Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Θεόδωρου Θεοδώρου, Αρ. Υπόθεσης: 1472/13, 9/8/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1472/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Θεόδωρου Θεοδώρου, από την Πάφο Κατηγορούμενου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 9/8/2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Χρ. Περγαντή (για ν' ακούσει απόφαση, κα Σάββα) Για τον κατηγορούμενο: κα Α. Σαββίδου Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος σύμφωνα με το κατηγορητήριο αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: Εσκεμμένη παρεμπόδιση οργάνου τηρήσεως της τάξεως κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντός του, κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα, μέθη, κατά παράβαση του άρθρου 94 του Ποινικού Κώδικα, ανησυχία, κατά παράβαση του άρθρου 95 του Ποινικού Κώδικα, δημόσια εξύβριση, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, επίθεση κατά αστυνομικού οργάνου τηρήσεως της τάξεως κατά την δέουσα εκτέλεση του καθήκοντός του, κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα, αντίσταση κατά της νομίμου κρατήσεως, κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Ποινικού Κώδικα, παρακώλυση κυκλοφορίας, κατά παράβαση των Καν. 2, 58
(1)(ζ) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2 και 5 του Ν.86/72, και τέλος, άρνηση παροχής δείγματος εκπνοής για προκαταρτική εξέταση, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(1)
(5)και 11 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86 (βλ. τις κατηγορίες 1 μέχρι 8, κατ' αντιστοιχία αδικήματος). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι στις 6 Φεβρουαρίου, 2013, στη λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ στην Πάφο, εσκεμμένα παρακώλυε τον αστυφύλακα 3292 Γ. Πολεμιδιώτη του ΟΥΛΑΕ Πάφου στην κανονική εκτέλεση του καθήκοντός του. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, σε δημόσιο δρόμο, ενώ τελούσε σε κατάσταση μέθης, συμπεριφερόταν οχλαγωγικά και άτακτα. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, σε δημόσιο μέρος, χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε θόρυβο κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 4ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, σε δημόσιο μέρος, εξύβρισε τον αστυφύλακα 3292 Γ. Πολεμιδιώτη του ΟΥΛΑΕ Πάφου με την φράση «Πουστόμπατσοι φονιάδες», κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 5ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, επιτέθηκε κατά οργάνου τηρήσεως της τάξεως, δηλαδή, εναντίον του αστυφύλακα 3292 Γ. Πολεμιδιώτη του ΟΥΛΑΕ Πάφου, κατά την εκτέλεση του καθήκοντός του. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 6ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, αντιστάθηκε στη νόμιμη κράτησή του. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 7ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι στις 6 Φεβρουαρίου του 2013, στη λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ στην Πάφο, εγκατέλειψε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΕΤΑ 845 και παρακώλυε αδικαιολόγητα την κυκλοφορία. Τέλος, με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 8ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι στις 6 Φεβρουαρίου του 2013, στη λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ στην Πάφο, οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΤΑ 845 και αρνήθηκε να δώσει δείγμα εκπνοής όταν του ζητήθηκε για προκαταρτικό έλεγχο της ποσότητας αλκοόλης που είχε στο αίμα του. Προς απόδειξη των παραπάνω κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε ως μάρτυρες, τον αρχιαστυφύλακα 1788 Χρίστο Λιασίδη, τον αστυφύλακα 3292 - και παραπονούμενο σε αριθμό κατηγοριών - Γιώργο Πολεμιδιώτη και τέλος, το συνάδελφό του, αστυφύλακα 1314 Αρτέμη Παναγιώτου (Μ.Κ.1, 2 και 3, αντίστοιχα). Ο κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε σε απολογία - σ' όλες τις κατηγορίες - και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του κατάθεσε ενόρκως, χωρίς να παρουσιάσει κανένα μάρτυρα προς υπεράσπισή του. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν τις κατηγορίες 1 μέχρι 7 και εν μέρει, την 8η κατηγορία περικλείεται στη γραπτή κατάθεση (τεκμήριο 2) τού αστυφύλακα Πολεμιδιώτη (Μ.Κ.2), ενώ, μέρος όσων περιβάλλουν την 8η κατηγορία περικλείονται στη γραπτή κατάθεση (τεκμήριο 1) τού αρχιαστυφύλακα Λιασίδη (Μ.Κ.1). Συνοψίζοντάς την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής είναι εξής: Ο Μ.Κ.2 υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου και είναι τοποθετημένος στην άμεση δράση. Στις 6/2/2013 και περί ώρα 16:25 (ουσιώδης χρόνος), ενώ βρισκόταν μηχανοκίνητη περιπολία λήφθηκε μήνυμα μέσω ΚΕΜ ότι στη λεωφόρο Μακαρίου του Γ', ένα μεθυσμένο πρόσωπο (αποτελεί κοινό έδαφος ότι αναφέρεται στον κατηγορούμενο) οδηγεί το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΕΤΑ 845 και υπάρχει συμπλοκή και κάποια άλλα άτομα, το χτύπησαν. Συνεπεία αυτού, ο μάρτυρας μετέβη αμέσως στο μέρος οπότε και εντόπισε το πιο πάνω αυτοκίνητο καθώς και τον κατηγορούμενο οδηγό του να το έχει σταματημένο στη μέση της λεωφόρου, εμποδίζοντας την κυκλοφορία. Αφού τον πλησίασε και του ζήτησε να το μετακινήσει, αυτός αρνήθηκε. Ακολούθως, του ζήτησε να του δώσει άδεια οδηγού ή ταυτότητα και αυτός του είπε πως δεν του δίνει τίποτε. Αφού κατέβηκε κάτω από το αυτοκίνητο, με σπαστά ελληνικά του είπε: «Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;» Τότε, ο μάρτυρας, του ζήτησε ξανά να μετακινήσει το αυτοκίνητο και αυτός τον έπιασε από την παλάμη και τον έσπρωχνε με τα χέρια του, φωνάζοντας δυνατά και βρίζοντας με τη φράση, «Μπουστόμπατσοι, φονιάδες». Ακολούθως, ο μάρτυρας, του επέστησε την προσοχή στο νόμο, του εξήγησε τους λόγους της σύλληψής του και το συνέλαβε για τα αδικήματα: της δημόσιας εξύβρισης, της ανησυχίας, της επίθεσης εναντίον αστυνομικού, της εξακρίβωσης στοιχείων, της μέθη και τέλος, της αντίστασης κατά τη νόμιμη σύλληψη. Ο κατηγορούμενος προέβαλλε αντίσταση κατά τη σύλληψη και προσπαθούσε να διαφύγει οπότε και χρησιμοποιήθηκε η ανάλογη υπό τις περιστάσεις βία και ακινητοποιήθηκε. Μύριζε έντονα αλκοόλ και είχε κόκκινα μάτια καθώς και διάφορα χτυπήματα στο πρόσωπο και στα χέρια. Το άλλο συμβάν στο μέρος, το είδε κάποιος πολίτης με το όνομα Χρίστος Καλογερόπουλος, ο οποίος ανάφερε στο μάρτυρα ότι άγνωστα πρόσωπα χτύπησαν τον κατηγορούμενο και τράπηκαν σε φυγή, προς άγνωστο μέρος. Ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε η ώρα 16:30 και οδηγήθηκε στα κρατητήρια της ΑΔΕ Πάφου. Κατά τη μεταφορά του ανάφερε στο μάρτυρα, «Ρε αστυνομικούι είμαι που το Μούταλλο και εν να τα ξαναπούμε.» Ο μάρτυρας, τον παρέδωσε στους επί καθήκοντι αστυνομικούς και αποχώρησε. Ο κατηγορούμενος, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, μεταξύ άλλων ανάφερε και τα εξής, τα οποία συνθέτουν τη δική του εκδοχή, για όσα του καταλογίζονται από την κατηγορούσα αρχή: Στον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το αυτοκίνητο στην Πάφο. Σε κάποια στιγμή του δρόμου σταμάτησε στο αλτ για να μπει αριστερά. Στην προσπάθειά του να μπει αριστερά, υπήρχαν τέσσερα νεαρά άτομα, τα οποία συζητούσαν μεταξύ τους και εμπόδιζαν το αυτοκίνητό του να μπει αριστερά. Σε κάποια στιγμή, εφόσον πίσω του υπήρχε ουρά μεγάλη αυτοκινήτων που περίμεναν, κατέβηκε κάτω από το δικό του για να ρωτήσει τι συμβαίνει. Σε κάποια στιγμή ήρθε ένα περιπολικό με δύο αστυνομικούς και ο ένας από αυτούς (ο Μ.