← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Mikheili Khoshmazarashvili κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6442/16, 4/9/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Mikheili Khoshmazarashvili κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6442/16, 4/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B33 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6442/16 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν.

  1. Mikheili Khoshmazarashvili, από τη Γεωργία
  2. Vladimer Dolidje, από τη Γεωργία Κατηγορούμενων ----------------------------- Ημερομηνία: 4/9/2017 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Σάββα Για τους κατηγορούμενους 1 και 2: εμφανίζονται προσωπικά Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν την κατηγορία της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, την κατηγορία της συνομωσίας προς διάπραξη πλημμελήματος, κατά παράβαση του άρθρου 372 του Ποινικού Κώδικα, την κατηγορία της διάρρηξης κατοικίας, κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 291 και 292(α) του Ποινικού Κώδικα, την κατηγορία της κλοπής από κατοικία, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 266(β) του Ποινικού Κώδικα, την κατηγορία της παράνομης κατοχής περιουσίας, κατά παράβαση των άρθρων 20, 21 και 309 του Ποινικού Κώδικα και τέλος, την κατηγορία της κλεπταποδοχής, κατά παράβαση των άρθρων 20, 21 και 306(α) του Ποινικού Κώδικα (βλ. τις κατηγορίες 1 μέχρι 5 και 15, κατ' αντιστοιχία αδικήματος). Επιπλέον, ο 1ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και την κατηγορία της κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων εν καιρώ ημέρας, επί σκοπώ τη διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 296(δ) του Ποινικού Κώδικα (βλ. την 6η κατηγορία) καθώς και τις κατηγορίες 7 μέχρι 14, αναλυτικά, ως ακολούθως: πλαστογραφία άδειας οδήγησης, χρησιμοποίηση πλαστογραφημένης άδειας οδήγησης (δυο κατηγορίες), πλαστοπροσωπία (δυο κατηγορίες), παράνομη είσοδος στη Δημοκρατία δια μέσου μη εγκριμένου λιμανιού, παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία και τέλος, είσοδος στη Δημοκρατία από απαγορευμένο μετανάστη. Η παρούσα απόφασή μου αφορά μόνο τον 1ο κατηγορούμενο και τις κατηγορίες 1 μέχρι 6 και
  3. Αυτό, επειδή, πριν από την έναρξη της ακρόασης παραδέχθηκε όλες τις άλλες κατηγορίες, ενώ ο 2ος κατηγορούμενος, μετά την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασής μου με την οποία κλήθηκε σε απολογία παραδέχθηκε και τις 6 κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας καταλογίζεται στους κατηγορούμενους, ότι στις 8/10/2016, στην Πάφο συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν τα κακουργήματα των κατηγοριών 3 και
  4. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι στις 8/10/2016, στην Πάφο συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν πλημμέλημα, δηλαδή, το αδίκημα που αναφέρεται στην 5η κατηγορία. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι στις 8/10/2016, στην επαρχία Πάφου, διέρρηξαν και εισήλθαν στην κατοικία του Roman Rozhnikovskiy, από τη Ρωσία και τώρα στο Νέο Χωριό που βρίσκεται στο συγκρότημα κατοικιών με την ονομασία «GOLDEN BEACH VILLAS» στο Νέο Χωριό και διέπραξαν μέσα σ' αυτή την κλοπή που αναφέρεται στην 4η κατηγορία. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 4ης κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 3η κατηγορία, έκλεψαν από την κατοικία που αναφέρεται στην 3η κατηγορία, το χρηματικό ποσό των €12.500,00, ένα ηλεκτρονικό υπολογιστή μάρκας APPLE MAC BOOK PRO, μαζί με το φορτιστή του, αξίας €1.000,00, ένα ποντίκι ηλεκτρονικού υπολογιστή μάρκας LOGITECH και ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας APPLE I-PHONE, περιουσία του Roman Rozhnikovskiy και της Irina Rozhnikovskiya από τη Ρωσία και τώρα στο Νέο Χωριό. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 5ης κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι στις 8/10/2016, στη λεωφόρο Μεσόγης στην επαρχία Πάφου, είχαν στην κατοχή τους ένα δερμάτινο πορτοφόλι που περιείχε το χρηματικό ποσό των €25,00, ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας APPLE I-PHONE μέσα σε μαύρη θήκη που φέρει την επιγραφή LOUIS VUITΤON, ένα ταξιδιωτικό τσαντάκι που περιέχει το χρηματικό ποσό των €20,00 και μια κάρτα MICRO SIM, μια ηλεκτρική συσκευή με την επιγραφή ECOPORK SHIGA I DT με το φορτιστή της, ένα ζεύγος γυαλιά ηλίου μάρκας GUCCI και ένα άρωμα μάρκας AQUA BOSS ELEMENT, για τα οποία υπήρχαν εύλογες υπόνοιες ότι ήταν κλοπιμαία. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 6ης κατηγορίας, καταλογίζεται στον 1ο κατηγορούμενο ότι κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 5η κατηγορία, εν καιρώ ημέρας είχε στην κατοχή του διαρρηκτικά εργαλεία, δηλαδή, μια μεταλλική λάμα, μήκους 10 εκατοστών περίπου, επί σκοπώ διάπραξης κακουργήματος. Τέλος, με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 15ης κατηγορίας, καταλογίζεται και τους δυο κατηγορούμενους ότι κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 3η κατηγορία, αποδέχθηκαν ή κατακρατούσαν περιουσία που γνώριζαν ότι κλάπηκε ή αποκτήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο κάτω από περιστάσεις που συνιστούν κακούργημα, δηλαδή, το χρηματικό ποσό των €12.500,00, ένα ηλεκτρονικό υπολογιστή μάρκας APPLE MAC BOOK PRO, μαζί με το φορτιστή του, αξίας €1.000,00, ένα ποντίκι ηλεκτρονικού υπολογιστή μάρκας LOGITECH και ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας APPLE I-PHONE. Προς απόδειξη των παραπάνω κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε ως μάρτυρες: τον εξεταστή της υπόθεσης, αρχιλοχία 1319 Νεόφυτο Σπύρου, τους παραπονούμενους στις κατηγορίες 3 και 4, Roman Rozhnikovskiy και Irina Rozhnikovskiya, τον αστυφύλακα 3894 Άντη Γερμανό, τον ειδικό αστυφύλακα 5820 Κόνωνα Στεφάνου, τον αρχιαστυφύλακα 1692 Παναγιώτη Νικολάου, τους αστυφύλακες, 2827 Χαράλαμπο Ιακώβου και 3281 Χαράλαμπο Ιωάννου, τον ειδικό αστυφύλακα 5063 Γιώργο Γεωργίου, την αστυφύλακα 3025 Έλενα Παρπέρη και τέλος, τους διερμηνείς, Ιρίνα Πατρόκλου και Badri Nanobashvili (Μ.Κ.1 μέχρι 12, αντίστοιχα). O 1ος κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε σε απολογία - σ' όλες τις κατηγορίες - και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του κατάθεσε ενόρκως, χωρίς να καλέσει κανένα μάρτυρα προς υπεράσπισή του. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν τις υπό κρίση κατηγορίες είναι η εξής: Οι Μ.Κ.2 και 3 που είναι αντρόγυνο από τη Ρωσία, διαθέτουν εξοχική - ισόγεια κατοικία στο συγκρότημα κατοικιών με την ονομασία «Golden Beach» στο Νέο Χωριό. Οι πιο πάνω, στις 8/10/2016 και ώρα 10:00 έφυγαν από την κατοικία τους και μετέβησαν στο «σπα» του ξενοδοχείου «Άγιοι Ανάργυροι.» Φεύγοντας, ο Μ.Κ.2 έκλεισε τις πόρτες και τα παράθυρα, ωστόσο δε θυμόταν αν είχε κλείσει και το παράθυρο του μπάνιου. Όταν γύρω στις 16:00 επέστρεψαν και εισήλθαν στην κατοικία τους, όλα φαίνονταν φυσιολογικά. Ωστόσο, ο μάρτυρας πρόσεξε ότι η πόρτα του γραφείου του ήταν ανοικτή. Επειδή πάντοτε την έκλεινε, ανησύχησε, οπότε πήγε να δει αν έλειπε οτιδήποτε από το γραφείο του. Όταν μπήκε μέσα είδε ότι έλειπε από το γραφείο του ο φορητός ηλεκτρονικός υπολογιστής του (τεκμήριο 14), αξίας περίπου €1.000,00, μαζί με την πλαστική θήκη του, ο φορτιστής του (τεκμήριο 15) καθώς και το ποντίκι του (τεκμήριο 16). Επιπλέον, μέσα σε ντουλάπι του γραφείου είχε ένα άδειο κουτί πούρων, στο οποίο είχε τον τίτλο ιδιοκτησίας της κατοικίας καθώς και το χρηματικό ποσό των €12.500,00, σε χαρτονομίσματα των €500,00 (τεκμήρια 18 και 19, τα 25, συνολικά, χαρτονομίσματα), το οποίο, επίσης έλειπε. Με τη σειρά της, η Μ.Κ.3 διαπίστωσε ότι έλειπε το κινητό της τηλέφωνο (τεκμήριο 17), αξίας €500,00, το οποίο είχε αφήσει στο τραπέζι της κουζίνας για να φορτιστεί. Την ίδια μέρα και περί ώρα 11:37, οι ειδικοί αστυφύλακες 5820 Στεφάνου (Μ.Κ.5) και 5063 Γεωργίου (Μ.Κ.9) και οι δυο τού τμήματος τροχαίας της Α. Δ. Πάφου, ενώ βρίσκονταν μηχανοκίνητη περιπολία στη λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου στη Γεροσκήπου, έλαβαν μήνυμα από το ΚΕΜ Πάφου ότι το αυτοκίνητο ενοικιάσεως, με αριθμό εγγραφής ZLAW 566, το οποίο κινείτο στη λεωφόρο Μεσόγης, με κατεύθυνση, από Πόλη Χρυσοχούς προς Πάφο, ενέχεται σε διαρρήξεις και κλοπές. Συνεπεία αυτού κλήθηκαν να ανακόψουν το εν λόγω όχημα και να ερευνήσουν τόσο αυτό όσο και του επιβαίνοντες του. Μερικά λεπτά αργότερα και συγκεκριμένα, γύρω στις 11:55, ο Μ.Κ.5 ανέκοψε το παραπάνω όχημα στη λεωφόρο Μεσόγης, πριν από τα φώτα τροχαίας του «Βιοφώς». Σ' αυτό επέβαιναν, ο 1ος κατηγορούμενος, στη θέση του οδηγού και ο 2ος κατηγορούμενος, στη θέση του συνοδηγού. Όταν ο Μ.Κ.5 ζήτησε από τον 1ο κατηγορούμενο να του δώσει τα στοιχεία του, αυτός, του έδωσε μια άδεια οδηγού της Ρωσίας, σε όνομα άλλο από το δικό του. Ακολούθως, ο μάρτυρας, του ζήτησε να εξέλθει του οχήματος και τον πληροφόρησε ότι θα προβεί σε σωματική έρευνα, ζητώντας του αν έχει οτιδήποτε παράνομο, να του το αναφέρει. Αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο, αυτός δεν απάντησε. Κατά την έρευνα που ακολούθησε, ο μάρτυρας βρήκε στη δεξιά τσέπη της βερμούδας του - την οποία φορούσε -, ένα μαύρο δερμάτινο πορτοφόλι (τεκμήριο 2), το οποίο περιείχε ένα χαρτονόμισμα των €20,00 (τεκμήριο 2Α) και ένα των €5,00 (τεκμήριο 2Β), δυο φωτογραφίες διαβατηρίου, διάφορες προσωπικές σημειώσεις (τεκμήρια 8 και 9) και μια μικρή μεταλλική λάμα που χρησιμοποιείται για άνοιγμα κλειδαριών, μήκους 10 περίπου εκατοστών, η οποία καταλήγει σε μυτερή άκρη (τεκμήριο 3Α). Συνεχίζοντας την έρευνα ο μάρτυρας, στην αριστερή τσέπη της βερμούδας του κατηγορούμενου βρήκε - σε δέσμη - το συνολικό ποσό των €7.000,00, σε 14 χαρτονομίσματα των €500,00 (τεκμήριο 19). Ο 1ος κατηγορούμενος, ερωτηθείς από το μάρτυρα για την κατοχή, όλων των παραπάνω απάντησε «μόγια». Δηλαδή ότι είναι δικά του. Τότε, ο μάρτυρας, αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο, το συνέλαβε για παράνομη κατοχή περιουσίας. Σε έρευνα που έγινε στη συνέχεια και από τους δυο μάρτυρες, μέσα στο αυτοκίνητο που επέβαιναν οι κατηγορούμενοι, ο Μ.Κ.5 βρήκε στη θέση πίσω από τον οδηγό, το φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή του παραπονούμενου (Μ.Κ.2), μέσα στη θήκη του, μαζί με το φορτιστή και το ποντίκι του, το κινητό τηλέφωνο της συζύγου του (Μ.Κ.3) καθώς και το κινητό τηλέφωνο (τεκμήριο 4). Ο κατηγορούμενος, αφού του επιστήθηκε από το μάρτυρα εκ νέου η προσοχή στο νόμο έδωσε την ίδια απάντηση. Συνεχίζοντας την έρευνα ο Μ.Κ.5, στο καπό του αυτοκινήτου βρήκε μια ταξιδιωτική τσάντα με ρουχισμό και μέσα σ' αυτή, ένα ταξιδιωτικό τσαντάκι (τεκμήριο 5), το οποίο περιείχε ένα χαρτονόμισμα των €20,00 (τεκμήριο 6) και μια κάρτα micro sim (τεκμήριο 7). Στο πίσω μέρος της τσάντας βρήκε το γεωργιανό διαβατήριο του 1ου κατηγορούμενου. Ακολούθως, μέσα στο ντουλαπάκι του ταμπλό βρήκε μια ηλεκτρική συσκευή (τεκμήριο 10), το φορτιστή της (τεκμήριο 11), ένα ζευγάρι γυαλιών ηλίου (τεκμήριο 12) και ένα άρωμα (τεκμήριο 13). Αφού επέστησε και πάλι του κατηγορούμενου την προσοχή στον νόμο, αυτός δεν απάντησε. Ο 1ος κατηγορούμενος είχε εκδορές στα χέρια και στα πόδια. Ο 2ος κατηγορούμενος υποβλήθηκε σε σωματική έρευνα από το Μ.