← Κύπρος

Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ν. Τ.Κ. KOUROUSHISPLAN LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 619/2014, 4/9/2017

Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ν. Τ.Κ. KOUROUSHISPLAN LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 619/2014, 4/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B34 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. ΧΑΤΖΗΠΑΠΑ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 619/2014 Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων -ν-

  1. Τ.Κ. KOUROUSHISPLAN LIMITED
  2. Κύπρος Κουρούσιης Κατηγορούμενοι ---------------------- Ημερομηνία: 4 Σεπτεμβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή : κ. Προδρόμου (ο κ. Γ. Αθανασιάδης για να ακούσει απόφαση) Για τους Κατηγορούμενους: κ. Ε. Κορακίδης Κατηγορούμενος 2: παρών ---------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει την κατηγορία της μη πληρωμής μισθού κατά παράβαση των άρθρων 2, 9

(1)και 20 του Νόμου που προνοεί για την προστασία των μισθών του 2007 (Ν.35(Ι)/2007). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της εν λόγω κατηγορίας, η κατηγορούμενη 1 κατηγορείται ότι «περί τα τέλη Δεκεμβρίου 2011, περί τα τέλη Δεκεμβρίου 2012 και περί τα τέλη Ιουλίου 2013, δεν κατέβαλε στον εργοδοτούμενο της Κωνσταντίνο Παναγή, τον 13ο μισθό του 2011 και 2012 και την αναλογία του 13ου μισθού για το έτος 2013, συνολικού ύψους €3.613 ως όφειλε να πράξει». Η πιο πάνω κατηγορία αρχικά στρεφόταν και εναντίον του κατηγορούμενου 2, η οποία όμως στη συνέχεια αποσύρθηκε και κατόπιν τροποποίησης του κατηγορητηρίου προστέθηκε η δεύτερη κατηγορία με την οποία ο κατηγορούμενος 2 διώκεται γιατί, ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1, την παρακίνησε, κατά παράβαση του άρθρου 20 του Κεφ.154, να μην καταβάλει στον πιο πάνω εργοδοτούμενο τον 13ο μισθό του 2011 και 2012 και την αναλογία του 13ου μισθού για το έτος 2013, συνολικού ύψους €3.613,
  1. Οι κατηγορούμενοι καταχώρησαν μη παραδοχή στις κατηγορίες και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακροαματική διαδικασία. Για να αποδείξει την υπόθεση της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες, τον παραπονούμενο, Κωνσταντίνο Παναγή, ως ΜΚ1 και την επιθεωρήτρια στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων, Μαριλένα Κακουλλή, ως ΜΚ
  2. O ΜΚ1 κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι εργάστηκε ως πωλητής στην κατηγορούμενη 1 για την περίοδο από το 2008 μέχρι το 2013, όπου και παραιτήθηκε. Σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης εργοδότησης του, η οποία ήταν προφορική, θα εργαζόταν πέντε ημέρες την εβδομάδα, ο μηνιαίος του μισθός θα ήταν €1.500,00 και θα του καταβαλλόταν και 13ος μισθός. Οι οδηγίες για την εκτέλεση των καθηκόντων του, του δίνονταν βασικά από τον κατηγορούμενο
  3. Από την κατηγορούμενη 1 αποχώρησε τον Ιούλιο του 2013 γιατί, εκτός από τη μείωση του μισθού του στα €1.298,00, του ζητήθηκε να εργάζεται έξι ημέρες την εβδομάδα. Η διακοπή της συνεργασίας του με την κατηγορούμενη 1 δεν έγινε, όπως ανέφερε, με φιλικό τρόπο. Μετά την αποχώρηση του από την κατηγορούμενη 1, υπέβαλε στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων (στο εξής αναφερόμενο ως το «Τμήμα»), παράπονο για τη μη καταβολή των μισθών του για τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο του 2013 καθώς και τη μη καταβολή των 13ων μισθών του για τα τελευταία 2 1/2 χρόνια. Το εν λόγω παράπονο, κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  4. Ανέφερε ακόμη, ότι προσκόμισε στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων την κατάσταση των αποδοχών του για το μήνα Μάιο του 2013 (Τεκμήριο 2) καθώς και τις καταστάσεις των κοινωνικών του ασφαλίσεων για όλη την περίοδο εργοδότησης του στην κατηγορούμενη 1 (Τεκμήριο 3). Ισχυρίστηκε περαιτέρω, ότι η κατηγορούμενη 1 του κατέβαλλε 13ο μισθό μέχρι και το 2010 και ότι στη συνέχεια σταμάτησε την πληρωμή του. Ουδεμία συνάντηση έγινε με σκοπό να ενημερώσει η κατηγορούμενη 1 για την απόφαση της να μη καταβάλλει 13ου μισθό. Θέση του ήταν, ότι ποτέ δεν συμφώνησε με την αποκοπή του 13ου μισθού του αλλά ούτε και ενημερώθηκε από τη Συντεχνία, στην οποία ήταν μέλος, ότι υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία με τους εργοδότες του. Ανέφερε ακόμη, ότι ο λόγος που δεν ζήτησε την πληρωμή των 13ων μισθών του, ενόσω εργαζόταν στην κατηγορούμενη 1, ήταν γιατί θα τον απέλυαν. Το ζήτημα αυτό το συζήτησε, όπως περαιτέρω ανέφερε, και με τους συναδέλφους του. Ερωτηθείς κατά πόσο γνώριζε ότι η τακτική της κατηγορούμενης 1 ήταν να απολύει τους υπαλλήλους της σε περίπτωση που αυτοί ζητούσαν την πληρωμή του 13ου, ο μάρτυρας απάντησε πως δεν ήταν σε θέση να απαντήσει κάτι τέτοιο. Ανέφερε ακόμη, ότι μετά την υποβολή του παραπόνου του συναντήθηκε με τον αδελφό του κατηγορούμενου 2, ο οποίος του κατέβαλε τους μισθούς των μηνών Ιουνίου και Ιουλίου. Στη συνάντηση αυτή, του προτάθηκε από το πιο πάνω πρόσωπο όπως του καταβληθεί το ποσό των €400,00 ώστε να αποσύρει το παράπονο του για τους 13ους μισθούς. Την εν λόγω πρόταση δεν την έκανε αποδεκτή και εξακολουθεί να αξιώνει την πληρωμή των 13ων μισθών του. Κατά την αντεξέταση του, ο παραπονούμενος διαφώνησε με τις θέσεις που του υποβλήθηκαν ότι, δηλαδή, ποτέ δε συμφωνήθηκε η καταβολή 13ου μισθού και ότι η καταβολή του από την κατηγορούμενη 1 γινόταν χαριστικά, επισημαίνοντας ότι η κατηγορούμενη 1 του κατέβαλλε για τα πρώτα τρία χρόνια της εργοδότησης του 13ο μισθό. Ερωτηθείς κατά πόσο το 2011 έγινε συνάντηση των εργοδοτών του με τους εργοδοτούμενους τους, ο μάρτυρας απάντησε αρνητικά. Ακολούθως, όταν ρωτήθηκε κατά πόσο δεν ήταν παρών σε αυτή τη συνάντηση, ο μάρτυρας απάντησε ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών στη συνάντηση στην οποία οι εργοδότες θα προέβαιναν «σε απολύσεις ή θα σταματούσαν να δίνουν 13ους μισθούς». Στην υποβληθείσα θέση ότι η προαναφερόμενη συνάντηση έλαβε χώρα και ότι ήταν και ο ίδιος παρών, ο μάρτυρας διαφώνησε. Συζήτησε όπως ανέφερε το θέμα αυτό και με άλλους υπαλλήλους της κατηγορούμενης 1 και αποφάσισαν ότι σε περίπτωση που υπέβαλλαν παράπονο η κατηγορούμενη 1 θα τους απέλυε. Σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι δε γνωρίζει κατά πόσο υπέβαλε οποιοσδήποτε άλλος υπάλληλος παράπονο. Τέλος, αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι του ζητήθηκε να εργασθεί μόνο για ένα Σάββατο και όχι, σύμφωνα με τη θέση του, κάθε Σάββατο. Η ΜΚ2 στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της κατέθεσε, αφού προηγουμένως υιοθέτησε το περιεχόμενό της, Γραπτή Δήλωσή («Έγγραφο 1»). Σε αυτήν και στη δια ζώσης μαρτυρία της ανέφερε ότι, από το 2009 εργάζεται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως επιθεωρήτρια στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων στην επαρχία Πάφου. Ανάμεσα στα καθήκοντα της είναι η εξέταση παραπόνων από εργαζόμενους που σχετίζονται με την τήρηση του Νόμου για τη Προστασία των Μισθών του 2007 (Ν.35((I)/2007). Στις 16/7/2013, ο παραπονούμενος (ΜΚ1) υπέβαλε παράπονο για το γεγονός ότι δεν του καταβλήθηκε από την κατηγορούμενη 1 ο 13ος μισθός του για τα έτη 2011, 2012 και η αναλογία του για το
  5. Επίσης, υπέβαλε παράπονο για τη μη καταβολή των δεδουλευμένων μισθών του για τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο του
  6. Στις 23/07/2013 ο παραπονούμενος της ανέφερε ότι η καταβολή του 13ου μισθού δηλωνόταν στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και της προσκόμισε αναλυτική κατάσταση αποδοχών και εισφορών, την οποία αναγνώρισε ως το Τεκμήριο
  7. Σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε την ίδια ημέρα με την υπάλληλο του λογιστηρίου της κατηγορούμενης 1, αυτή της επιβεβαίωσε ότι δεν καταβλήθηκαν στον παραπονούμενο οι μισθοί του. Ανέφερε ακόμη, ότι ο παραπονούμενος την ενημέρωσε ότι σε συνάντηση που είχε με τον διευθυντή της εταιρείας, Χ. Κουρούσιη, του καταβλήθηκαν οι δεδουλευμένοι μισθοί του, όχι όμως και οι 13οι μισθοί. Ακολούθως, όπως ανέφερε η μάρτυρας, στάλθηκε στην κατηγορούμενη 1 συστημένη επιστολή ημερομηνίας 2/08/2013, ζητώντας της όπως, εντός 21 ημερών, προμηθεύσει το Τμήμα με στοιχεία για τη καταβολή ή μη των 13ων μισθών. Η εν λόγω επιστολή επιστράφηκε στο Τμήμα ως αζήτητη στις 30/9/
  8. Σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον κατηγορούμενο 2 στις 11/10/2013, τον ενημέρωσε σχετικά με το παράπονο του παραπονούμενου. Ο τελευταίος την πληροφόρησε ότι από το 2011, είχε ανακοινωθεί στους υπαλλήλους ότι δεν θα καταβαλλόταν 13ος μισθός με σκοπό να αποφευχθούν απολύσεις εργαζομένων. Της είχε αναφέρει ακόμη, ότι οι υπάλληλοι της εταιρείας, περιλαμβανομένου και του παραπονούμενου, αποδέχθηκαν την πρόταση αυτή. Η ίδια, όπως ισχυρίστηκε, του ανέφερε ότι η συγκατάθεση των υπαλλήλων θα έπρεπε να δινόταν γραπτώς και ότι η μη καταβολή του 13ου μισθού αποτελούσε ποινικό αδίκημα σε περίπτωση που αυτός καταβαλλόταν στο παρελθόν. Όταν στη συνέχεια ενημέρωσε τον παραπονούμενο σχετικά με το περιεχόμενο της συνομιλίας της με τον κατηγορούμενο 2, αυτός της ανέφερε ότι η μη καταβολή του 13ου μισθού αποφασίστηκε από την εταιρεία και ανακοινώθηκε στους υπαλλήλους χωρίς να ζητηθεί η συγκατάθεση τους. Η μάρτυρας ανέφερε ακόμη, ότι την ίδια ημέρα είχε σταλεί στην κατηγορούμενη 1 επιστολή με την οποία της ζητούσαν όπως τους εφοδιάσει με στοιχεία σχετικά με το παράπονο του παραπονούμενου. Η επιστολή, ημερομηνίας 11/10/2013, η οποία παραλήφθηκε στις 21/10/2013, κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  9. Στις 7/11/2013, λήφθηκε απαντητική επιστολή από την κατηγορούμενη 1 με την οποία τους γνωστοποιούσε, μεταξύ άλλων, ότι η μη καταβολή των 13ων μισθών δεν έγινε αυθαίρετα και ότι σκοπό είχε την αποφυγή απολύσεων των εργαζομένων της. Η πιο πάνω επιστολή, ημερομηνίας 29/10/2013, η οποία υπογράφεται από τον κατηγορούμενο 2 ως διευθυντή της κατηγορούμενης 1, κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  10. Όταν ενημέρωσε τον παραπονούμενο σχετικά με το περιεχόμενο της προαναφερόμενης επιστολής, ο τελευταίος επέμενε στη θέση του ότι η μη καταβολή των επίμαχων 13ων μισθών δεν έγινε με τη συγκατάθεση του και ότι διεκδικούσε την πληρωμή τους. Η μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήρια 6
(1)και
(2)σχετικά έντυπα με τα στοιχεία των διευθυντών, γραμματέα και εγγεγραμμένου γραφείου της κατηγορούμενης 1. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 6
(1), ο κατηγορούμενος 2 είναι ο γραμματέας και ένας από τους διευθυντές της κατηγορούμενης
