Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Dilisena Kumari Munasinghe, Αρ. Υπόθεσης: 5574/17, 20/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B40 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5574/17 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου εναντίον Dilisena Kumari Munasinghe Κατηγορουμένης ------------- Ημερομηνία: 20 Σεπτεμβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Συμεού Κατηγορούμενη - παρούσα Για σκοπούς μετάφρασης από τα Ελληνικά στα Αγγλικά και αντίστροφα ορκίζεται η κα Ειρήνη Ζιπιττή Για σκοπούς μετάφρασης από τα Αγγλικά στα Σρλινανκέζικα και αντίστροφα ορκίζεται η κα Άννη Καγκαλή ------------- Π Ο Ι Ν Η Η κατηγορούμενη μετά από δική της παραδοχή έχει κριθεί ένοχη στα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει, δηλαδή στο αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298
(1)του Ποινικού Κώδικα. Τα γεγονότα, όπως αυτά εύστοχα εκτέθηκαν από τον ευπαίδευτο εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και όπως προκύπτουν από τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, δεν έτυχαν αμφισβήτησης από μέρους της κατηγορούμενης, τα έχω κατά νου και δεν προτίθεμαι να τα παραθέσω αφού είναι καταγραμμένα στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Περιορίζομαι απλώς να αναφέρω ότι σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή, η κατηγορούμενη είναι λευκού ποινικού μητρώου και η παραπονούμενη συναινεί όπως εκδοθεί διάταγμα αποζημίωσης της για το ποσό των €6.
- Η κατηγορούμενη κατά το μετριασμό της ποινής απολογήθηκε στο Δικαστήριο και εξέφρασε τη συγκατάθεση της όπως εκδοθεί διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται να αποζημιώσει την παραπονούμενη καταβάλλοντας το συνολικό ποσό των €6.000 με μηνιαίες δόσεις ύψους €500 έκαστη δόση. Περαιτέρω, αναφερόμενη στις προσωπικές της περιστάσεις δήλωσε ότι είναι ηλικίας 48 ετών, κατάγεται από τη Σριλάνκα, είναι νυμφευμένη και μητέρα δύο παιδιών ηλικίας 21 και 19 ετών αντίστοιχα. Ο σύζυγος της δεν βρίσκεται μαζί της στη Δημοκρατία αλλά στη Σριλάνκα, ενώ ο γιος της ηλικίας 19 ετών εκτίει ποινή φυλάκισης σε σχέση με αδικήματα που σχετίζονται με ναρκωτικά. Στην Κύπρο βρίσκεται τα τελευταία έξι χρόνια και επί του παρόντος εργάζεται ως οικιακή βοηθός λαμβάνοντας μηνιαίως εισόδημα ύψους €
- Περαιτέρω δήλωσε ότι είναι διαβητική. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι τα αδικήματα στα οποία κρίθηκε ένοχη η κατηγορούμενη είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Το άρθρο 298 του Ποινικού Κώδικα κατατάσσει το αδίκημα της απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις στην κατηγορία των κακουργημάτων και σε περίπτωση καταδίκης επισύρει ποινή φυλάκισης 5 ετών. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως αυτή προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά έναν από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της. Η σοβαρότητα τέτοιου είδους αδικημάτων επισημαίνεται και μέσα από τη νομολογία η οποία τονίζει την ανάγκη για αποτροπή. Στην Ανδρέας Αντωνίου Ιωάννου Άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 286 στην οποία ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε μεταξύ άλλων και κατηγορία για απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα ακόλουθα στη σελ.292: «Αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της απάτης είναι σοβαρά διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Έχει δε τονισθεί από το Δικαστήριο τούτο σε σειρά αποφάσεων ότι οι ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι αποτρεπτικού χαρακτήρα, όταν δε ένα δικαστήριο αντιμετωπίζει την επιβολή ποινής σε περιπτώσεις που από τη φύση τους απαιτούν αποτροπή, τότε η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να έχει τέτοια επίδραση εις την ποινή που θα επιβληθεί ώστε να υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής.» Στην πιο πάνω υπόθεση επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, ο οποίος είχε βεβαρημένο ποινικό μητρώο, για το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις ποινή φυλάκισης ενός χρόνου μαζί με άλλες μεγαλύτερες ποινές για τα αδικήματα της πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Παραπέμπω επίσης, στην Νίκος Ευαγγέλου Αργυρού Χριστούδκιας v. Της Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ 52 όπου επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι μηνών για το ίδιο αδίκημα αφού λήφθηκαν υπόψη και άλλες οκτώ υποθέσεις καθώς επίσης ενεργοποιήθηκε και προηγούμενη ποινή φυλάκισης έξι μηνών η οποία θα ήταν διαδοχική. Η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο, καθώς το Δικαστήριο θα πρέπει να εξισορροπήσει το γενικό συμφέρον της δικαιοσύνης από την μία και να εξατομικεύσει την ποινή στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη, καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, έτσι ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη ( Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ 224). Έχει ασφαλώς κατ' επανάληψη νομολογηθεί ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην εξουδετέρωση των στοιχείων εκείνων που σχετίζονται με τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη για προστασία της κοινωνίας (Μιχάλης Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ 557). Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ( Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ 285). Η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Προς όφελος της κατηγορούμενης για σκοπούς μετριασμού της ποινής λαμβάνω υπόψη μου τους ακόλουθους παράγοντες: α. Την άμεση παραδοχή της τόσο ενώπιον των ανακριτικών αρχών όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου. β. Το λευκό ποινικό μητρώο της κατηγορούμενης γ. Την απολογία και την μεταμέλεια της όπως αυτή εκφράστηκε σήμερα ενώπιον μου και η οποία σημειώνω ότι έχει λάβει και έμπρακτη μορφή, εφόσον η κατηγορούμενη συναινεί στην έκδοση διατάγματος για αποζημίωση της παραπονούμενης. δ. Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές της περιστάσεις. Παρά το γεγονός ότι δεν έχει τεθεί σχετική κοινωνικοοικονομική έκθεση ενώπιον μου, εντούτοις η κατηγορούμενη μετά και από ερωτήσεις που τέθηκαν από το Δικαστήριο έχει εκθέσει με λεπτομέρεια τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες τόσο της ίδιας όσο και της οικογένειας της. Τα ελαφρυντικά της κατηγορούμενης όπως αυτά έχουν εκτεθεί αμέσως πιο πάνω δεν είναι κατά την άποψη μου τέτοιας έκτασης και φύσης ώστε να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής ενόψει της σοβαρότητας της αδικημάτων. Σημειώνω ότι με βάση τα γεγονότα που έχουν εκτεθεί, η κατηγορούμενη εκμεταλλεύτηκε ουσιαστικά την εμπιστοσύνη που έδειξε στο πρόσωπο της η παραπονούμενη με αποτέλεσμα να αποσπάσει από αυτή το συνολικό ποσό των €6.025. Θεωρώ επομένως ότι η ανάγκη για αποτροπή καθώς και οι ευρύτερες συνέπειες που προκύπτουν στην κοινωνία από τη διάπραξη τέτοιου είδους αδικημάτων υπερισχύουν των όποιων προσωπικών περιστάσεων της κατηγορούμενης. Συνεπώς τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν εκτεθεί θα ληφθούν υπόψη όσον αφορά το ύψος της ποινής που θα επιβληθεί όχι όμως και το είδος της. Υπό τις περιστάσεις έχοντας υπόψη μου τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα κρίνω ότι η αρμόζουσα ποινή είναι η επιβολή ποινής φυλάκισης. Ενόψει όλων των πιο πάνω και συνεκτιμώντας όλα όσα έχουν εκτεθεί ενώπιον μου επιβάλλω στην κατηγορούμενη στην κατηγορία υπ' αριθμό 1, ποινή φυλάκισης 5 μηνών. Στις κατηγορίες 2 και 3 δεν θα επιβάλλω οποιαδήποτε ποινή αφού όπως προκύπτει από τα γεγονότα που έχουν εκτεθεί ενώπιον μου, οι περιστάσεις οι οποίες στοιχειοθετούν τις λεπτομέρειες των αδικημάτων των κατηγοριών 2 και 3 είναι κοινές μ' αυτές τις 1ης κατηγορίας. Σημειώνω ότι στο ίδιο πλαίσιο των ψευδών παραστάσεων που αναφέρονται στην κατηγορία υπ' αριθμό 1 και οι οποίες περιλαμβάνονται ουσιαστικά και στις λεπτομέρειες των αδικημάτων των υπόλοιπων κατηγοριών, η κατηγορούμενη απέσπασε το ποσό των €6.025 το οποίο όμως καταβλήθηκε σε τρεις διαδοχικές περιπτώσεις. Έχοντας αποφασίσει την επιβολή ποινής φυλάκισης θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω το ενδεχόμενο αναστολής εκτέλεσης της εν λόγω ποινής, παρά το γεγονός ότι κάτι τέτοιο δεν εγέρθηκε από την κατηγορούμενη. Θεωρώ ορθό όπως το Δικαστήριο εξετάσει το εν λόγω ζήτημα ενόψει και της μη εκπροσώπησης της κατηγορούμενης από συνήγορο. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ 373) Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου N95/72, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Είναι φανερό από το λεκτικό του άρθρου 3
(2)ότι ο νομοθέτης διεύρυνε τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στο θέμα της αναστολής της ποινής φυλάκισης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ 161). Στην υπόθεση Τζιαουχάρη (πιο πάνω) επαναλήφθηκε εκ νέου η αρχή ότι ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή της ποινής φυλάκισης. Τα περιστατικά της υπόθεσης και οι προσωπικές περιστάσεις της κατηγορούμενης έχουν ήδη εκτεθεί και δεν προτίθεμαι να τα επαναλάβω. Στα πλαίσια ωστόσο της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης προσμετρώ ιδιαίτερα το λευκό ποινικό μητρώο της κατηγορούμενης και την έμπρακτη μεταμέλεια της, όπως αυτή έχει εκφραστεί μέσω της έκδοσης του διατάγματος αποζημίωσης. Ισοζυγίζοντας το σύνολο των πιο πάνω αναφερομένων περιστάσεων, χωρίς να παραγνωρίζω τη σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, κρίνω ότι δικαιολογείται η παραχώρηση μιας δεύτερης ευκαιρίας στην κατηγορούμενη. Κατά συνέπεια θα ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια και θα αναστείλω την ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στην κατηγορούμενη για περίοδο 3 ετών από σήμερα. Εναντίον της κατηγορούμενης εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης της παραπονούμενης για το ποσό των €6.000, το οποίο θα καταβληθεί σε 12 μηνιαίες δόσεις των €500 με την πρώτη δόση να είναι πληρωτέα στις 2.10.2017 και ακολούθως την πρώτη ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι εξοφλήσεως. (Εξηγείται στην κατηγορούμενη η έννοια της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης). Τα τεκμήρια να επιστραφούν στο νόμιμο δικαιούχο τους. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Χ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο