← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΣΑΜΟΥΗΛ ΠΟΖΙΔΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 1217/17, 14/9/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΣΑΜΟΥΗΛ ΠΟΖΙΔΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 1217/17, 14/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B37 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1217/17 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΣΑΜΟΥΗΛ ΠΟΖΙΔΗΣ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 14.09.17 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού (η κα Σ. Παπαλαζάρου για ν' ακούσει ποινή) Για Κατηγορούμενο: κος Κ. Σιαηλής (ο ίδιος για ν' ακούσει ποινή) Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στις κατηγορίες συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος κλοπής κατά παράβαση του άρθρου 371 του Κεφ.154 (κατηγορία 1), κλοπής κατά παράβαση του άρθρου 255 και 262 του Κεφ.154 (κατηγορία 2), παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία κατά παράβαση του άρθρου 122(β) του Κεφ.154 (κατηγορία 3), βίας στην οικογένεια όπου μέσα από επίθεση στην πρώην συμβία του της προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του Ν.119(Ι)/2000 και άρθρου 243 του Κεφ.154 (κατηγορία 4), είσοδο σε ξένη περιουσία με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος κατά παράβαση του άρθρου 280 του Κεφ.154 (κατηγορία 5), κακόβουλης ζημιάς κατά παράβαση του άρθρου 324

(1)του Κεφ.154 (κατηγορία 6), σε τρεις κατηγορίες αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Ν.86/72 (κατηγορίες 7, 9 και 12), σε τρεις κατηγορίες χρήσης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρους κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ν.96(Ι)/2000 (κατηγορίες 8, 10 και 13), οδήγησης μη εγγεγραμμένου μηχανοκινήτου οχήματος και μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ν.86/72 και των συναφών κανονισμών των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 (κατηγορίες 11 και 14). Οι λεπτομέρειες των αδικημάτων εκτίθενται αναλυτικά μέσα από το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθούν καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, είναι τα ακόλουθα: Στις 25.10.15 καταγγέλθηκε στην αστυνομία από τον Φίλιππο Φιλίππου (παραπονούμενος), ιδιοκτήτη της Υπεραγοράς «Φίλιππος» στον Κόλπο Κοραλλίων στην Πέγεια, ότι την ίδια ημέρα και περί ώρα 09:00 η υπάλληλος του Μαρία Κάπονα (Μ-1) η οποία εργάζεται στο ταμείο του περιπτέρου που βρίσκεται εντός της πιο πάνω υπεραγοράς, είδε ένα άνδρα με καφέ σακάκι να παίρνει περίπου 10 κούτες τσιγάρα από σταντ το οποίο βρίσκεται μπροστά από το ταμείο, να τα τοποθετεί σε τρόλεϊ της υπεραγοράς και ακολούθως να φεύγει προς τον υπόλοιπο χώρο της υπεραγοράς. Αμέσως η Κάπονα του φώναξε ότι τα τσιγάρα πληρώνονται σε εκείνο το ταμείο και αυτός επέστρεψε πίσω τοποθέτησε τα τσιγάρα πίσω στο σταντ και ανάφερε «θα πάω να τελειώσω τα ψώνια μου και θα έρθω να τα πάρω». Στη συνέχεια η Κάπονα πρόσεξε και ένα άλλο πελάτη στην περιοχή που βρίσκεται το περίπτερο ο οποίος κρατούσε ένα μικρό κοριτσάκι το οποίο έκλαιγε συνεχώς. Ο άνδρας αυτός πήρε το κοριτσάκι στο ταμείο και ζήτησε από την Κάπονα να μιλήσει του μωρού για να σταματήσει να κλαίει πράγμα το οποίο έκανε. Αργότερα η Κάπονα είδε τον άντρα με το μωρό να βγαίνει εκτός της υπεραγοράς και να επιστρέφει με μια τσάντα την οποία τοποθέτησε μέσα σε ένα τρόλεϊ. Στο μεταξύ ο άνδρας με το καφέ σακάκι επέστρεψε πίσω και ρώτησε την Κάπονα για τις τιμές των αρωμάτων. Την ίδια στιγμή η Κάπονα πρόσεξε τον άλλο άντρα με το μωρό να βάζει τσιγάρα στην τσάντα που κρατούσε. Αμέσως η υπάλληλος της υπεραγοράς ενημέρωσε τους υπεύθυνους της και συγκεκριμένα τον Σάββα Λάμπρου (Μ-2) ότι ο άνδρας που κρατά το μωρό και την τσάντα έβαλε μέσα σε αυτή τσιγάρα και πιθανόν να προσπαθήσει να φύγει χωρίς να πληρώσει. Επίσης τον ενημέρωσε ότι ο άνδρας με το καφέ σακάκι είναι μαζί του. Τότε ο Λάμπρου έμεινε στον χώρο που βρίσκονται τα ταμεία και παρακολουθούσε. Οι δύο άνδρες απομακρύνθηκαν από τον χώρο του περιπτέρου εντός της υπεραγοράς. Ακολούθως ο Λάμπρου είδε τον άντρα που κρατούσε το μωρό να βγαίνει από την υπεραγορά χωρίς να κρατά την τσάντα. Μετά από πάροδο 3-4 λεπτών περίπου ο Λάμπρου είδε τον άνδρα με το καφέ σακάκι να εξέρχεται της υπεραγοράς από την είσοδο κρατώντας στην κατοχή του την τσάντα. Τότε ο Λάμπρου βγήκε έξω τον σταμάτησε και του ζήτησε να ελέγξει την τσάντα του αλλά αυτός του είπε «άφησμε να φύω». Επειδή ο Λάμπρου επέμεινε συνόδευσε τον άνδρα που σταμάτησε σε γραφείο της υπεραγοράς όπου κατόπιν ελέγχου της τσάντας που κατείχε διαπιστώθηκε ότι σ' αυτήν υπήρχαν 5 κούτες τσιγάρα (2 ROTHMANS, 2 LUCKY STRIKE ΚΑΙ 1 PALL MALL. Ο άνδρας με το καφέ σακάκι τότε ανάφερε «Εγώ δεν ξέρω τίποτε εν ο άλλος άντρας που κρατούσε το μωρό». Ευθύς υπήρξε επικοινωνία και με τον άλλο άνδρα, ο οποίος μετέβηκε και αυτός στο γραφείο της υπεραγοράς. Ειδοποιήθηκε η αστυνομία, μέλη της οποίας μετέβηκαν στο χώρο. Εκεί ο παραπονούμενος υπέδειξε στους αστυφύλακες 4972 Κ. Κωνσταντίνου και 3135 Σ. Αγαθοκλέους τους δύο άνδρες ως τα πρόσωπα που του έκλεψαν τα τσιγάρα. Παράλληλα παρέδωσε στους αστυνομικούς την τσάντα με τις κούτες τσιγάρων και υποδεικνύοντας τον άνδρα με το καφέ σακάκι είπε ότι στην κατοχή αυτού εντοπίστηκε η τσάντα με τα τσιγάρα. Η τσάντα με τα τσιγάρα παραλήφθηκαν από την αστυνομία ως τεκμήρια. Μέσα από αστυνομικές εξετάσεις που διεξήχθησαν, διαπιστώθηκε ότι ο άνδρας με το καφέ σακάκι ήταν ο κατηγορούμενος. Τόσο ο κατηγορούμενος όσο και το άλλο άτομο μετέβησαν στον Αστυνομικό Σταθμό Πέγειας. Εκεί την ίδια ημέρα και ώρα 12:26 ο αστυφύλακας 4972 συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο αυτός απάντησε «ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Στη συνέχεια συνελήφθηκε και το άλλο άτομο επίσης δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Σε ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο, ο τελευταίος αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμιξη στην υπόθεση αυτή. Περαιτέρω προγενέστερα των πιο πάνω κι συγκεκριμένα στις 30.05.14 καταγγέλθηκε στην αστυνομία από τον Γεώργιο Μακαρίου (παραπονούμενο) ότι την ίδια ημέρα και ώρα 1015 δέχθηκε κλήση στο προσωπικό κινητό του τηλέφωνο με αριθμό κλήσης 99314029 από άγνωστο του τηλέφωνο με αριθμό κλήσης 99948400 όπου μια άγνωστη του αντρική φωνή του ζήτησε, μεταξύ άλλων, να αλλάξει το περιεχόμενο προηγούμενης κατάθεσης του που έδωσε στην σστυνομία στις 29.05.14 και αφορούσε υπόθεση ληστείας στην οποία παραπονούμενος ήταν ο ίδιος και ύποπτος ένα άλλο πρόσωπο. Αμέσως μετά την καταγγελία ο αστυφύλακας 2140 Β. Αιμιλίου έκανε κλήση στον πιο πάνω αριθμό κλήσης 99-948400 και ανταποκρίθηκε ο κατηγορούμενος. Τότε του ζητήθηκε να προσέλθει στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου, πράγμα το οποίο και έπραξε στις 02.06.
  1. Ακολούθως την ίδια ημέρα στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου ο αστυφύλακας 2140 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο μέσα από την οποία αυτός αποκάλυψε πως είναι ο κάτοχος του τηλεφώνου με τον πιο πάνω αριθμό κλήσης. Επίσης αποκάλυψε πως είναι φίλος του υπόπτου στην προαναφερόμενη υπόθεση ληστείας και ότι τηλεφώνησε στον παραπονούμενο στις 30.05.
  2. Αργότερα της ίδιας ημέρας στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου ο κατηγορούμενος παρέδωσε στον αστυφύλακα 2140 μια κάρτα so easy (sim card) του κινητού του τηλεφώνου με αριθμό 893570181301300005880 έναντι απόδειξης παραλαβής, ο οποίος αφού την τοποθέτησε σε μικρό χακί φάκελο τον οποίο σφράγισε κατάλληλα με αστυνομική ταινία. Στη συνέχεια και ώρα 1605 της ίδιας ημέρας στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου ο πιο πάνω αστυφύλακας συνέλαβε, δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, τον κατηγορούμενο και αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε «Μένω άφωνος. Τι να πω». Κατηγορήθηκε γραπτώς και απάντησε «δεν παραδέχομαι». Η κάρτα so easy (sim card) του κινητού τηλεφώνου του κατηγορουμένου αποστάληκε για εξετάσεις στο αρμόδιο τμήμα της αστυνομίας. Μέσα από τις έρευνες που επεκτάθηκαν και στον παροχέα τηλεφωνικής επικοινωνίας και σύνδεσης του που ήταν η CYTA, για να εντοπιστεί και να επιβεβαιωθεί ο συνδρομητής / κάτοχος του πιο πάνω αριθμού κλήσης 99948400, διαπιστώθηκε ότι ο εν λόγω αριθμός κλήσης είναι so easy και δεν υπάρχουν καταγραμμένα στοιχεία του κατόχου του. Ακόμη διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για μια κάρτα κινητής τηλεφωνίας CytaVoda με ICCID 89357018130130005880, της οποίας ο αριθμός κλήσης δεν εντοπίστηκε επειδή ήταν απενεργοποιημένη από τον πάροχο της. Περαιτέρω στις 10.12.15 και περί ώρα 03:40 καταγγέλθηκε στην αστυνομία από την Olga Plottseva (παραπονούμενη) ότι την ίδια μέρα και ώρα 03:30, ενώ βρισκόταν στην κατοικία της στην οδό Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας αρ. 8 στην Πέγεια με τον φίλο της Bagrat Bagdasarov, εισήλθε παράνομα σε αυτή ο κατηγορούμενος με τον οποίο συζούσε τρία χρόνια αλλά η σχέση τους είχε διακοπεί και της επιτέθηκε χτυπώντας της με τα χέρια του σε διάφορα μέρη του σώματος. Επίσης η παραπονούμενη κατάγγειλε ότι ο κατηγορούμενος προξένησε κακόβουλη ζημιά στο αυτοκίνητο ενοικιάσεως με αρ. εγγραφής KQK405 μάρκας CADILLAC χρώματος μαύρου το οποίο ανήκει στην εταιρεία ενοικιάσεως αυτοκινήτων με την ονομασία "D. MICHAELIDES CAR RENTALS LTD" στην Λεμεσό και είχε ενοικιαστεί από τον Bagdasarov. Το πιο πάνω αυτοκίνητο ήταν σταθμευμένο σε γκαράζ έξω από την κατοικία της παραπονούμενης. Ευθύς μετέβηκαν στο μέρος μέλη της αστυνομίας όπου εντόπισαν τον κατηγορούμενο στο δρόμο να φωνάζει μεγαλοφώνως και να καταφέρεται κατά της παραπονούμενης και του Bagdasarov στη ρωσική γλώσσα. Mέσα από επιτόπιες αστυνομικές εξετάσεις διαπιστώθηκε ότι στο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KQK405 υπήρχαν γδάρσιμο και βούλωμα στην πίσω δεξιά πόρτα, βούλωμα στη μπροστινή δεξιά πλευρά και γδάρσιμο στο μπροστινό καπό σε σχήμα 'Χ'. Τα βουλώματα στο αυτοκίνητο προκλήθηκαν από τις κλωτσιές και τα χτυπήματα του κατηγορούμενου ενώ τα γδαρσίματα προκλήθηκαν επίσης από τον κατηγορούμενο με την χρήση των κλειδιών του εν λόγω αυτοκινήτου που πήρε από το παντελόνι του Bagdasarov. Αργότερα της ίδιας ημέρας η παραπονούμενη επισκέφθηκε το Γ.Ν. Πάφου και εξετάστηκε από την Δρ. Νεοφύτα Χρυσάνθου, η οποία και ετοίμασε σχετική ιατρική έκθεση. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, ένεκα της επίθεσης που η παραπονούμενη δέχτηκε από τον κατηγορούμενο, προκλήθηκαν εκδορές στο κάτω χείλος και στο δεξιό βραχίονα του σώματος της. Την ίδια ημέρα και ώρα 08:30 στον Αστυνομικό Σταθμό Πέγειας ο αστυφύλακας 1799 Α. Χαραλάμπους συνέλαβε τον κατηγορούμενο, δυνάμει δικαστικού εντάλματος, για τα αδικήματα της παράνομης εισόδου, της επίθεσης και πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης και της κακόβουλης ζημιάς και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε «είναι εντάξει». Αργότερα της ίδιας ημέρας ο αστυφύλακας 2588 Α. Παπακλεοβούλου, στην παρουσία του αστυφύλακα 2417, έλαβε εφτά φωτογραφίες του αυτοκινήτου KQK405, μέσα από τις οποίες φαίνεται η κακόβουλη ζημιά που αυτό υπέστηκε. Μεταγενέστερα της ίδιας ημέρας στον Αστυνομικό Σταθμό Πέγειας, ο αστυφύλακας 1799 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, ο οποίος παραδέχθηκε ότι εισήλθε στο σπίτι της παραπονούμενης και την κτύπησε μετά που αυτή τον έβρισε και τον κτύπησε. Ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς και απάντησε «ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Στα πλαίσια των εξετάσεων που ακολούθησαν, ο αστυφύλακας 2417 επανειλημμένα είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον κύριο Δημήτρη Μιχαηλίδη, διευθυντή της εταιρείας D. MICHAELIDES CAR RENTALS LTD καλώντας τον να προσέλθει σε αστυνομικό σταθμό για να δώσει κατάθεση σχετικά με το ύψος της ζημιάς που προκλήθηκε στο αυτοκίνητο KQK405 χωρίς ωστόσο να πράξει κάτι τέτοιο. Σε τελευταία τηλεφωνική επικοινωνία που στις 09.03.16 είχε μαζί του ο εν λόγω αστυφύλακας, ο Μιχαηλίδης του ανέφερε ότι δεν επιθυμεί να δώσει κατάθεση για το ύψος της ζημιάς και ούτε έχει οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον του κατηγορούμενου. Επιπλέον προγενέστερα των πιο πάνω και συγκεκριμένα στις 10.04.15 προκλήθηκε δυστύχημα από μοτοσυκλέτα με αριθμούς εγγραφής KVQ 705 που οδηγούσε ο κατηγορούμενος με συνεπιβάτη άλλο πρόσωπο. Συγκεκριμένα ενώ ο κατηγορούμενος ακολουθούσε νότια κατεύθυνση στην οδό Νεαπόλεως στην Πάφο απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας λόγω αμελούς οδήγησης με αποτέλεσμα να ανατραπεί, να συρθεί στην άσφαλτο και να συγκρουστεί σε πάσσαλο της Α.