  1. Αντεξεταζόμενη, η μάρτυρας, ανέφερε ότι για τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε σε σχέση με τη διερεύνηση του παραπόνου του παραπονούμενου, ετοίμασε, σύμφωνα με τις πρόνοιες του προαναφερόμενου Νόμου, πρακτικό το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο
  2. Αρνήθηκε τη θέση της Υπεράσπισης ότι με τη Γραπτή Δήλωση της («Έγγραφο 1»), εισήγαγε ζητήματα που δεν περιλαμβάνονταν στο Τεκμήριο
  3. Σε σχετικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν κατά πόσο γνώριζε ότι η αξίωση του παραπονούμενου για το 13ο μισθό του 2011 είχε παραγραφεί, η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν είναι νομικός για να γνωρίζει, επισημαίνοντας ότι αυτό που εξέταζε ήταν η καταβολή ή όχι του μισθού και κατά πόσο υπήρχε ποινικό αδίκημα. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο είχε ρωτήσει τον παραπονούμενο για ποιο λόγο δεν υπέβαλε νωρίτερα το παράπονο του, η μάρτυρας απάντησε ότι τον ρώτησε αλλά, λόγω της παρέλευσης αρκετών χρόνων, δεν θυμόταν τι της ανέφερε. Σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι, αυτό που η ίδια θεώρησε σημαντικό είναι ότι ο παραπονούμενος δεν είχε δώσει γραπτώς τη συγκατάθεση του για την μη καταβολή των επίμαχων μισθών του. Στη συνέχεια συμφώνησε με τη θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι, δεν υπάρχει πρόνοια στη σχετική Νομοθεσία ότι θα πρέπει ο εργαζόμενος να δίνει γραπτώς τη συγκατάθεση του για την αποκοπή του μισθού του. Ερωτηθείσα κατά πόσο κατά τη διερεύνηση του παραπόνου εξέτασε εάν οι υπόλοιποι εργαζόμενοι της κατηγορούμενης 1 συγκατατέθηκαν στην αποκοπή του 13ου μισθού τους, η μάρτυρας απάντησε αρνητικά, επισημαίνοντας ότι, όταν υποβάλλεται ένα τέτοιο παράπονο, αυτό που εξετάζεται είναι η θέση του παραπονούμενου και του εργοδότη του. Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων και αφού τους επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά τους σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε, ο κατηγορούμενος 2 επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία και η υπεράσπιση δεν κάλεσε άλλους μάρτυρες. Ο κατηγορούμενος 2, κατά την κυρίως εξέταση του, ανέφερε ότι είναι αυτός που προέβηκε στην πρόσληψη του παραπονούμενου στην κατηγορούμενη 1 και ότι είναι ο ίδιος που συμφώνησε με τον παραπονούμενο τους όρους εργοδότησης του. Σε σχετική ερώτηση, ανέφερε ότι δεν είχε συμφωνηθεί με τον παραπονούμενο η καταβολή 13ου μισθού. Όταν ρωτήθηκε για ποιο λόγο του κατέβαλλαν 13ο μισθό, ο μάρτυρας ανέφερε ότι «στα χρόνια που η εταιρεία πήγαινε καλά» θεώρησαν σωστό όπως δίνουν στους εργαζόμενους τους σαν φιλοδώρημα και 13ο μισθό. Λόγω όμως της συνεχιζόμενης κρίσης, που ξεκίνησε το 2008, έκαναν «εισήγηση» στους εργαζόμενους τους να μη τους καταβάλουν 13ου μισθό ως φιλοδώρημα σε μια προσπάθεια τους να αποφύγουν την απόλυση 4 υπαλλήλων. Θέση του ήταν, ότι όλοι οι εργαζόμενοι ενημερώθηκαν για την πιο πάνω «εισήγηση» περιλαμβανομένου και του παραπονούμενου, τον οποίο, όπως ισχυρίστηκε, ενημέρωσε ο ίδιος. Η προαναφερόμενη «εισήγηση» έγινε αποδεκτή από τους εργαζομένους, περιλαμβανομένου και του παραπονούμενου, ο οποίος, όπως ανέφερε, την αποδέχθηκε «σιωπηλά». Ο παραπονούμενος δεν διαμαρτυρήθηκε για τη μη πληρωμή του 13ου μισθού του ούτε κατά το 2011 αλλά ούτε και για το
  1. Η πρώτη φορά που διαμαρτυρήθηκε για το θέμα αυτό, ήταν όταν τον απέλυσαν. Αναφερόμενος στο λόγο απόλυσης του, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι αυτή έγινε μέσα στα πλαίσια των περικοπών που έγιναν από την κατηγορούμενη 1, ένεκα της συνεχιζόμενης κρίσης. Σε σχετικές ερωτήσεις, ανέφερε ότι ο παραπονούμενος δεν καταχώρησε καμία υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης 1 στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών και ούτε κανένας από τους 30 υπαλλήλους της υπέβαλε παράπονο για τη μη πληρωμή του 13ου μισθού του. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι το φιλοδώρημα, στο οποίο έκανε αναφορά κατά την κυρίως εξέταση του, το έδιναν στους υπαλλήλους τους κάθε τέλος του χρόνου και αντιστοιχούσε στο ύψος ενός μισθού. Όταν του υποβλήθηκε ότι από το περιεχόμενο της επιστολής, Τεκμήριο 5, προκύπτει ότι γνώριζαν για την υποχρέωση τους να καταβάλλουν 13ο μισθό, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο ΜΚ1 ήταν «άδικος» γιατί αντί να εκτιμήσει ότι δεν απολύθηκε ενωρίτερα, απαίτησε τους 13ους μισθούς, τους οποίους δεν έδωσαν σε κανένα υπάλληλο. Εάν όπως περαιτέρω ανέφερε υπήρχε η δυνατότητα για την πληρωμή του 13ου μισθού, αυτός θα δινόταν, όμως εκείνες τις «δύσκολες χρονιές» δεν υπήρχε τέτοια δυνατότητα. Όταν οι εργαζόμενοι ενημερώθηκαν για τη μη καταβολή του 13ου, το αποδέχθηκαν, «εκτός από τον κ. Παναγίδη ο οποίος ήταν ο χειρότερος υπάλληλος και δημιούργησε το πρόβλημα». Ήταν λάθος, όπως περαιτέρω ανέφερε, που δεν τον απέλυσε πιο νωρίς, αφού σε τέτοια περίπτωση δεν θα λάμβανε μισθούς 3 ετών. Όταν του τέθηκε η θέση του παραπονούμενου ότι, δηλαδή, ο λόγος που δεν ζήτησε από την κατηγορούμενη 1 τους 13ους μισθούς του ενόσω ήταν εργοδοτούμενος της, ήταν γιατί φοβόταν ότι θα απολυθεί, ο μάρτυρας ανέφερε ότι εάν ο παραπονούμενος συζητούσε το θέμα μαζί του θα του έλεγε «ξανά ότι αυτή ήταν η απόφαση της εταιρείας και εάν δεν ήθελε την απόφαση αυτή, θα μπορούσε να φύγει». Μετά το πέρας της μαρτυρίας της Υπεράσπισης, οι