Κ.2), κατέβηκε προς το μέρος του και χωρίς να το ρωτήσει τι συμβαίνει τού είπε: «Είσαι υπό σύλληψη.» Στην προσπάθειά του να του εξηγήσει τι συνέβηκε πριν έρθει εκεί, ο μάρτυρας του επανέλαβε ότι είναι υπό σύλληψη, χωρίς να τον ακούσει. Την ίδια ώρα έβγαλε τις χειροπέδες και τους τις έβαλε πίσω στα χέρια και τον έσπρωξε στο περιπολικό, στα πίσω καθίσματα. Σ' αυτή τη φάση, ο ίδιος του είπε: «Εν έτσι που κάνεις τη δουλεία σου;» Τότε, ο μάρτυρας, χωρίς καμιά προειδοποίηση ή απάντηση, το χτύπησε με γροθιά στο αριστερό μάτι και στη συνέχεια το μετέφεραν στον Αστυνομικό Σταθμό Πάφου όπου έδωσε κατάθεση. Ακολούθως μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο για εξέταση και μετά πίσω στο σταθμό. Είχε κάνει και παράπονο εναντίον του αστυνομικού και εξήγησε τι ακριβώς είχε γίνει, δηλαδή ότι του χτύπησε στο μάτι, χωρίς λόγο. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή και τους τρεις μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής καθώς και τον κατηγορούμενο, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει στο στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων η πραγματική μαρτυρία, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326,366: «.η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας». Για εκτενέστερη ανάλυση του όρου πραγματική ή εμπράγματη μαρτυρία, ιδιαίτερα χρήσιμη αναφορά γίνεται στην υπόθεση Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298. Για την αξία της ιατρικής μαρτυρίας παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439: «Η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 Α.Α.Δ. 1003, 1010, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51).» Τέλος, επειδή και οι τρεις μάρτυρες που κατάθεσαν για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής είναι αστυνομικοί, έχω κατά νου και την πάγια νομολογιακή αρχή σύμφωνα με την οποία, η μαρτυρία ομάδας μελών της Αστυνομίας, τα οποία εμπλέκονται σε επεισόδιο όπου ασκήθηκε κάποιας μορφής σωματική βία, θα πρέπει να προσεγγίζεται με την αναγκαία προσοχή, επιφυλακτικότητα ή ακόμη και με καχυποψία (βλ. τη Χαμπή ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 70). Αντιπαραβάλλοντας τις εκατέρωθεν εκδοχές, ασφαλώς, υπό το φως του συνόλου της προσαχθείσας μαρτυρίας, ομολογώ πως δεν έχω πειστεί για το αξιόπιστο της εκδοχής, είτε της μιας πλευράς είτε της άλλης, αναφορικά με τα κρίσιμα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο. Ενώ είμαι βέβαιος - εξάλλου, αυτό αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών - ότι υπήρξε κάποιο επεισόδιο στη λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ' στην Πάφο, το οποίο οδήγησε στη σύλληψη του κατηγορούμενου από τον αστυφύλακα Πολεμιδιώτη (Μ.Κ.2), εντούτοις, για λόγους που άπτονται της αξιοπιστίας και των δυο, αλλά, ακόμη και του αρχαστυφύλακα Λιασίδη (Μ.Κ.1) αδυνατώ να αποφανθώ με ασφάλεια για τα κρίσιμα και απολύτως αναγκαία γεγονότα, για τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου, σ' οποιαδήποτε κατηγορία. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία και των τριών, ως μαρτύρων, είναι αρνητική. Αναφορικά με τους δυο αστυνομικούς μάρτυρες, η αξιοπιστία τους πλήττεται καίρια, κυρίως, επειδή η μαρτυρία τους, σε μια από τις πλέον ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης καταρρίπτεται από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας, με ό,τι αυτό σημαίνει για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, ως θέμα αρχής (βλ. τις Γεωργίου, Γιωργαλλά και Δημητρίου, ανωτέρω), χωρίς να μου διαφεύγει και το πώς θα πρέπει να προσεγγιστεί η μαρτυρία τους, δεδομένου ότι είναι αστυνομικοί και αποδεδειγμένα - αλλά και καθ' ομολογία του ενός από αυτούς (του Μ.Κ.2) -, στον ουσιώδη ασκήθηκε κάποιας μορφής βία. Απ' εκεί και πέρα είναι και το γεγονός, ότι, αυτοί, για το ίδιο θέμα υπήρξαν αντιφατικοί μεταξύ τους, ενώ προέβαλαν και ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας. Για τους παραπάνω λόγους, η μαρτυρία τους, επί της ουσίας - με εξαίρεση τον ισχυρισμό του Μ.Κ.1 ότι στα κρατητήρια του σταθμού ζήτησε από τον κατηγορούμενο να του δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης και αυτός αρνήθηκε, ισχυρισμός ο οποίος, όχι απλώς παρέμεινε αναντίλεκτος, αλλά, ότι ο μάρτυρας επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο στα κρατητήρια για να του λάβει δείγμα αλκοόλης αποτελεί και θέση του κατηγορούμενου, η οποία υποβλήθηκε στο μάρτυρα από τη δικηγόρο του -, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Τα παραδείγματα που ακολουθούν, κατά τη γνώμη μου αιτιολογούν επαρκώς, όλες τις παραπάνω διαπιστώσεις μου. Ειδικότερα: Αρχίζοντας από το Μ.Κ.1, αντεξεταζόμενος, ερωτηθείς εάν, όταν μετέβηκε στα αστυνομικά κρατητήρια για να κάνει προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης στον κατηγορούμενο, παρατήρησε να έχει πάνω του οποιαδήποτε σημάδια κακοποίησης, οποιαδήποτε σημάδια βίας, απάντησε αρνητικά. Όταν του υποβλήθηκε πως είχε εμφανή σημάδια βίας, τραυματισμών, κυρίως στο κεφάλι και στο πρόσωπο που ήταν ορατά, ισχυρίστηκε πως δε θυμάται να είδε αυτό το πράγμα. Όταν λίγο αργότερα, του υποδείχθηκαν οι τρεις φωτογραφίες (τεκμήρια 5, 6 και 7) - που αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι λήφθηκαν στις 7/2/2013, δηλαδή την επομένη της επίδικης μέρας και απεικονίζουν τον κατηγορούμενο - στις οποίες, ο κατηγορούμενος εμφαίνεται με τελείως κλειστό και μελανιασμένο το αριστερό μάτι και ρωτήθηκε εάν αναγνωρίζει ότι απεικονίζουν τον κατηγορούμενο, απάντησε καταφατικά. Όταν περί το τέλος της αντεξέτασής του, του υποβλήθηκε πως, όταν επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο στα κρατητήρια για να του λάβει δείγμα αλκοόλης, αυτός έφερε έντονους τραυματισμούς στο κεφάλι και στο πρόσωπο, που ήταν ορατοί και μπορούσαν να είναι ορατοί από τον οποιονδήποτε, προφανώς, συνειδητοποιώντας πόσο εκτίθεται από το περιεχόμενο των τριών φωτογραφιών που του υποδείχθηκαν και ξεχνώντας ότι προηγουμένως ισχυρίστηκε απλώς πως δεν είδε οποιαδήποτε σημάδια κακοποίησης ή βίας πάνω στον κατηγορούμενο, απάντησε ως εξής: «Απάντησα προηγουμένως, δεν είδα, διότι καθόταν, απ' ό,τι θυμούμαι, σε ένα γραφείο, τραπέζι σκυφτός και του ζήτησα να κάνει alcotest και αρνήθηκε.» Ότι ο μάρτυρας, ισχυριζόμενος όλα τα παραπάνω και ιδιαίτερα πως δεν είδε τον κατηγορούμενο, όπως εμφαίνεται στις τρεις φωτογραφίες (τεκμήρια 5, 6 και 7, ανωτέρω), έλεγε ψέματα, επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του μόνου αξιόπιστου μάρτυρα που κατάθεσε για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής και συγκεκριμένα, του αστυφύλακα Πελεκάνου (Μ.Κ.3), ο οποίος, το μόνο πράγμα που έκανε για την υπόθεση, ήταν στις 7/2/2013 και μεταξύ των ωρών 11:15 -11:35 που κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο (βλ. το τεκμήριο 4, η γραπτή κατηγορία), ο οποίος, όταν στο στάδιο της αντεξέτασής του, του υποδείχθηκαν οι εν λόγω φωτογραφίες, αφού αναγνώρισε σ' αυτές τον κατηγορούμενο, όταν ακολούθως ρωτήθηκε εάν, όταν τον κατηγόρησε γραπτώς, ήταν στην κατάσταση, όπως φαίνεται στις φωτογραφίες, απάντησε καταφατικά. Και, με δεδομένο ότι, ο μάρτυρας, όταν στις 7/2/2013 κατηγορούσε γραπτώς τον κατηγορούμενο, τον είδε με μελανιασμένο και τελείως κλειστό το αριστερό μάτι, δεν μπορεί να μην τον είδε στην ίδια κατάσταση ο Μ.Κ.1, ο οποίος, την προηγουμένη, λίγη ώρα μετά τη σύλληψή του από το Μ.Κ.2, τον είχε δει στα αστυνομικά κρατητήρια. Τη στιγμή μάλιστα, που ακόμη και ο Μ.Κ.2, στη γραπτή κατάθεσή του αναφέρει πως, όταν συνέλαβε τον κατηγορούμενο είχε διάφορα χτυπήματα στο πρόσωπο και στα χέρια. Υπεισέρχομαι τώρα και στη μαρτυρία του Μ.Κ.2. Ειδικότερα: Αντεξεταζόμενος κι αυτός, όταν του υποδείχθηκαν οι φωτογραφίες (τεκμήρια 5, 6 και 7, ανωτέρω) και ρωτήθηκε εάν αναγνωρίζει ότι το πρόσωπο που απεικονίζουν είναι ο κατηγορούμενος, απάντησε αρνητικά. Φυσικά, ευθύς αμέσως δέχθηκε πως είναι ο κατηγορούμενος. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε εάν το χτύπημα που - όπως λέει στη γραπτή του κατάθεση (τεκμήριο 2) - είχε ο κατηγορούμενος στο πρόσωπο είναι αυτό που απεικονίζεται στη φωτογραφία (τεκμήριο 5 - τεκμήριο Α προς αναγνώριση, τότε -) ισχυρίστηκε πως ήταν στο δεξί μάτι αυτό που είχε δει. Όπως είπε στη συνέχεια, εκείνο τον καιρό, το χτύπημα ήταν στο δεξί του μάτι. Το πόσο εκτίθεται από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας και μάλιστα διπλά είναι ολοφάνερο. Ενώ ο ίδιος τότε είχε δει χτυπημένο το δεξί μάτι του κατηγορούμενου, κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο των τριών φωτογραφιών, οι οποίες απεικονίζουν τον κατηγορούμενο με τελείως κλειστό και μελανιασμένο το αριστερό του μάτι, το οποίο, ωστόσο, ο ίδιος δεν είδε. Και τούτο, ακόμη και την ώρα που έβλεπε τη φωτογραφία η οποία απεικονίζει τον κατηγορούμενο, όπως το θυμόταν, δηλαδή, με μαυρισμένο και κόκκινο μάτι, πλην όμως, ενώ πρόκειται για το αριστερό του μάτι, ο ίδιος επέμενε αναληθώς ότι πρόκειται για το δεξί. Ισχυρίστηκε ακόμη - αντεξεταζόμενος - ο μάρτυρας, ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε κατάσταση μέθης και ήταν ξαπλωμένος στη μαξιλάρα του αυτοκινήτου του στη θέση του οδηγού, έκοψε την κύρια λεωφόρο, υπήρχε αρκετή κυκλοφοριακή συμφόρηση γιατί το αυτοκίνητό του ήταν στη μέση της λεωφόρου και αρκετός κόσμος άρχισε να αντιδρά, οπότε πήγε κοντά του, του μιλούσε, δεν ανταποκρινόταν, του ζήτησε τα στοιχεία του και δεν του απάντησε, τον παρακαλούσε και δε συμμορφωνόταν να μετακινήσει το αυτοκίνητό του ώστε να ανοίξει ο δρόμος. Ξεχνώντας βέβαια, ότι στη γραπτή του κατάθεση στην Αστυνομία, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ισχυρίζεται πως όταν ζήτησε από τον κατηγορούμενο να μετακινήσει το αυτοκίνητό του, αυτός του είπε: «όχι», ενώ, όταν ακολούθως, του ζήτησε να του δώσει άδεια οδηγού ή ταυτότητα, αυτός του είπε πως δεν του δίνει τίποτε. Το μέγεθος της αντίφασης στην οποία υπέπεσε είναι ολοφάνερο. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Δεδομένης της θέση του, ότι ο κατηγορούμενος, με την οδική του συμπεριφορά δημιούργησε κυκλοφοριακή συμφόρηση καθώς και λαμβάνοντας υπόψη τον ισχυρισμό του, ότι κατά την άφιξή του στο μέρος υπήρχαν οδηγοί των άλλων αυτοκινήτων που περίμεναν στη γραμμή και του ζήτησαν τη βοήθειά του ώστε να μετακινήσει το αυτοκίνητό του για να μπορούν να περάσουν, καθώς και ότι μετέβη μόνος του στο μέρος, το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: πόσο λογικό είναι - για να το πιστέψω - ότι, υπό τις «δοσμένες» συνθήκες, ο ίδιος, αντί