Κ.9, ο οποίος, στη δεξιά μπροστινή τσέπη του παντελονιού του βρήκε το συνολικό ποσό των €5.500,00 (τεκμήριο 18) - αποτελούμενο από 11 χαρτονομίσματα των €500,00 - για το οποίο δεν έδωσε ικανοποιητικές εξηγήσεις, πώς περιήλθε στην κατοχή του. Πληροφορηθείς από το μάρτυρα ότι το ποσό αυτό θα παραληφθεί ως τεκμήριο και αφού ο μάρτυρας του επέστησε την προσοχή στο νόμο, απάντησε «mine». Το ίδιο ακριβώς απάντησε και στη συνέχεια, όταν συνελήφθηκε από το μάρτυρα για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας και πληροφορήθηκε για τους λόγους της σύλληψής του και του επιστήθηκε ξανά η προσοχή στο νόμο. Μετά που οι Μ.Κ.2 και 3 διαπίστωσαν την απουσία όσων από τα παραπάνω αντικείμενα τους ανήκουν, ο Μ.Κ.2 τηλεφώνησε στο κινητό τηλέφωνο της συζύγου του, το οποίο απάντησαν στην Αστυνομία. Την ίδια μέρα γύρω στις 17:00, ο αστυφύλακας 3894 Γερμανός (Μ.Κ.4) τού ΤΑΕ Πάφου μετέβη στην κατοικία των παραπονούμενων για εξετάσεις. Στο πλαίσιό τους διαπίστωσε ότι η είσοδος στην κατοικία επιτεύχθηκε κατόπιν παραβίασης παραθύρου του αποχωρητηρίου, του οποίου (οι δράστες) έσκισαν εξωτερικό δίχτυ με τη χρήση αιχμηρού αντικειμένου. Και οι δυο παραπονούμενοι μετέβησαν στο ΤΑΕ Πάφου όπου είδαν και αναγνώρισαν την κλαπείσα περιουσία τους. Δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος αρνείται ότι έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία, στις 8/10/2016, επειδή - όπως είπε - δεν ξέρει τόσο καλά ρωσικά, δεν καταλαβαίνει, πολύ λίγο καταλαβαίνει ρωσικά, όσα ακολουθούν, τα οποία ανάφερε στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, βασικά συνθέτουν και την εκδοχή του για όσα του καταμαρτυρούνται από την κατηγορούσα αρχή. Ειδικότερα: Όταν μετά τη σύλληψή τους (προφανώς αναφέρεται και στο 2ο κατηγορούμενο), τους πήραν στο σταθμό εκεί τον έβγαλαν κλέφτη, τους άσκησαν βία και τους έφτυναν. Με το 2ο κατηγορούμενο συναντήθηκε τυχαία στη Λεμεσό, στις 7/10/
  5. Καθώς ο ίδιος ήταν με την κόρη του σ' ένα καφέ, αυτός πήγε και κάθισε στο διπλανό τραπέζι. Όταν κατάλαβε ότι ο ίδιος μιλούσε με την κόρη του γεωργιανά, άρχισε να μιλά κι αυτός το ίδιο. Του είπε να έρθει να κάτσει στο τραπέζι τους, όπως και έγινε. Κάθονταν περίπου μια με μιάμιση ώρα. Καθώς ήταν εκεί τηλεφώνησε η μητέρα της κόρης του και της είπε ότι την πήραν δουλειά στην Πόλη Χρυσοχούς και ότι την επομένη, θα έπρεπε να πάει εκεί για να καθαρίσει κάποιο σπίτι. Ο 2ος κατηγορούμενος, όταν το κατάλαβε αυτό, τον παρακάλεσε να τον πάρει μαζί του μέχρι και την Πόλη Χρυσοχούς, επειδή είχε κι αυτός δουλειές εκεί. Η γυναίκα του έπρεπε να ήταν στην Πόλη Χρυσοχούς για δουλειά, μεταξύ 08:00 - 8:
  6. Μόλις μπήκαν στην Πόλη Χρυσοχούς, τον άφησε, ενώ ο ίδιος μαζί με την κόρη του και τη μητέρα της συνέχισαν. Δεν πέρασαν ξανά από το μέρος που τον είχαν αφήσει. Αφού πήρε τη μητέρα της κόρης του για δουλεία εκεί που ήθελε να πάει, επειδή ήταν πρωί και είχε ώρα μπροστά του και ο λόγος που πήγε μέχρι εκεί ήταν για να δει την εξάχρονη κόρη του, οι δυο τους πήγαν στη θάλασσα. Στις 10:00 πήρε το μωρό πίσω στη μάμα του, η οποία είπε ότι εκείνη την ημέρα θα έμενε στην Πόλη, επειδή είχε δουλειά. Ο ίδιος επέστρεψε στην Πάφο γύρω στις 11:
  7. Καθώς επέστρεφε, ο 2ος κατηγορούμενος ήταν στο ίδιο σημείο που τον είχε αφήσει πριν δυο ώρες. Στεκόταν σε μια στάση και, απ' ό,τι θυμάται «είχε γύρω θάλασσα δίπλα, κοντά.» Όταν τον είδε σταμάτησε και το ρώτησε αν είναι καλά και αυτός τού είπε ότι θα στραφεί πίσω στην Πάφο και αν μπορεί να τον πάρει προς τα εκεί. Ακολούθως μπήκε μέσα στο αυτοκίνητο. Την ώρα που τον άφησε στην Πόλη, δεν είχε κάτι πάνω του. Ούτε τσάντα, ούτε τίποτε άλλο, αλλά, την ώρα που στρέφονταν, όταν τον έβαλε στο αυτοκίνητο, αυτό που τράβηξε την προσοχή του ήταν μια τσάντα που κρατούσε, η οποία έμοιαζε γυναικεία, σαν αυτές που παίρνουν στη θάλασσα. Όταν το ρώτησε τι τσάντα ήταν, του απάντησε πως πήρε κάποια πράγματα για το μωρό του. Ο ίδιος δεν είδε τι είχε μέσα η τσάντα. Όταν τους συνέλαβε η Αστυνομία, προτού τους πάρουν στο σταθμό, όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο και πήγε στην τουαλέτα, του έφυγε το πόδι, γλίστρησε και έπεσε και έγδαρε το χέρι του. Ήταν φρέσκο το τραύμα, όταν τον σταμάτησε η Αστυνομία και του ζήτησε τα χαρτιά του. Το ποσό των €7.045,00 που βρήκε η Αστυνομία στην κατοχή του, το τηλέφωνό του, το πορτοφόλι του το μαύρο, αυτό που κρεμάζουν πάνω τους, ένα φορτιστή του τηλεφώνου του, πορτοφόλι και αυτό και τα γυαλιά του, όλα αυτά, τα βρήκαν στο αυτοκίνητό του. Δεν τα είχε πάνω του. Ο ίδιος δεν ξέρει τι είχε πάνω του ο 2ος κατηγορούμενος. Τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, τον βρήκαν στην τσάντα μέσα στο αυτοκίνητό του. Όλα όσα αναφέρονται στον αναλυτικό πίνακα τεκμηρίων - μέρος του τεκμηρίου 21 - βρέθηκαν μέσα στο αυτοκίνητό του στην κατοχή του καθώς και στην κατοχή του 2ου κατηγορούμενου. Το ποσό των €7.000,00 είχε έρθει στην Κύπρο πριν από 8 μέρες. Αυτά τα λεφτά - και όχι μόνο αυτά -, τα έφερε μαζί του. Όταν ξεκίνησε από τη Γεωργία είχε πάνω του €9.000,00, τα οποία έφερε μαζί του στην Κύπρο. Έχει και έγγραφο που το αποδεικνύει. Αυτό είναι ημερομηνίας 19/10/16 και το έβγαλαν από την τράπεζα. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας, στο σύνολό του και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί, καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες καθώς και τον κατηγορούμενο, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει στο στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων η πραγματική μαρτυρία, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326,366: «..η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας». Βλέπε και την Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298. Αναφορικά με το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη, ότι, το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη της επαφίεται στη διακριτική μου ευχέρεια (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 190). Για την αποδεικτική αξία της περιστατικής μαρτυρίας παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Παφίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102: «Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή ή κατηγορία μαρτυρίας της άμεσης μαρτυρίας, δηλαδή μαρτυρίας η οποία αφεαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα (όπως μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων). Όχι μόνο δεν υπάρχει προκατάληψη, και αυτό είναι η δεύτερη διαπίστωση που θέλουμε να κάμουμε, εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους. .Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας (βλ. μεταξύ άλλων Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R., 73 p. 79 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνον όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του.» Βλ. και Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 746. Σε σχέση με τις προηγούμενες αντιφατικές καταθέσεις παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από τη Χαρίτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 225: «Στην Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2) (πιο πάνω) σελ. 651 λέχθηκαν τα εξής: «Το Δικαστήριο είναι ο κριτής της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Προηγούμενες αντιφατικές καταθέσεις, καθώς και οι προεκτάσεις τους συνιστούν γεγονότα που προσμετρούν στην κρίση της αξιοπιστίας του μάρτυρα. Δεν εξουδετερώνουν, όμως, τη μαρτυρία του, ως το αντικείμενο αξιολόγησης (από το δικαστήριο) παραδεκτής, κατά το δίκαιο της αποδείξεως, μαρτυρίας. Το ακόλουθο απόσπασμα από τη Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας, (ανωτέρω), αντανακλά τη σωστή προσέγγιση: .......» Στην Τεβλετιάν κ.ά. ν. Αστυνομίας (πιο πάνω) σελ. 520 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Ως προς το ζήτημα προηγούμενων αντιφατικών καταθέσεων ενός μάρτυρα και το κατά πόσο τέτοιες καταθέσεις καθιστούν τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, εκ προοιμίου, αναξιόπιστη, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην υπόθεση Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, στην οποία το προαναφερόμενο ερώτημα απαντήθηκε αρνητικά. Χρήσιμη αναφορά μπορεί επίσης να γίνει στην υπόθεση Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 510 όπου παρατηρήθηκε πως τα κριτήρια για την αποτίμηση αντιφάσεων σχετίζονται άμεσα με τους διαφαινόμενους λόγους που οδηγούν στην προβολή διϊστάμενων θέσεων και με την ετοιμότητα του μάρτυρα να καταφύγει σε ψεύδη ή ανακρίβειες, προς εξυπηρέτηση ιδίου συμφέροντος. Το τελικό κριτήριο είναι η προσήλωση του μάρτυρα στην αλήθεια......» Απ' όσα ακολουθούν από την απόφαση στην υπόθεση Αλ - Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117 προκύπτει ότι η προσφυγή στο ψεύδος δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος: «Στην υπόθεση Mawz Khan and Another v. Reginam* το Ανα-κτοσυμβούλιο (P.C.) επανέλαβε ότι προσφυγή στο ψεύδος λογικά οδηγεί στο συμπέρασμα ενοχής, αρχή η οποία αποτελεί απόρροια της ανθρώπινης πείρας και της λογικής. Η αρχή αυτή έγινε επανειλημμένα δεκτή από το Ανώτατο Δικαστήριο (βλέπε, George Ο.Philotas v. Republic.** Όπως υποδεικνύεταιστηνυπόθεση Fournides v. Republic*** ενοχοποιητικά συμπεράσματα, τα οποία μπορεί να συναχθούν από δηλώσεις του κατηγορουμένου, εξαρτώνται άμεσα από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες λέγονται, ιδιαίτερα από τα συμπεράσματα που μπορούν να προκύψουν ως προς τα κίνητρα, που οδήγησαν στην καταφυγή στο ψεύδος. Η προσφυγή στο ψεύδος δε στοιχειοθετεί (θετικά) τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Αποτελεί μαρτυρία, η οποία επεξηγεί και ρίπτει φως στη συμπεριφορά του κατηγορουμένου και δίδει εγκληματικό χαρακτήρα σε πράξεις για τις οποίες χωρεί και αθώα εξήγηση. Το θέμα εξηγείται με πολλή σαφήνεια στο ΣύγγραμμαWILLS ON CIRCUMSTANTIAL EVIDENCE, 7th ed., p. 112: «All such false, incredible, or contradictory statements, if disproved, or disbelieved, are not simply neutralized, but become of a substantive inculpatory effect. Even in such circumstances, however, guilt cannot be safely inferred, unless such a substratum of evidence, direct or circumstantial, has been laid as creates an independent 'prima facie' case against the prisoner (Per Mr. Justice Littledale in Rex. v. Clark, Warwick Summ. Ass. 1831). Indian Notes.- In criminal cases, as a rule, it is for the prosecution to prove their case and an accused person should not be convicted merely because he has told lies in his defence. In cases of circumstantial evidence, however, where facts are put forward on behalf of the prosecution which unless explained justify an inference of guilt being drawn against the accused it is both lawful and proper for the Court to consider the explanation of these facts which the accused puts forward in his defence (Abdul Aziz v. Emp., 32 I.C. 151; Emp. v. Bisveswar De, 24 Cr. L.J. 145).» Καθ' όλα σχετικό με το θέμα είναι - τέλος - και το απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 260: «Σύμφωνα με το Δίκαιο της Απόδειξης που εφαρμόζουμε στην Κύπρο στο θέμα "Ψέματα του Κατηγορούμενου" ισχύουν οι ακόλουθες αρχές:-
(1)Το γεγονός ότι το δικαστήριο απέρριψε την εκδοχή του κατηγορούμενου δε συνιστά αφ' εαυτού στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας ενισχυτικό της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής.