συνήγοροι προέβηκαν σε αγορεύσεις. Ο κ. Προδρόμου υποστήριξε ότι ενώ ο παραπονούμενος προσλήφθηκε στην κατηγορούμενη 1 με συγκεκριμένους όρους και ωφελήματα, ένας εκ των οποίων ήταν και ο 13ος μισθός, ο οποίος του καταβαλλόταν τα πρώτα χρόνια της εργοδότησης του, ακολούθως η κατηγορούμενη 1 χωρίς τη συγκατάθεση του παραπονούμενου, αποφάσισε την αποκοπή του. Η προσπάθεια της Υπεράσπισης να παρουσιάσει την πληρωμή του 13ου μισθού στον παραπονούμενο ως φιλοδώρημα, ώστε να υποστηρίξει τη θέση της ότι η καταβολή του δεν αποτελούσε υποχρέωση της, καταρρίπτεται, όπως περαιτέρω ανέφερε ο κ. Προδρόμου από την επιστολή της κατηγορούμενης 1, Τεκμήριο 5 στην οποία γίνεται επανειλημμένα αναφορά σε 13ο μισθό. Το κατά πόσο ένα ωφέλημα ονομάζεται 13ος μισθός ή φιλοδώρημα δεν έχει καμία σημασία. Επίσης, με αναφορά στο πιο πάνω Τεκμήριο, ο κ. Προδρόμου υποστήριξε ότι η κατηγορούμενη 1 παραδέχεται την μη καταβολή του 13ου μισθού για τα επίμαχα έτη. Ο κ. Κορακίδης με τη σειρά του υποστήριξε, μέσω της γραπτής αγόρευσης του και στα όσα επιπρόσθετα ανέφερε προφορικά, ότι αυτό που κατέδειξε η μαρτυρία του ίδιου του παραπονούμενου ήταν ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε η πληρωμή σε αυτόν 13ου μισθού. Δέχθηκε, ότι παρά την μη ύπαρξη συμφωνίας για καταβολή 13ου μισθού, η κατηγορούμενη 1 χωρίς να έχει οποιαδήποτε υποχρέωση, κατέβαλλε για κάποιο διάστημα στον παραπονούμενο 13ο μισθό. Η εν λόγω όμως πληρωμή του 13ου μισθού δεν αποτελούσε, όπως περαιτέρω εισηγήθηκε ο κ. Κορακίδης, αντιμισθία, για το λόγο ότι δεν ήταν μέρος της συμφωνημένης αντιπαροχής. Επρόκειτο για πληρωμή η οποία γινόταν χαριστικά προς τον παραπονούμενο και χωρίς οποιαδήποτε υποχρέωση από πλευράς του εργοδότη. Ανέφερε ακόμη, ότι το γεγονός ότι δηλωνόταν στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις το ποσό που η κατηγορούμενη 1 κατέβαλλε στον παραπονούμενο ως 13ο μισθό, δεν καθιστούσε και υποχρεωτική την καταβολή του. Η δήλωση του 13ου μισθού στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις σχετίζεται, όπως περαιτέρω ανέφερε, με την υποχρέωση όπως δηλώνονται στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις όλες οι αποδοχές ενός εργοδοτούμενου. Υποστήριξε επίσης ο κ. Κορακίδης, ότι ο παραπονούμενος δεν διαμαρτυρήθηκε και δεν διαφώνησε με την εισήγηση του εργοδότη του για την μη πληρωμή του 13ου μισθού του και το έπραξε όταν απολύθηκε από την κατηγορούμενη
  2. Η μη διαφωνία και διαμαρτυρία του δημιουργούν, όπως εισηγήθηκε, κώλυμα για την εκ των υστέρων διεκδίκηση των 13ων μισθών του. Σε ότι αφορά τον κατηγορούμενο 2 είναι η θέση του κ. Κορακίδη ότι αυτός θα πρέπει να αθωωθεί αφενός μεν γιατί το άρθρο 20
(5)του Νόμου, δεν τυγχάνει εφαρμογής στη παρούσα υπόθεση, αφετέρου δε γιατί δεν μπορεί να κριθεί ένοχος δυνάμει του άρθρου 20 του Κεφ.
  1. Όπως διαφάνηκε από την ενώπιον μου μαρτυρία δεν φαίνεται να αμφισβητήθηκε η ύπαρξη σχέσης εργοδότησης μεταξύ της κατηγορούμενης 1 και του παραπονούμενου. Δεν φαίνεται επίσης να αμφισβητήθηκε η μη πληρωμή στον παραπονούμενο, του κατ' ισχυρισμό 13ου μισθού, για τα επίμαχα έτη. Η ουσιώδης διάφορα έγκειται στο κατά πόσο αποτελούσε όρο της μεταξύ των συμφωνίας εργοδότησης η πληρωμή 13ου μισθού και κατά πόσο το επιπρόσθετο ποσό που καταβαλλόταν στον παραπονούμενο από το 2007 μέχρι και το 2010 ήταν 13ος μισθός ή επρόκειτο για φιλοδώρημα. Το άλλο ζήτημα που διαφάνηκε μέσα από τη γραμμή υπεράσπισης είναι κατά πόσο ο παραπονούμενος συγκατατέθηκε στη μη πληρωμή του, κατ' ισχυρισμό, 13ου μισθού και κατά πόσο κωλύεται στη διεκδίκηση των κατ' ισχυρισμών 13ων μισθών του ενόψει της μη διεκδίκησης τους για όλο το χρονικό διάστημα που παρέμεινε εργοδοτούμενος της κατηγορούμενης
  2. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάχθηκε κρίνοντας τους μάρτυρες τόσο με βάση τα όσα ανέφεραν όσο και με τον τρόπο που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, έχοντας κατά νου τις σχετικές νομολογιακές αρχές (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ, 447, Ζαμπάς ν. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ., 820, Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1 Α Α.Α.Δ 165). Ο παραπονούμενος, μου έκανε θετική εντύπωση. Κατέθεσε με ευθύτητα, απλότητα, πειστικότητα και δεν υπέπεσε σε οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις που θα κλόνιζαν την αξιοπιστία του. Παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του ότι κατά την πρόσληψη του στην κατηγορούμενη 1 συμφωνήθηκε η καταβολή 13ου μισθού, ότι από τη πρόσληψη του μέχρι και το 2010 λάμβανε 13ο μισθό και ότι ποτέ δεν συγκατατέθηκε στην απόφαση της κατηγορούμενης 1 για την αποκοπή του. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι δεν με βρίσκει σύμφωνη η θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι, δηλαδή, από τη μαρτυρία του ίδιου του παραπονούμενου καταδεικνύεται πως δεν συμφωνήθηκε η πληρωμή 13ου μισθού. Τουναντίον, θεωρώ πως η θέση του μάρτυρα επί του σημείου αυτού ήταν ξεκάθαρη και δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του. Παραθέτω το σχετικό το απόσπασμα από τη μαρτυρία του, κατά την κυρίως εξέταση του. «Ε. Ποιοι οι όροι της συμφωνίας; Τι περιλάμβανε; Α. Η συμφωνία, μου είπαν για το μισθό μου ότι θα ήταν €1.500,00 ακαθάριστα και 13ος μισθός και έτσι έγινε» Πέραν των πιο πάνω, αναφέρω πως η θέση του μάρτυρα ότι η καταβολή 13ου μισθού αποτελούσε ένα από τους όρους της συμφωνίας εργοδότησης του, τον οποίο η κατηγορούμενη 1 εκπλήρωνε μέχρι και το 2010, επιβεβαιώνεται τόσο από το Τεκμήριο 3 όσο και από το περιεχόμενο της επιστολής της κατηγορούμενης 1 προς το Τμήμα, Τεκμήριο