Η.Κ. Ειδοποιήθηκε η αστυνομία, μέλη της οποίας μετέβηκαν στη σκηνή όπου από έλεγχο που έγινε στην συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα την οποία οδηγούσε ο κατηγορούμενος διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχε ασφάλεια κατά των κινδύνων υπέρ τρίτου. Επιπροσθέτως την 01.07.15 ο κατηγορούμενος ενώ οδηγούσε την μοτοσυκλέτα με τον αριθμό πλαισίου που σημειώνεται στις λεπτομέρειες της ένατης κατηγορίας στην οδό Σινασί Μπέι στο Μούταλο συγκρούστηκε εξ' αντιθέτου με το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΚΚ 724 που εκείνη στιγμή οδηγούσε η Ανδρονίκη Ανδρέου στον ίδιο δρόμο αλλά με αντίθετη κατεύθυνση. Από τη σύγκρουση ο κατηγορούμενος εκτινάχθηκε και πρόσκρουσε στην άσφαλτο. Μέσα από αστυνομικές εξετάσεις που πραγματοποιήθηκαν διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με αποτέλεσμα να συγκρουστούν τα δύο οχήματα και να υποστούν υλικές ζημιές μόνο. Επίσης μέσα από τις αστυνομικές εξετάσεις διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε την μοτοσυκλέτα χωρίς ασφάλεια κατά των κινδύνων υπέρ τρίτου και χωρίς αυτή να είναι εγγεγραμμένη. Επίσης στις 18.12.15 ο κατηγορούμενος ενώ οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής KXW 533 στην οδό Κώστα Καρνάβαλου με νότια κατεύθυνση προσέκρουσε στον πίσω αριστερό προφυλακτήρα του προπορευόμενου οχήματος το οποίο οδηγείτο από την Κατερίνα Κωνσταντινίδου με συνεπιβάτη στο πίσω κάθισμα την Χαρούλα Ζαχαρίου. Επειδή η Κατερίνα Κωνσταντινίδου διένυε τον 7ον μήνα εγκυμοσύνης της και η Χαρούλα Ζαχαρίου ήταν πρόσφατα εγχειρισμένη μεταφέρθηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου για προληπτικούς λόγους, οι οποίες τελικά απολύθηκαν χωρίς οποιαδήποτε τραύματα. Μέσα από αστυνομικές εξετάσεις που διεξήχθησαν διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το εν λόγω όχημα χωρίς ασφάλεια κατά των κινδύνων υπέρ τρίτου, ότι δεν ήταν δικό του και ότι το οδηγούσε δίχως τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη του. Σχολιάζοντας το χρόνο που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας υπόθεσης, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι πρόκειται για επανακαταχώρηση. Στις 26.10.15 είχε αρχικά καταχωρηθεί η ποινική υπόθεση υπ' αρ. 9322/15 εναντίου του κατηγορουμένου και ενός άλλου ατόμου. Όπως ο κύριος Συμεού εξήγησε, εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορουμένου που εκδόθηκε στις 25.04.16, το οποίο δεν εκτελείτο επειδή αυτός βρισκόταν στην θεραπευτική κοινότητα 'Αγία Σκέπη'. Μετά από ενημέρωση που η αστυνομία είχε από την 'Αγία Σκέπη' ότι το πρόγραμμα που ο κατηγορούμενος παρακολουθούσε στην εν λόγω θεραπευτική κοινότητα θα διαρκούσε 6-8 μήνες χωρίς δυνατότητα εμφάνισης στο δικαστήριο, στις 16.05.16 καταχωρήθηκε αναστολή ποινικής δίωξης και στη συνέχεια επανακαταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση. Καταλήγοντας ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και δεν βαρύνεται με βαθμούς ποινής επί της άδειας οδήγησης του. Παράλληλα ο κύριος Συμεού δήλωσε πως σχετικά με την παρούσα υπόθεση δεν έχουν δημιουργηθεί έξοδα. Στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης υπάρχει έκθεση που ετοιμάστηκε πρόσφατα από το Γραφείο Ευημερίας. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 31 ετών, κατάγεται από την Κρήτη και εργάζεται υπό το καθεστώς μερικής απασχόλησης ως διανομέας φαγητού/ποτού, από την οποία εργασία λαμβάνει μηνιαίως ποσό €300 που είναι και το μοναδικό εισόδημα του. Παράλληλα καταβάλλει προσπάθειες για εξεύρεση εργασίας υπό το καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Ο κατηγορούμενος διαμένει με άλλα άτομα σε χώρο του προγράμματος επανένταξης στη θεραπευτική κοινότητα 'Αγία Σκέπη' που διαθέτει την απαραίτητη επίπλωση και εξοπλισμό. Ο κατηγορούμενος προέρχεται από πενταμελή οικογένεια μέτριας εισοδηματικής κατάστασης. Ο πατέρας του απεβίωσε στο παρελθόν. Ο κατηγορούμενος γεννήθηκε στη Γεωργία και σε ηλικία 5 ετών μετοίκησε μαζί με την οικογένεια του στην Κρήτη. Φοίτησε μέχρι τη τρίτη τάξη γυμνασίου και στη συνέχεια εγκατέλειψε το σχολείο λόγω μαθησιακών δυσκολιών και προβλημάτων προσαρμογής του στο σχολείο. Από την ηλικία των 15 ετών άρχισε να κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών. Το έτος 2007 γνώρισε την Ιουλία Όμπορακ με την οποία σύναψε πολιτικό γάμο και απέκτησαν ένα παιδί. Μετά από τρία χρόνια το ζευγάρι βρέθηκε σε διάσταση λόγω προβλημάτων που δημιουργήθηκαν από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών από τον κατηγορούμενο. Το έτος 2010 επέστρεψε στην Κρήτη λόγω θανάτου του πατέρα του. Το έτος 2011 επέστρεψε στην Κύπρο λόγω θανάτου της εν διαστάσει συζύγου και του παιδιού του. Από το 2011-2015 ο κατηγορούμενος εργάστηκε περιστασιακά ως σερβιτόρος σε νυχτερινά μαγαζιά της Κύπρου. Τον Φεβρουάριο 2016 συμμετείχε στο κλειστό πρόγραμμα αποτοξίνωσης 'Άνωση', το οποίο ολοκλήρωσε με επιτυχία. Στη συνέχεια εντάχθηκε στο κλειστό θεραπευτικό πρόγραμμα απεξάρτησης 'Αγία Σκέπη' και στο στάδιο αυτό είναι στο πρόγραμμα επανένταξης στην κοινότητα. Οι σχέσεις του με την οικογένεια του χαρακτηρίζονται ως αρκετά καλές. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει τα πιο κάτω ως ελαφρυντικούς παράγοντες:
(1)Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου.
(2)Την παραδοχή του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο.
(3)Την απολογία του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο.
(4)Την έμπρακτη μεταμέλεια που ο κατηγορούμενος επέδειξε με την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο.
(5)Το χρόνο που διέρρευσε από την προσαγωγή του κατηγορουμένου στη δικαιοσύνη σε συνδυασμό με τη διαγωγή του κατά το διαρρεύσαντα χρόνο.