να μεριμνήσει να αποκατασταθεί η κυκλοφορία στο δρόμο, περιορίστηκε απλώς να συλλάβει τον κατηγορούμενο για τους λόγους που ανάφερε; Και αφού αυτός ήταν σε κατάσταση μέθης, πόσο υπεύθυνο ήταν εκ μέρους του, να του ζητά να μετακινήσει ο ίδιος το αυτοκίνητό του; Το πόσο παράλογοι και στερούμενοι πειστικότητας είναι όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί του είναι ολοφάνερο. Εκτός κι αν θέλει να θεωρήσω γεγονός, αυτό που ισχυρίστηκε συνειδητοποιώντας πόσο εκτίθεται προβάλλοντας όλους αυτούς τους ισχυρισμούς, οπότε, με μια υπόθεση που έκανε επιχείρησε να αναδιπλωθεί. Συγκεκριμένα, όταν ρωτήθηκε από τη δικηγόρο του κατηγορούμενου, τι έγινε το αυτοκίνητό του, απαντώντας, ισχυρίστηκε πως δε γνωρίζει και ότι πιθανόν να μετακινήθηκε από τον κόσμο που ήταν εκεί. Όπως είπε δε θυμάται να το είχε μετακινήσει ο ίδιος. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας του ως μάρτυρα. Η μαρτυρία του Μ.Κ.3 γίνεται συνολικά αποδεκτή, αφού εκτός από αξιόπιστη παρέμεινε και αναντίλεκτη. Η ουσία της έγκειται στον ισχυρισμό του - κατά την αντεξέτασή του -, ότι στις 7/2/2013 που κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο νομίζει πως ήταν στην κατάσταση, όπως φαίνεται στη φωτογραφία (τεκμήριο 5). Δηλαδή - για να επαναλάβω -, με τελείως κλειστό και μελανιασμένο το αριστερό του μάτι. Ούτε και ο κατηγορούμενος μου έδωσε την εντύπωση απολύτως ειλικρινή μάρτυρα που έλεγε την αλήθεια, καθ' ον χρόνο έδινε μαρτυρία. Καταρχήν και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, ομολογώ, δυσκολεύομαι να πιστέψω, ότι ο Μ.Κ.2, εντελώς αναίτια του επιτέθηκε και τον τραυμάτισε, χωρίς ο ίδιος να κάνει οτιδήποτε το μεμπτό που συνέβαλε ώστε να του επιτεθεί ο μάρτυρας. Ακολούθως, είναι και το γεγονός, ότι, για ένα κεφαλαιώδους σημασίας για την υπεράσπισή του θέμα, εντελώς αβίαστα υπέπεσε σε σοβαρή αντίφαση. Ειδικότερα: Στο στάδιο της κυρίως εξέτασης ισχυρίστηκε πως, όταν από το νοσοκομείο μεταφέρθηκε στο σταθμό έκανε παράπονο εναντίον του αστυνομικού και εξήγησε τι ακριβώς είχε γίνει, δηλαδή, ότι του χτύπησε στο μάτι, χωρίς λόγο. Όταν αργότερα, του ζητήθηκε από τη δικηγόρο του να πει με μεγαλύτερη λεπτομέρεια τι έγινε όταν το μετέφεραν στον Αστυνομικό Σταθμό Πάφου, απαντώντας ισχυρίστηκε ότι μετά που έδωσε κατάθεση, ο Μ.Κ.2 συνέχιζε να προκαλεί και σε κάποια στιγμή προσπάθησε να το χτυπήσει ξανά μέσα στα κελιά και ότι τρεις με τέσσερις συνάδελφοί του μπήκαν στη μέση και τον ανέκοψαν. Ερωτηθείς αργότερα, εάν, λέγοντας ότι έδωσε κατάθεση εννοεί τη γραπτή κατηγορία (τεκμήριο 4) ή έδωσε άλλη κατάθεση, απαντώντας ισχυρίστηκε ότι εννοεί τη γραπτή κατηγορία. Στην οποία, προσθέτω με τη σειρά μου, του απαγγέλθηκαν οκτώ κατηγορίες και όταν ο Μ.Κ.3, το ρώτησε εάν επιθυμεί να πει οτιδήποτε και τον πληροφόρησε πως δεν είναι υπόχρεος να πει εκτός εάν ήθελε, ως επίσης και πως, ό,τι έλεγε θα γραφόταν και πιθανόν να διδόταν ως μαρτυρία στο Δικαστήριο, περιορίστηκε απλώς να δηλώσει πως δεν παραδέχεται. Κατά τα άλλα, στο σταθμό έκανε παράπονο εναντίον του αστυνομικού, δηλαδή του Μ.Κ.2 και εξήγησε τι ακριβώς είχε γίνει, δηλαδή ότι του χτύπησε στο μάτι, χωρίς λόγο. Το μέγεθος της αντίφασης στην οποία υπέπεσε και πόσο σοβαρά εκτίθεται από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας, δοθέντος ότι η γραπτή κατηγορία που του προσάφθηκε αποτελεί και πραγματική μαρτυρία, είναι ολοφάνερο. Ούτε και μου διαφεύγει ότι, ουδέποτε υποβλήθηκε στο Μ.Κ.2, ότι επιχείρησε να το χτυπήσει και στα αστυνομικά κρατητήρια. Η επιμονή του - στο στάδιο της ανεξέταστης - ότι έκανε παράπονο εναντίον του Μ.