  1. Σημειώνεται, ότι στην προαναφερόμενη επιστολή γίνεται αναφορά στην «εισήγηση» που έκανε η κατηγορούμενη 1 προς τους εργαζόμενους της περί τα τέλη του 2011 για τη μη πληρωμή του «13ου μισθού», εισήγηση η οποία, όπως αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή, επαναλήφθηκε και για το
  2. Στην πιο πάνω επιστολή επίσης, η κατηγορούμενη 1 αναγνωρίζει, μεταξύ άλλων, την υποχρέωση της για την καταβολή του «13ου μισθού». Η θέση του επίσης, ότι δεν συγκατατέθηκε στην απόφαση της κατηγορούμενης 1 για την αποκοπή του 13ου μισθού και η εξήγηση που έδωσε σε σχέση με το λόγο που δεν απαίτησε την πληρωμή των 13ων μισθών του ενόσω εργαζόταν στην κατηγορούμενη 1, χαρακτηριζόταν από ειλικρίνεια. Παρά την έντονη αντεξέτασή στην οποία υποβλήθηκε από το συνήγορο υπεράσπισης, ο μάρτυρας παρέμεινε αμετακίνητος στη θέση του. Επιπρόσθετα, σημειώνω πως δεν διαφεύγει της προσοχής μου, ότι ενώ η κατηγορούμενη 1 μείωσε τον μισθό του παραπονούμενου, σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του, η οποία επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3, το παράπονο που υπέβαλε στο Τμήμα αφορούσε μόνο τους δεδουλευμένους μισθούς του και τους 13ους μισθούς του. Η μη υποβολή παραπόνου για τη μείωση του μισθού του, η οποία σημειώνεται, ότι έγινε, σύμφωνα με το Τεκμήριο 3, μετά την αποκοπή του 13ου μισθού του, καταδεικνύει θα έλεγα τόσο το γνήσιο του παραπόνου του όσο και της εκδοχής του ότι ποτέ δεν συγκατατέθηκε στην απόφαση της κατηγορούμενης 1 για την αποκοπή του 13ου μισθού του. Όσον αφορά την θέση του παραπονούμενου ως προς το λόγο που δεν απαίτησε την πληρωμή των 13ων μισθών του, ενόσω εργοδοτείτο στην κατηγορούμενη 1, θεωρώ ότι αυτή δεν στερείται βασιμότητας και λογικής. Σημειώνω στο σημείο αυτό, πως δεν θεωρώ ότι είναι ουσιώδους σημασίας κατά πόσο η κατηγορούμενη 1 θα απέλυε τον παραπονούμενο εάν αυτός απαιτούσε το 13ο μισθό του, ως ήταν η θέση του παραπονούμενου, ή ότι θα μπορούσε, εάν επιθυμούσε, να αποχωρήσει από μόνος του σε περίπτωση που δεν συμφωνούσε με την απόφαση της κατηγορούμενης 1, ως ήταν η θέση του κατηγορούμενου
  3. Είναι, θεωρώ, προφανές ότι αυτό που είχε σημασία για τον παραπονούμενο ήταν να μην απωλέσει την εργασία του. Και αυτός ήταν και ο λόγος που δεν διαμαρτυρήθηκε ενόσω εργαζόταν στην κατηγορούμενη
  4. Ο συνήγορος Υπεράσπισης επισήμανε στο Δικαστήριο ότι ο παραπονούμενος υπέβαλε το παράπονο του μετά την απόλυση του, αφήνοντας να νοηθεί ότι η υποβολή του παραπόνου του αποδίδεται σε αλλότρια κίνητρα που σχετίζονται με την απόλυση του. Πέραν των όσων ανέφερα πιο πάνω για το γνήσιο του παραπόνου του, θα πρέπει να σημειώσω ότι η εκδοχή της Υπεράσπισης για απόλυση του παραπονούμενου, προβλήθηκε για πρώτη φορά όταν ο κατηγορούμενος 2 κατέθετε ενόρκως, χωρίς η θέση του αυτή να υποβληθεί στον παραπονούμενο, ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να τοποθετηθεί. Σημειώνεται επίσης, ότι η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τη θέση του παραπονούμενου ότι αποχώρησε από την κατηγορούμενη 1, αφού υπέβαλε την παραίτηση του στον κατηγορούμενο
  5. Δεν μου διαφεύγει, ωστόσο, το γεγονός ότι ενώ αρχικά ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι δεν έγινε η κατ' ισχυρισμό συνάντηση κατά την οποία ανακοινώθηκε η απόφαση της κατηγορούμενης 1 για αποκοπή του 13ου μισθού, στη συνέχεια, όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία του κατά την αντεξέταση του, γνώριζε ότι έλαβε χώρα μια τέτοια συνάντηση χωρίς βέβαια να δεχθεί σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του ότι ήταν και ο ίδιος παρών. Το γεγονός, ωστόσο αυτό, θεωρώ, ότι είναι επουσιώδες και δεν δημιουργεί πλήγμα στην αξιοπιστία του. Αυτό το οποίο θεωρώ ουσιώδες στην προκείμενη περίπτωση δεν ήταν αν η απόφαση της κατηγορούμενης 1 ανακοινώθηκε στους υπαλλήλους της σε συνάντηση, στην οποία, σύμφωνα με τη θέση της Υπεράσπισης ήταν και ο παραπονούμενος παρών, αλλά εάν αυτός συγκατατέθηκε με την απόφαση της. Συνεπώς η μαρτυρία του παραπονούμενου, η οποία επιβεβαιώνεται και από τα Τεκμήρια που έχουν κατατεθεί, γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη, με εξαίρεση το πιο πάνω σημείο. Αποτελεί σταθερή θέση της νομολογίας μας ότι το Δικαστήριο, αφ' ης στιγμής κρίνει ως αξιόπιστο ένα μάρτυρα μπορεί να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (βλ. Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 243/12 ημερ. 2/5/14). Η ΜΚ2, επίσης μου έκανε θετική εντύπωση και θεωρώ ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια. Ήταν θετική στη μαρτυρία της και παρέθεσε τα γεγονότα που περιήλθαν σε γνώση της μέσα από την εκτέλεση των καθηκόντων της. Δεν διέκρινα επίσης, ότι η μάρτυρας είχε οποιοδήποτε λόγο να πει ψέματα ή να κινηθεί εκδικητικά εναντίον των κατηγορούμενων. Η γνώση της για τα γεγονότα για τα οποία κατέθεσε ήταν άμεση και προσωπική, αφού ήταν το πρόσωπο που διερεύνησε το παράπονο του ΜΚ