(2)Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είπε ψέματα δεν αποδεικνύει αφ' εαυτού θετικά την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής.
(3)Ψέματα που λέχθηκαν από τον κατηγορούμενο, είτε εντός είτε εκτός δικαστηρίου, μπορούν να αποτελέσουν περιστατική μαρτυρία σε βάρος του εφόσον ικανοποιούνται τα ακόλουθα τέσσερα κριτήρια:- (α) Το ψέμα πρέπει να είναι ηθελημένο. (β) Πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδες ζήτημα. (γ) Το κίνητρο για το ψέμα πρέπει να είναι η επίγνωση της ενοχής και ο φόβος της αλήθειας. Το δικαστήριο πρέπει να έχει κατά νου ότι είναι ενδεχόμενο κάποιος να λέει ψέματα στην προσπάθεια του, για παράδειγμα, να προβάλει μια δίκαιη υπόθεση ή από ντροπή ή από πανικό. (δ) Το ψέμα πρέπει να αποδεικνύεται με ανεξάρτητη μαρτυρία, δηλαδή είτε με παραδοχή είτε με μαρτυρία από ανεξάρτητο μάρτυρα. (Βλ., Phipson on Evidence, 14th Edition, 1990, paragraph 14-22, Cross on Evidence, 7th Edition, 1990, pages 249-250, Γ.Π.Κακογιάννη "Η Απόδειξη", 1983, παράγραφοι 12-23, 12-24, 12-25, Blackstone΄s Criminal Practice [1995] F 5.24 και F5.26, Archbold, 1998, paragraphs 4-402 και 402α, Tumahole Bereng v. King [1949] A.C. 253, R. v. Lucas [1981] 73 Cr.App.R. 159, R. v. Goodway [1993] 98 Cr. App. R. 11, R. v. Strudwick and Merry, [1994], 99 Cr.App.R. 326).» Βλ. και τη Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου κ.ά.
(2011)2 Α.Α.Δ.
  1. Αντιπαραβάλλοντας τις εκατέρωθεν εκδοχές, ασφαλώς, υπό το φως του συνόλου της ενώπιόν μου μαρτυρίας και λαμβάνοντας φυσικά υπόψη και το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου θεωρώ ότι τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση είναι σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, την οποία θεωρώ και πιο λογική από την αντίστοιχη του κατηγορούμενου. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία όλων των μαρτύρων που κατάθεσαν για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής είναι θετική. Όλοι τους απαντούσαν αυθόρμητα και με απόλυτη ειλικρίνεια και πειστικότητα, σ' όλες τις ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν, χωρίς να υποπέσουν σε καμιά, απολύτως, αντίφαση, είτε αυτοτελώς είτε μεταξύ τους και θα έλεγα πως, για πλείστα όσα έχουν αναφέρει, ούτε και αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Στο βαθμό δε που μερικοί από αυτούς αμφισβητήθηκαν, κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία τους. Εν πάση περιπτώσει, αυτό έγινε, είτε με υποβολές που παρέμειναν έωλες ή που στερούνται λογικής και πειστικότητας, είτε με αντιφατικό τρόπο. Και κάτι ακόμη. Η μαρτυρία αρκετών από τους μάρτυρες ενισχύεται και/ή επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας, στην αποδεικτική αξία της οποίας σχετική αναφορά γίνεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω), με αναφορά σε νομολογία. Από τη μαρτυρία μερικών από αυτούς συγκρατώ τα εξής: Ο Μ.Κ.1 είναι ο εξεταστής της υπόθεσης και έχει εξετάσει αρκετές υποθέσεις διαρρήξεων. Στο συμπέρασμα ότι η μεταλλική λάμα (τεκμήριο 3Α) που βρέθηκε στην κατοχή του 1ου κατηγορούμενου χρησιμοποιείται για το άνοιγμα κλειδαριών, κατέληξε, όταν μετά την παραλαβή των τεκμηρίων, η λάμα έφερε αυξημένες υπόνοιες στον ίδιο ότι χρησιμοποιείται ως διαρρηκτικό εργαλείο, οπότε, στο ΤΑΕ Πάφου, επισκέφθηκε αμέσως το γραφείο του υπεύθυνου αξιωματικού, Ανώτερου Υπαστυνόμου Κλείτου Ερωτοκρίτου, όπου στην παρουσία του, αφού κλείδωσε την πόρτα του γραφείου του, την ξεκλείδωσε με τη λάμα. Συγκρατώ ακόμη τον αναντίλεκτο ισχυρισμό του, ότι η λάμα βρέθηκε εντός του πορτοφολιού που ήταν στην κατοχή του κατηγορούμενου. Από τη μαρτυρία του παραπονούμενου (Μ.Κ.2) συγκρατώ το γεγονός, ότι στο Δικαστήριο αναγνώρισε το σύνολο της κλαπείσας περιουσίας του καθώς και αυτής της συζύγου του (Μ.Κ.3). Συγκρατώ και τα εξής: τον ισχυρισμό του πως, όταν στον ουσιώδη χρόνο τηλεφώνησε στη σύζυγό του, στο κλεμμένο τηλέφωνό της, απάντησε η Αστυνομία. Από τη μαρτυρία της παραπονούμενης (Μ.Κ.3) συγκρατώ το γεγονός, ότι στο Δικαστήριο αναγνώρισε κι αυτή το σύνολο της κλαπείσας περιουσίας (του συζύγου της καθώς και τη δική της). Συγκρατώ ακόμη και τον αναντίλεκτο ισχυρισμό της, ότι το τηλέφωνο (τεκμήριο 17) είναι αποκλειστικά δικό της και ότι σ' αυτό έχει φωτογραφίες και ηχογραφήσεις. Από τη μαρτυρία του Μ.Κ.4 συγκρατώ τα εξής, τα οποία παρέμειναν αναντίλεκτα: Υπηρέτησε περίπου ένα χρόνο στο κλιμάκιο διαρρήξεων και προηγουμένως, όταν υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Πέγειας είχε εξετάσει αρκετές διαρρήξεις. Το δίχτυ του παραθύρου του αποχωρητηρίου της κατοικίας των παραπονούμενων, από το οποίο επιτεύχθηκε η είσοδος στην κατοικία, με σχίσιμο του διχτύου, θα μπορούσε να το σχίσει η λάμα (τεκμήριο 3Α). Το ύψος του παραθύρου του αποχωρητηρίου ήταν περίπου στο ύψος του. Δηλαδή, 1,70 μ. Το πλάτος του ήταν περίπου 70 εκατοστά, αρκετά μεγάλο και χωρούσε οποιοδήποτε να μπει. Το παράθυρο του αποχωρητηρίου θα μπορούσε να παραβιαστεί και με οποιοδήποτε άλλο αιχμηρό αντικείμενο, εκτός από τη λάμα, αλλά, όταν πήγε στο μέρος δεν βρήκε οποιοδήποτε αιχμηρό αντικείμενο. Από τη μαρτυρία του Μ.Κ.5 συγκρατώ τα εξής, τα οποία, επίσης παρέμειναν αναντίλεκτα: Όταν ρώτησε τον 1ο κατηγορούμενο για την κατοχή του ποσού των €7.000,00 που βρήκε στην τσέπη του και αυτός τού απάντησε «μόγια», κατάλαβε ότι αυτό που εννοούσε είναι πως είναι δικά του χρήματα, επειδή τοποθετούσε το χέρι του στο στήθος. Το ίδιο απάντησε και όταν βρήκε στη δεξιά του τσέπη το πορτοφόλι που είχε μέσα τα δυο χαρτονομίσματα (των €20,00, το ένα και των €5,00, το άλλο), τις δυο φωτογραφίες διαβατηρίου, τις προσωπικές σημειώσεις και τη μεταλλική λάμα. Την ίδια απάντησε έδωσε και όταν βρήκε μέσα στο αυτοκίνητό του, πίσω από τη θέση του οδηγού, τον ηλεκτρονικό υπολογιστή μαζί με το φορτιστή και το ποντίκι μέσα στη θήκη του και τα δυο κινητά τηλέφωνα. Τέλος, όταν ο μάρτυρας, συνεχίζοντας την έρευνα μέσα στο αυτοκίνητό του βρήκε, στο καπό, την ταξιδιωτική τσάντα με ρουχισμό, εντός της οποίας υπήρχε το ταξιδιωτικό τσαντάκι και μέσα σ' αυτό, το χαρτονόμισμα των €20,00 και η κάρτα micro sim και στο πίσω μέρος της ταξιδιωτικής τσάντας, το διαβατήριο του κατηγορούμενου, αφού το συνέλαβε για το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και του επέστησε την προσοχή στο νόμο, αυτός δεν απάντησε. Την ίδια στάση τήρησε και στη συνέχεια, όταν ο μάρτυρας βρήκε μέσα στο ντουλαπάκι του ταμπλό, την ηλεκτρική συσκευή με το φορτιστή της, τα γυαλιά ηλίου και το άρωμα. Οι εκδορές που είχε ο κατηγορούμενος ήταν φρέσκιες. Στον ένα χέρι ήταν στο τέλος των δαχτύλων και στα πόδια, κάτω χαμηλά, στην κνήμη. Η ενδυμασία του ήταν απλή. Φορούσε μια βερμούδα με μια φανέλα. Από τη μαρτυρία του Μ.Κ.6 συγκρατώ τα εξής, που επίσης δεν έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση, καθ' ον χρόνο έδινε μαρτυρία ο μάρτυρας: Στις 8/10/2016, μεταξύ των ωρών 19:50 και 21:00, με τη βοήθεια της διερμηνέα της ρωσικής γλώσσας (Μ.Κ.11) έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 30, στα ρωσικά και τεκμήριο 30Α, η πιστή μετάφρασή της στα ελληνικά), με τη μορφή ερωτοαπαντήσεων, στην οποία, αυτός, μεταξύ άλλων, του ανάφερε ότι τα χρήματα είναι δικά του, ενώ για τα υπόλοιπα πράγματα που βρέθηκαν στο αυτοκίνητό του δε γνωρίζει τίποτε. Όταν ο κατηγορούμενος ρωτήθηκε που διαμένει απάντησε με κανένα και πουθενά. Η απόσταση από την κατοικία των Μ.Κ.2 και 3 στο Λατσί (Νέο Χωριό) που είχε διαρρηχθεί μέχρι και τα φώτα του «Βιοφώς» (όπου έγινε η ανακοπή του οχήματος του κατηγορούμενου) είναι περίπου 40 χιλιόμετρα. Η ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου λήφθηκε ως εξής: αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο, ο ίδιος του υπόβαλλε κάποιες ερωτήσεις, τις οποίες μετάφραζε η διερμηνέας. Ο κατηγορούμενος έδινε μια απάντηση, την οποία μετάφραζε η διερμηνέας στα ελληνικά και κατέγραφε ο ίδιος. Η κατάθεση τού λήφθηκε στα ρωσικά επειδή και ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε ένσταση γι αυτό και επειδή ο διερμηνέας στα γεωργιανά, την ίδια ώρα χρησιμοποιείτο για τη λήψη κατάθεσης από το 2ο κατηγορούμενο. Από τη μαρτυρία του Μ.Κ.8 συγκρατώ τα εξής, που επίσης δεν έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση: Υπηρετεί στο κλιμάκιο διαρρήξεων και κλοπών. Έχει ξαναδεί λάμα παρόμοιου τύπου με την επίδικη λάμα (τεκμήριο 3Α). Προσωπικά έχει δει αρκετές φορές κλειδαράδες να χρησιμοποιούν τέτοια εργαλεία για να ανοίξουν κλειδαριές και εντοπίστηκαν στην κατοχή ατόμων που έχουν συλληφθεί για διαρρήξεις. Η επίδικη λάμα θεωρείται διαρρηκτικό εργαλείο. Από τη μαρτυρία της Μ.