(6)Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτίθενται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από το συνήγορο υπεράσπισης. Ακολούθως σχολιάζοντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχτηκαν τα αδικήματα, ο κύριος Σιαηλής τις χαρακτήρισε ιδιάζουσες. Όπως ο εν λόγω συνήγορος ανάφερε, η διάπραξη των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε οφείλεται στην κατάσταση που αυτός βρισκόταν. Αναλύοντας τη θέση του αυτή ο κύριος Σιαηλής ανάφερε ότι ο πελάτης του ήταν άτομο πλήρως εξαρτημένο από σκληρές ναρκωτικές ουσίες, ανάμεσα σ' άλλα, ηρωίνη και κοκαΐνη, χωρίς έτσι ο ίδιος να μπορεί να ελέγχει το μυαλό και τις ενέργειες του. Συμπληρώνοντας ο συνήγορος υπεράσπισης επισήμανε ότι η σχέση του κατηγορουμένου με τα ναρκωτικά ξεκίνησε από πολύ νεαρή ηλικία. Κατά τον κύριο Σιηλή η δολοφονία της συζύγου και του παιδιού του στην Κύπρο στις 11.12.11 ήταν το γεγονός που προκάλεσε την απώλεια ψυχικής ισορροπίας του κατηγορουμένου. Σύμφωνα επίσης με τον συνήγορο υπεράσπισης εάν ο κατηγορούμενος δεν έκανε χρήση ναρκωτικών και δεν συνέβαινε το τραγικό γεγονός του θανάτου του παιδιού του, ο κατηγορούμενος δεν θα προέβαινε σε συγκεκριμένες αξιόποινες πράξεις. Αντιλαμβανόμενος ότι δεν είχε επιλογή, είτε να ζητήσει βοήθεια είτε να οδηγηθεί στο θάνατο από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών, ο κατηγορούμενος επέλεξε το δεύτερο. Παρακολούθησε με επιτυχία το δύσκολο πρόγραμμα της 'Αγίας Σκέπης' και τώρα χρειάζεται στήριξη από ην πολιτεία. Αναφερόμενος στις κατηγορίες 1 και 2, ο συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως υπέβαλε ότι ο κατηγορούμενος ενέργησε με ερασιτεχνικό τρόπο χωρίς ποτέ ο παραπονούμενος να υποστεί ζημιά. Σε σχέση με την κατηγορία 3 είναι η θέση του κυρίου Σιαηλή ότι η περίπτωση που την αφορά εξιχνιάστηκε ουσιαστικά από την παραδοχή του πελάτη του, ο οποίος δεν αποκόμισε οποιοδήποτε όφελος. Σε ότι αφορά τις κατηγορίες 4 και 5 είναι η θέση του εν λόγω συνηγόρου ότι ελλείπει το στοιχείο του προσχεδιασμού. Σχετικά με τις κατηγορίες 7-14 των τροχαίων αδικημάτων ο συνήγορος υπεράσπισης ισχυρίστηκε ότι η διάπραξη τους οφείλεται στην εξάρτηση του κατηγορουμένου από τα ναρκωτικά. Παράλληλα σημείωσε ότι ουδείς τραυματίστηκε μέσα από τη διάπραξη τους. Ο κύριος Σιαηλής ευσεβάστως εισηγήθηκε όπως η εξάρτηση και ο εθισμός του πελάτη του στα ναρκωτικά που ευθύνονται για τη διάπραξη αδικημάτων του κατηγορητηρίου εκληφθεί ως μετριαστικός παράγοντας, όπως συμβαίνει με την περίπτωση της διάπραξης αδικήματος υπό το καθεστώς μέθης. Περαιτέρω ο συνήγορος υπεράσπισης είπε ότι η πολιτεία δεν χρειάζεται προστασία από τον κατηγορούμενο για να δικαιολογείται η φυλάκιση του αλλά να τον βοηθήσει στην προσπάθεια που καταβάλλει για να επανενταχθεί στην κοινωνία δίδοντας του μία δεύτερη ευκαιρία. Είναι η θέση του εν λόγω συνηγόρου ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν εξυπηρετείται ο σκοπός της φυλάκισης και τυχόν επιβολής της θα στείλει λανθασμένο μήνυμα. Ακόμη και η επιβολή ποινής φυλάκισης με αναστολή κατά τον ευπαίδευτο συνήγορο, θα προκαλέσει εμπόδιο στην αναζήτηση εργασίας υπό τη μορφή μόνιμης απασχόλησης αφού ο κατηγορούμενος δεν θα διαθέτει λευκό ποινικό μητρώο. Ο εν λόγω συνήγορος διευκρίνισε ότι ο κατηγορούμενος είναι κάτοχος επαγγελματικής άδειας οδήγησης και με βάση αυτό το προσόν αναζητεί εργασία. Καταλήγοντας ο συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο σε περίπτωση που τελικά προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητικής της ελευθερίας του πελάτη του να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια του και την αναστείλει καθότι, όπως ο ίδιος είπε, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Στα πλαίσια παροχής περισσότερων λεπτομερειών ως προς τις προσπάθειες που ο κατηγορούμενος κατέβαλε και συνεχίζει να καταβάλλει για απεξαρτοποίηση του από τα ναρκωτικά προσκομίστηκε ως Τεκμήριο 1 έκθεση ημερομηνίας 15.05.17 της θεραπευτικής κοινότητας 'Αγία Σκέπη'. Με βάση το περιεχόμενο της σημειώνεται ότι η εξάρτηση του κατηγορουμένου από τα ναρκωτικά χρονολογείται. Για καλύτερη αντίληψη του ιστορικού αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος σε ηλικία 20 ετών προβαίνει σε χρήση παραισθησιογόνων ουσιών προερχόμενος από τη χρήση κάνναβης που έκανε σε νεαρότερη ηλικία. Σε ηλικία 21 ετών ξεκινάει παράλληλα τη χρήση κοκαΐνης ενώ σε ηλικία 23 ετών εισέρχεται στη ζωή του και η ηρωίνη με τη μορφή της ενέσιμης χρήσης. Παράλληλα σε ηλικία 26 ετών έρχεται σε επαφή με τη χρήση μεθαμφεταμινών ενώ αργότερα στην ηλικία των 29 ετών εθίζεται και τη χρήση υποκαταστάτων. Σύμφωνα ακόμη με την πιο πάνω έκθεση, ο κατηγορούμενος προσέγγισε την κλειστή θεραπευτική κοινότητα 'Αγία Σκέπη' τον Φεβρουάριο 2016 στην οποίαν εντάχθηκε από τις 22.03.16 μετά από δική του παράκληση όπου μέχρι τις 07.03.17 παρακολούθησε και ολοκλήρωσε με επιτυχία το εντατικό κλειστό πρόγραμμα. Ο κατηγορούμενος διέμενε στην εν λόγω κοινότητα και λάμβανε ενεργό μέρος τόσο στο θεραπευτικό όσο και στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Ακολούθως εντάχθηκε στο πρόγραμμα κοινωνικής επανένταξης που διαρκεί τουλάχιστο 6 μήνες, του οποίου αποτελεί ενεργό μέλος μέχρι σήμερα, για παρακολούθηση μέχρι να σταθεροποιηθεί στην απεξάρτηση του. Μετά ακολουθεί άλλο πρόγραμμα που ονομάζεται 'Follow-up' το οποίο διαρκεί ένα χρόνο. Στα πλαίσια της επανένταξης ο κατηγορούμενος λαμβάνει εβδομαδιαίως στήριξη σε θεραπευτικές ομάδες ενώ παράλληλα αναλαμβάνει και καθημερινές υποχρεώσεις. Μία από τις ευθύνες που ανέλαβε είναι η εξεύρεση συνεχούς εργασίας. Όπως επίσης σημειώνεται στην ίδια έκθεση, ο κατηγορούμενος καταβάλλει καθημερινές προσπάθειες να μείνει μακριά από τις ουσίες και να αλλάξει τη ζωή του. Μέχρι στιγμής τα καταφέρνει με επιτυχία και βρίσκεται πιο κοντά στην οριστική έξοδο του από το πρόβλημα της εξάρτησης ναρκωτικών ουσιών. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όλα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι πολύ σοβαρά, γεγονός που αναγνώρισε ευθέως και αμέσως ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος κλοπής επισύρει, με βάση το άρθρο 371 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης τριών ετών. Το αδίκημα της κλοπής τιμωρείται γενικά, δυνάμει του άρθρου 262 του Κεφ.154, με ποινή φυλάκισης επίσης τριών ετών. Η παρέμβαση στη δικαστική διαδικασία υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 122(β) του Κεφ.154, σε ποινή φυλάκισης επίσης τριών ετών. Όσον αφορά το αδίκημα επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη κάτω από τον περί Βίας στην Οικογένεια Νόμο, τιμωρείται, με βάση το άρθρο 3
(4)της εν λόγω νομοθεσίας, με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι €5.125,00 ή και με τις δύο αυτές ποινές. Η είσοδος σε ξένη περιουσία με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος επισύρει, δυνάμει του άρθρου 280 του Κεφ.154. ποινή φυλάκισης δύο ετών ενώ η πρόκληση κακόβουλης ζημιάς τιμωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 324