  6. Απαντούσε με ευθύτητα, σαφήνεια και αμεσότητα, δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις και ήταν σταθερή στη μαρτυρία της. Μέρος της μαρτυρίας της, όπως η υποβολή του παραπόνου από τον ΜΚ1 στο Τμήμα, οι επιστολές τις οποίες το Τμήμα απέστειλε στην κατηγορούμενη 1 και η επιστολή της τελευταίας προς το Τμήμα, επιβεβαιώνεται από τα σχετικά Τεκμήρια που κατατέθηκαν. Τα όσα επίσης ανέφερε στη Γραπτή της Δήλωση («Έγγραφο 1»), συνάδουν με το περιεχόμενο του πρακτικού (Τεκμήριο 7), που ετοίμασε στα πλαίσια της διερεύνησης του παραπόνου και σε κάθε περίπτωση δεν εισήγαγε με τη Γραπτή Δήλωση της ζητήματα που δεν περιλαμβάνονταν στο εν λόγω Τεκμήριο, ως ήταν η θέση που της υποβλήθηκε από την Υπεράσπιση. Επίσης, για όσα ζητήματα ερωτήθηκε και δεν γνώριζε την απάντηση, με ειλικρίνεια ανέφερε ότι δεν γνώριζε, χωρίς να καταφεύγει σε υπεκφυγές. Οι εξηγήσεις επίσης που έδωσε αναφορικά με το λόγο που δεν διερεύνησε κατά πόσο οι υπόλοιποι εργοδοτούμενοι της κατηγορούμενης 1 συγκατατέθηκαν ή όχι στην αποκοπή του 13ου μισθού, ήταν πειστικές. Η θέση της, ωστόσο, ότι σε περίπτωση που ο παραπονούμενος έδινε τη συγκατάθεση του για την αποκοπή του 13ου μισθού του, αυτή θα έπρεπε να δινόταν γραπτώς, αποτελεί νομική θέση και ως τέτοια δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Συνακόλουθα, αποδέχομαι τη μαρτυρία της ΜΚ2 ως αξιόπιστη στην ολότητα της, εκτός από το πιο πάνω σημείο. Ο κατηγορούμενος 2 δεν με έπεισε για την ειλικρίνεια του και τη γνησιότητα της εκδοχής του, ότι δεν συμφωνήθηκε η καταβολή στον παραπονούμενο 13ου μισθού και ότι η καταβολή 13ου μισθού σε αυτόν, δινόταν ως φιλοδώρημα «στα χρόνια που η εταιρεία πήγαινε καλά». Πέραν του ότι δεν υποβλήθηκε στον παραπονούμενο η θέση του ότι, δηλαδή, είναι με τον ίδιο που συμφώνησε τους όρους εργοδότησης του, ώστε να δοθεί στον τελευταίο η δυνατότητα να τοποθετηθεί, οι αναφορές του προς υποστήριξη της θέσης του ότι η καταβολή ενός επιπλέον μισθού στον παραπονούμενο δινόταν ως φιλοδώρημα όσο αυτή δεν αντιμετώπιζε προβλήματα, στερούνται πειστικότητας, είναι αντιφατικές και αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του. Πιο συγκεκριμένα, ενώ κατά την κυρίως εξέταση του ισχυρίστηκε ότι παρά την κρίση που άρχισε από το 2008, η εταιρεία κατέβαλλε προσπάθειες να μην απολύσει υπαλλήλους της καταλήγοντας στην εισήγηση της για αποκοπή του 13ου μισθού το 2011, στην επιστολή, Τεκμήριο 5, που υπενθυμίζω πως ο ίδιος υπέγραψε, γίνεται αναφορά σε απολύσεις που έγιναν από το 2008 στο εργατικό δυναμικό της εταιρείας και ακολούθως σε επιστάτες της. Υπενθυμίζω πως σύμφωνα με το Τεκμήριο 5, η προαναφερόμενη «εισήγηση» έγινε περί τα τέλη του 2011, αφού δηλαδή προηγήθηκαν οι πιο πάνω απολύσεις. Επίσης, η θέση του ότι η κατηγορούμενη 1 έδινε, ως φιλοδώρημα, 13ο μισθό στα χρόνια που η εταιρεία «πήγαινε καλά», κλονίζεται με την αναφορά του σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ότι η κατηγορούμενη 1 αντιμετώπιζε, λόγω της οικονομικής κρίσης, προβλήματα από το
  7. Προβλήματα μάλιστα, που σύμφωνα με το Τεκμήριο 5, την οδήγησαν από το 2008 , στην απόλυση υπαλλήλων της. Και ενώ σύμφωνα πάντοτε με το Τεκμήριο 5, η οικονομική κρίση συνεχιζόταν με αμείωτους ρυθμούς με αποτέλεσμα να μειωθούν δραστικά οι εργασίες της, αυτή συνέχισε να καταβάλλει στον παραπονούμενο το, κατ' ισχυρισμό φιλοδώρημα, μέχρι και το
  8. Δεν μου διαφεύγει επίσης, ότι σε κανένα σημείο της επιστολής, Τεκμήριο 5, δεν καταγράφεται η εκδοχή που ο μάρτυρας παρουσίασε στο Δικαστήριο ότι, δηλαδή, η καταβολή 13ου μισθού δινόταν ως φιλοδώρημα και μόνο στην περίπτωση που η εταιρεία είχε θετική πορεία. Αντίθετα, αυτό το οποίο ξεκάθαρα συνάγεται από το περιεχόμενο της πιο πάνω επιστολής είναι ότι η εταιρεία αναγνώριζε την υποχρέωση της για την καταβολή του 13ου μισθού. Πέραν τούτου, θεωρώ πως εάν ευσταθούσε η πιο πάνω εκδοχή του μάρτυρα ότι, δηλαδή, ο 13ος μισθός δινόταν ως φιλοδώρημα στην περίπτωση που η κατηγορούμενη 1 είχε θετική πορεία, δεν θα υπήρχε λόγος να εξασφαλίσει, σύμφωνα με την εκδοχή της υπεράσπισης, την συναίνεση όλων των υπαλλήλων της για την αποκοπή του. Δεν έχω καμία αμφιβολία λοιπόν ότι, η πιο πάνω θέση του μάρτυρα αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη του σε μια προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο ότι η πληρωμή του 13ου μισθού δινόταν ως φιλοδώρημα στον παραπονούμενο και κατ' επέκταση ότι δεν είχε καμία υποχρέωση για την καταβολή του. Όσον αφορά τη θέση του μάρτυρα ότι ο παραπονούμενος συγκατατέθηκε στην «εισήγηση» της κατηγορούμενης 1 για την αποκοπή του 13ου μισθού, αναφέρω πως αυτή δεν γίνεται αποδεκτή. Πέραν του ότι έρχεται σε αντίθεση με τη μαρτυρία του παραπονούμενου την οποία αποδέχθηκα ως αξιόπιστη, αυτό που διαφάνηκε από τη μαρτυρία του είναι ότι η κατηγορούμενη 1 θα προχωρούσε στην υλοποίηση της απόφασης της, ανεξάρτητα εάν ο παραπονούμενος δεν συναινούσε με αυτή. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από την απάντηση που έδωσε ο κατηγορούμενος 2 όταν του υποβλήθηκε ότι ο λόγος που ο παραπονούμενος δεν ζήτησε, ενόσω εργαζόταν στην κατηγορούμενη 1, τον 13ο μισθό του ήταν γιατί θα τον απέλυαν. Όταν έχεις μίαν απαίτηση, όπως ανέφερε ο μάρτυρας, «να τη συζητήσεις μαζί μου. Τι σημαίνει φοβόταν την απόλυση; Θα κάναμε συζήτηση, θα του έλεγα ξανά ότι αυτή είναι η απόφαση της εταιρείας και αν δεν ήθελε την απόφαση αυτή θα μπορούσε να φύγει. Τι καλύτερες σχέσεις μπορούσε να έχει ένας υπάλληλος της εταιρείας με τον εργοδότη του;». Από την πιο πάνω αναφορά του όμως καταδεικνύεται και κάτι ακόμη. Ότι, δηλαδή, ο παραπονούμενος δεν συγκατατέθηκε, έστω και σιωπηλά, στην αποκοπή του 13ου μισθού του, ως ήταν η θέση της Υπεράσπισης. Εάν πράγματι συνέβαινε κάτι τέτοιο, αυτό που λογικά θα αναμενόταν από τον κατηγορούμενο 2 ήταν να του υποδείξει στη συζήτηση που θα είχαν ότι είχε ήδη δώσει τη συγκατάθεση του όταν του ανακοινώθηκε η απόφαση της κατηγορούμενης 1 και όχι να του επαναλάβει την απόφαση της εταιρείας. Στη βάση όλων των πιο πάνω, δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία και εκδοχή του κατηγορούμενου 2, την οποία κρίνω ως αναξιόπιστη. Έχοντας αξιολογήσει την ενώπιον μου μαρτυρία μπορώ με ασφάλεια να καταλήξω στα πιο κάτω ευρήματα: Ο παραπονούμενος ήταν εργοδοτούμενος της κατηγορουμένης
  9. Ένας εκ των διευθυντών της είναι ο κατηγορούμενος
  10. Κατά την πρόσληψη του παραπονούμενου στην κατηγορούμενη 1 συμφωνήθηκαν προφορικά οι όροι της εργοδότησης του. Ένας από τους όρους της συμφωνίας εργοδότησης του ήταν η καταβολή 13ου μισθού. Από την αρχή της εργοδότησής του παραπονούμενου στην κατηγορούμενη 1, τον Σεπτέμβριο του 2007 μέχρι και το 2010, η κατηγορούμενη 1 του κατέβαλλε κάθε τέλος του έτους 13ο μισθό. Ο 13ος μισθός δηλωνόταν στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις (Τεκμήριο 3). Η κατηγορούμενη 1 από το 2011 μέχρι και την αποχώρηση του παραπονούμενου από αυτήν, τον Ιούλιο του 2013, δεν του κατέβαλε 13ο μισθό. Ο παραπονούμενος δεν συγκατατέθηκε στην απόφαση της κατηγορούμενης 1 για την αποκοπή του 13ου μισθού του. Ο παραπονούμενος μετά την αποχώρηση του από την κατηγορούμενη 1, υπέβαλε στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων παράπονο για τη μη καταβολή των δεδουλευμένων του μισθών για τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο του 2013 και την μη καταβολή του 13ου μισθού του για το 2011, 2012 και αναλογία για το
  11. Μετά την υποβολή του παραπόνου η κατηγορούμενη 1 του κατέβαλε τους δεδουλευμένους του μισθούς όχι όμως και τους πιο πάνω 13ους μισθούς του. Ο κατηγορούμενος 2 σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με την ΜΚ2 στις 11/10/2013, την πληροφόρησε ότι από το 2011, είχε ανακοινωθεί στους υπαλλήλους της κατηγορούμενης 1 η απόφαση της ότι δεν θα καταβαλλόταν σε αυτούς 13ος μισθός με σκοπό να αποφευχθούν απολύσεις εργαζομένων. Ο κατηγορούμενος 2, με την ιδιότητα του ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1, απέστειλε στο Τμήμα επιστολή ημερομηνίας 20/10/2013, με την οποία γνωστοποιούσε τους λόγους που η κατηγορούμενη 1 έλαβε την απόφαση για την αποκοπή του 13ου από το 2011 και τους λόγους για τους οποίους δεν καταβλήθηκαν στον παραπονούμενο οι επίμαχοι 13οι μισθοί. Ο παραπονούμενος διεκδικεί την πληρωμή των πιο πάνω 13ων μισθών του. Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλ. Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.» Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Η κατηγορία που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη 1 αφορά το αδίκημα της μη πληρωμής μισθού κατά παράβαση των άρθρων 2, 9
(1)και 20 του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2007 (35(I)/2007), στο εξής αναφερόμενος ως ο «Νόμος». Το αδίκημα της παράλειψης πληρωμής μισθού, όπως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία, είναι αδίκημα αυστηρής ευθύνης, υπό την έννοια ότι δεν απαιτεί την απόδειξη οποιουδήποτε στοιχείου ένοχης διάνοιας (mens rea) (βλ. MAGAR TERΕZIAN v. Γιάννου Θεόδωρου, Ποινική Έφεση αρ. 198/2015, 2/12/2016, καθώς και AESTAS TRADING LTD κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ, Ποινική Έφεση αρ. 78/2014, 79/2014, 3/9/2015). Το άρθρο 9 του Νόμου διαλαμβάνει ότι: «9. -
(1)Η συχνότητα της πληρωμής των μισθών πρέπει να είναι τουλάχιστον εβδομαδιαία, εκτός για μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό, οπότε πρέπει να είναι τουλάχιστον μηνιαία.» Ως προς το τι δύναται να συνιστά "μισθό" εν τη εννοία του Νόμου, σχετικές είναι οι πρόνοιες του αρ. 2 του Νόμου: «...κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από απασχόληση εργοδοτούμενου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης, και περιλαμβάνει τις εισφορές ταμείων προνοίας, καθώς επίσης και την εισφορά που πρέπει να καταβάλλεται στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου και δεν περιλαμβάνει έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex- gratia) πληρωμές.» Οι πρόνοιες του αρ.10 του Νόμου, παράβαση των οποίων συνιστά αδίκημα με βάση το αρ.20, έχουν ως εξής: «10.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)του παρόντος άρθρου, δεν επιτρέπονται αποκοπές ποσών από το μισθό, παρά μόνο: (α) αποκοπές που προνοεί νόμος ή κανονισμός· (β) αποκοπές σύμφωνα με κανονισμούς ταμείων σύνταξης, ταμείων προνοίας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης· (γ) αποκοπές δυνάμει δικαστικής απόφασης˙ (δ) αποκοπές για αποζημίωση λόγω ζημιάς που υπέστη η επιχείρηση και που προκλήθηκε σκόπιμα ή ένεκα βαριάς αμέλειας του εργοδοτούμενου· και (ε) άλλες αποκοπές, μετά από συγκατάθεση του εργοδοτούμενου.
(2)..................................
(3)..................................