Κ.2, τον εκθέτει ακόμη περισσότερο, ως αναξιόπιστο μάρτυρα. Ξεχνώντας ή αδιαφορώντας ότι στο στάδιο της κυρίως εξέτασης ισχυρίστηκε πως, όταν λέει ότι έδωσε κατάθεση εννοούσε τη γραπτή κατηγορία, η οποία, εν πάση περιπτώσει δεν αποτελεί κατάθεση, αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε ότι μετά που απολύθηκε έκανε παράπονο και μάλιστα σε κάποιο υπεύθυνο αξιωματικό και πως, ό,τι είπε στο Δικαστήριο, το είπε και στον αξιωματικό που του πήρε κατάθεση. Παρόλα αυτά, ενώ δε θυμόταν το όνομα του αξιωματικού που του πήρε την κατάθεση, όταν του ζητήθηκε από την κυρία Περγαντή να την παρουσιάσει στο Δικαστήριο, ισχυρίστηκε πως δεν την έχει ο ίδιος, αλλά η Αστυνομία. Και ενώ του είπαν ότι θα τον ενημερώσουν για την εξέλιξη της καταγγελίας του και ο ίδιος ενδιαφέρθηκε τόσο προσωπικά όσο και μέσω του δικηγόρου του να μάθει που βρίσκεται το παράπονό του, όπως είπε, μέχρι σήμερα δεν ξέρουν που βρίσκεται η υπόθεση. Προφανώς και δεν ξέρουν που βρίσκεται η υπόθεση, επειδή απλούστατα, πιθανότατα δεν υπάρχει τέτοια υπόθεση. Αν υπήρχε τέτοια υπόθεση, δεδομένου ότι, τόσο σ' αυτή όσο και στην παρούσα εκπροσωπείται από δικηγόρο, το πιο εύκολο πράγμα που θα μπορούσαν να κάνουν ήταν να θέσουν ενώπιόν μου την κατ' ισχυρισμό του κατάθεση/παράπονο/καταγγελία του Μ.Κ.2., κάτι που δεν έγινε ποτέ. Ούτε και στην περίπτωσή του θεωρώ πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να τεκμηριώσω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ κι αυτόν αναξιόπιστο ως μάρτυρα. Κατ' ακολουθία των παραπάνω διαπιστώσεών μου, το μόνο γεγονός για το οποίο μπορώ με ασφάλεια να πω ότι έλαβε χώρα στον ουσιώδη χρόνο - εκτός από τη σύλληψη του κατηγορούμενου από το Μ.Κ.2 - είναι το εξής: καθ' ον χρόνο ο κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση στα κρατητήρια του Κεντρικού Αστυνομικού Πάφου, του ζητήθηκε από το Μ.Κ.1 να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης και αρνήθηκε να δώσει. Με αυτό δεδομένο, προχωρώ τώρα να εξετάσω κατά πόσο στοιχειοθετείται η σχετική - 8η κατηγορία, με τις λεπτομέρειες της οποίας, καταλογίζεται στον κατηγορούμενο, ότι στις 6 Φεβρουαρίου του 2013, στη λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ στην Πάφο, οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΤΑ 845 και αρνήθηκε να δώσει δείγμα εκπνοής όταν του ζητήθηκε για προκαταρτικό έλεγχο της ποσότητας αλκοόλης που είχε στο αίμα του. Το άρθρο 6
(1)
(5)του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86 που δημιουργεί το αδίκημα της άρνησης παροχής δείγματος εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση το οποίο καταλογίζεται στον κατηγορούμενο προνοεί ότι: «
(1)Εις περίπτωσιν καθ' ην αστυνομικός έχει εύλογον υποψίαν ότι- (α) πρόσωπον το οποίον οδηγεί ή πειράται να οδηγήση οιονδήποτε όχημα επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου έχει εις το σώμα αυτού οιανδήποτε ποσότητα αλκοόλης ή έχει διαπράξει τροχαίον αδίκημα καθ' ον χρόνον το όχημα ευρίσκεται εν κινήσει ή (β) πρόσωπον ωδήγει ή επειράτο να οδηγήση οιονδήποτε όχημα επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου καθ' ον χρόνον είχεν εις το σώμα αυτού οιανδήποτε ποσότητα αλκοόλης και ότι το τοιούτο πρόσωπον εξακολουθεί να έχη εις το σώμα αυτού αλκοόλην ή (γ) πρόσωπον το οποίον ωδήγει ή επειράτο να οδηγήση οιονδήποτε όχημα επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου είχε διαπράξει τροχαίον αδίκημα καθ' ον χρόνον το όχημα ευρίσκετο εν κινήσει δύναται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 9, να ζητήση παρά του προσώπου αυτού όπως παράσχη δείγμα εκπνοής διά προκαταρκτικήν εξέτασιν.