Κ.11 συγκρατώ τα εξής, που επίσης δεν έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση: Ήταν η διερμηνέας κατά τη λήψη της κατάθεσης του 1ου κατηγορούμενου, ο οποίος μιλούσε ρωσικά. Αυτός, στη σελίδα 5 της κατάθεσής του, στην παρουσία της, έγραψε ολογράφως το όνομα και το επίθετό του και υπόγραψε στη ρωσική γλώσσα. Ωστόσο, τη δήλωση που ακολουθεί («Διάβασα την πιο πάνω κατάθεση και έχω πληροφορηθεί ότι μπορώ να κάνω οποιεσδήποτε αλλαγές, προσθήκες ή διορθώσεις θέλω στο περιεχόμενο της. Η κατάθεση αυτή είναι αληθής και την έκαμα ελεύθερα και με την θέλησή μου»), ο κατηγορούμενος την έγραψε στα γεωργιανά. Ο 1ος κατηγορούμενος είναι τόσο αναξιόπιστος ως μάρτυρας, σε βαθμό που απορρίπτω συνολικά τη μαρτυρία του, ως αναξιόπιστη, σαφώς κατασκευασμένη και ψευδή, με εξαίρεση, εκείνο, μόνο, το μέρος της, που συνάδει με την αξιόπιστη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής. Ο 1ος κατηγορούμενος, μεταξύ άλλων υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις, έλεγε συνειδητά ψέματα, προέβαλλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας ή που καταρρίπτονται από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας, είτε ακόμη, που δεν υποβλήθηκαν στους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής, τους οποίους - κατά περίπτωση - αφορούσαν, για να τους δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο, να σχολιάσουν. Τα παραδείγματα που ακολουθούν, κατά τη γνώμη μου αιτιολογούν επαρκώς, όλες τις παραπάνω διαπιστώσεις μου αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του ως μάρτυρα. Ειδικότερα: Καταρχήν, ενώ σημαντικό μέρος του περιεχομένου της ανακριτικής του κατάθεσης συνάδει με μέρος όσων ανάφερε ενόρκως στο Δικαστήριο και ενώ αποδεδειγμένα, στην εν λόγω κατάθεση που είναι γραμμένη στα ρωσικά, σε διάφορα σημεία έγραψε ο ίδιος το ονοματεπώνυμό του και έθεσε την υπογραφή και στην τελευταία σελίδα προέβη ιδιοχείρως στη δήλωση που αναφέρεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω), στο Δικαστήριο επιχείρησε να με πείσει πως δεν έδωσε τέτοια κατάθεση στην Αστυνομία, επειδή, όπως είπε, δεν ξέρει τόσο καλά ρωσικά, δεν καταλαβαίνει, πολύ λίγο καταλαβαίνει ρωσικά. Ξεχνώντας βέβαια ή αδιαφορώντας για το γεγονός, ότι στην τελευταία ερώτηση που του υποβλήθηκε από τον ανακριτή (Μ.Κ.6) («Κατάγεσαι από τη Γεωργία. Πώς γνωρίζεις την ρωσική γλώσσα;») απάντησε ως εξής: «Η γιαγιά μου είναι ρωσίδα και τη διδάχτηκα στο σχολείο.» Προστίθενται και τα εξής: Όπως είπε ο Μ.Κ.6 που του πήρε την κατάθεση - χωρίς να έχει αμφισβητηθεί από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του - αυτή του λήφθηκε με τη βοήθεια διερμηνέα. Αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο, ο ίδιος του υπόβαλλε κάποιες ερωτήσεις, τις οποίες μετάφραζε η διερμηνέας στη μητρική του γλώσσα. Αυτός έδινε μια απάντηση, την οποία μετάφραζε η διερμηνέας στα ελληνικά και κατέγραφε ο μάρτυρας. Να σημειωθεί ότι μετά από αυτή την απάντηση του Μ.Κ.6, η ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου έγινε τεκμήριο, χωρίς ένσταση. Ούτε και υποβλήθηκε στο μάρτυρα, ότι η εν λόγω κατάθεση, θα έπρεπε να είχε ληφθεί στα γεωργιανά για οποιοδήποτε λόγο. Το ίδιο ισχύει και για τη διερμηνέα (Μ.Κ.11), η οποία βοήθησε στη λήψη της εν λόγω κατάθεσης. Και, με δεδομένο ότι η διερμηνέας δεν γνωρίζει γεωργιανά, παρά μόνο ελληνικά και ρωσικά, το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: εάν ο 1ος κατηγορούμενος δε γνωρίζει ρωσικά, παρά μόνο γεωργιανά, όλα όσα αναφέρει στην επίμαχη ανακριτική του κατάθεση, τα οποία επανέλαβε και ενόρκως στο Δικαστήριο, πώς τα ήξεραν οι Μ.Κ.6 και 11 και τα κατέγραψαν στην κατάθεσή του, δεδομένου ότι, ο πρώτος, ούτε ρωσικά μα ούτε γεωργιανά γνωρίζει και η δεύτερη γνωρίζει μόνο ρωσικά και ελληνικά; Και πώς μπορεί να ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, πως δεν έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία στα ρωσικά, στις 8/10/2016, τη στιγμή που αργότερα, ο δικηγόρος του, αφού του είπε πως έχει στα χέρια του την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, στη ρωσική γλώσσα και ακολούθως, το ρώτησε κατά πόσο εάν του τη δείξει θα καταλάβει αν έχει την υπογραφή του και αφού του έδειξε την ανακριτική του κατάθεση (τεκμήριο 30), αναγνώρισε την υπογραφή και στις πέντε σελίδες και μάλιστα, στην 5η σελίδα, αναγνώρισε το όνομα και το επίθετό του στα γεωργιανά, τα οποία, όπως είπε, έγραψε ο ίδιος; Και όχι μόνο αυτό. Επιβεβαιώνοντας πλήρως, τόσο το Μ.Κ.6 όσο και - κυρίως - τη διερμηνέα (Μ.Κ.11), όχι απλώς παραδέχθηκε ότι κατέγραψε ο ίδιος τη δήλωση στα γεωργιανά, στη σελίδα 5, αλλά επιχείρησε να τη μεταφράσει κιόλας. Το πόσο εκτίθεται ο κατηγορούμενος από τις παραπάνω αντιφάσεις, στις οποίες υπέπεσε εντελώς αβίαστα καταφαίνεται και από την απάντηση που έδωσε, όταν ρωτήθηκε από το δικηγόρο του, ποιος του είπε να γράψει τη δήλωση στα γεωργιανά. Απάντησε ως εξής: «Την ώρα της σύλληψης, όταν μας πήραν στο σταθμό, περίπου ενάμιση ώρα, όταν εξιχνιάστηκε ότι αυτά τα αντικείμενα ήταν κλεμμένα, από την πλευρά της Αστυνομίας άρχισε πολύ μεγάλη βία, πολύ άσχημη βία, το οποίο μετά τις 12 η ώρα ήμασταν κρατούμενοι, χωρίς να μας βγάλουν τις χειροπέδες από πίσω, χωρίς νερό, χωρίς φαί, χωρίς να καταλάβουν ότι είμαστε και εμείς άνθρωποι. Ξιτιμάζαν μας. Το πιο άσχημο είναι να φτύσεις του άλλου του ανθρώπου το να δείχνεις το μίσος. Να το πούμε πιο γρήγορα. Εντιμότατε, εκάμαν άσχημα πράγματα και το ότι με έβγαλαν για κλέφτη, χωρίς να έχουμε ιδέα.» Εκτός του ότι, σε κανένα μάρτυρα της κατηγορούσας αρχής υποβλήθηκε οτιδήποτε από τα παραπάνω, τίθεται και το εξής ερώτημα: σε ποια κλεμμένα αντικείμενα αναφερόταν, ισχυριζόμενος ότι ενάμιση ώρα μετά, εξιχνιάστηκε ότι αυτά τα αντικείμενα ήταν κλεμμένα; Προφανώς, αυτά, δεν μπορεί να είναι άλλα, από την κλαπείσα περιουσία των παραπονούμενων (Μ.Κ.2 και 3), που τουλάχιστον, σ' ό,τι αφορά το ποσό των €12.500,00 και ειδικά το ποσό των €7.000,00 που βρέθηκε στην κατοχή του, όπως είναι η θέση του, είναι δικά του χρήματα και τα έφερε από τη Γεωργία. Το μέγεθος της αντίφασης στην οποία υπέπεσε είναι ολοφάνερο. Των παραπάνω λεχθέντων είναι σαφές, ότι, για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας του λαμβάνω υπόψη και το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης. Για να συνεχίσω, ο ισχυρισμός του ότι η γιαγιά του δεν είναι ρωσίδα, εκτός του είναι σε αντίθεση με την απάντησή του στην ερώτηση αρ. 20, με την οποία - για να επαναλάβω - ρωτήθηκε πώς γνωρίζει τη ρωσική γλώσσα και απαντώντας, ισχυρίστηκε ότι η γιαγιά του είναι ρωσίδα και διδάχτηκε τα ρωσικά στο σχολείο, ούτε και υποβλήθηκε στους Μ.Κ.6 και 11 που του πήραν την κατάθεση. Αναφορικά με όσα ανάφερε στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, προκειμένου να εξηγήσει πώς βρέθηκε στο αυτοκίνητό του ο 2ος κατηγορούμενος στον ουσιώδη χρόνο καθώς και για ποιο λόγο συνέβη αυτό, περιορίζομαι να πω τούτο∙ η εκδοχή του, που προφανώς δε συνάδει με την αντίστοιχη της ανακριτικής του κατάθεσης, σε κάθε περίπτωση είναι αναξιόπιστη και ψευδής. Για το ίδιο θέμα, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της ευκολίας με την οποία υπόπιπτε σε αντιφάσεις και κατέφευγε στο ψεύδος, είναι το εξής: στο στάδιο της κυρίως εξέτασης ισχυρίστηκε πως, όταν κατέβασε το 2ο κατηγορούμενο στην Πόλη Χρυσοχούς και ο ίδιος μαζί με την κόρη του και τη μητέρα της συνέχισαν για να πάρει την τελευταία στη δουλεία της, δεν πέρασαν ξανά από το μέρος που είχαν αφήσει το 2ο κατηγορούμενο. Φυσικά, λίγο αργότερα ισχυρίστηκε πως, όταν επέστρεφε στην Πάφο βρήκε το 2ο κατηγορούμενου στον ίδιο τόπο που τον είχε αφήσει πριν δυο ώρες. Όπως είπε χαρακτηριστικά, «Υπήρχε μια στάση απ' ό,τι θυμούμαι, είχε γύρω θάλασσα δίπλα, κοντά.» Και πώς μπορεί να ισχυρίζεται πως όταν είδε το 2ο κατηγορούμενο, αυτός του είπε ότι θα στραφεί πίσω στην Πάφο, ζητώντας του να τον πάρει προς τα εκεί, δηλαδή στην Πάφο, τη στιγμή που υποτίθεται ότι το πρωί και οι δυο είχαν έρθει από τη Λεμεσό; Ο ισχυρισμός του ότι ο 2ος κατηγορούμενος, ενώ το πρωί που τον είχε φέρει από τη Λεμεσό δεν είχε κάτι πάνω του, ούτε τσάντα ούτε οτιδήποτε άλλο, ενώ, όταν κατά την επιστροφή τον έβαλε στο αυτοκίνητο, αυτό που τράβηξε την προσοχή του ήταν μια τσάντα που κρατούσε που έμοιαζε γυναικεία, σαν αυτές που παίρνουν στη θάλασσα και όταν το ρώτησε τι τσάντα ήταν, αυτός του απάντησε πως πήρε κάποια πράγματα για το μωρό του που είναι στη Γεωργία αποτελεί ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα της ευκολίας με την οποία κατέφευγε στο ψεύδος, στην ανεπιτυχή προσπάθειά του να αποσυνδεθεί με μέρος της επίδικης περιουσίας που κατείχε στον ουσιώδη χρόνο, το οποίο - ψεύδος - αποδεικνύεται από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας. Η μόνη τσάντα που υπήρχε μέσα στο αυτοκίνητό του στον ουσιώδη χρόνο είναι η μαύρη ταξιδιωτική τσάντα στο καπό, στην οποία, όπως είπε - χωρίς να έχει αμφισβητηθεί - ο Μ.Κ.5 που τη βρήκε υπήρχε ρουχισμός και ένα ταξιδιωτικό τσαντάκι που περιείχε ένα χαρτονόμισμα των €20,00 και την κάρτα micro sim, ενώ, στο πίσω μέρος της τσάντας, ο μάρτυρας βρήκε και παρέλαβε ένα διαβατήριο Γεωργίας, στο όνομα KHOSHMAZARASHVILI MIKHEILI. Δηλαδή, στο όνομα του 1ου κατηγορούμενου. Με αυτό δεδομένο διερωτώμαι πόσο σοβαρά μπορεί να ληφθεί υπόψη οτιδήποτε ανάφερε αυτός, τη στιγμή που, στην προσπάθειά του να με πείσει πως δεν έχει σχέση με μέρος της επίδικης περιουσίας που εντοπίστηκε στο αυτοκίνητό του καθώς και στις τσέπες του, έφθασε στο σημείο να ισχυρίζεται ότι η ταξιδιωτική τσάντα που υπήρχε μέσα στο αυτοκίνητό του, στην οποία υπήρχε και το διαβατήριό του, δεν ανήκε στον ίδιο, αλλά στο 2ο κατηγορούμενο. Ο ισχυρισμός του ότι προτού τους πάρουν στον αστυνομικό σταθμό, όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο και πήγε στην τουαλέτα, του έφυγε το πόδι, γλίστρησε και έπεσε και έγδαρε το χέρι είναι φανερό, ότι αποβλέπει στο να δώσει άλλη διάσταση σ' αυτό το, τόσο καίριας σημασίας στοιχειό πραγματικής μαρτυρίας που το συνδέει με τη διάρρηξη της κατοικίας των παραπονούμενων (Μ.Κ.2 και 3). Καταρχήν, όπως είπε ο Μ.Κ.5 - χωρίς να έχει αμφισβητηθεί -, αυτός έφερε εκδορές και στα δυο χέρια και στα δυο πόδια και όχι μόνο στο ένα χέρι, όπως ισχυρίστηκε αναληθώς ο ίδιος. Ακολούθως, το συγκεκριμένο γεγονός, ο μάρτυρας, το διαπίστωσε κατά τη διάρκεια της έρευνας στην οποία τον υπόβαλε καθώς και της έρευνας που διενήργησε στο αυτοκίνητό του, μετά την ανακοπή του στον ουσιώδη χρόνο. Έπειτα, δεν αντιλαμβάνομαι τι εννοεί, ισχυριζόμενος ότι προτού τους πάρουν στον αστυνομικό σταθμό, όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο και πήγε τουαλέτα, του έφυγε το πόδι, γλίστρησε, έπεσε και έγδαρε το χέρι του. Να υποθέσω ότι αυτό που θέλει να πει είναι ότι, ενώ είχε συλληφθεί και τελούσε υπό κράτηση, του επιτράπηκε να κατεβεί από το αυτοκίνητο και να πάει τουαλέτα; Ακόμη ένα, χαρακτηριστικό παράδειγμα πραγματικής μαρτυρίας που συνθλίβει την αξιοπιστία του ως μάρτυρα είναι το εξής: Ισχυρίστηκε ότι το χρηματικό ποσό των €7.000,00, αποτελούμενο από τα 14 χαρτονομίσματα των €500,00 που βρήκε στην κατοχή του η Αστυνομία, είναι δικό του. Όπως είπε απαντώντας σε σχετική ερώτηση του δικηγόρου του είχε έρθει πριν 8 μέρες στην Κύπρο και αυτά τα λεφτά, ήταν μέρος του συνολικού ποσού των €9.000,00 που είχε πάνω του, το οποίο έφερε από τη Γεωργία. Προς επιβεβαίωση - όπως είπε - είχε ένα γεωργιανό έγγραφο το οποίο βγάλανε από την τράπεζα που αποδεικνύει ότι το ποσό αυτό στάλθηκε από άλλες χώρες για τον ίδιο και τη γυναίκα του. Μολονότι τέτοιο έγγραφο, ουδέποτε παρουσιάστηκε ενώπιόν μου και τούτο, επειδή η σχετική προσπάθεια της υπεράσπισης προσέκρουσε στην επιτυχή ένσταση της ευπαίδευτης εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, εντούτοις, μια, μόνο, φράση, του ευπαίδευτου δικηγόρου του κατηγορούμενου, με αναφορά στο περιεχόμενο του συγκεκριμένου εγγράφου σε συνδυασμό και με την απάντηση του κατηγορούμενου που ακολούθησε, αρκούν, προκειμένου να διαφανεί το μέγεθος της αναξιοπιστίας του κατηγορούμενου, ο οποίος κατόρθωσε να εκτεθεί ακόμη περισσότερο ως αναξιόπιστος μάρτυρας και μάλιστα, με πραγματική μαρτυρία, την οποία προφανώς κατασκεύασε ο ίδιος, έστω κι αν αυτή, ουδέποτε παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. «Τούτο που έχει ημερομηνία 19/10/16, το μόνο που καταλαβαίνω εγώ από όλες τις λέξεις είναι που λέει bank» ήταν η φράση που είπε ο κ. Μιχαηλίδης, βλέποντας κάποιο έγγραφο που κατείχε. Ο κατηγορούμενος απάντησε ως εξής: «Αυτά είναι τα λεφτά από την τράπεζα που έχουν σταλθεί.» Με λίγα λόγια αυτά που ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος και θέλει να γίνει πιστευτός είναι τα εξής: η Αστυνομία το συνέλαβε στις 8/10/2016, ενάμιση περίπου ώρα μετά που οι Μ.Κ.2 και 3 είχαν φύγει από την κατοικία τους, η οποία στη συνέχεια διαρρήχθηκε και από την οποία κλάπηκε, μεταξύ άλλων, το συνολικό ποσό των €12.500,00, αποτελούμενο από 25 χαρτονομίσματα των €500,
  2. «Συμπτωματικά», το ίδιο ποσό, αποτελούμενο και πάλι από 25 χαρτονομίσματα των €500,00 βρέθηκε στην κατοχή του καθώς και του 2ου κατηγορούμενου, σε απόσταση 40 περίπου χιλιομέτρων από την επίδικη κατοικία των Μ.Κ.2 και
  3. Παρόλα αυτά, τουλάχιστον, το ποσό των €7.000,00, αποτελούμενο από 14 χαρτονομίσματα των €500,00 που βρέθηκε στην κατοχή του, ουδεμία σχέση έχει με το ποσό που είχε κλαπεί από την κατοικία των Μ.Κ.2 και
  4. Αυτό, κατά μια εκδοχή αποτελεί μέρος του συνολικού ποσού των €9.000,00, το οποίο είχε φέρει μαζί του από τη Γεωργία, πριν από 8 μέρες που ήρθε στην Κύπρο, δηλαδή, στις 30/9/2016 και σύμφωνα με άλλη εκδοχή, στάλθηκε από την τράπεζα για τον ίδιο και τη γυναίκα του - η οποία, όπως είπε αντεξεταζόμενος, δεν είναι καν γυναίκα του, αλλά η μητέρα του παιδιού του -, με αποδεικτικό στοιχείο, κάποιο έγγραφο της τράπεζας, ημερομηνίας 19/10/2016, με σφραγίδες - όπως είπε - ότι ο ίδιος έφυγε από τη Γεωργία και είχε πάνω του το ποσό των €9.000,
  5. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Όσα ακολουθούν είναι από την αντεξέτασή του: Ο ισχυρισμός του ότι στην Αστυνομία ήταν ανυπεράσπιστος και παρακαλούσε να του φέρουν δικηγόρο, είτε μεταφραστή και δεν έδωσαν καμιά σημασία, εκτός από αβάσιμος, σε κανένα μάρτυρα της κατηγορούσας αρχής έχει υποβληθεί. Ερωτηθείς εάν η γυναίκα του και το εξάχρονο μωρό του βρίσκονται στην Κύπρο ισχυρίστηκε ότι μένουν στην Ουκρανία, επειδή η γυναίκα του ζει εκεί και εκεί τη γνώρισε. Όταν όμως τού υποδείχθηκε ότι στην προηγούμενη δικάσιμο είπε ότι η γυναίκα του και η εξάχρονη κόρη του βρίσκονται στην Κύπρο, συμφώνησε και ισχυρίστηκε ότι η γυναίκα του ήρθε στην Κύπρο για να δουλέψει. Όταν ευθύς αμέσως ρωτήθηκε πόσο καιρό ήταν στην Κύπρο η γυναίκα του και το παιδί του, απάντησε ως εξής: «Να σας πως την αλήθεια δεν είναι γυναίκα μου, είναι η μητέρα του παιδιού μου.» Δικαίως νομίζω στη συνέχεια του υποβλήθηκε από την κα Σάββα ότι πρόκειται για φάντασμα και δεν υπάρχει η εν λόγω γυναίκα, την οποία, παρεμπιπτόντως, θα πρέπει να σημειωθεί ότι εφεύρε για πρώτη φορά, καθ' ον χρόνο έδινε μαρτυρία, προφανώς στην προσπάθειά του με βάση αυτή, να οικοδομήσει την ψευδή εκδοχή του αναφορικά με το λόγο για τον οποίο, έστω έμμεσα, ομολογεί ότι στον ουσιώδη χρόνο βρέθηκε στην περιοχή που έγινε η διάρρηξη της κατοικίας των Μ.Κ.2 και 3 καθώς και να δικαιολογήσει την συνύπαρξή του με το 2ο κατηγορούμενο μέσα στο αυτοκίνητό του κατά την ανακοπή τους από την Αστυνομία. Η απάντησή του στην ερώτηση, εάν στη Λεμεσό έμενε σε ξενοδοχείο αποκαλύπτει την ευκολία με την οποία υπέπιπτε σε αντιφάσεις και προέβαλλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας. Ακολουθεί αυτούσια: «Σε σπίτι το οποίο είχα ενοικιάσει από τα πλάσματα και με έβαλαν και εμένα. Δεν έχω πληρώσει κάτι γιατί ήμουν καλεσμένος.» Ομολογώ πρώτη φορά ακούω για κάποιο που νοικιάζει ένα σπίτι, είτε να μην πληρώνει ενοίκιο, κατ' επιλογή του ιδιοκτήτη, είτε ακόμη να θεωρείται καλεσμένος. Όταν ρωτήθηκε γιατί στον ουσιώδη χρόνο είχε μέσα στο αυτοκίνητό του τη βαλίτσα με τα ρούχα, αφού ο σκοπός του ήταν να επιστρέψει στη Λεμεσό απάντησε ως εξής: «Το αυτοκίνητο αυτό που είχα ήταν της θάλασσας για να πάω παραλία εάν τύχει, δεν ήταν κάτι.» Εκτός του ότι και πάλι, ομολογώ πως δεν έχω υπόψη μου να υπάρχουν και αυτοκίνητα θαλάσσης, διερωτώμαι και για τα εξής: δεδομένου ότι η μόνη ταξιδιωτική τσάντα που υπήρχε στο αυτοκίνητό του είναι αυτή που βρήκε στο καπό και παρέλαβε ο Μ.Κ.5, εν τέλει, σε ποιόν ανήκει αυτή, με βάση όσα ανάφερε ο κατηγορούμενος; Στον ίδιο, όπως ανάφερε αντεξεταζόμενος ή στο 2ο κατηγορούμενο, όπως ισχυρίστηκε στο στάδιο της κυρίως εξέτασης; Η νέα σοβαρή αντίφαση στην οποία υπέπεσε είναι ολοφάνερη. Ο ισχυρισμός του ότι τη μεταλλική λάμα (τεκμήριο 3Α) δεν την είχε στο πορτοφόλι του αποτελεί ακόμη ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της ευκολίας με την οποία προέβαλλε ισχυρισμούς που καταρρίπτονται από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας. Ούτε και μου διαφεύγει ότι ο ισχυρισμός του Μ.Κ.5 ότι η μεταλλική λάμα ήταν μέσα στο πορτοφόλι που βρήκε στη δεξιά τσέπη της βερμούδας του παρέμεινε αναντίλεκτος. Τα πιο πάνω ισχύουν και για την απάντησή του στην υποβολή ότι τα λεφτά που βρέθηκαν πάνω τους (δηλαδή, το συνολικό ποσό των €12.500,00 που είχε βρεθεί εν μέρει στην κατοχή του και εν μέρει στην κατοχή του 2ου κατηγορούμενου) ήταν τα λεφτά που έκλεψαν από το σπίτι του Μ.Κ.
  6. Απαντώντας, μεταξύ άλλων που είπε είναι ότι τα λεφτά τα είχε στο πορτοφόλι του. Κι όμως, η αλήθεια είναι τελείως διαφορετική. Προέρχεται και πάλι από το Μ.Κ.5 και το σχετικό μέρος της μαρτυρίας του παρέμεινε αναντίλεκτο. Όπως αναφέρει ο μάρτυρας στη γραπτή του κατάθεση (τεκμήριο 27), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, το πορτοφόλι, το είχε βρει στη δεξιά τσέπη της βερμούδας που φορούσε ο κατηγορούμενος και σ' αυτό υπήρχε ένα χαρτονόμισμα των €20,00 και ένα των €5,00, οι δυο φωτογραφίες διαβατηρίου, οι διάφορες προσωπικές σημειώσεις και η μικρή μεταλλική λάμα. Το ποσό των €7.000,00, σε 14 χαρτονομίσματα των €500,00 το βρήκε στην αριστερή τσέπη της βερμούδας του. Στο ερώτημα, γιατί ο κατηγορούμενος, ενώ είχε πορτοφόλι επέλεξε να έχει ένα τόσο μεγάλο χρηματικό ποσό μέσα στην τσέπη του, θα απαντήσω αργότερα. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ - παρότι θα μπορούσα να το κάνω - προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας του κατηγορούμενου ως μάρτυρα. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανάφερα βρίσκω ότι τα πραγματικά και ουσιαστικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, ως εκτίθεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω). Επομένως δε χρειάζεται να τα επαναλάβω. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα αναφερθώ και σε μερικά άλλα. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δυο κατηγορίες συνωμοσίας (1η και 2η κατηγορία), προς διάπραξη κακουργήματος, η μια, με αναφορά στα αδικήματα των κατηγοριών 3 και 4, ως τα ουσιαστικά αδικήματα, αντικείμενο της συνομωσίας και προς διάπραξη πλημμελήματος, η άλλη, με αναφορά στο αδίκημα της 5ης κατηγορίας, ως το ουσιαστικό αδίκημα, αντικείμενο της συνομωσίας. Με βάση το κατηγορητήριο, του καταλογίζεται ότι συνωμότησε με το 2ο κατηγορούμενο να διαπράξουν τα παραπάνω αδικήματα. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι στις 8/10/2016, μαζί με το 2ο κατηγορούμενο διέρρηξαν και εισήλθαν στην κατοικία του Μ.Κ.2 και διέπραξαν σ' αυτή την κλοπή που αναφέρεται στην 4η κατηγορία. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 4ης κατηγορίας αποδίδεται και στους δυο κατηγορούμενους η κλοπή της επίδικης περιουσίας των παραπονούμενων (Μ.Κ.2 και 3), ενώ, με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 5ης κατηγορίας, τους αποδίδεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο, δηλαδή, στις 8/10/2016 είχαν στην κατοχή τους την περιουσία που αναφέρεται, για την οποία υπήρχαν εύλογες υπόνοιες ότι ήταν κλοπιμαία. Η 6η κατηγορία αφορά μόνο τον 1ο κατηγορούμενο και μ' αυτή, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο, πάντοτε, χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 5η κατηγορία, εν καιρώ ημέρας είχε στην κατοχή του διαρρηκτικά εργαλεία, δηλαδή, τη μεταλλική λάμα (τεκμήριο 3Α). Τέλος, με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 15ης κατηγορίας καταλογίζεται στους κατηγορούμενους το αδίκημα της κλεπταποδοχής, με αναφορά στην κλαπείσα περιουσία των Μ.Κ.2 και 3, για την οποία αντιμετωπίζουν και τη σχετική - 4η κατηγορία κλοπής, της ίδιας περιουσίας. Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134): «Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δυο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (βλ. Mulcany v. R. [1868] L.R. 34 H.L. 328, O'Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S) 1, R. v. Aspinall [1876] 2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2035 παραγρ. 28 - 4.» Και λίγο παρακάτω: «Η ύπαρξη συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό του αδικήματος της συνωμοσίας. Ακολουθεί πως στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παράμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και, επομένως, ούτε συνωμοσία. Το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δυο μπορεί να είναι πολύ λεπτή, δεν είναι δυνατό να προκαθοριστεί. Το ζήτημα είναι πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. R. v. King and king [1966] Crim. L. R. 280, R. v. Mills, 47 Cr. App. R. 49, R. v. Walker, [1962] Crim. L. R. 458, R. v. O'Brien, 59 Cr. App. R. 222, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2039 παράγρ. 28 - 9).» Περαιτέρω, στην υπόθεση Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486 γίνεται εκτενής αναφορά στο αδίκημα της κλοπής, κατά το άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα. Για ό,τι μας αφορά, το σχετικό απόσπασμα ακολουθεί αυτούσιο: «Στο Άρθρο 255 του Κεφ. 154 το οποίο αφορά το αδίκημα της κλοπής ορίζεται και η έννοιά της. Στην υπόθεση Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας
(1978)2 C.L.R. 382, έγινε πλήρης ανάλυση της νομολογίας από το Larceny Act 1916 που ίσχυε στην Αγγλία μέχρι και το Theft Act 1968 που αντικατέστησε αυτό μεταγενέστερα. Στην υπόθεση αναφέρθηκε επίσης η R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, στην οποία λέχθηκε ότι στοιχεία της κλοπής είναι
(1)η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη
(2)χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και
(3)με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής.» Ειδικά για το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος προστίθενται και τα εξής, από την ίδια απόφαση: η πρόθεση τελεσίδικης αποστέρησης της περιουσίας, επειδή δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης, κατά κανόνα αναδύεται ως εξυπακουόμενο στοιχείο μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα, τα οποία και αποτελούν και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Άτομο, προστίθεται, έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. Το άρθρο 309 του Ποινικού Κώδικα που δημιουργεί το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας προνοεί ότι: «Όποιος έχει στην κατοχή του κινητό, χρήματα, αξιόγραφο ή οποιαδήποτε άλλην περιουσία, για τα οποία υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι είναι κλοπιμαία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση έξι μηνών, εκτός αν αποδείξει με αυτό τον τρόπο που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι απόκτησε νόμιμα την κατοχή τους.» Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Czari Ferencz ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 242/12, ημερομηνίας 3/7/2014, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι πρώτο, η κατοχή κινητής περιουσίας και δεύτερο, η ύπαρξη εύλογης υπόνοιας ότι είναι κλοπιμαία. Αναφορικά με το πρώτο συστατικό στοιχείο, η αναφορά σε περιουσία παραπέμπει σε περιουσία η οποία μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής. Η οποία, προστίθεται, θα πρέπει να αποκτηθεί με παράνομο - δηλαδή απαγορευμένο από το νόμο - τρόπο. Αναφορικά με το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος συνάγεται από την υπόθεση Καριπίδης ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 237, ότι η εύλογη υπόνοια αποδεικνύεται ως αντικειμενικό γεγονός από το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας και όχι με την έκφραση της υποκειμενικής κρίσης και αντίληψης του οποιουδήποτε, όπως για παράδειγμα, του εξεταστή της υπόθεσης. Το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας δημιουργούν - με συνδυασμό - τα άρθρα 291 και 292 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με το πρώτο: «Όποιος διαρρήχνει οποιοδήποτε μέρος κτιρίου, εξωτερικό ή εσωτερικό ή ανοίγει με ξεκλείδωμα, έλξη, ώθηση, ανύψωση ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο, θύρα, παράθυρο, παραθυρόφυλλο, πόρτα υπογείου ή άλλο πράγμα προορισμένο για το κλείσιμο ή για την κάλυψη ανοίγματος σε κάποιο κτίριο ή άνοιγμα που επιτρέπει τη δίοδο από ένα μέρος του κτιρίου σε άλλο, θεωρείται ότι διαρρήχνει το κτίριο. Κάποιο πρόσωπο θεωρείται ότι εισέρχεται σε κτίριο αμέσως όταν οποιοδήποτε μέρος του σώματος του ή οποιοδήποτε μέρος οργάνου που χρησιμοποιείται από αυτό, βρίσκεται εντός του κτιρίου. Εκείνος που επιτυγχάνει την είσοδο του σε κτίριο με τη χρήση απειλής για αυτό το σκοπό ή με τέχνασμα ή με τη συμπαιγνία μαζί με άλλο που βρίσκεται στο κτίριο ή αυτός που εισέρχεται από την καπνοδόχο ή από άλλη τρύπα του κτιρίου η οποία παραμένει μόνιμα ανοικτή για κάποιο αναγκαίο σκοπό, δεν προορίζεται όμως να χρησιμοποιείται συνήθως ως μέσο εισόδου, θεωρείται ότι διάρρηξε και ότι εισήλθε στο κτίριο.» Σύμφωνα με το δεύτερο: «Όποιος- (α) διαρρήχνει και εισέρχεται σε κτίριο, αντίσκηνο ή σκάφος το οποίο χρησιμοποιείται ως κατοικία ανθρώπων ή σε κτίριο που χρησιμοποιείται ως χώρος λατρείας, με σκοπό διάπραξης κακουργήματος σε αυτό ή (β) αν εισέλθει σε κτίριο, αντίσκηνο ή σκάφος που χρησιμοποιείται ως κατοικία ανθρώπων ή σε κτίριο που χρησιμοποιείται ως χώρος λατρείας, με σκοπό διάπραξης κακουργήματος σε αυτό ή αν διάπραξε κακούργημα σε οποιοδήποτε από τα πιο πάνω, διαρρήχνει αυτό και εξέρχεται από αυτό, είναι ένοχος του κακουργήματος της διάρρηξης και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων. Αν το ποινικό αδίκημα διαπράττεται κατά τη διάρκεια νύχτας, αυτό καλείται διάρρηξη κατά τη διάρκεια νύχτας, ο δε υπαίτιος υπόκειται σε φυλάκιση δέκα χρόνων.» Στην προκειμένη περίπτωση, έχοντας υπόψη, τόσο την έκθεση αδικήματος όσο και τις λεπτομέρειες αδικήματος της σχετικής - 3η κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, για σκοπούς στοιχειοθέτησής της, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι αυτός, στον ουσιώδη χρόνο, πρώτο, διέρρηξε και εισήλθε στην κατοικία των παραπονούμενων και δεύτερο, με σκοπό να διαπράξει σ' αυτή το κακούργημα της κλοπής - το οποίο του καταλογίζεται ότι διέπραξε με την 4η κατηγορία -. Το άρθρο 296(δ) του Ποινικού Κώδικα που περικλείεται στην έκθεση αδικήματος της 6ης κατηγορίας, με την οποία καταλογίζεται στον κατηγορούμενο το αδίκημα της κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων εν καιρώ ημέρας με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος προνοεί ότι: «Όποιος ενδέχεται να βρεθεί κάτω από οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιστάσεις, δηλαδή- (α) .. (β) .. (γ) .. (δ) έχει στην κατοχή του τέτοιο όργανο κατά τη διάρκεια ημέρας με σκοπό διάπραξης κακουργήματος (ε) .. (στ) .. (ζ) .. είναι ένοχος κακουργήματος..» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής: πρώτο, η κατοχή οργάνου, δεύτερο, κατά τη διάρκεια της ημέρας και τρίτο, με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος. Παρατηρώ τα εξής: Με σωρευτική θεώρηση και αποτίμηση των ακόλουθων - μεταξύ άλλων - στοιχείων άμεσης, πραγματικής, περιστατικής και ενισχυτικής μαρτυρίας, οδηγούμαι στο μόνο, ασφαλές συμπέρασμα, πως έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε όλα τα αδικήματα των κατηγοριών 1 μέχρι