(4)...........................................................................................................» Σύμφωνα με τα πιο πάνω, η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρχε σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου στα πλαίσια της οποίας ο παραπονούμενος δικαιούτο να λαμβάνει μισθό. Κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό να σημειώσω, πως ο βασικός νόμος τροποποιήθηκε στις 28/12/2012 με τον τροποποιητικό Νόμο, ήτοι τον Ν.200(Ι)/2012. Οι σημαντικές αλλαγές που έγιναν στο νόμο ήταν, πέραν της αύξησης των προβλεπόμενων ποινών, η μετατόπιση του βάρους απόδειξης στον κατηγορούμενο εργοδότη ότι όντως πλήρωσε τους οφειλόμενους μισθούς (αρ.12
(3)) ως επίσης και η παροχή εξουσίας στο Δικαστήριο να εκδίδει διάταγμα καταβολής των οφειλόμενων μισθών σε περίπτωση καταδίκης του εργοδότη (αρ.20
(2)). Η πρόνοια του άρθρου 12
(3)του Νόμου, σύμφωνα με την οποία, «Το βάρος της απόδειξης για την καταβολή του μισθού σε εργοδοτούμενο φέρει ο εργοδότης», θεωρώ πως έχει αναδρομική ισχύ καθώς δεν είναι ουσιαστικής φύσης αλλά σχετίζεται με την απόδειξη (βλ. Σοφοκλέους κ.α. ν. Στυλιανού
(1992)1Α Α.Α.Δ. 81). Όπως αναφέρεται πιο πάνω, το γεγονός ότι μεταξύ της κατηγορούμενης 1 και του παραπονούμενου υπήρχε σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου, δεν τελούσε υπό αμφισβήτηση και αποτελεί ένα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Αδιαμφισβήτητη ήταν και η μη καταβολή του 13ου μισθού για τα έτη 2011, 2012 και η αναλογία του για το 2013, που επίσης αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου. Η βασική γραμμή Υπεράσπισης ήταν ότι δεν συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων η πληρωμή 13ου μισθού, ότι η πληρωμή του μέχρι και το 2010 είχε τη μορφή φιλοδωρήματος και ότι ο παραπονούμενος συγκατατέθηκε στην απόφαση της κατηγορούμενης 1 για την αποκοπή του. Όπως προκύπτει από τον πιο πάνω ορισμό, μισθός είναι κάθε παροχή του εργοδότη οποιασδήποτε μορφής ή ονομασίας ή ειδικότερης αιτίας, η οποία χορηγείται ως αντάλλαγμα για την εργασία του εργοδοτουμένου. Περαιτέρω, από τον πιο πάνω ορισμό προκύπτει ότι η παροχή πρέπει να είναι «τακτική», κάτι το οποίο λογικά συνεπάγεται παροχή η οποία χορηγείται σταθερά και μόνιμα ως τακτικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Ο Νόμος στην ερμηνεία του μισθού δεν κάνει αναφορά σε 13ο μισθό αλλά σε κάθε κέρδος που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης. Αυτό που εξαιρείται από την έννοια του μισθού είναι οι έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex-gratia) πληρωμές. Δεδομένου ότι η κατηγορούμενη 1 κατέβαλλε σταθερά και τακτικά στον παραπονούμενο κάθε τέλος του έτους, από τον πρώτο χρόνο εργοδότησης του, το 2007, μέχρι και το 2010, ένα πρόσθετο ποσό, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι αυτό συνιστούσε πληρωμή «μισθού» εν τη εννοία του Νόμου (βλ. άρθρο 2) και μάλιστα 13ου μισθού. Ως τέτοιος «μισθός» επομένως, εμπίπτει στις προστατευτικές πρόνοιες του Νόμου και δεν μπορούσε, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Νόμου, να αποκοπεί χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του παραπονούμενου. Από το σύνολο της αξιόπιστης μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον μου και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, καταλήγω ότι ο παραπονούμενος δεν είχε δώσει τη συγκατάθεση του για την αποκοπή των 13ων μισθών του. Ούτε το γεγονός ότι ο παραπονούμενος δεν αξίωσε την πληρωμή των 13ων μισθών του ενόσω εργοδοτείτο στην κατηγορούμενη 1, αλλά τους διεκδίκησε μετά την αποχώρηση του, μπορεί, για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του, να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι αποποιήθηκε του δικαιώματος του για διεκδίκηση τους. Ενόψει των όσων αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον της κατηγορουμένης 1, σε σχέση με την πρώτη κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει και ως εκ τούτου κρίνεται ένοχη σε αυτή. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο 2, σημειώνω ότι η εναντίον του κατηγορία, μετά την τροποποίηση του κατηγορητηρίου, εδράζεται στο άρθρο 20 του Κεφ. 154. Ο συνήγορος του, εισηγήθηκε ότι το άρθρο 20
(5)του Νόμου δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό εξέταση περίπτωση, εισήγηση η οποία με βρίσκει σύμφωνη. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν δύναται να καταδικασθεί δυνάμει του άρθρου 20 του Κεφ. 154. Προς υποστήριξη δε της εισήγησης του, σε σχέση με το άρθρο 20 του Κεφ. 154 επικαλέστηκε την υπόθεση Διευθυντής Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων v. NICOS A NIKOLAOY DEVELOPERS AND CONTRACTORS LIMITED κ.α. του Ε.Δ. Λεμεσού με αριθμό 5664/13, στην οποία γίνεται μνεία στην υπόθεση Peppis Company Ltd v. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1999)2 Α.Α.Δ.
  1. Με κάθε σεβασμό προς το συνήγορο του κατηγορούμενου 2, η εισήγηση του αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη, αφού η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται από την πιο πάνω υπόθεση. Πιο συγκεκριμένα, στην πιο πάνω υπόθεση του Ε.Δ. Λεμεσού, και οι δύο κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν από κοινού τις κατηγορίες για τις οποίες διώκονταν, ενώ στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν ξεχωριστές κατηγορίες. Όπως προανέφερα, η μεν κατηγορούμενη 1 διώκεται ως εργοδότης του παραπονούμενου (πρώτη κατηγορία), ο δε κατηγορούμενος 2, ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1, ο οποίος την παρακίνησε, κατά παράβαση του άρθρου 20 του Κεφ. 154, να μην καταβάλει τους οφειλόμενους μισθούς (δεύτερη κατηγορία). Το ερώτημα λοιπόν που θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό, για το άρθρο 20 του Κεφ. 154, την ενοχή του κατηγορούμενου
  2. Η απάντηση στο ερώτημα δεν μπορεί παρά να είναι θετική. Αυτό που διαφάνηκε από την ενώπιον μου μαρτυρία και πιο συγκεκριμένα από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 και τη μαρτυρία της ΜΚ2 σε σχέση με την επικοινωνία που είχε με τον κατηγορούμενο 2, ήταν ότι ο τελευταίος διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην απόφαση της κατηγορούμενης 1 να μη καταβάλει τους 13ους μισθούς που οφείλονταν στον παραπονούμενο και να διαπράξει έτσι το αδίκημα που αντιμετωπίζει. Στη βάση λοιπόν των ευρημάτων μου και των αρχών που διατυπώθηκαν στις αποφάσεις Μάρκος Μάρκου v. Τάκη Παπαγεωργίου, Ποινική Έφεση 58/2016, 16/3/2017, Παυλόπουλος Αθανάσιος v. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, MAGAR TERΕZIAN και Peppis Company (ανωτέρω) καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την ενοχή και του κατηγορούμενου 2 στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, η κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στην πρώτη κατηγορία και ο κατηγορούμενος 2 ένοχος στη δεύτερη κατηγορία. (Υπ.) ................. Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.