(1)του Κεφ.154, με ποινή φυλάκισης τριών ετών. Ακόμη ποινή φυλάκισης προνοείται για κάθε ένα τροχαίο αδίκημα που ο κατηγορούμενος διέπραξε χωρίς να αποκλείεται η επιβολή χρηματικής ποινής είτε εναλλακτικά είτε σε συνδυασμό. Επιπλέον επιβάλλονται βαθμοί ποινής ενώ ακόμη δύναται να επιβληθεί ποινή στέρησης κατοχής και λήψης άδειας οδήγησης για χρονική περίοδο που το Δικαστήριο ήθελε καθορίσει. Η είσοδος σε ξένη περιουσία με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, η κλοπή και η πρόκληση κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία είναι αδικήματα σοβαρής φύσεως επειδή φανερώνουν ασέβεια και καταπατούν κατάφωρα τα συνταγματικά δικαιώματα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας. Επίσης, είναι αδικήματα που η διάπραξη τους προκαλεί αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες για επικράτηση της παρανομίας. Είναι γεγονός ότι τέτοιου είδους αδικήματα προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη (Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104). Οι πολίτες της Πάφου είναι ιδιαίτερα αναστατωμένοι και ταυτόχρονα προβληματισμένοι από τα σχεδόν καθημερινά κρούσματα εισόδου στις περιουσίες τους και κλοπών αντικειμένων από τα υποστατικά και επιχειρήσεις τους που παρατηρούνται στην επαρχία τους. Πρόκειται για αδικήματα που η διάπραξη τους παρουσιάζει ραγδαία αύξηση που έχει φθάσει σε ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που αυξάνει το στοιχείο σοβαρότητας τους (Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος v. Ασυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565). Για την ανησυχητική έξαρση διάπραξης τέτοιων αδικημάτων στο νησί και ιδιαίτερα στην επαρχία Πάφου λαμβάνω δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις οι οποίες συχνά καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου, μάλιστα πολλές από αυτές υπό την μορφή των εκτάκτων περιπτώσεων αναγκάζοντας το Δικαστήριο να διακόπτει το βαρυφορτωμένο πρόγραμμα του προκειμένου να τις επιληφθεί. Στην υπόθεση Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381 παρατίθενται προγενέστερες αποφάσεις που αντικατοπτρίζουν την ανησυχητικά αυξητική τάση και έκταση διαρρήξεων και κλοπών στον τόπο μας: "Στη Γ. Εισαγγελέας v. Cham & άλλων
(1993)2 Α.Α.Δ. 129, αδικήματα διάρρηξης και κλοπής κατέστησαν, ως χαρακτηρίζεται, 'μάστιγα για την κυπριακή κοινωνία.', η οποία δεν μπορεί να αφεθεί ανέλεγκτη. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου Παναγίδη v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104 συνοψίζει την κρατούσα κατάσταση, όπως και το καθήκον της Δικαιοσύνης προς διαφύλαξη της έννομης τάξης (σελ. 105-106): Η θλιβερή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται, αντίθετα, έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφαλείας του πολίτη." Τα προαναφερόμενα χαρακτηριστικά που διέπουν τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε καλούν την επιβολή αυστηρών ποινών με αποτρεπτικό χαρακτήρα. Θεώρηση της νομολογίας επισημαίνει ότι για τα αδικήματα της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό την διάπραξη ποινικού αδικήματος καθώς και της κλοπής, η συνήθης ποινή που επιβάλλεται είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Η επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας είναι ένας τρόπος πάταξης του φαινομένου και προστασίας της κοινωνίας(Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστάκη Αναστασίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 125, Francis Kenneth Smith and another v. The Police
(1969)2 C.L.R. 189, Yiannakou v. The Police
(1982)2 C.L.R. 37, Nicolaou and another v. The Republic
(1982)2 C.L.R. 156. Charitou v. The Republic
(1987)2 C.L.R. 170, Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας
(1993)2 C.L.R. 158 και Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381). Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Φραντζίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 77 είναι επιτακτική ανάγκη αυτού του είδους η εγκληματικότητα να ανακοπεί γιατί έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Στην υπόθεση Ψύλλας v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430 επικυρώθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 μηνών για κλοπή ποσών Λ.Κ.£350,00 και Λ.Κ.£20,00. Ακόμη στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 222 το Ανώτατο Δικαστήριο επέβαλε ποινή φυλάκισης 3 μηνών σε άτομο που έκλεψε από σταθμευμένο αυτοκίνητο ραδιομαγνητόφωνο αξίας Λ.Κ.£350,00 μαζί με τον άλλο συγκατηγορούμενο του, το οποίο εγκατέστησε στο αυτοκίνητο του. Όταν συνελήφθηκε ομολόγησε αμέσως την πράξη του. Παραδέχθηκε ενοχή και στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκε υπόψη και άλλη παρόμοια υπόθεση. Στη δε υπόθεση Lungu κ.α. v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 545 το Ανώτατο Δικαστήριο μειώνοντας την ποινή των 6 μηνών του πρωτόδικου δικαστηρίου επέβαλε ποινή φυλάκισης 4 μηνών για αδικήματα της διάρρηξης και κλοπής σε κάθε εφεσείοντα που ήταν άτομα νεαρής ηλικίας 22, 20 και 20 ετών αντιστοίχως, χωρίς προηγούμενες καταδίκες, οι οποίοι συνεργάστηκαν με την αστυνομία για τη διαλεύκανση της υπόθεσης και παραδέχθηκαν ενοχή. Η αξία της κλαπείσας περιουσίας ήταν Λ.Κ.£280, της οποίας μεγάλο μέρος βρέθηκε και θα επιστρεφόταν στον ιδιοκτήτη της. Στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκε υπόψη απουσία ιδιαίτερου προσχεδιασμού καθώς επίσης δύσκολες προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αντώνη Χαραλαμπίδη
(2001)2 Α.Α.Δ. 753, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 μηνών στο αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς. Επίσης στην υπόθεση Michal Bukowski ν. Αστυνομίας κ.α. Ποινική Έφεση 142/10 και 147/10 ημερομηνίας 04.03.2011 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Η άσκηση βίας από ένα μέλος της οικογένειας σε άλλο άτομο της οικογένειας που εντάσσεται στον περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμο του 2000 είναι αδίκημα που θεωρείται αυξημένης σοβαρότητας. Είναι γι' αυτό που οι ποινές που προνοούνται στο Ν.119(Ι)/2000είναι αυστηρότερες από αδικήματα βίας που περιέχονται στα αντίστοιχα άρθρα του Κεφ.154, αποτυπώνοντας έτσι την πρόθεση του νομοθέτη να υψώσει ασπίδα προστασίας στον οικογενειακό ιστό. Παράλληλα, σκοπός του νομοθέτη μέσω της αύξησης του ύψους της ποινής είναι να μεταφέρει το αίσθημα της αποδοκιμασίας της κοινωνίας προς τους ενόχους αδικημάτων βίας στην οικογένεια καθώς και ταυτόχρονα να εξυπηρετήσει το στοιχείο της αποτροπής (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ζήνωνα Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272 και Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Κλασσικό παράδειγμα είναι το αδίκημα της πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης από ένα μέλος σε άλλο μέλος της ίδιας οικογένειας που τιμωρείται με βάση το άρθρο 3