(2)...
(3)...
(4)...»
(5)Πας όστις, άνευ ευλόγου αιτίας, αρνείται ή αποφεύγει όπως μεταβή εις τον δυνάμει του εδαφίου
(4)καθοριζόμενον αστυνομικόν σταθμόν ή αρνείται ή αποφεύγει καθ' οιονδήποτε τρόπον να παράσχη δείγμα εκπνοής, όταν τούτο ζητηθή παρ' αυτού δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, είναι ένοχος αδικήματος.» Παρατηρώ τα εξής: Και αυτή η κατηγορία - όπως και όλες οι άλλες κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος - είναι έκθετη σε απόρριψη. Ακολουθεί το σκεπτικό: Δεδομένης της κρίσης μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία, τόσο του Μ.Κ.1 όσο και του Μ.Κ.2, ενώ δέχομαι ότι ο πρώτος είχε ζητήσει από τον κατηγορούμενο να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης, εντούτοις δεν μπορώ να δεχθώ την ύπαρξη του πραγματικού που και οι δυο μάρτυρες επικαλούνται για σκοπούς στοιχειοθέτησης του εύλογου της υποψίας που παρείχε στο Μ.Κ.1 το δικαίωμα να ζητήσει από τον κατηγορούμενο να του δώσει το δείγμα εκπνοής για τη διενέργεια προκαταρκτικού ελέγχου αλκοόλης. Αναφέρομαι στον ισχυρισμό και των δυο μαρτύρων ότι ο κατηγορούμενος μύριζε έντονα αλκοόλ, καθώς και ότι - όπως είπε ο Μ.Κ.2 - είχε κόκκινα μάτια. Στην απουσία απόδειξης αυτού του στοιχείου (της εύλογης υποψίας που θα πρέπει να έχει ο αστυνομικός ότι ισχύει οτιδήποτε αναφέρεται στο εδάφιο 1 του άρθρου 6 - ανωτέρω -) που δίδει δικαίωμα σε αστυνομικό να ζητήσει από κάποιο πρόσωπο να παράσχει δείγμα εκπνοής για διενέργεια προκαταρκτικού ελέγχου αλκοόλης, που αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος, η σχετική κατηγορία είναι έκθετη σε απόρριψη. Φυσικά, αυτό θα συμβεί και για τον επιπλέον λόγο, πως δεν έχει αποδειχθεί ότι στον ουσιώδη χρόνο ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΕΤΑ 845 στη λεωφόρο Μακαρίου Γ' στην Πάφο, όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της ίδια κατηγορίας. Ούτε και μπορώ να δεχθώ ότι ο Μ.Κ.2, όπως αναφέρει ο Μ.Κ.1 στη γραπτή του κατάθεση (τεκμήριο 1), του ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητό του με τον πιο πάνω αριθμό, τη στιγμή που ο Μ.Κ.2, στη δική του γραπτή κατάθεση (τεκμήριο 2) ισχυρίζεται πως, όταν μετέβη στο μέρος που έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό βρήκε το όχημα του κατηγορούμενου σταματημένο στη μέση της λεωφόρου, εμποδίζοντας την κυκλοφορία. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους (νομικούς και πραγματικούς), ότι η κατηγορούσα αρχή απότυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου, σ' οποιαδήποτε κατηγορία. Ακολουθεί ότι, ο κατηγορούμενος αθωώνεται σ' όλες τις κατηγορίες. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Εσκεμμένη παρεμπόδιση οργάνου τηρήσεως της τάξεως κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντός του, κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα, μέθη, κατά παράβαση του άρθρου 94 του Ποινικού Κώδικα, ανησυχία, κατά παράβαση του άρθρου 95 του Ποινικού Κώδικα, δημόσια εξύβριση, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, επίθεση κατά αστυνομικού οργάνου τηρήσεως της τάξεως κατά την δέουσα εκτέλεση του καθήκοντός του, κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα, αντίσταση κατά της νομίμου κρατήσεως, κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Ποινικού Κώδικα, παρακώλυση κυκλοφορίας, κατά παράβαση των Καν. 2, 58
(1)(ζ) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2 και 5 του Ν.86/72, και τέλος, άρνηση παροχής δείγματος εκπνοής για προκαταρτική εξέταση, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(1)
(5)και 11 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86.) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο