται στις καταθέσεις και σε έγγραφα που έχουν κατατεθεί ως Τεκμήριο 1. Αυτό που παρατηρώ από την όψη του και μόνο, χωρίς το Δικαστήριο να προβαίνει σε αξιολόγησή του ή να καταλήγει σε οποιαδήποτε ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης, είναι ότι η διαφαινόμενη απουσία άμεσης και θετικής αναγνώρισης οποιουδήποτε από τους κατηγορουμένους παρά μόνο χαρακτηριστικά σώματος και είδος σωματότυπου για ένα άτομο που εικάζεται ότι πρόκειται για τον δεύτερο κατηγορούμενο, η διαφαινόμενη απουσία τεκμηρίων που να συνδέει παρουσία των κατηγορουμένων στο χώρο διάπραξης των αδικημάτων τη δεδομένη χρονική στιγμή διάπραξη τους, η διαφαινόμενη γενικής φύσεως μαρτυρία ότι απλά δεν μπορεί να αποκλειστεί ο πρώτος κατηγορούμενος από δότης μέρους μικτού γενετικού υλικού σε μπετόνι που βρέθηκε στο χώρο όπου διαπράχτηκε ο εμπρησμός χωρίς οποιοδήποτε άλλο συνοδευτικό στοιχείο καθώς και η μη ύπαρξη μαρτυρίας που να συνδέει καθ' οιονδήποτε τρόπο γενετικά τον πρώτο κατηγορούμενο με τη σκηνή διάπραξης των αδικημάτων που αντιμετωπίζει, είναι δεδομένα που αντικειμενικά εξεταζόμενα οδηγούν στο λογικό συμπέρασμα για δημιουργία συνθηκών μεγαλύτερης προσδοκίας αθώωσης των κατηγορουμένων παρά καταδίκης τους, χωρίς βέβαια να αποκλείεται το ενδεχόμενο καταδίκης τους υπό το φως του ισχυριζόμενου κακού-επικίνδυνου βαθμού ιστορικού σχέσεων που προβάλλεται μέσα από το μαρτυρικό υλικό να διέπει τους παραπονούμενους και τους κατηγορουμένους. Τα πιο πάνω θεωρώ ότι επενεργούν αρνητικά στη σκέψη για φυγοδικία από μέρους των κατηγορουμένων. Επιπλέον εξετάζοντας τις προσωπικές, οικονομικές, επαγγελματικές και οικογενειακές περιστάσεις των κατηγορουμένων παρατηρώ ότι: (α) ο πρώτος κατηγορούμενος έχει μόνιμους δεσμούς με την Κυπριακή Δημοκρατία αφού είναι κύπριος, διαμένει μόνιμα στην Πάφο με τη σύζυγο του να διαθέτει ελληνική ταυτότητα, η οποία μεγάλωσε και ζει στην Κύπρο, όπως και οι γονείς της αλλά και τα αδέλφια του πρώτου κατηγορούμενου καθώς πλέον και η μητέρα του εν λόγω κατηγορουμένου, δεδομένα που δεν αμφισβητήθηκαν και κατ' επέκταση δεν αντικρούστηκαν από την κατηγορούσα αρχή, (β) από τα ενώπιον μου στοιχεία ο πρώτος κατηγορούμενος δεν φαίνεται να έχει σύνδεσμο στο εξωτερικό, (γ) ο πρώτος κατηγορούμενος είναι πατέρας ενός παιδιού ηλικίας 11 μηνών ενώ πρόκειται να γίνει σύντομα ξανά πατέρας, (δ) ο πρώτος κατηγορούμενος είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ακίνητης περιουσίας, (ε) ο δεύτερος κατηγορούμενος έχει μόνιμους δεσμούς με την Κυπριακή Δημοκρατία αφού είναι κύπριος, διαμένει μόνιμα στην Πάφο μαζί με τους γονείς του, (στ) από τα ενώπιον μου στοιχεία ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν φαίνεται να διατηρεί κανένα δεσμό με το εξωτερικό, (ζ) ο δεύτερος κατηγορούμενος φοιτά σε ιδιωτική σχολή στην Πάφο (Τεκμήριο 2), (η) ο δεύτερος κατηγορούμενος παράλληλα εργάζεται ως συνέταιρος σε συνεργείο επιδιόρθωσης οχημάτων στη Βιομηχανική Περιοχή Γεροσκήπου της επαρχίας Πάφου (Κυανού 16Γ δεύτερη σελίδα από το Τεκμήριο 1). Σταθμίζοντας τις πιο πάνω προσωπικές, οικονομικές, επαγγελματικές και οικογενειακές περιστάσεις των κατηγορουμένων με τα δεδομένα που σχετίζονται με τις παραμέτρους που λαμβάνονται υπόψη για τον κίνδυνο μη προσέλευσης τους, θεωρώ ότι οι συνθήκες των κατηγορουμένων είναι τέτοιας φύσης που υπό τις περιστάσεις αφαιρούν το όποιο κίνητρο οι κατηγορούμενοι θα είχαν για να μην φανούν συνεπείς με το ραντεβού τους στο Δικαστήριο την ημέρα εκδίκασης της ποινικής υπόθεσης τους, εξουδετερώνοντας έτσι τον κίνδυνο μη προσέλευσης τους που ενδεχομένως να είχε δημιουργηθεί μόνο με τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν (βλέπε Κρίνος Θεοχάρους κ.α. v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48 και Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 203/2012 ημερ. 01.11.12). Συνεπώς, υπό τις περιστάσεις, δεν επιβάλλεται η κράτηση των κατηγορουμένων. Συνακόλουθα, το αίτημα της αστυνομίας απορρίπτεται. Το Δικαστήριο κρίνει ότι η παρουσία των κατηγορουμένων την ημέρα της δίκης τους διασφαλίζεται με τους ακόλουθους περιοριστικούς όρους:
(1)Ο πρώτος κατηγορούμενος καταβάλει σε μετρητά ποσό €20.000 ως εγγύηση.
(2)Ο δεύτερος κατηγορούμενος να υπογράψει προσωπική εγγύηση ύψους €20.000.
(3)Για έκαστο κατηγορούμενο να υπογραφεί εγγύηση από ένα αξιόχρεο εγγυητή ύψους €50.000 της έγκρισης του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου.
(4)Έκαστος κατηγορούμενος να παραδώσει αυθημερόν όλα τα ταξιδιωτικά του έγγραφα περιλαμβανομένου του διαβατηρίου και της πολιτικής του ταυτότητας.
(5)Τα ονόματα των κατηγορουμένων να αναγραφούν στον κατάλογο των προσώπων όπου απαγορεύεται η έξοδος από το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας (Stop List).
(6)Έκαστος κατηγορούμενος να εμφανίζεται δύο φορές καθημερινά ο μεν πρώτος στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου και ο δε δεύτερος στον Αστυνομικό Σταθμό Κουκλιών μεταξύ των ωρών 07:00-10:00 και 22:00-24:00.
(7)Αμφότεροι κατηγορούμενοι δεν θα δικαιούνται να διέλθουν από τα οδοφράγματα που οδηγούν σε περιοχές μη ελεγχόμενες από τις Αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας. (Υπ) ........... Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Assize Court/Whether an accused will remain in custody/Judgment (Αναφορά: Ποινικό/Παραπομή υπόθεσης στο Κακουργιοδικείο/Κράτηση Υποδίκου/Απόφαση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.