(4)του Ν.119(Ι)/2000 με ποινή φυλάκισης 5 ετών, ενώ το ίδιο αδίκημα όταν διαπραχθεί έξω από το περιβάλλον της οικογένειας τιμωρείται, με βάση τον Ποινικό Κώδικα, με ποινή φυλάκισης 3 ετών. Επίσης, η σοβαρότητα των αδικημάτων αυτών έγκειται στο γεγονός ότι ενέχουν πράξεις που προκαλούν βία και πόνο στο θύμα και ταυτόχρονα δημιουργούν αίσθημα φόβου και ανασφάλειας σ' αυτό, καταρρακώνουν την προσωπικότητα και αξιοπρέπεια ατόμων, πλήττουν το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας και γενικότερα διασαλεύουν την ειρηνική διαβίωση πολιτών αλλά και υπονομεύουν και δηλητηριάζουν τον θεσμό της οικογένειας. Τα αδικήματα αυτά θεωρούνται ακόμη σοβαρά για τον επιπλέον λόγο της συχνότητας και ευκολίας με την οποία αυτά διαπράττονται, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοια περιστατικά με τη δέουσα σοβαρότητα και αυστηρότητα σε μια προσπάθεια να διαβιβάσουν το μήνυμα στους παραβάτες ότι τέτοιου είδους συμπεριφορές δεν είναι ανεκτές και δεν έχουν χώρο στην κυπριακή κοινωνία. Σίγουρα οι παλικαρισμοί και η επίδειξη ισχύος δεν εξυπηρετούν κανένα λογικό σκοπό και ο νόμος οπωσδήποτε δεν τους αποδέχεται. Ουδείς έχει το δικαίωμα, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να παίρνει το νόμο στα χέρια του και να επιτίθεται σε άλλο συνάνθρωπο του πόσο μάλλον σε άλλο μέλος της οικογένειας του, αλλά να επιδεικνύει αυτοσυγκράτηση και να εφαρμόζει μηχανισμό αυτοελέγχου έστω και αν προκαλείται ή εξωθείται για κάτι τέτοιο. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95 το Ανώτατο Δικαστήριο εξέφρασε την αποδοκιμασία του στη χρήση βίας από ένα άτομο σε συνάνθρωπο του μέσω του πιο κάτω αποσπάσματος: "Η χρήση βίας κατά των συνανθρώπων συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας. Πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης είτε ως μέσο εκδίκησης είτε ως μέσο τιμωρίας δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς." Το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε στην υπόθεση Χριστοφή v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 504. Χαρακτηριστικό είναι ακόμη το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση το Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Αναστάσιου Α. Γεωργίου
(2002)2 Α.Α.Δ. 464: "Η σοβαρότητα εγκλημάτων βίας στην οικογένεια είναι αυτόδηλη. Εκτός από το τραύμα που επιφέρουν, τείνουν να πλήξουν τη συνοχή της οικογένειας και την υπόσταση των μελών της. Χρήση βίας από το σύζυγο κατά της συζύγου του αποτελεί ιδιαίτερη πτυχή εγκλημάτων βίας στην οικογένεια, τα οποία έχουν ως γενεσιουργό αιτία τη χρήση βίας ως μέσο επιβολής της θέλησης του συζύγου επί της συζύγου του και την κυριαρχία του στην οικογένεια με έρεισμα τη σωματική του δύναμη. Η βία αντικαθιστά το λόγο και η ισχύς τη λογική. Εξαρθρώνεται το κλίμα ισότητας που πρέπει να χαρακτηρίζει τις σχέσεις των συζύγων - (βλ. Κούλλουρος v. Κούλλουρου & Άλλου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 50). Η άσκηση βίας από το σύζυγο εις βάρος της συζύγου του αποτελεί ανάθεμα για τις συζυγικές σχέσεις και πλήττει τον πυρήνα της οικογένειας. Τέτοια συμπεριφορά δε γίνεται ανεκτή. Πρέπει να εκριζωθεί από την οικογένεια." Θεώρηση της νομολογίας που αφορά αδικήματα που εντάσσονται κάτω από το Ν.119(Ι)/2004για πρόκληση βίας στην οικογένεια καταδεικνύει ότι συνήθως επιβάλλονται αυστηρές ποινές. Στην υπόθεση Αβραάμ v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 365 τονίστηκε πως η επιβολή ποινής φυλάκισης, ως θέμα αρχής, είναι ορθή σε υποθέσεις βίας στην οικογένεια. Στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 219 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 6 μηνών που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο για άσκηση βίας στη σύζυγο του που της προκάλεσε άμεσα πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3
(1)
(4)του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000 μετά των συναφών τροποποιήσεων, λευκού ποινικού μητρώου με παραδοχή και αφού λήφθηκαν οι προσωπικές, οικογενειακές, επαγγελματικές και οικονομικές του περιστάσεις. Το αδίκημα της παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία θεωρείται για τον επιπλέον λόγο σοβαρό επειδή περιλαμβάνει ενέργειες που εμποδίζουν την απονομή της δικαιοσύνης. Είναι αδίκημα που ενέχει το στοιχείο του θράσους και της περιφρόνησης προς το θεσμό της δικαιοσύνης. Σ' ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου όπως είναι η Κύπρος, η δικαιοσύνη πρέπει να απονέμεται απρόσκοπτα και απρόσωπα. Όποιος στέκεται εμπόδιο στην εφαρμογή των νόμων πρέπει να αντιμετωπίζεται με τη δέουσα αυστηρότητα. Διαφορετική προσέγγιση θα διαβιβάσει μήνυμα στην κοινωνία ότι επικρατεί παρανομία, αναρχία και ο νόμος της ζούγκλας. Θα πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι η τάση που παρατηρείται πρόσφατα για αύξηση κρουσμάτων διάπραξης του αδικήματος αυτού είναι ένας άλλος λόγος που το καθιστά σοβαρό. Η αυστηρότητα με την οποίαν χρήζει η αντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων καθιστά την επιβολή ποινής φυλάκισης ως τη μόνη ενδεδειγμένη τιμωρία που διασφαλίζει το κύρος της δικαιοσύνης. Δεν θα πρέπει όμως να υποτιμούνται και τα τροχαία αδικήματα. Είναι αδικήματα που επιδεικνύουν ασέβεια στην τήρηση των θεσμών και κανονισμών της τροχαίας Επίσης πρόκειται για αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο του κινδύνου κατά της ανθρώπινης ζωής. Η οδική συμπεριφορά κάθε ατόμου που οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε δημόσιο δρόμο πρέπει να είναι τέτοια που να λαμβάνει υπόψη του το γεγονός ότι ο δημόσιος δρόμος χρησιμοποιείται από άλλους οδηγούς αλλά και πεζούς. Ως εκ τούτου, οι ενέργειες του οδηγού δεν πρέπει να θέτουν σε κίνδυνο τις ζωές άλλων πολιτών που εκείνη τη στιγμή επιλέγουν να πορευθούν στον ίδιο δρόμο και ούτε μέσα από τέτοιες πράξεις το θύμα να διατρέχει κίνδυνο να παραμείνει οικονομικά εκτεθειμένο. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι τα γεγονότα που την περιβάλλουν καθώς και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχτηκαν τα αδικήματα την καθιστούν όντως σοβαρή. Η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου δεν περιορίστηκε σε ένα μεμονωμένο περιστατικό αλλά συνεχίστηκε να εκδηλώνεται μέσα από άλλα περιστατικά, γεγονός που δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Η παρούσα υπόθεση αποτελείται από διάφορες ξεχωριστές περιπτώσεις στις οποίες ο κατηγορούμενος επέδειξε αξιόποινη συμπεριφορά. Η εγκληματική δραστηριότητα του κατηγορουμένου είναι πλούσια και ποικιλόμορφη. Τέτοια συμπεριφορά μόνο καταδικαστέα είναι. Σε διάστημα 8 μηνών διέπραξε 13 ποινικά αδικήματα σοβαρής φύσεως, κάποια από αυτά σε επαναλαμβανόμενη βάση. Συγκεκριμένα συνωμότησε με άλλο άτομο για να διαπράξει κλοπή, την οποία τελικά διέπραξε, εισήλθε παράνομα στην οικία της πρώην συμβίας του και αφού της επιτέθηκε και κτύπησε της προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη, προκάλεσε κακόβουλη ζημιά στο όχημα της, σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις οδήγησε αμελώς όχημα προκαλώντας κάθε φορά δυστύχημα χωρίς κάθε φορά να υπάρχει ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρους, μία φορά χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη και μία φορά δίχως να είναι εγγεγραμμένο. Ένα χρόνο προηγουμένως είχε διαπράξει άλλο ποινικό αδίκημα επίσης σοβαρής φύσεως, ήτοι αυτό της παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία που αφορούσε το αδίκημα της ληστείας. Όλα τα επίδικα αδικήματα, εκτός από εκ φύσεως σοβαρά, είναι από αυτά που η διάπραξη τους παρουσιάζουν αυξητική τάση Αυτά τα δεδομένα επιβαρύνουν τη θέση του κατηγορουμένου. Ερχόμενος στην περίπτωση της κλοπής από υπεραγορά παρατηρώ ότι το εν λόγω περιστατικό διαδραματίστηκε με τη βοήθεια άλλου ατόμου, με τον οποίον ο κατηγορούμενος συνεργάστηκε και συντόνισαν τις κοινές ενέργειες τους. Η συμπεριφορά τόσο του κατηγορουμένου όσο και του άλλου ατόμου εντός και εκτός της υπεραγοράς, οι θέσεις που είχαν, οι κινήσεις τους, η επιστράτευση του μωρού η μεταφορά της τσάντας με τα κλοπιμαία τσιγάρα από το άλλο πρόσωπο στον κατηγορούμενο φανερώνει οργανωμένο σχέδιο τρόπου δράσης που τέθηκε σε εφαρμογή μέσα από συντονισμένες προσπάθειες. Σαφώς το στοιχείο της προμελέτης επιβαρύνει τη θέση του κατηγορουμένου. Στην περίπτωση της πρώην συμβίας του κατηγορουμένου λαμβάνω υπόψη μου το θράσος και την ασέβεια του κατηγορουμένου να εισέλθει τις πρωινές ώρες παράνομα στην οικία της πρώην συμβίας του. Σαφώς ο φόβος, ο πανικός και η ψυχολογική αναστάτωση που η πρώην συμβία του κατηγορουμένου υπέστηκε ένεκα της καταδικαστέας συμπεριφοράς του κατηγορουμένου καθώς και το χρονικό σημείο που ο κατηγορούμενος επέλεξε να δράσει είναι γεγονότα που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Χωρίς να επιδείξει σεβασμό και οίκτο στην πρώην συμβία του, ο κατηγορούμενος της επιτέθηκε στην παρουσία άλλου ατόμου εξευτελίζοντας την προσωπικότητα της και καταρρακώνοντας την αξιοπρέπεια της. Δεν μπορεί ακόμη να παραγνωριστεί το γεγονός ότι ακολούθως ο κατηγορούμενος συνέχισε την αξιόποινη συμπεριφορά του έξω από την οικία προκαλώντας ζημιά στο όχημα της πρώην συμβίας του, για την οποίαν ουδέποτε προσφέρθηκε να αποζημιώσει. Τα βουλώματα στις δύο πόρτες της δεξιάς πλευράς του οχήματος φανερώνει ότι ο θυμός του κατηγορουμένου δεν είχε κοπάσει ούτε μετά που επιτέθηκε στην κατηγορούμενη. Στο περιστατικό της παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία λαμβάνεται υπόψη το θράσος του κατηγορουμένου και η περιφρόνηση που επέδειξε στο θεσμό απονομής της δικαιοσύνης. Σε ότι αφορά τα τροχαία αδικήματα λαμβάνεται υπόψη το στοιχείο της επανάληψης τους εκθέτοντας κάθε φορά άλλα άτομα σε κίνδυνο. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (β) Την βοηθητική στάση που ο κατηγορούμενος είχε τηρήσει στο στάδιο διερεύνησης της περίπτωσης της παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία από την οποίαν αναγνωρίζεται ότι δεν αποκόμισε προσωπικά οποιοδήποτε όφελος. Ομοίως ο κατηγορούμενος επέδειξε βοηθητική στάση στην εξιχνίαση μίας εκ των περιπτώσεων αμελούς οδήγησης και συγκεκριμένα αυτής που αφορά την κατηγορία 7. (γ) Την αυθημερόν επιστροφή όλης της κλοπιμαίας περιουσίας στον παραπονούμενο της περίπτωσης κλοπής από υπεραγορά με αποτέλεσμα ο τελευταίος να μην υποστεί οποιαδήποτε ζημιά. (δ) Στην περίπτωση με την πρώην συμβία του λαμβάνεται υπόψη η πρόκληση που ο κατηγορούμενος δέχτηκε από την παραπονούμενη τόσο λεκτικά όσο και σωματικά, γεγονός που θεωρώ ότι συνέτεινε στην προσωρινή απώλεια του αυτοελέγχου του κατηγορουμένου μετατρέποντας τον έρμαιο πάθους και κατ' επέκταση στιγμιαία όχι αφέντη του μυαλού του (master of his mind). Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kyrmizis v. The Republic
(1965)2 C.L.R. 55, Pantazis v. The Police
(1967)2 C.L.R. 277, Ιωάννου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 327 και Dofty [1949] 1 All E.R. 932. (ε) Το γεγονός ότι ο ιδιοκτήτης του οχήματος που χρησιμοποιούσε η πρώην συμβία του κατηγορουμένου δεν έχει οποιαδήποτε οικονομική απαίτηση εναντίον του κατηγορουμένου. (ζ) Το ότι στα τρία δυστυχήματα που ο κατηγορούμενος προκάλεσε δεν υπήρξε τραυματισμός οποιουδήποτε ενεχομένου άλλου ατόμου παρά μόνο υλικές ζημιές. (η) Την παραδοχή του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο με την οποίαν εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος που αχρείαστα θα αναλωνόταν για την εκδίκαση κάθε μίας περίπτωσης. Αυτή η στάση με βάση τη νομολογία πρέπει να αμείβεται επειδή αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατία
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 και Βασιλείου v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 110/2014 ημερ. 15.06.15). (θ) Την απολογία του στο Δικαστήριο. (ι) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτέθηκαν μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αλλά και αναφέρθηκαν από τον συνήγορο υπεράσπισης και ειδικότερα ότι: · Είναι ηλικίας 31 ετών. · Φοίτησε μέχρι την τρίτη τάξη γυμνασίου όπου εγκατέλειψε το σχολείο λόγω μαθησιακών δυσκολιών και προβλημάτων προσαρμογής του στο σχολείο · Ο πατέρας του απεβίωσε στο παρελθόν. · Το έτος 2011 η πρώην σύζυγος του και το παιδί τους δολοφονήθηκαν. · Από την ηλικία 15 ετών ξεκίνησε τη χρήση ναρκωτικών με κάνναβη. Σε ηλικία 20 ετών προβαίνει σε χρήση παραισθησιογόνων ουσιών. Σε ηλικία 21 ετών ξεκινάει παράλληλα τη χρήση κοκαΐνης ενώ σε ηλικία 23 ετών εισέρχεται στη ζωή του και η ηρωίνη με τη μορφή της ενέσιμης χρήσης. Παράλληλα σε ηλικία 26 ετών έρχεται σε επαφή με τη χρήση μεθαμφεταμινών ενώ αργότερα στην ηλικία των 29 ετών εθίζεται και στη χρήση υποκαταστάτων. · Σήμερα εργάζεται υπό το καθεστώς μερικής απασχόλησης από την οποίαν εργασία του λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των €300. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ισχυρίστηκε ότι τα αδικήματα διαπράχτηκαν ενώ ο κατηγορούμενος τελούσε υπό το καθεστώς εξάρτησης από τα ναρκωτικά και κάλεσε το Δικαστήριο να το εκλάβει ως μετριαστικό παράγοντα, όπως συμβαίνει με κάποιο που διαπράττει αδίκημα ενώ βρίσκεται σε κατάσταση μέθης. Προς ενίσχυση της θέσης του ο κύριος Σιαηλής παρέπεμψε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσιολή
(1991)2 Α.Α.Δ. 194. Με κάθε σεβασμό προς τον συνήγορο υπεράσπισης δεν συμμερίζομαι τη θέση του αυτή. Είναι αλήθεια ότι αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα όταν κάποιος τελεί υπό το καθεστώς μέθης και εξαιτίας της κατάστασης του αυτής διαπράττει ένα αδίκημα, νοουμένου και εφόσον τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση υποδεικνύουν ότι το αδίκημα διαπράχτηκε στιγμιαία με το μυαλό του κατηγορουμένου να είναι θολό τη στιγμή της διάπραξης του που υποβοηθήθηκε συνεπεία της κατάστασης μέθης στην οποία βρισκόταν, χωρίς η κατανάλωση αλκοόλ να είχε γίνει με σκοπό τη διευκόλυνση της διάπραξης του αδικήματος. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσιολή
(1991)2 Α.Α.Δ. 194 και Φανάρας κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ.