  1. Ειδικότερα: Οι παραπονούμενοι Μ.Κ.2 και 3 έφυγαν από την κατοικία τους στο Νέο Χωριό, στις 8/10/2016 και ώρα 10:00, αφού είχαν κλείσει τις πόρτες και τα παράθυρα. Όταν γύρω στις 16:00 επέστρεψαν, διαπίστωσαν ότι έλειπε από αυτή η επίδικη περιουσία τους, ως εκτίθεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της 4η κατηγορίας. Μιάμιση περίπου αργότερα από την ώρα που οι παραπονούμενοι είχαν φύγει από την κατοικία τους και σε απόσταση 40 περίπου χιλιομέτρων από αυτή, οι Μ.Κ.5 και 9, ενώ βρίσκονταν σε μηχανοκίνητη περιπολία στη Γεροσκήπου έλαβαν μήνυμα ότι το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ZLAW 566, το οποίο ερχόταν από την Πόλη Χρυσοχούς προς Πάφο και κινείτο στη λεωφόρο Μεσόγης ενέχεται σε διαρρήξεις και κλοπές. Κατά την ανακοπή του εν λόγω οχήματος από το Μ.Κ.5 διαπιστώθηκε ότι αυτό οδηγείτο από τον 1ο κατηγορούμενο, με συνοδηγό, το συμπατριώτη του, 2ο κατηγορούμενο. Όταν ο Μ.Κ.5 ζήτησε από τον 1ο κατηγορούμενο να του δώσει τα στοιχεία του, αυτός του έδωσε την πλαστογραφημένη ρωσική άδεια οδηγού, για την οποία, στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης αντιμετωπίζει τη σχετική κατηγορία πλαστογραφίας, δυο κατηγορίες χρησιμοποίησης της εν λόγω πλαστογραφημένης από τον ίδιο άδειας οδήγησης και δυο κατηγορίες πλαστοπροσωπίας (βλ. τις κατηγορίες 7 μέχρι 11), τις οποίες έχει παραδεχθεί. Στο πλαίσιο της αστυνομικής έρευνας που ακολούθησε στο σύνολό της η επίδικη περιουσία των Μ.Κ.2 και 3, με εξαίρεση το συνολικό ποσό των €12.500,00, αποτελούμενο από τα 25 χαρτονομίσματα των €500,00 βρέθηκε πίσω από τη θέση του οδηγού του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο 1ος κατηγορούμενος. Κατά τον ίδιο χρόνο, αυτός, μολονότι στη δεξιά τσέπη της βερμούδας που φορούσε είχε πορτοφόλι και μέσα σ' αυτό υπήρχε το ένα χαρτονόμισμα των €20,00 και ακόμη ένα των €5,00 καθώς και η μεταλλική λάμα, στην αριστερή τσέπη της βερμούδας του, ο Μ.Κ.5 βρήκε το συνολικό ποσό των €7.000,00, αποτελούμενο από 14 χαρτονομίσματα των €500,00, που μαζί με το συνολικό ποσό των €5.500,00, αποτελούμενο από τα 11 χαρτονομίσματα των €500,00, που κατά τον ίδιο χρόνο είχε στην τσέπη του ο 2ος κατηγορούμενος, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των €12.500,00, το οποίο, αποδεδειγμένα, λίγη ώρα προηγουμένως είχε κλαπεί - μαζί με όλα τ' άλλα - από την κατοικία των Μ.Κ.2 και
  2. Εκτός του ότι, στην Αστυνομία, οι Μ.Κ.2 και 3 είδαν και αναγνώρισαν το σύνολο της κλαπείσας περιουσίας τους, επομένως και το παραπάνω ποσό χρημάτων, ο 1ος κατηγορούμενος, στην προσπάθειά του να με πείσει ότι το ποσό που είχε βρεθεί στην κατοχή του, του ανήκει έλεγε συνειδητά ψέματα. Καταρχήν, ενώ ισχυρίστηκε ότι το ποσό αυτό, το είχε στο πορτοφόλι του, αποδεδειγμένα το είχε στην τσέπη της βερμούδας που φορούσε. Και βέβαια, τα εύλογα ερωτήματα που ανακύπτουν είναι τα εξής: γιατί είπε αυτό το, τόσο σοβαρό ψέμα; Έπειτα, για ποιο λόγο, ενώ είχε πορτοφόλι επέλεξε να βάλει στην τσέπη του ένα τόσο σημαντικό ποσό; Κάτι βέβαια που ισχύει και για το 2ο κατηγορούμενο, ο οποίος είχε στην τσέπη του παντελονιού του το ποσό των €5.500,
  3. Απαντώ και στα δυο ερωτήματα. Αρχίζοντας από το πρώτο είναι σαφές, ότι το συγκεκριμένο ψέμα που είπε είναι ηθελημένο, αφορά σε πολύ ουσιώδες ζήτημα της υπόθεσης και κίνητρό του να το πει ήταν η επίγνωση της ενοχής του για το γεγονός ότι είχε κλέψει το ποσό αυτό από την κατοικία των Μ.Κ.2 και 3 και ο φόβος του για την αλήθεια. Για να απαντήσω και στο δεύτερο ερώτημα, μολονότι αυτός είχε πορτοφόλι, εντούτοις έβαλε τα χρήματα πρόχειρα στην τσέπη του, επειδή, δεδομένου ότι αυτά αποτελούσαν προϊόν κλοπής από την κατοικία των παραπονούμενων, η οποία είχε διαρρηχθεί γεγονός το οποίο γνώριζε πολύ καλά, αφού και τα δυο αυτά αδικήματα, τα διέπραξε μαζί με το 2ο κατηγορούμενο, λίγη ώρα προηγουμένως και στο αυτοκίνητο που οδηγούσε υπήρχε και η υπόλοιπη περιουσία, για την οποία, οι υπόνοιες της Αστυνομίας πως ήταν κλοπιμαία, εξ αντικειμένου ήταν εύλογες, βιαζόταν να εγκαταλείψει το μέρος άρον άρον, για να μην καταληφθεί - όπως και έγινε - από την Αστυνομία, έχοντας στην κατοχή του όλα όσα είχε για τα οποία οδηγήθηκε στο Δικαστήριο, αντιμετωπίζοντας όλες αυτές τις σοβαρές κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Η κατοικία των Μ.Κ.2 και 3 διαρρήχθηκε κατόπιν παραβίασης του παράθυρου του αποχωρητηρίου και συγκεκριμένα, με σκίσιμο του εξωτερικού διχτύου με αιχμηρό αντικείμενο. Ένα τέτοιο αντικείμενο, που είναι και το μόνο που βρέθηκε είναι η μεταλλική λάμα που ο κατηγορούμενος είχε μέσα στο πορτοφόλι, η οποία αποτελεί διαρρηκτικό εργαλείο και χρησιμοποιείται για το ξεκλείδωμα κλειδαριών και που με βάση την αποδεκτή μαρτυρία, θα μπορούσε να σκίσει το δίχτυ του αποχωρητηρίου της κατοικίας των παραπονούμενων. Ο 1ος κατηγορούμενος, κατά την ανακοπή του από την Αστυνομία είχε εκδορές, τόσο στα χέρια όσο και στα πόδια. Ισχυριζόμενος ότι αυτές ήταν μόνο στο ένα χέρι του, ως επίσης και ότι δεν κατείχε την επίδικη μεταλλική λάμα είναι φανερό ότι και πάλι έλεγε ψέματα, τα οποία αφορούσαν σε ουσιώδη ζητήματα της υπόθεσης. Και αυτά ήταν ηθελημένα και το κίνητρό του να τα πει και πάλι ήταν η επίγνωση της ενοχής και ο φόβος της αλήθειας. Είπε το δεύτερο, επειδή είμαι βέβαιος, ότι είναι με τη χρήση της μεταλλικής λάμας που έσκισε το δίχτυ του παραθύρου του αποχωρητηρίου της κατοικίας των παραπονούμενων, από το οποίο πέτυχε είσοδο σ' αυτή και το πρώτο, επειδή, προφανώς, οι εκδορές που έφερε τόσο στα χέρια όσο και στα πόδια προκλήθηκαν στην προσπάθειά του να εισέλθει στην κατοικία των παραπονούμενων από το παράθυρο του αποχωρητηρίου, αφού προηγουμένως έσκισε - χωρίς να αφαιρέσει - το δίχτυ. Ακόμη ένα τέτοιο ψέμα που είπε, το οποίο εντάσσω στο ίδιο πλαίσιο και το οποίο ουσιαστικά απέδειξε ο ίδιος αφορά στον ισχυρισμό του, ότι το ποσό των €7.000,00 που είχε βρεθεί στην κατοχή του αποτελεί μέρος του συνολικού ποσού των €9.000,00 που είχε φέρει από τη Γεωργία, 8 μέρες προηγουμένως. Έχοντας υπόψη ότι κατείχε αυτοκίνητο ενοικιάσεως και είχε έρθει στην Κύπρο, το πιο σύντομο, στις 30/9/2016, δηλαδή, οκτώ μέρες προηγουμένως (βλ. τη σχετική - 12η κατηγορία παράνομης εισόδου στη Δημοκρατία μέσω μη εγκριμένου λιμανιού, την οποία έχει παραδεχθεί με την οποία του καταλογίζεται ότι διέπραξε το αδίκημα, μεταξύ των ημερομηνιών 30/9/2016 και 8/10/2016), δε δικαιολογείται η ύπαρξη τόσης και τέτοιας περιουσίας στην κατοχή του καθώς και στο αυτοκίνητό του, δεδομένης της φύσης της εν λόγω περιουσίας, των σημείων που αυτή βρισκόταν και λαμβάνοντας υπόψη, τι ανάφερε ο ίδιος στην Αστυνομία καθώς και στο Δικαστήριο, στην προσπάθειά του να αιτιολογήσει όλα αυτά. Και τούτο, χωρίς να μου διαφεύγει ότι, για μέρος της επίδικης περιουσίας, δεν ανάφερε τίποτε. Σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι, αποδεδειγμένα, το μήνυμα προς τους Μ.Κ.5 και 9, για ανακοπή του οχήματός του, επειδή ενέχεται σε υποθέσεις διαρρήξεων και κλοπών αποδείχθηκε απολύτως βάσιμο είναι φανερό, ότι για το σύνολο των αντικειμένων που αποτελούν το αντικείμενο διάπραξης του αδικήματος της 5ης κατηγορίας - για να επαναλάβω -, οι υπόνοιες της Αστυνομίας ότι αυτά ήταν κλοπιμαία είναι εύλογες. Ούτε και μπορεί να λεχθεί ότι ισχύει κάτι άλλο και αυτό ισχύει και για τα αδικήματα των κατηγοριών 3 και
  4. Δηλαδή, της διάρρηξης της κατοικίας των Μ.Κ.2 και 3 καθώς και της κλοπής από αυτή της επίδικης περιουσίας τους, η οποία, στο σύνολό της είχε βρεθεί στην κατοχή των κατηγορούμενων. Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, οι διαζευκτικές εκδοχές πρέπει να είναι τέτοιες που να εξάγονται από την ολότητα της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας. Άλλως πως, τα Δικαστήρια θα καλούνται να εξετάζουν πιθανότητες ή θεωρίες για συμβάντα τα οποία δεν μπορούν εύλογα να εξαχθούν από το ενώπιόν τους μαρτυρικό υλικό και αυτό δεν είναι έργο των Δικαστηρίων. Βλ. και την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Iddin v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 47/14, ημερομηνίας 29/2/2016, στην οποία επαναλαμβάνονται οι παραπάνω αρχές. Το τι ακριβώς θέλω να πω με όλες τις παραπάνω επισημάνσεις είναι τα εξής: Καταρχήν διερωτώμαι: για ποιο λόγο ο 1ος κατηγορούμενος και «συμπτωματικά» και ο 2ος κατηγορούμενος - ο οποίος, να υπενθυμίσω ότι παραδέχθηκε και τις 6 κατηγορίες που αντιμετωπίζει μαζί με τον 1ο κατηγορούμενο - είχαν στην κατοχή τους το χρηματικό ποσό των €7.000,00, ο πρώτος και των €5.500,00, ο δεύτερος; Ακολούθως, τι γύρευε στο ίδιο μέρος, μέσα στο αυτοκίνητο του 1ου κατηγορούμενου, μαζί με την κλαπείσα περιουσία των Μ.Κ.2 και 3 και συγκεκριμένα, πίσω από το κάθισμα του οδηγού, δηλαδή του ιδίου, εκτός από το κινητό τηλέφωνο της Μ.Κ.3 και το άλλο κινητό τηλέφωνο; Έπειτα, γιατί στην ταξιδιωτική τσάντα που είχε βρεθεί στο καπό του αυτοκινήτου, εκτός από ρουχισμό υπήρχε και το ταξιδιωτικό τσαντάκι, εντός του οποίου υπήρχε το χαρτονόμισμα των €20,00 καθώς και η κάρτα micro sim και στο πίσω μέρος της ταξιδιωτικής τσάντας, το διαβατήριο του 1ου κατηγορούμενου; Τέλος, τι θέση είχε μέσα στο ταμπλό του αυτοκινήτου του, μαζί με τα γυαλιά ηλίου και το άρωμα, η ηλεκτρική συσκευή και ο φορτιστής της; Ας δούμε τώρα και πως τοποθετήθηκε ο 1ος κατηγορούμενος για όλα τα παραπάνω αντικείμενα καθώς και για τα υπόλοιπα που είχαν βρεθεί είτε στην τσέπη του είτε στο αυτοκίνητό του. Ειδικότερα: Στο Μ.Κ.5 που τα βρήκε, για το πορτοφόλι που είχε βρει ο μάρτυρας στη δεξιά του τσέπη, τα δυο χαρτονομίσματα των €20,00 και €5,00, αντίστοιχα, τις δυο φωτογραφίες διαβατηρίου, τις προσωπικές του σημειώσεις και τη μεταλλική λάμα, όλα μέσα στο πορτοφόλι καθώς και για το χρηματικό ποσό των €7.000,00 που είχε στην αριστερή του τσέπη, ερωτηθείς για την κατοχή τους, ισχυρίστηκε απλώς πως είναι δικά του. Το ίδιο ισχυρίστηκε και για την υπόλοιπη κλαπείσα περιουσία των Μ.Κ.2 και 3, που μαζί με το δεύτερο κινητό τηλέφωνο είχε πίσω από τη θέση του οδηγού. Για την ταξιδιωτική τσάντα, το τσαντάκι μέσα σ' αυτή και το περιεχόμενό του καθώς και για το διαβατήριό του στο πίσω μέρος της ταξιδιωτικής τσάντας, όταν ο Μ.Κ.5 το συνέλαβε για τα αδικήματα της πλαστοπροσωπίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και του επέστησε την προσοχή στο νόμο, δεν απάντησε. Την ίδια στάση τήρησε και όταν ο μάρτυρας βρήκε στο ταμπλό του αυτοκινήτου την ηλεκτρική συσκευή με το φορτιστή της, τα γυαλιά ηλίου και το άρωμα. Όταν αργότερα την ίδια μέρα και συγκεκριμένα, στις 19:35 συνελήφθηκε από το Μ.Κ.6 δυνάμει του δικαστικού εντάλματος σύλληψης (τεκμήριο 31), για το σύνολο των αδικημάτων που αντιμετωπίζει και στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, ανάμεσά τους και τα αδικήματα της διάρρηξης της κατοικίας των Μ.