  1. Στην προκειμένη όμως υπόθεση τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που εκτέθηκαν δεν υποδεικνύουν ότι όταν ο κατηγορούμενος διέπραττε τις διαρρήξεις και τις κλοπές σε όλες τις περιπτώσεις βρισκόταν υπό το σύνδρομο στέρησης χρήσης ναρκωτικών, ως αποτέλεσμα του οποίου ενεργούσε εκτός εαυτού. Αντίθετα προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ενέργησε με καθαρή σκέψη και όπως ήδη λέχθηκε σε κάποιες περιπτώσεις στη βάση οργανωμένου σχεδίου. Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο οι εξής ποινές: 1η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 5 μηνών 2η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 5 μηνών 3η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 4 μηνών 4η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 4 μηνών 5η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 μηνών 6η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 μηνών 7η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 30 ημερών 8η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 30 ημερών 9η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 30 ημερών 10η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 30 ημερών 11η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 15 ημερών 12η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 30 ημερών 13η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 30 ημερών 14η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 15 ημερών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο συντρέχουν. Επιπλέον, αναφορικά με την 12η κατηγορία, 4 βαθμοί ποινής να αναγραφούν επί της άδειας οδήγησης του κατηγορουμένου δυνάμει των άρθρων 8 και 20Α του Ν.86/
  2. Ενόψει των ειδικών λόγων και ιδιάζουσων περιστατικών που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα το ότι στα πλαίσια προγράμματος αποθεραπείας του κατηγορούμενου χρησιμοποιείται άδεια οδήγησης για τις ανάγκες της απρόσκοπτης και ομαλής ολοκλήρωσης του εν λόγω προγράμματος, όπως τα οποία αναφέρθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορος υπεράσπισης, το Δικαστήριο, κατόπιν βαθύτατου προβληματισμού, δεν θα προβεί σε στέρηση κατοχής της άδειας οδήγησης του κατηγορουμένου. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/
  3. Εξάλλου αυτό ήταν και αίτημα του συνηγόρου υπεράσπισης. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Στην παρούσα περίπτωση δεν παραγνωρίζω ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε σοβαρής φύσεως αδικήματα. Ωστόσο πρόκειται άτομο λευκού ποινικού μητρώου. Στα δύο περίπου χρόνια που διέρρευσαν από τη διάπραξη του τελευταίου χρονικά αδικήματος, ο κατηγορούμενος δεν έχει απασχολήσει ξανά τη δικαιοσύνη. Αυτό δείχνει αναγνώριση από μέρους για τα σφάλματα του παρελθόντος και προσπάθεια αποχής από εκτέλεση ποινικών πράξεων. Από το σύνολο των γεγονότων και των προσωπικών περιστάσεων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, διαπιστώνω αβίαστα ότι ο κατηγορούμενος είναι άτομο που είχε τραυματικές εμπειρίες από μικρή ηλικία. Λάθη του παρελθόντος σε ηλικία που χρειαζόταν καθοδήγηση και συμπαράσταση από οικείους ανθρώπους του αλλά προφανώς δεν είχε σε συνδυασμό με ατυχίες που του συνέβηκαν τον οδήγησαν στο χείλος της καταστροφής. Η σχέση του με όλα τα είδη σκληρών ναρκωτικών ουσιών από την ηλικία των 15 ετών, ο θάνατος του πατέρα του και η δολοφονία της συζύγου του και του παιδιού του έχουν σημαδέψει αρνητικά τη ζωή του. Δεν κατέθεσε όμως τα όπλα. Δείχνοντας θέληση και δίψα αγωνίζεται για να κτίσει τη ζωή του πάνω σε μια νέα βάση. Στο χρονικό διάστημα που διέρρευσε οι προσωπικές του συνθήκες του κατηγορουμένου έχουν ουσιωδώς μεταβληθεί. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος από μόνος του προσέγγισε την κλειστή θεραπευτική κοινότητα 'Αγία Σκέπη' τον Φεβρουάριο 2016 στην οποίαν, μετά από δική του παράκληση, εντάχθηκε από τις 22.03.16. Εκεί μέχρι τις 07.03.17 παρακολούθησε και ολοκλήρωσε με επιτυχία εντατικό κλειστό πρόγραμμα. Κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης ο κατηγορούμενος διέμενε στην εν λόγω κοινότητα και λάμβανε ενεργό μέρος τόσο στο θεραπευτικό όσο και στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Η επιτυχής ολοκλήρωση του πιο πάνω προγράμματος οδήγησε τον κατηγορούμενο στην επόμενη φάση της αποθεραπείας όπου εντάχθηκε στο πρόγραμμα κοινωνικής επανένταξης, του οποίου αποτελεί ενεργό μέλος μέχρι σήμερα. Πρόκειται για ένα πρόγραμμα που απαιτεί από τον συμμετέχοντα να θέτει στόχους στη ζωή του. Στα πλαίσια της επανένταξης ο κατηγορούμενος λαμβάνει εβδομαδιαίως στήριξη σε θεραπευτικές ομάδες ενώ παράλληλα αναλαμβάνει και καθημερινές υποχρεώσεις. Μία από τις ευθύνες που ανέλαβε είναι η εξεύρεση συνεχούς εργασίας. Εργάζεται πλέον υπό το καθεστώς μερικούς απασχόλησης ως διανομέας φαγητού/ποτού και παράλληλα αναζητεί εργασία για πλήρη απασχόληση του προκειμένου να επιτύχει το στόχο του. Η επιτυχημένη ολοκλήρωση αυτού του προγράμματος θα οδηγήσει τον κατηγορούμενο σε άλλο πρόγραμμα που ονομάζεται 'Follow-up' το οποίο διαρκεί ένα χρόνο. Το σύνολο των πιο πάνω δεδομένων φανερώνει ότι ο κατηγορούμενος βρίσκεται σε σταθερή πορεία αποθεραπείας και απεξάρτησης του από τα ναρκωτικά. Προσπαθεί για μία νέα αρχή στη ζωή του και το Δικαστήριο θα του δώσει αυτήν την ευκαιρία. Η ουσιώδης μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή καθιστά μη αναγκαία την επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 358 και Μυροφόρα ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84, στις οποίες παραπέμπω. Συνεπώς, θεωρώ ότι συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις που κλίνουν την πλάστιγγα υπέρ της αναστολής των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου, διατάσσεται όπως οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο ανασταλούν για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Έπεται ότι το αίτημα του συνηγόρου υπεράσπισης εγκρίνεται. (Εξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής των ποινών φυλάκισης). (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence (Αναφορά: Ποινικό/Κλοπή κατοικίας-Βία στην Οικογένεια-Παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία /Ποινή) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.