Κ.2 και 3 και της κλοπής από αυτή της επίδικης περιουσίας τους, του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψής του και του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο, απάντησε απλώς «Ξέρω το, μου το είπετε πριν.» Στο πλαίσιο της ανακριτικής του κατάθεσης (τεκμήριο 30Α, η πιστή μετάφρασή της στα ελληνικά), η οποία του λήφθηκε από το μάρτυρα στη συνέχεια και συγκεκριμένα, μεταξύ των ωρών 19:50 με 21:00, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: κληθείς να τοποθετηθεί για το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια σωματικής έρευνας που του έγινε βρέθηκε στην κατοχή του το πορτοφόλι - που περιείχε τα δυο χαρτονομίσματα των €20,00 και €5,00, αντίστοιχα, τις δυο δικές του φωτογραφίες διαβατηρίου, διάφορες προσωπικές σημειώσεις και τη μεταλλική λάμα - καθώς και το χρηματικό ποσό των 7.000,00, σε δέσμη, αποτελούμενο από τα 14 χαρτονομίσματα των €500,00, απαντώντας, ισχυρίστηκε πως όλα είναι δικά του, εκτός από τη μεταλλική λάμα. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε για ποιο λόγο είχε στην κατοχή του τη μεταλλική λάμα και που τη χρησιμοποιεί ισχυρίστηκε πως δεν καταλαβαίνει για τι του μιλά ο μάρτυρας και ότι δεν είχε τέτοιο πράγμα στην κατοχή του. Κληθείς να τοποθετηθεί για την κλαπείσα περιουσία των Μ.Κ.2 και 3 η οποία βρέθηκε μέσα στο αυτοκίνητό του καθώς και για το δεύτερο κινητό τηλέφωνο, μαύρου χρώματος, που βρισκόταν στο ίδιο μέρος, απάντησε ως εξής: «Το μαύρο I phone είναι δικό μου. Τα άλλα όλα τα πράγματα δεν είναι δικά μου.» Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε ποιου είναι και γιατί ήταν μέσα στο αυτοκίνητο που οδηγούσε, ισχυρίστηκε ότι δεν ξέρει πως βρέθηκαν μέσα στο αυτοκίνητό του. Κληθείς ακολούθως να τοποθετηθεί για την ταξιδιωτική τσάντα με τα ρούχα και προσωπικά είδη, για το ταξιδιωτικό τσαντάκι που περιείχε το χαρτονόμισμα των €20,00 και την τηλεφωνική κάρτα, για το διαβατήριό του και τέλος, για την ηλεκτρική συσκευή με το φορτιστή της, τα γυαλιά ηλίου και το άρωμα που βρέθηκαν στο καπό του αυτοκινήτου, ισχυρίστηκε πώς είναι όλα δικά του. Όταν τέλος, του υποδείχθηκε από το μάρτυρα ότι για την κλαπείσα περιουσία των Μ.Κ.2 και 3 υπάρχει γραπτή μαρτυρία ότι κλάπηκε μετά από διάρρηξη της οικίας αρ. 23, στο Golden Villas, στην Πόλη Χρυσοχούς - Λατσί, μεταξύ των ωρών 10:00 - 16:00 και ρωτήθηκε τι έχει να πει, όπως είπε απαντώντας «Δεν έχω να πω τίποτα.» Όταν δε στη συνέχεια πληροφορήθηκε ότι όλα τα αντικείμενα που του αναφέρθηκαν αναγνωρίστηκαν από τους ιδιοκτήτες τους και ρωτήθηκε και πάλι τι έχει να πει απάντησε μονολεκτικά «Τίποτε.» Στο Δικαστήριο, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης ισχυρίστηκε τα εξής: Για την ταξιδιωτική τσάντα που είχε στο καπό του αυτοκινήτου του ισχυρίστηκε ότι την είχε μαζί του ο 2ος κατηγορούμενος, όταν τον παρέλαβε κατά την επιστροφή τους από την Πόλη Χρυσοχούς για την Πάφο. Ισχυρίστηκε ακόμη, ότι ο ίδιος δεν ήξερε τι είχε μέσα η συγκεκριμένη τσάντα, παρότι σ' αυτή, μεταξύ άλλων βρισκόταν και το διαβατήριό του. Κληθείς να πει τι άλλο βρήκε η Αστυνομία στην κατοχή του, εκτός από το ποσό των €7.045,00 απάντησε ως εξής: «Το τηλέφωνο μου το δικό μου, το πορτοφόλι μου το μαύρο, αυτό που κρεμάζουν πάνω τους, ένα φορτιστή του τηλεφώνου μου, πορτοφόλι και αυτό, τα γυαλιά μου. Όλα αυτά τα βρήκαν στο αυτοκίνητό μου δεν τα είχα πάνω μου» Ειδικά γι αυτή του την απάντηση παρατηρώ τα εξής: η Αστυνομία δε βρήκε οπουδήποτε μέσα στο αυτοκίνητό του, φορτιστή τηλεφώνου, παρότι σ' αυτό υπήρχαν δυο κινητά τηλέφωνα, ενώ το πορτοφόλι, εντός του οποίου υπήρχε και η επίδικη λάμα (τεκμήριο 3Α), όπως είπε ο Μ.Κ.5, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί το είχε βρει στη δεξιά τσέπη της βερμούδας που φορούσε. Τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, όπως είπε το βρήκαν μέσα στην τσάντα. Ωστόσο, η αλήθεια είναι ότι τον είχε πίσω από τη θέση του οδηγού. Άξια αναφοράς είναι η απάντησή του όταν ρωτήθηκε από το δικηγόρο του κατά πόσο συμφωνεί ότι όλα όσα γράφει ο αναλυτικός πίνακας που επισυνάπτεται στην αίτηση κατακράτησης τεκμηρίων (τεκμήριο 20) βρέθηκαν μέσα στο αυτοκίνητο, στην κατοχή του καθώς και στην κατοχή του 2ου κατηγορούμενου. Απάντησε καταφατικά στην ερώτηση και θεωρώ πως, αυτή είναι από τις ελάχιστες φορές που έλεγε την αλήθεια, αφού, στον εν λόγω αναλυτικό πίνακα, αναγράφεται το σύνολο της επίδικης περιουσίας - αντικείμενο διάπραξης του αδικήματος της κλοπής, για το οποίο αντιμετωπίζει την 4η κατηγορία καθώς και της παράνομης κατοχής περιουσίας, για το οποίο αντιμετωπίζει την 5η κατηγορία. Πράγματι αποτελεί και συμπέρασμά μου ότι στον ουσιώδη χρόνο, οι κατηγορούμενοι κατείχαν από κοινού, τη εννοία του νόμου, όλα αυτά τα αντικείμενα. Τέλος, αντεξεταζόμενος, όταν του υποβλήθηκε πως είναι δικαιολογίες, ο ισχυρισμός του ότι καθ' οδόν κατουρήθηκε, γλίστρησε και γδάρθηκε και ότι τα τραύματά του ήταν φρέσκα και προκλήθηκαν κατά τη διάρρηξη που έκανε στο σπίτι, απαντώντας, μεταξύ άλλων που είπε είναι τα εξής: «.Αυτό που θέλω να πω ακόμη, η τσάντα η οποία είχε τα πράγματα τα κλεμμένα μέσα, σαν να και είχε σταλεί μήνυμα στους αστυνομικούς πως θα πιάσουν καταζητούμενους. Ακριβώς αυτή η τσέντα έβαλε την Αστυνομία να σκεφτεί αντίθετα.» Ακολούθως, όταν του υποβλήθηκε ότι τα λεφτά που βρέθηκαν στην κατοχή τους, δηλαδή στην κατοχή του καθώς και στην κατοχή του 2ου κατηγορούμενου, ήταν λεφτά που έκλεψαν από το σπίτι του Μ.Κ.2, μεταξύ άλλων που είπε απαντώντας είναι ότι τα λεφτά τα είχε στο πορτοφόλι του, που για να επαναλάβω, δεν ισχύει, αφού το συνολικό ποσό των €7.000,00 που αποτελεί μέρος του ποσού των €12.500,00 που είχε κλαπεί από την οικία του Μ.Κ.2, το είχε μέσα στην τσέπη του. Τέλος, όταν του υποβλήθηκε ότι και τα υπόλοιπα που βρέθηκαν μέσα στο αυτοκίνητό του, δηλαδή, το άλλο κινητό τηλέφωνο, το ταξιδιωτικό τσαντάκι, η ηλεκτρική συσκευή, τα γυαλιά και το άρωμα ήταν κλοπιμαία απάντησε ως εξής: «Έχετε κάτι να αποδείξετε από αυτά που λέτε; Εγώ έχω να αποδείξω πως αυτά τα λεφτά, μου τα έχουν στείλει. Ακριβώς, αυτά που λέτε μπορώ να σας αποδείξω ότι όντως μου ανήκουν.» Οι λόγοι για τους οποίους θεωρώ ότι τα λεφτά ανήκουν στους Μ.Κ.2 και 3 έχουν ήδη αναφερθεί και το ίδιο ισχύει και για το λόγο που θεωρώ ότι ο κατηγορούμενος έλεγε ψέματα, ισχυριζόμενος ότι το ποσό των €7.000,00 που είχε τσέπη του αποτελεί δήθεν μέρος του ποσού των €9.000,00, το οποίο, κατά μια εκδοχή, υποτίθεται πως είχε φέρει μαζί του από τη Γεωργία, πριν από οκτώ μέρες και σύμφωνα με άλλη εκδοχή, η οποία αποτελεί μέρος και της παραπάνω απάντησής του, του είχαν στείλει. Απ' εκεί και πέρα αναμένω ακόμη να αποδείξει ότι όλα τα άλλα αντικείμενα που του αναφέρθηκαν από την κυρία Σάββα, τα οποία βρέθηκαν στην κατοχή του και αποτελούν το αντικείμενο διάπραξης του αδικήματος της 5ης κατηγορίας, του ανήκουν. Ο κατηγορούμενος, ηθελημένα, αλλά και αποδεδειγμένα και πάλι έλεγε ψέματα σε ουσιώδες ζήτημα της υπόθεσης, ισχυριζόμενος ότι η ταξιδιωτική τσάντα στην οποία βρισκόταν και το διαβατήριό του, ανήκει στο 2ο κατηγορούμενο. Και σ' αυτή την περίπτωση, το κίνητρο να ψευσθεί ήταν η επίγνωση της ενοχής και ο φόβος της αλήθειας, επειδή γνώριζε ότι στη συγκεκριμένη τσάντα, εκτός από το διαβατήριό του βρισκόταν και το ταξιδιωτικό τσαντάκι που είχε μέσα το χαρτονόμισμα των €20,00 και την κάρτα micro sim, που αποτελούν μέρος της περιουσίας - αντικείμενο διάπραξης του αδικήματος της παράνομης κατοχής περιουσίας, το οποίο, επίσης διέπραξε. Τέλος, το γεγονός ότι σε ελάχιστο χρόνο από τη διάρρηξη της κατοικίας των Μ.Κ.2 και 3 και της κλοπής από αυτή της επίδικης περιουσίας τους, οι δυο κατηγορούμενοι βρέθηκαν σε απόσταση 40 χιλιομέτρων από τη σκηνή του εγκλήματος και είχαν στην τσέπη τους, το συνολικό ποσό των €12.500,00 που είχε κλαπεί από την εν λόγω κατοικία και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, ίχνος αμφιβολίας δημιουργεί για το συμπέρασμά μου ότι ενέχονται και οι δυο για τα δυο αυτά αδικήματα καθώς και για το αδίκημα της 5ης κατηγορίας, τα οποία διέπραξαν κατόπιν συνομωσίας μεταξύ τους. Ειδικά για τα αδικήματα των κατηγοριών 3 και 4, δεδομένου ότι για τη διάπραξη του δεύτερου, προηγήθηκε ως αναγκαίο μέσο το πρώτο και μάλιστα, με τον τρόπο που αυτό έγινε είναι φανερό ότι υπήρξε συναπόφαση μεταξύ των δυο δραστών για να τα διαπράξουν και συνέργεια μεταξύ τους, κατά τη διάπραξή τους. Άλλως πως, δηλαδή, εάν η διάπραξή τους αποτελούσε απόφαση του ενός, είτε ακόμη διαπράχθηκαν μόνο από τον ένα, δε βλέπω για ποιο λόγο αυτός, θα δεχόταν το ποσό των €12.500,00 που είχε κλαπεί από την κατοικία των παραπονούμενων, να επιμεριστεί μεταξύ τους, όπως είχε βρεθεί μέσα στην τσέπη τους από τους Μ.Κ.5 και 9. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Για να καταλήξω, από την προηγηθείσα ανάλυση είναι ηλίου φαεινότερο, ότι ο 1ος κατηγορούμενος, όχι απλώς διέπραξε μαζί με το 2ο κατηγορούμενο τα αδικήματα των κατηγοριών 3, 4 και 5, αλλά συνωμότησαν κιόλας μεταξύ τους να τα διαπράξουν. Ακολουθεί ότι η ευθύνη του 1ου κατηγορούμενου για τη διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών 1 μέχρι 5 στοιχειοθετείται πλήρως. Το ίδιο ισχύει και για την 6ης κατηγορία, για την οποία έχει αποδειχθεί ότι ο 1ος κατηγορούμενος, στον ουσιώδη χρόνο κατείχε τέτοιο όργανο κατά τη διάρκεια της ημέρας, όχι απλώς με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, αλλά και ότι με τη χρήση του διέπραξε το κακούργημα της διάρρηξης της κατοικίας των Μ.Κ.2 και 3. Αναφορικά με τη 15η κατηγορία, δεδομένου ότι 1ος ο κατηγορούμενος θα κριθεί ένοχος στην κατηγορία της κλοπής της επίδικης περιουσίας των παραπονούμενων (Μ.Κ.2 και 3), η εν λόγω κατηγορία, που περικλείει το αδίκημα της κλεπταποδοχής, της ίδιας περιουσίας, εξ αντικειμένου είναι έκθετη σε απόρριψη. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους (νομικούς και πραγματικούς), ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την ενοχή του 1ου κατηγορούμενου στις κατηγορίες 1 μέχρι 6, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αντίθετα, απέτυχε το ίδιο στην 15η κατηγορία. Κατά συνέπεια, ο 1ος κατηγορούμενος, στις κατηγορίες 1 μέχρι 6 κρίνεται ένοχος, ενώ στη 15η κατηγορία αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Criminal/Final (Αναφορά: συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, συνομωσία προς διάπραξη πλημμελήματος, κατά παράβαση του άρθρου 372 του Ποινικού Κώδικα, διάρρηξη κατοικίας, κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 291 και 292(α) του Ποινικού Κώδικα, κλοπή από κατοικία, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 266(β) του Ποινικού Κώδικα, παράνομη κατοχή περιουσίας, κατά παράβαση των άρθρων 20, 21 και 309 του Ποινικού Κώδικα, κατοχή διαρρηκτικών εργαλείων εν καιρώ ημέρας, επί σκοπώ τη διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 296(δ) του Ποινικού Κώδικα και τέλος, κλεπταποδοχή, κατά παράβαση των άρθρων 20, 21 και 306(α) του Ποινικού Κώδικα (βλ. τις κατηγορίες 1 μέχρι 6 και 15, κατ' αντιστοιχία αδικήματος). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.